Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Βιβλιοδρόμιο. Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα: Οι Ερινύες του χθες

Οι Ερινύες του χθές, ήρθαν στα χέρια μου τυχαία. Για το πώς και γιατί συνηθίζω να διαβάζω ένα λογοτεχνικό κείμενο, έχω γράψει σε προηγούμενο σημείωμά μου (εδώ). 

Δεν θα προβώ σε κρίσεις για το έργο από πλευράς τεχνικής γιατί δεν έχω αρμοδιότητα, ούτε από πλευράς επιστημονικής, γιατί δεν έχω την αντίστοιχη ειδικότητα.

Θα τοποθετηθώ όμως στο περιεχόμενο και στην ουσία των λεγομένων, γιατί αυτά αποτελούν και τον λόγο για τον οποίο μελέτησα το βιβλίο της κ. Ιόλα.

Η αφήγηση είναι αποσπασματική. Η συγγραφέας γράφει με αφορμή τα συγκλονιστικά περιστατικά της ζωής της που την τραυμάτισαν και την σημάδεψαν. 

Η συγγραφέας είναι η μόνη επιζήσασα από ένα τροχαίο ατύχημα. Και το ερώτημα που την στοίχειωσε ήταν: «γιατί επέζησε μόνο αυτή»; 

Το ερώτημα αυτό στάθηκε βρόχος στο λαιμό της και την βασάνισε για πολύ καιρό, και όπως -σαφώς καταφαίνεται- με την σημαντική βοήθεια ψυχολόγου κατάφερε τελικώς να βρεί μια νέα ισορροπία. ¨Ηταν προφανώς πολύ δύσκολο για ένα παιδί και ήταν φυσικό αρχικά, να αισθάνεται ενοχές για την επιβίωσή της και να μην μπορεί να το αποδεχθεί ως προσωπική δωρεά, ή ευκαιρία, ακόμη και ως ευλογία. Στην δεύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να έχει την χαρά να αποδίδει διαρκώς ευχαριστία και ευγνωμοσύνη και να προσπαθεί να βρεί δημιουργικούς τρόπους αυτοβελτίωσης. Αυτά βέβαια είναι πολύ δύσκολα πράγματα για ένα μικρό παιδί, αλλά όχι και τόσο δύσκολα ή αδιέξοδα για έναν μεγάλο άνθρωπο. Και πάντως είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και γενικότερου περιβάλλοντος. 

Η συγγραφέας μνημονεύει συμπεριφορές οικείων προσώπων που την τραυμάτισαν.  Συμπεριφορές που -όπως περιγράφονται- είναι απαράδεκτες για κάθε άνθρωπο, και όχι μόνο για ένα παιδί.

Η συγγραφέας δεν αναφέρει σε καμία περίπτωση καλή συμπεριφορά αυτών των οικείων προσώπων, ευτυχώς όμως, αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά άλλων, μη οικείων. Παντού μπορεί να βρεί κανείς την ανθρωπιά.  

Στο κεφάλαιο που επιγράφεται "Συσκότιση" η συγγραφέας, νομίζω πως -από παρανόηση- περιγράφει ως συσκότιση την (έστω και με λαθεμένο τρόπο εκφραζόμενη) προστατευτικότητα των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά. Η προστατευτικότητα μπορεί να εκδηλώνεται με καλό τρόπο και να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο εκδηλώνεται, ή να εκφράζεται αυταρχικά και εξουσιαστικά και να ενεργεί αντίθετα από τον σκοπό που επιδιώκει. 

Η συγγραφέας επισημαίνει ότι δεν της φανερώθηκε η κήδευση και η ταφή της μητέρας της και στο θέμα αυτό θεωρεί πως επικράτησε το ψέμα. Θα μπορούσε να μιλήσει για εσφαλμένη εκδήλωση της προστατευτικότητας. αλλά προφανώς συνδέει το γεγονός αυτό με την γενικότερα κακή συμπεριφορά αυτών των οικείων προσώπων.

Από τα ανεξήγητα στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας είναι και ο εγκλεισμός της σε οικοτροφείο και η προετοιμασία της για να μεταναστεύσει στο εξωτερικό προκειμένου να παρακολουθήσει εκεί το σχολείο.  Δεν είναι σαφές γιατί έγινε αυτό, αν εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό ή την οικογένεια ή για ποιόν άλλο λόγο και σκοπό το παιδί απομακρύνθηκα και απομονώθηκε.

Όταν αργότερα επανήλθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε την μέση εκπαίδευσή της, περιγράφοντας τα χρόνια αυτά αναφέρεται και στα παιχνίδια με τις φίλες της. Αναφέρεται ιδιαίτερα σε στιγμές συμμετοχής στην θεία λειτουργία στην θεία κοινωνία και στην λήψη του αντίδωρου. Από τις συμπεριφορές αυτές των κοριτσιών, στην θεία λειτουργία φαίνεται ότι φέρονταν ως εάν δεν είχαν καμία διαπαιδαγώγηση και νουθεσία για το πως πρέπει να συμπεριφέρονται τις στιγμές αυτές. Το δέος διδάσκεται στους μικρούς, από τους μεγάλους που το έχουν εσωτερικεύσει. Είναι στοιχείο πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν διδάχτηκε πως κάτι τέτοιες στιγμές είναι κάτι σοβαρό και σπουδαίο. Ήταν γι' αυτήν παιχνίδι, ήταν κάτι χωρίς πνευματικότητα και προοπτική, χωρίς πνευματική επίδραση. (Αλλά, ποιός να διδάξει ένα παιδί που έχασε τη μάνα του, και που οι άλλοι το απομάκρυναν και το απομόνωσαν;)

Σημαντικός προβληματισμός αναδύεται στο σημείο που αναφέρει ότι "το εβραϊκό κοιμητήριο ακουμπά στον τοίχο του χριστιανικού. Κοιτώντας την διαχωριστική γραμμή σκέφτηκα πόσο γελοίοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι: ένα ντουβάρι, φτιαγμένο από την μια πλευρά από χριστιανικά χέρια και, από την πίσω, δουλεμένο από αλλόθρησκους. Η αγάπη που ακουμπάει; Μπρος ή πίσω; Τι νόημα έχει αυτό το σκηνικό, αφού τελικά θα βρεθούμε όλοι μαζί στο σύμπαν ή θα χαθούμε για πάντα;"

Στο ερώτημα τούτο σταθήκαμε πολλοί. Μπορεί ο θάνατος να χωρίσει τους ανθρώπους που αγαπιούνται; μπορεί η γεωγραφία; μπορεί ο χρόνος του θανάτου; Και, ασφαλώς, δεν δεχόμαστε όλοι ότι θα βρεθούμε κατευθείαν όλοι μαζί στο σύμπαν, ούτε ότι κατευθείαν θα χαθούμε για πάντα!

