Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνική Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2023

Ο αρχαίος και ο νέος ελληνικός κόσμος, σήμερα [Αναδημοσίευση από παλαιότερη ανάρτηση]

 



Ο κόσμος μας. Κάποτε και τώρα.

Είναι αδιαμφισβήτητο το «μεγαλείο» του αρχαίου ελληνικού κόσμου, του πνεύματος και της ζωής που σάρκωσε. Γιατί τα είχε όλα, όσα μπορούσε η εποχή να δώσει. Ο λόγος απέκτησε τη δύναμη και τη σαφήνεια, που μόνο το φως μπορεί να δώσει στα πράγματα και μόνο η λαμπρότητα του ήλιου μπορεί να αναδείξει. Κι ο λόγος των αρχαίων έγινε δύναμη και φώς, έγινε συμπέρασμα και «κανόνας» ζωής. Μέτρο, ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό.

Αλλά δεν έφτασε να γίνει και πράξη ζωής του ανθρώπου. Το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, όσο και αν υπερτερεί των συγχρόνων του πολιτισμών, έφτασε ώστε η μέν φιλοσοφία του να εκπέσει σε σοφιστεία και λογο-παικτική, η δε πολιτεία (το πολιτεύεσθαι) να προκαλεί άγος και να συνιστά διαστροφή του πολιτεύματος, ενώ η δημαγωγία των πολιτικών της κάθε εποχής συχνά οδηγεί τις κοινωνικές ομάδες σε αλληλοσπαραγμούς, σε πολέμους και προδοσίες.

Η αρχαία Ελληνική Γραμματεία τελικά εξέπεσε σε «ρητορική» χωρίς αντικείμενο διδασκαλίας. Για τί πράγμα, εξ άλλου, θα μπορούσε να μιλήσει το ελληνικό πνεύμα την εποχή της ρωμαϊκής ακμής;

Αλλά δεν γίνεται πια να καταργηθούν τα πνευματικά ύψη που είχαν προσεγγιστεί. Τα πνευματικά ύψη, που θαρρείς ο Θεός οδήγησε εκεί τον άνθρωπο. Γιατί η μνήμη του ανθρώπου, σαν τα γνώρισε και σαν έζησε έστω και για λίγο μ' αυτά, ή σαν τ' άκουσε - παραμύθια, που μαγεύτηκε απ' αυτά-, νοσταλγικά πια τ' αναζητά και πεθυμά ένα καινούργιο συναπάντημα μαζί τους. Για να γλυκάνει της ψυχής την ξεραΐλα, τη σκλαβιά, την «πείνα» για το ωραίο και το υψηλό ή για να νοιώσει μέρος αυτών, κληρονόμος, δωρεο-δόχος, ή συνεχιστής της παλιάς και δημιουργός μιας νέας εφάμιλλης παράδοσης.

Ο μαθητής του Αριστοτέλη, ο Μ. Αλέξανδρος και η φιλοδοξία του να βγεί από τα ελληνικά σύνορα (βασιλιάς κι «ελευθερωτής» του κόσμου από την περσική επιθετικότητα και δεσποτεία, καλλιεργητής του ελληνικού πνεύματος και σ' άλλους τόπους, αφού διατηρεί τους τοπικούς άρχοντες -όπου μπορεί-, κλπ), αποτελεί τη θρυαλλίδα για την επόμενη φάση της δημιουργίας του Ελληνικού πνεύματος.

Και το ενδημών στον ελλαδικό χώρο πνεύμα, μετώκησε και μεγαλούργησε, στις τέχνες και στα γράμματα, στη Μικρά Ασία. Τον τόπο, όπου ο Αλέξανδρος μετέφερε τον ελληνισμό. Το πνεύμα και την ενέργειά του. Κι έκανε τον τόπο, κήπο, με θέατρα, και στίβους, και μ' εκπάγλου κάλλους ναούς και μνημεία (βλ. εδώ: Ελληνικούς Τόπους).

Όλη η Μικρά Ασία, έχει στα σπλάχνα της θαμμένα κι άθαφτα, ερείπια και ενεργά κτίσματα, μνημεία, ναούς παλαιούς και νέους, πόλεις ολόκληρες κτισμένες σε αλλεπάλληλα επίπεδα, για το φόβο των πειρατών, των εισβολέων και των εχθρών. Τόποι που γίναν Όμορφοι Ελληνικοί, με το Ελληνικό Πνεύμα-όχημα του κάλλους. Αλλά το κάθε όχημα προορίζεται για μια πορεία.

Και καθώς η Ελληνική γλώσσα διαδόθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που θα μπορούσε άνθρωπος της εποχής να φανταστεί, και καθώς έγινε πια καλά γνωστή κι επικράτησε, ήρθε η ώρα η Ελληνική Γλώσσα να γίνει το όχημα ενός νέου κόσμου.

Εκείνη η (αρχαία ελληνική) φιλοσοφία και η γραμματεία χρειαζόταν ένα «ποτάμι, για να πέσει μέσα σ' αυτό, και να την οδηγήσει σε νέα παραγωγή και δημιουργία». Αυτό έγινε, με την εμφάνιση του Χριστού και της διδασκαλίας του, αλλά πολλοί είναι -ακόμη και σήμερα- που δεν το «είδαν». Στον Ευαγγελιστή Ιωάννη (κεφ. 12 § 20-23) διαβάζουμε: «Ήσαν δε τινες Έλληνες εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. Ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλλαίας και ηρώτων αυτόν λέγοντες: κύριε θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. Έρχεται Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού, ο δε Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων: “ Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του Ανθρώπου”».

Για την ακρίβεια, ο πολιτισμένος κόσμος έζησε μέ αυτή τη γνώση και την πληροφορία πολλές εκατοντάδες χρόνια, πριν από την άλωση της Πόλης και μετά, αλλά καθώς οι νέοι «πολιτισμοί που ανέτειλαν» με τις εξερευνήσεις, τις ποντοπορίες τους για νέα εδάφη και τη φιλοδοξία να διαδεχθούν την χιλιόχρονη πεθαμένη χριστιανική αυτοκρατορία, ο διαφωτισμός και ο μαρξισμός, έθαβαν κυριολεκτικά τους προηγούμενους! Κι από τους αρχαιοέλληνες βρεθήκαμε στο διαφωτισμό, χωρίς την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (που ιδιοτελώς τη βαφτίσανε «βυζάντιο», και μάλιστα εκατό χρόνια μετά την κατάλυσή της), χωρίς πατέρες της ερήμου, και κυρίως χωρίς ιερά εξέταση! Ναί, αυτό οι δυτικοί χριστιανοί ήθελαν οπωσδήποτε, να ξεχαστεί! να ξεχαστεί εντελώς η ιερά εξέταση και οι ληστρικές σταυροφορίες, οι αγριότητες και τα φονικά της γαλλικής επανάστασης η οποία ετοίμασε τον διαφωτισμό!

Σ' εμάς είναι καλά γνωστό πως η διδασκαλία του Χριστού συμπληρώνει και ταιριάζει με τα ελληνικά ιδεώδη (*). Όμως τούτη την αλήθεια την αποσιώπησαν όχι μονάχα ξένοι κι εχθρικά διακείμενοι προς το ελληνικό πνεύμα, αλλά κι έξοχοι αρχαιολάτρες, ελληνιστές. Και οι προγόνοπληκτοι Έλληνες. Μα έτσι άφησαν χωρίς προοπτική, χωρίς θέατρο, χωρίς στίβο το ελληνικό πνεύμα. Να είναι μια δάδα που καίει, μα δεν φωτίζει, ούτε θερμαίνει. Να είναι ένας σπόρος πεταμένος ανάμεσα σε πέτρες, χωρίς τη δυνατότητα να καρπίσει. Να είναι γνώση και πληροφορία, χωρίς χρήση και αντικείμενο.

Η γονιμοποίηση του αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος από τη Χριστιανική Διδασκαλία -είναι γεγονός, πως- οδήγησε σε ουράνια ύψη σύλληψης και δημιουργίας (θεολογία πεζογραφία, σχόλια, θεολογική ποίηση και φιλοσοφία, ζωγραφική και διακοσμητική τέχνης).

Η έρημος γέμισε από αναζητώντες την συνάντηση με το Θείο, κι οι ερημίτες αυτοί έγραψαν θεολογικά έπη, άγνωστα σε πολλούς σήμερα, που γι' αυτό ακριβώς-επειδή δεν τα γνωρίζουν- θεωρούν την πίστη στη διδασκαλία του Χριστού κάτι ρηχό και αφελές.

Πολλοί από τους πατέρες αυτούς σπουδάσανε φιλοσοφία στην Αθήνα, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ο Ναζιανζηνός, που μαζί με τον Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι οι γνωστοί μας Τρεις Ιεράρχες. Οι τρεις τους έχουν έργο εφάμιλο των μεγάλων τραγικών μας, αλλά με αντικείμενο τη συνάντηση του ανθρώπου με την αγάπη του Χριστού. Τη Θέωση του ανθρώπου και τη γνωριμία του με την παρουσία του Θεού κάθε στιγμή στην ζωή του.

Τόσο ζωντανή ήταν η επίδραση της Ελληνικής Γραμματείας στην παιδεία και την ζωή των πατέρων αυτών, που φαίνεται από το έργο ζωής τους, αλλά και απο το σύγγραμμα του Μεγάλου Βασιλείου με τίτλο: «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» («Προς τους νέους, πώς να ωφεληθούν από την ελληνική γραμματεία). Γιατί η δημιουργία και η αγάπη τίποτε δεν αφήνει να πάει χαμένο. Όλοι και όλα είναι μέρος της δημιουργίας του κόσμου, και προωρίζονται για το καλό όλων.

Ας μην αναφερθούμε ειδικά στους άλλους πατέρες που δίδαξαν και έγραψαν, όπως π.χ. ο Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και τόσοι άλλοι, που έγραψαν και γράφουν, διαρκώς έκτοτε και αδιαλείπτως.

Είναι πια διαπιστωμένο γεγονός πως οι πολιτισμικοί αναβαθμοί χαρακτηρίζονται από αναστατώσεις, φανατισμούς, επιθετικότητα, ακόμη κι εγκληματικότητα. Δεν πρέπει να μας παραξενεύουν οι εκδηλώσεις αυτές. Ας θυμηθούμε, τα εγκλήματα της εξουσίας και τις συνωμοσιες των ρωμαίων, με τους διωγμούς των χριστιανών και τις μονομαχίες στο κολοσσαίο. Την μαύρη σελίδα που έγραψε με την ιερά εξέταση η δυτική Εκκλησία, και τα φονικά της Γαλλικής επανάστασης, η οποία γέννησε τον Διαφωτισμό, κλπ. Σε μια τέτοια εποχή ζούμε σήμερα. Ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, αλλάζει. Τέλειωσε η ζωή των ανθρώπων με πνεύμα, καλλιέργεια, θέληση, πίστη, κρίση, επιλογή, και απόρριψη. Από εδώ και στο εξής τα πάντα τείνουν να γίνουν ένα σύστημα, με πολλά γρανάζια, όλους εμάς. Η πολιτική, η οικονομική, η εθνική και η πολιτιστική μας ταυτότητα και ιδιοπροσωπία, όλα πια συγ-χέονται σε ένα μεγάλο χωνευτήρι. Για την ελαχιστοποίηση του κόστους, τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τις μικρότερες δυνατές διαταραχές στα πλάνα κυριαρχίας. Όχι πρωτοβουλία, όχι δυνατότητα, όχι ελευθερία. Δικαιώματα ναί, ελευθερίες ναί, δυνατοτητες ναί. Όσο περισσότερα τόσο μεγαλύτερη η αίσθηση ανεξαρτησίας και τόσο πιο πιθανή η μη εφικτή άσκηση αυτών.

