Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

Τι είπαν οι ποιητές και οι πεζογράφοι μας για τη γέννηση του Χριστού

Image result for εικόνες γέννηση 

Οι μέρες των Χριστουγέννων φέρνουν μαζί τους μια ατμόσφαιρα παραμυθιού. Έρχονται να ξυπνήσουν μέσα μας όλη την ποίηση της καλοσύνης και της αγάπης. Σε κάνουν να θυμάσαι εκείνα που έζησες μικρός, εκείνα που άκουσες κι εκείνα που διάβασες στα βιβλία με τις τρυφερές ιστορίες και τις όμορφες εικόνες. Σε κάνουν να ονειρεύεσαι, και γεμίζουν την ψυχή σου φως, όπως οι ώρες των παραμυθιών της γιαγιάς γύρω στο τζάκι. Σε μεταφέρουν πίσω στ’ άσπρα χωριουδάκια με τα πολλά χιόνια και τα μικρά καμπαναριά. Σ’ αυτό το βιβλικό αλλά και γνήσιο Ελληνικό χριστουγεννιάτικο τοπίο, μας οδηγεί με τους στίχους του ο Π. Βασιλικός:

“… Μεσ’ στην αχνόφεγγη βραδυά
πέφτει ψιλό, ψιλό το χιόνι
γύρω στην άσπρη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.
Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά,
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου.
Λες κι απλωμένη σιγαλιά 
είν’ εκεί ολόγυρα θανάτου.
Μα ξάφνου περ’ απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου αχός γροικιέται,
ωσάν βαθειά απ’ τον ουρανό
μέσα στην νύχτα να σκορπιέται.
Κι αντιλαλάει τερπνά, τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση
και το χωριό γλυκοξυπνά
την άγια μέρα να γιορτάσει …”

Αλλά και ο Κ. Παλαμάς υμνεί με τους στίχους του τους γλυκούς ήχους της καμπάνας των Χριστουγέννων:

“….Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει
και μου φτερώνει την ψυχή
κι ανοίγεται η καρδιά μου και
σκορπάει θυμίαμα και προσευχή.
Άγιες αγάπες τρισευλογημένες,
που τις καρδιές υψώνατε παρθένες,
των πρώτων, των αρχαίων χριστιανών,
στ’ όνειρο το τρανό των ουρανών.
Αγάπες, ω! φανείτε πάλι εμπρός
μου, αυγές της πίστης,
χρυσαυγές του κόσμου,
κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως.
Ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός!

Ο δε Κ. Κρυστάλλης με το δικό του τρόπο μας μεταφέρει στην άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη, “που οι εκκλησίες σημαίνουν”.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Οι εκκλησιές σημαίνουν,
κουνιούνται τα καμπαναριά, κι οι φωνές που βγαίνουν
απ’ το βαθύ και δίπλα, το κάθε καμπάνας στόμα,
μοιάζουν χερουβικούς ψαλμούς, σαν απ’ το ουράνιο δώμα.
Χιλιάδες τα Χριστούγεννα τα τραγουδούν οι αγγέλοι,
και κάθε αχτίδα από ψηλά, που κάθε αστέρι στέλλει,
μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! Γλυκιά μάνα,
τι όμορφη δίνεις εσύ λαλιά και στην καμπάνα,
και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας!
Πόσες εκείνος ο σταυρός απ’ τα καμπαναριά μας
στην αντιλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσές αχτίδες,
χύνει βαθιά μας στην ψυχή, γλυκές χρυσές ελπίδες!
Κ’ οι δυο εκείνες χαραυγές που οι άγγελοι κατεβαίνουν
μες’ απ’ τον ουρανό ψηλά κι έρχονται και σημαίνουν
Χριστούγεννα κι ανάσταση, ω! τι μυστήριο χύνουν.
Τι χαραυγούλες είναι αυτές, πόση ζωή μας δίνουν!
Λάμπουνε τ’ ασυγνέφιαστατα ουράνια Σα ζαφείρια,
Σαν μάτια π’ αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια.
Χαρούμενες και σιγανές μιλιές σμίγονται γύρα,
και από κάθε θύρα που ανοίγεται,
βγάνουν μορφές γελούμενες, λουσμένες,
γλυκές , καλοντυμένες.
Κρατούν στα χέρια τους κεριά λαμπάδες . Στη ματιά τους
λάμπ’ η χαρά που νιώθουνε βαθιά μες στις καρδιά τους.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Θύρες ολούθε ανοίγουν
κι ολούθε τώρα οι Χριστιανοί στις εκκλησιές μας σμίγουν.

