Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Της νιότης ο ξενιτεμός


Πάλι έφυγες!
Πάλι το σπίτι αδειανό αφήκες.
Τί ίσκιοι, τί φωνές, παιδιάστικες
τριγύρω τιτιβίζουν!
Όλες, τη μάνα τους γυρεύουν!

Μάνα, χτύπησα! Πονάω!
Ματώνουν τα σπλάχνα,
καυτά σίδερα
την καρδιά πυρπολούνε,
κάθε που πάλλεται
στου παιδιού τη λαχτάρα.

Κι αργότερα,
βιαστικός στης ζωής το ταξίδι,
οι φωνούλες,
ανάγκες σου, γίνονται,
κι αλλιώς πια ακούγονται!

Μάνα πεινάω! και βιάζομαι!
Στη στιγμή, ετοιμάζομαι,
σεφ μεγάλος να γίνω,
γεύση, κι όσφρηση,
μα πιότερο απ' όλα
την καρδιά να χορτάσω.
Την ψυχή,
να τρανεύει στο δρόμο
μη λυγίσει, να μην κουραστεί,
μη μονάχη θωρήσει πως είναι,
και δε λογαριάζω,
όσο κι αν αποστάσω.

Μάνα ξύπνα με! Αύριο φεύγω!
Αετός, γιέ μου, να γίνεις,
και ψηλά να πετάξεις!
όλον τον κόσμο να διαβείς,
και να τόνε περάσεις.

Μα στο νού σου καλά να κρατήσεις:
δεν πηγαίνεις εκεί για να ζήσεις,
αλλού δεν υπάρχει πατρίδα!
Εκεί πας, για να μάθεις,
Εκεί πας, να πετάξεις,
άλλους τρόπους να δείς!

Κι ύστερα, σαν με χρόνους γυρίσεις,
στην πατρίδα μας πάλι,
ταπεινός, με γεμάτη καρδιά,
Να βοηθήσεις κι εσύ,
η πατρίδα μας
να σηκώσει, ξανά, το κεφάλι.

Μη γυρίσεις καρπούς και σοδειές για να δρέψεις,
όλα έχουν χαθεί, όλα έχουνε ρέψει.
Τώρα θά 'στε εσείς η τροφός της πατρίδας,
και μαζί των γερόντων γονιών σας
κηδευτές και κηδεύοντες.

Κι αν σας λάχει η τιμή να βρεθείτε αξιώτεροι,
θε λαμπρότερη να την κάνετε εσείς την πατρίδα,
το ανείπωτο κάλλος της ξαναστήνοντας,
πά' στα χάσκοντα σήμερα βάθρα,
απ' όπου ιερόσυλοι, άφρονες, δούλοι κι αλλόφρονες
καταπόντισαν και ρήμαξαν, λάθρα.

Αυτή 'ναι η ευχή μου, παιδί μου!
Κι όσο κι αν, μονάχη τα βράδια,
παραμιλώ μέσα στ' άδειο μας σπίτι,
την καρδιά μου γεμίζει κι αναπαύει,
στη συννεφιά του φθινοπώρου
καθώς, για ένα ψίχουλο,
στο τζάμι μου χτυπάει
πεινασμένο ένα σπουργίτι.

Και θαρρώ, πως είσαι σύ γιέ μου,
κουρασμένος-πεινασμένος, 
στης ξενιτειάς μέσα τους δρόμους,
που να πετάξεις παλεύεις,
θησαυρούς γνώσης κι αγάπης 
να μαζέψεις για μας,
πίσω, άμα θά ρθεις,  εσύ να τους φέρεις.

Άξιος συ να βρεθείς,
άξια ν' αγωνιστείς,
όχι μονάχα για το σήμερα,
όχι μονάχα για το τώρα.

Στο τζάμι μου, ήλιος εσύ να χτυπήσεις,
στις αχτίνες σου να 'χεις το φως,
μια ζωή αληθινή,
και ξανά του Χριστού την αγάπη.

Παιδιά όλου του κόσμου,
παιδιά μου, 
 
'Ολοι εσείς που φεύγετε,
για ένα καλύτερο αύριο,
πρέπει καλά να το ξέρετε:
πως αν το αύριο αυτό
δεν θέλετε 
να είναι καλύτερο για όλους,
δεν θάναι για κανέναν.

Τους είδαμε δα, και αυτούς 
που στα ξένα για λόγου τους προκόψαν:

Ήρθαν εδώ, τάχα καλύτερα,
για να μας κυβερνήσουν!

Μ'  αφού καλά βολευτήκανε, 
την πολιτεία προικιό τους θαρρήσαν, 
και χωρίς  δισταγμό,  
τους ανθούς μας εκόψαν! 
 


Είναι πια φανερό,
πως δεν πρόκειται  αυτοί 
κάτι καλό για μας ν' αφήσουν. 
Και είναι πιότερο  από βέβαιο
ότι -για ένα πιάτο φακής- 
όλους εμάς, θα ξεπουλήσουν.

"Έστι γαρ τοις κλέπτουσιν ρίπτειν τα τίμια".

Παιδιά όλου του κόσμου,
παιδιά μου, 
 
'Ολοι εσείς που φεύγετε,
για ένα καλύτερο αύριο,
πρέπει καλά να το ξέρετε:

Η πατρίδα δε θέλει παιδιά άλλα, τέτοια.
Δε σηκώνει το χώμα ετούτο 
κι άλλους, τραγικούς εφιάλτες.

Αρετής θέλει θυγατέρες και γιούς,
Αρετής θέλει άλτες!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου