Γιώργος Μαζωνάκης! Μια απροσδόκητη και άδικη απώλεια. Μια τραγική εξέλιξη, εξαιτίας μιας αδιάντροπης οικονομικής κατ' επάγγελμα δραστηριότητας. Τα υπόλοιπα θα τα βρεί και για αυτά θα αποφασίσει η δικαιοσύνη.
Δεν γνώριζα τον άνθρωπο, την πορεία και την διαδρομή του, ούτε γνώριζα τα τραγούδια του. Αλλά τα έζησα όλα αυτά μαζί του, μετά την αιφνίδια κι άδικη εκδημία του.
'Εζησα μαζί του, ναι. Πολλές ώρες, μέρες. Μέρες και μέρες.
Αποδύθηκα σε αναζήτηση του λόγου για την αγάπη, που έβλεπα να του δείχνει ο κόσμος.
'Ηθελα να κατανοήσω αυτήν την λατρεμένη ψυχή και να μοιραστώ μαζί της κάτι από όσα την είχαν απασχολήσει, κι είχε μοιραστεί με όλον αυτόν τον κόσμο, που του έδειχνε την μεγάλη του αγάπη. Βρήκα τους στίχους σχεδόν όλων των τραγουδιών του, άκουσα όλες τις συνεντεύξεις του που βρήκα στο διαδίκτυο. Και τον αγάπησα κι εγώ. Τόσο ασυνήθιστα καθυστερημένα, και ήδη μου λείπει! Μου λείπει το καινούργιο που θα έλεγε, και η καλωσύνη, η ευγένεια και η καθαρότητά του τρόπου του.
Ήταν συνεπής, πάντα, σε όλες τις συνεντεύξεις του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ή ανακολουθίες, κι είχε εκείνο το φωτεινό χαμόγελο, μια παιδικότητα και μια αγαθότητα, μια αλήθεια στο ύφος, στο λόγο, στην συμπεριφορά του.
Δεν βρήκα στίχο τραγουδιού του που να έχει απειλή, κακία, μίσος, εχθρότητα, άρνηση. Όλα όσα τραγούδησε ήταν δυνάμει αγωνίες ευαίσθητων και καθαρών ψυχών. Θα ήθελα πολύ να τον είχα γνωρίσει.
Δεν ήταν με την τέχνη του μόνο, ήταν που με την ψυχή του τραγουδούσε αυτά τα λόγια. Ήταν ο καλωσυνάτος κι ευγενής τρόπος του. Ήταν τα προτάγματα της ψυχής του που τον έκαναν μοναδικό, φωτεινό! Πόλο έλξης και εκπομπής! Αγαπητό, και άνθρωπο που θά 'θελες να ενωθείς ψυχικά, ακατάλυτα για μια ζωή μαζί του, να παίρνεις φως από την καλωσύνη του, και να δίνεις ένα χαμόγελο και μια ανοιχτή αγκαλιά στη ματιά του. Εκείνο το μυστικό και ντροπαλό δάκρυ του, που σκούπιζε όταν έβλεπε τις εκδηλώσεις αγάπης του κοινού του να τον κατακλύζουν. Γιατί κι εκείνος αγαπούσε όλον τον κόσμο, γιατί "ποτέ-ποτέ δεν έκανε κακό", γιατί "η αγάπη ήταν το όπλο του"! και μας έμαθε τι "Αγαπώ σημαίνει"
Το μπλέ στα μάτα του δεν ήταν ακρογιάλι. Ηταν οι διάφανες πόρτες της ωραίας του ψυχής!
Κρίμα να φτωχαίνουμε από τέτοιες όμορφες ψυχές, με υπαιτιότητά μας!
Κρίμα που έζησε τις αγωνίες του μέσα από την αγάπη του στο τραγούδι, κρίμα για τις ώρες που είχε ανάγκη για κάτι που ίσως δεν το βρήκε! κρίμα, γιατί "αγάπησε πολύ"!
Κι εμείς, εδώ, όσο κι αν αγαπήσαμε, έγκαιρα ή άκαιρα, μια τέτοια εκλεκτή ψυχή, τίποτα δεν κάναμε γι' αυτήν!
Μας έδωσε ό,τι καλύτερο είχε, κι εμείς την αφήσαμε αβοήθητη στην ασπλαχνία του κόσμου μας.
Αδελφέ, συγχώρησέ μας!
Είθε η αγάπη όλου του κόσμου να απαλύνει τον πόνο των δικών σου, κι ο Κύριος που ήδη σε κρατάει στους κόλπους Του, να χαρίσει σε σένα αιωνία γαλήνη και ανάπαυση, και στους δικούς σου παρηγορία, όπως μόνο εκείνος γνωρίζει και μπορεί.
Σημείωση: Εδώ ένα ιστορικό καταπληκτικό βίντεο, όπου ο ίδιος παρουσσιάζει 20 χρόνια από τη ζωή του!
Εδώ και λίγες μέρες έλαβα ένα μήνυμα που περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Συνοδευόταν από την αυτονόητη παραπομπή σχετικά με την πηγή από όπου αλιεύτηκε.
Το μήνυμα ήταν το εξής:
"Τώρα
έγινα ενενήντα πέντε χρονών και με ρωτάτε καμιά φορά: «Γιαγιά, πώς
πέρασε η ζωή;». Πού να ξέρω, παιδιά μου, πώς πέρασε; Πέρασε. Αυτό είναι
το παράξενο με τη ζωή. Όταν είσαι είκοσι χρονών, νομίζεις πως έχεις
μπροστά σου έναν κάμπο και δεν βλέπεις πού τελειώνει. Λες του χρόνου, σε
πέντε χρόνια, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά, όταν φτιάξουμε το σπίτι, όταν
ξεχρεώσουμε, όταν παντρευτεί η κόρη, όταν πάρει ο γιος τη δουλειά. Όλο
«όταν». Και μια μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι ενενήντα πέντε
χρονών και λες: «Πότε έγιναν όλα αυτά;».
"Μη νομίζετε πως αισθάνομαι
ενενήντα πέντε. Το σώμα μου το αισθάνεται. Τα γόνατα το ξέρουν καλά. Τα
χέρια μου δεν κρατούν όπως κρατούσαν και για να σηκωθώ από την καρέκλα
θέλω τον χρόνο μου. Μέσα μου όμως είμαι και δεκαοχτώ και τριάντα και
πενήντα. Θυμάμαι τη μάνα μου να ζυμώνει και, όταν τη θυμάμαι, για μια
στιγμή δεν είμαι γιαγιά. Είμαι πάλι το κορίτσι που περιμένει να του
δώσει ένα κομματάκι ζυμάρι να παίξει. Αυτό να το θυμάστε όταν βλέπετε
έναν γέρο. Μη βλέπετε μόνο τα γερασμένα χέρια. Μέσα σε έναν γέρο
κάθονται όλοι οι άνθρωποι που ήταν κάποτε.
"Εγώ δεν έζησα καμιά μεγάλη
ζωή. Μη φανταστείτε πράγματα. Σπίτι, παιδιά, δουλειές, φαγητό, πλύσιμο,
αρρώστιες, χαρές, στενοχώριες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες. Αυτά. Αλλά
τώρα που τα κοιτάζω από δω, λέω πως αυτά τα «αυτά» ήταν τελικά ολόκληρη η
ζωή. Εσείς σήμερα περιμένετε συνέχεια να συμβεί κάτι μεγάλο για να
χαρείτε. Ένα ταξίδι, μια επιτυχία, μια αγορά, μια γιορτή. Εμείς πολλές
φορές χαιρόμασταν επειδή είχε καλό καιρό και στέγνωσαν τα ρούχα. Μη
γελάτε. Όταν έχεις πλύνει σεντόνια με τα χέρια, είναι μεγάλη χαρά να
έχει ήλιο. Και όταν δεν έχεις πολλά, μαθαίνεις να βλέπεις τα λίγα.
"Θυμάμαι
τη μάνα μου, όταν έκοβε το ψωμί, πρώτα το σταύρωνε. Δεν έκανε κήρυγμα.
Έναν σταυρό έκανε με το μαχαίρι. Εγώ τότε δεν καταλάβαινα. Μετά
κατάλαβα. Το ψωμί δεν ήταν δικό μας επειδή το αγοράσαμε. Είχε περάσει
από χώμα, βροχή, ήλιο, χέρια ανθρώπων, μύλο, φούρνο, ώσπου να φτάσει στο
τραπέζι. Γι’ αυτό δεν το πετούσαμε. Εσείς να τρώτε ό,τι θέλετε. Δεν
θα σας πω εγώ τι θα φάτε. Αλλά να μη φέρεστε στο φαγητό σαν να μην
αξίζει τίποτε. Ένα πιάτο φαγητό έχει κόπο μέσα. Και όταν μαγειρεύετε για
κάποιον, μη μαγειρεύετε μόνο για να φάει. Να μαγειρεύετε για να
καταλάβει ότι τον περιμένατε. Αυτό είναι το καλό φαγητό. Μπορεί να
κάνεις τα καλύτερα γεμιστά και να τα βάλεις μπροστά στον άλλον με
μούτρα. Πικρά θα του φανούν. Και μπορεί να έχεις δυο αυγά και λίγο ψωμί
και να του πεις «κάτσε να φάμε μαζί» και να το θυμάται είκοσι χρόνια.
"Το σπίτι δεν το κάνει το έπιπλο. Το κάνει το «κάτσε». Να
έχετε λοιπόν πάντοτε κάτι να προσφέρετε. Δεν χρειάζεται πολύ. Έναν
καφέ, ένα φρούτο, ένα κομμάτι ψωμί. Να μη φεύγει άνθρωπος από το σπίτι
σας και να αισθάνεται ότι σας ενόχλησε. Ο άνθρωπος ξεχνάει τι του έβαλες
στο πιάτο. Δεν ξεχνάει εύκολα πώς τον έκανες να αισθανθεί όταν κάθισε
στο τραπέζι σου.
"Και να τρώτε μαζί όσο μπορείτε. Αυτό σας το λέω πολύ. Το τραπέζι κράτησε οικογένειες. Στο
τραπέζι μαθαίναμε ποιος είχε στενοχώρια χωρίς να μας το πει. Έβλεπες το
παιδί που σκάλιζε το φαγητό και καταλάβαινες. Έβλεπες τον άντρα σου που
δεν μιλούσε και ήξερες ότι κάτι έγινε στη δουλειά. Έβλεπες τη μάνα που
έλεγε «δεν πεινάω» και ήξερες ότι άφηνε το καλό κομμάτι για τα παιδιά. Σήμερα ο καθένας τρώει μόνος του και πολλές φορές δεν ξέρει κανείς ποιος πεινάει δίπλα του. Και δεν εννοώ μόνο από φαγητό. Να προσέχετε ποιος δεν τρώει στο τραπέζι σας. Μπορεί να πεινάει από άλλο πράγμα.
"Με
ρωτάτε για συνταγές. Τι συνταγές να σας πω; Το κρεμμύδι να το αφήνετε
λίγο να γλυκάνει. Το λάδι να μην το φοβάστε, αλλά ούτε να πνίγετε το
φαγητό. Τα όσπρια θέλουν υπομονή. Η κατσαρόλα δεν αγαπάει τη βιασύνη.
Και το φαγητό, όταν το βγάλεις από τη φωτιά, άφησέ το λίγο να ησυχάσει. Και ο άνθρωπος το ίδιο.
"Μην απαιτείτε απάντηση από τον άλλον την ώρα που βράζει. Αφήστε τον λίγο να ησυχάσει. Πολλές
κουβέντες γλίτωσα στη ζωή μου επειδή δεν τις είπα την ώρα που ήθελα.
Και πολλές που είπα, μετά τις μετάνιωσα. Η γλώσσα δεν έχει κόκαλα, έλεγε
η μάνα μου, αλλά σπάει κόκαλα. Να προσέχετε λοιπόν τι λέτε όταν θυμώνετε. Ο θυμός περνάει. Η κουβέντα μένει μέσα στον άλλον.
"Εγώ
με τον άντρα μου έζησα χρόνια πολλά. Μη νομίζετε ότι επειδή παλιά
έμεναν οι άνθρωποι μαζί ήταν όλα όμορφα. Αυτά είναι παραμύθια. Και
τσακωθήκαμε και με στενοχώρησε και τον στενοχώρησα. Υπήρχαν μέρες που
δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω. Αλλά έμαθα κάτι. Άλλο να θυμώσεις με έναν άνθρωπο και άλλο να τον ξεφτιλίσεις. Αυτό να μην το κάνετε ποτέ στον άνθρωπό σας. Αν
έχετε κάτι, πείτε το όταν είστε οι δυο σας. Μη μικραίνετε εκείνον που
αγαπάτε μπροστά στους άλλους για να μεγαλώσετε εσείς. Γιατί μετά θα
γυρίσετε σπίτι μαζί με έναν άνθρωπο που εσείς οι ίδιοι μικρύνατε. Και την τιμή να την προσέχετε.
"Και την τιμή να την προσέχετε.
Όχι εκείνη την τιμή που λέγανε παλιά και βασάνισαν τόσους ανθρώπους για το «τι θα πει ο κόσμος». Άλλο λέω. Την τιμή που έχει ο άνθρωπος επειδή είναι άνθρωπος. Να μη διαπομπεύετε. Να μη βγάζετε τα μυστικά του άλλου στον δρόμο. Να μη χτυπάτε τον άνθρωπο εκεί όπου σας εμπιστεύθηκε ότι πονάει. Αν
κάποιος σας άνοιξε την καρδιά του και σας είπε μια αδυναμία του, αυτό
το πράγμα είναι σαν να σας έδωσε κάτι γυμνό να το σκεπάσετε. Μην το
παίρνετε αύριο στον καβγά και το κάνετε μαχαίρι. Αυτό είναι ατιμία.
"Και να μην περιμένετε να βρείτε άνθρωπο χωρίς ελαττώματα για να αγαπήσετε. Θα πεθάνετε περιμένοντας. Όλοι κάτι έχουμε. Ο ένας θυμώνει. Ο άλλος φοβάται. Ο άλλος είναι δύσκολος. Ο άλλος δεν ξέρει να δείχνει την αγάπη του. Κι εσείς κάτι έχετε που οι άλλοι υπομένουν και μπορεί να μην σας το λένε. Αυτό να το θυμάστε όταν σας πιάνει η μεγάλη δικαιοσύνη.
"Εγώ,
όσο μεγάλωνα, τόσο λιγότερο ήθελα να δικάζω τους ανθρώπους. Όχι επειδή
έγιναν καλύτεροι οι άνθρωποι. Επειδή κατάλαβα καλύτερα εμένα. Όταν είσαι νέος, λες εύκολα «εγώ ποτέ». Μην το λέτε. Η ζωή ακούει. Δεν ξέρεις πού μπορεί να βρεθείς, τι μπορεί να φοβηθείς, πόσο μπορεί να πονέσεις, τι βάρος μπορεί να κουβαλήσεις. Να λέτε: «Θεέ μου, φύλαγέ με». Είναι πιο ασφαλές.