Στεφάνου Μπολέτση

Χριστούγεννα! Στον ουρανό λάμπει τ’ αστέρι,
απ’ όλα τ’ αστέρια πιο λαμπρό,
τ’ άστρο που μια φορά κι έναν καιρό
σκόρπισε φως σ’ όλη τη γη, κι όλα τα μέρη.
Γιορτή χαράς απόψε! Αντηχούνε
χρυσές καμπάνες μες στα χιόνια των καιρών,
γλυκά μηνύματα πατρίδων φωτερών…
ρόδα και κρίνα στις πιστές καρδιές ανθούνε.
Χριστούγεννα. Στον ουρανό λάμπει τ’ αστέρι,
τ’ άστρο των μάγων λάμπει στις ψυχές.
Θεέ μου, οι ψυχές, ας γίνουν φάτνες ταπεινές,
φως ο Χριστός κι αγάπη να μας φέρει.
Ας λάμπουν ήλιοι μέσα στους χειμώνες,
να διώξουνε τα νέφη του βοριά.
Κι ας έρθει Απρίλης μέσα στα χιόνια τα βαριά,
κήποι ν ανθήσουν κει που πέρασαν κυκλώνες.

Ένα λαμπερό αστέρι οδήγησε τους Μάγους στη φάτνη του θείου Βρέφους και με το γλυκό και θεϊκό του φως φώτισε τη γη λέει ο Παλαμάς:

<<…Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκόρπιζε το αστέρι
όπου στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει;
Ποιος άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο;
Τα άλλα τα αστέρια θάβλεπαν το φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλια θάτρεμαν…
Αστέρι, σε ποια χώρα του απέραντου σου ουρανού να
λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη φθορά μην έσβησε το φως σου
ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ, σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίνει η λάμψη σου εδώ στα χώματα μας;
Για όλα τα άστρα αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκορπίζει το αστέρι,
όπου την κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει;>>

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ζώντας σε δύσκολους καιρούς νιώθουμε την ανάγκη να πλησιάσουμε την πηγή ζωής, το αληθινό φως που έλαμψε στη Βηθλεέμ και να πούμε μαζί με τον ίδιο ποιητή τον Παλαμά:

<<…Ναμουν του στάβλου εν άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελο του,
το στέμμα των ακτινών του γύρω από το μέτωπο του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
και από τη θεια του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
και να μοσχοβολώ κι εγώ από την ευωδιά
που άναψε στα πόδια του των μάγων η λατρεία
να ιδώ την Αειπάρθενον, να ιδώ το πρόσωπο της
πως εκοκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο,
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…
Ναμουν του στάβλου ένα άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι.
την ώρα π’ άνοιξε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!>>

Όμως για το μαγικό αστέρι της Βηθλεέμ έγραψε και ο Σ. Σκίπης :

Το Αστέρι αυτό, που οδήγησε τους μάγους να Σε βρούνε,
κάθε πιστός με της ψυχής τα μάτια το θωρεί,
Το Αστέρι αυτό στη φάτνη Σου κι εμένα μ ‘οδηγεί,
το Αστέρι αυτό, που οδήγησε τους μάγους να Σε βρούνε.