Είναι καλά ενημερωμένος, όποιος γνωρίζει ότι: θυμό έχουν εκείνοι που θέλουν, κι όχι εκείνοι που έχουν. Θυμώνει ο ειδωλολατρικός κόσμος που κηρύσσεται η αγάπη του Θεού. Θυμώνει ο άρχοντας που δεν προσκυνιέται πια σαν Θεός. Θυμώνει ο χριστιανός που τον περιφρονούν, τον συκοφαντούν και τον καταδιώκουν και φανατισμένα αντεπιτίθεται. Θυμώνει ο δουλοπάροικος που δεσπόζει στη ζωή του και στο σπίτι του ο φεουδάρχης. Θυμώνει ο προλετάριος που τον εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο. Θυμώνει ο Χίτλερ που υπάρχει κάποιος και χαλάει την εικόνα που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του και τη ράτσα του, και γι' αυτό τον εξαφανίζει στους θαλάμους αερίων και τον καίει στα κρεματόρια. Θυμώνει ο βουλευτής που έχασε την έδρα του, γιατί έχασε τα προνόμιά του. Αγωνίζεται θυμωμένα και με πείσμα η αντιπολίτευση για να γίνει εξουσία, και μόλις γίνει, ημερεύει. Κάνει τα ίδια, οπως οι προηγούμενοι.

Και σήμερα πια, που η ψυχολογία έχει προχωρησει πολύ στις διαπιστώσεις της, οι ισχυροί, που θέλουν κι άλλα, θέλουν να μας πείσουν πως αυτοί ορίζουν. Και επειδή είναι καλά ενημερωμένοι, γι' αυτό ακριβώς δεν είναι -δεν φαίνονται- πια θυμωμένοι. Είναι ήρεμοι! Είδατε πόσο γαλήνιοι κι αδιάφοροι μας επιτάσσουν να υποταχτούμε στην αιχμαλωσία;

Για το λόγο αυτόν, δηλαδή για την εικόνα του βέβαιου και ασφαλούς, του ακλόνητου και κυρίαρχου, συγκεντρώνονται κάθε τόσο στις λέσχες και συμφωνούν. Μετά βγαίνουν όλοι μαζί, σύμφωνοι, με προγράμματα και σχέδια εν κρυπτώ αποφασισμένα. Κι ο πολίτης, ο μικρός λαός, ο φτωχός και χρεωμένος λαός, δεν μπορεί να αντισταθεί.

Μα αυτή η ηρεμία που καθρεφτίζεται στα πρόσωπα των αρχόντων του κόσμου δεν είναι εκείνη που σε γαληνεύει και δεν μπορείς να αφήνεσαι στο λόγο τους και στο νόημά του. Είναι το ένδυμα του σώματος αυτή η μάσκα, κι όχι η «στολή της ψυχής» τους. Και γι' αυτό δεν μπορούν μ' αυτή τη μάσκα του εγωϊσμού και της δια-φθοράς, να ειρηνέψουν τον κόσμο και να γιατρέψουν το άλγος του.  Γιατί η ειρήνη τους δεν είναι για τους ανθρώπους, αλλά για τον εαυτό τους, για τα συμφέροντα και για τις συμμαχίες τους (**).

Και γιατί, ακόμη κι αν οι άρχοντες του κόσμου τούτου ακούσανε κάποτε το λόγο της αγάπης, ο λόγος ετούτος έμεινε γι'αυτούς μια πληροφορία, μια αναφομοίωτη -και γι' αυτό στείρα- επιρροή. Το ίδιο συμβαίνει και με το Ελληνικό πνεύμα, το οποίο πλείστοι όσοι μνημονεύουν ακόμη, αλλά ελάχιστοι υιοθετούν ως πράξη τους τα προστάγματα και τη σοφία του.

Αν η ψυχή δεν ψέλισσε ποτέ της τα πανανθρώπινα αιτήματα κι ερωτήματα που διατυπώθηκαν και διακηρύχτηκαν με τον Ελληνικό τον λόγο, πώς θα μπορέσει να κατανοήσει και να βιώσει την αγάπη του Χριστού για την ολότητα του κόσμου; Αν ποτέ του ο άνθρωπος δεν βγήκε από το εγωτικό σαρκίο του και δεν ενηλικώθηκε πνευματικά, πως θα καταλάβει ότι ο κόσμος μας, υπάρχει για όλους; πώς να νοιώσει εκείνο το «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Επιστολή Παύλου, προς Γαλάτας κεφ. 3 εδ. 28). (***)

Αν τα μεγάλα μαθήματα ζωής και πολιτισμού δεν αλλάξουν τον άνθρωπο, τότε δεν υπάρχει γνωριμία μαζί τους, ακόμη κι αν ψελλίζει με τα χείλη σπαράγματα από την ουσία τους. Είναι σαν κουβαλάει στην τσέπη του ένα πολύτιμο δαχτυλίδι που δεν το φορεί, γιατί δεν είναι στα μέτρα του.

Ο Χριστός κάθε μέρα «ξανασταυρώνεται», γιατί ματώνει η αγάπη που κήρυξε για όλους τους ανθρώπους. Κι αυτό είναι κακό για τους ανθρώπους. Αλλά αυτή 'ναι ακριβώς και η δική μας ευκαιρία, για να επιλέξουμε.

Τί να επιλέξουμε; Ό,τι μας ενώνει, δηλ. το καλό και τη ζωή ασφαλώς. Γιατί το κακό είναι η απουσία του καλού, είναι θάνατος. Και μας χωρίζει. Κι επί τέλους, για να δώσουμε στο ελληνικό πνεύμα από το οποίο εμφορούμεθα, την προοπτική του! Γιατί αν το κάλλος του λόγου δεν σαρκωθεί σε κάλλος ψυχής, σε αρετή, ο λόγος παραμένει κενός.

Σημειώσεις

(*) βλ. ενδεικτικά:
Ιησούς: “ Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.”
Χείλων ο Λακεδαιμόνιος (600 π.Χ.): “Τα μεν υψηλά ταπεινούν (ο Θεός), τα δε ταπεινά υψούν.”
Ιησούς: “ Αγαπάτε τους εχθρούς υμών” Ματθ.κεφ.5 §44
Κλεόβουλος ο Ρόδιος (500 π.Χ.): “ Τον δε εχθρόν φίλον ποιείν.”
Ιησούς: “ Ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν” Ματθ.κεφ.5 §44.
Κλεόβουλος ο Ρόδιος (500 π.Χ.): “ Τον δε εχθρόν ευεργετείν”.
Ιησούς: “ Ουκ επιορκήσεις” Ματθ.κεφ.5 §33.
Πυθαγόρας: (580 π. Χ.) “Σέβου όρκον.”
Ιησούς: “ Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην.”
Πλάτων (427 π.Χ.): “Η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερον αγαθόν για την ίδια την ψυχήν.”
Και ο χρυσός κανών
Ιησούς: “Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάνετε και σείς τα ίδια σ΄ αυτούς.”Ματθ.κεφ.7 §12
Ισοκράτης (430 π.Χ.): “Μην κάνετε στους άλλους εκείνα για τα οποία εσείς θυμώνετε όταν τα κάνουν οι άλλοι σε σας.” (πηγή)

(**)
"Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν· ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν..." (από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέιο, κεφ. 14 εδ. 27), [Φεύγω και σας αφήνω ειρηνεμένους. Σας δίνω τη δική μου την ειρηνη. Δεν σας δίνω την ειρήνη που δίνει ο κόσμος...].

(***)
Στα «Γεροντικά» βρίσκεται γραμμένη, ανάμεσα σε πολλές, κι ετούτη η μικρή ιστορία: Πως κάποτε βρισκόταν σε μια μεγάλη πόλη ο Επίσκοπος της περιφέρειας, μεγάλων χαρισμάτων άνθρωπος. Όλοι αποφάσισαν να πάνε στο ναό για να δούν και τον Επίσκοπο. Ως και η εταίρα της περιοχής, στολίστηκε να πάει. Μεγάλη κατακραυγή όμως σηκώθηκε εναντίον της, «πώς τάχα τόλμησε αυτή, μια αμαρτωλή, να βεβηλώσει το ναό και να ασεβήσει με την παρουσία της προς τον Επίσκοπο». Σαν τό 'μαθε ο Επίσκοπος, είχε άλλη άποψη. Τους κάλεσε όλους, να την προϋπαντήσουν, και σαν αυτή έφτασε καταστόλιστη με την άμαξά της, ο άγιος γέροντας απευθύνθηκε προς τον λαό, λεγοντάς τους: «Αγαπημένοι μου αδελφοί, βλέπετε πόσο στολίστηκε η γυναίκα αυτή για να προσελκύσει την προσοχή μας στο διάβα της. Ελάτε λοιπόν, κι όλοι εμείς ας στολίσουμε την ψυχή μας, με αρετές, ώστε να την προσέξει και να την βραβεύσει ο Χριστός».


 * * * * * * * * * * * * 
Τούτο το σημείωμα το προκάλεσε ο Κ. Παπαχρήστου. Και γι' απάντηση, έγραψα τούτο «το παραμύθι», χωρίς επιστημονικές αξιώσεις, μα με την αγάπη που έχει κανείς για τις ρίζες του, για τους βλαστούς  του δένδρου, απ' το οποίο κρατάει, και για τους καρπούς που (με την συμβολή του) θα παραχθούν, άσχετα από το αν θα τους γευτεί ο ίδιος. Πιστεύοντας απλώς στο ατομικό χρέος.
 
Τούτο το σημείωμα αναδημοσιεύεται μετά την επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου, και την υπογραφή της περίφημης διακήρηξης, λές κι είναι ποτέ δυνατόν να φιλιώσει η αλεπού με την κότα. 

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Ο αρχαίος και ο νέος ελληνικός κόσμος, σήμερα


Ο κόσμος μας. Κάποτε και τώρα.

Είναι αδιαμφισβήτητο το «μεγαλείο» του αρχαίου ελληνικού κόσμου, του πνεύματος και της ζωής που σάρκωσε. Γιατί τα είχε όλα, όσα μπορούσε η εποχή να δώσει. Ο λόγος απέκτησε τη δύναμη και τη σαφήνεια, που μόνο το φως μπορεί να δώσει στα πράγματα και μόνο η λαμπρότητα του ήλιου μπορεί να αναδείξει. Κι ο λόγος των αρχαίων έγινε δύναμη και φώς, έγινε συμπέρασμα και «κανόνας» ζωής. Μέτρο, ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό.

Αλλά δεν έφτασε να γίνει και πράξη ζωής του ανθρώπου. Το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα, όσο και αν υπερτερεί των συγχρόνων του πολιτισμών, έφτασε ώστε η μέν φιλοσοφία του να εκπέσει σε σοφιστεία και λογο-παικτική, η δε πολιτεία (το πολιτεύεσθαι) να προκαλεί άγος και να συνιστά διαστροφή του πολιτεύματος, ενώ η δημαγωγία των πολιτικών της κάθε εποχής συχνά οδηγεί τις κοινωνικές ομάδες σε αλληλοσπαραγμούς, σε πολέμους και προδοσίες.