Ο άνθρωπος όσο ζεί και σκέφτεται, με τις επιλογές του φτιάχνει τον κόσμο στον οποίο θελει να ζήσει και ο οποίος τον χαρακτηρίζει και τον διέπει. Ο άνθρωπος ζεί μέσα στην κοινωνία και αποτελεί διακριτό και σημαίνον μέλος της, λόγω των επιλογών και της παρουσίας του. Ο θάνατός του, μπορεί να είναι ανεξάρτητος από τις επιλογές του. Ο θάνατός του όμως μπορεί ακόμη και να είναι σκόπιμη επιλογή του. Ευθανασία, λέμε σήμερα, αποτέφρωση, και τόσα άλλα!  Πεθαίνει όπως έζησε ή όπως ηθελημένα και εκπεφρασμένα επέλεξε. Όταν ζούμε και θέλουμε όλοι "το αυτό", να ζούμε δηλαδή, με την αγάπη του Θεού, τότε είμαστε πάντα μαζί, στον αιώνα των αιώνων! Όταν ο καθένας θέλει το δικό του, ζεί και πεθαίνει με τους όρους  που ο ίδιος επέλεξε.

Η συγγραφέας θεωρεί πως η νοηματοδότηση του βίου είναι η οδός που μας οδηγεί στην υπέρβαση των πάσης φύσεως δυσχερειών, είτε πρόκειται για οικονομικά, είτε πρόκειται για θέματα σχέσεων, είτε πρόκειται ακόμη και για θέματα υγείας. Αναφέρει πως υπήρξαν άνθρωποι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που επέζησαν των κακουχιών και ξεπέρασαν ακόμα και τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η εσωτερική τους δύναμη και ικανότητα να αντέχουν τις αντιξοότητες πήγασαν από το νόημα που έδωσαν στα χρόνια αυτά,  "όταν υπάρχει το γιατί, το πως γίνεται διαχειρίσιμο, αυτός που έχει ένα λόγο για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε πως!  Ο στόχος μπορεί να είναι μια αγάπη ένα όραμα η μια αποστολή!

Αλλά, το πιο σημαντικό σε τούτο το οδοιπορικό του πόνου, είναι η λυτρωτική ευχή της συγγραφέως εκεί μέσα στον τομογράφο, σαν αισθάνθηκε πως θά 'θελε να 'χε περισσότερο χρόνο παρέα με 'κείνους που έχασε τόσο νωρίς! Εκεί μέσα μπορούσε να μιλάει με τους γονείς της για πράγματα που ποτέ δεν τους είχε πει στην πραγματική τους ζωή! Στη ζωή που είχε σβήσει τη μητέρα της από την μνήμη της, ενώ τώρα ήταν έτοιμη να την αγκαλιάσει να την φιλήσει και να και να της εξομολογηθεί πόσο της έλειψε! " ήμουνα έτοιμη να ξεστομίσω το μαμά σ’ αγαπώ! αλλά συγκρατήθηκα". Μετά την εμπειρία αυτή, βρέθηκε χώρος για να βάλει και τη φωτογραφία της μαμάς της δίπλα στη φωτογραφία του μπαμπά της. 

Αργότερα η συγγραφέας αναφέρει ότι τα δύο τελευταία χρόνια δοκιμάστηκε από δύο διαφορετικούς καρκίνους και ότι σ’ αυτή τη φάση παρατήρησε ότι οι συνομιλίες με τη μητέρα της είχαν πολλαπλασιαστεί.

Ονειρεύτηκε την μαμά της και είχαν ένα διάλογο: "είμαι περήφανη για σένα" της είπε η μητέρα της.Τώρα νομίζω πως είμαστε έτοιμες να πέσουμε και μία στην αγκαλιά της άλλης έτσι δεν είναι μητέρα "έλα κοντά μου μου έλειψες" "μαμά δε μας δόθηκε ευκαιρία να γνωριστούμε" όλα αυτά μέσα στο όνειρο και την ώρα που πλησιάζει να πέσει στην αγκαλιά της, ξύπνησε και άπλωσε το χέρι ήτανε τόσο μεγάλη η λαχτάρα να ακούσω από το στόμα της ότι της είχα λείψει! ο πόθος είχε μείνει για πάντα ζωντανός όμως η συγχώρηση έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης, αλλά και μια πρωτοφανή ανακούφιση.
"Μετά την εικόνα μέσα στον αξονικό τομογράφο άρχισα να νιώθω τί θα πει νοιάζομαι τον άλλον. Ήταν αυτό που αναζητούσα, δεν ήταν το φαγητό που μου είχε λείψει, αλλά η συναισθηματική φροντίδα".
 
"Η συγχώρηση που έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης και μια πρωτοφανή ανακούφιση".  Η συμπεριφορά μας προς τον άλλο και η φροντίδα μας για αυτόν. Γιατί ο άλλος είναι ο καθρέφτης της συμπεριφοράς μας, και η φροντίδα μας για αυτόν καθρεφτίζει την αγάπη που του δείχνουμε. Εκείνο το "νοιάζομαι/με νοιάζονται", που όλοι μας το χρειαζόμαστε!
 
Παλιές αλήθειες που μπορεί να διανύσουμε πολύ δρόμο για να τις βρούμε. Κι είναι τόσο σημαντικές οι προσωπικές μας δυσκολίες και τα αδιέξοδα, γιατί αυτά είναι που μας βοηθούν να αποχαρακτηρίσουμε τις τελεσίδικες κρίσεις μας για τους άλλους, και μάλιστα όταν αυτοί έχουν ήδη φύγει!!   