Ο δε Γ. Δροσίνης έδωσε μία άλλη διάσταση στο λαμπερό χριστουγεννιάτικο άστρο. Στο ποίημά του “Νύχτα Χριστουγεννιάτικη” στο οποίο μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα των ταπεινών ποιμένων που αγραυλούσαν τη μαγική εκείνη νύχτα και αξιώθηκαν να δουν το μέγα θαύμα:

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τα’ απόβαθα Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ΄ αγγέλων στόματα στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη -ποιος δεν το ξέρει-
των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει το αστέρι
Κι όποιος το βρει μες στ΄ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάσει.

Και ο Γεράσιμος Μαρκοράς παρομοίωσε την πίστη των ανθρώπων με τα άστρο της Βηθλεέμ και έκανε μια ευχή. Παρουσιάζουμε ένα μέρος απο το ποίημά του :

Χαίρονται όλοι -το βλέπω- αλλ’ εσβήστη
από κρύα παγωμένη πνοή
στις ψυχές των ανθρώπων η πίστη
κ’ είναι τώρα η χαρά της τους τυφλή.
Στα σκοτάδια του κόσμου μια μέρα
πάλι εκείνη σαν άστρο ας φανεί
πού τους Μάγους οδήγησε πέρα
να λατρέψουν το ουράνιο παιδί.


Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019

Νύχτα Χριστουγεννιάτικη

Image result for εικόνες 'Γεννηση του Χριστού 

Για όσους η ενανθρώπηση του Θεού αποτελεί μυστήριο αλλά και Πίστη, η σάρκωση του Θεού δίνει νόημα στην ζωή τους, σαν που τους χαρίζει ένα όραμα ελεύθερης και υπεύθυνης, μα αλλιώτικης,  ζωής, όραμα δυσκολόπιαστο, μα χαροποιό.

Το να θέλει να γίνεται κάποιος, κάθε μέρα, όλο και καλύτερος άνθρωπος, χωρίς αυτό να ανάγεται στο θεϊκό του πρότυπο, σίγουρα δεν θα τον οδηγήσει πολύ μακριά. Ανθρώπινα τα μέτρα, ανθρώπινοι οι ορίζοντες, ανθρώπινες οι δυνάμεις. Όλα, πεπερασμένα.

Την Γέννηση του Χριστού, την ύμνησαν, με την πέννα τους, μεγάλοι λογοτέχνες στην πατρίδα μας, και με την ευαισθησία τους στο μήνυμα των Χριστουγέννων, μας διδάσκουν να βλέπουμε και πέρα από εκείνα τα λίγα που γνωρίσαμε στις μικρές μας ιδιωτικές εστίες.

 Έτσι όπως το άκουσα μικρή μαθήτρια στο σχολείο, 
σας μεταφέρω ένα (ποίημα του Γ. Δροσίνη) από εκείνα τα πρώτα μου σχετικά, λογοτεχνικά, ακούσματα:

 
ΝΥΧΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ


Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους
τα άδολα βόδια.

Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τ’ απόβαθα
Χριστός γεννιέται!


Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες.


Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ’ αγγέλων στόματα
στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με την φλογέρα. 

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
ποιος δεν το ξέρει;
Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει το αστέρι.


Κι όποιος το βρει μες στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φτάσει.


Κι είναι έτσι ακριβώς, αδελφοί και φίλοι: όποιος το βρεί αυτό το αστέρι, 
ανάμεσα στα τόσα άλλα, τα ψεύτικα και πλάνα, που λάμπουν μπροστά μας, 
όποιος το βρεί και δεν το χάσει, ένα είναι βέβαιο: 
πως θά βρει την δική του Βηθλεέμ, και θα βλέπει τον κόσμο με άλλα μάτια!

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Οι Καταλήψεις, και οι ακατάληπτοι ηθικοί, λογικοί και νομικώς αυθαίρετοι νεολογισμοί


Image result for εικόνες κατάληψη στο κουκάκι

Τα γεγογόντα στο Κουκάκι, μας ξεσήκωσαν όλους και μας υποχρεώνουν να πάρουμε θέση, ως πολίτες, σ' αυτά, αλλά και στα φαινόμενα που τελευταίως όλο και πιο έντονα παρατηρούνται γύρω μας. 

