Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Στη Γιορτή της Μητέρας: Παιδιά μου...τώρα που ανοίγετε φτερά....


Image result for εικόνες μητέρα 

Μικρά μικρά στην αγκαλιά μας για να περπατήσετε, μικρά μικρά για να αφουγκραστείτε τον κόσμο, ήρθε, όπως φαίνεται, για τα καλά,  η ώρα να συγκεραστείτε μ' αυτόν. Να μάθετε, να ζυμωθείτε στις αντιθέσεις του, να βάλετε τα δικά σας σημάδια. Να φτιάξετε τους δικούς σας πύργους, να τους κατεδαφίσετε, να τους ξαναφτιάξετε, να διορθώσετε τις άστοχες ιδέες σας, να καταλήξετε στα δικά σας συμπεράσματα.

Για πότε γίνανε όλα αυτά! Τα χρόνια, το ένα πίσω από το άλλο, με τις επιτακτικές ανάγκες της καθημερινότητας, της ζωής, της δικής μας και των άλλων, όσων χρεωθήκαμε να διακονούμε, στιγμή δεν μ' αφήσανε να νοιώσω τα διαφορετικά στάδια. Πάντα σας είχα για τα μωρά μου. Kαι κάποια στιγμή, απότομα, κατάλαβα πως δεν μπορώ πια, δεν πρέπει, να παρεμβαίνω στις καθημερινές επιλογές σας, και πως έπρεπε να βρείτε τον δρόμο σας μέσα από τα λάθη σας και τις συνέπειές τους στην ζωή σας. Μέσα από τις ευθύνες σας. Μα τώρα πιά, ζείτε μακριά μου, κι έχετε μόνοι σας  την ευθύνη και το φορτίο της ζωής σας. Των επιλογών και των λαθών σας.

Και κάθομαι τώρα εδώ, μονάχη, κι αναπολώ, τότε, που συγκλήρωσα τη ζωή μου με τον πατέρα σας, που αποφασίσαμε,  άβγαλτοι κι ανεπάγγελτοι να στήσουμε το σπιτικό μας και να χτίσουμε τον κόσμο μας.

Σ' ετούτο στάθηκε μεγάλη βοήθεια η οικογενειακή μας παράδοση. Μας όπλισε γενναία, μ' εκείνη την (άμεση) γνώση της υπομονής, της επιμονής και της πίστης σ' εκείνο που θέλαμε. Όλα αυτά δηλ. που είχαμε ιδεί να στοιχειώνουν την ζωή που κάνανε τα γονικά μας. Γιατί στα χρόνια εκείνα, τα μεταπολεμικά, οι άνθρωποι -οι γονιοί μας- ζούσανε δύσκολα. Με κόπο συνάζανε τον επιούσιο. [Χωρίς να μετράμε και τις συμφορές, τις θεομηνίες και τις καταστροφές των προσπαθειών τους, που είχαν να αντιμετωπίσουν]. Κι ετούτο μονάχα, είχανε να μας διδάξουν. Τον προσωπικό τους αγώνα, την πατροπαράδοτη πίστη, και την ακοίμητη ευθύνη του καθενός να συμβάλει, ταιριαστά με τις συνθήκες, κι όχι κατά πώς θέλει την κάθε ώρα. Ετούτο είναι το κρίσιμο. Να ταιριάξεις τις επιθυμίες με τις ανάγκες, με τους στόχους και κυρίως να πορεύεσαι με αξίες παντοτινές.

Καθώς τα ξέρετε, άλλο δεν κάναμε από το χρέος, -παρά και - με όλα μας τα λάθη. Κι όσο κι αν η μόρφωση που πήραμε, μας έκανε να σκεφτόμαστε την σύγχρονή μας εποχή, πράγμα που μας διευκόλυνε αλλά και μας δυσκόλεψε, εκείνο που μας βοήθησε περισσότερο ήταν η γονική μας παρακαταθήκη. Κι είναι -εκ των υστέρων- χαρά και τιμή μας που -κι εμείς- σας μεταδώσαμε την δική μας παρακαταθήκη, γιατί σας είχαμε μέσα στη ζωή μας κάθε μέρα.

Αυτή είναι η ζωή: ένα μονοπάτι, που πρώτα το διαβήκαν άλλοι. Οι επόμενοι, μπορούνε μόνο να ξανοίξουνε τον δρόμο, αλλά όχι χωρίς την προηγούμενη εμπειρία και το παράδειγμα. Κανείς δεν "φτιάχνει μια ζωή" από το τίποτα. Πρέπει να "ζυμώσει" όπως έμαθε, όπως είδε, για να μπορεί να βελτιώσει, να ονειρευτεί, να αλλάξει, να δημιουργήσει το νέο. Η ιστορική εμπειρία (η εμπειρία του ανθρώπου που αποκτήθηκε μέσα στον χρόνο)  δεν είναι χωρίς νόημα.  Αυτό είναι ο πολιτισμός του ανθρώπου. Και γι' αυτό, πολιτισμό δημιουργεί -και διατηρεί- μόνο ο άνθρωπος, κι όχι οι σκύλοι και οι γάιδαροι.

Τώρα λοιπόν, που η ζωή, σας έχει στο προσκήνιο, να αναλάβετε ρόλους και αποστολές, είστε σ' εκείνη την ώρα που ζυγιάζετε τους ώμους σας. Μετράτε τις ανάσες, για να σηκώσετε το φορτίο που θα χαρακτηρίσει τον αγώνα σας.