Η αρχαία Ελληνική Γραμματεία τελικά εξέπεσε σε «ρητορική» χωρίς αντικείμενο διδασκαλίας. Για τί πράγμα, εξ άλλου, θα μπορούσε να μιλήσει το ελληνικό πνεύμα την εποχή της ρωμαϊκής ακμής;

Αλλά δεν γίνεται πια να καταργηθούν τα πνευματικά ύψη που είχαν προσεγγιστεί. Τα πνευματικά ύψη, που θαρρείς ο Θεός οδήγησε εκεί τον άνθρωπο. Γιατί η μνήμη του ανθρώπου, σαν τα γνώρισε και σαν έζησε έστω και για λίγο μ' αυτά, ή σαν τ' άκουσε - παραμύθια, που μαγεύτηκε απ' αυτά-, νοσταλγικά πια τ' αναζητά και πεθυμά ένα καινούργιο συναπάντημα μαζί τους. Για να γλυκάνει της ψυχής την ξεραΐλα, τη σκλαβιά, την «πείνα» για το ωραίο και το υψηλό ή για να νοιώσει μέρος αυτών, κληρονόμος, δωρεο-δόχος, ή συνεχιστής της παλιάς και δημιουργός μιας νέας εφάμιλλης παράδοσης.

Ο μαθητής του Αριστοτέλη, ο Μ. Αλέξανδρος και η φιλοδοξία του να βγεί από τα ελληνικά σύνορα (βασιλιάς κι «ελευθερωτής» του κόσμου από την περσική επιθετικότητα και δεσποτεία, καλλιεργητής του ελληνικού πνεύματος και σ' άλλους τόπους, αφού διατηρεί τους τοπικούς άρχοντες -όπου μπορεί-, κλπ), αποτελεί τη θρυαλλίδα για την επόμενη φάση της δημιουργίας του Ελληνικού πνεύματος.

Και το ενδημών στον ελλαδικό χώρο πνεύμα, μετώκησε και μεγαλούργησε, στις τέχνες και στα γράμματα, στη Μικρά Ασία. Τον τόπο, όπου ο Αλέξανδρος μετέφερε τον ελληνισμό. Το πνεύμα και την ενέργειά του. Κι έκανε τον τόπο, κήπο, με θέατρα, και στίβους, και μ' εκπάγλου κάλλους ναούς και μνημεία (βλ. εδώ: Ελληνικούς Τόπους).

Όλη η Μικρά Ασία, έχει στα σπλάχνα της θαμμένα κι άθαφτα, ερείπια και ενεργά κτίσματα, μνημεία, ναούς παλαιούς και νέους, πόλεις ολόκληρες κτισμένες σε αλλεπάλληλα επίπεδα, για το φόβο των πειρατών, των εισβολέων και των εχθρών. Τόποι που γίναν Όμορφοι Ελληνικοί, με το Ελληνικό Πνεύμα-όχημα του κάλλους. Αλλά το κάθε όχημα προορίζεται για μια πορεία.

Και καθώς η Ελληνική γλώσσα διαδόθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που θα μπορούσε άνθρωπος της εποχής να φανταστεί, και καθώς έγινε πια καλά γνωστή κι επικράτησε, ήρθε η ώρα η Ελληνική Γλώσσα να γίνει το όχημα ενός νέου κόσμου.

Εκείνη η (αρχαία ελληνική) φιλοσοφία και η γραμματεία χρειαζόταν ένα «ποτάμι, για να πέσει μέσα σ' αυτό, και να την οδηγήσει σε νέα παραγωγή και δημιουργία». Αυτό έγινε, με την εμφάνιση του Χριστού και της διδασκαλίας του, αλλά πολλοί είναι -ακόμη και σήμερα- που δεν το «είδαν». Στον Ευαγγελιστή Ιωάννη (κεφ. 12 § 20-23) διαβάζουμε: «Ήσαν δε τινες Έλληνες εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. Ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλλαίας και ηρώτων αυτόν λέγοντες: κύριε θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. Έρχεται Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού, ο δε Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων: “ Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του Ανθρώπου”».

Για την ακρίβεια, ο πολιτισμένος κόσμος έζησε μέ αυτή τη γνώση και την πληροφορία πολλές εκατοντάδες χρόνια, πριν από την άλωση της Πόλης και μετά, αλλά καθώς οι νέοι «πολιτισμοί που ανέτειλαν» με τις εξερευνήσεις, τις ποντοπορίες τους για νέα εδάφη και τη φιλοδοξία να διαδεχθούν την χιλιόχρονη πεθαμένη χριστιανική αυτοκρατορία, ο διαφωτισμός και ο μαρξισμός, έθαβαν κυριολεκτικά τους προηγούμενους! Κι από τους αρχαιοέλληνες βρεθήκαμε στο διαφωτισμό, χωρίς την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία (που ιδιοτελώς τη βαφτίσανε «βυζάντιο», και μάλιστα εκατό χρόνια μετά την κατάλυσή της), χωρίς πατέρες της ερήμου, και κυρίως χωρίς ιερά εξέταση! Ναί, αυτό οι δυτικοί χριστιανοί ήθελαν οπωσδήποτε, να ξεχαστεί! να ξεχαστεί εντελώς η ιερά εξέταση και οι ληστρικές σταυροφορίες, οι αγριότητες και τα φονικά της γαλλικής επανάστασης η οποία ετοίμασε τον διαφωτισμό!

Σ' εμάς είναι καλά γνωστό πως η διδασκαλία του Χριστού συμπληρώνει και ταιριάζει με τα ελληνικά ιδεώδη (*). Όμως τούτη την αλήθεια την αποσιώπησαν όχι μονάχα ξένοι κι εχθρικά διακείμενοι προς το ελληνικό πνεύμα, αλλά κι έξοχοι αρχαιολάτρες, ελληνιστές. Και οι προγόνοπληκτοι Έλληνες. Μα έτσι άφησαν χωρίς προοπτική, χωρίς θέατρο, χωρίς στίβο το ελληνικό πνεύμα. Να είναι μια δάδα που καίει, μα δεν φωτίζει, ούτε θερμαίνει. Να είναι ένας σπόρος πεταμένος ανάμεσα σε πέτρες, χωρίς τη δυνατότητα να καρπίσει. Να είναι γνώση και πληροφορία, χωρίς χρήση και αντικείμενο.

Η γονιμοποίηση του αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος από τη Χριστιανική Διδασκαλία -είναι γεγονός, πως- οδήγησε σε ουράνια ύψη σύλληψης και δημιουργίας (θεολογία πεζογραφία, σχόλια, θεολογική ποίηση και φιλοσοφία, ζωγραφική και διακοσμητική τέχνης).

Η έρημος γέμισε από αναζητώντες την συνάντηση με το Θείο, κι οι ερημίτες αυτοί έγραψαν θεολογικά έπη, άγνωστα σε πολλούς σήμερα, που γι' αυτό ακριβώς-επειδή δεν τα γνωρίζουν- θεωρούν την πίστη στη διδασκαλία του Χριστού κάτι ρηχό και αφελές.

Πολλοί από τους πατέρες αυτούς σπουδάσανε φιλοσοφία στην Αθήνα, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ο Ναζιανζηνός, που μαζί με τον Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι οι γνωστοί μας Τρεις Ιεράρχες. Οι τρεις τους έχουν έργο εφάμιλο των μεγάλων τραγικών μας, αλλά με αντικείμενο τη συνάντηση του ανθρώπου με την αγάπη του Χριστού. Τη Θέωση του ανθρώπου και τη γνωριμία του με την παρουσία του Θεού κάθε στιγμή στην ζωή του.

Τόσο ζωντανή ήταν η επίδραση της Ελληνικής Γραμματείας στην παιδεία και την ζωή των πατέρων αυτών, που φαίνεται από το έργο ζωής τους, αλλά και απο το σύγγραμμα του Μεγάλου Βασιλείου με τίτλο: «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» («Προς τους νέους, πώς να ωφεληθούν από την ελληνική γραμματεία). Γιατί η δημιουργία και η αγάπη τίποτε δεν αφήνει να πάει χαμένο. Όλοι και όλα είναι μέρος της δημιουργίας του κόσμου, και προωρίζονται για το καλό όλων.

Ας μην αναφερθούμε ειδικά στους άλλους πατέρες που δίδαξαν και έγραψαν, όπως π.χ. ο Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και τόσοι άλλοι, που έγραψαν και γράφουν, διαρκώς έκτοτε και αδιαλείπτως.

Είναι πια διαπιστωμένο γεγονός πως οι πολιτισμικοί αναβαθμοί χαρακτηρίζονται από αναστατώσεις, φανατισμούς, επιθετικότητα, ακόμη κι εγκληματικότητα. Δεν πρέπει να μας παραξενεύουν οι εκδηλώσεις αυτές. Ας θυμηθούμε, τα εγκλήματα της εξουσίας και τις συνωμοσιες των ρωμαίων, με τους διωγμούς των χριστιανών και τις μονομαχίες στο κολοσσαίο. Την μαύρη σελίδα που έγραψε με την ιερά εξέταση η δυτική Εκκλησία, και τα φονικά της Γαλλικής επανάστασης, η οποία γέννησε τον Διαφωτισμό, κλπ. Σε μια τέτοια εποχή ζούμε σήμερα. Ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, αλλάζει. Τέλειωσε η ζωή των ανθρώπων με πνεύμα, καλλιέργεια, θέληση, πίστη, κρίση, επιλογή, και απόρριψη. Από εδώ και στο εξής τα πάντα τείνουν να γίνουν ένα σύστημα, με πολλά γρανάζια, όλους εμάς. Η πολιτική, η οικονομική, η εθνική και η πολιτιστική μας ταυτότητα και ιδιοπροσωπία, όλα πια συγ-χέονται σε ένα μεγάλο χωνευτήρι. Για την ελαχιστοποίηση του κόστους, τη μεγιστοποίηση του κέρδους και τις μικρότερες δυνατές διαταραχές στα πλάνα κυριαρχίας. Όχι πρωτοβουλία, όχι δυνατότητα, όχι ελευθερία. Δικαιώματα ναί, ελευθερίες ναί, δυνατοτητες ναί. Όσο περισσότερα τόσο μεγαλύτερη η αίσθηση ανεξαρτησίας και τόσο πιο πιθανή η μη εφικτή άσκηση αυτών.

Είναι καλά ενημερωμένος, όποιος γνωρίζει ότι: θυμό έχουν εκείνοι που θέλουν, κι όχι εκείνοι που έχουν. Θυμώνει ο ειδωλολατρικός κόσμος που κηρύσσεται η αγάπη του Θεού. Θυμώνει ο άρχοντας που δεν προσκυνιέται πια σαν Θεός. Θυμώνει ο χριστιανός που τον περιφρονούν, τον συκοφαντούν και τον καταδιώκουν και φανατισμένα αντεπιτίθεται. Θυμώνει ο δουλοπάροικος που δεσπόζει στη ζωή του και στο σπίτι του ο φεουδάρχης. Θυμώνει ο προλετάριος που τον εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο. Θυμώνει ο Χίτλερ που υπάρχει κάποιος και χαλάει την εικόνα που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του και τη ράτσα του, και γι' αυτό τον εξαφανίζει στους θαλάμους αερίων και τον καίει στα κρεματόρια. Θυμώνει ο βουλευτής που έχασε την έδρα του, γιατί έχασε τα προνόμιά του. Αγωνίζεται θυμωμένα και με πείσμα η αντιπολίτευση για να γίνει εξουσία, και μόλις γίνει, ημερεύει. Κάνει τα ίδια, οπως οι προηγούμενοι.