Καταλήψεις, που συνιστούν παράνομη αφαίρεση ιδιοκτησιών, ως έκφραση πολιτικής διαμαρτυρίας, ή ως μέσο επίλυσης στεγαστικού προβλήματος, ή απόκτησης περιουσίας, αλλά και χρήσης περιουσίας χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, δεν είναι τα μόνα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητά μας ως κοινωνία. Είναι όμως, κι αυτά μια όψη της εγκληματικότητας.

Αλλά, το πραγματικό θέμα, με αφορμή τις ενέργειες της αστυνομίας, και τις ενέργειες των εμπλεκομένων πολιτών,  είναι "η συνεργασία των πολιτών με την αστυνομία, ώστε αυτή, να συνεπικουρείται στο αντεγκληματικό έργο της".

Θα μου πείτε, ένας πολίτης που διαφωνεί με την πολιτική αυζέντα της κυβέρνησης υποχρεούται να συμβάλλει στην πραγματοποίηση αυτής της ατζέντας;

Η απάντηση, είναι, πως ακόμη κι αν δεν συμφωνεί πολιτικά με το συγκεκριμένο πρόταγμα, εν τούτοις, υποχρεούται να εφαρμόσει τον νόμο, γιατί ο νόμος -κάθε νόμος- είναι άσχετος με την κυβέρνηση. Και υποχρεούται, επειδή η εφαρμογή του νόμου έχει να κάνει με την κοινωνία. Με τους συμπολίτες μας, με την Χώρα μας και τους θεσμούς της. Με όλους τους ανθρώπους που ζούμε, ζήσαμε, θα ζούμε και θα ζήσουμε στον ίδιο τόπο και θα παράξουμε  Πολιτισμό. 

Εύλογο είναι να αναρωτηθούμε, αν γίνεται, ένας εγκληματίας να συνεργαστεί με την αστυνομία, για την διαλεύκανση του εγκλήματος που ο ίδιος διαπράττει. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχουν άλλα ερωτήματα για απάντηση! Και κυρίως, το ερώτημα, αν συμφωνούμε πως το έγκλημα πρέπει να διώκεται ή όχι. 

Στην περίπτωση τέλεσης ή εν τη τελέσει ενός εγκλήματος, εμφανίζεται η ανάγκη χρήσης της Δικονομίας, η οποία παρέχει διάφορα δικαιώματα. Την Δικονομία, όμως, θα την επικαλεστεί ο καθένας μας (και θα την εφαρμόσει -νόμος είναι κι αυτή!-) ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει την ευθύνη και την υπαιτιότητά του, κι όχι ενώπιον της κοινής γνώμης κι ενώπιον εκείνων που (τυχαία) παρίστανται ως μάρτυρες ή πληροφορούνται από τον Τύπο για την συγκεκριμένη εγκληματική δράση. Η κοινή γνώμη δεν είναι Δικαστήριο, και δεν μπορεί να γνωρίζει όλα τα στοιχεία που τελικά θα έχει στην διάθεσή του το Δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί ειδικά, εμπεριστατωμένα και συγκεκριμένα.

Για να έχουμε ένα κράτος δικαίου, θα πρέπει -έχουν την υποχρέωση- τα όργανα της Πολιτείας να περιφρουρούν και να αποκαθιστούν την νομιμότητα. Όχι, γενικώς και αορίστως, να περιφρουρούν την προσωπικότητα και τα λοιπά δικαιώματα των Πολιτών. Αυτά, θα τα φροντίζουν, πρωτίστως οι ίδιοι οι πολίτες, με την συμπεριφορά και τις πράξεις τους, και  στις περιπτώσεις που αυτά προσβάλλονται και ζητείται η προστασία τους, θα τα φροντίζουν τα Δικαστήρια,. Ο πάταγος, γίνεται για να προκαταληφθούν οι αντιδράσεις του κόσμου. Είναι μια, τζάμπα, πολιτική διαφήμιση...

