Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Συναντήσεις κι επί+σκέψεις...


 


Αγαπημένη φίλη, Σοφία,

Αφού σε κουράζουν οι συναντήσεις εκεί που είσαι τούτες τις μέρες, τότε δέξου τουλάχιστον την επί+σκεψή μου! 
Να είσαι καλά και να θυμάσαι πως είμαστε μόνοι όχι όταν δεν μας σκέπτεται κάποιος, αλλά όταν εμείς δεν σκεφτόμαστε κάποιον.

Αυτό σου τό 'χω ξαναπεί, μα δεν πειράζει να ξαναθυμόμαστε  ό,τι μας κάνει καλό κι ό,τι  μας γιατρεύει. Στο 'χα πεί ένα Σάββατο βράδυ, από τη Λωζάννη.
Ήτανε το πρώτο μου βράδυ εκεί. Με το γιό μου. Σε ξαναφέρνω σ' εκείνες τις μνήμες, από τη Λωζάννη, στο φιλόξενο σπίτι του παιδιού μου. Το πρώτο βράδυ μαζί του. Είχαμε περπατήσει  συντροφιά, στους ήσυχους δρόμους της πόλης, κι είχαμε φτάσει μέχρι το γιαλό (δηλαδή μέχρι τη λίμνη), απ' όπου βλέπαμε φωτισμένες τις απέναντι γαλλικές ακτές.

Περπατώντας για τη λίμνη,  αντικρύσαμε μιαν εξέδρα, στημένη για να παίζουν οι νεολαίοι τις μουσικές τους και για κάθε άλλη νεανική δραστηριότητα. Λίγο πιο εκεί, μια προτομή του Καποδίστρια. Η Ελβετία ευγνωμονούσα, απαθανάτιζε τον άνδρα, και  «η Ελλάς δολοφονούσα» εξαφάνιζε τον κίνδυνο να πραγματοποιηθεί το όραμά του και ενταφίαζε τον οραματιστή, σκέφτηκα.

Ένα καραβάκι πέρασε από μπροστά μας σκίζοντας θορυβωδώς τα νερά, κι απ' όπου περνούσε, κεντούσε, με τους αφρούς του, σα με δαντέλλες,  το ακύμαντο πέπλο της λίμνης, που πριν καθρέφτιζε τις φωτισμένες κατοικίες και τα ξενοδοχεία της ακτής.

Ήσυχη βραδιά, λίγο νησί, λίγο Μεσόγειος, λίγο καλοκαιράκι, μ ‘ όλο που η ώρα ήταν 11 το βράδυ, και η θερμοκρασία 3 βαθμοί. Το κρύο το ένιωθα γλυκό, με αναζωογονούσε. Τα πόδια μου που έκαιγαν από το ταξίδι, από την κούραση της ημέρας που είχε περάσει, και της νύχτας  που δεν είχα κοιμηθεί, άρχισαν να ζωντανεύουν και η ομοιόσταση (ιδιοτροπία του οργανισμού μας) έκανε δουλειά. Άρχισε να κουρδίζει το ρολόι του κορμιού και να το βάζει σε δουλειά. Καλύτερη κυκλοφορία του αίματος, καλύτερη λειτουργία των σπλάχνων, ξαράχνιασμα του μυαλού.

Ανεβήκαμε στα βράχια, για να αγναντέψουμε την EVIAN, την απέναντι γαλλική πόλη, κι είπαμε -κάποια μέρα- να πάμε ως εκεί με το καραβάκι, για καφέ, και να ξαναγυρίσουμε.

Ω! φιλενάδα, τι όμορφη που είναι η φύση, και πόσο όμορφη μπορεί να την κάνουν οι άνθρωποι! Όλα για όλους. Κι αλήθεια, πόσο άσχημη μπορεί να την κάνουν οι άνθρωποι όταν την οικειοποιούνται για πάρτη τους!  (ένας γιαλός μαντρωμένος, με πανύψηλο τείχος για να χαίρεται μονάχα ο καταπατητής! τό 'χουμε δει πολλές φορές στην πατρίδα μας).

Στο γυρισμό, μια πάπια έχει βγεί από τη λίμνη και περπατάει ανάμεσα στα παιδιά που μέχρι πριν λίγο έπαιζαν τη μουσική τους, τραγουδούσαν και χόρευαν. Πιο κεί, οι άσπροι κύκνοι, μέσα στη λίμνη, ησυχάζουν από της μέρας τα παιχνίδια, τα ταξίδια, την αναζήτηση τροφής. Άλλος, με διπλωμένο το λαιμό προς τα πίσω, κρύβει μέσα στις φτερούγες του το κεφάλι, άλλος ακόμη πλένεται, άλλος ορθός ψάχνει μια θέση να σταθεί. Άλλη μια συντροφιά κύκνων, αγαπημένη συνυπάρχει, περιμένοντας την επόμενη μέρα, στην αγκαλιά της φύσης, σ’ ένα τοπίο μεγάλης ομορφιάς, σ’ ένα τόπο γαλήνης, σε μια χώρα που σέβεται τους πολίτες της.
Παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Στη στάση του λεωφορείου είδαμε πως το λεωφορείο μας φτάνει. Έφτασε κιόλας, και βρεθήκαμε στο σπίτι μας σε 4 λεπτά έχοντας περπατήσει 40 για να κάνουμε τη βόλτα μας.

Σοφία,
Κάνε τη βόλτα μαζί μου, και βγές έξω χαρούμενη, έλα ξανά κοντά μας, ποιητικά.
Σε περιμένει το σημειωματάριό σου, κι εμείς..

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Τρίχες, γάμοι και τα δικαιώματα του παιδιού


 https://encrypted-tbn3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSIRaNtifbqwiuhOr5U_P48V4wAq6XXE4sRTrBrQgzaZt7uLLAe

Ο Θανάσης ήτανε κουρέας στη γειτονιά, Σήμερα είναι συνταξιούχος, και τον συναντάω στο δρόμο, καθώς πηγαινοφέρνει ένα εγγονάκι, ή όταν βγαίνει περίπατο με τους φίλους του. Κάθε φορά χαιρετιόμαστε εγκάρδια, παλιά συνεργασία, βλέπετε, και στέλνει χαιρετισμούς στους άντρες μου. Τους είχε όλους πελάτες!

Όταν τα παιδιά ήτανε μικρά, τά 'παιρνα από το χέρι, και ξεκινούσαμε για τις δουλειές μας. Κουρέας, μανάβης, κρεοπώλης, ταχυδρομείο κλπ.
Ο Αγησίλαος σαν  ήτανε μικρός, στογγυλοκαθότανε στην ψηλή πολυθρόνα του κουρέα μας, του κ. Θανάση, και μισοκουκουλωμένος περίμενε υπομονετικά την εκτέλεση της μακράς κόμης. Το ίδιο μετά, κι ο Μάνος.

Ο Θανάσης, ευχάριστος, ομιλητικός, πειραχτήρι. Δεν άφηνε κανέναν ήσυχο. Κάτι θα σού 'βρισκε πάντα για να σε πειράξει, και κυρίως τους μικρούς του πελάτες. Έτσι και με τον Αγησίλαο. Ο μικρός μας τον είχε φοβηθεί, το Θανάση, γιατί τον στρίμωχνε καλά τον Αγησίλαο. Αλλά ο Αγησίλαος, δεν ήταν εύκολος αντίπαλος, ούτε  σε τέτοιες δουλειές. Με το Μάνο, ο Θανάσης έπαιζε, έλεγε αστεία.

Ένα βροχερό πρωϊνό, προγραμματίσαμε διάφορες δουλειές και περάσαμε κι από το κουρείο του Θανάση. Θα μπορούσε να κουρέψει τα παιδιά μου, μετά από τον κύριο που φρόντιζε πάνω στην ώρα. Αποφασίσαμε, να συνεχίσουμε τις δουλειές μας, αλλά για να μη χάσουμε τη σειρά μας,  στράφηκα στον Αγησίλαο, που ήταν και ο μεγάλος και τον ρώτησα:
-Θα καθήσεις αγόρι μου να σε κουρέψει ο κ. Θανάσης, για να πάω εγώ να συνεχίσω τις δουλειές;
-Θα καθίσω, μου είπε.
-Ωραία! είπα εγώ, Μάνο πάμε μαζί για τα υπόλοιπα, και γυρίζουμε να κουρευτείς κι εσύ.
Ο Μάνος, τα χρειάστηκε. Είχε μακράν πείρα του Θανάση, κι ανήσυχος για τον αδερφό του, με ρώτησε:
-Πώς αφήνεις το παιδί μας εδώ; Ο κουρέας τον πειράζει!
-Δεν έχει ανάγκη ο Αγησίλαος! είπα εγώ. Ξέρει ν' απαντάει. Ήξερα πάνω-κάτω τις κουβέντες του Θανάση.
-Εσύ δεν ξέρεις, πόσο δύσκολο είναι να σε πειράζουνε! μου είπε ο μικρός.
-Μην ανυσυχείς, τον διαβεβαίωσα, Όλα καλά θα πάνε!

Σαν τελειώσαμε τις δουλειές μας με το Μάνο και γυρίσαμε, βρήκαμε τον Αγησίλαο, μισοκουρεμένο. Ο Θανάσης εργαζόταν, χαλαρά, ρωτούσε τον Αγησίλαο διάφορα θέματα, ξανά και ξανά, αλλά ο Αγησίλαος, σκυφτός, για να του φτιάξει  τη «γραμμή» και σοβαρός, λίγα έλεγε και δεν έδινε απάντηση σε όλα.
Σε λίγο, τέλειωσε το κούρεμα, κι ο Θανάσης με τη βούρτσα τινάζει και αφαιρεί  τις τρίχες του κουρέματος που είχαν καθίσει γύρω στο  λαιμό του παιδιού. Τον  ακούω λοιπόν  να κάνει το τελευταίο του πείραγμα,:
-Εντάξει, λοιπόν! είσαι έτοιμος! και τώρα Αγησίλαε, άμα σκουπίσεις κιόλας, δε θα πληρώσεις τίποτα!

Ο Αγησίλαος, πρώτα έβγαλε από πάνω του τη μπέρτα, ύστερα κατέβηκε  από την πανύψηλη πολυθρόνα του κουρέα, κι αφού στάθηκε ίσιος και κορδωμένος, σαν για να πάρει μπόϊ, σήκωσε και το κεφάλι του, και απευθυνόμενος στον κουρέα, του έδωσε όλες τις απαντήσεις, που δεν τού' χε δώσει μέχρι τώρα:

-Κύριε Θανάση, εγώ είμαι μικρό παιδί, και πρέπει να ξέρετε ότι τα μικρά παιδιά δεν επιτρέπεται να δουλεύουνε!
-Τί λές! τον ρωτάει ο κουρέας, δηλαδή εσύ στο σπίτι σου  δεν κάνεις τίποτα;
-Αυτό δεν ισχύει για το σπίτι μου, γιατί εκεί δεν πουλάω την εργασία μου. Εκεί συμμετέχω όπως μπορώ σε ό,τι είναι ανάγκη. Έτσι πρέπει να κάνουνε όλοι.

-Τέτοια τους μαθαίνεις; γυρίζει και με ρωτάει ο Θανάσης.
-Όλα τα τέτοια,  του απάντησα, γιατί πρέπει να ξέρουν, όχι μόνο τα δικαιώματά τους, αλλά και τις υποχρεώσεις τους. Και μάλιστα τους έδειξα και το 1508 του αστικού κώδικα, που τα λέει μια χαρά για την περίσταση.
-Μα και σύ! βάζεις τα παιδιά να βοηθάνε;
- Ασφαλώς και πρέπει να βοηθάνε, γιατί χαζά είναι ή πρίγκιπες;

-Κι όσο για το άλλο θέμα, κύριε Θανάση, συνεχίζει ο Αγησίλαος (που πήρε θάρρος και με την παρουσία μου),  της ανεψιάς σας από τον Καναδά, που θέλετε να την παντρέψετε με μένα, αυτό δεν είναι σωστό, γιατί ο γάμος πρέπει να γίνεται όταν υπάρχει αγάπη κι όταν υπάρχει και μια δουλειά για να μπορείς να ζήσεις. Εγώ είμαι μικρός ακόμη γι' αυτά!
Τά 'πε, κι ένιωσε πως πήρε τη ρεβάνς! Έτσι ένιωσε κι ο αδερφός του, ο Μάνος.


Ο Μάνος, στα τρία του χρόνια, δεν φοβόταν τον κουρέα, όταν ήταν μαζί με τον Αγησίλαο. Αλλά ένιωθε πολύ άβολα, για τις ενδεχόμενες πειρακτικές επιθέσεις του Θανάση, που -καθώς φανταζότανε  τότε- ήθελε να του παντρέψει τον αδελφό και να του στερήσει την παρέα!

Ο Θανάσης δεν κουρεύει πιά, αλλά συνεχίζει να πειράζει όποιον βρεί μπροστά του.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ο κύκλος της ζωής. Παιδί μου, η ζωή σου σε καλεί!


Αγαπημένη μου φίλη, μανούλα κι εσύ, 
Μαμά, κι όλες οι μαμάδες! 
Έφυγε τα παιδί μας, μακριά για σπουδές, 
 κι ήρθαμε με τη σειρά μας,  
στη θέση των μανάδων μας.
 Που αφήσαμε την αγκαλιά και τη στοργή τους
για ν' ανοίξουμε τα φτερά μας στη ζωή.
Στη ζωή που μας πήρε από κοντά τους, 
και μας έφερε εκεί που αυτή όρισε.
Στο δικό μας το σπίτι, στη δική μας οικογένεια.

Και τούτο το γράμμα, 
έρχεται τούτη την  ώρα της πικρής μοναξιάς μας,
να ευχαριστήσει την αγκαλιά σας 
που μας όπλισε με αγάπη, με δύναμη και πίστη
 να αντιμετωπίσουμε όλα τα κύματα 
που μας χτύπησαν,
κι όλες τις δυσκολίες 
που συναντήσαμε στα πρώτα μας βήματα.
Αυτό που μας στήριζε, αυτό που μας δυνάμωνε,
 αυτό που μας έσπρωχνε μπροστά
ήταν η αγάπη σας, η θυσία σας 
και η πίστη που είχατε ότι θα τα καταφέρουμε.
Σας ευχαριστούμε γι''αυτό. Γιατί αυτό μας έσωσε.
Από τούτη την εμπιστοσύνη που μας είχατε,
από τούτη την καρτερία που δείξατε εσείς
στην απουσία μας,
παίρνουμε τώρα εμείς κουράγιο.
Γιατί τούτες οι πρώτες ώρες της μοναξιάς,
οι πρώτες ώρες της απουσίας του παιδιού μας,
μοιάζουνε σκοτεινό σύννεφο,
 χωρίς ελπίδα, χωρίς ξαστεριά.

Όμως μάνα,
γνωρίζω πόσο μονάχη έμεινες,
 πόσο σου έλειψα, πόσο με χρειαζόσουν!
Όσο και σε μένα!
Πέρασα φριχτές ώρες μακριά σου, 
κι αναζήτησα την αγάπη και την αγκαλιά σου
πολλές κρύες βραδιές, 
που έμπαινα σ' ένα σπίτι σκοτεινό 
κι ήταν το τραπέζι μου ήταν άδειο.

Όμως η αγκαλιά σου, που όλα τα μπορούσε,
κι όλα μου τά 'χε δείξει, μ' έμαθε να παλεύω τη ζωή,
να ανταποκρίνομαι στις προκλήσεις της
και να ξεπερνάω τις δυσκολίες.

Μάνα σ' ευχαριστώ για τον αγώνα της  καρδιάς σου,
γιατί μου τά 'δωσες όλα. 
Γιατί μ' έκανες να βρίσκομαι στη θέση
να γίνω κι εγώ άξια σαν κι εσένα. 
Να δεχτώ πως το παιδί μου θα φύγει μακριά,
να πετάξει στης δικής του ζωής τα όνειρα.

Και,
Μάνα μου, δώσε μου την ευχή σου,
νά 'ναι κι η δική μου αγκαλιά
 κι η καρδιά, καρπερή σαν τη δική σου
και το παιδί μου να βρεί τη δύναμη, 
την αντοχή, το θάρρος
που μια αγάπη σαν τη δική σου μπορεί να χτίσει.
Νά χει  την ευλογία 
σε ό,τι θέλει να είναι για καλό του.

Μάνα, τώρα μου λείπεις πιο πολύ,
Μάνα τώρα σ' έχω ανάγκη πιο πολύ
και το ξέρω, πως με κρατάς πάλι αγκαλιά,
και μου φτιάχνεις πίτες, γλυκά!
τον έλεγχο με άριστα
σου φέρνω κι εσύ με φιλάς.

Και βρισκόμαστε πάλι μαζί, 
εγώ να κοιμάμαι
κι εσύ να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά,
όπως μικρό κορτισάκι.
Μά κάθε τόσο ξυπνώ,
είμαι μάνα και κόρη, και τούτο,
στιγμή δε μου φεύγει από το νού!
κι όσο κι αν βοήθεια ζητώ
στη θλίψη που την καρδιά μου ραγίζει,
απλώνω το χέρι, να σε κρατήσω,
να σε ζητήσω, να σ' αγκαλιάσω
να δεις ότι είμαι κοντά σου,
και να δώ ότι  έισαι κοντά μου.
Κι εσύ κοιμάσαι, 
κι εγώ κοντά σου, ανασαίνω μαλακά,
μη τον ύπνο σου χαλάσω, 
μια και στ' όνειρο, καθε βραδιά
έρχομαι μυστικά, 
στην αγκαλιά σου να πλαγιάσω.
Παιδί να γενώ, μα κόρη βρίσκομαι
και μάνα γίνομαι.
Αχ! μάνα,  δεν μπορούν οι ζωές μας
να είναι μαζί
μέσα σε ένα μονάχα παπούτσι!
Οι καρδιές μας όμως, μπορέι
να χωρ'έσουνε σ' ένα μόνο  κουκούτσι!
Χτυπάνε πάντα μαζί, του παιδιού και της μάνας
Σαν παιδί που δικό σου είμαι εγώ,
και σα μάνα του παιδιού μου που είμαι!

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Γ. Σεφέρη: Πάνω σ' έναν ξένο στίχο.



Ενα ποίημα για τη σημασία και τη δύναμη    του έρωτα, τη σημασία της στοργικής αγκαλιάς, την αξία της επίγνωσης  της μοναχικότητας και της ατομικότητας της ευθύνης, καθώς  και το ρόλο όλων των παραπάνω παιδαγωγικών δωρεών που λαβαίνει ο άνθρωπος, στην κατάλληλη στιγμή της ζωής του, από τις οποίες αντλεί, σαν από πηγή, δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που συναντάει.




Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα,
ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης,
απλωμένη μέσα στο κορμί του,
Σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό,
ακατανίκητης σαν τη Μουσική
και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε
και σαν πεθαίνουμε,
αν πεθαίνει,
δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.


Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πώ,
σε μια στιγμή Μεγάλης ευδαιμονίας,
ποιά είναι αυτή η αγάπη.
Κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά,
κι ακούω το μακρινό βούισμά της,
σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

ι.


Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι,
το φάντασμα του Οδυσσέα,
με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
Κι από το μεστωμένο πόθο
να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.





Στέκεται μεγάλος,
ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια,
λόγια της γλώσσας μας,
όπως τη μιλούσαν πριν τρείς χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη
ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι,
με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.


Θά ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα
που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς,
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας.
Τόσα περίπλοκα τέρατα,
που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε
πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο,
με την ψυχή και με το σώμα.


Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας.
Εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο
και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται
να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω
Κι εγώ ένα ξύλινο άλογο
για να κερδίσω τη δική μου Τροία.


Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λές με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς,
που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους,
την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,


μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια,
το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με δάκρυα στα μάτια.
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου
ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής
να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.


Μου λέει το δύσκολο πόνο
να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου
φουσκωμένα από τη θύμηση
και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και νά’σαι μόνος,
σκοτεινός μέσα στη νύχτα
και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.



Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου
καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία,
σκορπισμένους: έναν-έναν .
Και πόσο παράξενα αντριεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους,
όταν δε φτάνουν οι ζωντανοί που σου απομέναν.




Μιλά...
βλέπω ακόμη στα χέρια του
που ξέραν να δοκιμάσουν
αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα
μέσα στην καρδιά του χειμώνα....





Γ. Λεκάκης: Ελληνική Τέχνη και Δημιουργία στους Όμορφους τόπους της Μ.Ασίας.


ephesus_09

ephesus_01
Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα και η πλατεία Συντάγματος.

Η οικονομική κρίση, στην οποία εισήλθαμε αθόρυβα, ανύποπτοι, εκουσίως και καθοριστικά, μας έχει κάνει να νομίζουμε ότι η Ελλάδα είναι ένας άθλιος τόπος, που μόνο ηλίθιοι, ανεπρόκοποι και αδρανείς διαβιούν.

Είναι γεγονός ότι σε τούτο ακριβώς μας οδήγησε η όλη παιδεία μας, στα τελευταία τριάντα χρόνια. Αφού στα σχολειά μας δεν μάθαμε να μελετάμε τη Γραμματεία και την Ιστορία των προγόνων μας, είναι φυσικό να μη γνωρίζουμε τις κορυφαίες αξίες και τα ιδανικά τους για τα οποία γράφτηκαν από αυτούς χιλιάδες σελίδες ποίησης,  σοφίας και πολεμικής αρετής.

Αν το πνεύμα τούτο ήταν σπουδαίο, ήταν αξιοζήλευτο, ήταν πρότυπο για την ανθρωπότητα, ήταν σχολειό στο οποίο μαθήτευσε ολόκληρη η οικουμένη, αυτό οι ηγέτες μας δεν το θεώρησαν σπουδαίο να το διδάξουν.

Μας είπανε μάλιστα να απλοποιήσουμε τη γλώσσα, και να βάλουμε την αγγλική ως κύρια γλώσσα στα σχολειά μας.

Κι έτσι, αφού τα σχολειά μας δεν μας διδάξανε το ωραίο, και το όριο ανάμεσα στην ύβρη και το μέτρο, αλλά γίνανε λίκνο κομματισμού και παραγωγής μικροπωλητών της πολιτικής, είναι φυσικό,  ουσία της αγωγής του πολίτη να αποτελεί η συνδικαλιστοποίηση των μαθητών. Αυτό είχε ένα σημαντικό  όφελος για τους πολιτικούς φορείς: την κομματικοποίηση  των πολιτών -από τα σπάργανα ακόμη- ! Το επόμενο πολιτικό όφελος, ήταν,  να διεξάγεται  αγώνας των κομμάτων από δυναμικά στοιχεία (η νεότητα, βλέπετε, δεν κρατιέται, φανατίζεται, αφοσιώνεται, συνεγείρεται, επαναστατεί, μάχεται για τα "πιστεύω" -που κάποιος της φόρτωσε για δικά -της!).Και μάλιστα χωρίς κανένα κόστος  για το (κάθε) κόμμα, αφού.....η κοινωνία επαναστατούσε!

Κανείς όμως, δεν φανέρωσε στους στρατούς των κομματι(α)ζόμενων νέων των σχολείων μας, ότι με τούτα και με 'κείνα (κάλεσμα σε ανυπακοή, σε ανατροπή), έμεναν πίσω στη μόρφωση και στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους. Αργότερα, οι πολιτικοί φωστήρες, δημιούργησαν τις δεξιότητες, και για να είναι πολιτικά ορθοί τις αναπηρίες τις είπανε  ειδικές ικανότητες. Είπανε στους νέους ότι είναι ελεύθεροι να επαναστατούν, ότι  είναι δικαίωμα του λαού, να μη μορφώνεται, να μη μαθαίνει πού βρίσκεται (καταργήθηκε η γεωγραφία της Ελλάδας), ούτε από πού έρχεται (παραποιήθηκε η Ιστορία) και προς τα πού τραβούσε το πνεύμα των προγόνων του (διαστρεβλώθηκε και η Ιστορία της Φιλοσοφίας, κι έγινε όχημα χειραγώγησης).

Κανείς, από την πολιτική εξουσία και την πνευματική ηγεσία, όλα αυτά τα χρόνια, δεν φρόντισε να σηκώσει το καπάκι της καφρίλας, της μαυρίλας, της άγνοιας και του σκοταδισμού, μπας και δούμε κανένα μέτρο παραπέρα, κι αναθαρρήσουμε. Κι ανασκουμπωθούμε για να ξαναζυμωθούμε με τη ζωή και να μη μας αλέθει ο τέλειος γερμανικός μύλος της υποταγής και της εξάρτησης.

Ο Γιώργος Λεκάκης, με το Γρηγόρη Κοσσυβάκη, προσπαθούνε να σώσουν, ό,τι κι όση ιστορία και πληροφορία για τον Ελληνισμό μπορούν. Δείτε τους, πώς παλεύουν γι' αυτό, εδώ ,  και τί ακριβώς κάνουνε.

Καλή δύναμη φίλοι μου.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Δημήτρης Ποταμίτης. Ο ιδεοποιός.

Δημήτρης Ποταμίτης. Σεμνός Εργάτης και Δημιουργός της Τέχνης και του Ήθους μέσω της Τέχνης του. 

Χτες βράδυ (στην τηλεόραση της Βουλής) τον άκουσα να μιλάει, για τη δουλειά του και την οπτική του στη θεατρική δημιουργία. 

Για να σας παρακινήσω να τον αναζητήσετε, θα σας πώ ότι με εξήψε η άποψή του για τον "ιδεοποιό", και ακίνητη στάθηκα για να τον ακούω μέχρι τέλους.      

Διαβάζω εδώ  για τον μεγάλο καλλιτέχνη και πολυτάλαντο δημιουργό  του Θεάτρου, που έφυγε στα 57 του χρόνια.
Γεννημένος στη Λεμεσό το 1946, ο Δημήτρης Ποταμίτης είχε αποφοιτήσει από το Γυμνάσιο της Αμμοχώστου, κι αμέσως μετά ήρθε στην Αθήνα, όπου σπούδασε θέατρο στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παρακολούθησε, επίσης, και μαθήματα φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ίδρυσε και λειτούργησε (για 29 ολόκληρα χρόνια!) σεμνά και αθόρυβα, το Θέατρο Έρευνας με εξαιρετικά ασυνήθιστο και πρωτοποριακό ρεπερτόριο.
 
Το ντοκυμαντέρ αυτό εδώ διασώζει -για χάρη των νεώτερων- μια Θεατρική Αξία, που   στόλισε με τη δημιουργία και τη θεατρική αρετή του, τούτον τον τόπο. Ο Δημήτρης Ποταμίτης, είναι πια καταχωρημένος στην Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. 

Οι μεγαλύτεροι, μπορούμε να λυπηθούμε που δεν αντιληφθήκαμε εγκαίρως, όχι μόνο το μεγαλείο της δημιουργικής του σκέψης, αλλά  και τη διακριτικότητα της καλλιτεχνικής του παρουσίας, μέσα στην ευτέλεια και τη βαρβαρότητα που τόσο κραυγαλέα μας περιέβαλε τόσο καιρό, και μας οδήγησε -με επιδότηση- εδώ  ακριβώς που βρεθήκαμε σήμερα.

Θεωρώ πως καλλιτέχνες και παιδαγωγοί έτσι θά 'πρεπε να διδάσκουν τα θεατρικά, και γενικώς τα καλλιτεχνικά "μαθήματα". 

Ο Δημήτρης Ποταμίτης αναζήτησε και επεδίωξε να μη δείχνει φυσιογνωμίες και πρόσωπα, αλλά χαρακτήρες και ψυχικό κόσμο. Αρχέτυπα.

Στους συνδέσμους που παρατίθενται εντός του κειμένου θα βρείτε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες.

Αυτή η ευαίσθητη ψυχή, είπε σε κάποια στιγμή  "από όταν γνώρισα τους ανθρώπους,  αγάπησα τα λουλούδια" και στη συνέχεια εμφανίστηκε σ' ένα ολάνθιστο μπαλκόνι. Ήταν ο ίδιος μια ανθισμένη ψυχή σε έναν παράδεισο.

Αξίζουν ειδική μνεία τα έργα που έγραψε (και παρουσίασε) για τα παιδιά, θέλοντας να συμβάλει στην καλλιέργειά τους ακόμη και ως θεατών.


Δεν θά 'πρεπε να παραλείψω να αναφέρω, πως ο ακούραστος αυτός εργάτης του πνεύματος και της Τέχνης ήταν και ποιητής με  σημαντικό ποιητικό έργο.


Δάσκαλοι και παιδαγωγοί: δείτε τον, διαβάστε γι' αυτόν, θα γίνετε πιο αποδοτικοί στη δουλειά σας,  και σεις οι ίδιοι πιό σπουδαίοι στο έργο σας!

Η μακρά παράδοση των σχέσεων Ουκρανίας-Ελλάδας και τα πολιτικά ήθη


Διαβάζω ότι οι σχέσεις Ουκρανίας-Ελλάδας είναι ιστορικά πολύ στενές, και ότι τις δυο χώρες συνδέει μακρά παράδοση, ήδη από τα αρχαία, αλλά και τα βυζαντινά χρόνια. Αυτό που με κάνει να απορώ είναι πώς αυτή η μακρά -ιστορική και παραδοσιακή- σχέση, μας υπαγορεύει να υποβοηθούμε, να συναινούμε, και να υποστηρίζουμε τη διαταραχή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής αυτής της χώρας, παράλληλα με την πρόσδεσή της σε ένα σύστημα πολιτικής εξάρτησης και υποταγής της στην υπηρεσία αλλοτρίων συμφερόντων, που δεν υπηρετούν ούτε την ίδια αυτή χώρα, ούτε τη δική μας

Τελικά σε ποιούς από όλους τους Ουκρανούς συμπαραστεκόμαστε: Σ' αυτούς που σφετερίστηκαν την εξουσία, ή σε αυτούς που επιθυμούν την μη επέμβαση στις υποθέσεις τους;

Σε αυτούς που καταστρέφουν, σφαγιάζουν, προδίδουν και αυθαιρετούν εξυπηρετώντας ξένες σκοπιμότητες ή σε αυτούς που ανθίστανται, φρουρούν εστίες και ιερά, φυλάσσουν τις θερμοπύλες τους και επιζητούν εταίρους και συμμάχους στα όνειρα και τη ζωή τους;

Ας ξεκαθαρίσει η Ουκρανία τί ακριβώς θέλει, και ασφαλώς να υποστηρίξουμε τις δυνάμεις εκείνες που συντασσόμενες με την ουσία του λαού της χώρας επιθυμούν και χρειάζονται τη βοήθειά μας. Ασφαλώς, με την προϋπόθεση ότι δεν βλάπτουμε τα συμφέροντα του λαού και της προοπτικής της Χώρας μας.

Δεν θα τους υποδείξουμε εμείς- ή άλλοι- τί είναι καλύτερο γι' αυτούς. Αν, εμείς μπορούσαμε να επιλύσουμε τα δικά μας προβλήματα, με τρόπο ικανοποιητικό, πιθανόν θα μπορούσαμε να συμβουλέψουμε και κάποιον άλλον. Των οικιών ημών εμπιπραμένων, όμως, γιατί γυρεύουμε να σβήνουμε τις φωτιές που άλλοι ανάβουν αλλού,  και δε σβήνουμε τις δικές μας;

Εξάλλου, είναι  προφανές ότι εμείς, και οι άλλοι, θα υποστηρίξουμε να έχουμε μια κάποιας μορφής  σχέση  μαζί τους. Μερικοί θα υποστηρίξουν σχέση φιλίας και συνεργασίας. Δηλαδή σχέση αμοιβαίων συμφερόντων. Γιατί αυτό τους υπαγορεύει το πολιτικό τους ήθος και το σύστημα αξιών με το οποίο πορεύονται. 

Άλλοι θα υποστηρίξουν σχέση εξάρτησης και δορυφορισμού. Και αυτό πηγάζει από τα αντίστοιχα δικά τους πολιτικά ήθη και τις αξίες.

Αμφιβάλλετε;


Καινοφανή Ήθη προβάλλουν στην Ελληνική Κοινωνία

Διαβάζω εδώ ότι (τόσο η μητέρα  παλαιότερα, μιλώντας στην τηλεόραση μάλιστα, όσο και) ο πατέρας  του αδικοχαμένου νεαρού μουσικού Π. Φύσσα, είπε λίαν προσφάτως  μιλώντας στο protothema.gr: «Να σας πω κάτι έτσι όπως το νιώθω, αυθόρμητα. Στα αλήθεια σας το λέω, δεν επιθύμησα ποτέ εκδίκηση. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα αρρωστημένο μυαλό που δεν έχει θέση στην κοινωνία. Δε ξέρω πως ακούγεται αυτό αλλά εγώ έτσι νιώθω. Η τιμωρία του θα ήταν να του κόψουν και τα δύο χέρια από τη ρίζα και να τον αφήσουν ελεύθερο μετά. Ναι, αυτήν την τιμωρία θα ήθελα για το φονιά του γιου μου».

Με την έμφαση να δίδεται στην εκδίκηση, κι όχι στον πόνο του πατέρα. Προφανώς, τα bold δεν τα έβαλε ο πατέρας στο λόγο του. Αλλά ο Τύπος. Και προφανώς, ο Τύπος, με αυτό εξάπτει  για δικούς του λόγους (δηλαδή για λόγους που οι άνθρωποι του Τύπου γνωρίζουν),  τα κοινωνικά και πολιτικά πάθη.

Ποιός όμως θα ωφεληθεί από αυτό;
Θα γυρίσει στη ζωή το αδικοχαμένο παληκάρι; Θα σωφρονισθεί ο δολοφόνος ; Γνωρίζουμε ποιά είναι η πολιτική πλευρά που θα υποστήριζε ο νέος ή υποστηρίζει ο δολοφόνος; Θα αποκτήσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ο ωφελούμενος από την πολιτική πλευρά κάποιου εκ των δύο;

Τελικά, θα υπαγορεύσουμε στην Δικαιοσύνη τί  απόφαση  θα πρέπει να βγάλει αφού ερευνήσει την υπόθεση; Και τότε, γιατί να την ερευνήσει; Ή μήπως είναι ήδη γνωστή η κρίση του Δικαστηρίου, από κάποιον Θείο Κανόνα που επιβάλλει μια συγκεκριμένη ποινή, για κάθε συγκεκριμένο αδίκημα; Και τί θα γίνει με τα   άλλα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία μέχρι σήμερα απαιτούσε ο ποινικός μας κώδικας;

Αλλάξανε τόσο πολύ τα δικαιϊκά μας ήθη, και δεν το γνωρίζω;

Είναι άηθες να χρησιμοποιούνται οι άνθρωποι και τα συναισθήματά τους, για να εξυπηρετούνται πολιτικές, δημοσιογραφικές ή οποιεσδήποτε άλλες σκοπιμότητες.

Αυτοί που το κάνουν δεν προσφέρουν καμμία παρηγορία και καμμία ψυχική ανάπαυση στο βασανισμένο και λυπημένο άνθρωπο. Στο γονιό, για την αναπότρεπτη απώλεια του παιδιού του. Δεν προσφέρουν ούτε λύση στο πρόβλημα της παραβατικότητας. Ωθούν σε καινούργιες λύπες και καινούργιες παραβατικότητες.  Επιδιώκουν μόνο το δικό τους όφελος. Οικονομικό, πολιτικό, επικαιρότητα.

Αλλά, έτσι είναι οι αποτρόπαιοι. Δεν διστάζουν για τις ξένες απώλειες. Για τις δικές τους προστατεύονται. Δεν φείδονται της ζωής του άλλου, της αξιοπρεπείας του άλλου, της ανθρωπιάς και της τιμής του.

Ο πόνος των γονιών για το παιδί τους είναι όλος δικός τους. Κανείς δεν θα τους τον λιγοστέψει. Όμως, μπορεί, ποιός ξέρει, η αγάπη του κόσμου να  κάνει ώστε να τον μοιραστούν με κάποιους από μας.

Η απώλεια της ζωής ενός νέου ανθρώπου έχει αναπότρεπτα μεγαλύτερη βαρύτητα από την εκδίκηση που θα μπορούσε να πάρει ο οποιοσδήποτε τρίτος γι' αυτήν.





Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Σοφίας Χατζηκοκολάκη: Ετούτη η γή


Image result for Σοφία ΧατζηκοκολάκηΤη Σοφία την έφτασα στο πτυχίο της Νομικής. Μια απλή γνωριμία. Από τότε περάσανε πολλά χρόνια μέχρι να ξανασυναντηθούμε. Να γνωριστούμε από κοντά και να δέσουμε. Πάνω από είκοσι.


Τούτη τη φορά  είχε πια σταματήσει να δικηγορεί.

Στο πρώτο της Ποιητικό έργο, "Τα ενδογενή",  νομίζεις πως μια καρδιά κινδυνεύει να σπάσει. Είναι όλα εκείνα που συνωστίστηκαν στην τρυφερή της ηλικία, κι εξώθησαν σε ηφαίστειο τον πόνο που άφησε να καίει πίσω του  ο πρώϊμος θάνατος της μητέρας. Η ζωή της, επώδυνα, έγινε τέχνη. Ποιητική. Μεταστοιχείωσε σε μέλος και αρμονία κάθε της ταραχή, κάθε της πόνο και όλη της την αγάπη. Την αγάπη στους  αγαπημένους που έφυγαν και εκκωφαντικά απουσιάζουν, την αγάπη στους φίλους και στα παιδιά.

Πρό πάντων σ' αυτά. Και τί δεν έχει γράψει γι' αυτά, τί δεν έχει ιστορήσει. Με πόση αγάπη, γλαφυρότητα, και όμορφη εικονογράφηση μεταφέρει τα παιδιά στον κόσμο των παιδιών  της εποχής της, που η ίδια δεν έζησε.

 Όλα τα παιχνίδια της μεταπολεμικής εποχής, που παίξαμε ή είδαμε τα μεγαλύτερα αδέρφια μας να παίζουν, η Σοφία τά 'γραψε για να τα μάθουν τα νεώτερα παιδιά, που θα μπορούσαν είναι παιδιά μας κι εγγόνια μας.

Για παράδειγμα  εδώ  θα δείτε κάποιους από τους τίτλους των παιδικών έργων της, κι εδώ  θα ακούσετε κάποιο μελοποιημένο ποίημά της για παιδιά.

Σ' Ετούτη τη γη,  η Σοφία, ξεδιπλώνεται, επιμένει και παραμένει. 

Σ' αφήσανε εδώ κάποιο πρωϊ
κι είπες εδώ να ζήσεις.

Σ' αυτές τις θάλασσες να ξανοιχτείς
τις μνήμες απ' τα βάθη τους ν' αντλήσεις.

Να προσπαθείς τ' ανέβασμα σε τούτες τι κορφές
με τον αγέρα τους τ' όνειρο ν' αρμενίζεις.

Σ' αυτής της γης τα λούλουδα να δώσεις την αγάπη
μ' αυτής τις πίκρες να δεθείς
με τις χαρές της ν' αναστήσεις.

Και έμεινες... και μένεις...

Πώς σε πονεί τούτη η γωνιά!
Πώς σε πονεί η γή ετούτη!

Αγαπημένη μου, φίλη,
ό,τι και να κάνεις τούτη την ώρα, όπου και νά'σαι,
οι φίλες σου σε σκέφτονται.

Τώρα που πας στην ξενιτειά


 

Αγαπημένη μου Βίβιαν,

Πάνε δέκα πέντε ολόκληρα χρόνια, από τότε που πρωτοήρθες εδώ, μια μικρούλα, πανέμορφη κουκλίτσα, βγαλμένη σαν από παραμύθι, κι ομόρφυνες το σπίτι μας, εσύ, μια μονάχα κόρη, ανάμεσα σε δυο μαμάδες και τέσσερις άντρες.

Τί γλυκειά και τρυφερή παρουσία! Τί χάρη στις κινήσεις, στις αρνήσεις και στα αιτήματα! Κάθε σου επιθυμία και καπρίτσιο, διαταγή! Κάθε σου στενοχώρια πόνος, για όλους!

Μα δεν σε κακομάθαμε. Η αγάπη μας, το ξέρεις, δεν ήταν άφεση στις αυθαιρεσίες της πριγκήπισσας του σπιτιού μας. Ήταν αγάπη στο μωρό μας. Κι η πολλή αγάπη ποτέ δεν βλάφτει. Η πολλή αγάπη, είναι τοίχος ν' ακουμπάς. Η πολλή αγάπη είναι εμπιστοσύνη. Είναι αφοσίωση. Είναι παράδειγμα.

Και τώρα! ο καιρός που πέρασε, σ' έκανε και σένα να θέλεις ν' ανοίξεις τα φτερά σου, να αναζητήσεις καινούργιους ορίζοντες μακριά από την αγκαλιά και την καθημερινή έγνοια μας.

Ε! λοιπόν, Βίβιαν, ετούτη η ώρα μου φαινότανε πολύ μακρινή. Αλλά νάτηνε που ήρθε και δεν μπορώ να το πιστέψω. Θυμάμαι τότε, που μικρούλα εσύ, με τους φοιτητές μου εγώ, μόνες οι δυό μας μαζί, μιλάγαμε και παίζαμε. Θυμάμαι λοιπόν τα σφηνάκια (νερού) που πίναμε και κάναμε πως θα μεθύσουμε, ή ότι μεθύσαμε κιόλας!

Θυμάμαι, αργότερα,  τα γραμματάκια που διαβάζαμε και γράφαμε μαζί, σαν  τύχαινε να βρεθούμε καμμιά φορά, εσύ μικρούλα μαθήτρια, περιμένοντας  τη μαμά σου, κι εγώ αναπληρώνοντας μια τρυφερότητα που δεν ήταν πια  καιρός να τη δείχνω στους μικρούς μου άντρες!

Και θυμάμαι, την αγωνία της μαμάς, της γιαγιάς, και όλων των δικών σου, σαν τύχαινε ν' αρρωστήσεις και να πονάς.   Τί μαρτύριο παιδί μου για το γονιό η κάθε αρρώστεια του παιδιού του! Δεν πονάς, πάσχεις! Γιατί δεν ξέρεις τί υποφέρει το παιδί σου! Απλώς θέλεις να μην υποφέρει! Αλλά, αλίμονο! Η ζωή του παιδιού μας, είναι δική του! Αυτό θα τη ζήσει! Αυτό θα κερδίσει, αυτό θα χάσει, αυτό θα στερηθεί, αυτό θα κουραστεί κι αυτό θα πονέσει! Αυτό θα πονέσει από τα λάθη του, από τα παθη του, από τις αστοχίες του, κι από αυτό θα μάθει. Αυτό θα είναι το δικό του εκπαιδευτήριο!

Εμείς,  θα αγωνιούμε πάντα για τα παιδιά μας, θα θέλουμε το καλύτερο γι' αυτά. Αλλά αυτά θα διαλέξουν εκείνο που θέλουν να είναι. Εμείς θα τα αγαπούμε πάντα. Γιατί αυτός είναι ο προορισμός του γονιού. Να είναι το καταφύγιο της καρδιάς του παιδιού του. Να είναι η ανοιχτή πόρτα που θα το δεχθεί, κάθε που η καρδιά του είναι ανήσυχη, μόνη, δυσκολεμένη. Όχι μονάχα μ' εκείνο που θα κάνει για το παιδί του (γιατί μπορεί να μην μπορεί να κάνει τίποτε!), μα κυρίως μ' εκείνο που είναι για το παιδί του!

Μικρή μου κόρη,

Να θυμάσαι και να ξέρεις πως τώρα που φεύγεις από την αγκαλιά μας, η αγάπη μας θα είναι μαζί σου, γιατί η αγάπη δε γνωρίζει αποστάσεις, κι οι καρδιές δεν βλέπουνε σύνορα. Η ευχή μας για πρόοδο και ανάπτυξη των πνευματικών σου ικανοτήτων και χαρισμάτων, θα σε οδηγεί με σίγουρο χέρι. Γιατί θέλουμε όλοι για σένα το καλύτερο. Γιατί πιστεύουμε ότι μπορείς να  πετύχεις το καλύτερο για σένα. Με τέτοια πανοπλία αγάπης είσαι πολύ δυνατή, απόλυτα ικανή για προσωπικές μάχες. Γιατί αξίζει να το πετύχεις.

Να έχεις την ευχή μας και καλό ξεκίνημα στα όνειρά σου. Καλή δύναμη και καλή σου επιτυχία.

Σ' ευχαριστώ-δεν σου είπα ποτέ- για τις μνήμες που έχω, από  τις ώρες που περάσαμε μαζί.

Με πολλή αγάπη,
μια παράπλευρη μανούλα.

Μνήμες Κεφαλονιάς

Νέα γυναίκα, σαν παντρεύτηκα κι ήρθα στην Κεφαλονιά, πολλά πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Στον τόπο, στην κουβέντα, στους ανθρώπους και τα βιώματά τους.


Ο πεθερός μου ήταν ένας ήσυχος και ευγενής άνθρωπος. Όχι ιδιαίτερα φιλόπονος, αλλά συστηματικός και με ενδιαφέροντα για τον τόπο, το σπίτι, την οικογένεια, και κυρίως για την αυτονομία και την αυτοτέλειά του, ως προς κάθε τι πρόσκαιρο, καταναλωτικό, ανώφελο, ανθυγιεινό, πολυτελές.


Από την άλλη μεριά η πεθερά μου, δασκάλα όλου του χωριού στα χρόνια που περάσανε, πήρε για μαθητάδες της παιδιά χωρικών, κτηνοτρόφων και ναυτικών και τά ’μαθε γράμματα. Κι εκείνα από ευγνωμοσύνη της έδειχναν όλο τους το σεβασμό για τη σημασία της επέμβασής της στη ζωή τους, που ήταν καθοριστική αφού τους ξεκόλλησε από τη δύσκολη ζωή των γονιών τους.


Κοντά τους έμαθα πράγματα που δεν μπορούσα ποτέ ούτε να φανταστώ πως υπάρχουν.

Η Πύλαρος είναι ένας σπουδαίος τόπος. Είναι μια περιοχή κατά μήκος της Κεφαλονιάς, γεωγραφικά στο κέντρο της. Στο βόρειο μέρος της Πυλάρου, το όρος Καλόν (ο Καλονόρος) απλώνεται μεγαλοπρεπής, με βαθειές χαρακιές από τους χειμάρρους της βροχής, αλλού βοσκημένος εξαντλητικά, αλλού αγριοκαταπράσινος, στ’ απάτητα κι απρόσιτα μέρη του, κατάστικτος από μικρά χωριά, τη μέρα άσπρα προβατάκια, τη νύχτα συνεχόμενες φωτιές. 

Ανεβαίνοντας από την Αγία Ευφημία, για να κάνουμε την περιμετρική μας βόλτα, συναντάμε πρώτα το Xαμόλακκο και μετά τα Δενδρινάτα. Κατηφορίζουμε λίγο για τα Φερεντινάτα, και σύντομα βρίσκουμε τα Μπεκατωράτα. Ανηφορίζοντας πάλι, βρίσκουμε τα Αντυπάτα και μετά, τα Λογαράτα. Συνεχίζουμε για τα Διβαράτα και φτάνοντας στην Ανωμεριά έχουμε ολοκληρώσει το ταξίδι μας  στην πλαγιά του Όρους Καλού. Ανάμεσα στα χωριά οι  Εκκλησιές-Αγία Ευφημία, Σωτήρας, Παναγία της Κρήνης, Άγιος Νικόλας-. 

Διαβαίνουμε στην Αγια-Δυνατή, που είναι  ένα φαλακρό -στο ψηλότερό του μέρος- βουνό, κατάστικτο από τα δικά μας χωριά: Στις πλαγιές της συναντάμε πρώτα-πρώτα τα Δρακάτα, μετά, τα Λουκάτα,  από κεί περνάμε στα Ποταμιανάτα, κι ανηφορίζουμε πια,  για τα  Μακριώτικα.  Μετά, διασχίζουμε τ' αυλάκι (το μεγάλλο χείμαρρο, που σαν αγριέψει στις νεροποντές του χειμώνα, η Αγια-Δυνατή, από τις πτυχώσεις της,  κατεβάζει όχι μόνο νερό και πέτρες, αλλά και ζωντανά και στάνες μαζί). Αφού περάσουμε τ' αυλάκι, δεξιά μας είναι τα Βαλλιανάτα, και στη συνέχεια τα Μαρκάτα, το χωριό μας. Απέναντι- ο δρόμος, μας χωρίζει -τ' Αλεξανδράτα (για να μην παρεξηγούνται και οι Αλεξανδράτοι), και  στη συνέχεια βρίσκουμε τα Βασιλοπουλάτα. Ο κύκλος θα κλείσει καθώς από τα Δρακοπουλάτα πάμε για την Αγια-Θυμιά. 

Όλα τα χωριά, με τις Εκκλησιές μας. Την Αγία Μαρίνα στα Λουκάτα, τον Αγιο Γεράσιμο στα Ποταμιανάτα, τον Άη Δημήτρη στα Μακριώτικα, τον Αη Σπυρίδωνα στα Βαλλιανάτα, την Ανάληψη στα Βασιλοπουλάτα, την Παναγία στο σκαλοπάτι και τον Αη Μηνά στα Δρακοπουλάτα, και την Παναγία των Θεμάτων, στην κορυφή της Αγια-Δυνατής. 

http://ionianplants.files.wordpress.com/2014/01/kefalonia_map-1.jpg
Η Αγία Δυνατή, στέκεται τείχος πανύψηλο στην πίσω αυλή του σπιτιού μας, στα Μαρκάτα. Είναι η οπισθοφυλακή μας.

Καμμιά φορά, που καθόμασταν στη βεράντα του σπιτιού μας και ρεμβάζαμε με τα πεθερικά μου, θυμάμαι που αναπολούσαν παλιές μνήμες, και οι διηγήσεις έδιναν κι έπαιρναν.
 
Από τις πιο σημαντικές μνήμες που μου άφησαν τέτοιες βραδιές, είναι μια αναπόληση, που η πεθερά μου συχνά την έκανε, καθώς ρομαντζάραμε στη βεράντα μας κάποια ασέληνα βράδια.
 
Αναθυμόταν τη μάνα της, που-σαν νιόπαντρη- την επισκεπτόταν στα Μαρκάτα, κι έμενε μαζί της 1-2 μέρες.


Η πεθερά μου, θαυμάζοντας το νυχτερινό τοπίο, και με το νου στ’ απέναντι χωριά, καθώς τις καλοκαιριάτικες μέρες λούζονται στο φώς του ήλιου, θυμόταν πως σε εκείνα τα χρόνια, τα παλιά, που φώτα δε σχίζαν το σκοτάδι, κι η νύχτα, στο λιγοστό φώς των αστεριών, έκανε την πλάση αθέατη, ή γεμάτη μυστήριο, η μάνα της –η γιαγιά η Αργυρή- μέσα στην ονειροπόλα σκέψη της, θαύμαζε και φανταζόταν τη μέρα, που το ηλεκτρικό φώς θα χυνόταν στην κοιλάδα, θα φώτιζε όλα τα χωριά, κι η Πύλαρος θα γινόταν ολόκληρη «έλλαμπος!».


Τι λέξη! Τι σκαρφίστηκε η μεγάλη φαντασία της γιαγιάς, της μάνας που έβγαλε δυο δασκάλες, δυο αυτοδίδακτες ζωγράφους-νοικοκυρές, και δυο τεχνίτες του ξύλου, μ’ έργα τους άπειρα έπιπλα προικός, και ιερά τέμπλα Εκκλησιών, γλυπτικής τεχνουργήματα! Η γυναίκα του μάστορα του ξύλου και της γλυπτικής, του Μιλτιάδη του Αντύπα (του Δεφέντη), με τους πολλούς μαθητάδες!

Τώρα που περάσαν τα χρόνια, κι έγινα εγώ μάνα μεγάλη, σαν πως ήταν η πεθερά μου εδώ όταν ήρθα εγώ, ήθελα τούτη την ιστορία να την αφήσω στα παιδιά μου, να τη θυμούνται, σαν τύχει ο καιρός κι έρχονται εδώ, με δικά τους παιδιά κι οικογένειες. Να τη θυμούνται από μένα, μην και την έχουν ξεχάσει από δικού τους, καθώς την άκουγαν μικρά παιδιά από τη γιαγιά τους την Κασσιανή.
 
Με τη σειρά μου θα σας πω, ότι η θέαση της Πύλαρος, ολόκληρης ελλάμπου (!) είναι ένα μαγευτικό νυχτερινό θέαμα, άσχετα από το αν υπάρχει φεγγάρι ή όχι. Οι φίλοι μας τέρπονται να κάθονται στη βεράντα μας τις καλοκαιρινές νυχτιές . Κι εμείς κάμποσες φορές που μας έχει τύχει να’ ρθουμε χειμώνα, μας τρώει το κρύο έξω, κι η βροχή, γιατί καθόμαστε κι αχόρταγα κοιτάμε αυτό το έλλαμπος! Κατάκοποι σχεδόν, αποκοιμιόμαστε χωρίς ούτε να πέσουμε στο κρεβάτι, γιατί το κάλλος της φύσης αρνείται να παραχωρήσει τη θέση του στο Μορφέα!