Και σήμερα πια, που η ψυχολογία έχει προχωρησει πολύ στις διαπιστώσεις της, οι ισχυροί, που θέλουν κι άλλα, θέλουν να μας πείσουν πως αυτοί ορίζουν. Και επειδή είναι καλά ενημερωμένοι, γι' αυτό ακριβώς δεν είναι -δεν φαίνονται- πια θυμωμένοι. Είναι ήρεμοι! Είδατε πόσο γαλήνιοι κι αδιάφοροι μας επιτάσσουν να υποταχτούμε στην αιχμαλωσία;

Για το λόγο αυτόν, δηλαδή για την εικόνα του βέβαιου και ασφαλούς, του ακλόνητου και κυρίαρχου, συγκεντρώνονται κάθε τόσο στις λέσχες και συμφωνούν. Μετά βγαίνουν όλοι μαζί, σύμφωνοι, με προγράμματα και σχέδια εν κρυπτώ αποφασισμένα. Κι ο πολίτης, ο μικρός λαός, ο φτωχός και χρεωμένος λαός, δεν μπορεί να αντισταθεί.

Μα αυτή η ηρεμία που καθρεφτίζεται στα πρόσωπα των αρχόντων του κόσμου δεν είναι εκείνη που σε γαληνεύει και δεν μπορείς να αφήνεσαι στο λόγο τους και στο νόημά του. Είναι το ένδυμα του σώματος αυτή η μάσκα, κι όχι η «στολή της ψυχής» τους. Και γι' αυτό δεν μπορούν μ' αυτή τη μάσκα του εγωϊσμού και της δια-φθοράς, να ειρηνέψουν τον κόσμο και να γιατρέψουν το άλγος του.  Γιατί η ειρήνη τους δεν είναι για τους ανθρώπους, αλλά για τον εαυτό τους, για τα συμφέροντα και για τις συμμαχίες τους (**).

Και γιατί, ακόμη κι αν οι άρχοντες του κόσμου τούτου ακούσανε κάποτε το λόγο της αγάπης, ο λόγος ετούτος έμεινε γι'αυτούς μια πληροφορία, μια αναφομοίωτη -και γι' αυτό στείρα- επιρροή. Το ίδιο συμβαίνει και με το Ελληνικό πνεύμα, το οποίο πλείστοι όσοι μνημονεύουν ακόμη, αλλά ελάχιστοι υιοθετούν ως πράξη τους τα προστάγματα και τη σοφία του.

Αν η ψυχή δεν ψέλισσε ποτέ της τα πανανθρώπινα αιτήματα κι ερωτήματα που διατυπώθηκαν και διακηρύχτηκαν με τον Ελληνικό τον λόγο, πώς θα μπορέσει να κατανοήσει και να βιώσει την αγάπη του Χριστού για την ολότητα του κόσμου; Αν ποτέ του ο άνθρωπος δεν βγήκε από το εγωτικό σαρκίο του και δεν ενηλικώθηκε πνευματικά, πως θα καταλάβει ότι ο κόσμος μας, υπάρχει για όλους; πώς να νοιώσει εκείνο το «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Επιστολή Παύλου, προς Γαλάτας κεφ. 3 εδ. 28). (***)

Αν τα μεγάλα μαθήματα ζωής και πολιτισμού δεν αλλάξουν τον άνθρωπο, τότε δεν υπάρχει γνωριμία μαζί τους, ακόμη κι αν ψελλίζει με τα χείλη σπαράγματα από την ουσία τους. Είναι σαν κουβαλάει στην τσέπη του ένα πολύτιμο δαχτυλίδι που δεν το φορεί, γιατί δεν είναι στα μέτρα του.

Ο Χριστός κάθε μέρα «ξανασταυρώνεται», γιατί ματώνει η αγάπη που κήρυξε για όλους τους ανθρώπους. Κι αυτό είναι κακό για τους ανθρώπους. Αλλά αυτή 'ναι ακριβώς και η δική μας ευκαιρία, για να επιλέξουμε.

Τί να επιλέξουμε; Ό,τι μας ενώνει, δηλ. το καλό και τη ζωή ασφαλώς. Γιατί το κακό είναι η απουσία του καλού, είναι θάνατος. Και μας χωρίζει. Κι επί τέλους, για να δώσουμε στο ελληνικό πνεύμα από το οποίο εμφορούμεθα, την προοπτική του! Γιατί αν το κάλλος του λόγου δεν σαρκωθεί σε κάλλος ψυχής, σε αρετή, ο λόγος παραμένει κενός.

Σημειώσεις

(*) βλ. ενδεικτικά:
Ιησούς: “ Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.”
Χείλων ο Λακεδαιμόνιος (600 π.Χ.): “Τα μεν υψηλά ταπεινούν (ο Θεός), τα δε ταπεινά υψούν.”
Ιησούς: “ Αγαπάτε τους εχθρούς υμών” Ματθ.κεφ.5 §44
Κλεόβουλος ο Ρόδιος (500 π.Χ.): “ Τον δε εχθρόν φίλον ποιείν.”
Ιησούς: “ Ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν” Ματθ.κεφ.5 §44.
Κλεόβουλος ο Ρόδιος (500 π.Χ.): “ Τον δε εχθρόν ευεργετείν”.
Ιησούς: “ Ουκ επιορκήσεις” Ματθ.κεφ.5 §33.
Πυθαγόρας: (580 π. Χ.) “Σέβου όρκον.”
Ιησούς: “ Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην.”
Πλάτων (427 π.Χ.): “Η δικαιοσύνη είναι το μεγαλύτερον αγαθόν για την ίδια την ψυχήν.”
Και ο χρυσός κανών
Ιησούς: “Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, κάνετε και σείς τα ίδια σ΄ αυτούς.”Ματθ.κεφ.7 §12
Ισοκράτης (430 π.Χ.): “Μην κάνετε στους άλλους εκείνα για τα οποία εσείς θυμώνετε όταν τα κάνουν οι άλλοι σε σας.” (πηγή)

(**)
"Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν· ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν..." (από το Κατά Ιωάννην Ευαγγέιο, κεφ. 14 εδ. 27), [Φεύγω και σας αφήνω ειρηνεμένους. Σας δίνω τη δική μου την ειρηνη. Δεν σας δίνω την ειρήνη που δίνει ο κόσμος...].

(***)
Στα «Γεροντικά» βρίσκεται γραμμένη, ανάμεσα σε πολλές, κι ετούτη η μικρή ιστορία: Πως κάποτε βρισκόταν σε μια μεγάλη πόλη ο Επίσκοπος της περιφέρειας, μεγάλων χαρισμάτων άνθρωπος. Όλοι αποφάσισαν να πάνε στο ναό για να δούν και τον Επίσκοπο. Ως και η εταίρα της περιοχής, στολίστηκε να πάει. Μεγάλη κατακραυγή όμως σηκώθηκε εναντίον της, «πώς τάχα τόλμησε αυτή, μια αμαρτωλή, να βεβηλώσει το ναό και να ασεβήσει με την παρουσία της προς τον Επίσκοπο». Σαν τό 'μαθε ο Επίσκοπος, είχε άλλη άποψη. Τους κάλεσε όλους, να την προϋπαντήσουν, και σαν αυτή έφτασε καταστόλιστη με την άμαξά της, ο άγιος γέροντας απευθύνθηκε προς τον λαό, λεγοντάς τους: «Αγαπημένοι μου αδελφοί, βλέπετε πόσο στολίστηκε η γυναίκα αυτή για να προσελκύσει την προσοχή μας στο διάβα της. Ελάτε λοιπόν, κι όλοι εμείς ας στολίσουμε την ψυχή μας, με αρετές, ώστε να την προσέξει και να την βραβεύσει ο Χριστός».


 * * * * * * * * * * * * 
Τούτο το σημείωμα το προκάλεσε ο Κ. Παπαχρήστου. Και γι' απάντηση, έγραψα τούτο «το παραμύθι», χωρίς επιστημονικές αξιώσεις, μα με την αγάπη που έχει κανείς για τις ρίζες του, για τους βλαστούς  του δένδρου, απ' το οποίο κρατάει, και για τους καρπούς που (με την συμβολή του) θα παραχθούν, άσχετα από το αν θα τους γευτεί ο ίδιος. Πιστεύοντας απλώς στο ατομικό χρέος.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

Τρεις Ιεράρχες: Διδάσκαλοι της Οικουμένης


Image result for εικόνες τρεις ιεράρχες 



Έγραφα πέρυσι τέτοιες μέρες για την γιορτή των Δασκάλων. Την ημέρα τιμής και μνήμης των Τριών Ιεραρχών.

Τί παράξενο πράγμα στάθηκε η ζωή και η μόρφωση αυτών των ανθρώπων! Μόνοι οι τρεις τους κοσμούν την Εκκλησία του Χριστού, εκφράζουν γνησίως και απολύτως τη Χριστιανική Αρετή,   και διαπαιδαγωγούν  την Οικουμένη με το λόγο τους  και την απαρέγκλιτη αφοσίωσή τους στην καθαρότητα της καρδιάς.

Συνέβη κι οι τρείς τους να εντρυφήσουν στα Ελληνικά Γράμματα, να αφοσιωθούν στο λόγο του Ευαγγελίου και να υπηρετήσουν με το έργο και το ήθος τους τον κόσμο. Ο ένας με την εφαρμογή της διδασκαλίας του Χριστού στην καθημερινή ζωή και τις ανάγκες της κοινωνίας, ο άλλος με την καθαρή του σκέψη, ξεκαθαρίζοντας τα πνευματικά και δογματικά ζητήματα, κι ο τρίτος με τον έλεγχο των ηγεμόνων και την αγάπη του λαού. Γι' αυτό είναι Δάσκαλοι της Οικουμένης.

Η ζωή τους

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε το 329 ή το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου.  Είχε πολλά αδέρφια και οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ήσαν ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα.

Με εφόδιο τη χριστιανική του ανατροφή, ο Βασίλειος  και με χαρίσματα εξαιρετικής ευστροφίας και μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του, ώστε, μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα. Εκεί, επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, αντιμετώπισε τους κακόδοξους.

Η  ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.

Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Ο Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του, εκοιμήθη εν Κυρίω στα πενήντα του χρόνια  αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο. (Γι' αυτό κι είναι ψεύτικη-γιατί είναι αταίριαστη με τη ζωή του- η πρωτοχρονιάτικη εμπορική εικόνα του χοντρού και ροδαλού γεράκου «που γυρίζει τον κόσμο και  φέρνει στον καθένα ό,τι θέλει».)
 