Η Πολιτεία όμως έχει την υποχρέωση να αρχίσει την έρευνα για κάθε εγκληματική πράξη που πληροφορείται ότι τελείται.

Για να λάβουμε θέση επί του θέματος θα πρέπει να προσδιορίσουμε το φαινόμενο, και να εντοπίσουμε τα επί μέρους στοιχεία που το συνθέτουν. 
1.Κατ' αρχήν, στο ερώτημα αν η Πολιτεία έχει ρόλο στην αντιμετώπιση κάθε αντικοινωνικής και χαρακτηρισμένης ως αξιόποινης δράσης, η οποία έχει πολλαπλές συνέπειες στην ζωή των πολιτών, και στην κοινωνική ευρυθμία, η απάντηση είναι απερίφραστα"Ναί"!
2. Η αστυνομία ασφαλώς και δεν πρέπει να υποβοηθά τους καταληψίες στην διατήρηση των καταλήψεων αλλοτρίων ιδιοκτησιών. Μάλιστα, η αποχή της αστυνομίας από κάθε ενέργεια που θα κατέτεινε στην απόδοση των κατειλημμένων ιδιοκτησιών στους πραγματικούς της ιδιοκτήτες, θα συνιστούσε μη συνταγματική συμπεριφορά της Πολιτείας.
3. Η Πολιτεία -δια των οργάνων της (στα οποία περιλαμβάνονται και οι Δικαστικοί Λειτουργοί και η Αστυνομία) έχει χρέος (Σύνταγμα, άρθρο 25 παρ. 3) να προστατεύει μόνο τα νόμιμα δικαιώματα των πολιτών,  και, ασφαλώς,  δεν είναι νόμιμη καμμία κατάληψη εφόσον πραγματοποιείται χωρίς νόμιμες διαδικασίες και διατυπώσεις του νόμου, που αφορούν την επίταξη ή την απαλλοτρίωσή της.
4. Η άρνηση των όμορων ιδιοκτητών να διευκολύνουν την αστυνομία στην διερεύνηση του τετελεσμένου αδικήματος της κατάληψης ακινήτου, δεν είναι δικαίωμά τους, αλλά είναι παράβαση στοιχειώδους υποχρέωσής τους. 
5. Η παράνομη κατάληψη και η περιφρούρηση της κατάληψης, με κατασκευές που θέτουν σε κίνδυνο ζωής  -ενδεχομένως, ακόμη  και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες του ακινήτου- όπως και κάθε  άλλον εισερχόμενον που τελεί σε άγνοια των αποτρεπτικών της εισόδου μέτρων, συνιστά τουλάχιστον ένδειξη παραβατικής, παράνομης και επιθετικής συμπεριφοράς.
6. Οι ιδιοκτήτες που περιφρουρούν την κατάληψη όμορου προς το δικό τους ακίνητο, μπορεί, να ενεργούν ιδιοτελώς και παρανόμως. [Αλλά, για την νόμιμη διατήρηση της κατάληψης θα μπορούσαν οι ίδιοι να κινήσουν την δικαστική διαδικασία της έκτακτης χρησικτησίας, ώστε  να τους αναγνωρισθεί -ενδεχομένως- δικαστικά, το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του ομόρου ακινήτου, με αιτία την έκτακτη χρησικτησία κλπ].

