Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αξιολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Το φάντασμα του πολυτονικού εξακολουθεί να πλανάται...


 Η μόδα του πολυτονικού: ύφος και όχι γλώσσα

Είναι μόλις περσινή τούτη η δημοσίευση. Βλέπετε, η αλήθεια δεν γίνεται να εξαφανιστεί. Το φάντασμά της θα πλανάται, μέχρι να δικαιωθεί. Η δημοσίευση αυτή είναι αποκαλυπτική. Νά την εδώ:

Συγγραφείς, εκδότες, γλωσσολόγοι και φιλόλογοι μιλούν για την προτίμηση στο πολυτονικό, τη γλωσσολογική του σημασίαστην εποχή μας και την αισθητική του αξία
Παρά τις απόψεις περί του αντιθέτου, η νέα γενιά διαβάζει κείμενα σε πολυτονικό, χωρίς όμως να δίνει σημασία στην ποικιλία των τόνων. Είναι η μορφολογία των λέξεων της καθαρεύουσας και το λεξιλόγιο της αρχαίας που τη δυσκολεύουν στην ανάγνωση...

Τον Νοέμβριο του 1941 ο καθηγητής Ι. Θ. Κακριδής διώκεται πειθαρχικά από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για την έκδοση βιβλίων του σε μονοτονικό σύστημα. Ηταν τα χρόνια της Κατοχής και της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Η πράξη του Κακριδή θεωρήθηκε «εθνικώς επιζήμια» και ο ίδιος χαρακτηρίστηκε «άνθρωπος γνωστός για τα αριστερά του αισθήματα» σε μια υπόθεση που έμεινε στην Ιστορία ως η «δίκη των τόνων». Συνδεδεμένο με τον πόλεμο καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών και το γλωσσικό ζήτημα, το ζήτημα των τόνων ιδεολογικοποιήθηκε και ταυτίστηκε συχνά με πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις. Το 1982 η Πολιτεία κατοχύρωσε με νόμο το μονοτονικό, αλλά το πολυτονικό δεν έπαψε να χρησιμοποιείται ιδιωτικά και να εφαρμόζεται από επαγγελματίες εκδότες.

Στους τελευταίους προστίθενται εσχάτως νέοι εκδότες βιβλίων, όπως η Κίχλη (2008) και η Περισπωμένη (2011), και περιοδικά, όπως η Νέα Ευθύνη (2010), το Φρέαρ (2013), το Νέον Πλανόδιον (2013). Δεν είναι ηλικιωμένοι, οι εναπομείναντες ζώντες ενός παλαιού εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο νοσταλγούν. Ο τριανταεπτάχρονος Σωτήρης Σελαβής της Περισπωμένης, λόγου χάριν, ανήκει στη γενιά που δεν διδάχθηκε το πολυτονικό στο σχολείο. Δεν ομαδοποιούνται στους αρτηριοσκληρωτικούς αρχαιολάτρες της συντηρητικής διανόησης με τους οποίους συνδέθηκε το πολυτονικό στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Συνδεδεμένοι πολλοί από αυτούς με κύκλους της Αριστεράς, ανήκουν στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, αν και αναφέρονται στην επιλογή τους με κλασικά επιχειρήματα του συντηρητικού οπλοστασίου.

«Στο "Νέο Πλανόδιον" χρησιμοποιούμε τον ιστορικό τονισμό για τον ίδιο λόγο που χρησιμοποιούμε την ιστορική ορθογραφία. Για γλώσσες με τη διαδρομή της ελληνικής, η γραπτή σήμανση δεν ήταν ποτέ πράγμα όλως μηχανικόν. Ανέκαθεν δήλωνε την αυτοκατανόηση του γράφοντος, τους δεσμούς του προς το παρελθόν, την αντίληψή του για τη ταυτότητά του στο παρόν και το μέλλον»
λέει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης, διευθυντής του περιοδικού, συμπληρώνοντας ότι «τα τελευταία χρόνια, με τις αλλεπάλληλες ορθογραφικές απλοποιήσεις που παρεισάγονται, η ελληνική γραφή χάνει διαρκώς διακριτικές δυνατότητες. Το υπόρρητο μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ακρίβεια, η καλλιέργεια, η εκλέπτυνση δεν αξίζουν τον κόπο, ότι για όλα υπάρχει μια βολική παρακαμπτήριος. Δίπλα στον παρασιτισμό της οικονομίας μας και την αποδιάρθρωση των εκπαιδευτικών μας θεσμών, τα γλωσσικά μας πράγματα αντικατοπτρίζουν κι αυτά τη μεταπολιτευτική διολίσθηση της χώρας προς τον λαϊκισμό».

«Οι τόνοι και τα πνεύματα μεταφέρουν πληροφορίες ετυμολογικής, μορφολογικής και συντακτικής φύσεως. Ετσι, η απώλεια της δασείας, π.χ., έχει ως συνέπεια την αδυναμία αναγνώρισης των συνθετικών των σύνθετων λέξεων (εφάμιλλος, εφήμερος κ.ά.)»
λέει η εκδότρια της Κίχλης Γιώτα Κριτσέλη, η οποία υποστηρίζει ότι «τα αποτελέσματα από την απουσία του πολυτονικού είναι αρνητικά, προπαντός όταν μεταγράφονται κείμενα που ανήκουν στη λόγια παράδοση, ακόμα και αν πρόκειται για παραθέματα ή τίτλους».

Ο ποιητής Σωτήρης Σελαβής, εκδότης της Περισπωμένης, υποστηρίζει: «Η διευκόλυνση της εκμάθησης ήταν απλό πρόσχημα για την επιβολή του μονοτονικού - είναι αστείο να πιστεύουμε ότι μη μαθαίνοντας τους τόνους κάνουμε οικονομία δυνάμεων. Ισως το πίστευαν σε εποχές που ο υψηλότερος στόχος τους ήταν η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού. Οταν καθιερώθηκε το μονοτονικό, ο πραγματικός λόγος ήταν απλώς να γίνουν οικονομικότερες οι εκτυπώσεις. Αν σκεφτόμασταν με γνήσια εκπαιδευτικά κριτήρια, θα βλέπαμε το κόστος: Το μονοτονικό καταδικάζει τους μη "ειδικούς" σε μια συγχρονική αντιμετώπιση της γλώσσας, αποκόπτοντας την πρόσβαση σε παλαιότερες μορφές της».

«Ενα περιοδικό αρχών, που θέλει να υπηρετεί με συνέπεια την άποψή του για τη λογοτεχνία και τις ιδέες, δεν μπορεί παρά να έχει άποψη για τη γλωσσική του εμφάνιση και να διεκδικεί για τον εαυτό του να κολυμπά στο μεγάλο ποτάμι της λογοτεχνικής μας παράδοσης, αυτό που δείχνει και τη συνέχεια του ελληνικού λόγου μέσα στους αιώνες - συνέχεια συνείδησης και όχι ταυτότητας»
λέει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής, διευθυντής του Φρέατος.
Παρ' όλα αυτά από ιστορικούς εκδότες μιας μεγάλης εκδοτικής παράδοσης, όπως η Εστία (1885) και ο Ικαρος (1943), ακολουθείται η αντίστροφη πορεία. «Επιμέναμε με πάθος στο πολυτονικό και μετά την καθιέρωση του μονοτονικού» λέει η Κατερίνα Καρύδη του Ικαρου. «Επειτα από πολλή συζήτηση καταλήξαμε ότι ίσως είναι γραφικό να χρησιμοποιείται σε σύγχρονα κείμενα. Το διατηρούμε σε όσα κείμενα είχαν γραφεί σε πολυτονικό και στα σύγχρονα όταν επιμένει ο συγγραφέας. Τη γλωσσική θέση του συγγραφέα σεβόμασταν όμως πάντοτε, τυπώναμε ποιήματα του Καρούζου σε μονοτονικό, όπως ήθελε, από το 1961».

Τα δύο τονικά συστήματα χρησιμοποιούνται πλέον παράλληλα. Συμμορφωνόμενοι προς τις επιθυμίες συγγραφέων και διευθυντών των σειρών, η Εστία τυπώνει σειρές δοκιμίων σε πολυτονικό και ο Πατάκης σειρά ποίησης, ενώ οι θιασώτες του πολυτονικού χρησιμοποιούν το μονοτονικό στις εκδόσεις των παιδικών βιβλίων τους ευθυγραμμιζόμενοι με το επίσημο τονικό σύστημα της εκπαίδευσης.

Οι σταυροφορίες υπέρ ή κατά του πολυτονικού περιορίζονται σήμερα στους κύκλους ορισμένων γραφικών. Το πολυτονικό φαίνεται ότι κερδίζει πλέον υποστηρικτές ως στοιχείο ύφους, το οποίο διαφοροποιεί εκείνους που το χρησιμοποιούν από τους εκδότες των ακαλαίσθητων βιβλίων μαζικής κατανάλωσης και τους εντάσσει σε μια επίλεκτη ομάδα συγγραφέων, ιδρυμάτων και εκδοτών που συνδέονται με τη λογιοσύνη και την παράδοση της καλής τυπογραφίας, όπως η Ακαδημία Αθηνών (1927) και το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (1966), οι εκδόσεις Gutenberg (1963), η Αγρα (1979), η Στιγμή (1984), το Ροδακιό (1992), η Ινδικτος (1995) κ.ά., με κοινά στοιχεία την κομψότητα της έκδοσης, τις καλαίσθητες γραμματοσειρές, ένα ορισμένο βάρος και ποιότητα χαρτιού, εικαστικά εξώφυλλα.

Σε αυτό το αναγνωρίσιμο εκδοτικό ύφος, το πολυτονικό, ως αισθητική λεπτομέρεια, προσθέτει στην αξία του βιβλίου. «Θεωρώ ότι η ελληνική πολυτονική γραφή, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην τυπογραφία από τις αρχές του 20ού αιώνα και εξής, έχοντας αποβάλει την εκζήτηση της περιόδου των χειρογράφων, έχει φθάσει σε ένα σημείο ιδιαίτερης καλαισθησίας» λέει η Γιώτα Κριτσέλη, η οποία εξηγεί ότι η εφαρμογή του πολυτονικού από την Κίχλη οφείλεται και σε λόγους αισθητικούς.

Ξεφεύγοντας από τα εθνικά όρια και τη γλωσσική ιστορία μας, το πολυτονικό σήμερα μπορεί να ιδωθεί ως υφολογικό σύμπτωμα μιας διεθνούς τάσης στον κόσμο του έντυπου βιβλίου, ο οποίος, δίνοντας τη μάχη του απέναντι στην προέλαση του ψηφιακού βιβλίου, προβάλλει την ιδιαιτερότητα του έντυπου βιβλίου ως αισθητικού αντικειμένου, και μάλιστα ως αντικειμένου με συλλεκτικά χαρακτηριστικά.

Την άποψη ότι το πολυτονικό αποτελεί στοιχείο ύφους, ιδιαιτέρως του ποιητικού ύφους, ενισχύουν και τα λεγόμενα του ποιητή Χάρη Βλαβιανού, διευθυντή του περιοδικού Ποίηση (1993) και της μεταγενέστερης Ποιητικής (2007), σε πολυτονικό και οι δύο: «Πολλοί θεωρούν την κατάργηση των πνευμάτων και της περισπωμένης ως πρόοδο και την επιμονή κάποιων να γράφουν "φορώντας καπέλα στις λέξεις" ως ένδειξη συντηρητισμού ή επιδεικτικού αισθητισμού. Απλοποιώντας ωστόσο τα πράγματα δεν τα κάνεις απαραίτητα πιο ενδιαφέροντα. Ενδεχομένως τα απονευρώνεις, καθιστώντας τα αφόρητα πληκτικά. Οσο για τα ποιήματα, μέσα στη γενικευμένη ψυχρότητα με την οποία τα αντιμετωπίζει το αναγνωστικό κοινό, ας φορούν κι αυτά το "καπέλο" τους. Τουλάχιστον έτσι
μπορεί κανείς να τα διακρίνει πιο εύκολα μέσα στο πλήθος των κειμένων με τα οποία διασταυρώνεται καθημερινά».