"Και τα παιδιά σας να μην τα κάνετε ιδιοκτησία σας. Αυτό αργά το κατάλαβα. Τα
γεννάς, τα μεγαλώνεις, ξενυχτάς, τρέχεις στον γιατρό, τους βάζεις το
χέρι στο μέτωπο να δεις αν έχουν πυρετό και κάπου μέσα σου αρχίζεις να
νομίζεις ότι είναι δικά σου. Δεν είναι. Πέρασαν από σένα. Ο Θεός σού τα έδωσε λίγο να τα κρατήσεις από το χέρι και ύστερα πρέπει να ανοίξεις το χέρι. Δύσκολο πράγμα. Η μάνα θέλει να κρατάει. Η αγάπη όμως μερικές φορές πρέπει να ξέρει και να αφήνει. Να
μη φορτώνετε στα παιδιά σας τις ζωές που δεν ζήσατε εσείς. «Εγώ δεν
σπούδασα, να σπουδάσεις εσύ. Εγώ δεν έκανα αυτό, να το κάνεις εσύ». Άσε
το παιδί να βρει τι του έδωσε ο Θεός. Εσύ να είσαι εκεί. Σαν το καντήλι.
"Το καντήλι δεν τραβάει κανέναν από το μανίκι. Καίει. Και όποιος χρειάζεται φως, το βλέπει.
"Και με τα εγγόνια ακόμη περισσότερο. Τα εγγόνια δεν θέλουν δεύτερη μάνα και δεύτερο πατέρα. Γιαγιά θέλουν. Να τους δίνετε εκείνο που δεν προλαβαίνουν πολλές φορές να δώσουν οι γονείς. Χρόνο. Να ακούσετε την ίδια ιστορία δέκα φορές. Να δείτε το ίδιο ζωγραφάκι. Να σας εξηγήσει το παιδί κάτι που δεν καταλαβαίνετε και να μην κάνετε πως καταλαβαίνετε.
"Εγώ
τώρα δεν καταλαβαίνω αυτά τα τηλέφωνά σας. Όλο τα πατάτε και κάτι
γίνεται. Καμιά φορά με βγάζετε και φωτογραφία χωρίς να το ξέρω. Ε,
βγάλτε. Μόνο να μη ζείτε όλη σας τη ζωή μέσα από εκεί. Να κοιτάζετε και λίγο τον άνθρωπο.
"Τα μάτια δεν θέλουν φόρτιση. Και
όταν κάθεται απέναντί σας ένας άνθρωπος που αγαπάτε, αφήστε λίγο το
τηλέφωνο. Δεν ξέρετε πόσες φορές ακόμη θα κάθεται απέναντί σας. Αυτό το ξέρω τώρα. Στα ενενήντα πέντε αρχίζεις να μετράς αλλιώς. Δεν λες πια «του χρόνου». Λες «αν είμαστε». Και αυτό το «αν είμαστε» δεν είναι στενοχώρια. Είναι αλήθεια. Πολλούς ανθρώπους τούς έχω πια στις φωτογραφίες. Τη μάνα μου. Τον πατέρα μου. Αδέλφια. Συγγενείς. Φίλες. Τον άνθρωπό μου. Στην
αρχή, όταν φεύγει κάποιος, νομίζεις πως το σπίτι γέμισε από την απουσία
του. Παντού εκείνος. Η καρέκλα, το ποτήρι, ένα ρούχο, μια συνήθεια.
Μετά περνούν τα χρόνια και η απουσία αλλάζει. Δεν φεύγει. Γλυκαίνει
λίγο. Και κάποτε πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει όταν τον θυμάται. Αυτό είναι παρηγοριά. Μη φοβάστε να θυμάστε τους νεκρούς σας. Και να τους συγχωρείτε. Όσο ζουν οι άνθρωποι, κρατάμε λογαριασμούς. «Μου είπε αυτό». «Δεν μου έκανε εκείνο». «Με αδίκησε». Όταν φύγουν, βλέπεις πόσο μικρά ήταν πολλά από αυτά. Ένα άδειο παλτό μένει και λες: «Γιατί θύμωνα τόσο;». Να το μαθαίνετε αυτό πριν αδειάσει το παλτό. Να συγχωρείτε όσο είναι ακόμη ζεστό το χέρι. Μην
περιμένετε το κοιμητήριο για να πείτε τα καλά λόγια. Εκεί δεν τα
χρειάζεται πια ο άλλος όπως τα χρειαζόταν στην κουζίνα ένα απόγευμα που
ήταν κουρασμένος.
Και να λέτε «σ’ αγαπώ». Εμείς δεν το λέγαμε πολύ. Άλλες εποχές. Το
δείχναμε περισσότερο με πράξεις. Σου καθάριζε η μάνα ένα πορτοκάλι και
αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου έβαζε ο πατέρας βενζίνη χωρίς να του το
ζητήσεις και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου άφηνε η γιαγιά το καλό κομμάτι
από την πίτα και έλεγε «εγώ δεν το θέλω». Το ήθελε. Απλώς ήθελε περισσότερο να το φας εσύ. Εσείς όμως να τα κάνετε και τα δύο. Και να αγαπάτε και να το λέτε. Τι σας κοστίζει; Μετά έρχεται η ώρα που θέλεις να το πεις και η καρέκλα είναι άδεια.
"Για τα χρήματα τι να σας πω; Χρειάζονται. Όποιος λέει ότι δεν χρειάζονται, μάλλον έχει. Να δουλεύετε. Να μην ντρέπεστε για τίμια δουλειά. Να πληρώνετε εκείνον που δούλεψε για σας. Να μην κρατάτε ξένο πράγμα. Να μην κάνετε τον έξυπνο σε βάρος του πιο αδύναμου. Και να αφήνετε κάτι στην άκρη, γιατί η ζωή έχει χειμώνες. Αλλά μην κάνετε τα χρήματα αφεντικό. Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης και κακός νοικοκύρης. Είδα
ανθρώπους να έχουν λίγα και να κοιμούνται ήσυχοι και άλλους να έχουν
πολλά και να φυλάνε όλη νύχτα εκείνα που νόμιζαν ότι τους φύλαγαν. Όσα και να μαζέψεις, στο τέλος ένα κρεβάτι πιάνεις. Και όσο μεγαλώνεις, ούτε ολόκληρο. Μια μεριά του κρεβατιού. Αυτό είναι όλο.
"Για τον Θεό τώρα. Τι να σας πω εγώ για τον Θεό; Δεν είμαι θεολόγος. Εγώ ξέρω ένα καντήλι. Το άναβα. Άλλοτε
με πίστη, άλλοτε με φόβο, άλλοτε επειδή έτσι είχα μάθει από τη μάνα
μου. Άλλες φορές προσευχόμουν και αισθανόμουν πως ο Θεός είναι δίπλα.
Άλλες φορές έλεγα τα ίδια λόγια και δεν αισθανόμουν τίποτε. Τα έλεγα όμως. Τώρα καταλαβαίνω ότι και εκείνες οι προσευχές που νόμιζα πως πήγαν χαμένες κάπου πήγαν. Μη ζητάτε να αισθάνεστε πάντοτε τον Θεό. Η μάνα δεν παύει να είναι στο σπίτι επειδή το παιδί κοιμάται και δεν τη βλέπει. Έτσι το σκέφτομαι εγώ. Και όταν σας έρθει μεγάλη στενοχώρια, μην ψάχνετε πολλά λόγια. Πείτε «Χριστέ μου, βοήθησέ με». Φτάνει. Ο άνθρωπος όταν πνίγεται δεν κάνει ομιλία. «Βοήθεια» λέει. Και πολλές φορές αυτή είναι η πιο αληθινή προσευχή. Εμένα ο Θεός δεν μου τα έκανε όλα όπως τα ζήτησα. Ευτυχώς. Τότε δεν το έλεγα «ευτυχώς». Θύμωνα, έκλαιγα, έλεγα «γιατί;». Τώρα κοιτάζω πίσω και βλέπω μερικά πράγματα που, αν γίνονταν όπως τα ήθελα, μπορεί να μου είχαν κάνει μεγάλο κακό. Και άλλα ακόμη δεν τα κατάλαβα. Δεν πειράζει. Δεν χρειάζεται να φύγω από αυτόν τον κόσμο έχοντας καταλάβει τα πάντα. Ένα παιδί που ταξιδεύει με τον πατέρα του δεν χρειάζεται να ξέρει όλους τους δρόμους. Χρειάζεται να ξέρει με ποιον ταξιδεύει. Αυτό μου φτάνει τώρα. Και να πηγαίνετε στην εκκλησία όχι επειδή είστε καλοί. Αυτό το λάθος κάνουν πολλοί. «Δεν είμαι άξιος», λέει ο άλλος. Ποιος είναι; Πηγαίνουμε επειδή έχουμε ανάγκη. Όταν
ήμουν νέα και είχα τα παιδιά μικρά, πολλές φορές στην εκκλησία το μυαλό
μου πήγαινε στο φαγητό που είχα αφήσει, στο παιδί που βήχει, στις
δουλειές. Έλεγα: «Τι προσευχή έκανα τώρα;». Τώρα λέω πως μπορεί ο Θεός να δεχόταν και εκείνο. Γιατί κι εκείνη η έγνοια αγάπη ήταν. Ο Θεός δεν είναι εξεταστής να κοιτάζει αν έκανες σωστά την προσευχή. Πατέρας είναι. Και κάτι ακόμη να σας πω για την πίστη. Μην την κάνετε πέτρα να τη ρίχνετε στους άλλους. Αν πιστεύετε στον Χριστό, να γίνεται ο άλλος λίγο πιο ήσυχος κοντά σας. Αν φοβάται περισσότερο επειδή είστε εσείς εκεί, κάτι δεν κάνατε καλά. Εγώ έτσι το καταλαβαίνω. Το καντήλι δεν κάνει θόρυβο. Φωτίζει.