Είναι περίεργη ώρα. Και σκέφτομαι για τον καθένα σας:

Ακόμη δεν ξέρεις τις δυνάμεις σου όλες. Ακόμη δεν έχεις θέσει όλους τους στόχους σου. Ακόμη δεν γνωρίζεις καλά-καλά τις αντοχές και τις αντιστάσεις σου. Όμως ένα πράγμα θα πρέπει να ξέρεις: Τί δεν πρέπει να κάνεις, ποτέ! Θα πρέπει να ξέρεις τα μεγάλα ναι και τα μεγάλα όχι! Εκείνα που, κοιτάζοντας την ζωή μας από το τέλος της,  θα πρέπει, αδιαλείπτως, να τα έχουμε τιμήσει όπως αρμόζει! Γιατί αυτά μας ορίζουν, μας ενώνουν, μας συνεχίζουν, μας επιβεβαιώνουν, μας διατηρούν, μας διακρίνουν και μας φωτίζουν. Αυτά μας προσδιορίζουν.

Και, ζυγίζοντας το αύριο, που προκλητικά σε προσκαλεί, να θυμάσαι, πως τώρα, εσύ θα αρχίσεις να βάζεις τους κανόνες για να ζήσεις υπεύθυνα, έντιμα και δημιουργικά την ζωή σου.

Ο χαρακτήρας μας πρέπει να είναι αρωγός, σε μια δημιουργική πορεία, κι όχι υπηρέτης αλλοτρίων πλάνων, σε βάρος της δημιουγικότητας και της ελευθερίας μας. Οι σχέσεις μας με τους οικείους, τους συνεργάτες και τους νέους φίλους που μπαίνουνε στην ζωή μας, πρέπει να στηρίζονται στην αμοιβαιότητα, τον σεβασμό, την ελευθερία, την αγάπη και την εμπιστοσύνη. Δεν μιλάω για δικαιοσύνη, γιατί είναι ευνόητο, ότι όπου υπάρχει αγάπη, υπάρχει και δικαιοσύνη και γιατί δεν μπορείς να αδικείς κάποιον που αγαπάς, ούτε να του στερείς αυτούς που αγαπάει..

Και σαν αναλάβεις παιδί μου, μια θέση ευθύνης και υποχρεώσεων, να μην ξεχνάς να τιμάς αυτούς που εμπιστεύονται την εργατικότητα και τις επαγγελματικές σου ικανότητες. Να μην ξεχνάς πως σε αμείβουν γι' αυτό,  ή -ακόμη περισσότερο- σου αναθέτουν ευθύνες,  με χρηματοδότηση για ανάπτυξη και πρόοδο. Αυτό δεν γίνεται για να καλοπερνάς αμέριμνος, αλλά για να αποδίδεις δημιουργικά, με τιμή και παραγωγικά,  την εμπιστοσύνη που σου δίνουν και σου δείχνουν, έτσι, που το έργο σου, να αποτελεί και για σένα τιμή.

Πρέπει να προσέχεις  τον τρόπο που θα στέκεσαι, θα φέρεσαι και θα συμπεριφέρεσαι στον χώρο της δουλειάς, τόσο πολύ, όσο και στην προσωπική σου ζωή. Γιατί η προσωπική μας ζωή, δεν είναι παιχνίδι, είναι το όχημα που θα "φέρει" τις άλλες όψεις της ζωής μας.

Να μην ξεχνάς, πως η προσωπική μας ζωή, στηρίζει ή όχι, αυτές τις άλλες όψεις της ζωής μας. Τις υποστηρίζει ή -αθέατα- τις τορπιλίζει. Ό,τι ζητάμε από τον σύντροφό μας για τον εαυτό μας, εννοείται πως είμεθα διατεθειμένοι να του το αποδώσουμε κι εμείς.  Ο άλλος δεν είναι- μόνο- το αποκούμπι μας και η νταντά μας. Ούτε ο αφέντης και ο κηδεμόνας μας, που θα διαχειρίζεται τον χρόνο και την διάθεσή μας. Αλλιώς, οι σχέσεις πάσχουν από αυταρχικότητα, χειριστικότητα, κλπ. και οι συναινετικοί ή ήπιοι χαρακτήρες μπλέκουν σε υποχωρήσεις ανεξέλεγκτες, που σιγά-σιγά γίνονται βαρετές και -τελικά- ανυπόφορες.

Το σπουδαιότερο είναι η συμπόρευση. Κι όχι η φόρτωση του ενός πάνω στον άλλο, ή η απομύζηση της δημιουργικότητας και της ελευθερίας του ενός από τον άλλο.  Είναι σημαντική η δημιουργική αυτοδυναμία ελεύθερων και υπεύθυνων προσώπων. Συμπλέγματα, λούφα, έμμονοι φόβοι κι ενδοιασμοί, υποψίες ή προκαταλήψεις δεν δημιουργούνε προοπτικές για μια ζωή ελεύθερη, δημιουργική και αρμονική.