Το έθιμο της βασιλόπιτας: Στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη, όταν το Βυζάντιο κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία, ο Ιουλιανός πέρασε με τον στρατό του από την Καισαρεία, όπου επίσκοπος ήταν τότε ο Μέγας Βασίλειος. Ο Ιουλιανός διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία,  και  θα έπαιρνε τα φορολογικά έσοδα σαν  θα επέστρεφε -μετά τον πόλεμο-  για την Κωνσταντινουπολη.

Έτσι, οι κάτοικοι αναγκάσθηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας (σε χρυσαφικά νομίσματα κ.λπ). Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες, κι έτσι δεν ξαναπέρασε ποτέ από την Καισάρεια.

Τότε ο Επίσκοπος Βασίλειος έδωσε εντολή να αποδοθούν τα τιμαλφή στον κόσμο που τα είχε δώσει. Επινόησε έναν πρωτότυπο τρόπο: έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, να βάλουν μέσα κι από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό. Κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια, κι έτσι τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.

                                             * * * * * 

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος  γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας. Γονείς του ο Γρηγόριος, επίσκοπος Ναζιανζού και η Νόννα. Είχε και δύο αδέρφια: τον Καισάρειο και την Γοργονία.

Στη Ναζιανζό, παίρνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ στην Καισάρεια, όπου συνεχίζει το σχολείο, γνωρίζεται με τον συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο. Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στην Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17 έως 30 ετών).

Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του, όπου ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στον Πόντο, κοντά στον φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στην πνευματική ζωή.

Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα.

Όλα του τα συγγενικά πρόσωπα πεθαίνουν, αλλά η Θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη (378 μ.Χ.), όπου υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία ενάντια στην αίρεση του Αρείου. Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Όμως ο Άγιος δεν απελπίζεται. Μετατρέπει ένα δωμάτιο του σπιτιού του σε ναό, και του δίνει συμβολικό όνομα «Αγία Αναστασία», δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.

Οι αγώνες είναι επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι ακόμη και πάνω στις σκεπές των σπιτιών του πετούν πέτρες και ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου.

Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μέγας Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381 μ.Χ.). Όπως όλα τα ανθρώπινα όμως, έτσι και με τη ζωή του Γρηγορίου: αντιζηλίες, και δυσαρέσκειες τον ωθούν να παραιτηθεί και αποσύρεται στην γενέτειρά του όπου και τελειώνει ειρηνικά η ζωή του το 390, σε ηλικία 61 έτους.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων. Είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.  Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο Γρηγόριος έγινε γνωστός ως ο «Τριαδικός Θεολόγος» γιατί είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας τόσο μεταξύ των ελληνόφωνων όσο και των λατινοφώνων θεολόγων.

Ο Γρηγόριος είναι άγιος και της Ανατολικής και της Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας και είναι επίσης γνωστός και στις δυο Εκκλησίες, (Ανατολική και Δυτική) ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με το Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, κι ως ένας από τους Δασκάλους της Εκκλησίας.

                                                    * * * * *
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 347 μ.Χ.(κατά άλλους το 354 μ.Χ.). Πατέρας του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα. Γρήγορα έμεινε ορφανός από πατέρα, και η μητέρα του - χήρα τότε 20 ετών - τον ανέθρεψε και τον μόρφωσε κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια - κοντά στον τότε διάσημο ρήτορα Λιβάνια - αλλά και στην Αθήνα, μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μέγα Βασίλειο.

Όταν αποπεράτωσε τις σπουδές του, επανήλθε στην Αντιόχεια και αποσύρθηκε στην έρημο για πέντε χρόνια, όπου ασκήτευε προσευχόμενος και μελετώντας τις Άγιες Γραφές. Ασθένησε όμως και επέστρεψε στην Αντιόχεια, οπού χειροτονήθηκε διάκονος - το 381 μ.Χ., σε ηλικία 34 ετών - από τον Αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο. Αργότερα δε από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών.

Κατά την Ιερατική του διακονία ανέπτυξε όλα τα ψυχικά του χαρίσματα, πύρινο θείο ζήλο και πρωτοφανή ευγλωττία στα κηρύγματα του. Έσειε και συγκλόνιζε τα πλήθη της Αντιόχειας και συγκινούσε τις ψυχές τους βαθύτατα. Η φήμη του αυτή έφτασε μέχρι την Βασιλεύουσα και έτσι, την 15η Δεκεμβρίου 397 μΧ., με κοινή ψήφο βασιλιά Αρκαδίου και Κλήρου, έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, κάτι που ο ίδιος δεν επεδίωξε ποτέ. Και από την θέση αυτή ο Ιερός Χρυσόστομος, εκτός άλλων, υπήρξε αυστηρός ασκητής και δεινός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, όπως φαίνεται από τα πολλά συγγράμματα του (διασώθηκαν 804, περίπου, ομιλίες του). Έργο επίσης του Χρυσοστόμου είναι και η Θεία Λειτουργία, που τελούμε σχεδόν κάθε Κυριακή, με λίγες μόνο, από τότε μετατροπές.

Ο ιερός Χρυσόστομος κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του υπήρξε αδυσώπητος ελεγκτής κάθε παρανομίας και κακίας. Αυτό όμως έγινε αιτία να δημιουργήσει φοβερούς εχθρούς, και μάλιστα αυτήν την αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή ήλεγχε τις παρανομίες της. Αυτή μάλιστα, σε συνεργασία με τον τότε Πατριάρχη Αλεξαδρείας Θεόφιλο, συγκάλεσε σύνοδο και πέτυχε την καθαίρεση και εξορία του Αγίου σ' ένα χωριό της Βιθυνίας.

Η απόφαση αυτή όμως, τόσο εξερέθισε τα πλήθη, ώστε αναγκάστηκε αυτή η ίδια η Ευδοξία να τον ανακαλέσει από την εξορία και να τον αποκαταστήσει στο θρόνο με άλλη συνοδική αθωωτική απόφαση (402 μ.Χ.).

Αλλά λίγο αργότερα, η ασεβής αυτή αυτοκράτειρα, κατάφερε και πάλι να εξορίσει τον Άγιο (20 Ιουνίου 404 μ.Χ.) στην Κουκουσό της Αρμενίας και από κει στα Κόμανα, όπου μετά από πολλές κακουχίες και άλλες ταλαιπωρίες πέθανε το 407 μ.Χ.

Ο Μ. Ι. Γαλανός στον Συναξαριστή του, μεταξύ των άλλων, αναφέρει για τον Ιερό Χρυσόστομο, ότι υπήρξε και αναγνωρίζεται ως άριστος και δημοφιλής διδάσκαλος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Κανένας δεν εξήγησε όπως αυτός, με τόσο πλούτο και τόση σαφήνεια τα νοήματα των θείων Γραφών, ούτε  υπήρξε εφάμιλλός του στην ετοιμολογία, την απλότητα, αλλά και στη φλόγα και τη δύναμη της ρητορείας.

Υπήρξε ρήτορας θαυμαστός, λογοτέχνης απαράμιλλος, βαθύτατος και διεισδυτικότατος, ψυχολόγος και καταπληκτικός κοινωνιολόγος με αίσθημα χριστιανικής ισότητας, χωρίς προνομιούχους, με καθολική αδελφότητα.

Ανήκει σ' αυτούς που φαίνονται «ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ» (Προς Φιλιππησίους, 6' 15.). Δηλαδή σαν φωτεινά αστέρια μέσα στον κόσμο.

Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο ιερός Χρυσόστομος πέθανε την 14η Σεπτεμβρίου του 407, αλλά λόγω εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μετατέθηκε η εορτή της μνήμης του την 13η Νοεμβρίου,  την 27η Ιανουαρίου εορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων του, αλλά η μνήμη του εορτάζεται και την 30η Ιανουαρίου ημέρα μνήμης των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.

Σημείωση: Για τους βίους των αγίων Τριών Ιεραρχών ανέτρεξα κυρίως στον Συναξαριστή. Ειδικώτερα:
α) για τον Μέγα Βασίλειο  εδώ: http://www.saint.gr/1/saint.aspx
β) για τον Γρηγόριο τον Θεολόγο  εδώ:  http://www.saint.gr/1161/saint.aspx  και  εδώ: http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2015/01/o-agios-grigorios-o-theologos-kai-poihmata.html και τέλος,
γ) για τον Ιω. Χρυσόστομο  εδώ: http://www.saint.gr/3021/saint.aspx

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Η συνάντηση του ανθρώπου με την ουσία των πραγμάτων


Image result for εικόνες Κίρκη 

Χρόνια τώρα προσπαθούμε να καταλάβουμε πού πάμε, και γιατί η πολιτεία των ημερών μας είναι αλυσιτελής, αδιέξοδη, άκαρπη και ψεύτικη.

Είναι που βαδίζουμε μέσα στο πρόσχημα, την εθελοτυφλία και την επιφάνεια των πραγμάτων. Τούτη τη σκέψη έφερε στο μυαλό μου η ανάγνωση του παρακάτω κεφαλαίου, από τη Γκέμμα του Λιαντίνη. Ποτέ ίσαμε σήμερα δεν σκεφτήκαμε πολίτες και πολιτικοί,  ότι η επί μακρόν και επιμόνως προτεινόμενη πολιτική εκδοχή τους είναι απρόσφορη. Θέλουν ή "να μας σώσουν" ή να εξουδετερώσουν τον πολιτικό τους αντίπαλο. Κανείς τους δεν ασχολείται με την ουσία του προβλήματος: που είναι μάλλον να γνωρίζουν τί είναι ικανοί να κάνουν, και τί δεν είναι ικανοί να κάνουν.  Όπως φαίνεται, ασχολούνται με την πολιτική μόνο για το παιχνίδι, αποκαμωμένοι ίσως από τη ζωή τους, και χωρίς πρόθεση ή δυνατότητα επανάκαμψης σ' αυτήν. Γιατί δεν (θέλουν να) ξέρουν πως κάποτε το παιχνίδι τελειώνει. Να, κάπως έτσι:

ΤΑ ΚΑΤΑ ΚΙΡΚΗΝ 
(...)

Ο Όμηρος είναι ή για τα μικρά παιδιά ή για τους πολύ γέροντες. Θα τον ακούσεις να παραμυθολογεί και θα σε δέσουν τα λόγια του, όπως σε δένουν μαύρα μάτια ή γαλανά, όταν δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα ή όταν τα ξέρεις σχεδόν όλα.

Έλα να ιδούμε, λοιπόν, κάτω απ' αυτή τη διπλή οπτική του μικροσκόπιου και του τηλεσκόπιου τι λέει στην ιστορία της Κίρκης.

Το καράβι του Οδυσσέα με τους συντρόφους πλέει στα νερά, και βιγλίζει μακρυά τους ορίζοντες. Ξαφνικά φαίνεται στο ραντάρ του, νησί. Πλησιάζουν γλαυκοπετώντας και λάμνοντας και το νησί μεγαλώνει. Μεγαλώνει, ωσόπου παίρνει το θώρι μιας ωραίας εξωτικής παραλίας.

- Τραβάτε και ιδέστε, τι είναι εκεί, λέει ο Οδυσσέας στους ναύτες. Γιομίστε τα τουλούμια με νερό. Πάρτε και στα φλασκιά κρασί, εάν βρείτε. Φέρτε και παξιμάδια, ανανάδες, καρύδες και ό,τι άλλο πετύχετε φαγώσιμο για το ταξίδι. Κι ελάτε να τραβήξουμε για τη μακρυνή Ιθάκη. Άειντε, και κάμετε σύντομα.