Γιώργης Γιατρομανωλάκης (Ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγγραφέας)

Το φάντασμα που πλανιέται

Tο φάντασμα του πολυτονικού εξακολουθεί και πλανιέται πάνω από τη χώρα, δεκαετίες μετά την κατάργησή του. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί που ούτε έχουν ξεχάσει αυτή την εθνική μειοδοσία ούτε έχουν απελπισθεί. Ιδού τρεις λόγοι:

Πρώτον. Αν, όπως υποτίθεται, η κατάργηση τόνων και πνευμάτων έγινε και για λόγους παιδευτικούς, το ερώτημα είναι: μαθαίνουν καλύτερα ελληνικά τα παιδιά μετά την απάλειψη αυτών των «περιττών» σημαδιών; Οι σημερινοί φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών (για να μείνουμε σε αυτούς) γράφουν καλύτερα, πιο ορθογραφημένα ελληνικά από τους προ τεσσαρακονταετίας συναδέλφους τους; Εγινε κάποια έρευνα που να δείχνει ότι χάσαμε τόνους και πνεύματα αλλά κερδίσαμε την ψυχή της γλώσσας μας;

Δεύτερον. Η κατάργηση του πολυτονικού - είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι - συνιστά διχοτόμηση, βίαιη αλλοίωση της γραπτής εικόνας/ταυτότητας της γλώσσας. Αν αφαιρεθούν από ένα αυτόγραφο του Καβάφη ή του Ρίτσου τόνοι και πνεύματα, τότε δεν μεταβάλλεται αυτόματα η «κυριαρχία» αυτής της γραπτής «χώρας»; Ο χάρτης της διχοτομημένης Κύπρου βοηθά να καταλάβουμε αυτή την αλλοίωση.

Τρίτον. Καθώς λέξεις όπως «Αθήνα», «ήλιος», «ήρθε» έχουν χάσει τη γραπτή, οπτική ταυτότητά τους, υπάρχει πλέον λόγος να βαρύνονται με έναν α-σήμαντο τόνο; Το μονοτονικό μάς είναι ολωσδιόλου περιττό. Η λογική συνέπεια/συνέχεια του μονοτονικού είναι η πλήρης κατάργηση των τόνων. Μετά ας έρθει και το λατινικό αλφάβητο. Ο αυτόματος online μετατροπέας των greeklish σε ελληνικά και των ελληνικών σε greeklish δείχνει τον δρόμο. Απορώ που κανένα κόμμα δεν το έχει σκεφθεί.

Γιώργος Κεχαγιόγλου (Καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

Στους ευήθεις «μωρίας έπαινος»

Ουσία είναι η εκφορά του λόγου (προφορικού ή γραπτού), όχι η «ορθογραφία» και τα συστήματά της που αλλάζουν με τον καιρό. Η λεγόμενη «ιστορική ορθογραφία» της ελληνικής (εσφαλμένα «πολυτονικό») δεν είναι κάτι αρχέγονο στη γλώσσα και τη γραφή: προέκυψε από διδακτικές ανάγκες μιας γλώσσας διεθνούς, στην ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή εποχή. Από τα βυζαντινά χρόνια κ.ε., όταν η προφορά αχρήστευσε τα πνεύματα και αρκέστηκε σ' έναν (ή και κανέναν) δυναμικό τόνο ανά λέξη (ή το πολύ σε δύο τόνους στα πολυσύλλαβα με «έγκλιση»), χρησιμότητα στον ελληνικό λόγο κράτησε μόνον η δήλωση του πραγματικού τόνου. Με όποιο σημάδι κι αν τον δηλώσουμε, σημασία έχει τι ακούμε και όχι τι βλέπουμε· ούτε η δασεία και η ψιλή ούτε η περισπωμένη και η βαρεία αλλάζουν την προφορά. Ο «Διάλογος» του Σολωμού και το ξεμπρόστιασμα των «σοφολογιότατων» είναι επίκαιρα και σήμερα. Τη λογοτεχνία και την εκδοτική παραγωγή δεν τη σώζουν ούτε οι ναρκισσευόμενοι τυπογράφοι της «στιγμής», ούτε οι ευφάνταστοι «τραγουδοποιοί» που ακούν, δήθεν, διαφορετικά τα πνεύματα και τους τόνους απ' ό,τι όλοι οι άλλοι.

Τη γλώσσα και τη λογοτεχνία δεν την υπηρετούν όσοι αναπαλαίωσαν μετά το 1980 κούφιες, πια, συνήθειες. Την υπηρετούν οι καλοί τεχνίτες του λόγου, ανεξάρτητα από το γραφικό σύστημα (π.χ. το λατινικό αλφάβητο το δόξασαν ο Χορτάτσης και τόσοι άλλοι, την ανορθογραφία την έκαναν σεπτή ο Μακρυγιάννης και ο Σολωμός). Σ' αυτούς, τιμή και δόξα. Στους ευήθεις, «μωρίας έπαινος» και τίποτε άλλο.

Γεώργιος Μπαμπινιώτης (Ομότιμος καθηγητής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Σεβαστή η επιλογή χρήσεως

Το πολυτονικό αποτελεί αδιάσπαστο τμήμα τής ιστορίας και τής φυσιογνωμίας τού γραπτού λόγου τής Ελληνικής επί 20 περίπου αιώνες. Ως εκ τούτου, είναι σεβαστή η θέση όσων στα ατομικά τους κείμενα ή και σε ορισμένα είδη κειμένων (π.χ., λογοτεχνικών, φιλολογικών, επιστημονικών κ.ά.) επιλέγουν να χρησιμοποιούν το πολυτονικό σύστημα. Ιδιαίτερα στον χώρο τής λογοτεχνίας η χρήση τού πολυτονικού δεν ανταποκρίνεται μόνο στη γραπτή παράδοση αλλά και στην αισθητική των λέξεων τού κειμένου, οι οποίες - όταν γράφονται πολυτονικά - δεν προσκρούουν στο οπτικό γλωσσικό αίσθημα και δεν «ενοχλούν» όσους έχουν εξοικειωθεί με αυτή τη μορφή τους.

Ωστόσο, από γλωσσολογικής πλευράς σημαντική λόγω τής λειτουργίας της είναι μόνο η θέση τού τόνου (λήγουσα - παραλήγουσα - προπαραλήγουσα) και όχι η μορφή του (οξεία, βαρεία, περισπωμένη). Επομένως, οποιεσδήποτε αδυναμίες διαπιστώνονται στη γνώση και τη χρήση τής γλώσσας μας δεν προέρχονται από την κατάργηση τού πολυτονικού, όπως εξάλλου η καθιέρωση τού μονοτονικού δεν απέτρεψε την ύπαρξη τέτοιων αδυναμιών. (Ας σημειωθεί ότι και το καθιερωμένο μονοτονικό δεν είναι γλωσσολογικά άριστο...)

Τέλος, προσωπικά δεν πιστεύω ότι η μεμονωμένη χρήση τού μονοτονικού, όταν και όσο επιλέγεται, προοιωνίζεται και επιστροφή στο πολυτονικό. Θα ξαναπώ όμως ότι πρέπει να είναι απολύτως σεβαστή η επιλογή χρήσεως τού πολυτονικού για όσους το επιθυμούν, αφού η επιλογή τής μορφής τού κειμένου μας είναι μέρος του ευρύτερου δικαιώματος τής ελευθερίας τού λόγου.

Γεώργιος Παπαναστασίου (Επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Τριανταφυλλίδη))

Η γλώσσα μας εξελίσσεται, δεν καταστρέφεται

Στη νέα ελληνική δεν υπάρχει καμιά διαφορά στην προφορά ενός φωνήεντος (ή μιας συλλαβής) που τονιζόταν παλιότερα με περισπωμένη ή με βαρεία και ενός που τονιζόταν με οξεία· ούτε υπάρχει διαφορά στην προφορά ενός φωνήεντος που σημαδευόταν παλιά με δασεία ή ψιλή. Ακόμη και στην αρχαία αττική διάλεκτο, που είχε διαφορές τόνων και πνευμάτων στην προφορά, η γραφή δεν χρησιμοποιούσε παρά μόνο το σύμβολο H για τον φθόγγο που ονομάζεται «δασύ πνεύμα» (h), και που τότε πράγματι προφερόταν. Περισπωμένη, βαρεία, οξεία, ψιλή, και δασεία όπως την ξέρουμε από την ελληνιστική εποχή και πέρα, είναι όλα νεότερα κατασκευάσματα.

Η επιμονή να γράφονται ή να εκδίδονται τα νεοελληνικά κείμενα στο «πολυτονικό» μπορεί, επομένως, να εξηγηθεί μόνο ως επιλογή που οφείλεται σε συναισθηματικούς λόγους (νοσταλγία μιας συγκεκριμένης γραφηματικής και γραμματικής «παράδοσης»). Αν όμως η επιλογή αυτή οφείλεται (και) σε ιδεολογικούς λόγους, στην πεποίθηση ότι η χρήση του μονοτονικού οδηγεί σε «απλούστευση» της γλώσσας, στην καταστροφή της, στον αφελληνισμό μας κτλ., και, γενικά, αν περικλείει οποιαδήποτε κινδυνολογία εναντίον της νέας ελληνικής, τότε η στάση αυτή είναι αντιεπιστημονική και γίνεται επικίνδυνη. Ας τονιστεί αυτό, επειδή η εγκατάλειψη του «πολυτονικού» εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ορισμένους ως μια από τις αιτίες μιας δήθεν σταδιακής καταστροφής της νέας ελληνικής. Η γλώσσα μας μπορεί να εξελίσσεται και να αλλάζει (όπως όλες), αλλά δεν καταστρέφεται, ούτε κινδυνεύει. Καμιά αλλαγή στον τρόπο γραφής δεν μπορεί να έχει καταστρεπτικές επιπτώσεις σε οποιαδήποτε γλώσσα.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Μια Ημερίδα για το Μονοτονικό. Απολογισμός και Αξιολόγηση.


Image result for εικόνες εκκλησία και γλώσσα 

Ομιλία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου:

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Ἐντιμότατοι ἐπίσημοι προσκεκλημένοι,
Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί ἀδελφές,

Τίς μεσονύκτιες ὧρες τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1982 στή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, παρουσία τριάντα περίπου μόνον βουλευτῶν, κατακόπων ἤδη, συνετελέσθη ἀνερυθριάστως μία ὠμή βιαιοπραγία εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης.

Ὁ τότε Ὑπουργός Παιδείας, εἰσήγαγε ἀπροειδοποίητα πρός ἐπείγουσα ψήφισι, ὑπό μορφήν τροπολογίας, ἕνα ἄρθρο, κυριολεκτικῶς, τῆς προσκολλήσεως, σέ ἄσχετο Νόμο, τόν Νόμο 1228 «Περί ἐγγραφῆς μαθητῶν στά Λύκεια τῆς Γενικῆς καί Τεχνικῆς - Ἐπαγγελματικῆς Ἐκπαιδεύσεως», μέ τό ὁποῖο ἐπεβάλλετο αἰφνιδίως στούς Ἕλληνες τό λεγόμενο Μονοτονικό σύστημα γραφῆς.

Ἡ Ἀντιπολίτευσι, καταληφθεῖσα ἐξ ἀπήνης, ἀντέδρασε, ἐζήτησε ἀναβολή, ὥστε νά ὑπάρξη ἡ δυνατότητα νηφαλίου μελέτης καί ἐπεξεργασίας ἑνός τόσο σοβαροῦ θέματος ἀπό τήν Ἐθνική Ἀντιπροσωπεία, πλήν ματαίως, ὁπότε ἐγκατέλειψε διαμαρτυρομένη τήν αἴθουσα. Τό Μονοτονικό, περιβεβλημένο διάτρητο κοινοβουλευτικό μανδύα, ἔγινε Νόμος τοῦ Κράτους καί ἀπό τήν ἑπομένη ἐπεβλήθη στήν ἐκπαίδευσι καί στίς δημόσιες ὑπηρεσίες καί ὀργανισμούς μέ ἀσυνήθη ζῆλο, ἤ, γιά νά εἴμεθα εἰλικρινέστεροι, μέ ἀνείπωτη σκοταδιστική μανία καί καταθλιπτική βία.

Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ δημοσίου καί τῶν δημοσίων ὀργανισμῶν, καί πιό πολύ οἱ ἐκπαιδευτικοί τῆς στοιχειώδους καί μέσης ἐκπαιδεύσεως, τρομοκρατήθηκαν ἀπό τήν Ἐξουσία μή τυχόν καί ἀντιδράσουν καί δέν τό ἐφαρμόσουν. Ἀμέτρητα σχολικά καί ἄλλα ἐκπαιδευτικά βιβλία καί ἐγχειρίδια καταστράφηκαν, ξαναστοιχειοθετήθηκαν στό μονοτονικό καί ἐπανεκδόθηκαν, μέ ἀνυπολόγιστο οἰκονομικό κόστος, πού, βεβαίως, πληρώθηκε ἀπό τό βαλάντιο τῶν φορολογουμένων.

Ἀκόμη καί οἱ γραφομηχανές τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καί τῶν σχολείων συγκεντρώθηκαν ἐσπευσμένως καί ὑπέστησαν πάραυτα τονικό καί πνευματικό ἀκρωτηριασμό. Ἡ δασεῖα, ἡ ψιλή, ἡ περισπωμένη, ἡ βαρεία καί ἡ ὑπογεγραμμένη ἀπεσκυβαλίσθησαν μέ πρωτοφανῆ λύσσα, ὡς μιάσματα «τῆς στείρας συντήρησης».

Ὁ «προοδευτικός» φωταδισμός διέγραψε διά μονοκονδυλιᾶς μία γλωσσική καί γραμματική, δηλαδή πολιτισμική, ἱστορία εἰκοσι δύο αἰώνων, μέ πρόφασι τήν ἀπαλλαγή τῶν μαθητῶν ἀπό περιττούς κόπους πού ἀπαιτοῦσε ἡ ἐκμάθησις τῶν δασυνομένων λέξεων καί τῶν τεσσάρων-πέντε κανόνων τονισμοῦ. Οἰκονομία κόπου καί χρόνου!... Εἰς τό ἑξῆς, χωρίς τά ἐπαχθῆ «μακρόν πρό μακροῦ ὀξύνεται» καί «μακρόν πρό βραχέος περισπᾶται», οἱ Ἕλληνες, ἐλεύθεροι ἀπό περιττά βάρη καί μέ περισσότερο χρόνο στήν διάθεσί τους, θά μποροῦσαν ν’ ἀνοίξουν -ἐπί τέλους!- τά φτερά τοῦ πνεύματός τους καί νά πετάξουν στά ὕψη τῆς γνώσεως καί τῆς σοφίας.

Οὔτε ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἐρωτήθηκε ποτέ γιά τή μεταβολή, οὔτε οἱ Πανεπιστημιακές Φιλοσοφικές Σχολές, οὔτε οἱ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, οὔτε ὁ ἐκτός συνόρων Ἑλληνισμός. Τό Γένος καί ποιητές εἶχε καί συγγραφεῖς – λογοτέχνες, μέ ἄριστη ἑλληνομάθεια εἶχε, καί φιλολόγους, πανεπιστημιακούς καί μή, σπουδαίους. Οὐδείς ἐξ ἀυτῶν πλήν ἐλαχίστων ἐζήτησε ποτέ καθιέρωσι μονοτονικοῦ, ἀλλά καί οὐδείς ἐρωτήθηκε!

Κάποτε, βεβαίως, ἀρκετά πρίν τήν μονοτονική «μεταρρύθμιση», στήν ἐφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ εἶχε δημοσιευθῆ ἕνα κύριο ἄρθρο, πρωτοσέλιδο, «πού ἐξηγοῦσε πόσα χρήματα θά κέρδιζε ἡ ἐθνική οἰκονομία ἄν οἱ γραφομηχανές καί τά τυπογραφεῖα δούλευαν χωρίς τόνους καί πνεύματα»¹. Ἐπρόκειτο, προφανῶς, γιά δοκιμαστική βολή.

Δέν ἀποτελεῖ δέ μυστικό, διότι ὅλα κάποτε σ’ αὐτόν τόν τόπο μαθαίνονται, ὅτι «ἡ μοναδική μελέτη στήν ὁποία στηρίχθηκε ἡ Βουλή τῶν Ἑλλήνων γιά νά ἐπιβάλει ὁμόφωνα τό μονοτονικό ἦταν μιά ἔκθεση τῆς ἑταιρείας Ὀλιβέττι. Τό μονοτονικό στήν Ἑλλάδα μᾶς τό σερβίρησαν γιά νά «τό χωνέψουμε» οἱ πολυεθνικές»². Ὄχι βεβαίως ἀπο ψυχοπόνεσι γιά τά παιδιά μας καί γιά τήν διευκόλυνσι τῶν σπουδῶν τους!....
Νά σημειώσουμε ὅτι δέν εἶχε καλά-καλά προλάβει νά ψηφισθῆ ἡ κατάργησι τοῦ πολυτονικοῦ, ὅπως ἐψηφίσθη, καί ἡ ἀγορά βρέθηκε ἀμέσως γεμάτη ἀπό γραφομηχανές στό μονοτονικό, ἐνῶ δέν εὕρισκες οὔτε γιά δεῖγμα πολυτονικές! Τί νά πρωτοθαυμάση κανείς; Τήν ἐσπευσμένη καταναλωτική ἑτοιμότητα ἤ τό ἐπιτελικό σχέδιο καί τό ἐμπορικό δαιμόνιο τῆς καταναλωτικῆς προετοιμασίας, πού μέ τίς εὐλογίες τοῦ Κράτους ὁδηγεῖ τόν ἐνδιαφερόμενο σέ ὑποχρεωτικό ἐκβιασμό ἀγορᾶς;

Ἀπό τό ἄλλο μέρος, οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων ἀντέδρασαν. Ὁ Καθηγητής καί Γεν. Γραμματεύς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν Ἰ.Ν. Θεοδωρακόπουλος ἀμφισβήτησε ζωηρά στούς νομοθέτες, δηλαδή στήν ἐξουσία, τό δικαίωμα δυναμικῆς ἐπεμβάσεως στή γραφή τοῦ λόγου, ὑποστηρίζοντας εὔστοχα ὅτι «τήν γλῶσσα τήν ἀναπτύσσουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν νά εἰποῦν κάτι, δηλαδή οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι, καί ὄχι οἱ ἀπνευμάτιστοι γλωσσοπλάστες καί νομοθέτες... Οἱ γλωσσικοί νομοθέτες, δέν ἔχουν καμμία ἁρμοδιότητα καί ἀνακόπτουν ἁπλῶς τήν ἐξέλιξη τοῦ γλωσσικοῦ μας πολιτισμοῦ».

Διαπρεπεῖς, πνευματικοί ἄνθρωποι τῆς περιωπῆς τοῦ Νικηφόρου Βρεττάκου, τοῦ Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη, τοῦ Τάκη Βαρβιτσιώτη, τοῦ Ἀντρέα Καραντώνη, τῆς Μελισσάνθης, τοῦ Χρήστου Μαλεβίτση, τοῦ Δημήτρη Μυράτ, τῆς Λιλῆς Ζωγράφου, τοῦ Εὐαγγέλου Μόσχου, τοῦ Παντελῆ Πάσχου, τῆς Ἰωάννας Τσάτσου, τοῦ Κώστα Τσιροπούλου, τῆς Τατιάνας Σταύρου, τοῦ Νίκου Ἀθανασιάδη, τοῦ Τάσου Ἀθανασιάδη, τῆς Γεωργίας Ταρσούλη, τοῦ Ἀλέξη Σολομοῦ κ.ἄ. ἐδημοσίευσαν μία αὐστηρή διακήρυξι, μέ τόν τίτλο: Διακήρυξη Ἑλλήνων Συγγραφέων. Μ’ αὐτήν διαμαρτύρονταν ἐντονώτατα γιά τήν ἀναρμόδια καί δυναστική κρατική ἐπέμβασι στήν γραφή τῆς γλώσσης καί διεκήρυσσαν: «Δέν δεχόμαστε ὁποιαδήποτε ἀλλαγή στή γραφή τῶν λέξεων τῆς γλώσσας μας καί θά συνεχίσουμε νά γράφουμε καί νά τυπώνουμε τά βιβλία μας μέ σέβας πρός τήν ζωντανή γλωσσική παράδοση καί τήν πλήρη μορφή τῶν λέξεων, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες τοῦ δημοτικισμοῦ καί οἱ μεγάλοι Νεοέλληνες συγγραφεῖς»³.

Παραλλήλως ὁ μεγάλος μας Ἐλύτης, πού πίστευε πώς «.... ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ πάνω στά δῶθε ἤ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νά καθιερώσει μιάν ὀρθογραφία, ὅπου τό κάθε ὠμέγα, τό κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δέν εἶναι παρά ἕνας κολπίσκος, μιά κατωφέρεια, μιά κάθετη βράχου πάνω σέ μιά καμπύλη πρύμνας, πλεούμενου, κυματιστοί ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἤ κοκκινάκια, ἐδῶ ἤ ἐκεῖ, ἀπό περιστεριῶνες καί γλάστρες μέ γεράνια»⁴, ἐδήλωνε καί αὐτός ἀπερίφραστα: «Ἐγώ εἶμαι ὑπέρ τοῦ παλαιοῦ συστήματος, ἐναντίον τοῦ μονοτονικοῦ καί ὑπέρ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν. Εἶναι ἡ βάση γιά νά ξέρεις τήν ἐτυμολογία τῶν λέξεων. Ἡ σημερινή κακοποίηση τῆς γλώσσας μέ ἐνοχλεῖ καί αἰσθητικά»⁵.

Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης ἐφώναζε: «Ἄν δέν θέλετε, κύριοι τοῦ Ὑπουργείου, νά κάνετε φωνητική ὀρθογραφία, τότε πρέπει ν’ ἀφήσετε τούς τόνους καί τά πνεύματα, γιατί αὐτοί πού τούς βάλανε ξέρανε τί κάνανε. Δέν ὑπῆρχαν στά ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιατί, ἁπλούστατα, ὑπῆρχαν μέσα στίς ἴδιες τίς λέξεις»⁶.

Τάσος Λιγνάδης ἐξέφρασε χειρότερους φόβους: «Ἡ γλῶσσα μας... εἶναι μιά εἰκόνα, πού καθώς τήν γράφουμε ἤ τήν διαβάζουμε προάγουμε μιά σημασία σέ ἦχο. Εἶναι, μεταφορικά, ἡ ἰδεογραφία μιᾶς μουσικῆς... Ἡ ἰσοπεδωτική μονοσημία τῆς εἰκόνας εἶναι καί διάλυση (προοδευτική κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας) καί σύγχυση νοηματική καί ἀτροφία φωνητική... ἡ μεταπροσωδιακή σήμανση τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς ἔχει τήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ της. Ἀκριβῶς γι’ αὐτούς τούς λόγους διαφωνῶ μέ τό μονοτονικό, πού τό μόνο ἐπιχείρημά του εἶναι ἡ ἁπλούστευση μιᾶς πρακτικῆς χρήσης. Ὡστόσο ὁ φόβος μου δέν προέρχεται μόνο ἀπό αὐτά, .... ἀλλά ἀπό κάτι ἄλλο: τήν ἐνδεχόμενη συνάρτηση τοῦ μονοτονικοῦ μέ μιά ἀσυλλόγιστη λαϊκιστική προοδευτικότητα. Τό μονοτονικό εἶναι ὁ μοχλός μιᾶς «ἐξελίξεως».... πού θά ὁδηγήσει βαθμιαῖα στήν φωνητική ὀρθογραφία καί στό λατινικό ἀλφάβητο. Καί τότε θαρθει μιά Βουλή τῶν Ἑλλήνων νά βάλει καμαρώνοντας τήν ταφόπετρα στήν ἑλληνική γραφή καί μιά ἄλλη πιό ρηξικέλευθη –γιατί ὄχι- νά βάλει τήν ταφόπετρα στήν ἑλληνική γλῶσσα»⁷. Κι εὐχόταν: «Εὔχομαι νά ἔχω ἀποδημήσει εἰς Κύριον πρίν τά μάτια μου δοῦν μιά τέτοια «πρόοδο» τῆς Πολιτείας!».⁸.

Ὁ μεγάλος ποιητής τῆς Κύπρου Κώστας Μόντης, παρατηρώντας τίς περί τήν γλώσσα μας καινοτομίες εἶπε: «δέν κατανοήσαμε πόσο εὔθραυστα εἶναι {τά Ἑλληνικά} καί τσαλαβουτᾶμε ἀνεύθυνα»⁹ κι ἔμεινε πιστός στό πολυτονικό ὡς τόν θάνατό του.