Ως μητέρα, αγωνιώ για το μέλλον των παιδιών, των δικών μου, κι όλου του κόσμου, και θέλω το καλύτερο γι' αυτά. Κι αν καμμιά φορά, μέσα από την αναπόληση, την αναδρομή και τον απολογισμό μου ξεστρατίζω στις συμβουλές, αυτό γίνεται από την λαχτάρα μου για να αποφευχθούν τα λάθη, που εντελώς ανυποψίαστοι, αν και καλόπιστα κάναμε εμείς οι παλαιότεροι.

Για τα λάθη από αδιαφορία, υστεροβουλία ή επιπολαιότητα, τώρα πια ξέρουμε, γιατί μετρήσαμε πληγές, που δεν θέλουμε να τις έχουν κι άλλοι, όποιοι και νά 'ναι αυτοί. Πολύ περισσότερο τα παιδιά μας.

Στην γιορτή της μητέρας, μία είναι η ευχή: Να αξιωθούμε να δούμε, πως τα παιδιά μας ζούνε την ζωή τους δημιουργικά και ευλογημένα, ελεύθερα, υπεύθυνα, συνειδητά, με ήθος, με ευγένεια ψυχής, με αγάπη και αμοιβαίο σεβασμό, μαζί με τον άνθρωπο που συντροφεύει την πορεία τους στο μέλλον. Για τα άλλα, θα φροντίσει ο Κύριος της ζωής.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

9η του Μάη 1945: Η μέρα της νίκης κατά του ναζισμού



Image result for εικόνες γερανοί πουλιάΘα έλεγε κανείς, πως η 9η Μαίου είναι -για ολόκληρη την ανθρωπότητα- μια μεγάλη μέρα, γιατί το 1945, αυτήν την μέρα, σηματοδοτήθηκε η ήττα του ναζισμού, αφού  9 Μαΐου του 1945 ήταν, όταν υπογράφηκε η Πράξη παράδοσης της Γερμανίας και έτσι σηματοδοτήθηκε το τέλος του Μεγάλου Πολέμου (Β’ Παγκοσμίου Πολέμου).


« Η 9η Μαΐου ενώνει όλες τις γενιές με μια ιστορία ανδρείας» είπε ο Ρώσος πρόεδρος Β. Πούτιν, υπογραμμίζοντας ότι «η κάθε οικογένεια έχει τους δικούς της ήρωες, που τους έχουμε στην καρδιά μας και οι οποίοι είναι μαζί μας μέσα από τις γραμμές της «Αθάνατης Στρατιάς».

Η δράση – πορεία «Αθάνατη Στρατιά» που πραγματοποιείται για έβδομη συνεχή χρονιά εφέτος είναι μια συμβολική πορεία, στην οποία όσοι συμμετέχουν κρατούν τις φωτογραφίες των συγγενών τους που βρέθηκαν στα πολεμικά μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εφέτος στην εκδήλωση – πορεία της «Αθάνατης Στρατιάς» στην Μόσχα συμμετείχαν περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Ωστόσο η δράση της «Αθάνατης Στρατιάς» δεν περιορίζεται μόνο στην πορεία που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις 9 Μαΐου.

Στην Ελλάδα, την εκδήλωση αυτή επεσκίασε η παρουσία του Πρίγκηπα Καρόλου και της συζύγου του, για τους οποίους μάθαμε τόσα πολλά (ολοσχερώς άχρηστα για την ζωή μας), χωρίς να ακούσουμε το παραμικρό για την εν λόγω εκδήλωση.

Παράλληλα, την εκδήλωση μνήμης του αγώνα ενάντια στον ναζισμό και στον φασισμό, που οργάνωσε το Ρωσικό Πολιτιστικό Κέντρο, πλαισίωσε πολύς κόσμος κρατώντας -κατά τα ειωθότα-φωτογραφίες των πεσόντων στον πόλεμο αυτόν.  Καθένας από τους παρισταμένους στην τελετή μνήμης, είχε και κάποιον αγαπημένο που θυσιάστηκε σε αυτόν τον πόλεμο για την ελευθερία. 

Στην πρόσκληση διαβάζω:

"Μετά την πορεία του Αθάνατου τάγματος, το οποίο καταλήγει στην πλατεία μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο, σας προσκαλούμε όλους σε μια μεγάλη εορταστική συναυλία, αφιερωμένη στη Μεγάλη Νίκη κατά των φασιστών. Η συναυλία θα ξεκινήσει στις 20:30 μπροστά από το Ζάππειο Μέγαρο.

Το πρόγραμμα της συναυλίας περιλαμβάνει αγαπημένα Σοβιετικά πολεμικά τραγούδια και γνωστές συνθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη – αφιερωμένες στο Aντιστασιακό Kίνημα της Ελλάδας και στην απελευθέρωση από την κατοχή κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε εκτέλεση της καταπληκτικής Μπάντας της Πολεμικής Αεροπορίας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας Ελλάδας υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Αλέξανδρου Λιτσαρδόπουλου και Χορωδίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Οικονόμου και της Αθανασίας Κυριακίδου. Σολίστ: Ευδοκία Μωϋσίδου (σοπράνο), Ελένα Ουσμάνοβα (σοπράνο), Χρήστος Δεληζώνας (τενόρος). Παρουσιαστές: Αλέξης Κωστάλας και Ταμίλα Κουλίεβα.

Μετά τη συναυλία ο ουρανός θα φωτιστεί με πυροτεχνήματα.
Η είσοδος σε όλες τις εκδηλώσεις είναι ελεύθερη".