Οι σύντροφοι βαρκαρίζουνται στο νησί, κι ο βασιλιάς μένει επάνω στο καράβι φύλακας, συντηρητής, οικονόμος, και τεχνικός διαχειριστής.

Οι σύντροφοι προχωρούνε, ακροαστικά και ανιχνεύοντας, φτάνουν μπροστά σ' ένα παλάτι, και βλέπουν μια μάγισσα. Η Κίρκη είναι αυτή. Την πλησιάζουνε άφοβα, κι εκείνη τους ρωτάει το ποιος και το πώς, το πούθε, το γιατί και για πού. Ακούει και μαθαίνει.

Ύστερα τους κοιτάει γλαρωτικά, σηκώνει μια ξαφνική βεργούλα, αγγίζει απάλαφρα τους συντρόφους στον ώμο και στον τράχηλο, κι αμέσως οι σύντροφοι γίνουνται χοίροι. Ένα γραμμόφωνο πιο πέρα παίζει κάποιο σημαδιακό ρεμπέτικο:

Τα δύο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε.

Οι σύντροφοι σκορπίζουνται δυο δυο, τρεις τρεις στην πρασινάδα και στις βραγιές του κήπου, και αναματιάζουνται σαστισμένοι. Ύστερα, μ' ένα τρελό χοροπηδητό, αρχίζουνε να τρέχουν, να στέκουνται, να πηδάνε, και να γρυλλίζουν. Θέαμα ευτυχισμένο παραδείσου.

Λουτσάνε και στα νερά, κι όπου βρούνε λάσπη πάνε και χώνουν το μουσούδι τους, και κυλιούνται πανεύτυχα. Τα τρελαίνει η λάσπη τα γουρούνια, που λέει κι ο Δημόκριτος. Σύες ἐπι φορυτῷ μαργαίνουσι (i).

Ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι τους συντρόφους, αλλά οι σύντροφοι δεν έρχουνται. Μία, δύο, πέντε, δέκα ημέρες. Άδημονεί, συγχύζεται, κακοβάλνει. Κάποτε χάνει την υπομονή του. Ξεκινάει να πάει ο ίδιος στο νησί. Και πηγαίνει και βλέπει. Και βλέπει και θιαμάζεται. Και θιαμάζεται και δεν πιστεύει.

- Σε καλό μου, Ποσειδώνα! φωνάζει. Τι μού ‘στειλες πάλι!

Τότε αντικρύζει και τη μάγισσα. Τα μάτια της είναι σκοτεινά της αστραπής. Σε μαρμαρώνουν. Ένα ρίγος νιώθει να κυλάει στη ράχη του, και ξαφνικά καταλαβαίνει. Δια μιας συλλαβαίνει ολόκληρη την κατάσταση. Εποπτικά και ακαριαία, που λένε οι ψυχολόγοι της ενορατικής μάθησης. Ξιφουλκεί τότε, το μάτι του άγριο, και σκούζει στη μάγισσα.

-Πίσω, άτιμη, και σ' έφαγα. Τη Μπαναγία σου μέσα. Κάνε γρήγορα τους συντρόφους μου ανθρώπους! Γιατί σου παίρνω το κεφάλι με το σπαθί, όπως ο Περσέας τη Γοργόνα. Και δεν έχω και καθρέφτη.

Η Κίρκη πανικοβάλλεται, ξεφωνίζει αχ, ζαρώνει να αφανιστεί. Σηκώνει το μαγικό ραβδάκι, αγγίζει πάλι τους συντρόφους. Ένας-ένας αρχίζει να αναδύεται μέσα από το θαμπό βάθος του κόσμου των ζώων. Αγάλι-γάλι τα γουρούνια παίρνουν ν' αλλάζουν σουσούμια, μεταμορφώνουνται, ξαναγίνουνται άνθρωποι.

Ο βασιλιάς διατάζει τους ναύτες να στοιχηθούν τριάδες, πάντα με το σπαθί στο χέρι. Κοιτάει τη μάγισσα και η ματιά του έχει μεγάλη εξάντληση. Ψιθυριστά σχεδόν της λέει:

- Καημένη μου, σπολλάτη σου. Που δε σε κόβω λιανά λιανά με το γεντέκι, να σε ρίξω να σε φάνε τα ψάρια της πισίνας σου. Κι είσαι και γυναίκα.

Είπε, και γυρίζει στους συντρόφους, και τους δίνει το παράγγελμα: - Άντρες! εμπρός μαρς! ένα δύο, εν δυο! Παίρνει τους στρατιώτες του και ξεμακραίνει κατά το καράβι.

Αυτή είναι η ιστορία της Κίρκης. Και κάπως έτσι θα την διδάξουμε στους μαθητές μας οι δάσκαλοι. Στα παιδιά των δεκατριώ χρονών.

Θα καρυκέψουμε και λίγο το μάθημα με μια πρόχειρη γαρνιτούρα. Γραμματική, λίγη σύνταξη, λέξεις, εικόνες, στοιχεία εποχής, διαγραφή χαρακτήρων και τα συναφή. Πάει καλά.

Ένας μαθητής μικρός, μικρούτσικος, δοκιμάζει να ξηλώσει στην άκρη το στερεό ύφασμα που ύφανε ο αργαλειός της τάξης.

- Μα καλά, κυρ δάσκαλε, αυτός είν’ ο Όμηρος; Ένα τέτοιο παραμύθι θα μπορούσε κι η γιαγιά μου να το πλάσει. Για να μας νανουρίζει τις νύχτες με το φεγγάρι. Λίγο αλαφροΐσκιωτη νά ‘τανε, λίγο νεραϊδοπαρμένη, και φτάνει. Αυτός είν’ ο Όμηρος;

Αυτός είν’ ο Όμηρος; ερωτάμε κι εμείς με τη σειρά μας. Ο πατέρας των ποιητών; Όπως έλεγε κι ο ίδιος για το Δία, ο πατέρας των θεών. Ο Όμηρος, στους έλληνες ο πρώτος, η πύλη του πολιτισμού της Ευρώπης, η ακένωτη πηγή της σοφίας;

- Οι τραγωδίες μου είναι ψίχουλα από την πλούσια τράπεζα του Ομήρου, έλεγε ο Αισχύλος. Κι ένας ζωγράφος, ο Γαλάτων, εζωγράφισε ένα συμπόσιο σε πολυτελή αίθουσα. Έβαλε γύρω-τριγύρω όλους τους μεγάλους έλληνες συγγραφείς, και στη μέση ο Όμηρος. Ανοίγει το στόμα του καθώς τερρακόττα, και κάνει εμετούς. Και οι άλλοι τρώνε εν χορώ τα «ἐμημεσμένα».

Τριάντα αιώνες τώρα τον μελετάμε. Τον διδάσκουμε, τον σπουδάζουμε, τον εξηγάμε, τον σχολιάζουμε, και στην άκρη του δεν εφθάσαμε. Κι ούτε θέλει να φτάσουμε ποτές. Αυτός λοιπόν είν’ ο Όμηρος; Ένας ανοϊκός γεροντάκος; Σε καλό μας, δηλαδή,

Ο μαθητής με τα έξυπνα μάτια έχει δίκιο. Μας προκαλεί. Να αποβάλουμε τη σύνδρομη αφέλεια που, χωρίς οι ίδιοι να το νιώθουμε, κατεβάζει το δάσκαλο στην ηλικία του μαθητή. Ο μαθητής μας προκαλεί να ιστορήσουμε αλλοιώτικα την ιστορία. Όχι πια για τα παιδιά, αλλά για τους γερόντους. Κάπως έτσι.

                                                       * * *

Στον παλιό καιρό, στα χρόνια του Τρωικού πολέμου και του Όμηρου που λένε, ένα καράβι ταξιδεύει στις θάλασσες. Οι ναύτες του είναι σκαριά και ράτσες. Γεμιτζήδες, μούτσοι, λοστρόμοι, καμαρώτοι. Ανάμεσά τους βρίσκεται ίσως και κάποιος κοντραμπατζής.

Είναι όλοι τους άνθρωποι αγράμματοι, μεροκαματιάρηδες, αγροίκοι. Το ξεροβόρι και η αρμύρα έχει αργασμένο το πετσί τους. Είναι ξυπόλυτοι, χελωνόδερμοι, σκύλοι καραβίσιοι, θαλασσόλυκοι που λέει ο κόσμος. Η γλώσσα τους είναι φτενή, οι λέξεις το πιότερο χυδαίες. Οι βρισιές περισσεύουνε. - Μη βρίζεις σα ναύτης! που λέει η παροιμία.

Όλο ετούτο το τσούρμο ταξιδεύει στα πέλαγα μήνους, και κάποτε χρόνους. Δε βλέπουνε παρά θάλασσα και ουρανό. Και ζούνε με τους αέρηδες, τις τρικυμίες, τα κίντυνα, τους σκορβούτους, τη ναυτία. Και οι καρχαρίες να χάσκουν στου καραβιού τις πάντες. Ο καθένας στη δουλειά του. Στο κουπί, στο βίτζι, στον αργάτη, στη γέφυρα, στο δοιάκι.

Κάθουνται τα βράδυα, αστρονομίζουνται, κοιτάνε το Νότιο Ιχθύ, τον α του Κενταύρου, το Σταυρό του Νότου, και σκέφτουνται το σπίτι τους. Να γυρίσουνε στα παιδιά, στη γυναίκα, στους φίλους. Το λιμάνι, η ταβέρνα. Να πιούνε το κρασάκι τους, να καλοκαρδίσουν, να τραγουδήσουνε, να ξεδώκει ο νους. Να ξαναγίνουνε άνθρωποι, μωρέ.

Πολλά τους λείπουνε. Και η στέρηση κρατά την ψυχή τους φρυγμένη γη. Αλλά πάνω απ' όλα τους λείπει η γυναίκα. Αχ, το θηλυκό, η τρυφερή σάρκα, το νόστιμο φιλί, το «παίξε με».

Και είναι όλοι τους στο φόρτε της ηλικίας. Δυνατοί, νταβραντισμένοι, ακαταπόνητοι, να πλαντάξουν. Το βράδυ στυλώνουν το βλέμμα σε κάποια γυμνή καρφωμένη στον τοίχο της κουκέτας. Τότε το μάτι τους μαυρίζει. Για μια στιγμή σταματά η ανάσα τους. Ένας υδράργυρος νιώθουν να κυλάει στην πλάτη τους ως κάτου στη ραχοκοκαλιά. Οι ασκητάδες της λαγνείας, που έλεγε ο Μυριβήλης για κάποιους άλλους ναύτες σε χαρακώματα και σε αμπριά.

Τι πάει να πει γυναίκα για το ναυτικό, το ξέρει όλος ο κόσμος.

- Ο στόλος! έρχεται ο στόλος! Θυμηθείτε το σύρμα που έπεφτε σε παλιότερους καιρούς στον Πειραιά, όταν έφτανε ο 6ος Στόλος. Η προκυμαία, τα μαγαζιά, τα ντερσέκια, η Τρούμπα. Όλα τα σήκωνε και τα αρμένιζε ένας άνεμος πυρετός. Σε κορμιά και σε παντελόνια, σε σάρκες και σε τσέπες συναγερμός και πόλεμος.