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Διαβάζοντας λογοτεχνικά κείμενα

Κάθε φορά που αφοσιώνομαι για να διαβάσω  ένα "λογοτέχνημα" που μου σύστησαν, κατ' αρχήν είμαι επιφυλακτική και προχωρώ ανιχνεύοντας τον λόγο για το οποίο θα φτάσω μέχρι το τέλος του. 

Και τούτο, γιατί σε κάθε βιβλίο που διαβάζω, προσπαθώ να αποκομίσω για τον εαυτό μου και για την ζωή μου, όση μπορώ από την πείρα, την τέχνη την τόλμη,  την αναζήτηση, αλλά και την γνώση του συγγραφέα που κοπίασε ώστε να αποθέσει, τελικά, την σοφία του, στο πόνημά του. Με τον τρόπο αυτόν αποθησαυρίζω  για την πνευματική και προσωπική μου βελτίωση, τον κόπο και την εμπειρία του συγγραφέα, και διδάσκομαι παιδαγωγούμενη από τις δικές του προσπάθειες και δοκιμασίες. 

Ανεκτίμητης σημασίας, είναι οι σκέψεις και οι κρίσεις, οι θέσεις και οι δισταγμοί του συγγραφέα, πριν από κάθε δράση και απόφαση των προσώπων του έργου. Γιατί αυτός ο προβληματισμός είναι που δίνει τον τόνο στην πνευματική, την ηθική, την λογική, την  γνωστική και την συνολικά τεκμηριωμένη εισφορά του συγγραφέα  μέσα από το έργο του.

Κάποτε, διαβάζοντας αρκετές σελίδες, συνέβη να αναρωτηθώ αν υπάρχει λόγος να προχωρήσω, επειδή έτυχε να μην βλέπω σχετικά σημάδια. Ωστόσο, απεφάσισα να συνεχίσω, για να διαπιστώσω αν υπάρχει ένας τουλάχιστον λόγος! Και τον βρήκα, λίγο πριν από την σελίδα 300! Κι αυτός ο λόγος ήταν το μόνο ενδιαφέρον σημείο ενός ολόκληρου βιβλίου! Ένα μόνο σημείο, και μάλιστα πολύ απλό και αυτονόητο! Πόσος χαμένος χρόνος ανάγνωσης!

[Αν σε ένα βιβλίο αναπτύσσονται κατά παράταξιν καθημερινότητες και ασημαντότητες, αυτό δεν προσφέρει σε κανέναν τίποτε και η αξία του "λογοτεχνήματος" είναι μάλλον αρνητική. Αν δεν υπάρχει το χάρισμα στην πλοκή, ας υπάρχει τουλάχιστον η ομορφιά του λόγου! Ο λόγος είναι όχημα σκέψης, συναισθημάτων, έχει την αισθητική και την αυτονομία του!]

Υπάρχουν βιβλία, που ακόμη και μόνος ο τίτλος αρκεί για να  σε αιχμαλωτίσει. Μου συνέβη, μερικές φορές. Τελευταία φορά ήταν με το βιβλίο "Ίδιοι Καιροί" της Μαρίας Περάκη-Ρούγγα! Με συνεπήρε, γιατί ένοιωσα πως αναφέρεται σε ερωτήματα και διλήμματα, παθήματα ή δοκιμασίες που καθένας μας θα μπορούσε να συναντήσει στη ζωή του. Και πράγματι. Αλλά, η συγγραφέας βαίνει πέραν των αρχικών μου προσδοκιών και εντυπώσεων. Όχι μόνο καθένας μας, αλλά κάθε κοινωνία, και κάθε ιστορική περίοδος! Η ζωή ολόληρη!

Κι όλα αυτά δίνονται με το ξεκίνημα μιας προσωπικής αναζήτησης για αυτογνωσία, και στη συνέχεια ιχνηλατούνται αντίστοιχες καταστάσεις άλλων ανθρώπων, άλλης, ιστορικά, εποχής και άλλης κοινωνίας, και μάλιστα με  ιδιαίτερα σημαίνον ιστορικό στίγμα.


Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Στρατή Μυριβήλη: Η Ηλιογέννητη


 


ΓΙΑ την ομορφιά και την παιδαγωγική του ευστοχία, μεταφέρω εδώ, για τους φίλους της Φιλαρέτης, τούτο το διήγημα:

"Μέσα στην καυτερήν ηλιοκαταιγίδα που έδερνε το χωράφι στο καταμεσήμερο, έπεσε – ολότελα φυσιολογικά, – μι’ αχυρουλή φρέσκη καβαλίνα. Είτανε τέλεια στη φόρμα της, ολόξανθη, σαν ένας βώλος χρυσάφι, και κάπως ρωμαντικιά, σαν πούναι λίγο πολύ όλες οι ξανθιές αναιμικές ντεμουαζέλες του καλού κόσμου. Κοίταξε ένα γύρο το χωράφι, που θροούσε ευχαριστημένο κάτω απ’ τη φλογερή πύρα, καμάρωσε και τη χρυσαφάδα τη δικιά της, και γοητεμένη αφαιρέθηκε να κοιτάει τον καταρράχτη του φωτός, που χυνότανε απ’ τη κορυφή τουρανού.
― Πού βρέθηκα εδώ;… πώς βρέθηκα εδώ; Αναρωτιότανε κάπως χαζά, και συλλογιότανε μεγαλόφωνα, σα δραματική ηρωίδα του παλιού καλού θεάτρου.
Ένας μπόμπιρας, που βούιζε πάνωθέ της, την άκουσε και της απάντησε με πολύ σοβαρό ύφος αξιωματικής κριτικής:
― Μα δεν το ξέρετε; Πέσατε από ψηλά. Πέσατε εκ των άνω!
Κι αυτή τόδεσε σε καλό πανί, κατακαμάρωσε, κι ένιωθε την κατάξανθη αριστοκρατική καρδούλα της νανεγαλλιάζει από την ευτυχία της αξίας της.
― Είμαι το λοιπόν, Ηλιογέννητη… είμαι ένας βώλος χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι, που έσταξε από το μεγάλο άστρο. Τι χάρη που την έχουμε, λέω ωστόσο, εμείς τα ευγενή μέταλλα…
Μια παρέα κοντόφαρδες ντομάτες, που ωρίμαζαν ήσυχα λίγο παρέκει, καταπίνοντας ήλιο και μεταβάλλοντας τον σε μπελτέ, άκουσαν την ανακραβγή της Ηλιογέννητης που έτρεμε από συγκίνηση και περηφάνεια, και τις έπιασε ένα τέτοιο τρανταχτό γέλιο, που τα πληθωρικά τους μάγουλα, τα χωριάτικα, τσίτωσαν να σκάσουν.
Είπαν μ’ ένα στόμα.
― Σιγά τον πολυέλαιο!
Η Ηλιογέννητη τις έρριξε μια ματιά λοξή, γεμάτη ευγενική συγκατάβαση και ψιθύρισε.
― Έχουνε δίκιο να γελάνε έτσι πρόστυχα οι φτωχές. Αυτές είχανε την κακοτυχιά νάναι από γεννήσο τους χυδαία υποκείμενα. Δεν είναι βολετό να μ’ αισθανθούν και να με νιώσουν. Είναι άλλο πράμα να πέσει κανένας απ’ τον ουρανό, εκ των άνω. Νάναι μια χοντρή στάλα ολόχρυση απ’ τη μαλαματένια καρδιά του Ήλιου, που έλυωσε ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι…
Και μονομιάς ξεχείλισε η ξανθιά καρδούλα της από ασυγκράτητη ευγνωμοσύνη προς τον ένδοξο γονιό της, κι ένιωσε ένα κύμα δακρυσμένου αλτρουισμού και συμπόνιας να την πλημμυράει για όλα τα φτωχά και ταπεινά πράματα του κόσμου. Είταν ένα αληθινό φιλανθρωπικό ταλέντο, που μπορούσε να σίγουρα να κάνει πολύ καλό σε τούτο τον ντουνιά για νανακουφίσει τη δυστυχία των παρακατιανών. Και ποιος ξαίρει πόσο συγκινητικά θα τέλειωνε τούτη η ιστορία, α δε λάχαινε κείνη την ώρα ίσα-ίσα, να περνάνε δίπλα της δυο μαύροι βρωμοκάνθαροι.
Είταν ακάθαρτοι και χοντροί μέσα στα ράσα τους τα λασπωμένα, σαν αγιορίτες καλογέροι, και κάνανε μεγάλες χαρές μόλις μυριστήκανε το κελεπούρι. Την πασπάτεψαν από δω, την πασπάτεψαν από κεί με τα βρώμικα ποδάρια τους και σαν τήνε βρήκαν αρκετά στρογγυλή και καλοφορμαρισμένη, ακούμπησαν τα μπροστινά τους χάμου, και βάλθηκαν σπρώχνοντας με τα πίσω πόδια τους, α και α, να την κυλάνε προς τη φωλιά τους, με πολύ κουράγιο.
Η καβαλίνα αχνίζοντας από ιερήν οργή, φώναξε:
― Καλέ, πού με κυλάτε έτσι δα, βρωμοζωύφια; Εμένα, ένα κομμάτι καθαρό χρυσάφι; Πρώτη φορά θα σας έτυχε να βρεθήτε μπροστά σ’ ένα «ψήγμα» ατόφιο μάλαμα!
Οι βρωμοκάνθαροι σταμάτησαν ιδρωμένοι και κοίταξαν κοροϊδευτικά το «ψήγμα». Ύστερα της είπανε μένα στόμα:
― Εμείς βρωμοζωύφια; Πόσο μας αδικείς, κυρά μου! Εμείς; Μα δε μας γνώρισες, το λοιπόν πως είμαστε τραπεζίτες που καταλάβαμε την αξία σου και σε πάμε ίσια στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής; Ορίστε. Κοίτα και τις ρεντικόττες μας!
Και με μιαν αποτυχημένη ρεβεράντσα, της γύρισαν πάλε τις ράχες, φτύσανε μια στις φούχτες τους, και όλο καρδιά ξαναμπήχτηκαν στη δουλειά τους τραγουδώντας παράφωνα το «βαρκάρη του Βόλγα»".


ΠΗΓΗ


Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019

Τι είπαν οι ποιητές και οι πεζογράφοι μας για τη γέννηση του Χριστού

Image result for εικόνες γέννηση 

Οι μέρες των Χριστουγέννων φέρνουν μαζί τους μια ατμόσφαιρα παραμυθιού. Έρχονται να ξυπνήσουν μέσα μας όλη την ποίηση της καλοσύνης και της αγάπης. Σε κάνουν να θυμάσαι εκείνα που έζησες μικρός, εκείνα που άκουσες κι εκείνα που διάβασες στα βιβλία με τις τρυφερές ιστορίες και τις όμορφες εικόνες. Σε κάνουν να ονειρεύεσαι, και γεμίζουν την ψυχή σου φως, όπως οι ώρες των παραμυθιών της γιαγιάς γύρω στο τζάκι. Σε μεταφέρουν πίσω στ’ άσπρα χωριουδάκια με τα πολλά χιόνια και τα μικρά καμπαναριά. Σ’ αυτό το βιβλικό αλλά και γνήσιο Ελληνικό χριστουγεννιάτικο τοπίο, μας οδηγεί με τους στίχους του ο Π. Βασιλικός:

“… Μεσ’ στην αχνόφεγγη βραδυά
πέφτει ψιλό, ψιλό το χιόνι
γύρω στην άσπρη λαγκαδιά
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.
Ούτε πουλιού γροικάς λαλιά,
ούτ’ ένα βέλασμα προβάτου.
Λες κι απλωμένη σιγαλιά 
είν’ εκεί ολόγυρα θανάτου.
Μα ξάφνου περ’ απ’ το βουνό
γλυκός σημάντρου αχός γροικιέται,
ωσάν βαθειά απ’ τον ουρανό
μέσα στην νύχτα να σκορπιέται.
Κι αντιλαλάει τερπνά, τερπνά
γύρω στην άφωνη την πλάση
και το χωριό γλυκοξυπνά
την άγια μέρα να γιορτάσει …”

Αλλά και ο Κ. Παλαμάς υμνεί με τους στίχους του τους γλυκούς ήχους της καμπάνας των Χριστουγέννων:

“….Η καμπάνα Χριστούγεννα χτυπάει
και μου φτερώνει την ψυχή
κι ανοίγεται η καρδιά μου και
σκορπάει θυμίαμα και προσευχή.
Άγιες αγάπες τρισευλογημένες,
που τις καρδιές υψώνατε παρθένες,
των πρώτων, των αρχαίων χριστιανών,
στ’ όνειρο το τρανό των ουρανών.
Αγάπες, ω! φανείτε πάλι εμπρός
μου, αυγές της πίστης,
χρυσαυγές του κόσμου,
κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως.
Ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός!