Νικηφόρος Βρεττάκος ὑπεστήριξε: «Ὑπερτιμήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι διευκολύνει τούς μαθητές, κάτι πού, ἴσως, εἶναι ἀντιπαιδαγωγικό. Ὑπάρχει, ἄλλωστε καί μιά παράδοση, πού ἐκφράζει τήν ἄποψη μεγάλων παιδαγωγῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν ὅτι τό παιδί πρέπει νά κοπιάζει γιά νά γίνει ἄνθρωπος ἱκανός, ὥστε στή ζωή του ν’ ἀντιμετωπίσει ὅλες τίς ἀντιξοότητες»¹⁰.

Στήν πραγματικότητα τό νέο σύστημα διευκόλυνε ἁπλῶς τούς θιασῶτες τῆς ἥσσονος προσπαθείας μαθητές καί μερικούς ἐκδότες ἐφημερίδων καί τυπογράφους. Καί, γιά νά μήν τό λησμονοῦμε, τήν πολυεθνική Olivetti πού εἰσώρμησε ἀμέσως ἕτοιμη στήν ἀγορά μέ μονοτονικές γραφομηχανές καί ὅποιους ἄλλους, ἐκρύπτοντο ὀπίσω της. Θέλετε νά τό ποῦμε καί πιό καθαρά; Κάποια «μεγάλα κεφάλαια καί τούς ἀλληθωρίζοντες πρός μίαν κεκαλυμμένη πνευματική παγκοσμιοποίησι», ὅπως ἔγραψε ὁ Κυριάκος Πλήσης¹¹. Ἔτσι, τριάντα ἄνθρωποι, στά μαῦρα μεσάνυχτα, μέ μιά γενναία καί ὁπωσδήποτε ἱστορική ἀπόφασι, «ἀπελευθέρωσαν» τό ταλαίπωρο Γένος ἀπό τόν «σκοταδισμό» τοῦ Ἀριστοφάνους τοῦ Βυζαντίου καί τῶν Ἀλεξανδρινῶν φιλολόγων καί ἀπό τά δεσμά ὅλων ἐκείνων τῶν περιττῶν καί παράξενων σημαδιῶν, πού ἔκαναν δύσκολη τήν ζωή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐκδοτῶν καί τυπογράφων μας.

Ἀλλά ἄς ἔλθωμε, ἀγαπητοί, στό ἐρώτημα: -Ἐπέτυχε ἤ Ἀπέτυχε τό Μονοτονικό;

1. Στά 25 χρόνια ἀπό τήν βάναυσι ἐπιβολή του δέν ἐπιτεύχθηκε πλήρης ὑποταγή στό θλιβερό νομοθέτημα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος συνέχισαν ἀνυποχώρητα τήν ἀντίστασί τους. Μεταξύ τους ὁ Τάσος Λιγνάδης, ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ὁ Γιάννης Τσαρούχης, ὁ Σαράντης Καργάκος, ὁ Φρέντυ Γερμανός, ὁ Γιάννης Χατζηφώτης,Τάκης Σωτῆρχος καί πολλοί ἄλλοι ἔγκριτοι καί καταξιωμένοι συγγραφεῖς ἔγραψαν ἤ γράφουν καί τυπώνουν τά βιβλία τους στό πολυτονικό. Ἀκόμα καί στήν Διασπορά, ὅπως ὁ διακεκριμένος ποιητής τῆς Αὐστραλίας Δημ. Τσαλουμᾶς.¹² Ὁπωσδήποτε καί ἀρκετοί ἐκ τῶν ἐμφανισθέντων μετά τήν ἀσυλλόγιστη μεταρρύθμισι, ὅπως ἡ Ρέα Γαλανάκη. Ὑπάρχουν ἀκόμη ἐφημερίδες καί περιοδικά πού ἐπίσης χρησιμοποιοῦν πολυτονικό. Ἐκδότες πού στήν ἀρχή ὑπῆρξαν ἀνένδοτοι μονοτονιστές, ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπεχρεώθησαν νά ὑποχωρήσουν καί νά ἐκδίδουν ἐκ παραλλήλου καί μέ τό πολυτονικό, κατά τήν ἐπιθυμία τῶν συγγραφέων. Διαπρεπεῖς ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος, ὅπως ὁ Στέλιος Ράμφος, ὁ Κώστας Τσιρόπουλος καί οἱ ἐκλεκτοί συνεργάται τῆς Εὐθύνης, (θυμίζω τήν ἔκδοσι του φυλλαδίου: ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟΥ [1991] καί τό ἀφιέρωμα τῆς Εὐθύνης πρό τετραετίας) καί φιλόλογοι τῆς περιωπῆς τοῦ Σαράντου Καργάκου, κρατοῦν δυναμικά τήν σημαία τῆς ἀντιστάσεως. Ὁ τελευταῖος τονίζει ὅτι «τό πολυτονικό εἶναι ἄσκηση νοός. Πἐρ’ ἀπό αὐτό, εἶναι στοιχεῖο παραδοσιακό, αἰσθητικό. Τά πνεύματα καί οἱ τόνοι εἶναι ὅ,τι ὁ γλυπτικός διάκοσμος σέ ἀρχαῖο ἀρχιτεκτόνημα»¹³. Θά προσέθετα ὅτι οἱ τόνοι καί τά πνεύματα κάνουν τό γραπτό μας λόγο ἀληθινό πίνακα ζωγραφικῆς. Γράφεις λ.χ. κῦμα καί τό βλέπεις νά σκάη μέσα στόν κόλπο τοῦ ὕψιλον ὡς περισπωμένη! Γράφεις γλῶσσα καί τήν βλέπεις νά ἐμφανίζεται μέσα ἀπό τό στόμα τοῦ ὠμέγα, μέ τήν μορφή καί πάλι τῆς περισπωμένης. Γράφεις ὕπνος καί βλέπεις τήν δασεία, βλέφαρο νά κλείνη!.. Καί πάλι θά μνημονεύσω τόν Βρετάκο. Εἶπε: «Ἄν ἤθελα νά ζωγραφίσω μιά ἀνάπηρη Ἑλλάδα, θά τήν ἔγραφα μ’ ἕνα λάμδα καί χωρίς δασεῖα»¹⁴. Ἀπό κοντά καί ὁ Καργάκος θά πῆ πολύ εὔστοχα: «Οἱ τόνοι καί τά πνεύματα εἶναι γιά τήν ἐλληνική γραφή ὅ,τι οἱ Κυκλάδες, οἱ Β. καί Ν. Σποράδες γιά τόν ἑλληνικό κορμό. Ἡ Κρήτη εἶναι ἡ περισπωμένη τῆς γλώσσας μας»¹⁵ καί ἡ Εὔβοια ἡ βαρεία, θά μποροῦσε νά προσθέση κανείς. Ἀλλά βεβαίως δέν πρόκειται γιά θέμα μόνον αἰσθητικῆς, ὅπως καί τά νησιά μας, δέν εἶναι διακοσμητικά στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, παρά τήν ἀπίστευτη ὀμορφιά πού τῆς προσδίδουν!...

2. Τό μονοτονικό «ἐστέρησε τήν γλῶσσα μας ἀπό τόν γενετικό κώδικα τῶν λέξεών της», παρετήρησε πολύ εὔστοχα ὁ Τσιρόπουλος¹⁶. Παραλλήλως ἐστένεψε τό γνωστικό πεδίο τῶν μονότονα καί ἀπνευμάτιστα ἐκπαιδευθέντων ἐπικινδύνως. Ἡ σαφήνεια καί ἡ ἀμεσότητα τοῦ λόγου ἐχάθηκε. Τά μέρη τοῦ λόγου μπερδεύονται εὔκολα μεταξύ τους. Ἡ ἐτυμολογία τῶν λέξεων ἀποτελεῖ ἄλυτο γιά τούς μονοτονικά σπουδαγμένους. Μιλοῦν γιά ἀφαίρεσι, γιά αφαίμαξι γιά αὐθαιρεσία, γιά ἀφύπνησι, γιά ἐφάπαξ, γιά ἐφαρμογή, γιά καθήλωσι, γιά κάθοδο, γιά μεθόδευσι γιά καθυστέρησι, γιά μεθόριο, γιά ἀφελληνισμό γιά πενθήμερο, γιά ἀνθυπολοχαγό, γιά πρωθυπουργό, γιά ὑφιστάμενο, γιά ὑφήλιο, γιά ἕνα πλῆθος σύνθετα καί στέκουν κεχηνότες μπροστά στά Θ καί στά φ, πού δέν βγαίνουν –κατά τό δή λεγόμενον- ἀπό ὅσα γνωρίζουν. Βλέπουν τούς Ἄγγλους νά γράφουν Hellas καί ψάχνουν νά βροῦν ποῦ βρέθηκε αὐτό τό h μπροστά στό ὄνομα τῆς Ἑλλάδος. Τό ἴδιο καί μέ τό History, τό Haides, τό harmony, τό homily, τό hilarious, τό hypnotic, τό hypothesis κι ἕνα πλῆθος ἄλλα. Ποιός νά τούς ἐξηγήση γιά τήν ἔρημη τήν δασεία μας, πού οἱ «χασομέρηδες» Ἄγγλοι ἀκόμη τήν ὑπολογίζουν καί τήν γράφουν; Ἀλλά μποροῦν, μέ τέτοιο ἐξοπλισμό, νά ἀφυπνισθοῦν καί νά καταλάβουν καί νοιώσουν τί ἀφαίμαξι πνευματική τούς γίνεται, τί καθήλωσι πολιτιστική ὑφίσταται, τί κίνδυνοι ἐλλοχεύουν στήν ἑλληνοτουρκική μεθόριο καί στίς παραμεθόριες περιοχές μας γενικῶς, τί μεθοδεύσεις γίνονται γιά νά τούς ὑποκλέψουν ἤ μειώσουν τό ἐφάπαξ, τί αὐθαιρεσίες γίνονται κάθε τόσο εἰς βάρους τους, σέ τί καθυστέρησι ταλανίζονται, σέ τί ἀφελληνισμό, στό τέλος, ὁδηγοῦνται ὑποδουλούμενοι στήν προπαγάνδα τῶν ποικιλωνύμων πολυεθνικῶν κολοσσῶν καί πόσο hilarious γίνονται ἀνά τήν ὑφήλιο μέ τό νά μήν ἀντιλαμβάνονται τήν προϊοῦσα πνευματική χρεωκοπία; Αὐτά συμβαίνουν ὅταν ἡ ἐκπαίδευσί μας ἔβαλε ὡς ἰδεῶδες τήν ἥσσονα προσπάθεια, τήν κατηφορά, ἡ λογική τῆς ὁποίας «εἶναι ὁ πάτος», ὅπως ἔλεγε καί ὁ Λένιν. Σιγά-σιγά θά διολισθήση σέ hypnopedia καί μακάριοι οἱ γρηγοροῦντες μέσα στήν ζοφερή καί ἀσέληνη νύχτα, ὅπου μᾶς ὡδήγησε ἡ νύχτα τῆς ἁμαρτίας τῆς 11 Ἰανουαρίου 1982.