Τέτοιοι είναι και οι σύντροφοι του Οδυσσέα. Οι ασκητάδες της λαγνείας. Και ξαφνικά βρίσκουνται σ’ ένα εξωτικό νησί. Ξανοίγουν μπροστά τους μια ωραία γυναίκα. Είναι τόσο έμορφη, που μοιάζει μάγισσα. Καθώς τους πλησιάζει, περπατάει και νομίζουνε πως γίνεται σεισμός.

- Παναγιά μου! θα βουλιάξει το νησί.

Μάγισσα λέμε και σήμερα μια ωραία γυναίκα. Όπως και γόη έναν αρρενωπό άντρα. Γητευτής που μαγεύει τα σουρούλια και τα φίδια. Πόσα τραγούδια δεν εσκαρώσανε ο Μάρκος και ο Μπάτης και ο Τσιτσάνης για μάγισσες και βότανα, και λαγγεμένη Ανατολή.

Αυτή λοιπόν είναι η Κίρκη. Μια γυναίκα θύελλα και καταποντισμός. Στέκεται αγνάντια, κουβεντιάζει τους ναύτες, και η ερωτική πενία αγκριφώνει άγρια τα κορμιά τους. Νιώθουν να τους χτυπάνε απανωτά ουρές από κίτρινους σκορπιούς.

Αλλά και η Κίρκη είναι μόνη. Βασίλισσα στην ερημιά σαν τη βασίλισσα του Σαβά στα ταξίδια του σοφού Σολομώντα. Απολησμονημένη σε μία εξωτική όαση.

Πόση εμορφιά, και πόσα καλέσματα του αίματος τριγύρω της. Κήποι, χουρμαδιές και ανανόδεντρα, λωτοί για λωτοφάγους, ίσκιοι, φυλλωσιές που τις τυφλώνει το κάθετο φως, πουλιά να κελαηδούν κρυμμένα στους φοίνικες. Και οι καθαρές αμμουδιές απλωμένες ανάσκελα. Στη μέση το ωραίο παλάτι, στην άκρη το ατλάζι του πέλαγου. Και κάπου κοντά οι σπηλιές της αμμουδιάς, κι οι ζωγραφιές της θάλασσας. Τόποι για εμπνοή και ποίηση.

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη
υπάρχει μια έκσταση (ii).


Και η Κίρκη η σκοτεινή είναι φλεγόμενη σαν του ήλιου τις κηλίδες. Ο Όμηρος κάπου τη φωνάζει και ηλιογέννητη. Είναι δροσάτη και θαλερή. Και πάνου απ' όλα διψασμένη για άντρα.

Καθώς καίει το τζάκι κέδρα και λιβανωτούς· καθώς ανάβουν τα δαδιά και οι λαμπάδες στους λυχναστάτες· καθώς κορώνει ψηλά ο πολυέλαιος· εκείνος ο τολμηρός του Καβάφη που

μες στη φλόγα του την καθεμιά πυρόνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή·(iii)


καθώς στρώνεται το πλούσιο τραπέζι με κυνήγια, με «καθαρά» ψάρια, με δυνατά κρασιά· καθώς αρχίζουν τα λιανοτράγουδα...

Οι σύντροφοι, ένας ένας, γνωρίζουν τους κόλπους της Κίρκης.

Και η δαιμονική γυναίκα είναι αχόρταγη. Ορμάει και μπαίνει στο βαθύ της στοιχείο σαν την πανσέληνο.

Ποιος αρχαίος συγγραφέας αναφέρει για την Κλεοπάτρα Σελήνη, τη γνωστή μας, ότι σε μια νύχτα έκανε στοματικό έρωτα με δεκάδες ρωμαίους ιππείς; Και ο λατίνος ιστορικός μιλά για την ακαταπόνητη Μεσσαλίνα, τη γυναίκα του Κλαύδιου, ότι σε διαγωνισμό δύναμης, ταχύτητας και αντοχής κατατρόπωσε τις πιο διαβόητες εταίρες της Ρώμης. Η Κίρκη γίνεται στέρνα ακένωτη χυμών, και βροντείο ήχων.

Έρχεται, λοιπόν, η ερωτική παννυχίδα χωρίς όρια και μέτρα. Βόγγος άγριος του πελάγου, τρικυμία τρικούβερτη στους κήπους, αστραπές και τρέμουλο στα παράθυρα, στις κάμαρες, στα φωτανάμματα. Είναι αγριολατισμένο το τραγούδι του Καικία και του Σκίρωνα, του Εύρου και του Λίβα. Θα υπάρχει στη θέση του αύριο το νησί; Ή θα τό ‘χουν καταπιεί οι ροές του ωκεανού και η συνταραχή των άστρων;

Και τη μία νύχτα ακολούθησε άλλη. Και τη μία μέρα ακολούθησε άλλη, και άλλη. Και επέρασε καιρός πολύς σε ώρα λίγη. Και ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι με την παλάμη κεραμίδι στο μέτωπο.


Δεν ημπορούμε παρά να λογαριάσουμε την ψυχολογική μετάλλαξη που συντελέστηκε στα συνήθια των συντρόφων. Των άξεστων συντρόφων που βρεθήκανε καταμεσίς στη δίνη του αρσενικού ζώου. Πού ήσανε χθες, και πού βρίσκουνται τώρα; Όλο τον καιρό επαλεύανε με την κόλαση. Η βάρδια, το κουπί, η αϋπνία, η πείνα, ο κίνδυνος, η ναυτία, η ανία, το ως πότε;

Και ξαφνικά η μέρα εγύρισε φύλλο, και η σκυλίσια αίσθηση έγινε όνειρο. Παράδεισος, χορτασμός, μαγεία, όργος και τελεσμός. Ένα παραμύθι ανύποπτης φαντασίας εκατέβηκε, και ετύλιξε με μουσική βαθύηχη και όραση θολή ολάκερη την ύπαρξη των συντρόφων.

Μα το να ζήσεις έτσι είναι διάταξη και σύνταξη θαυμάτων. Και να πεθάνεις έτσι είναι μεταλλείο μετεώρων που, μέσα από τα ερείπια και την τέφρα των άστρων, χύνουνται καταχυτά στους καταρράχτες των γαλαξιών.

Ο πιο ωραίος θάνατος, λέει κάπου ο Γκαίτε (iv), είναι να στροβιλίζεσαι σ' ένα τρελό χορό με τη γυναίκα που αγαπάς, και να πέσεις απότομα ξερός.

Οι σύντροφοι σιγά σιγά βουλιάζουν σ' ένα ηδονικό αποκάρωμα. Ένας γελούμενος πυρετός, μια αίσθηση παντοδυναμίας μέσα στην τέλεια άφεση τους κυριεύει ως τις ίνες και τα κύτταρα. Σιγά σιγά τα ξεχνούν όλα.

Πάει και κυβερνήτης και καράβι. Πάει η θάλασσα, το ταξίδι, η αποστολή, ο νόστος και η Ιθάκη. Αυτά τώρα πια είναι για τους πεζούς και τους φρόνιμους. Ετούτοι το κρασί τους το πίνουνε άκρατο. Δε γίνεται να το νερώσουν. Ακριβώς σύμφωνα με την αίσθηση εκείνου του τρομαχτικού λυρικού, που πέθανε στα είκοσι εννέα του χρόνια:

Της που ορίζει Ποστούμιας ο νόμος τό ‘πε:
Όπου αρέσει σας δώθε πάρτε δρόμο
νερά εσείς, του κρασιού χαμός,
τραβάτε στους σεμνούς.
Εδώ μένει αγνός ο Βάκχος (v).


Εάν χρωματίσουμε με λίγο ηθικό λουλάκι ετούτη τη σύρριζη αλλαγή στη συμπεριφορά των συντρόφων, βλέπουμε τους εαυτούς μας αναγκασμένους να μιλήσουν για ανθρώπους που γινήκανε ζώα. Τα ξεχάσανε όλα. Και στο θόλο της ζωής τους ένας είναι ο ήλιος. Η Κίρκη με τα θέλγητρα και με τα παιχνίδια της. Ο πόλεμος του θέρου και του τρύγου.

Τη μεταμόρφωση ο Όμηρος την περιγράφει με μια απλότητα που κλονίζει. Η Κίρκη άγγιξε τους συντρόφους με τη μαγική βεργούλα. Νά 'τανε άραγε αυτό η αχνογελόχαρη κλειτορίδα της; Κι εκείνοι γενήκανε γουρούνια.

Ο Οδυσσέας αποκαρτέρησε κάπου. Και πήρε τα βουνά και τα όρη. Ξεκινά να πάει να κάμει ο ίδιος αυτοψία. Να αναγνωρίσει έδαφος και κατάσταση. Τραβάει στο νησί, διασχίζει τους κήπους, περνάει την αύλειο θύρα, μπαίνει στο παλάτι, και βλέπει. Βλέπει και δεν πιστεύει.

Εδώ οι θάλασσες περάσανε μέσα από την τρύπα της βελόνας. Πυγολαμπίδες κι ακανθυλίδες ζουν μεγάλες περιπέτειες.

Το πρώτο που τού ‘ρχεται είναι ν’ αρπάξει το καμουτσί, και να γίνει Αίας μαστιγοφόρος σε πρόβατα και μοσχάρια.

- Σκυλιά! να τους φωνάξει. Ξεβράσματα και βδέλλες. Σας έστειλα στο αμπέλι για σκάψιμο, και σεις μου ξεκόψατε στο δρόμο, και γουρουνίζετε στην ταβέρνα. Εμπρός! ούλοι μπροστά και γραμμή, στο καράβι.

Όμως δεν είναι αυτή η επιλογή. Γιατί ο Οδυσσέας είναι έξυπνος.

Ο Οδυσσέας είναι ο πιο έξυπνος έλληνας του καιρού του, και των άλλων καιρών. Δέκα χρόνους επολέμησαν το κάστρο αρίφνητα ασκέρια Δαναών, και δεν έφτασαν να το πάρουν. Και κείνος, ένας και μόνος, το πήρε σε μια νύχτα.

Και να ειπείς πως ήταν ο πολεμοχαρής, ή ο γεννημένος στρατηγός; Όχι. Όταν στη γενική επιστράτεψη των ελλήνων επήγαν να τον πάρουν από την Ιθάκη, ο Οδυσσέας, για ν' αποφύγει, επήρε το ζευγάρι του τα βόιδια κι επήγε να σπείρει τις αμμουδιές αλάτι. Για να τον πάρουνε για τρελό, και να τον προσπεράσουν.

Πολύτροπον, και πολύμητιν, και πολυμήχανον τον ονομάζει ο ποιητής. Και τον θέλει εκλεκτό της Αθηνάς, της θεάς της σοφίας.

Κάθε φορά, διηγιέται ο Όμηρος, που τα πράγματα τον έριχναν στα στενά· κάθε φορά που έβρισκε μπροστά του τοίχο συμπαγή, εκεί που χρειαζότανε πόρτα για να περάσει· κάθε φορά που σήκωνε πελιδνός τα χέρια και φώναζε: - Βοηθάτε θεοί! χάνομαι· κάθε τέτοια αμήχανη και άπορη ώρα, κατέβαινε αστραπή η Αθηνά από τον Όλυμπο, και τού ‘δινε τη λύση:

-Έτσι θα κάμεις τώρα. Τούτο θα κάμεις τώρα. Πρόσεχε! από ‘δώ. Αυτό θα κάμεις τώρα!