"Να φυλάξετε και λίγη ντροπή μέσα σας. Όχι εκείνη τη ντροπή που τσακίζει τον άνθρωπο. Την καλή ντροπή. Να ντρέπεσαι να πάρεις αυτό που δεν είναι δικό σου. Να ντρέπεσαι να προσβάλεις έναν γέρο. Να ντρέπεσαι να κοροϊδέψεις έναν αδύναμο. Να ντρέπεσαι να αφήσεις έναν άνθρωπο που σε βοήθησε όταν πια δεν σου χρειάζεται. Να ντρέπεσαι να κάνεις τον καλό μπροστά και να τρως τον άλλον από πίσω. Αυτή τη ντροπή να την κρατήσετε. Κάνει καλό. Και να έχετε φιλότιμο. Το φιλότιμο δεν είναι να σε βλέπουν. Είναι να μπορείς να κάνεις κάτι καλό και να μη μάθει κανείς ότι το έκανες. Να βρεις ένα πορτοφόλι και να το επιστρέψεις ενώ θα μπορούσες να το κρατήσεις. Να δεις έναν άνθρωπο κουρασμένο και να του κάνεις τη δουλειά χωρίς να του πεις «κοίτα τι έκανα για σένα». Να τηλεφωνήσεις σ’ έναν γέρο όχι επειδή έχει γιορτή αλλά επειδή σκέφτηκες ότι μπορεί να είναι μόνος. Αυτά παίρνουμε μαζί μας, νομίζω. Τα άλλα μένουν.
"Κοιτάξτε
τώρα το σπίτι μου. Πόσα πράγματα μάζεψα τόσα χρόνια. Σεμεδάκια, πιάτα,
ποτήρια, κουβέρτες, πράγματα που έλεγα «αυτό είναι καλό, να μην το
χαλάσουμε». Τι να μην το χαλάσουμε; Για ποιον; Είχαμε παλιά ένα καλό σερβίτσιο και το φυλάγαμε για τους ξένους. Μετά κατάλαβα κάτι. Κι εμείς ξένοι είμαστε. Περνάμε. Γι’ αυτό χρησιμοποιήστε τα καλά σας πράγματα. Φορέστε το καλό φόρεμα. Ανοίξτε το καλό κρασί όταν έρθει ο άνθρωπός σας. Βάλτε τα καλά πιάτα στο τραπέζι. Μην αποθηκεύετε όλη τη χαρά για μια ημέρα που μπορεί να μη φτάσει. Αλλά ούτε να ζείτε σαν να μην υπάρχει αύριο. Να ζείτε σαν να είναι δώρο και το σήμερα και το αύριο. Αυτό θέλει λίγο νοικοκυροσύνη στην ψυχή. Και όταν κάνετε λάθος, να ζητάτε συγγνώμη.
"Μην αφήνετε τον εγωισμό να σας κλέβει χρόνια. Έχω δει αδέλφια να μη μιλούν δέκα και είκοσι χρόνια και στο τέλος να κλαίνε πάνω από ένα φέρετρο. Τι κέρδισαν; Ποιος είχε δίκιο; Άντε τώρα να το βρεις. Δύο άνθρωποι έχασαν είκοσι Χριστούγεννα για να μη χάσει κανείς έναν καβγά. Μεγάλη ζημιά. Να χάνετε και λίγο. Κάνει καλό. Δεν χρειάζεται να κερδίζετε όλες τις κουβέντες. Καμιά φορά κέρδισες την κουβέντα και έχασες τον άνθρωπο. Τι το κάνεις μετά το δίκιο σου; Το βάζεις σε κορνίζα;
"Και να γελάτε. Αυτό μην το ξεχάσετε. Ο Θεός μάς έδωσε και το γέλιο. Να γελάτε με τον εαυτό σας. Όχι με την πληγή του άλλου. Όποιος μπορεί να γελάσει λίγο με τα χάλια του γλιτώνει από πολλή υπερηφάνεια. Τώρα εγώ ξεχνάω καμιά φορά πού έβαλα τα γυαλιά μου και τα έχω στο κεφάλι. Γελάω. Τι να κάνω; Να θυμώσω με τα ενενήντα πέντε; Καλά μου φέρθηκαν. Με έφεραν μέχρι εδώ.
"Και το σώμα σας να το αγαπάτε χωρίς να το προσκυνάτε. Να το πλένετε, να το φροντίζετε, να το ξεκουράζετε, να το ταΐζετε σωστά. Σας κουβαλάει μια ζωή. Όταν ήμουν νέα, ανέβαινα σκάλες τρέχοντας και ούτε ήξερα ότι έχω γόνατα. Τώρα τα ξέρω ένα ένα. Να λέτε και κανένα ευχαριστώ στο σώμα όσο δουλεύει. Δεν είναι μηχανή. Και όταν αρχίσει να κουράζεται, μην το μισήσετε. Έκανε τη δουλειά του. Τα
χέρια μου τώρα είναι ζαρωμένα. Αλλά αυτά τα χέρια έπλυναν παιδιά,
ζύμωσαν ψωμιά, χάιδεψαν πυρετωμένα μέτωπα, κράτησαν χέρια σε νοσοκομεία,
έκαναν τον σταυρό τους πάνω από ανθρώπους που κοιμόντουσαν. Πώς να τα πω άσχημα επειδή ζάρωσαν; Εγώ τα ευχαριστώ.
"Τώρα, αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να είχα κάνει διαφορετικά, θα σας πω: να είχα φοβηθεί λιγότερο. Πολύ φοβόμαστε στη ζωή. Τι θα γίνει. Τι θα πουν. Αν θα τα καταφέρουν τα παιδιά. Αν θα έχουμε χρήματα. Αν θα αρρωστήσουμε. Και τελικά ό,τι ήταν να έρθει ήρθε και κάπως περάσαμε κι από μέσα. Έκλαψα για πράγματα που έγιναν. Αλλά έκλαψα και για εκατό πράγματα που δεν έγιναν ποτέ. Αυτά τα δάκρυα πήγαν χαμένα. Γι’ αυτό εσείς να κάνετε αυτό που μπορείτε σήμερα και το υπόλοιπο να το αφήνετε λίγο στον Θεό. Δεν κρατιέται όλος ο κόσμος με τα χέρια μας. Κουράζονται. Και στο τέλος αυτό έμαθα.