3. Οἱ μαθηταί πού στό Δημοτικό καί στό Γυμνάσιο-Λύκειο δέν διδάχθηκαν πολυτονικό, ἔφθασαν στό Πανεπιστήμιο μέ ἀσύλληπτα κενά. Ὅλοι! Βεβαίως τό κακό εἶναι πολύ πιό ὁρατό στίς Σχολές Ἀνθρωπιστικῶν Σπουδῶν. Στίς Φιλοσοφικές, στίς Θεολογικές καί στίς Παιδαγωγικές Σχολές, ἀπό τίς ὁποῖες ἀποφοιτοῦν ἄνθρωποι πού θά κληθοῦν ἐν συνεχεία νά διδάξουν στή Στοιχειώδη καί τή Μέση Ἐκπαίδευσι, στήν Ἀνωτέρα καί τήν Ἀνωτάτη, ἑλληνική γλῶσσα καί πολιτισμό, ἀρχαῖα κλασσικά κείμενα, ἁγιογραφικά καί πατερικά κείμενα, ἱστορία, ποίησι -ἀρχαία, μεσαιωνική καί νεώτερη, Παπαδιαμάντη, Κάλβο, Καβάφη, Βιζυηνό, Σεφέρη, Ἐλύτη, Σικελιανό κ.ο.κ., ἔχοντας ἐπίπεδο ἑλληνομαθείας ἀπελπιστικά περιωρισμένο, συνήθως σέ μέτρα βαρειᾶς ἀναπηρίας. Πολύπειρος Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, πού ἐδίδασκε ἐπί πολλά ἔτη Βυζαντινή Ὑμνογραφία, Ἁγιολογία, Κριτική Ἔκδοσι Ἀρχαίων Κειμένων καί Παλιογραφία, ὁμολογεῖ μέ ἀπελπισία: «τά μαθήματα αὐτά γίνονταν μέ τέτοιες δυσκολίες, ἐπειδή ἔχουν τήν ὕλη τους Ἀρχαῖα καί Βυζαντινά Ἑλληνικά, πού στό τέλος ἀνέκραζα μέ πικρία, πώς κάθε πέρσι καί καλύτερα, κάθε νέα χρονιά καί χειρότερα! Τά παιδιά μας, ἀπ’ τό Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, ἴσαμε τό Πανεπιστήμιο φτωχαίνουν καί κουτσαίνουν γλωσσικά κι ἔχουν σέ τέτοιο σημεῖο ἀλαλία καί ἀφωνία, πού εἶναι ἀδύνατο νά οἰκοδομήσεις ἐπάνω τους κάτι ἀξιόλογο ἀπό τήν ἄποψη τῶν ἀπαραίτητων εἰδικῶν γνώσεων καί τῆς παιδείας γενικώτερα»¹⁷. Καί ταῦτα πρό τριετίας. Σήμερα τά πράγματα ὄχι μόνον δέν ἔχουν τό παράπαν βελτιωθῆ, ἀλλά μᾶλλον προέκοψαν ἐπί τό χεῖρον. Εἶναι ἐφιαλτική ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζουν Φιλόλογοι, Θεολόγοι, Δάσκαλοι ὅταν χρειασθῆ νά ἀναγνώσουν μεγαλοφώνως ὄχι μόνο ἕνα ἀρχαῖο ἤ μεσαιωνικό κείμενο, Ὅμηρο, Θουκιδίδη, Γρηγόριο Θεολόγο, ἀλλά μιά ἁπλῆ περικοπή ἀπό τόν Ἀπόστολο ἤ τό Εὐαγγέλιο, πού εἶναι πιό οἰκεῖο τό κείμενο ἀπό τήν λειτουργική του χρῆσι, μιά Στάσι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, μιά σελίδα τοῦ Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου ἤ τοῦ Παπαδιαμάντη, ἕνα ποίημα τοῦ Καβάφη. Τό ἴδιο, δυστυχῶς, καί μέ πολλούς ἀπό τούς νεωτέρους κληρικούς μας!

4. Παρακολουθῶντας τούς ἐκφωνητές καί σχολιαστές της τηλοψίας καί τοῦ ραδιοφώνου ἤ παραστάσεις νέων ἠθοποιῶν, ἤ ὁμιλίες πολιτικῶν καί μάλιστα τῶν νεωτέρων καί τῶν θελόντων νά ἐμφανίζωνται περισσότερο «σύγχρονοι» καί «προοδευτικοί» (ὁμιλῶ γενικῶς, διότι ὑπάρχουν σέ ὅλα τά κόμματα), παρακολουθώντας δημόσιους ἀγορητές καί ἄλλους κατ’ ἰδίαν συζητοῦντες, παρακολουθώντας συνομιλίες νέων, φοιτητῶν, ἐφήβων καί παιδιῶν, θλίβεται κανείς κατάκαρδα ἀπό τόν βαρβαρισμό καί βατταρισμό, πού βρίσκει μπροστά του. Ἡ προφορά τοῦ ἕλληνος λόγου ἔχει πιά φθαρῆ ἐπικίνδυνα. Ὅπως πολύ σωστά παρατηρεῖ σχετικά ὁ Σαρ. Καργάκος, «Μετά τήν κατάργηση τῶν τόνων καί τῶν πνευμάτων, πού λειτουργοῦσαν ὡς ὁδικά σήματα ἤ ὡς μουσικές νότες στήν ἀνάγνωση, ἡ προφορά τῶν νεοελλήνων, εἰδικά τῆς μονοτονικῆς γενεᾶς, δέν ἔγινε ἁπλῶς μονότονη, ἀφοῦ ἔχασε τήν τονική παλμικότητά της καί τή ρυθμοποιῒα της, ἔγινε μιά τρεκλίζουσα καί μπατάλικη προφορά, ὑπόκωφη, σπηλαιώδης καί βρυχητική, γιατί ἁπλούστατα, τό παιδί δεν ἔχει σαφή αἴσθηση τοῦ τόνου, ἀφοῦ μέ ἡλίθιους «κανόνες» τοῦ ἔχει ἐπιβληθεῖ νά μήν τονίζει τίς πιό ἰσχυρά τονούμενες λέξεις, ὅπως εἶναι οἱ ἐρωτηματικές ἀντωνυμίες, τί καί ποιός καί ἀκόμη τά ἄρθρα καί τά μονοσύλλαβα ἐπιφωνήματα, ἤ νά τονίζει μή ἰσχυρά προσφερόμενς συλλαβές»¹⁸. Ζητεῖται ἐπειγόντως ἕνας Ἄγγελος Σικελιανός ἤ ἕνας Δημήτρης Μυράτ γιά νά μᾶς θυμίση ξανά τήν ὁμορφιά καί τήν ἀκρίβεια τῆς προφορᾶς τῆς γλώσσης μας!

5. Τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, πού ἔστω καί περιορισμένα διδάσκονται, εὐτυχῶς, στή Μέση Ἐκπαίδευσι, γράφονται μέ τήν ἱστορική τους ὀρθογραφία, στό πολυτονικό. Ἔτσι οἱ μαθηταί καλοῦνται νά ἀποκτήσουν ἐσπευσμένως καί τίς βασικές γνώσεις τοῦ πολυτονικοῦ, προκειμένου νά μποροῦν νά παρακολουθήσουν τό διδασκόμενο κείμενο. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔρχεται ἡ σύγχυσις καί τό θαλάσσωμα. Τή μιά στιγμή εἶναι ὑποχρεωμένοι νά γράφουν λ.χ. ἁμιλλῶμαι (στό ἀρχαῖο κείμενο) καί τήν ἄλλη αμιλλώμαι (σέ νεοελληνικό). Τή μιά ἀγαπῶ καί τήν ἄλλη αγαπώ. Τώρα ἑταῖρος καί σέ λίγο εταίρος. Τώρα ὑμνῶ καί κατόπιν υμνώ. Τώρα τῶν ὑγιῶν καί μετά ταῦτα των υγιών. Σωστή σχιζοφρένεια!. Ἔτσι ἀπογοητεύονται εὔκολα, σχετικοποιοῦν τήν ἔννοια τῆς ὀρθογραφίας καί στό τέλος ὁ καθένας γράφει ὅπως θέλει. Ἡ ἀπόστασι μέχρι τήν φωνητική γραφή δέν εἶναι μεγάλη. Ὁ Ἀννίβας δέν βρίσκεται ἁπλῶς πρό τῶν πυλῶν!....

6. Τὸ μεῖζον ὅμως ἐρώτημα εἶναι ποιὲς δυνάμεις κρύπτονται πίσω ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μέτρου. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἔχουν γραφῇ πολλὰ καὶ ποικίλα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν πρόθεσιν ἀποκοπῆς τῶν Νεοελλήνων ἀπὸ τὶς πηγὲς τῶν κλασσικῶν γραμμάτων, μέχρι καὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς μὲ τὴν λατινικὴν καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μὲ τὴν ἀγγλικήν. Ἄραγε, εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν ἐπιδιώξεων τῆς παγκοσμιοποιημένης πολιτικῆς ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἀλλοτρίωσιν τῶν παραδόσεων, τῆς ταυτότητος καὶ τῆς διάρκειας τῶν λαῶν;

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπιβολή τοῦ Μονοτονικοῦ καί ἡ ἐπί ἕνα τέταρτο αἰῶνος ἐφαρμογή του, επέτυχε:

  • Νά διχάση τούς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων.
  • Νά δυσκολέψη τήν ἐτυμολογία τῶν λέξεων, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀπομάκρυνσι τοῦ λαοῦ ἀπό τό ἀρχικό νόημά τους. 
  • Νά ἐπιφέρη σύγχυσι στήν ὀρθογραφία, μέ κίνδυνο κατολισθήσεως στήν φωνητική γραφή. 
  • Νά στερήσητόν γραπτό μας λόγο ἀπό τήν αἰσθητική του ὀμορφιά. 
  • Νά καταστρέψη ἐν πολλοῖς τή σωστή καί ρυθμική προφορά τοῦ λόγου, μέ ἀφευκτη διολίσθησι στόν βατταρισμό καί τόν βαρβαρισμό. 
  • Νά δυσκολέψη ἀφάνταστα τίς κλασσικές καί ἀνθρωπιστικές σπουδές, μέ τραγικά γιά τό ὅλο πνευματικό ἐπίπεδο τῶν Νεοελλήνων καί τήν συνείδησι τῆς ἐθνικῆς μας συνεχείας ἀποτελέσματα. 
  • Νά προβάλη ὡς παιδαγωγικό ἰδεῶδες τήν ἥσσονα προσπάθεια καί νά ἐπιβραβεύση τήν ὀκνηρία. 
  • Νά δώση τραγικά δείγματα ὀσφυοκαμψίας ἐνώπιον τῶν μεγάλων συμφερόντων πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν, διαφημιστικῶν γραφείων, ἐκδοτικῶν οἴκων, ἐφημερίδων καί περιοδικῶν.

Ὀκτώ «ἐπιτυχίες», ὅσα καί τά «Οὐαί ὑμῖν» τοῦ Χριστοῦ πρός τούς Γραμματεῖς καί Φαρισσαίους τῆς ἐποχῆς Του...

Τό Μονοτονικό ἀπέτυχε:
  • Νά πείση γιά τήν ἀθωότητα τῶν κινήτρων τῆς αἰφνιδίας καί δυναστικῆς ἐπιβολῆς του.
  • Νά κρύψη κάτω ἀπό τόν διάτρητο μανδύα τῆς «χρησιμότητος» τό ψηλαφητό σκότος τῆς βαρβαρότητος πού φέρει ἐν ἑαυτῶ.
  • Νά διευκολύνη τήν μάθησι.
  • Νά προαγάγη τούς σκοπούς τῆς παιδείας.
Ἡ Ἐκκλησία, ἔχουσα πάντοτε πλήρη αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Κιβωτός τοῦ Γένους, ἀγκαλιάζει καί ὅλες τίς ἐκφάνσεις τοῦ πολιτισμοῦ του, ἐν αἷς καί τήν γραπτή μορφή τῆς γλώσσης του, μέ στοργή. Ἔτσι, φρονίμως ποιοῦντες καί τό πνευματικό συμφέρον τοῦ Γένους προασπίζοντες, δέν ἐστέρξαμε, οὔτε ἐπισήμως, οὔτε ἀνεπισήμως, νά υἱοθετήσουμε τό μονοτονικό. Ἐκρατήσαμε, ὄχι μόνο στά ἱερά Γραφικά καί Λειτουργικά κείμενα, ἀλλά καί στά ἔγγραφα τά ὑπηρεσιακά καί στήν ἀλληλογραφία καί στίς ἐκκλησιαστικές ἐκδόσεις τό πολυτονικό. Ἄν κάποιοι ἐκ τῶν κληρικῶν οἱουδήτινος βαθμοῦ μπῆκαν στόν πειρασμό νά χρησιμοποιήσουν μονοτονικό, πρόκειται γιά προσωπική τους «ἁμαρτία». Ὡς Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκρατήσαμε, κρατοῦμε καί θά κρατήσουμε τό πολυτονικό. Τό ἴδιο, ἔξ ὅσων γνωρίζομε, πράττει καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καθώς καί τά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου.

Πεῖσμα; Ὄχι! Στεῖρος συντηρητισμός; Ὄχι! Ἄρνησις προσαρμογῆς; Ὄχι! Φυλάσσομε μέ πλήρη συνείδησι τίς πνευματικές μας Θερμοπύλες. Ἡ γλώσσα εἶναι πατρίδα! Ἐάν ἀφεθῆ στά χέρια τῶν βαρβάρων, στό τέλος, δέν θά ὁμιλοῦμε, ἀλλά θά βαρ-βαρ-ρίζομε, καί ὄχι μόνον γλωσσικῶς. Ἡ πανταχόθεν ἐξαπλουμένη παγκοσμιοποίησις ἐξυπηρετεῖται ἄριστα μέ μιά γλῶσσα φτωχή, ξύλινη, ἴσια-ἴσια ἀρκετή γιά νά διευκολύνωνται οἱ συναλλαγές στίς τράπεζες, στά ἀνά τόν κόσμο ἀεροδρόμια καί στά καταστήματα ἀφορολογήτων εἰδῶν.