Ο δε Κ. Κρυστάλλης με το δικό του τρόπο μας μεταφέρει στην άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη, “που οι εκκλησίες σημαίνουν”.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Οι εκκλησιές σημαίνουν,
κουνιούνται τα καμπαναριά, κι οι φωνές που βγαίνουν
απ’ το βαθύ και δίπλα, το κάθε καμπάνας στόμα,
μοιάζουν χερουβικούς ψαλμούς, σαν απ’ το ουράνιο δώμα.
Χιλιάδες τα Χριστούγεννα τα τραγουδούν οι αγγέλοι,
και κάθε αχτίδα από ψηλά, που κάθε αστέρι στέλλει,
μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! Γλυκιά μάνα,
τι όμορφη δίνεις εσύ λαλιά και στην καμπάνα,
και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας!
Πόσες εκείνος ο σταυρός απ’ τα καμπαναριά μας
στην αντιλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσές αχτίδες,
χύνει βαθιά μας στην ψυχή, γλυκές χρυσές ελπίδες!
Κ’ οι δυο εκείνες χαραυγές που οι άγγελοι κατεβαίνουν
μες’ απ’ τον ουρανό ψηλά κι έρχονται και σημαίνουν
Χριστούγεννα κι ανάσταση, ω! τι μυστήριο χύνουν.
Τι χαραυγούλες είναι αυτές, πόση ζωή μας δίνουν!
Λάμπουνε τ’ ασυγνέφιαστατα ουράνια Σα ζαφείρια,
Σαν μάτια π’ αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια.
Χαρούμενες και σιγανές μιλιές σμίγονται γύρα,
και από κάθε θύρα που ανοίγεται,
βγάνουν μορφές γελούμενες, λουσμένες,
γλυκές , καλοντυμένες.
Κρατούν στα χέρια τους κεριά λαμπάδες . Στη ματιά τους
λάμπ’ η χαρά που νιώθουνε βαθιά μες στις καρδιά τους.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Θύρες ολούθε ανοίγουν
κι ολούθε τώρα οι Χριστιανοί στις εκκλησιές μας σμίγουν.

Στεφάνου Μπολέτση

Χριστούγεννα! Στον ουρανό λάμπει τ’ αστέρι,
απ’ όλα τ’ αστέρια πιο λαμπρό,
τ’ άστρο που μια φορά κι έναν καιρό
σκόρπισε φως σ’ όλη τη γη, κι όλα τα μέρη.
Γιορτή χαράς απόψε! Αντηχούνε
χρυσές καμπάνες μες στα χιόνια των καιρών,
γλυκά μηνύματα πατρίδων φωτερών…
ρόδα και κρίνα στις πιστές καρδιές ανθούνε.
Χριστούγεννα. Στον ουρανό λάμπει τ’ αστέρι,
τ’ άστρο των μάγων λάμπει στις ψυχές.
Θεέ μου, οι ψυχές, ας γίνουν φάτνες ταπεινές,
φως ο Χριστός κι αγάπη να μας φέρει.
Ας λάμπουν ήλιοι μέσα στους χειμώνες,
να διώξουνε τα νέφη του βοριά.
Κι ας έρθει Απρίλης μέσα στα χιόνια τα βαριά,
κήποι ν ανθήσουν κει που πέρασαν κυκλώνες.

Ένα λαμπερό αστέρι οδήγησε τους Μάγους στη φάτνη του θείου Βρέφους και με το γλυκό και θεϊκό του φως φώτισε τη γη λέει ο Παλαμάς:

<<…Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκόρπιζε το αστέρι
όπου στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει;
Ποιος άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο;
Τα άλλα τα αστέρια θάβλεπαν το φωτεινό του δρόμο
κι από τη ζήλια θάτρεμαν…
Αστέρι, σε ποια χώρα του απέραντου σου ουρανού να
λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη φθορά μην έσβησε το φως σου
ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ, σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίνει η λάμψη σου εδώ στα χώματα μας;
Για όλα τα άστρα αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…
Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να σκορπίζει το αστέρι,
όπου την κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει;>>

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ζώντας σε δύσκολους καιρούς νιώθουμε την ανάγκη να πλησιάσουμε την πηγή ζωής, το αληθινό φως που έλαμψε στη Βηθλεέμ και να πούμε μαζί με τον ίδιο ποιητή τον Παλαμά:

<<…Ναμουν του στάβλου εν άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελο του,
το στέμμα των ακτινών του γύρω από το μέτωπο του.
Να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
και από τη θεια του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
και να μοσχοβολώ κι εγώ από την ευωδιά
που άναψε στα πόδια του των μάγων η λατρεία
να ιδώ την Αειπάρθενον, να ιδώ το πρόσωπο της
πως εκοκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο,
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…
Ναμουν του στάβλου ένα άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι.
την ώρα π’ άνοιξε ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!>>

Όμως για το μαγικό αστέρι της Βηθλεέμ έγραψε και ο Σ. Σκίπης :

Το Αστέρι αυτό, που οδήγησε τους μάγους να Σε βρούνε,
κάθε πιστός με της ψυχής τα μάτια το θωρεί,
Το Αστέρι αυτό στη φάτνη Σου κι εμένα μ ‘οδηγεί,
το Αστέρι αυτό, που οδήγησε τους μάγους να Σε βρούνε.

Ο δε Γ. Δροσίνης έδωσε μία άλλη διάσταση στο λαμπερό χριστουγεννιάτικο άστρο. Στο ποίημά του “Νύχτα Χριστουγεννιάτικη” στο οποίο μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα των ταπεινών ποιμένων που αγραυλούσαν τη μαγική εκείνη νύχτα και αξιώθηκαν να δουν το μέγα θαύμα:

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά στη φάτνη τους τα άδολα βόδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τα’ απόβαθα Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ΄ αγγέλων στόματα στον σκόρπιο αέρα
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα με την φλογέρα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη -ποιος δεν το ξέρει-
των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα λάμπει το αστέρι
Κι όποιος το βρει μες στ΄ άλλα αστέρια ανάμεσα και δεν το χάσει,
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το μπορεί να φτάσει.