Ύστερα από όλα αυτά, ας μην παρασυρόμεθα εκτός πραγματικότητας και εκτός θέματος, κάθε φορά που
  • κάποιος θέλει πολύ να αποκτήσει κάτι που δεν του ανήκει νομίμως,
  • ή που κάποιος θέλει να έχει τον πρώτο και μοναδικό λόγο στην αυθαιρεσία
  • ή τον καταναγκασμό των άλλων σε συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του ή τις ιδεοληψίες του
  • όταν εκ του νόμου και εκ των πραγμάτων δεν έχει τέτοιο δικαίωμα,
  • ή την νόμιμη εξουσία,
  • την προτεραιότητα,
  • την ευθύνη κλπ..
Δεν μπορούμε να μεμφόμεθα την αστυνομία για την αντικαταληπτική της δράση, που ασφαλώς πρέπει να διενεργείται με ανεπίληπτο τρόπο και τηρώντας όλους τους κανόνες της δεοντολογίας για το σχετικό εγχείρημα, όπως και με αποφασιστικότητα στην επίτευξη του σκοπού της. Αλλά ας αναμείνουμε
  • την δικαστική έκβαση της υπόθεσης αυτής
  • και την αποτίμηση -από τους πολίτες- της κυβερνητικής πολιτικής περί καταργήσεως των καταλήψεων
Το κράτος είναι το όχημα της ειρηνικής διαβίωσης όλων μας εν κοινωνία. Όλοι μαζί αποτελούμε, δημιουργούμε και λειτουργούμε το κράτος. Οι διαχωρισμοί βλάπτουν τον καθένα μας ξεχωριστά και όλους μαζί. Η ιδεοληπτική υποκατάσταση του κράτους από τους αυτοκαλούμενους σωτήρες των πάντων, και από ιδεοληπτικά κομματικούς εγκάθετους, γνωρίζουμε πού οδηγεί, γιατί το ζήσαμε: Στον διχασμό και την αντεκδίκηση.

Θέλουμε μια Πολιτεία για όλους, ή όχι;

Μήπως είναι καιρός να επανελεγχθούν τα καταστατικά των κομμάτων που λειτουργούν "νομίμως", ώστε να διακριβωθεί αν πράγματι όλα τα πολιτικά κόμματα επιζητούν την περιφρούρηση της Δημοκρατίας μας μάλλον, ή την κομματική τους επικράτηση;
Και τούτο, είναι πλέον προφανές και αναγκαίο, γιατί ένα απλώς, κομματικό, πρόταγμα (ταξικό, θρησκευτικό, επαγγελματικό, κοινωνικό κλπ.) χωρίς την ρητή και έμπρακτη περιφρούρηση της Δημοκρατίας μας, από όλους, είναι ασφαλώς αντίθετο στα συμφέροντα της κοινωνίας μας ως συνόλου, και συχνά χρησιμοποιείται με ρητορική και διχαστική διάθεση. 

Και το "να μην ξαναδιαιρεθούμε" μας αφορά όλους, ανεξαιρέτως! Αφορά το παρόν και το μέλλον μας. Αφορά την Ιστορία, την Παράδοση, την Ταυτότητά μας, την προοπτική και το νόημα της ζωής μας. Την κοινωνική δικαιοσύνη, την προσωπική μας ελευθερία και  την ασφάλεια όλων των πολιτών και των δικαιωμάτων μας.

Αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν μας, ας αλλάξουμε το κακό ενδεχόμενο του μέλλοντός μας!

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Άγιος Σπυρίδων



Image result for εικονες αγιος σπυρίδων 

Διαβάζω στον Συναξαριστή για την ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα, που σήμερα τον γιορτάζουμε:

Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χηρών και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ἀνεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητας» (Α' προς Τιμόθεον γ' 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.

Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο πού στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α' Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ' το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Τα 648 μ.Χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας (βλέπε 11 Φεβρουαρίου). Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.

Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιούς του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρης του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιούς της και στους απογόνους τους.

Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του σγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασνμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.

Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα

1. Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;

Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.

Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.


2. Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δεί τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. ἀφέωνται σοι αἳ ἁμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.


3. Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στήν αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πώς σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναί! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ' εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρὰ τοὶς καθαροίς, ὁ θεῖος ἀπεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Τὸ Σάββατον ἐγένετο διὰ τὸν ἄνθρωπον οὒχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ Σάββατον». (Μάρκ. β', 27).


4. Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμοθ. β' 4).


5. Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν' 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.


6. Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.


7. Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.

Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε', 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνον που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκοντος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α' Ίωάν. ε', 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.


8. Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ' αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι' αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι' αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ' ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».


9. Στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ' ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ' αυτή, μα και σ' άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».