Για την παρέλαση, στην Αθήνα, στη μνήμη της Αθάνατης Στρατιάς, δείτε εδώ.

Εκείνο το βράδυ, τραγουδήθηκε και το πολύ παραστατικό  τραγούδι "Οι γερανοί", ένα Ρώσικο δημοτικό τραγούδι . Στους στίχους του (απόδοση στην Ελληνική από τον Γιάννη Ρίτσο) φαίνεται, σαν να προσμένουμε κι εμείς, μια πανηγυρική -τελικά-  αντάμωση με τις ψυχές των μαχητών που τότε πέσανε, υπερασπιζόμενοι την ζωή και την ελευθερία όλων μας. Εδώ, οι στίχοι του τραγουδιού:

"Στιγμές στιγμές θαρρώ πως οι στρατιώτες
που πέσανε στη ματωμένη γη
δεν κείτονται, θαρρώ, κάτω απ’ το χώμα
αλλά έχουν γίνει άσπροι γερανοί.

Πετούν και μας καλούν
με τις κραυγές τους
απ’ τους καιρούς αυτούς τους μακρινούς
κι ίσως γι’ αυτό πολλές φορές σιωπώντας
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς.

Πετάει ψηλά το κουρασμένο σμάρι
στης δύσης τη θαμπή φεγγοβολή
και βλέπω ένα κενό στη φάλαγγά του
και είναι ίσως η δική μου η θέση αυτή.

Θα ’ρθεί μια μέρα που μ’ αυτό το σμάρι
στο μέγα θάμπος θα πετώ κι εγώ
σαν γερανός καλώντας απ’ τα ουράνια
όλους εσάς που έχω αφήσει εδώ".

Ετούτο το τραγούδι, μοιάζει με προσκλητήριο επαγρύπνησης ενάντια σε κάθε αυθαίρετη και αλαζονική απειλή κατά της ζωής και της ελευθερίας όλων μας. Ενάντια σε κάθε απειλή των ισχυρών του κόσμου που ενοχλούνται από την ουσία και τον τρόπο της ύπαρξής μας.

Η μνήμη αυτής της νίκης, πρέπει να μείνει άσβεστη στην ψυχή όλων των ανθρώπων των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι θέμα παιδείας των λαών και καλλιέργειας κάθε ψυχής, ασχέτως εθνικότητας, θρησκείας, καταγωγής ή ιδεολογίας. Γιατί; Μα, για να μην επιτρέψουμε, ποτέ, σε κανέναν, ξανά, να διανοηθεί πως θα μπορούσε να κατατάξει τους ανθρώπους σε διάφορες κατηγορίες και να εξαφανίσει, με οποιοδήποτε τρόπο, όποιους δεν τους βρίσκει του γούστου του.

Καταλαβαίνω, λοιπόν, την ρωσίδα την Σβέτα, που είναι θυμωμένη με την (ελληνική) δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση [επειδή (ασχολήθηκε με τον πρίγκηπα και) διέγραψε από το πρόγραμμά της, την μνήμη της νίκης κατά του ναζισμού]. Ισχυρίζεται, μάλιστα, πως αν οι δυτικές κοινωνίες δεν θέλουν να θυμούνται τα εγκλήματα που έκαναν οι κομμουνιστές -για την πέραση της πολιτικής τους-, έχουνε δίκιο. Αλλά, αυτό (η μνήμη της ημέρας της νίκης) είναι άλλο πράγμα. Πάντα, οι πολιτικοί -και όχι μόνο οι κομμουνιστές-, κάνουνε εγκλήματα για τις πολιτικές τους, και μέσα και έξω από την ΄χωρα τους. Όλοι οι πολιτικοί, σε όλον τον κόσμο. Όμως, μόνο η Σοβιετική Ένωση  (των 300 εκατομμυρίων) έδωσε 27 εκατομμύρια από τον πληθυσμό της, στον πόλεμο κατά του ναζισμού και του φασισμού. [Ποσοστό περίπου 10% του πληθυσμού της. Όσο και η Ελλάδα!] 

Και γι' αυτό η Ρωσία, σήμερα, δεν θέλει να ξεχάσει πόσο ακριβά -σε ανθρώπινες ζωές- πλήρωσε την αντιμετώπιση του ναζισμού. Γιατί όποιος ξεχνάει τους εχθρούς του, δεν θα τους αναγνωρίσει σαν παρουσιαστούν με την προβιά του αμνού.





Στο θυμό της η Σβέτα, εξεγείρεται: "Οι πολιτικές διαφορές μπορεί να οδηγούν σε αγεφύρωτες διαφωνίες και μπορεί να μην μιλάμε ποτέ μεταξύ μας, από έχθρα. Αλλά, η διαφωνία που είχε ο ναζισμός με τον κόσμο, δεν ήτανε πολιτική, δεν ήτανε διαφορά χαρακτήρων και αξιών. Ήτανε κατακόρυφη υπαρξιακή-οντολογική διαφορά. Οι επίδοξοι κοσμοκράτορες θεωρούσαν πως κάποιες φυλές, είναι κατώτερες και δεν ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές που αυτοί όριζαν για τον ανθρώπινο τύπο. Και βάλθηκαν να κάνουν γενική εκκαθάριση! Όσους δεν ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές αυτές, τους πήγαν για ... ανακύκλωση"!