Και ο Γεράσιμος Μαρκοράς παρομοίωσε την πίστη των ανθρώπων με τα άστρο της Βηθλεέμ και έκανε μια ευχή. Παρουσιάζουμε ένα μέρος απο το ποίημά του :

Χαίρονται όλοι -το βλέπω- αλλ’ εσβήστη
από κρύα παγωμένη πνοή
στις ψυχές των ανθρώπων η πίστη
κ’ είναι τώρα η χαρά της τους τυφλή.
Στα σκοτάδια του κόσμου μια μέρα
πάλι εκείνη σαν άστρο ας φανεί
πού τους Μάγους οδήγησε πέρα
να λατρέψουν το ουράνιο παιδί.


Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

Α. Παπαδιαμάντης-Λαμπριάτικος Ψάλτης (3)


Image result for εικόνες αναστάσεως 

Έγραφα παλαιότερα (filareti.gr/2015/04/blog-post_14.html, και filareti.gr/2015/04/blog-post_13.html),   δανειζόμενη από τον μεγάλο Σκιαθίτη Λογοτέχνη μας τον Α. Παπαδιαμάντη, πασχαλιάτικα. Εκκρεμής και μερικός, όμως, έμεινε εκείνος ο δανεισμός. Αλλά, μια και ο δανεισμός στις μέρες μας είναι πολύ του συρμού, ξαναδανείζομαι (αντιγράφοντας από εδώ), όχι όμως προς κατανάλωσιν. Μάλλον, προς οικοδόμησιν συνειδήσεως..

Σας παραθέτω λοιπόν και το τέλος του προοιμίου, που ο Παπαδιαμάντης  παρέταξε στο διήγημά του Λαμπριάτικος Ψάλτης:


Μέρος γ΄

"Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾽ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ», καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου, μὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀμαυρὰς μορφὰς τῶν Ἁγίων ὁλόγυρα! Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης. Σὺ δὲ πῶς τολμᾷς νὰ γράφῃς, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ Ἁγ. Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος…»; Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δρᾶμα, προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾽ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του ― τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σύ, νὰ τολμᾷς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλῶσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου, τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου ― ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ φράσις ἦτοἐξ ἀντικειμένου, ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου· καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἀρνεῖται ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως.

Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: Τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσον λέγουν αὐτοί. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικόν, τὸ δοῦλον τοὐλάχιστον, εἶναι ἀκόμη πολὺ ὀπίσω, καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐμπρός, χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ, ὡς διασπαράσσεται, φεῦ! ἤδη. Ὁ τρέχων πρέπει νὰ περιμένῃ καὶ τὸν ἑπόμενον, ἐὰν θέλῃ ἀσφαλῶς νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσμώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται οἴμοι! ἀνικανώτερον ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. Ἄγγλος ἢ Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.

Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ."

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Άνθος του Γιαλού». Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους).

Ποιός δεν θά 'θελε να θωρεί τα μυστήρια κι ανεξήγητα και να συμμετέχει σε έναν κόσμο πέραν του κόσμου τούτου, πέρα από την καθημερινότητα, τα σαφή, τα γνωστά. Τα αμαρτωλά, τα εμπαθή και τα ατελείωτα βάσανα. Όμως, αυτό, δεν είναι για όλους. Είναι για κείνους που φαντάζονται, που ονειρεύονται το μυστήριο, κι η ψυχή τους, άδολη και  καθαρή, ψάχνει πάντα, και συχνά βρίσκει, το τέλειο. Ο Παπαδιαμάντης μας το έδωσε μέσα από τα έργα του. Έτσι και στο "Άνθος του Γιαλού". Μας έδειξε το δρόμο της αγνότητας, της αγάπης και της επιστροφής.

"Για πολλές νύχτες στη σειρά έβλεπε ο Μάνος του Κορωνίου, εκεί που έδενε τη βάρκα του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρόνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα σε δύο ψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλιό ερημόσπιτο καταερειπωμένο, - εκεί έστρωνε συνήθως την κάπα του πάνω στην πλώρη της βάρκας, και κοιμόταν ύπνο χορευτό και  νανουρισμένο, τρείς σπιθαμές ψηλότερα από το κύμα, παρατηρώντας τα άστρα και μελετώντας την Πούλια και όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέω, ανοιχτά στο πέλαγος, έξω από τα δύο ανθισμένα νησάκια, που φυλάνε σαν σκοποί την είσοδο του λιμένα, ένα μελαγχολικό φως -καντήλι, φανάρι, λαμπάδα, ή άστρο πεσμένο- να τρεμοφέγγει, εκεί μακριά, στο βάθος της σκοτεινής εικόνας, στην επιφάνεια του κύματος, και να στέκεται για ώρες, να μοιάζει σαν να πλέει, και να μένει ακίνητο.

Ο Μάνος του Κορωνίου, βαρκάρης ψαράς, ήταν αδύνατος στα μυαλά όπως και κάθε θνητός. Ήταν κιόλας αρκετό που έδενε την βάρκα του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα στους δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτο εκείνο, το ολόρθο άψυχο φάντασμα, που είχε τη φήμη πως ήταν στοιχειωμένο. Όλοι το έλεγαν «Της Λουλούδως το Καλύβι».
Γιατί; Κανείς δεν ήξερε. Ή, αν υπήρχαν λίγα γραΐδια «λαδικά», ή και δύο τρείς γέροι, που γνώριζαν τις παλιές ιστορίες του τόπου, ο Μάνος δεν είχε τύχει να βρει ευκαιρία να τους ρωτήσει.
 Έβλεπε, βραδυές τώρα, το παράδοξο εκείνο απομακρυσμένο φως να τρέμει και να φέγγει εκεί στο πέλαγος, ενώ ήξερε ότι δεν ήταν εκεί κανένας φάρος.
Η κυβερνηση δεν είχε φροντίσει για αυτά τα πράγματα στα μικρά μέρη, αυτά που δεν έχουν ισχυρούς βουλευτές.
Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο το φως;  Αισθανόταν την επιθυμία, επειδή καθημερινα σχεδόν περνούσε με τη βάρκα του από το πέρασμα εκείνο, ανάμεσα στα δύο χλοερά νησάκια, και δεν έβλεπε κανένα ίχνος εκεί τη μέρα, που να εξηγεί την παρουσία του φωτός τη νύχτα, να ξεκινήσει με τη βάρκα τα μεσάνυχτα, διακόπτοντας τον μακάριο ύπνο του, και τους ρεμβασμούς του προς τα άστρα και την Πούλια, να φτάσει ως εκεί, να δει τι είναι, και, στην ανάγκη, να το κυνηγήσει το μυστηριώδες εκείνο φέγγος.
Έτσι ο Μάνος, επειδή ήταν αδύνατος άνθρωπος, όπως είπαμε, νέος εικοσάχρονος, κάλεσε για βοήθεια και τον Γιαλή της Φαφάνας, δέκα χρόνια μεγαλύτερο του, αφού του διηγήθηκε το νυκτερινό του όραμα, για να του κάνει συντροφία στην ασυνήθιστη εκδρομή.