"Όλη τη ζωή μου νόμιζα ότι κρατούσα. Κρατούσα το σπίτι. Κρατούσα τα παιδιά. Κρατούσα τα χρήματα να φτάσουν. Κρατούσα τον έναν όταν αρρώστησε. Κρατούσα τον άλλον όταν φοβήθηκε. Κρατούσα οικογένεια, πιάτα, σακούλες, μωρά, χέρια, κλειδιά. Τώρα δεν μπορώ να κρατήσω καλά ούτε ένα γεμάτο ποτήρι. Και κάθομαι καμιά φορά εδώ στην καρέκλα και σκέφτομαι: Τελικά δεν κρατούσα εγώ τόσα χρόνια τη ζωή. Η ζωή κρατούσε εμένα. Και πιο πίσω από τη ζωή, ο Θεός. Αυτό θέλω να θυμάστε όταν κάποτε δεν θα είμαι εδώ. Όχι τα πράγματά μου. Πάρτε
τα, δώστε τα, πετάξτε ό,τι δεν χρειάζεται. Μην τσακωθείτε για κανένα
πιάτο και κανένα χωράφι. Αν ένα πράγμα που αφήνω πίσω μου σας χωρίσει,
καλύτερα να το δώσετε σε ξένο.
"Να θυμάστε να τρώτε μαζί. Να έχετε λίγο ψωμί για εκείνον που θα χτυπήσει την πόρτα. Να μη ντροπιάζετε τον άνθρωπό σας. Να τηλεφωνείτε στους γέρους σας. Να ζητάτε συγγνώμη πριν γίνει πολύ αργά. Να μη φοβάστε να πείτε «σ’ αγαπώ». Να ανάβετε κανένα καντήλι. Να κάνετε τον σταυρό σας πριν φύγετε από το σπίτι, όχι από φόβο, αλλά για να θυμάστε ότι δεν πηγαίνετε μόνοι. Και όταν σας έρθει η μεγάλη στενοχώρια, μην απελπιστείτε. Πέρασαν πολλά από αυτό το σπίτι. Χαρές, φωνές, γέλια, αρρώστιες, γάμοι, θάνατοι. Όλα πέρασαν από την ίδια πόρτα. Μόνο η αγάπη, βλέπω τώρα, δυσκολεύεται να φύγει. Μένει πάνω στα πράγματα. Μένει σε μια συνταγή που κάνετε όπως την έκανε η μάνα σας. Μένει σε μια κουβέντα που σας είπε κάποιος όταν ήσασταν παιδί. Μένει
στον τρόπο που σκεπάζετε το δικό σας παιδί τη νύχτα χωρίς να ξέρετε ότι
κάνετε ακριβώς την κίνηση που έκανε κάποτε κάποιος πάνω από εσάς.
"Και όταν έρθει κάποτε και για μένα η ώρα, μη λέτε πολλά. Ενενήντα πέντε χρόνια μού έδωσε ο Θεός. Τι παράπονο να έχω; Μόνο να ανοίξετε λίγο το παράθυρο. Αυτό θέλω. Και αν είναι πρωί, να μπει μέσα λίγο φως. Γιατί τόσα χρόνια αυτό κατάλαβα.
"Εμείς νομίζουμε πως όλη μας τη ζωή μαθαίνουμε να κρατάμε. Σπίτια, ανθρώπους, παιδιά, πράγματα, το σώμα μας, τη ζωή μας. Και στο τέλος ο Θεός μάς μαθαίνει το τελευταίο μάθημα. Να ανοίξουμε το χέρι.
Λίγα μαθήματα ζωής που γράφτηκαν από κάποιον ξένον σε μένα, που όμως μου μοιάζουνε λόγια της μάνας μου, γι' αυτό και τα ασπάζομαι και τα μοιράζομαι με τους φίλους μου. Που τα έχω ακούσει άπειρες φορές από τα χείλη της στη μακρά ζωή της και στην μεγάλη οικογένειά μας. Τα χρειαστήκαμε όλοι μας σε διάφορες περιστάσεις και τα εφαρμόσαμε για να προχωρήσουμε.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους άφησαν τέτοιες παρακαταθήκες, κι ας είναι η ζωή τους γαλήνια όσους ακόμη διδάσκουν με το παράδειγμα της ζωής τους. Σαν καντήλι που καίει για να φωτίζει.
Οι Ερινύες του χθές, ήρθαν στα χέρια μου τυχαία. Για το πώς και γιατί συνηθίζω να διαβάζω ένα λογοτεχνικό κείμενο, έχω γράψει σε προηγούμενο σημείωμά μου (εδώ).
Δεν θα προβώ σε κρίσεις για το έργο από πλευράς τεχνικής γιατί δεν έχω αρμοδιότητα, ούτε από πλευράς επιστημονικής, γιατί δεν έχω την αντίστοιχη
ειδικότητα.
Θα τοποθετηθώ όμως στο περιεχόμενο και στην ουσία των λεγομένων, γιατί
αυτά αποτελούν και τον λόγο για τον οποίο μελέτησα το βιβλίο της κ. Ιόλα.
Η αφήγηση είναι αποσπασματική. Η συγγραφέας γράφει με αφορμή τα συγκλονιστικά περιστατικά της ζωής της που
την τραυμάτισαν και την σημάδεψαν.
Η συγγραφέας είναι η μόνη επιζήσασα από ένα τροχαίο ατύχημα. Και το ερώτημα που την στοίχειωσε ήταν: «γιατί επέζησε μόνο αυτή»;
Το ερώτημα αυτό στάθηκε βρόχος στο λαιμό της και την βασάνισε για πολύ καιρό, και όπως -σαφώς καταφαίνεται- με την σημαντική βοήθεια ψυχολόγου κατάφερε τελικώς να βρεί μια νέα ισορροπία. ¨Ηταν προφανώς πολύ δύσκολο για ένα παιδί και ήταν φυσικό αρχικά, να αισθάνεται ενοχές για την επιβίωσή της και να μην μπορεί να το
αποδεχθεί ως προσωπική δωρεά, ή ευκαιρία, ακόμη και ως ευλογία. Στην δεύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να έχει την χαρά να αποδίδει διαρκώς ευχαριστία και ευγνωμοσύνη και να προσπαθεί να βρεί δημιουργικούς τρόπους αυτοβελτίωσης. Αυτά βέβαια είναι πολύ δύσκολα πράγματα για ένα μικρό παιδί, αλλά όχι και τόσο δύσκολα ή αδιέξοδα για έναν μεγάλο άνθρωπο. Και πάντως είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και γενικότερου περιβάλλοντος.
Η συγγραφέας μνημονεύει συμπεριφορές οικείων προσώπων που την
τραυμάτισαν. Συμπεριφορές που -όπως περιγράφονται- είναι απαράδεκτες για
κάθε άνθρωπο, και όχι μόνο για ένα παιδί.
Η συγγραφέας δεν αναφέρει σε καμία περίπτωση καλή συμπεριφορά αυτών των
οικείων προσώπων, ευτυχώς όμως, αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά άλλων, μη οικείων. Παντού μπορεί να βρεί κανείς την ανθρωπιά.
Στο κεφάλαιο που επιγράφεται "Συσκότιση" η συγγραφέας, νομίζω πως -από
παρανόηση- περιγράφει ως συσκότιση την (έστω και με λαθεμένο τρόπο εκφραζόμενη) προστατευτικότητα των ενηλίκων
απέναντι στα παιδιά. Η προστατευτικότητα μπορεί να εκδηλώνεται με
καλό τρόπο και να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο εκδηλώνεται, ή να
εκφράζεται αυταρχικά και εξουσιαστικά και να ενεργεί αντίθετα από τον σκοπό που επιδιώκει.
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι δεν της φανερώθηκε η κήδευση και η ταφή της
μητέρας της και στο θέμα αυτό θεωρεί πως επικράτησε το ψέμα. Θα
μπορούσε να μιλήσει για εσφαλμένη εκδήλωση της προστατευτικότητας. αλλά προφανώς συνδέει το γεγονός αυτό με την γενικότερα κακή συμπεριφορά αυτών των οικείων προσώπων.