Εσείς, τί λέτε;

Δείτε ρεπορτάζ -για τον εορτασμό- εδώ:
1. http://www.amna.gr/macedonia/article/255634/Poreia-tou-Athanatou-Tagmatos-gia-tin-epeteio-tis-nikis-sto-nazismo

2. http://veteranos.gr/athanati-stratia-stin-kokkini-platia-epidixi-oplikon-systimaton-apo-ton-poutin-foto-video/

3. http://www.tovima.gr/world/article/?aid=975780

κλπ. 

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

O Δάσκαλος Γεώργιος Μπόνος

Τον γνώρισα, κοντά πενήντα χρόνια πριν, σαν ήρθε στο πατρικό μου, μαζί με τον επ' αδελφή γαμπρό του, τον μπάρμπα Γιώργη τον Χατζάρα, για να ζητήσουνε σε γάμο την αδελφή μου, για τον γιό του μπάρμπα-Γιώργη.

Με την πρώτη ματιά, σαγηνεύτηκα  από τον τρόπο του. Και στα χρόνια που ακολούθησαν, σαν γίναμε πια, μια -εξ αγχιστείας- οικογένεια, γνωριστήκαμε καλύτερα. Όσο γίνεται.

Μα καθώς, η ζωή, μας καλούσε σε διάφορα μέρη, και με άλλους ανθρώπους, δεν βλεπόμαστε συχνά. Όμως, η εντύπωση που μου είχε κάνει εκείνο το φθινοπωριάτικο βράδυ, άσβηστη μένει στην καρδιά μου. Γιατί ο άνθρωπος ετούτος ήτανε όλος μια διδαχή! Ο τρόπος που στεκόταν, ο τρόπος που μιλούσε, η ικανότητά του να μιλάει με όλους και να γίνεται σεβαστός και ακουστός από όλους, είχε κάτι από μυστήριο, κάτι από μυστική ικανότητα.

Φαίνεται πως στη ζωή μου αγάπησα ξεχωριστά τους δασκάλους. Κάθε λογής. Κι όσο περισσότερο αυτοί σαρκώνανε το ιδεώδες της πηγής, για γνώση, για ήθος και ύφος, για στάση ζωής, τόσο πιο πολύ με σαγήνευαν και καταχωρούνταν στην καρδιά μου, μετά των αρίστων. Μαζί με εκείνους που πέρα από την αξία τους για τον εαυτό τους, εύρισκα την αξία τους διάχυτη στο έργο τους και στην κοινωνία.

Και πέρασαν τόσα πολλά χρόνια από τότε, που ο σαραντάρης δάσκαλος, συνταξιοδοτήθηκε. Αλλά, όπως σωστά το είχα νοιώσει, ετούτος ο άνθρωπος, πάντοτε εξέπεμπε και ποτέ δεν ησύχαζε. Είχε, φαίνεται,  ερωτήματα ανοιχτά και δοσοληψίες με την αυτογνωσία -την προσωπική και την εθνική-, που δεν τον άφηναν να ησυχάσει, να ηρεμήσει. Να καταπαύσει τα έργα και να "ξεκουραστεί".

Κι έτσι, καιρό τώρα, με τιμά με τα πονήματα της ψυχής του, που μαζί με την οικογένειά του, είναι οι χαρές της ζωής του.

Δεν ξεχνώ την αγάπη του, σαν μου αφιέρωσε το έργο του για τον εθνικό μας ποιητή. Κι αξιομνημόνευτη είναι και η τωρινή του αφιέρωση, που μου έκανε για το έργο του σχετικά με τους Ελευθερολάκωνες. Έργα και τα δυό, που απαίτησαν για πολύ χρόνο έρευνα και μελέτη. Και κυρίως μεγάλη αγάπη για το ζητούμενο.

Ο Δάσκαλος ετούτος, είναι ένα ακόμα μαργαριτάρι στο περιδέραιο των αξίων Δασκάλων. Αυτών των οδηγών της ζωής, που χωρίς αυτούς, ο άνθρωπος, αδίδακτος και άσοφος θα έμενε, μονάχα με τα παραδείγματα της οικογένειας που τον γέννησε και τον μεγάλωσε, στους στενούς της κόσμους και στα περιορισμένα της μέτρα.

Αχ! Δάσκαλε Μπόνε! Αν η λέξη Bonus θα πεί καλός, θα πεί αγαθός και ωραίος, θα πεί δώρο, εσύ είσαι -για όλους όσους σε γνωρίζουμε και ζήσαμε έστω και  λίγο κοντά σου- δώρο Θεού,  Δάσκαλος, αγαθός και ωραίος άνθρωπος!