Πήγαν μια νύχτα, όταν η σελήνη ήταν εννιά ημερών κι επρόκειτο να δύσει γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το φως φαινόταν εκεί, ακίνητο σαν καρφωμένο, ενώ ο πύρινος κολοβός δίσκος κατέβαινε αργά αργά προς τη δύση κι έμελλε να κρυφτεί πίσω από το βουνό. Όσο έπλεαν αυτοί με τη βάρκα, τόσο τους έφευγε, χωρίς να φαίνεται στα μάτια τους πως κινείται, ο μυστηριώδης πυρσός.
Έβαλαν δύναμη στα κουπιά, «ξεπλατίστηκαν». Το φως μάκραινε, φαινόταν όλο και πιο μακρινό. Ήταν άφθαστο. Στο τέλος χάθηκε από το μάτια τους. Ο Μάνος, μαζί με τον Φαφάνα, έκαναν πολλούς σταυρούς. Αντάλλαξαν λίγες λέξεις:
-Δεν είναι φανάρι, δεν είναι καΐκι, όχι.
-Και τι είναι;
-Είναι…
Ο Γιαλής της Φαφάνας δεν ήξερε τι να πει.

Την νύχτα της τρίτης μέρας, και πάλι δύο ή τρείς μέρες μετά από αυτήν, οι δύο ναυτικοί επιχείρησαν και πάλι την εκδρομή. Πάντα έβλεπαν τη μυστηριώδη λάμψη να χορεύει στα κύματα. Έπειτα, όσο πλησίαζαν αυτοί, τόσο το όραμα έφευγε. Και τέλος γινόταν άφαντο. Τι ήταν άραγε;

Ένας μόνο γείτονας είχε προσέξει τις αλλεπάλληλες νυχτερινές εκδρομές των δυο φίλων με τη βάρκα. Ο Λίμπος ο Κόκοϊας, άνθρωπος πενηντάρης, είχε διαβάσει πολλά παλαιά βιβλία με τα λίγα κολλυβογράμματα που ήξερε, και είχε μιλήσει με πολλές σοφές γριές, που είχαν ζήσει τα χρόνια τα παλιά. Καθόταν όλη τη νύχτα, αγρυπνώντας, κοντά στο παράθυρο του, βλέποντας προς την θάλασσα, και πότε διάβαζε τα βιβλία του, πότε ρέμβαζε προς τα άστρα και προς τα κύματα. Η καλύβα του, όπου έρημος και μόνος κατοικούσε, βρισκόταν λίγους βράχους παραπέρα από το σπίτι της Λουλούδως, όπου έδενε τη βάρκα του ο Μάνος, ανάμεσα στο σπίτι της Βάσως του Ραγιά και της Γκαβαλογίνας.
Μια νύχτα, ο Κορώνιος κι ο εγγονός της Φαφάνας ετοιμάζονταν να λύσουν τη βάρκα, και να κωπηλατήσουν, τέταρτη φορά, για να κυνηγήσουν το ασύληπτο θήραμα τους.

Ο Λίμπος ο Κόκοϊας τους είδε, βγήκε από την καλύβα του, φορώντας άσπρο σκούφο και ράσο μακρύ, όπως συνήθιζε μέσα στο σπίτι, πήδησε δυο τρείς βράχους προς τα εκεί, κι έφτασε παραπάνω από το μέρος, όπυ βρίσκονταν οι δυο φίλοι.
- Για πού, αν θέλει ο Θεός, παιδιά; τους φώναξε. Είναι βραδιές τώρα που τρέχετε έξω από το λιμάνι, χωρίς να πιάνετε θαλασσινά, χωρίς να ψαρεύετε με πυροφάνι - και τα ψάρια σας δεν τα είδαμε. Μήπως είδατε όνειρο και σκάβετε κάπου, για να βρείτε κανένα θησαυρό;
Ο Μάνος παρακάλεσε τον Κόκοϊα να κατεβεί παρακάτω και να μιλάει σιγανότερα. Έπειτα δεν δίστασε να του διηγηθεί το όραμα του.

Ο Λίμπος άκουσε με προσοχή. Έπειτα γέλασε:
- Αμ που να τα ξέρετε αυτά εσείς, οι νέοι, είπε, κουνώντας έντονα το κεφάλι. Τον παλιό καιρό, τέτοια πράγματα, σαν αυτό που είδες,  Μάνο, τα έβλεπαν όσοι ήταν καθαροί, τώρα τα βλέπουν μόνο οι ελαφροΐσκιωτοι. Εγώ δεν βλέπω τίποτα!... Το είδε κι ο Γιαλής, αυτό που λες πως βλέπεις;
Ο Γιαλής αναγκάστηκε με ντροπή κατώτερη της ηλικίας του να ομολογήσει πως δεν έβλεπε το φως, για το οποίο γίνοταν λόγος, αλλά έδινε πίστη στη διαβεβαίωση του Μάνου, που έλεγε ότι το βλέπει.