Από τα ανεξήγητα στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας είναι και ο εγκλεισμός της σε οικοτροφείο
και η προετοιμασία της για να μεταναστεύσει στο εξωτερικό προκειμένου να
παρακολουθήσει εκεί το σχολείο. Δεν είναι σαφές γιατί έγινε αυτό, αν εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό ή την
οικογένεια ή για ποιόν άλλο λόγο και σκοπό το παιδί απομακρύνθηκα και απομονώθηκε.
Όταν αργότερα επανήλθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε την μέση εκπαίδευσή της, περιγράφοντας τα χρόνια αυτά αναφέρεται και στα παιχνίδια με τις φίλες
της. Αναφέρεται ιδιαίτερα σε στιγμές συμμετοχής στην θεία λειτουργία στην
θεία κοινωνία και στην λήψη του αντίδωρου. Από τις συμπεριφορές αυτές των κοριτσιών, στην
θεία λειτουργία φαίνεται ότι φέρονταν ως εάν δεν είχαν καμία διαπαιδαγώγηση και νουθεσία για το πως πρέπει
να συμπεριφέρονται τις στιγμές αυτές. Το δέος διδάσκεται στους μικρούς, από τους μεγάλους που το έχουν εσωτερικεύσει. Είναι στοιχείο πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν διδάχτηκε πως κάτι τέτοιες στιγμές είναι κάτι σοβαρό
και σπουδαίο. Ήταν γι' αυτήν παιχνίδι, ήταν κάτι χωρίς πνευματικότητα και προοπτική, χωρίς πνευματική επίδραση. (Αλλά, ποιός να διδάξει ένα παιδί που έχασε τη μάνα του, και που οι άλλοι το απομάκρυναν και το απομόνωσαν;)
Σημαντικός προβληματισμός αναδύεται στο σημείο που αναφέρει ότι "το εβραϊκό
κοιμητήριο ακουμπά στον τοίχο του χριστιανικού. Κοιτώντας την
διαχωριστική γραμμή σκέφτηκα πόσο γελοίοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι: ένα ντουβάρι, φτιαγμένο από την μια πλευρά από
χριστιανικά χέρια και, από την πίσω, δουλεμένο από αλλόθρησκους. Η αγάπη
που ακουμπάει; Μπρος ή πίσω; Τι νόημα έχει αυτό το σκηνικό, αφού τελικά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο σύμπαν ή θα χαθούμε για πάντα;"
Στο ερώτημα τούτο σταθήκαμε πολλοί. Μπορεί ο θάνατος να χωρίσει τους ανθρώπους που αγαπιούνται; μπορεί η γεωγραφία; μπορεί ο χρόνος του θανάτου; Και, ασφαλώς, δεν δεχόμαστε όλοι ότι θα βρεθούμε κατευθείαν όλοι μαζί στο σύμπαν, ούτε ότι κατευθείαν θα χαθούμε για πάντα!
Ο άνθρωπος όσο ζεί και σκέφτεται, με τις επιλογές του φτιάχνει τον κόσμο στον οποίο θελει να ζήσει και ο οποίος τον χαρακτηρίζει και τον διέπει. Ο άνθρωπος ζεί μέσα στην κοινωνία και αποτελεί διακριτό και σημαίνον μέλος της, λόγω των επιλογών και της παρουσίας του. Ο θάνατός του, μπορεί να είναι ανεξάρτητος από τις επιλογές του. Ο θάνατός του όμως μπορεί ακόμη και να είναι σκόπιμη επιλογή του. Ευθανασία, λέμε σήμερα, αποτέφρωση, και τόσα άλλα! Πεθαίνει όπως έζησε ή όπως ηθελημένα και εκπεφρασμένα επέλεξε. Όταν ζούμε και θέλουμε όλοι "το αυτό", να ζούμε δηλαδή, με την αγάπη του Θεού, τότε είμαστε πάντα μαζί, στον αιώνα των αιώνων! Όταν ο καθένας θέλει το δικό του, ζεί και πεθαίνει με τους όρους που ο ίδιος επέλεξε.
Η συγγραφέας θεωρεί πως η νοηματοδότηση του βίου είναι η οδός που μας
οδηγεί στην υπέρβαση των πάσης φύσεως δυσχερειών, είτε πρόκειται για
οικονομικά, είτε πρόκειται για θέματα σχέσεων, είτε πρόκειται ακόμη και
για θέματα υγείας. Αναφέρει πως υπήρξαν άνθρωποι σε στρατόπεδα
συγκέντρωσης που επέζησαν των κακουχιών και ξεπέρασαν ακόμα και τις πιο
δύσκολες συνθήκες. Η
εσωτερική τους δύναμη και ικανότητα να αντέχουν τις αντιξοότητες πήγασαν
από το νόημα που έδωσαν στα χρόνια αυτά, "όταν υπάρχει το γιατί, το
πως γίνεται διαχειρίσιμο, αυτός που έχει ένα λόγο για να ζει, μπορεί να
αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε πως! Ο στόχος μπορεί να είναι μια αγάπη ένα
όραμα η μια αποστολή!
Αλλά, το πιο σημαντικό σε τούτο το οδοιπορικό του πόνου, είναι η λυτρωτική ευχή της συγγραφέως εκεί μέσα στον τομογράφο, σαν αισθάνθηκε πως θά 'θελε να 'χε περισσότερο χρόνο παρέα με 'κείνους που έχασε τόσο νωρίς! Εκεί μέσα μπορούσε να μιλάει με τους γονείς της για πράγματα
που ποτέ δεν τους είχε πει στην πραγματική τους ζωή! Στη ζωή που είχε σβήσει τη μητέρα της
από την μνήμη της, ενώ τώρα ήταν έτοιμη να την αγκαλιάσει να την φιλήσει
και να και να της εξομολογηθεί πόσο της έλειψε! " ήμουνα έτοιμη να ξεστομίσω
το μαμά σ’ αγαπώ! αλλά συγκρατήθηκα". Μετά την εμπειρία αυτή, βρέθηκε χώρος για να βάλει και τη
φωτογραφία της μαμάς της δίπλα στη φωτογραφία του μπαμπά της.
Αργότερα η συγγραφέας αναφέρει ότι τα δύο τελευταία χρόνια δοκιμάστηκε
από δύο διαφορετικούς καρκίνους και ότι σ’ αυτή τη φάση παρατήρησε ότι οι
συνομιλίες με τη μητέρα της είχαν πολλαπλασιαστεί.
Ονειρεύτηκε την μαμά της και είχαν ένα διάλογο: "είμαι περήφανη για
σένα" της είπε η μητέρα της.Τώρα νομίζω πως είμαστε έτοιμες να πέσουμε
και μία στην αγκαλιά της άλλης έτσι δεν είναι μητέρα "έλα κοντά μου μου
έλειψες" "μαμά δε μας δόθηκε ευκαιρία να γνωριστούμε" όλα αυτά μέσα στο
όνειρο και την ώρα που πλησιάζει να πέσει στην αγκαλιά της, ξύπνησε και
άπλωσε το χέρι ήτανε τόσο μεγάλη η λαχτάρα να ακούσω από το στόμα της ότι
της είχα λείψει!ο πόθος είχε μείνει για πάντα ζωντανός όμως η συγχώρηση έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης, αλλά και μια πρωτοφανή
ανακούφιση. "Μετά την εικόνα μέσα στον αξονικό τομογράφο άρχισα να νιώθω τί θα πει νοιάζομαι τον άλλον. Ήταν αυτό που αναζητούσα, δεν ήταν το φαγητό που μου
είχε λείψει, αλλά η συναισθηματική φροντίδα".