Μας έχει πρήξει ο Όμηρος να το λέει και να το ξαναλέει. Ο Οδυσσέας, τονίζει ο ποιητής συνέχεια, είχε άγιο και πολιούχο την Αθηνά, τη θεά της σοφίας.

Ποια Αθηνά, αναγνώστη μου; Ποια θεά, και σοφία και κουροφέξαλα; Το μυαλό του είχε προστάτη και πολιούχο. Η σκέψη του ήταν η Αθηνά. Η σκέψη του, η αστραφτερή, η θυελλώδης στην ηρεμία της, η πάντα έτοιμη, η πολύτροπη. Η σκέψη του η λυγερή σαν το φίδι, και η τρομερή σαν τον πάνθηρα. Είδες ποτέ σου στο σκοτάδι να αστράφτουν τα μαχαίρια;

Την κάθε δύσκολη κατάσταση ο Οδυσσέας την εκτιμούσε ακαριαία. Το μυαλό του ήταν ένας πολύπλοκος υπολογιστής που έφτανε από τη Γενεύη στο Παρίσι. Αυτό τού ‘δινε την αστραπιαία λύση, που την εδιάβαζε ως την τελική της φάση. Τη λύση τη μία, την αδιανόητη, την εξαιρετική. Η σύλληψη των ελλήνων, ότι ήταν ο πιο έξυπνος άνθρωπος και ο προστατευόμενος της Αθηνάς σοφίας, περιέκλεινε αυτό ακριβώς το νόημα.

Τώρα, μπροστά στο πρόβλημα της Κίρκης σκέφτεται απλά: Ποιος ημπορεί να αποσπάσει ετούτους τους παράφρονες από αυτό το γλέντι των θεών; Έτσι και δοκιμάσω να ασκήσω βία, θα με αρπάξουν όλοι τους, θα με σκορπίσουνε κομμάτια, και θα σπείρουν τα μέλη μου στη θάλασσα. Όχι αυτός. Άλλος πρέπει νά ‘ναι ο δρόμος.

Ο Οδυσσέας κοιτάει ήρεμα τους συντρόφους. Σε μια στιγμή, και χωρίς να το νιώσει κανείς, αναποδογυρίζει το μάτι του, που να φανεί το ασπράδι. Όπως ακριβώς λένε ότι γινότανε το βλέμμα του Βοναπάρτη πριν από τις μεγάλες μάχες. Το Λόντι, το Μαρέγκο, το Αούστερλιτς.

Οπότε ο βασιλιάς της Ιθάκης πραγαλιάζει απότομα, κοιτάει με νόημα τους συντρόφους, και το γυρίζει σε σκοπό αντάμικο.

- Ωχού, καρντάσηδες! τι κελεπούρι και θάμασμα είναι τούτο. Η καύλα της λειώνει τα χάλκινα κηροπήγια. Και το γέλιο της καταλάμπει τον Όλυμπο. Γελάει και χαίρεται, και το ιερό όρος αστραποβολάει ολάκερο. Από το Λιτόχωρο έως το Μύτικα. Ορμάτε, κι εγώ μαζί σας.

Και ρίχνεται με τους άλλους στο γλέντι.

- Έτσι σε θέλουμε, αρχηγέ, φωνάζει το χαυνωμένο κοπάδι. Να μας ζήσεις. Και δίνουνε άγριο κρότο με τα χέρια.

Ο Οδυσσέας γνωρίζει τώρα με τη σειρά του τους κόλπους της Κίρκης. Τελευταίος, αλλά τους εγνώρισε.

Και το γλέντι τραβάει γαϊτάνι. Ωστόσο στο κλειστό σύστημα τώρα μπαίνει μια καινούργια αιτία, που θα φέρει το χαλασμό.

Για την Κίρκη ήρθε η ώρα, τώρα να γνωρίσει τον άντρα. Ο Οδυσσέας δεν είναι λοστρόμος. Ο Οδυσσέας δεν είναι ο κυβερνήτης. Ο Οδυσσέας δεν είναι ο βασιλιάς. Ο Οδυσσέας είναι ο πιο έξυπνος άντρας. Κι αυτό δε σημαίνει απλώς πολλά. Αυτό τα σημαίνει όλα.

Η Κίρκη είναι έξυπνη. Γι' αυτό είναι τόσο έμορφη, ώστε να φαντάζει μάγισσα και μάγισσας παιδί. Γι' αυτό μαγεύει τ’ άστρι και δεν περπατεί.

Αν δεν ήτανε έξυπνη η Κίρκη, δε θά ‘τανε κι έμορφη. Η εμορφιά είναι δύναμη νόησης. Η εμορφιά δεν είναι απλά καμπύλες, και χρώτας, και λίκνισμα, και λαιμός και μαλλιά. Η εμορφιά είναι δαιμονική κυριαρχία στον περίγυρο από αιτίες απροσδιόριστες. Είναι το «ἀμήχανον κάλλος» που λέει ο Πλάτων.

Κοιτάς μια γυναίκα στο δρόμο, και γίνεσαι χάνος.

- Τι κινούμενο όραμα είναι ετούτο! φωνάζεις, και πέφτεις με το αμάξι στην κολόνα. Σταματάς, την κουβεντιάζεις λίγο, κι όπου φύγει φύγει. Πέντε λεφτά σου άρκεσαν, για να βγάλεις από μέσα της το μοσχάρι και την όρνιθα.

Το ίδιο συμβαίνει και μ’ έναν άντρα που έχει επιφάνεια, αλλά από μέσα του είναι στεκάμενο έλος.

- Τι Πατούχας μου βγήκε, μωρέ, ετούτος ο ολυμπιονίκης!

Η Κίρκη, λοιπόν, τώρα γνωρίζει τον άντρα. Το διαπεραστικό της βλέμμα βγάζει από μέσα του εκείνη τη δύναμη που περνά από το ωραίο στο υπέροχο, όπως λέει ο Κάντ.

Ωραίο είναι το ρόδο, το ζουμπούλι, ο έποπας, το κελάρυσμα της πηγής, ο κήπος, το δειλινό. Αλλά ο κεραυνός, όταν σκάει δίπλα σου και σε τυφλώνει η λάμψη του και η βροντή του σε αλαλιάζει, είναι υπέροχος.

Και όσο το ωραίο τρέπεται στο υπέροχο, τόσο γίνεται και πιο επικίνδυνο. Το υπέροχο είναι τρομερό, και στις πολύ ψηλές τιμές του σκοτώνει. Παράδειγμα η ωραία Ελένη του Μενελάου, που έσυρε ξοπίσω της χιλιάδες κουφάρια.

Η Κίρκη, λοιπόν, τώρα βρίσκει τον άντρα. Τώρα ερωτεύεται. Κυριαρχική και κυριαρχημένη, αφήνεται σε μια αίσθηση θρίαμβου και πανικού. Αφανίζεται όλη μέσα στους εξοντωτικούς σπασμούς της ύπαρξης, και στις καταλαμπές των οραμάτων της.

Γυναίκα δαιμονική, γιατί ‘ναι έξυπνη, ερωτεύεται και παραδίνεται στον Οδυσσέα, όπως η θεά Καλυψώ. Η Καλυψώ εκράτησε τον Οδυσσέα εφτά χρόνους στη σπηλιά της. Και έφτασε να του τάξει την αθανασία, αν αρνιότανε για το χατίρι της την Ιθάκη.

- Άσε με, θεά μου, να φύγω. Να ιδώ μια μέρα να καπνίζει το φουγάρο της καλύβας μου. Την παρακαλούσε ο Οδυσσέας, και δάκρυζε. Άσε με.

- Όχι, παλικαρά μου. Δε σ’ αφήνω, γιατί μ' αρέσεις. Το βλέμμα σου με τρελαίνει, τού ‘λεγε η Καλυψώ. Εκείνος της γύρευε καπνό, κι εκείνη τον ζήταγε τσιμπούκι, λέει ο Σεφέρης (vi).

Έτσι οι σύντροφοι, σκύλοι του χασαπιού μπροστά στο λιοντάρι της σαβάνας, ένας ένας χάνουν τους κόλπους της Κίρκης. Δεν έχει μάτια να τους δει. Με μια ψυχρολουσία ανάνηψης που σοκάρει, ξυπνούν από το ναρκωτικό τους αποκάρωμα. Από το βαθύ ύπνο της ηδονής και της ακηδίας ξανανεβαίνουν πάλι στη σφαίρα της εγρήγορσης. Τινάζουν το κεφάλι, τεντώνουν τα άκρα, ξανοίγουν τα μάτια, ξαναγίνουνται άνθρωποι.

Ο Όμηρος το σημείο αυτό το παρασταίνει με την ίδια απλότητα της υψηλής ποίησης. Ο Οδυσσέας υποχρεώνει την Κίρκη με το σπαθί να ξανακάμει τα γουρούνια συντρόφους. Οι σύντροφοι λοιπόν ξυπνούν. Κι ένα πρωί...

- Ε βασιλιά, σήκω να φύγουμε. Μας περιμένει το καράβι, η θάλασσα, το ταξίδι, τα σπίτια μας. Ο πηγαιμός για την Ιθάκη.

Αλλά ο Οδυσσέας αυτό ήθελε. Μόνο που για να το πετύχει σε τούτη τη στιγμή χρειάστηκε να αλλάξει τη ρότα του τρόπου του. Κάποτε, βλέπεις, για να φτάσεις στις Ινδίες, πρέπει να τραβήξεις κατά Αμερική.

- Εμπρός στρατιώτες μου. Πάμε!

Και γυρνώντας στην ωραία γυναίκα την εκοίταξε μ’ ένα τρυφερό βλέμμα που έσταζε μεγάλο πόνο.

Ο Οδυσσέας αποχωρεί από το νησί της Κίρκης περισσότερο ευλογώντας, και λιγότερο ερωτευμένος (vii).


Υπόμνημα:
i Δημόκριτου, Απόσπασμα 147 (Εκδ. Diels - Krunz).
ii Σεφέρη Γ., Ποιήματα, σ. 150 (Εκδ. Ίκαρος), 1979.
iii Καβάφη Κ.Π., Ποιήματα, Α’ 60 (Εκδ. Ίκαρος).
iv Γκαίτε, Φάουστ. Ι, 1575-76.
v Είναι το ελεγείο 27 του λατίνου λυρικού Κάτουλλου. Μετάφρ. Π. Κολακλίδη.
vi Σεφέρη Γ., Έξι νύχτες στην Ακρόπολη σ. 52-3 (Ερμής).
vii Nietzsche F. II, 629 (Εκδ. Schlechta). Η εικόνα του Νίτσε είναι για τον Οδυσσέα και τη Ναυσικά.


Σημείωση: Ο Δάσκαλος, μεγάλος τεχνίτης και παραμυθάς, έκανε την Οδύσσεια μια παραβολή, με τον απαράμιλλου κάλλους φιλοσοφικό του τρόπο. Δίδαξε πως το να βλέπουμε τα πράγματα, με τρόπο πέραν του προφανούς, μπορεί να μας δώσει την ευκαιρία να συναντήσουμε  λυτρωτικές αλήθειες και απροσδόκητα αποκαλυπτικές όψεις των πραγμάτων.