Ο Κόκοϊας άρχισε τότε να διηγείται:
« - Ακούστε  να σας πω, παιδιά. Εγώ που με βλέπετε, έφτασα τη γριά-Κοεράνω του Ραγιά, τη προγιαγιά αυτής της Βάσως της γειτόνισσας, καθώς και τη μάνα της Γκαβαλογίνας, ακόμα κι άλλες γριές. Μου είχαν διηγηθεί πολλά πρωτινά, παλαιικά πράγματα, καθώς κι αυτό που θα σας πω τώρα:

» Βλέπετε αυτό το χάλασμα, το καλύβι της Λουλούδως, που λένε πως είναι στοιχειωμένο; Εδώ τον παλιό καιρό κατοικούσε μια κόρη, η Λουλούδω, που της είχαν δώσει αυτό το όνομα για την ομορφιά της, - έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε κι αυτή- μαζί με τον πατέρα της, τον γέρο-Θεριά ( ελληνικά τον έλεγαν Θηρέα), που κυνηγούσε όλους τους Δράκους και τα Στοιχειά, με την ασημένια σαΐτα και με φαρμακωμένα βέλη. Ένα Βασιλόπουλο από τα ξένα την αγάπησε την όμορφη Λουλούδω. Της έδωσε το δαχτυλίδι του, και κίνησε να πάει στον πόλεμο και της έταξε με όρκο πως άμα νικήσει τους βάρβαρους, την μέρα που θα γεννηθεί ο Χριστός, θα έρθει να τη στεφανωθεί.

» Πήγε το Βασιλόπουλο. Έμεινε η Λουλούδω, ρίχνοντας τα δάκρυα της στο κύμα, στον αέρα στέλνοντας τους αναστεναγμούς της, και την προσευχή στα ουράνια, να βγεί νικητής το Βασιλόπουλο, να έρθει η μέρα που θα γεννηθεί ο Χριστός, να γυρίσει ο αρραβωνιαστικός  της να την στεφανωθεί.

» Έφτασε η μέρα που ο Χριστός γεννάται. Η Παναγιά με αστραφτερό πρόσωπο, χωρίς πόνο, χωρίς βοήθεια, γέννησε το Βρέφος μες στη Σπηλιά, το σήκωσε, το σπαργάνωσε με χαρά, και το έβαλε στο παχνί για να το κοιμήσει. Ένα βοϊδάκι κι ένα γαϊδουράκι σίμωσαν τα χνότα τους στο παχνί και φυσούσαν μαλακά να ζεστάνουν το θείο Βρέφος. Να, τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο να πάρει τη Λουλούδω!

» Ήρθαν οι βοσκοί, δυο γέροι με μακριά άσπρα μαλλιά, με τις μαγκούρες τους, ένα βοσκόπουλο με τη φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κι έπεσαν και προσκύνησαν το θείο Βρέφος. Είχαν δει τον Άγγελο αστραπόμορφο, με χρυσογάλανα λευκά φτερά, είχαν ακούσει τα αγγελούδια που έψαλαν: Δόξα έν υψίστοις Θεώ!
Έμειναν γονατιστοί, με εκστατικά μάτια, κάτω από το παχνί, πολλήν ώρα, και λάτρευαν αχόρταγα το θαύμα το ουράνιο. Να! Τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο, να πάρει την Λουλούδω!

» Έφτασαν και οι τρείς Μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους. Είχαν χρυσές μίτρες στο κεφάλι, και φορούσαν μακριές γούνες με πορφύρα κατακόκκινη. Και το αστεράκι, ένα λαμπρό χρυσό αστέρι, χαμήλωσε και κάθισε στη σκεπή της Σπηλιάς, κι έλαμπε με γλυκό ουράνιο φως, που παραμέριζε της νύχτας το σκοτάδι. Οι τρείς βασιλικοί γέροι ξέζεψαν από τις καμήλες τους, μπήκαν στο Σπήλαιο, κι έπεσαν και προσκύνησαν το Παιδί. Άνοιξαν τα πλούσια τα δισάκια τους, και πρόσφεραν δώρα: χρυσόν και λίβανον και σμύρναν.

» -Να! Τώρα θα έρθει το Βασιλόπουλο, να πάρει τη Λουλούδω!

» Πέρασαν τα Χριστούγεννα, τελειώθηκε το μυστήριο, έγινε η σωτηρία, και το Βασιλόπουλο δεν ήρθε να πάρει την Λουλούδω! Οι βάρβαροι είχαν πάρει σκλάβο το Βασιλόπουλο. Το φουσάτο του είχε νικήσει στην αρχή, τα φλαμπουρά του είχαν κυριέψει με αλαλαγμό τα κάστρα των βαρβάρων. Το Βασιλόπουλο είχε χιμήξει με ακράτητη ορμή, πάνω στο μούστωμα και στη μέθη της νίκης. Οι βάρβαροι με δόλο τον είχαν αιχμαλωτίσει!

» Τα δάκρυα της κόρης πίκραναν το κύμα το αρμυρό, οι αναστεναγμοί της διαλύθηκαν στον αέρα, κι η προσευχή της έπεσε πίσω στη γή, χωρίς να φτάσει στο θρόνο του Μεγαλοδύναμου. Ένα λουλουδάκι αόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ανάμεσα στους δυο αυτούς βράχους, που το λένε Άνθος του Γιαλού, αλλά μάτι δεν το βλέπει.
Και το Βασιλόπουλο, που είχε πέσει στα χέρια των βαρβάρων, παρακάλεσε να γίνει Σπίθα, φωτιά του πελάγους, για να φτάσει εγκαίρως, ως τη μέρα που γεννάται ο Χριστός, να φυλάξει τον όρκο του, που είχε δώσει στη Λουλούδω.

» Μερικοί λένε, πως το Άνθος του Γιαλού έγινε ανθός, αφρός του κύματος. Κι η Σπίθα εκείνη, η φωτιά του πελάγου που είδες, Μάνο, είναι η ψυχή του Βασιλόπουλου, που έλιωσε, σβήστηκε στα σίδερα της σκλαβιάς, και κανείς δεν την βλέπει πια, παρά μόνο όσοι ήταν καθαροί τον παλιό καιρό , και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας».

(1906)  

       «Άνθος του Γιαλού»

 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα
     Για παιδιά και νέους 
        Εκδόσεις Άγκυρα            
            σελ. 14 -25

____________________________

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Παιδική Πασχαλιά: Από τα Πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες εορτασμός ανάστασης 
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.
Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!
Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.
Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!
Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:
― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!
* * *
Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»
Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.
―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
―Ὄχι, ἡ δική μου.
―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.
―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;
―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
― Νά κ᾽ ἐσύ!
― Νά κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

 πηγή