Εὐχαριστοῦμε, δέν θά πάρουμε!...
Σᾶς εὐχαριστῶ.-


1. Χρ. Γιανναρᾶ: ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ, Ἐπικαιρικά Παλινωδούμενα, Ἔκδ. Πατάκη, σ.272.
2. Ἔνθ’ ἀνωτ., σ.254.
3. Ἐν.: ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟΥ, ἐκδ. ΕΥΘΥΝΗ, Φύλλα μάχης/1, σ.ι’-ια΄.
4. Ὀδ.Ἐλύτη, ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ, ἐκδ. Ἴκαρος.
5. ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟΥ, σ.ια’
6. Ἐνθ’ ἀνωτ., σ. ιβ’.
7. Τάσου Λιγνάδη, Ἡ Αὐτοδύναμη Τεχνολογία-Ἄρνηση τῆς Δημοκρατίας, Ἐφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27-28 Ἰαν. 1985, ἐν: ΚΑΤΑΡΡΕΩ, Ἀθήνα, 1989, σ.353.
8. Αὐτόθι.
9. Κώστας Μόντης: ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Κ’ ΟΙ «ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ»Π. ἐν.: ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ, Λευκασία 2003, σ.194.
10. ΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ... σ.ια’-ιβ’.
11. ΕΥΘΥΝΗ, τ. 365, Μάϊος 2002, σ.248.
12. Βλ. Δημ. Τσαλουμᾶς: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ Α’& Β’, Ἀθήνα-Μελβούρνη 1995.
13. Σαρ. Καργάκος: ΑΛΕΞΙΑ-ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ, Ἀθ. 1992, σ. 128.
14. Ἔνθ’ἀνωτ. σ. 243.
15. ΕΥΘΥΝΗ, τ.365, Μάϊος 2002, σ.244.
16. Ἔνθ’ ἀνωτ. σ.248.
17. Π.Β. Πάσχος ἐνθ’ ἀνωτ. σ.247.
18. Σαρ. Καργάκος, ἔνθ’ ἀνωτ., σ.245.


Πηγή

Σημείωση:
Εκφωνήθηκε, στην Ημερίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με θέμα: Μονοτονικό, εμπειρία 24 ετών, την 22/5/2006

Μονοτονικό: Ένας αδιάπτωτα συνεχής πόλεμος, κι ας επιχειρείται η αποσιώπησή του.

Image result for εικόνες γραμματική σχολείο 

Ένα ακόμη άρθρο για το μονοτονικό. Δηλαδή για τον πόλεμο ενάντια στους τόνους και τα πνεύματα της γλώσσας μας. Στα στοιχεία εκείνα που της δίνουν πλαστικότητα, και χάρη, μέτρο και μελωδία, ακρίβεια και καθαρότητα. Εδώ, ούτε λίγο ούτε πολύ, κάποιοι θα προσπαθήσουν να μας πείσουν πως δεν διαταράχθηκε η σκέψη και η γραφή του Έλληνα. Είναι όμως έτσι; Εγώ πιστεύω πως όχι. Ο βίος και η πολιτεία του Έλληνα σήμερα, μας δείχνουν ότι δεν μπορεί πια ούτε να καταλάβει τί του γίνεται, ούτε μπορεί να σκεφτεί για να βρεί τον τρόπο ώστε ν' αλλάξει τα πράγματα. Κι αυτό οφείλεται στο ότι δεν μαθαίνει να έχει συνέπεια σε εκείνο που γράφει και σ' εκείνο που λέει. Δεν ξέρει τον τρόπο να δώσει στο λόγο του τη δύναμη εκείνου, που καίει τα σωθικά του και θέλει να βγεί.  Γι' αυτό δρά και ενεργεί αυτόματα και ακαταλόγιστα. Οι λέξεις έχουνε χάσει το νόημά τους, κι οι εκφερόμενοι -δήθεν ουσιαστικοί- λόγοι, υπέρμαχοι του μονοτονικού, είναι πολιτικοί μυκηθμοί (ύποπτες πολιτικές αλχημείες)  και θυμίζουνε επιχειρηματολογία σε μαντρί ή ζούγκλα, καθώς επιτείνουν την ασυνεννοησία και την αποδιοργάνωση.  Δείτε, ιδιαίτερα τα εδάφια (δ) και (ε), αμέσως παρακάτω. Νά, τί λένε:

(α) Πώς δημιουργήθηκε το πολυτονικό σύστημα
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν τόνους (δες επιγραφές). Το πολυτονικό σύστημα (βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, υπογεγραμμένη, ψιλή), δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια και τα δύο πνεύματα επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ, για να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά, καθώς η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ' ότι προφέρονται στη γλώσσα μας. Δεν έγινε για την απόδοση της νέας (κοινής) ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία ελληνικά.

Τα πρώτα δείγματα τέτοιων συμβόλων που σώζονται βρίσκονται σε παπύρους του 2ου αι. π.Χ. και τα κείμενα είναι ποιητικά, κυρίως διαλεκτικά ή αρχαϊκά: έχουν δηλαδή μεγάλες ιδιαιτερότητες, εμφανίζουν απόσταση από τον κοινό, πεζό λόγο και ο τονισμός είναι εξαιρετικά σημαντικός.

Ένας άλλος λόγος, για το οποίο δημιουργήθηκαν τα τονικά σημάδια, εικάζεται πως είναι η παρακμή της προφορικής παράδοσης της επικής ποίησης (που σημαίνει ότι οι ίδιοι οι Έλληνες χρειάζονταν καθοδήγηση για να προφέρουν σωστά λέξεις που δεν χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή τους ομιλία).

O τονισμός της αρχαίας ελληνικής ήταν κύρια «μουσικός» (μελωδικός, προσωδιακός) και όχι δυναμικός όπως της νέας ελληνικής. Σχετιζόταν δηλαδή βασικά με το ύψος της φωνής και όχι την έντασή της. Στους κλασικούς χρόνους (και συγκεκριμένα από την εποχή του Πλάτωνα) χρησιμοποιούνται για τον τόνο οι όροι «οξύς» και «βαρύς» που αναφέρονται και στο ύψος και στην ένταση.

Δεν ξέρουμε ούτε ποια έκταση είχε η τονική ποικιλία, ούτε πότε υπερίσχυσε ο δυναμικός τονισμός του μουσικού. Ξέρουμε όμως ότι ο μουσικός τονισμός αρχίζει να αντικαθίσταται από τον δυναμικό κατά την τελευταία περίοδο π.Χ., οπότε αρχίζει να εξαφανίζεται και η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων.

Στην ελληνιστική περίοδο (δηλαδή μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου) η προφορά της γλώσσας έχει απομακρυνθεί από αυτή της κλασικής περιόδου (5ος και 4ος αι. π.Χ.) σε βαθμό ώστε να κρίνεται απαραίτητο να συνταχθούν βοηθήματα για την ανάγνωση των αρχαίων κειμένων. Τότε λοιπόν εμφανίζονται τα πρώτα τονικά σύμβολα.

Όταν ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε και η διάδοση του συνδέθηκε με τα ελληνικά (μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά, επιστολές Αποστόλου Παύλου κ.λπ.), η ελληνική γλώσσα έμεινε συνυφασμένη στην Δύση με το πολυτονικό σύστημα.

Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα ελληνικά.

Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια, αρκετοί θεωρούν τη χρήση του επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Η σκέψη για κατάργησή του άρχισε από τα την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν γενικεύτηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και ερχόταν αρωγός στο άλλο μείζον θέμα, την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής.

( β . -παραλείπεται γιατί υπάρχει αυτούσιο σε άλλο άρθρο, που έχει ήδη αναρτηθεί, στο παρόν ιστολόγιο και αφορά τη δασεία..)

(γ) Το μονοτονικό σύστημα και η πορεία του

Κείμενα στα οποία διατυπώνεται το αίτημα για απλοποίηση του τονικού συστήματος μπορούμε να εντοπίσουμε ήδη από το 18ο αιώνα. Πρωτοπόρος στην κίνηση αυτή θα λέγαμε πως είναι ο Νικόλαος Φαρδύς, που το 1884 επιχειρεί σε ένα κείμενο που δημοσιεύει να απαλλάξει την καθαρεύουσα από τους τόνους και τα πνεύματα.

Σε ανάλογες κινήσεις θα προβούν ο Ισίδωρος Σκυλίτσης και ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ειδικότερα, ο Ισίδωρος Σκυλίτσης το 1886 θα προτείνει την απάλειψη της ψιλής και της βαρείας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ο Α. Πάλλης θα προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, μιας και όχι μόνο θα προτείνει, αλλά και θα εφαρμόσει στα κείμενά του την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων.

Το ίδιο πνεύμα, της απλοποίησης δηλαδή του ορθογραφικού και τονικού συστήματος, διακρίνει τα κείμενα και πολλών άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών που από το 1884 και εξής εμφανίζονται ως θερμοί υποστηρικτές μιας τέτοιας προοπτικής. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε το γλωσσολόγο Γεώργιο Χατζιδάκι, που το 1911, αν και ένθερμος αντίπαλος του δημοτικισμού, προτείνει την απλοποίηση του τονισμού στα σχολεία. Ο Χατζιδάκις θα προχωρήσει στην πρόταση αυτή μετά από τη διαπίστωση πως η ορθογραφία και το περίπλοκο σύστημα που εφαρμοζόταν τότε στην εκπαίδευση προκαλούσαν μεγάλα προβλήματα στους μικρούς μαθητές που προσπαθούσαν να μυηθούν στην ελληνική γλώσσα.

Χαρακτηριστική περίπτωση υποστηρικτή του απλοποιημένου τονικού συστήματος αποτελεί και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, που το 1913 προτείνει ένα ριζοσπαστικό σύστημα. Ωστόσο ο Τριανταφυλλίδης δε θα επιχειρήσει ποτέ να χρησιμοποιήσει το σύστημα αυτό στα κείμενά του.

Την υιοθέτηση του απλοποιημένου τονικού συστήματος θα υποστηρίξουν με τη σειρά τους, μέσα στα επόμενα χρόνια, και άλλοι άνθρωποι των γραμμάτων και του πνεύματος, μεταξύ αυτών οι Ε. Γιανίδης, Εμμανουήλ Κριαράς, Γ. Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Βασίλης Ρώτας και πλήθος άλλων γλωσσολόγων και λογοτεχνών.

Εκτός από τους πνευματικούς ανθρώπους, το θέμα φαίνεται να απασχόλησε ιδιαίτερα και την πολιτεία, αν λάβουμε υπόψη μας τις σχετικές κινήσεις που έγιναν.

Το 1931 ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου απευθύνθηκε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών, και τους ζήτησε να υποβάλουν κάποιες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ορθογραφικού και του τονικού συστήματος. Τότε ο Παπανδρέου δεν έλαβε καμία απάντηση, αν και, όπως έγινε γνωστό εκ των υστέρων, στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης και στην Ακαδημία Αθηνών διαμορφώθηκαν κάποιες προτάσεις για το θέμα. Ωστόσο καμία από τις προτάσεις αυτές δεν υπερίσχυσε, ώστε να κατατεθεί στο υπουργείο Παιδείας και να αποτελέσει την αφετηρία για τη μεταρρύθμιση.

Το 1938, και μεσούσης της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, θα συγκροτηθεί από τον ίδιο το δικτάτορα μια επιτροπή, με επικεφαλής το γλωσσολόγο Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που σκοπό είχε να συντάξει τη γραμματική της δημοτικής. Στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής, η επιτροπή θα προτείνει και την απλοποίηση του τονικού συστήματος, την αντικατάσταση δηλαδή του τόνου με ένα σημάδι και την κατάργηση των πνευμάτων. Ο Μεταξάς ωστόσο θα απορρίψει την πρόταση με το αιτιολογικό ότι οι θέσεις των μελών της επιτροπής έρχονταν σε αντίθεση με τις θέσεις του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.