Μα δε σας είπα πώς το βλέπω!

Λοιπόν, στην αντικρινή του σπιτιού μας θωριά, οι πλαγιές του Καλονόρου (του Όρους Καλού , αλλά είπαμε ο Καλονόρος, του Καλονόρου, στα Κεφαλονίτικα και πάει λέγοντας…) κρατάνε στους μυχούς των πτυχώσεών τους τα σπίτια των συνεχόμενων χωριών. Τα σπίτια φαίνονται σαν καρφιτσωμένες- σε πίνακα- ζωγραφιές, το ένα δίπλα στο άλλο, άλλα ψηλότερα, άλλα χαμηλότερα, αλλού αραιά κι αλλού αδιέξοδα πυκνά. Και οι κολώνες του δημόσιου φωτισμού, φτιάχνουν κομπολόι μακρύ, συνεχόμενο, που συνδέει τις γειτονιές, και τα χωριά μεταξύ τους, δείχνοντας το δρόμο από μακριά σαν που μονοκοντυλιά έχει ζωγραφίσει τα αδιάκοπο πηγαινέλα, των παιδιών στο σχολειό, των γονιών στη δουλειά, των ζωντανών στη βοσκή, των εμπορευμάτων -με τ΄αυτοκίνητα- στα πλοία για το μεγάλο και μακρινό τους ταξίδι. Κι αν πάς και σταθείς στα πλευρά του Καλονόρου, τα ίδια βλέπεις και στην πλευρά της Αγια-Δυνατής. Μόνο που τα χωριά είναι πιο μεγάλα, τα σπίτια πιο πολλά, τα φώτα κεχριμπαρένιο μελίσσι που φωτίζει τη νύχτα. Και το μακρύ κομπολόι κλείνει, σαν τεράστιο χρυσό δαχτυλίδι που αγκαλιάζει ολόκληρη την Πύλαρο! 

Η Πύλαρος, από όπου και να τη δείς, είναι έλλαμπος! Είχε δίκιο η γιαγιά η Αργυρή!



Τούτη τη χρονιά, βρέθηκα στην Άγια Δυνατή, στο  μεγάλο αλώνι της Μονής των Θεμάτων, για τη γιορτή των κτηνοτρόφων, μετά από πολλά-πολλά χρόνια. Εκεί, πέρα από τις σπουδαίες συναντήσεις και κουβέντες που είχαμε, κατεβαίνοντας με το αυτοκίνητο και παρακολουθώντας μέσα από τις πτυχώσεις της καθόδου μας «την έλλαμπο Πύλαρο», είδα όψεις της, που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα ξαναδεί. Από όποιο σημείο μπορούσα, προσπαθούσα να τη βλέπω. 


Παρατήρησα λοιπόν, από εκείνο το ύψος, ότι ή έλλαμπος Πύλαρος δεν ήταν αγνάντια, πέρα, ψηλότερα ή χαμηλότερα, ή ακόμη και δίπλα μου! Η έλλαμπος Πύλαρος ήταν στα πόδια μου! 

Δεν ήταν η στέγη, ούτε μια γειτονιά του ουρανού. Ήταν η κούπα του ουρανού, γεμάτη ονειρεμένα σχήματα. Την είδα για πρώτη φορά αλλιώς. Αυτό το χρυσό δαχτυλίδι, του φωτισμού των σπιτιών και των δρόμων, θα ‘λεγα ότι μοιάζει ένας τεράστιος έναστρος επίγειος ζωδιακός κύκλος. Με τα περίεργα σχήματα που έχουν οι ουράνιοι σχηματισμοί, να αντιστοιχούνται εδώ από τα τυχαία και περίεργα γεωγραφικά στίγματα-θέσεις των σπιτιών και των χωριών, έτσι όπως αυτά φωτίζονται τη νύχτα.

Για μι’ άλλη όψη, τη χειμωνιάτικη, της Πυλάρου θα τα πούμε άλλη φορά.

Φιλοσοφία για τα γηρατειά



Επικοινωνώ με τη φίλη μου και μου συστήνει να δώ το βίντεο του George Carlin. Φιλοσοφία για τα γηρατειά.

Το είδα και ομολογώ πως είναι εντυπωσιακό, από έναν άνθρωπο 102 χρονών.

Αυτό το μήνυμα, και το βίντεο, μ' έκαναν να σκεφτώ, για το δρομολόγιο: από την αρχή, έως το τέλος.
 
Για τα όνειρα και την πραγματικότητα, της ζωής.
Η πραγματικότητα είναι εδώ, κι ίσως τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα.
Η σκέψη, η καρδιά δεν γερνούν ποτέ!
γερνούν τα μάτια, γερνούν τα πόδια, όπως και όλα τα μηχανήματα!
Αλλά... δεν ζουν οι άνθρωποι με αναπηρία;
 
Έτσι λοιπόν:
Το μωρό, μας δικαιώνει που το γεννήσαμε,
Το παιδί, μας δικαιώνει που το μεγαλώνουμε - αλλά σιγά-σιγά, κι αυτό μαθαίνει
Ο έφηβος, μας προβληματίζει - αλλά ψάχνει κι ο ίδιος - αυτονομούμενος βαθμηδόν- να βρει πού εντάσσεται ή ποιόν κόσμο θα φτιάξει
'Οταν ο άνθρωπος είναι ώριμος-εργαζόμενος-οικονομικά ενεργός-και κοινωνικά υπεύθυνος,
βιάζεται να δημιουργήσει, να απολαύσει, να ανταποκριθεί σε υποχρεώσεις απαιτήσεις, προδιαγραφές, ανάγκες,
προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και δεν έχει καιρό να γίνεται σωστός, πολλές φορές αστοχεί.
Αυτή την εποχή πρέπει να είναι κυρίως ικανός, έτοιμος, σωστός, ακέραιος, αλλά και ηθική προσωπικότητα, με αξίες, ιδανικά και αρχές.
Ο προχωρημένος,  τί πρέπει να είναι;
Πιστεύω, καλά απολογούμενος! Μη ολιγωρήσας, μη φεισάμενος κόπου, θυσίας, εργασίας (στο χαρακτήρα και στο αντικείμενο- της εργασίας του και του χρέους του),
μη ιδιωτεύσας, μη ιδιοτελής. Αλληλέγγυος, τουλάχιστον προς τους δικούς του,
ως δείγμα ευγνωμοσύνης για τις εξ αυτών προερχόμενες δωρεές προς την αφεντιά του,
και ως δείγμα μεγαλοψυχίας για τις-ανθρώπινες-  υστερήσεις τους προς αυτόν.
Για τις πέραν του ανθρωπίνου εγκληματικές συμπεριφορές τους πρέπει να είναι συγχωρητικός και περιχωρητικός,
γιατί πού ξέρεις, σε τί κι εσύ μπορεί να ολιγωρήσεις! Τώρα μάλιστα, αυτή τη στιγμή της ζωής σου!
Ο πολύ προχωρημένος,  τί πρέπει να είναι;
Ευγενής!
Γιατί πρέπει να ξέρει ότι 
(όπως σφάλλουν τώρα οι άλλοι απέναντί του) 
 
μπορεί κι αυτός κάπου να έχει σφάλει:
ότι κάτι δεν έκανε για το μωρό του,
κάτι δεν έκανε για το παιδί του,
κάτι δεν έκανε για τον έφηβό του
κάτι δεν έκανε για τη δουλειά,την οικογένεια, τους γονείς του, τους αρρώστους του, την πατρίδα, το χρέος του-γενικά,

Και τώρα, που δεν μπορεί να προσφέρει, παρά μόνο τη σοφία του
και τη μεγαλοψυχία του, την ανοχή και την καρτερία του
(γιατί όσο νά'ναι δεν βιάζεται, τί να κάνει εξάλλου;)
αν δεν "τό 'χει", τί να προσφέρει;
Την ασχήμια, τη φθορά του στο χρόνο, τη δυστροπία, την αδυναμία,
τις απαιτήσεις του από τους άλλους,
την ανάγκη του για να εξυπηρετείται και να δεσμεύει το χρόνο-τον κόπο-το χρήμα των άλλων και τη ζωή των άλλων!


Η στοργή μας προς τους γέροντες, και τους άλλους,
είναι κάτι που θα το δώσουμε όταν το έχουμε πάρει, 
στα χρόνια που είμασταν μωρά!
Είναι κάτι που θα το περιμένουμε από τους άλλους
όταν αυτός είναι ο τρόπος της κοινής μας ζωής!

Αλλά, αν δεν έρθει, ας μη χαλιόμαστε!
Πάντα μαθαίνουμε! Πάντα θα έχουμε την ευκαιρία να
καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι σχολείο,
όπου δεν περνάνε την τάξη όλοι οι μαθητές!
Βλέπεις, όταν ο άνθρωπος ονειρεύεται και προγραμματίζει,
πρέπει να σκέφτεται ότι δεν είναι στο χέρι του 
το αν θα πραγματοποιηθούν τα όνειρά του.
Αυτός ορίζει μόνο το θέλω του!

Πάντα μπορείς να διορθώσεις, ένα λάθος σου. Αρκεί να το αποφασίσεις.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Α. Παπαδιαμάντη: Η Γυφτοπούλα. Διδαχές, στις παρυφές του μυθιστορήματος.



Διαβάζοντας, ξανά, σε άλλη ηλικία, και με άλλες διαθέσεις, τη Γυφτοπούλα του Παπαδιαμάντη, σήμερα ξεφεύγω από το μύθο, και μένω στις παρυφές του λόγου του συγγραφέα. 

Image result for παπαδιαμάντης
Δεν έχω θέση για την υπόθεση. Εχω όμως συγκλονισθεί από πολλές παρεμπίπτουσες απόψεις, θέσεις και παραινέσεις του μεγάλου αυτού συγγραφέα, σε πολλά θέματα.

Ενδεικτικά, αυτονομώντας από την ιστορία, κάποιες από αυτές, τις εκθέτω.

O μεγάλος συγγραφέας, μπαίνει στη σκέψη των προσώπων της ιστορίας του, και  βρίσκεται στη δύσκολη θέση της αυτοταπείνωσης, πράγμα οδυνηρό  για έναν νάρκισσο, για έναν άρρωστο εγωϊσμό. Άλλοτε παίρνει θέση  και μας συστήνει, κι άλλοτε μας εξηγεί τους δρόμους της αυταπάτης  και της αυτοκοροϊδίας  που συνήθως, από αυτή τη θέση, διαλέγουμε:

 "Να διηγηθεί το πράγμα όπως συνέβη; Αλλά προσεβάλλετο δεινώς η φιλαυτία του" όπου, μας εκθέτει το συνήθως πραττόμενο: τα ζυγίσουμε, έτσι ώστε να μη μας προσβάλλει η όποια εξωτερίκευση του ευτελισμού μας, αποφασίζουμε τη φτιασίδωση, κι ύστερα ηρεμούμε, πως τάχα είμαστε σωστοί:  "Αποφασίσας (...) απεκοιμήθη δροσερόν και βαυκαλιζόμενον ύπνον".