Στη γιορτή σου, έστω και τόσο παράκαιρα, ας είναι τούτη η ευχαριστία μου, και μια ευχή: Δάσκαλε, στο μετερίζι της ζωής, για τους ανθρώπους που αδίδακτοι έρχονται, να είσαι πάντα το παράδειγμα, και να μακροημερεύεις ευλογημένος, δημιουργικός και υγιής, με την οικογένειά σου και όλους τους αγαπημένους σου, κοντά σου.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η ιδιωτικών συμφερόντων δημόσια τηλεόρασή μας


thumbnail 

Ενοχλημένη βαθύτατα από τις εικόνες της δημόσιας τηλεόρασης, δεν μπορεί, παρά να συμπλεύσω με προτάσεις για την ουσιαστική αναβάθμισή της. Διαβάζω (εδώ), το αίτημα για να γίνει συνδρομητική η δημόσια τηλεόραση, αφού αυτό θα μπορούσε να είναι η ιδανική λύση ώστε να διαμορφωθεί ένα θεσμικό πλαίσιο που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Η σκέψη είναι ευρηματικότατη, και, θα έλεγα, σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, προ πολλού εφαρμοσμένη. Εννοείται,  σε μια Πολιτεία, όπου οι πολιτικοί δεν θεωρούν όχημα και φέουδό τους τον δημόσιο βίο ή τις δημόσιες υποδομές, τους θεσμούς και την προοπτική του λαού και της Χώρας. Και, σε μια Πολιτεία που όύτε οι πολίτες θεωρούν τον "εκλεκτό" τους πολιτικό, ως τον απο μηχανής θεό, που θα τους λύσει όλα τα προβλήματα λαθρο-μισθοδοσίας και υπο-απασχόλησης.

Είναι γεγονός: η κυβερνητική προπαγάνδα, ανέκαθεν, πάει κι έρχεται, λες κι εμείς οι τηλεθεατές, ζούμε σε άλλον πλανήτη. Μα τώρα έχει παραγίνει. Η εμφάνιση των κυβερνητικών στελεχών, και-κυρίως- των δημοσιογράφων που προβάλλουν τα κυβερνητικά πεπραγμένα ως την πανάκεια των τρεχόντων και την αποτροπή εμφανίσεως νέων προβλημάτων, ως μοναδική δυνατότητα αυτής της κυβέρνησης και όχι άλλης, μας φτάνει -δια της ακατάπαυστης επαναλήψεως- στην αναίμακτη και άνευρη λοβοτομή. Σαθροποιεί τον εγκέφαλό μας και παραλύει το νευρικό μας σύστημα, ώστε δια της ακρισίας και της αναισθησίας, να συναινούμε de facto στα τεκταινόμενα και στα ιδιοτελώς προσχεδιαζόμενα, μπας και ξανασυναινέσουμε, χύδην, στην εκ νέου ανάδειξη της ίδιας πολιτικής και εξουσίας.

Το θέμα ιδιωτικοποίησης της δημόσιας τηλεόρασης, είναι εξόχως ενδιαφέρον, αλλά, βλέπετε, το δημόσιο ταμείο, αποφασίζει να παίρνει από όλους αδιακρίτως και να δίνει σε ορισμένους, και ειδικά σε εκείνους που η κυβέρνηση ορίζει, δηλαδή, "στους δικούς της" ανθρώπους!

Οι κύριοι και οι κυρίες της δημόσιας τηλεόρασης, παρουσιαστές κλπ., δεν έχουνε το ήθος του ομιλούντος προς το κοινό, γι' αυτό τους βλέπετε να αλληλοκοιτάζονται και να λένε τις απόψεις (τις δικές τους και της εξουσίας-εντολέως) τους, κι όχι τις ειδήσεις.  Χωρίς, ασφαλώς, να είναι αμελητέο το σύνηθες: να μετατρέπουνε σε ειδήσεις, γεγονότα αδιάφορα με την πολιτική επικαιρότητα, αλλά, σχετικά μόνο με την πολιτικο-κομματική προπαγάνδα της κυβέρνησης. Ή να εξαντλούνται στο εγχώριο αστυνομικό δελτίο και στις γαργαλιστικές ιστορίες των φανταχτερών της αλλοδαπής και να παραβλέπουν τα σημαντικά ζητήματα που αφορούν τον κόσμο και πλανήτη ολόκληρο.


Και μερικοί αμέριμνοι και χαρούμενοι σαν παιδιά, χωρ'ίς ντροπή, μας πλασσάρονται συστηματικά σαν πως "τρία πουλάκια κάθονται", την ώρα που επίκεινται οι μεγαλύτερες περικοπές της ζωής μας από καταβολής της πολιτικής στην ελλάδα.

Το πιο "ωραίο" της δημόσιας τηλεόρασής μας είναι η προώθηση του σεξουαλικού δόγματος.

Με τον Αντρέα, είχαμε για μια δεκαετ΄'ια (ή μήπως περισσότερο)ένα σεξολόγο, που -από τηλεοράσεως- μας έβαλε στον κόσμο της ακτάσχετης σεξουαλικότητας των υπερηλίκων, σαν να είχανε λύσει όλα τα σημαντικά προβλήματα! Στην πρώτη δεκαετία, ετοιμαστήκαμε για την επόμενη φάση: πέρα από το σεξ και την εξουσία, δεν υστερήσαμε στην άγρα οικονομημένων (ανδρών) ή ευσταλών (γυναικών) συζύγων. Και γεμίσαμε αταίριαστους "γάμους" και προκλητικά κι απροκάλυπτα ζευγαρώματα πολιτικών και πολιτικάντηδων, που η πολιτική, τους έδωσε τα οικονομικά μέσα για να παριστάνουνε τους σουκλτάνους και τους κροίσους, τους αζημίως δωρητές, ιδρυματούχους και μεγαλοκληρονόμους.