Τον χειμώνα του 1941-1942, που η χώρα βρισκόταν υπό φασιστική κατοχή και τα πτώματα από την πείνα γέμιζαν τους δρόμους της Αθήνας, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής πάσχιζαν να σώσουν το έθνος από το μονοτονικό σύστημα με «εγκληματικόν απέναντι του έθνους χαρακτήρα», που χρησιμοποίησε ο καθηγητής Ι. Κακριδής στο βιβλίο του «Ελληνική Κλασική Παιδεία» τον Νοέμβριο του 1939! Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών θυμήθηκε τότε -τη στιγμή που ο κατακτητής έσφιγγε το βρόχο στο λαιμό του ελληνικού λαού- πως από την κατάργηση των τόνων «κινδυνεύουν τα πάτρια» και το Πειθαρχικό Συμβούλιο κάλεσε τον Ι. Κακριδή σε απολογία. Μια ενέργεια που μετέθετε το ζήτημα του εθνικού κινδύνου, από τους κατακτητές και συνεργάτες τους, στον καθηγητή Ι. Κακριδή, που έκανε μια αναγεννητική προσπάθεια, ξεσήκωσε την οργή και την αγανάκτηση όλων των πνευματικών ανθρώπων. Ήταν μια «πατριωτική» ενέργεια, που ο Μ. Τριανταφυλλίδης χαρακτήρισε «πατριωτισμό της περισπωμένης». «Η Δίκη των Τόνων», που έγινε στο όνομα της «γλωσσικής ενότητας της ελληνικής φυλής», ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1941 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1942 με την απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Φιλοσοφικής Σχολής για δίμηνη παύση του Ι. Κακριδή.

Η τρίτη, έμμεση, προσπάθεια της πολιτείας να διευθετήσει το θέμα του τονισμού σημειώνεται δύο μόλις χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, το 1976, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ο τότε υπουργός Παιδείας Γεώργιος Ράλλης συγκρότησε μια επιτροπή στην οποία ανέθεσε την εξέταση της νέας γραμματικής. Η επιτροπή αυτή θα εξετάσει και το ζήτημα του τονισμού και μετά από ομόφωνη απόφαση θα εισηγηθεί στην ηγεσία του υπουργείου την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, εισήγηση που όμως θα σταματήσει μπροστά στους δισταγμούς της πολιτείας να προχωρήσει στην εφαρμογή της.

Λίγο μετά τη μεταπολίτευση, η «Καθημερινή» κυκλοφόρησε με μια κουκκίδα στη θέση πνευμάτων και τόνων, δηλαδή είχε ένα μόνο τονικό σημάδι· λέγεται ότι η αλλαγή πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τους αναγνώστες· ακόμα και στελέχη της εφημερίδας που είδαν το φύλλο πριν κυκλοφορήσει, δεν πρόσεξαν την καινοτομία! Η λύση αυτή, του ενός δηλ. τονικού σημαδιού στη θέση των πνευμάτων και τόνων, επεκτάθηκε προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 και σε πολλά άλλα έντυπα –ο Εμμ. Κριαράς τη χαρακτήρισε «συντηρητικό μονοτονικό», αν και ο ίδιος επέμενε τα δικά του άρθρα να τυπώνονται με το γνήσιο μονοτονικό. Πέρα από εφημερίδες, η πρωτιά στο μονοτονικό ανήκει (με βάση στοιχείων από άρθρα του Εμμ. Κριαρά), από μεν τα ιδρύματα στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που το είχε καθιερώσει στην αλληλογραφία του από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ενώ από τα επιστημονικά περιοδικά την ίδια περίπου εποχή μονοτονικό εφάρμοσε το περιοδικό «Δίκη» του Κ. Μπέη.

Προς το τέλος της δεκαετίας '70, το μονοτονικό είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, που ο ένας στους δύο αναγνώστες εφημερίδων δεν έβλεπε πια περισπωμένες και δασείες όταν διάβαζε την εφημερίδα του, αφού έξι μεγάλες καθημερινές εφημερίδες (Βήμα, Νέα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία και οι δυο πρωτοπόρες θεσσαλονικιές) τυπώνονταν με τη μια ή την άλλη μορφή μονοτονικού· μάλιστα, αυτή η πολυμορφία δεν ήταν πάντοτε αρεστή· για παράδειγμα, σε κύριο άρθρο της στις 7.4.1979, σχεδόν τρία χρόνια πριν από την κατά Χριστόδουλο αποφράδα νύχτα, η εφημερίδα Καθημερινή διαπιστώνει ότι τώρα πια που εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία και άλλα έντυπα τυπώνονται με το μονοτονικό σύστημα, οφείλουν οι αρμόδιοι να προπορευτούν και να δώσουν ένα δοκιμασμένο πρότυπο στον κόσμο που εφαρμόζει ή θα ήθελε να εφαρμόσει την τονική μεταρρύθμιση. Δηλαδή, όχι απλώς δεν είχε εφαρμοστεί καθόλου στην πράξη το μονοτονικό, όπως θέλουν να πιστέψουμε σήμερα οι «πολυτονιάται», αλλά εφαρμοζόταν πολύ και συχνά –πολύ πριν η πολιτεία δεήσει να το καθιερώσει.

Η τελευταία ανάμειξη της πολιτείας στο θέμα του τονισμού της ελληνικής γλώσσας ήταν το 1982, οπότε εισάγεται και ψηφίζεται από τη Βουλή τροπολογία που προβλέπει την καθιέρωση του μονοτονικού. Αναλυτικότερα, τον Δεκέμβριο του 1981, με πρωτοβουλία του υπουργού Παιδείας Ελευθέριου Βερυβάκη, συγκροτείται μια ειδική ομάδα εργασίας με πρόεδρο τον Εμμανουήλ Κριαρά και μέλη τους Φ. Κρακριδή, Χρ. Τσολάκη, Β. Φόρη, Δ. Τομπαΐδη, Α. Βουγιούκα, Χρ. Μιχαλά, Α. Κοτλίτσα και Αλ. Σιδέρη. Έργο της ομάδας αυτής ήταν να επεξεργαστεί και να υποβάλει μια πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να τονίζεται η ελληνική γλώσσα. Η πρόταση που η ομάδα εργασίας διαμορφώνει υποβάλλεται τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο ταυτόχρονα ζητάει και από το ΚΕΜΕ να γνωμοδοτήσει πάνω στο θέμα του τονισμού. Το ΚΕΜΕ υιοθέτησε και πρότεινε το σύστημα που είχε μειοψηφήσει στην ομάδα εργασίας του υπουργείου Παιδείας. Τελικά, στις 12 Ιανουαρίου 1982, και κάτω από τις συνθήκες που έχουμε ήδη περιγράψει, η ελληνική Βουλή αποφάσισε την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος, που είχε πλειοψηφήσει στην ομάδα εργασίας. Καταργούνται έτσι τα δυο πνεύματα (ψιλή και δασεία) και οι δυο από τους τρεις επίσημους τόνους, στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν μόνο δυο (περισπωμένη και βαρεία λέγονταν οι τόνοι που καταργήθηκαν). Έτσι, το μόνο τονικό σημάδι παραμένει η οξεία.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος ωφελούσε οικονομικά τους εκδοτικούς οίκους, τις υπηρεσίες του κράτους και τις εφημερίδες, καθώς το κόστος για την έκδοση κειμένων, βιβλίων και εγγράφων στο μονοτονικό σύστημα ήταν πολύ μικρότερο απ’ ό,τι στο πολυτονικό.

(δ) Το μονοτονικό και η γλωσσική «αναρχία»

Μετά την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής στην εκπαίδευση και τη διοίκηση, το 1982, άρχισαν να έρχονται στο φως της δημοσιότητας κείμενα, στα οποία υποστηριζόταν ότι το μονοτονικό σύστημα δημιούργησε γλωσσική αναρχία (ακόμα και...δυσλεξία, όπως υποστηρίχτηκε αργότερα!) και ότι με την καθιέρωσή του αποκόπηκε η ελληνική γλώσσα από τις ρίζες της.

Ο λόγος αυτός δημιούργησε σε αρκετούς μια αληθοφανή εντύπωση περί της μη χρησιμότητας του μονοτονικού συστήματος στη γραπτή ελληνική γλώσσα.

Τα επιχειρήματα όμως αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν σοβαρά για τους εξής λόγους: η απλοποίηση του τονικού συστήματος αφορά μόνο το γραπτό λόγο και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να επηρεάσει τον προφορικό λόγο των Ελλήνων.

Αλλά ούτε το γραπτό λόγο μπορεί να επηρεάσει, γιατί τα τονικά σημάδια του πολυτονικού δεν είχαν καμιά λειτουργική αξία· τη μόνη πιθανόν αξία που είχαν ήταν η αισθητική της ελληνικής γραφής.

Και το δεύτερο επιχείρημα στερείται σοβαρότητος, τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι τα τονικά σημάδια δεν αποτελούσαν στοιχεία που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες στο γραπτό τους λόγο.

Αυτά εφευρέθηκαν πολύ αργότερα, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ελληνιστική περίοδο, όταν έπαψε η αρχαία ελληνική να έχει την προφορά και την προσωδία της αρχαίας ελληνικής των κλασικών χρόνων.

Η συμβολή λοιπόν της κατάργησης του πολυτονικού συστήματος ήταν μόνο θετική, γιατί απάλλαξε τους μαθητές από την απομνημόνευση κανόνων, οι οποίοι ούτε παιδευτική αξία είχαν και μάλλον περιέπλεκαν τα πράγματα της γλωσσικής διδασκαλίας.

Όσον αφορά τη γλωσσική αναρχία, αυτή, κι αν ακόμη δεχτούμε ότι υφίσταται, δεν μπορεί να οφείλεται στην καθιέρωση του μονοτονικού. Η αληθογνωσία λοιπόν που επιβάλλεται να έχουμε γι' αυτό το θέμα είναι πως η καθιέρωση του μονοτονικού δεν επηρέασε με κανένα τρόπο αρνητικά την ελληνική γλώσσα.

(ε) Το «κολοβό» πολυτονικό σύστημα


Μεγάλη μερίδα των πνευματικών ανθρώπων, ποιητών, συγγραφέων, εκδοτών, επιμελητών εκδόσεων, επιμένουν στην ιστορική ορθογραφία. Ενώ όμως σε γενικές γραμμές υποστηρίζεται το απαραβίαστο της ιστορικότητας του πολυτονικού, στην πράξη χρησιμοποιείται ένα πολυτονικό σύστημα «κολοβωμένο», στο οποίο έχει απαλειφθεί το τονικό σημείο της βαρείας (με διακριτό ρόλο στο τονικό σύστημα που επινόησαν οι Αλεξανδρινοί γραμματικοί).

Εχει επίσης απαλειφθεί σ' αυτό η άλλοτε μακρά και άλλοτε βραχεία φύση των δίχρονων φωνηέντων (λ.χ. στο θέμα των λέξεων θεωρούνται πάντα βραχέα), εφόσον δεν υπάρχει καμμία παράσταση στον ομιλητή της ελληνικής για το πώς προφερόταν στην κλασσική εποχή το βραχύ ι στη λέξη πατρίδα σε αντιδιαστολή με το μακρό ι στη σφραγίδα· από την άλλη πλευρά, η διάκριση αυτή είναι αδύνατον να επεκταθεί στις λέξεις που σχηματίστηκαν σε νεότερες εποχές, δεν υπάρχει δηλαδή τρόπος να απαντηθεί το ερώτημα εάν το ι του κρετίνος είναι βραχύ ή μακρό, για να πάρει οξεία ή περισπωμένη αντίστοιχα.

Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι πως η κατάργηση της μακρότητας και της βραχύτητας, και η εξέλιξη της ελληνικής από γλώσσα με «μουσικό» τόνο σε γλώσσα με «δυναμικό» τόνο, είχε ήδη συντελεστεί κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ­ κι ας προσπαθούν ακόμη και σήμερα ορισμένοι να καταγράψουν με εργαλεία μέτρησης μακρές και βραχείες συλλαβές στη νέα ελληνική!

Η εμμονή διατήρησης ενός κάποιου πολυτονικού συστήματος, προκειμένου να μη διασπαστεί τουλάχιστον η εικόνα της γλωσσικής μας συνέχειας, γεννά με τη σειρά της νέα μυθεύματα, που συσκοτίζουν αδιαμφισβήτητα πορίσματα της επιστήμης.