"Η συγχώρηση που έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης και μια πρωτοφανή ανακούφιση". Η συμπεριφορά μας προς τον άλλο και η φροντίδα μας για αυτόν. Γιατί ο άλλος είναι ο καθρέφτης της συμπεριφοράς μας, και η φροντίδα μας για αυτόν καθρεφτίζει την αγάπη που του δείχνουμε. Εκείνο το "νοιάζομαι/με νοιάζονται", που όλοι μας το χρειαζόμαστε!
Παλιές αλήθειες που μπορεί να διανύσουμε πολύ δρόμο για να τις βρούμε. Κι είναι τόσο σημαντικές οι προσωπικές μας δυσκολίες και τα αδιέξοδα, γιατί αυτά είναι που μας βοηθούν να αποχαρακτηρίσουμε τις τελεσίδικες κρίσεις μας για τους άλλους, και μάλιστα όταν αυτοί έχουν ήδη φύγει!!
Η
νεκρώσιμη ακολουθία είναι ποίημα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο
οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Εκκλησίας αλλά
και ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους όλων των εποχών. Η νεκρώσιμη
ακολουθία αποτελεί την συμπύκνωση, με ανυπέρβλητο ποιητικό τρόπο, της
χριστιανικής διδασκαλίας περί του θανάτου και της ζωής. "Όντως
φοβερότατον το του θανάτου μυστήριο" γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο
Δαμασκηνός. Αλλά το φαινόμενο του θανάτου είναι μυστήριο, όσο μυστήριο
είναι και το φαινόμενο της ζωής. Είναι γνωστά τα υπαρξιακά ερωτήματα
"γιατί υπάρχουμε, από πού ξεκινάμε, που πηγαίνουμε". Ο χαρακτήρας της
νεκρώσιμης ακολουθίας είναι διφυής. Από τη μια τονίζεται η ματαιότητα
των εγκοσμίων και η μηδαμινότητα του ανθρώπου. Όμως ο τάφος αναδίδει την
αληθινότητα του όντος. Δηλαδή το γεγονός του θανάτου βοηθεί τον άνθρωπο
να έλθει σε αυτοσυναίσθηση και αυτογνωσία. Η συμφιλίωση με το θάνατο
είναι δείγμα μεγάλης σοφίας και αυτό είναι πράγμα δύσκολο. Με το θάνατο
ραγίζει βέβαια η καρδιά του ανθρώπου, και αυτού ακόμη του πιστού, όμως
δεν κυριεύει την ψυχή του η απελπισία. Διότι, όπως λέει και ο Απόστολος
Παύλος, οι Χριστιανοί δεν είναι όπως και οι λοιποί "οι μή έχοντες
ελπίδα". Το γεγονός της Αναστάσεως είναι αυτό που συνέχει τον πιστό. Ο
άγιος από αυτή τη ζωή βιώνει εμπειρικά το γεγονός της Αναστάσεως και
αυτό είναι που δίνει την άλλη διάσταση στη νεκρώσιμη ακολουθία. "Ο
θάνατός Σου Κύριε αθανασίας γέγονε πρόξενος". "Μακαρία η οδός, ή πορεύει
σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως". Τα λόγια αυτά
απευθύνονται στο νεκρό και ψάλλονται στον χαρμόσυνο τρίτο ήχο. Το σώμα
θα εναποτεθεί στο μνήμα αλλά η ψυχή θα εξακολουθεί να ζει και μετά τη
νέκρωση του σώματός της.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αν κάποιος πεθάνει κατά τη διάρκεια
της Διακαινήσιμης εβδομάδας, η Εξόδιος Ακολουθία θα τελεσθεί μέσα στο
κλίμα της αναστάσιμης χαράς. Αντί των νεκρωσίμων ιδιομέλων ψάλλονται οι
καταβασίες του Πάσχα και το εξαποστειλάριον "Σαρκί υπνώσας ως θνητός",
αντί δε του "Δεύτε τελευταίον ασπασμόν", ψάλλεται το "Αναστάσεως ημέρα". ΠΗΓΗ
Κάθε
που παρευρίσκομαι σε μια τέτοια περίσταση, ακούω την ακολουθία με
προσοχή και την λογαριάζω για δικιά μου. Συμμετέχω, γιατί θέλω με την παρουσία μου ν'
αλαφρώσω τον πόνο του πάσχοντος συνανθρώπου για την απώλειά του, αλλά
δεν ξεχνώ πως θά'ρθει κι η σειρά μου. Θα πρέπει να είμαι εκεί,
τετελειωμένη. Θα ήθελα να έχω προφτάσει εκείνα που πρέπει να έχω κάνει. Μην ξεχνιόμαστε! Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω! Κι αφού τίποτε δεν μένει ας ικετεύσουμε: Εσύ Χριστέ μου, που έκαμες πολίτη του Παραδείσου τον ληστή σαν πάνω από τον Σταυρό εβόησε το "Μνήσθητι", αξίωσε κι εμένα την ανάξια δούλη σου να μετανοήσω όπως εκείνος, αφού το ξέρω, πως "ουδένα θέλεις απωλεσθήναι, πριν εις επίγνωσιν της αληθείας ελθείν"
Συνέντευξη του Παύλου Γερουλάνου, στον Θανάση Λάλα (δείτε εδώ). Η συνέντευξη είναι αποκαλυπτική, ο πολιτικός λόγος ακμαίος, ευρηματικός!
Ο Πολιτικός έχει ύψος, ύφος, βάθος, ποιότητα. Μιλάει για τα πολιτικά ζητήματα, τα πολιτικά ερωτήματα και τις πολιτικές ιδέες, που πια δεν ανιχνεύονται στον πολιτικό λόγο του πασόκ, που φθίνει και δεν σηκώνει κεφάλι.
Ο δημοσιογράφος, είναι το κάτάλληλο κεντρί! Δείτε την συνέντευξη!
Η εκκλησία σου στολισμένη με το αίμα των ανά τον κόσμο μαρτύρων σου, σαν με "πορφύρα και βύσσον", μέ όλους αυτούς τους μάρτυρες Σε καλεί: Σπλαχνίσου τον λαό σου Κύριε, ειρήνη χάρισε στον κόσμο σου και στις ψυχές μας δείξε το μέγα Σου έλεος!
**************************
Σημείωση 1: Και για να μην ξεχνάμε τους μάρτυρες της Πατρίδας μας, τούτη τη μέρα, 7 Ιουνίου, το 1821, σημειώθηκε καταστροφική ήττα του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, υπό τον Α. Υψηλάντη!
Και
πως, πάλι σαν τέτοια μέρα, το 1907, απαγχονίστηκε από τους κομιτατζήδες ο Μακεδονομάχος Σαράντος Αγαπηνός, ο θρυλικός Καπετάν Άγρας.
Σημείωση 2: Την πληροφορία αυτή βρήκε στο ημερολόγιό του ο φίλος Γιώργος Αντωνακόπουλος (GA GROUP και KELARI GA GROUP στο FACEBOOK) τον ευχαριστώ για αυτήν την μεγάλης σημασίας πληροφορία και την μοιράζομαι με τους φίλους και επισκέπτες της Φιλαρέτης.
Ήτανε αργά την άνοιξη, που είχαμε εγκατασταθεί με τα μικρά μου στο εξοχικό της γιαγιάς. Το σπίτι μας ήτανε μικρό και δεν είχαμε χώρο για παιχνίδια και για όλα όσα έπρεπε να κάνουμε κάθε μέρα. Έτσι, από ενωρίς την άνοιξη καταφεύγαμε για τα 2-3 προσχολικά τους χρόνια στο εξοχικό, και γυρίζαμε πίσω Οκτώβρη!
Ένα από αυτά τα ανοιξιάτικα πρωϊνά αποφάσισα να εισαγάγω τους μικρούς μου στον Παπαδιαμάντη!
Έστρωσα το τραπέζι για το πρωϊνό τους, κι έβαλα πάνω ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς! Φρούτα, κρέμες, μαρμελάδες, πορτοκαλάδες, τόστ, και τόσα άλλα!