Ο γιος του Αντρέα, ο Γιωργάκης, μας απασχόλησε με τα ελαφρά ναρκωτικά, τις διεθνείς σοσιαλιστικές προεδρίες του, τις πρωτοβουλίες του, καστελλόριζά του, τα διαζύγιά του, τις γυμνάστριες κις μην παραλείψουμε την-με με την πρωθυπουργική του πρωτοβουλία- αχρείαστη υποταγή μας στο εξωτερικό δίκαιο με τους ακατονόμαστους και ανεξέλεγκτους υπερ-δανεισμούς. Και σήμερα ακόμη, έχει λόγο στην εκκολαπτόμενη νεοπασοκική μεταμ'ορφωση, που δεν θυμάμαι το όνομά της, κι απορώ που δεν έχει χαθεί από πολιτική ντροπή.

Σήμερα, από την ηλεόραση του ΣΥΡΙΖΑ μάθαμε για την ιστορία του σεξ και των διαστροφών. Τώρα, επίσης, ξεριζώνονται και 'όλα τα υπόλοιπα που χαρακτήριζαν (ακόμη) την κοινωνία μας, και μαζί με στρατευμένους "επιστήμονες", μας ωθούν να δεχτούμε πως η οικογένεια είναι αγαθό που μπορεί να το έχουνε όλοι::: ακόμη κι αυτοί που αρνούνται τον ρόλο του φύλου ως δημιουργού της οικογένειας. Κάτι σαν παιχνίδι να πούμε, που το ζητάει επιμόνως ο μικρός. Αφού, μάλιστα, το υπογράφουν οι ειδικοί, έτσι θα πρέπει να είναι (δείτε σχετικά εδώ).

Ασφαλώς, μπορούνε -δυνάμει- να το δημιουργήσουνε όλοι αυτό το αγαθό, αλλά όχι και να το "αγοράσουνε"! Δεν αγοράζονται οι θεσμοί!!!! Ή μήπως αγοράζονται;;; Ούτε δωρίζονται! Δεν κάνεις δώρο ένα παιδί! Αλλά, τί να λέμε..., το δίκαιο έχει πολλούς τύπους συμβάσεων, και κάποιον θα βρούν για να βολέψουν τα απίθανα. Ή στο τέλος-τέλος, θα επινοήσουν ένα καινούργιο τύπο συμβάσεως, βρε αδερφέ, δεν χάθηκε κι ο κόσμος!

Τελικά, η δικηγορία δεν είναι ο μόνος τρόπος υπε΄ρασπισης μιας αξίωσης. Γιατί ευάριθμοι επιστήμονες, τιτλούχοι διαφόρων ειδικοτήτων,  θασπεύσουν να υιοθετήσουν μια αξίωση μέρους πολιτών, αρκεί να την ασπάζονται ως πολιτικό αίτημα, ή να δέχονται να την υποστηρίξουν με την αυθεντία και το κύρος τους, συχνά μάλιστα, αζημίως...

Ένας ειδικός, ως σύμβουλος,, είναι σε θέση να βρεί, να επινοήσει και να καλοπαρουσιάσει το ο,τιδήποτε. Είναι θέμα marketing. Στην εποχή μας, μάλσιτα, το  marketing είναι ειδικότητα μεγάλου κύρους. Με τέτοια ικανότητα, -με ή χωρίς την αντίστοιχη περγαμηνή-, οι ειδικοί μπορούν κάθε αυθαίρετη και εξωπραγματική αξίωση, ακόμη κι αν είναι το μεγαλύτερο ψέμμα, να την προβάλουν ως δίκαιη, εύλογη, αζημία για τρίτους, λογική, νόμιμη και ηθική, καλώς τεθειμένη, αβλαβή για την κοινωνία, ωφέλιμη, δικαιωματική του πρεοσώπου, ακόμη και προοδευτική. Αρκούν γι' αυτό, μερικές υπογραφές των "ειδικών" (*) Ενώ, η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που εξέφρασαν την θέση τους για εθνικά μας ζητήματα απαξιώθηκε και λοιδορήθηκε. O tempora, o mores!

Τελικά, η δημόσια τηλεόρασή μας, είναι η εικόνα της πολιτικής στην χώρα μας.

Τώρα, περιμένουμε τον επόμενο διαχειριστή της δημόσιας τηλεόρασής μας. Τί άργε θα μας πεί ο επόμενος;

(*)
Εκείνο που βασανίζει το μυαλό μου, είναι αν η "επιστημοσύνη" με την οποία οι ειδικοί τοποθετούνται για ανθρώπινες (και μάλιστα για ψυχικές) καταστάσεις, τάσεις και εντάσεις είναι αντίστοιχη με εκείνη που απαιτείται όταν πρόκειται να αποφανθούμε για δοκιμές σε υλικά, για την αντοχή των υλικών, για τις ιδιότητες των υγρών και λοιπών μορφών της ύλης, για χημικές αντιδράσεις ή για φυσικά φαινόμενα. Και με προβληματίζει ετούτο το πράγμα, πολύ, γιατί η εσωτερική ζωή του ανθρώπου, σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο, τα φυσικά φαινόμενα ή τις χημικές διεργασίες, είναι αδύνατο να προβλεφθεί και να σταθμιστεί στο σύνολο των αντιδράσεων που μπορεί να παρουσιάσει και των επιδράσεων που μπορεί να δεχθεί!