 Ίσως η διατύπωση ενός μη ρηξικέλευθου δημοτικιστή, του ακαδημαϊκού Πέτρου Χάρη, πως γύρω από τη μονοτονική γραφή κονταροχτυπιούνται δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους, οι Έλληνες που θέλουν να φαίνονται Έλληνες και οι Έλληνες που θέλουν να είναι Έλληνες, να αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτό που εμφανίζεται ως κρίση της ορθογραφίας είναι στην πραγματικότητα κρίση της κοινωνίας.

Σημείωση
Στην εικόνα που συνοδεύει το άρθρο, υπάρχει ένας κατάλογος με τα σημεία της στίξης. Όμως ο γραφίστας, έχει τοποθετήσει ανάμεσά τους (αυτοβούλως, και εν αγνοία του;) κι ένα λατινικό ερωτηματικό! Αυτό τώρα, τί είναι;  Μήπως είναι εισαγωγή για να διεθνοποιήσουμε  και τα σημεία στίξης που χρησιμοποιούμε στην Ελληνική Γλώσσα;

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Τόνοι και Πνεύματα. Επιβίωση κόντρα στον καιρό.


Image result for εικόνες γραμματική σχολείο 





Το διαδίκτυο έχει γίνει πια η πρόχειρη βιβλιοθήκη μας. Από εκεί παίρνουμε τα πρώτα στοιχεία για κάθε τι που θέλουμε.

Έτσι και σήμερα, η περιπλάνησή μου για ό,τι σημάδεψε την κατάργηση του πολυτονικού, απέφερε ένα ακόμη άρθρο στον έντυπο Τύπο (πηγή).

Γράφει ο αρθρογράφος για τα τριάντα χρόνια στο μονοτονικό (και δεν είναι ο μόνος που βλέπει το ζήτημα με αυτόν τον τρόπο):

«Αναρωτιέμαι πόσο άνετα διαβάζουν ένα πολυτονικό κείμενο οι κάτω των 30. Είναι ένα ερώτημα σε ισχύ, καθώς τα κείμενα που κυκλοφορούν με πολυτονικό έχουν αυξητική τάση. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους επιλέγουν ακόμη και σε δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης τη γραμματοσειρά με πνεύματα και τόνους, αλλά σε εμπορικούς εκδοτικούς οίκους που τυπώνουν τα βιβλία τους με πολυτονικό. Τίθενται ερωτήματα. Είναι άραγε ζήτημα προσωπικής εμμονής, είναι ζήτημα αντίστασης στη γλωσσική ισοπέδωση, είναι νεύμα στην ιστορική ορθογραφία, είναι απλώς θέμα αισθητικής; Εχει ελπίδα το πολυτονικό να συμπλέει παράλληλα με την επίσημη μονοτονική γραφή ή με τη γλώσσα της γραφειοκρατίας; Για πολλούς θεωρείται εστέτ επιλογή. Για άλλους είναι ένδειξη συντηρητισμού, αλλά υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν ότι η επιλογή του πολυτονικού έχει μία εγγενή έννοια ελευθερίας, καθώς αντιλαμβάνεται τη γλώσσα εκτός της γραφειοκρατικής και νομικής διαδικασίας.

Το μονοτονικό καθιερώθηκε από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1982. Τότε, η καινοτομία αυτή, που είχε απλώς σφραγίσει με νόμο του κράτους μία συζήτηση δεκαετιών (που είχε αναζωπυρωθεί μετά το 1975), προκάλεσε μεγάλη διχογνωμία. Ορισμένοι το είδαν ως πρόοδο και άλλοι ως οπισθοδρόμηση. Πριν από 30 χρόνια, η συζήτηση για την ιστορική ορθογραφία είχε πολλούς θιασώτες αλλά δεν είχε μεγάλο ακροατήριο. Τότε, ο Κορνήλιος Καστοριάδης είχε πει «η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η κατάργηση της συνέχειας. Ηδη, τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή, πάμε να καταστρέψουμε ό, τι κτίσαμε. Αυτή είναι η δραματική μοίρα του σύγχρονου ελληνισμού».

Ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της σύγχρονης γραφής που εκφράζεται κυρίως από την απλοποίηση της γραφής (και τον στραγγαλισμό της ετυμολογικής ρίζας των ξένων ονομάτων στη φωνητική, ελληνική απόδοσή τους) πηγάζει εν πολλοίς από την καθιέρωση του μονοτονικού. Και κυρίως από τη συμβολική διάσταση που εξέλαβε η υιοθέτηση του μονοτονικού στη διάρκεια κυρίως του θηριώδους λαϊκισμού της δεκαετίας του 1980.

Σήμερα, το ερώτημα παραμένει. Πώς επιζεί το πολυτονικό, από ποιους υποστηρίζεται και σε ποιους απευθύνεται; Υπάρχουν νέοι που δεν διδάχθηκαν το πολυτονικό και να το υποστηρίζουν; Είναι με άλλα λόγια θέμα ενός βιολογικού κύκλου που θα κλείσει καθώς θα εκλείψουν οι εκπρόσωποι των γενεών που το διδάχθηκαν και που σήμερα επιθυμούν τη διατήρησή του στη ζωή; Κατά τα φαινόμενα, η διαμάχη πολυτονικού και μονοτονικού μοιάζει με ένα πεδίο πολύ πιο σύνθετο και πιο περίπλοκο απ' ό, τι παλαιότερα πιστεύαμε».

Σημείωση:

Ετούτο το άρθρο με εκφράζει απόλυτα, και για τούτο το συνυπογράφω χωρίς καμμιά επιφύλαξη.

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Επιχειρείν ανέλεγκτα και αυθαίρετα;


 


Είναι σπουδαίο πράγμα η επικοινωνία. Και η επιχειρηματικότητα.


Αλλά τόσο η διακίνηση και η ποιότητα των παραγομένων αγαθών, όσο και η προσφορά και η ποιότητα των ΕΠ-ΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΩΝ υπηρεσιών, πρέπει να διέπεται από κανόνες. Συνέπειας, καλής πίστης και αξιοπιστίας.

Η αξιοπιστία στην δοσοληπτική σχέση, είναι τόσο σημαντικός παράγων, που καμμιά φορά, επιδρά στην προτίμηση αυτού, έναντι κάποιου άλλου,  προϊόντος ή υπηρεσίας.

Στην εποχή μας, το κινητό τηλέφωνο, είναι πια εργαλείο δουλειάς και μέσο αξιοποίησης του χρόνου. Και η τηλεπικοινωνία είναι τρόπος άμεσης διευθέτησης εκκρεμοτήτων. Η τηλεπικοινωνία με ένα κινητό τηλέφωνο, που σήμερα επιτυγχάνεται όπως ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, είναι πράγματι, σπουδαίο πράγμα, γιατί σε βγάζει από ταξίδια, από κινήσεις και μετακινήσεις, από έγγραφα, από ταχυδρομεία, από καταστάσεις έντασης και ανυπομονησίας, σώζει σε περιστάσεις άμεσης ιατρικής ειδοποίησης, συντρέχει σε καταστάσεις κατεπείγοντος, ενημερώνεις εγκαίρως και άμεσα.

Γι' αυτό και η σχετική επιχειρηματικότητα είναι τόσο σημαντική και αξίζουν οι υπηρεσίες που προσφέρει.

Έλα όμως, που η νέα εποχή, βλέπει την επιχειρηματικότητα σαν τζόγο! Που ωθεί, έντονα, στη (ή μεθοδεύει ή τελικά αποβαίνει στη μονερή) χρήση της επιχειρηματικότητας, προς όφελος του «επιχειρηματία», και όχι προς λύση ενός προβλήματος και ταυτόχρονα με την αμοιβή που θα είναι εύλογη για τούτην υπηρεσία! Και καταλήγουμε στη στρέβλωση της επιχειρηματικότητας και τον οικονομικό δεσποτισμό επί των πελατών.

Εξηγούμαι:

Όταν κάνεις μια σύμβαση για να έχεις τηλεπικοινωνία με κινητό τηλέφωνο, αυτό σημαίνει – κατά τα ειωθότα, λέμε εμείς οι νομικοί – ότι πρόκειται για σύμβαση που γίνεται με οικονομικούς όρους. Θα σε πληρώνω, κάθε μήνα, θα μου παρέχεις - κάθε μήνα - τη δυνατότητα τηλεπικοινωνίας με το κινητό μου τηλέφωνο. Θέλεις να σε πληρώνω με πιστωτική κάρτα. Συμφωνούμε. Ορίστε τον αριθμό της κάρτας μου.

Συνέβη, όμως κι έχασα -κάποια στιγμή-  την κάρτα μου (με έκλεψε ο καλός κόσμος της εποχής μας), και αναγκάστηκα να ζητήσω - και εκδόθηκε - νέα. Αμελλητί γνωστοποιώ στον αντισυμβαλλόμενό μου και πάροχο της κινητής τηλεφωνίας  την αλλαγή της κάρτας πληρωμής, και εκείνος παραλαμβάνει τα νέα στοιχεία. Και νιώθω ότι είμαι αξιόπιστος και συνεπής με τις δεσμεύσεις μου.

Αυτό που συνέβη μέρες μετά, με κάνει να διαμαρτύρομαι σήμερα. Γιατί, παρ' όλη τη δική μου συνέπεια, και ακρίβεια στην τήρηση των υποχρεώσεών μου, ειδοποιούμαι,  ότι ο αριθμός που καλείτε δεν είναι «accessible»!

Αχ, Ελλάδα, της καταχρηστικής ελευθερίας των υπευθύνων, και της καταδυνάστευσης των δικαιούχων!


Η έρευνά μου επί του θέματος, απέφερε την πληροφορία ότι το αίτημά μου για την αλλαγή που ζήτησα, εκκρεμεί ακόμη (τόσες μέρες μετά την υποβολή του), και γι' αυτό, λόγω του επείγοντος, θα πρέπει να υποστώ τη δοκιμασία της προσωπικής εμπλοκής στη διαδικασία πληρωμής (να πάω εγώ να πληρώσω), ώστε να τακτοποιηθεί η επικοινωνία μου.

Ενίσταμαι στην απαίτηση του επιχειρηματία και εκνευρίζομαι. Ενίσταται και η προστηθείσα υπάλληλος που με ακούει εκνευρισμένη. Της εξηγώ, ότι δεν απευθύνω τον εκνευρισμό μου προς αυτήν, αλλά προς τον ωτακουστή της μαγνητοφωνημένης συνομιλίας μας. Και ζητώ (λόγω της κατάστασης της υγείας μου, λόγω της ανάγκης των υπολοίπων του πακέτου να επικοινωνούν, και λόγω της απουσίας τους) να προωθήσει η ίδια την επείγουσα διεκπεραίωση του καταχωνιασμένου έγκαιρου, έγκυρου και ορθού αιτήματός μου για πληρωμή του λογαριασμού μου μέσω της νέας κάρτας, προκειμένου να αποκατασταθεί η δυνατότητα επικοινωνίας μας.
Θα περιμένω. Αλλά δεν ελπίζω σε εκδηλώσεις συνέπειας και πολιτισμένης συμπεριφοράς. Είμαστε στην εποχή που ο οικονομικά ισχυρός εκμεταλλεύεται, απομυζά, κοροϊδεύει και εξαπατά εκείνον με τον οποίο συμβάλλεται. Λόγω έλλειψης ηθικών αρχών των ατόμων-επιχειρηματιών, λόγω έλλειψης πολιτικής συνείδησης για την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις αντισυμβατικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, και τελικά, λόγω αντικοινωνικότητας στη λειτουργία του παντοδύναμου εμπορίου. 


Με ποιούς θα εμπορεύεσθε αγαπητοί τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σας, όταν γίνεστε αποκρουστικοί δυνάστες; 

Εν κατακλείδι: H διαμαρτυρία δεν πάντα αναποτελεσματική. Η σωστή τοποθέτηση του προβλήματος, είναι σωστό να επιφέρει τη λύση του. Ευτυχώς, έγινε κατανοητό ότι το αίτημά μου ήταν δίκαιο και εύλογο, και η επιχείρηση έπραξε τα δέοντα, προς αποκατάσταση της επικοινωνίας, χωρίς να με ταλαιπωρήσει περισσότερο.

Τώρα, θα περιμένω και τη συγγνώμη της.