Ο Παπαδιαμάντης ανάμεσα στην ελευθερία και στο χρέος του προσώπου, ιεραρχεί. Ο ελεύθερος άνθρωπος, πρώτα επιτελεί το καθήκον του και μετά ικανοποιεί τις προσωπικές του επιθυμίες και απαιτήσεις. Θα πεί:  Πρώτον το χρέος, είτα η ελευθερία!

Όταν κάνεις το καλό, θα πρέπει και να ωφελήσεις τον άλλο. Το καλό δεν το κάνεις για σένα, το κάνεις για τον άλλο. Λέει λοιπόν: "Αλλά και πάλιν καλύτερον οπού (...)  έσωσα μιαν ψυχήν. Αλλά πρέπει να την σώσω μέχρι τέλους".

H έμμονη ιδέα, και η τριβή με την επιτυχία των εμμονών και των ισχυρών μας επιθυμιών, μας οδηγεί σε μια στέρεη αλλά πλασματική εσωτερική βεβαιότητα και πίστη για την ορθότητά τους. "Ταύτα σκεπτόμενος, κατήντησε να πιστεύση ότι τω όντι..."

Η απάρνηση και η αχαριστία προς τα δώρα που λαμβάνεις από τη ζωή, σε καθιστούν ανάξιό τους. " (Ο πατέρας της) αφού υπερέβη πάντα όρον αστοργίας επιχειρήσας να την φονεύσει απέβαλε δια τούτο τα δικαιώματα της πατρότητας".

Αυσυναισθανόμενος και φοβούμενος την ηθική πτώση του, ο  άνδρας που βρήκε τη μικρή κόρη σε άθλια κατάσταση, ώστε να χρειάζεται φροντίδα και νοσηλεία, ένιωσε ή φοβήθηκε πως μπορεί να προκληθεί ερωτικά ή σεξουαλικά και να καταχρασθεί την αδυναμία της ασθενούς κόρης "Ποτέ δεν εφαντάσθη ότι ηδύνατο να είναι τόσον αγαθός νοσοκόμος...".

Έχοντας ανάγκη να καλέσει σε βοήθεια, προσπαθούσε να βρεί τον τρόπο που θα καθιστούσε  ολοφάνερο και πειστικό το αίτημά του. Και μηχανευόταν τρόπους για να το πετύχει, (πράγμα συνηθισμένο στη ζωή μας, και μάλιστα σε χρήσεις που δεν θα έπρεπε, βλ. εκλογές, ψευδείς πολιτικές εξαγγελίες...κλπ) "...θα μετήρχετο την ευγλωττίαν του πάθους και της οδύνης...".

Η κριτική μας πρέπει να εξαρκείται και να εξαντλείται στα ανθρώπινα έργα. Η πλάση είναι έργο άκριτου κάλλους και άκριτης τέχνης. "Ο άχαρις εκείνος και γυμνός βράχος ηδύνατο να προκαλή πάμπολλα σχόλια και μομφάς επί ελλείψει φιλοκαλίας, αν ήτο έργον ανθρώπινον. Επειδή όμως ήτο έργον της φύσεως, ουδείς εδικαιούτο να παραπονεθή".

Τα πιο βαθειά μας "πρέπει", κι οι πιο δυνατές εσωτερικές μας ανάγκες, αυτές που μας βγάζουν από εκεί που είμαστε ήσυχοι και βολεμένοι, είναι τα μεγαλύτερα στοιχήματα ζωής "Αι στερρόταται αποφάσεις είναι αι δυσεκτελεστόταται...".

Είναι άλλο πράγμα η ψυχή του ανθρώπου, κι άλλο πράγμα η παίδευσή του. "Αν και μηδεμιάς έτυχε ανατροφής ήτο απηλλαγμένος και πάσης βαναυσότητος περί την γλώσσαν....".

Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από το τί κάνει. Αλλά από το πώς το κάνει. Η ζωή θα αποφασίσει τί θα κάνει ο καθένας μας. 'Εκαστος εφ' ώ ετάχθη, ειπώθηκε, με άλλο τρόπο. Ο Παπαδιαμάντης είπε: "Καθένας την τέχνη του πρέπει να την τιμά και ας είναι και ταπεινή...".

Όλα τα όνειρα έχουν την ίδια αξία. Κι όταν μανιασμένα ξυπνητός ονειρεύεσαι να πετύχεις ευτυχία, κι όταν φρικωδώς ονειρεύεσαι να βλάψεις κάποιον."Τα όνειρά του ήσαν όνειρα. Δεν ήσαν ταύτα αξιοπιστότερα, αν και φρικώδη, ή όσον είναι συνήθως τα μανιώδη όνειρα της ευτυχίας, άτινα οι εγρηγορότες καθ' εκάστην ονειρεύονται".

Ο μέγας ηθογράφος εστιάζει στην καθαρότητα και το ήθος της νεότητας "ποία άλλη βάσανος ηδύνατο να υπάρχει δια τον νέον μείζων της ηθικής βασάνου;

Εξερευνητής της ψυχής του ερωτευμένου νέου, ο Παπαδιαμάντης παρακολουθεί την εσωτερική του αγωνία. Πώς βλέπει ο ερωτευμένος νέος την καλή του; Πάντα γλυκειά και ήρεμη. Τρόμος τον πιάνει στην σκέψη πως μπορεί να κάνει -από δικιά του ευθύνη- την καλή του, να θυμώσει. Απίστευτα είναι όλα τα άλλα. "Αυτή να θυμώσει; Δεν ημπορεί να θυμώσει. Αλλά μπορεί να λυπηθεί". 

Ανήσυχος για την ευτυχία της αναρωτιέται, τί θα συμβεί αν τη λυπήσει με τις ενέργειές του: "Και τότε πώς θα την ικανοποιήσω; Είναι ποτέ δυνατόν; Και την ζωήν μου όλην να θυσιάσω, και το αίμα μου να χύσω, δεν ημπορώ να πληρώσω ένα δάκρυ της..." Και η καρδιά του πονούσε, βαθειά και υπόκωφα, αβάσταχτα "και εστέναζε τοιούτους βαθείς στεναγμούς, οίους αι λόχμαι και αι φάραγγες μόνον ηδύναντο να αντηχήσωσιν...".

Παρατηρώντας τον άνθρωπο, πριν και μετά. Η έκφραση του προσώπου, η στάση του σώματος, αλλάζει,  μ 'αυτό που τη σκέψη μας κατέχει. Ευγενές ή άηθες. "Όταν επέστρεψε ο γύφτος είχε μεταβεβλημένον το ήθος. Είδος τι υπερηφανείας αήθους έλαμπεν εις την όψιν του και παρείχεν έκφρασιν εις τους τραχείς αυτού χαρακτήρας".

Ο θυμός είναι λογική τύφλωση "....δεν ήτο ικανή, παραφερομένη υπό του θυμού, να διακριβώσει...".

Μπορεί να εξαπατήσεις, ακόμη κι αυτόν που σε πιστεύει, αν με τον τρόπο σου άλλα δείχνεις "Τοσαύτην δε πεποίθησιν ενέφαινε το ήθος αυτής και ο λόγος ώστε και αυτός ο αυθόρμητος συνήγορος της κοπέλας ήρχισε να κλονίζηται...".

Ο άνθρωπος που είναι έντιμος, ειλικρινής, αθώος και καθαρός,   όταν τον μέμφονται ψευδώς και άδικα αισθάνεται παγιδευμένος και νιώθει αφόρητη πικρία "Η αισχύνη επίεζεν αυτήν ως σιδηρούς κλοιός. Τη εφαίνετο ότι είχε πίει χολήν και όξος...".

Πάντα υπάρχουν εκείνοι που χώνουν τη μύτη τους σε όλα, και βγάζουν την ουρά τους έξω, αποτινάσσοντας κάθε ευθύνη και ανάμιξη για ό,τι έχει γίνει, ακόμη κι αν αυτοί το προκάλεσαν "Η γραία αυτή ήτο εξ εκείνων των προσώπων, άτινα ευκόλως εισδύουσι πανταχόσε, και ευκόλως πάλιν εξαφανίζονται".

Στο τέλος κάθε αναμπουμπούλας γίνεται ο χαμός. Αρπαγές, και προπάντων ηθικός εκπεσμός. Ακούγονται ψεύδη, συκοφαντίες, σπιλώνονται άνθρωποι και μάλιστα αθώοι. Και τα σκληρά λόγια που ειπώθηκαν στη φασαρία διαδίδονται ευρύτερα "Τέλος το πλήθος διελύθη. Έκαστος δε απεκόμιζεν ως λάφυρον έν ράκος του διαρραγέντος πέπλου της αθωότητος. Έκαστος έφερεν ένα λίβελλον εκ των σκληρών ψόγων κατά της πτωχής παιδίσκης".

Η εξωτερική στάση του σώματος, οι κινήσεις και τα φερσίματα δείχνουν ποιός είναι ο άνθρωπος. Εδώ, ο άφροντις και ο αβίαστος είναι ο κολλημένος στην εξουσία, ο συνηθισμένος να έχει εξουσία. (Όχι ο ο άρχοντας). Λέει ο Παπαδιαμάντης: "Τα κινήματα του ξένου είχον τι το ευχερές, το άφροντι και αβίαστον, όπερ ιδιάζει εις τους ανθρώπους τους συνηθισμένους να άρχωσι...".

Ο γύφτος, προστρέχοντας στον άρχοντα που τον κάλεσε για δουλειά, ενδιαφέρεται να πάρει την εργολαβία. Και ρωτάει τον άρχοντα: "Ο άρχων έχει ανάγκην...", αλλά ο άρχοντας τον βάζει στη θέση του: "Ο άρχων δεν έχει ανάγκην, ο άρχων επιθυμεί...".

Ποιός ξέρει, αλήθεια αν ανάμεσα στο νά χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου, είναι καλύτερο να χάσεις την ψυχή σου "Αμφοίν τοιν ολέθροιν πότερος χαλεπώτερος;"  ο Παπαδιαμάντης διαλέγει: " ουχ ο πνευματικός;".

Μόνον η  πνευματική εξουσία δεν αφαιρείται ούτε από τη δικαιοσύνη "Την πνευματικήν εξουσίαν ου νέμεσις μόνην μετιέναι...".

Ολες οι πολιτικές υποσχέσεις έχουν ένα όριο. Δεν είναι παράλογο να εγκαταλείψεις τον πολιτικό που σε χόρτασε λόγια, αλλά δεν κάνει έργο  "Απιστείν μεν ουν αυτούς τη εξουσία τη ση ουκ άτοπον, λόγων μεν εμπεπλησμένους, έργον δε ουδέν ορώντας...".