Σκέφτηκα ότι τα παιδιά, ηλικίας 4-6 ετών θα άκουγαν την αργή ανάγνωση του διηγήματος τρώγοντας και πίνοντας κι ευελπιστούσα έτσι να φτάναμε ως το τέλος!
Αρχίσαμε λοιπόν την ανάγνωση, αργά και με στόμφο, επεξηγώντας όπου χρειαζόταν, ώστε να καταλάβουν τα μικρά την ιστορία!
"Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;
Δεν ισχύει τηλαισθησία ούτε τηλεπάθεια, διά να
ζητήσωμεν τας ψήφους των αναγνωστών, νοερώς, ακαριαίως, ουδέ
Κοινοβουλίου τέμενος είναι παρ' ημίν ιερόν, αλλά ναός Ευβουλίας. Πας
συγγραφεύς υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την μέσην κρίσιν και το μέσον
αίσθημα των αναγνωστών του. Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε.
Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν.
Έξαφνα είδε νοεράν οπτασίαν, την μορφήν της μητρός του
της Μπούρμπαινας, εναέριον, παλλομένην. Ετράβα τα μαλλιά της κλαίουσα
και του έλεγε: “Αχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ' είν' αυτό που θα κάμης;”
Έκαμε κρυφά το σημείον του σταυρού επί της καρδίας,
από μέσα από το υποκάμισον του. Ενθυμήθη και είπε τρεις φορές το “Κύριε
Ιησού Χριστέ”, οπού του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός, η μήτηρ του,
και αυτός έκτοτε το είχε ξεχάσει. Είπεν: “Ας πάγη, η φτωχή, να ζήση με
τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!”
Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ'
εφάνη ήρως εις τον έρωτά του — έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και
φιλανθρωπίας."
Οι πιτσιρικάδες, μείνανε με το στόμα ανοιχτό, σταματήσανε να τρώνε και να πίνουν, και ρωτήσανε: έχει κι άλλο τέτοιο παραμύθι μαμά;
Εκείνη την ώρα το σπουδαίο για μένα ήταν που τα μωρά μου αγαπήσανε τον γέροντα Παπαδιαμάντη και θέλανε να τον ξανακούσουν να λέει και άλλα "παραμύθια"!
Αλλά μου διέφυγε κάτι άλλο σημαντικότερο: Πως ο γέροντας Παπαδιαμάντης μας διδάσκει και μέσα από τον ενδοιασμό που γεννήθηκε στην καρδιά του ήρωα, από την νοερά οπτασία της οδυρομένης μάνας του, που θρηνούσε για το κακό που ετοιμαζότανε αυτός, το παιδί της, να κάμει, και από το πως τραβούσε τα μαλλιά της, προσπαθώντας με τον σπαρακτικό τρόπο της να τον συγκρατήσει, να μην του επιτρέψει -με την στάση της- να πραγματοποιήσει το κακό που σχεδίαζε.
Σήμερα γνωρίζω, πως είναι αναγκαίο να εκφράζει την αποθάρρυνσή του ο γονιός, στα κυοφορούμενα ατοπήματα των παιδιών του και μάλιστα είναι ευχής έργον να κάμει ώστε το παιδί να αποκτήσει την ικανότητα από μόνο του να ξεχωρίζει και να αποφεύγει το κακό και κάθε βίαιη, βλαπτική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Γιατί οι συμβουλές και οι παραινέσεις μας στο καλό, ισχύουν πολύ περισσότερο για την στιγμή που τα παιδιά μας δεν θα έχουν γονείς για να τα προφυλάσσουν και να τα συμβουλεύουν! Κι αυτό το μάθημα πρέπει να το έχουν μάθει καλά πριν χρειαστεί να το εφαρμόσουν!
Κι επειδή βρίσκω το θέμα εξόχως ενδιαφέρον, αλλά κι επειδή προσωπικώς δεν έχω να προσθέσω κάτι "από την σοφία και την πείρα μου", δεν διστάζω να προβώ σε μια εκ νέου "λαθροχειρία", για να ωφεληθούν εκτός από μένα κι όσοι φίλοι της Φιλαρέτης το επιθυμούν!
Αμέσως κατωτέρω, ολόκληρη η ομιλία, από την αρχή-αρχή μέχρι τέλους!
που δεν εσύχνασε σε σύναξη απεργαζομένων την ασέβεια
δεν εστάθηκε στο δρόμο της αμαρτίας
και δεν εκαταστάθηκε στο διευθυντήριο της διαφθοράς
(Μακάριος ο άνθρωπος που)
μονάχα στο λόγο του Κυρίου στάθηκε η επιθυμία του
και στην αδιάκοπη μελέτη του Νόμου Του.
Αυτός θα είναι, όπως το δέντρο, το φυτεμένο στην ροή των υδάτων
που καρπό θα δώσει στον καιρό του,
τα φύλλα του δεν θα χαθούν
κι όλα όσα κάνει θα ευδοκιμήσουν
Όχι όπως οι ασεβείς, όχι.
Αυτοί, όπως το χνούδι,
που άνεμος το παρασέρνει από το πρόσωπο της γής,
αυτοί, δεν θα αναστηθούν κατά την κρίση
ούτε οι αμαρτωλοί θα βρεθούν στην σύναξη των δικαίων
Γιατί γνωρίζει ο Κύριος το θέλημα των δικαίων
και τα σχέδια των ασεβών θα χαθούνε μαζί τους.
Γράφει ο Βασίλης Φουρτούνης για την έξοδο του Μεσολογγίου Η
Ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί ίσως την κορυφαία και την πιο
συγκινητική στιγμή του Αγώνα της Εθνικής μας παλιγγενεσίας. Η έξοδος
ήταν η κατάληξη ενός άνισου με όρους αριθμητικής σύγκρισης, αγώνα
μεταξύ αναρίθμητων Τούρκων και λιγοστών Ελλήνων και φιλελλήνων
υπερασπιστών της ιερής πόλης του Μεσολογγίου.
Η
θυσία του Μεσολογγίου που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά,
προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε
τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους
άνδρες της φρουράς και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά
σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα
παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής οι φλόγες του Μεσολογγίου και η
συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών
και τους ξεσήκωσαν σε μία αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση
ψυχικής αντοχής.
Οι
φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις
καρδιές των πολιτισμένων και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία
για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Το ιστορικό
"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με
την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά
Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές.
Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον
"Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα. Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει
οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη
κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι
πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι
αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά
τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή
του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους
Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας
εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά
35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η
δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική
έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας:
Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της
πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση
μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή
στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική
νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό
στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο
αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και
πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου
ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο
Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε
την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.
2η Φάση της πολιορκίας: Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο
Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες),
αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους
πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε
στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις
επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας,
προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την
Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι
μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια
του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε
αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς
χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το
Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην
καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο
Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των
ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της
πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με
συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν
την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της
πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από
την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για
τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν
άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν,
ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και
της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του
Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι
απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες
στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.
Από
τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να
γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς
τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και
κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16
Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη
θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους
οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους.
Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το
Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον
αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε
άλλη λύση από την έξοδο.
Για
τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο
οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν
και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την
οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς
την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του
στρατοπέδου της Δερβέκιστας
να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να
σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην
πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη
δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και
τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν
πολεμώντας.
Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου
καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις
προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η
ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη
Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από
την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως
προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά
κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν'
όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά
τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να
αναχαιτίσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε
πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικόπαιδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!"
και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν
φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και
προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν
δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η
άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη.
Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα
και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον
αόρατο εχθρό.
Είχε
αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί
επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο
ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο
1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου.
Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή
τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη
ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και
των αγωνιστών της.
Η
θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά,
προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε
τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους
άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου.
Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα
παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου
θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια
αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. ΠΗΓΗ