Είναι προφανές ότι οι προσφέροντες υπηρεσία στην πατρίδα λυπούνται όταν πηγαίνει χαμένη η θυσία τους, χωρίς η πατρίδα να κερδίσει κάτι από αυτό "Λυπεί δε με τούτο, ει το θύμα ό προσήνεγκον εμαυτόν εγώ μάτην τεθυμένον έσται, τη δε πατρίδι μηδέν περιγενήσεται εκ του εμού ολίσθου...".

Με πόσα λόγια παρακινείται για δράση υπέρ βωμών και εστιών ο άρχοντας! "Και μη φείδου μηδ' όκνει, αλλά πάρασχε πρόθυμον σαυτόν. Ίθι, δη, άπελθε, πορεύου, αφίκου, πάρεσο, δέου, πρότρεπε, παρακάλει, κέλευε, επιτίμα, προσλιπάρει, ότρυνε, έλεγχε, πείθε".

Και ο παρακινών θα κάνει από την πλευρά του το πάν! "Εγώ δ' ουκ οκνήσω, αλλ' ενθένδε τουμόν πειράσομαι. Και ην μη πείσω".

O ερωτευμένος πάσχει, αγιάτρευτα. "Το έλκος του Μάχτου ήτο εξ εκείνων άτινα χρήζουσιν ειδικού χειρουργού, δι' εμπειρικών δε και αυτοσχεδίων φαρμάκων ουδέποτε θεραπεύονται".

Επιζητεί την εγγύτητα και την πλήρη εξάρτηση της ευτυχίας του αντικειμένου του ερωτικού του πάθους προς τον ίδιο. "Εάν την έβλεπε ευτυχή, θριαμβεύουσαν, λατρευομένην, θα ήτο δυστυχής".

Αν θεωρεί ότι μόνο αυτός προσφέρει την ευτυχία, ευτυχεί για το λόγο αυτόν. "Έβλεπεν αυτήν πάσχουσαν, εγκαρτερούσαν, ήτο ευδαίμων".

Ο έρωτας, επιζητεί πάντα την ιδίαν του ερωτευμένου ευτυχία. Η ευτυχία του άλλου είναι αδιάφορη. "Τοιούτον ήτο αείποτε το φίλαυτον τούτο αίσθημα".

Σύντομη είναι πάντα η ευτυχία, κι ας φαίνεται ατέλειωτη. "Διήρκεσε δε η τελευταία αύτη ευτυχία του Μάχτου τρείς όλας ημέρας, τον μακρότατον και μυθώδη χρόνον, όν δύναται να διαρκέση πάσα ευτυχία επί της γής".

Μόνο τυφλοί και αιθεροβάμονες δεν  καταλαβαίνουν το προφανές: "Την εσπέραν της τρίτης ημέρας συνέβη παράδοξος και απρόοπτος σκηνή, ην ουδείς ηδύνατο ποτέ να προβλέψει και αν δεν ήτο μύωψ και αν δεν ήτο ευδαίμων".

Το ψεύδεσθαι πρέπει να τό 'χεις στο αίμα σου. Γιατί αν δεν το 'χεις, δεν μπορείς να ψευσθείς, ούτε κι όταν είναι για κάποιους λόγους ανάγκη να μην ακριβολογήσεις. "Ησθάνετο δε μεγίστην ατολμίαν και ελυπείτο διότι δεν ήτο φύσει θρασύτερος, ώστε να ψευσθή μετ' ευχερείας".

Πολυλογίες, εμμονές, επιμονές, επαναλήψεις. Απόψεις. Όσο κι αν το ψάχνεις, δεν θα καταλήξεις. Φιλοσοφία, αγνωστικισμός..."Ήρχοντο να συζητήσωσι μετά του διδασκάλου τα αιωνίως άλυτα εκείνα ζητήματα, τα άψαυστα και συγκεχυμένα, άτινα έχουσι την ιδιότητα όσον πλειότερον τα κινεί τις, τόσον αδρανή να μένωσι, και όσον μάλλον επιμόνως ζητεί τις να τα διαφωτίση τόσον καθίστανται σκοτεινότερα...".

Ο ακατάδεχτος, κι ο εχθρός θά 'ρθουν να σε συναντήσουν μόνο σαν κάποια ανάγκη τους κινεί. "Τί παθών άρα ο άσπονδος εχθρός αυτού ήλθε να τον επισκεφθή;"

Το χρήμα κάμπτει ισχυρότατες αντιστάσεις. "To γόητρον του χρυσίου είναι πάντοτε ισχυρότερον...".

Η αφοσίωση δεν είναι πάντοτε αμφίπλευρη. Ακόμη και στον πιο αφοσιωμένο μας φίλο, μπορεί να φερθούμε απάνθρωπα. Ένας δίνει ό,τι έχει, κι ο άλλος δίνει σπάνια, και κυρίως δείχνει αχαριστία. "Ο Χόμο (σκύλος) ησθάνετο άκραν αφοσίωσιν προς τον κύριόν του (....) αλλ' η διαγωγή του κυρίου του ηδύνατο όχι μόνον παρά τοις κυσί, αλλά και παρά τοις ανθρώποις να χαρακτηρισθή ως επίμεμπτος. Σπανίως τω έρριπτε κοκκαλόν τι. Συχνότατα όμως τω επεδαψίλευε μαστιγώσεις...".

Ο αποδέκτης κακής συμπεριφοράς και αχαριστίας δεν παραμένει εσαεί αποδέκτης της. Η τέτοια συμπεριφορά είναι αποκρουστική και μπορεί να θεωρείται τέτοια ακόμη κι όταν πια σταματά "μετά την πρώτην πληγήν απεμακρύνετο...ο κύριός του, άπαξ είχεν οργισθεί πολύ, απεφάσιζε να τον φθάση αντί πάσης θυσίας και προσεποιείτο ότι έχει να τω δώση έν κόκκαλον. αλλ' ο Χόμο δεν ηπατάτο ευκόλως".

Η εξουσία, αλλάζει τερτίπια προκειμένου να πετύχει την επικράτηση και την κυριαρχία της. "Ο κύριός του βλέπων το ανωφελές της καταδιώξεως μετέβαλε τακτικήν...". 

Η αθωότητα ξεχνάει την κακία, αλλά η κακία δεν κρύβεται κάτω από την έκφραση μόνο της καλωσύνης. "Ο Χόμο. μη ών πανούργος, ενόμισεν ότι ο θυμός του παρήλθεν και επέστρεψε προς αυτόν σείων την ουράν, αλλά τότε ο κύριός του αρπάζει αιφνιδίως τον Χόμο από του λαιμού και τον έτυπτεν ασπλάχνως".

Το ζώο υποτάσσεται και υπηρετεί. "Και όμως ο κύων δεν εμνησικάκει. Αξία ιδιαιτέρας προσοχής είναι η συνήθως επαναλαμβανομένη περιπαθής εκείνη στιγμή, καθ'ήν ο Τρέκλας διηγείτο εμπιστευτικώς τους καημούς του στον Χόμο. Τότε ο Χόμο τον παρηγόρει ως ηδύνατο...".

Ζωή! Άνθρωποι και ζώα με την ίδια τύχη! "Νηστικούς θα μας αφήσουν σήμερα, Χόμο, φίλε μου!".

Το ζώο υπηρετεί και πιστεύει τον κύριό του "Ο Χόμο απορούσε, πού τα εύρεν ο Τρέκλας τόσα αγαθά αισθήματα. Θα ήτο η πρώτη φορά...".

Η μοναξιά είναι αβάσταχτη. "Πόσο ευχαριστούμαι που σ' έχω συντροφιά... (Του κυνός η μορφή εξέφραζε έκπληξιν). είναι καλό να έχει κανείς ένα φίλον εις αυτόν τον κόσμον, και εμέ τα βάσανά μου είναι πολλά...".

Όταν έχεις κάποιον για συντροφιά σου, πρέπει και συ  να κάνειςκάτι γι' αυτόν. "O κύων δεν μετείχε πλέον του διαλόγου, ηκροάτο, αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να δώση απάντησιν. Δεν ηγάπα να συζητεί περί ανέμων και υδάτων".

Η ηθική του "τώρα σε χρειάζομαι, έλα ν' αγαπήσουμε" είναι άχρηστη ακόμη και σε σκύλο.  "Eίναι αληθές ότι δεν είχε ανάγκην να λάβη μαθήματα ηθικής παρά του κυρίου του". 

Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι για τα ζητήματά του πρέπει να φροντίσει ο ίδιος, γιατί αν περιμένει από τους άλλους, θα καταντήσει αξιολύπητος από την αδιαφορία τους. "δεν είχεν ανάγκην ο Χόμο να περιμένη την τροφήν εκ της χειρός του Τρέκλα, άλλως θα ήτο άξιος οίκτου...".

Πρέπει να έχεις άποψη γι' αυτό που πρέπει να κάνεις και γι' αυτό που πρέπει να αποφύγεις να κάνεις "οι σταθμοί της αμαρτίας: η προσβολή, ο συνδυασμός, η συγκατάθεσις, η πάλη και το πάθος".

Μη ξύνεις τις πληγές του άλλου. Δεν μπορείς να εκτιμήσεις τον πόνο που προκαλείς για μια καλά αποδιωγμένη άγρια μνήμη. Αβυσσος μπορεί να ξανανοίγεται στην ψυχή του άλλου προσώπου. Μια ευαίσθητη ψυχή δεν θά 'κανε τόσο βάρβαρο πράγμα. "Αν είχε καταμετρήση το βάθος του δισταγμού της κόρης δεν θα ετόλμα , όσον και αν ήτο σκληρόκαρδος, να κινήση την πλευράν ταύτην. Η ισχυρογνώμων επιμονή της μοναχής προεκάλει ακριβώς εν τη καρδία της νέας ανάμνησιν, ης η εξέγερσις έκαμνεν αυτήν να φρίττη. Εις τα ενδόμυχα της ψυχής ταύτης υπήρχε τι ως βάραθρον βαθύ ορωρυγμένον, ζοφερόν, ερεβώδες, απαίσιον, αλλ' εσφραγισμένον δια της σφραγίδος του χρόνου. Όστις παρεκινδύνευε να αποσπάση αποτόμως το επίπωμα τούτο, ώφειλε να ιλιγγιά από το βάθος της αβύσσου, εξετέλει δ' εξ ανάγκης έργον βάρβαρον".

Αν διαβάσετε κι εσείς το μυθιστόρημα, σίγουρα θα ανακλύψετε, τις δικές σας αιχμές, τα δικά σας σημεία επαφής, διδάγματα και οδηγούς ζωής.  Γιατί η λογοτεχνία είναι παιδείας αγωγός, ηθο-ποιός, είναι σχολείο για ψυχές που λαχταράνε να γίνονταικάθε μέρα καλύτερες.