Το πρόβλημα υπάρχει, νομίζω,  στην αρχική σύλληψη της έρευνας, δηλαδή στην μεθοδολογία της. διότι αν μοντελοποιούμε την φύση προκειμένου να την μελετήσουμε, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μοντελοποιήσουμε και τον ανθρώπινιο  ψυχισμό, προκειμένου να λάβουμε απαντήσεις στο ερώτημα της έρευνάς μας, σχετικά με κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, γενικότερα. Έτσι, για τον άνθρωπο, τελικά, στατιστικοποιούμε τις συμπεριφορές. Αλλά ο άνθρωπος ως πνευματική καθόλου ύπαρξη, δεν είναι νούμερο. Είναι ζώσα και αγωνιώσα ψυχή, κι αυτήν την ψυχή, δεν την καθρεφτίζει καμμιά στατιστική και κανένα νούμερο. Ίσως, μονάχα για μιά κάποια στιγμιαία αντίδραση ή συμπεριφορά της.

Μήπως, οι αθρόες θεωρίες και η κατευθυνόμενη διάχυση ειδικών "πληροφοριών" για τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές και τις προτιμήσεις τους, είναι έωλες και ιδιοτελέστατα υποβολιμαίες;θεωρούν όχημα και φέουδό τους τον δημόσιο βίο, ή τις δημόσιες υποδομές, τους θεσμούς και ... την προοπτική του λαού και της Χώρας. ...
Η ιδιωτικών συμφερόντων δημόσια τηλεόρασή μας Image result for εικόνες τηλεόραση Ενοχλημένη βαθύτατα από τις εικόνες της δημόσιας τηλεόρασης, δεν μπορεί, παρά να συμπλεύσω με προτάσεις για την ουσιαστική αναβάθμισή της. Διαβάζω (εδώ) το αίτημα για να γίνει συνδρομητική η δημόσια τηλεόραση, αφού αυτό θα μπορούσε να είναι ιδανική λύση ώστε να διαμορφωθεί ένα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Η σκέψη είναι ευρηματικότατη, και, θα έλεγα, σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, προ πολλού εφαρμοσμένη. Εννοείται, σε μια Πολιτεία, όπου οι πολιτικοί δεν θεωρούν όχημα και φέουδό τους τον δημόσιο βίο, ή τις δημόσιες υποδομές, τους θεσμούς και ... την προοπτική του λαού και της Χώρας. Και, σε μια Πολιτεία, που ούτε οι πολίτες θεωρούν τον "εκλεκτό" τους πολιτικό, ως τον από μηχανής θεό, που θα τους λύσει τα προβλήματα λαθρο-μισθοδοσίας και υπο-απασχόλησης. Είναι γεγονός: η κυβερνητική προπαγάνδα, ανέκαθεν, πάει κι έρχεται, λές κι εμείς οι τηλεθεατές ζούμε σε άλλον πλανήτη. Μα τώρα έχει παραγίνει. Η εμφάνιση των κυβερνητικών στελεχών και -κυρίως- των δημοσιογράφων που προβάλλουν τα κυβερνητικά πεπραγμένα ως την πανάκεια των τρεχόντων και την αποτροπή εμφανίσεως νέων προβλημάτων ως μοναδική δυνατότητα αυτής της κυβέρνησης κι όχι άλλης, μας φτάνει -δια της ακατάπαυστης επαναλήψεως- στην αναίμακτη και άνευρη λοβοτομή. Σαθροποιεί τον εγκέφαλό μας και παραλύει το νευρικό μας σύστημα, ώστε δια της ακρισίας κα...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.logiosermis.net/2018/04/blog-post_29.html#.WunluZdRW70
Η ιδιωτικών συμφερόντων δημόσια τηλεόρασή μας Image result for εικόνες τηλεόραση Ενοχλημένη βαθύτατα από τις εικόνες της δημόσιας τηλεόρασης, δεν μπορεί, παρά να συμπλεύσω με προτάσεις για την ουσιαστική αναβάθμισή της. Διαβάζω (εδώ) το αίτημα για να γίνει συνδρομητική η δημόσια τηλεόραση, αφού αυτό θα μπορούσε να είναι ιδανική λύση ώστε να διαμορφωθεί ένα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που θα απέκλειε οριστικά τον έλεγχο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Η σκέψη είναι ευρηματικότατη, και, θα έλεγα, σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, προ πολλού εφαρμοσμένη. Εννοείται, σε μια Πολιτεία, όπου οι πολιτικοί δεν θεωρούν όχημα και φέουδό τους τον δημόσιο βίο, ή τις δημόσιες υποδομές, τους θεσμούς και ... την προοπτική του λαού και της Χώρας. Και, σε μια Πολιτεία, που ούτε οι πολίτες θεωρούν τον "εκλεκτό" τους πολιτικό, ως τον από μηχανής θεό, που θα τους λύσει τα προβλήματα λαθρο-μισθοδοσίας και υπο-απασχόλησης. Είναι γεγονός: η κυβερνητική προπαγάνδα, ανέκαθεν, πάει κι έρχεται, λές κι εμείς οι τηλεθεατές ζούμε σε άλλον πλανήτη. Μα τώρα έχει παραγίνει. Η εμφάνιση των κυβερνητικών στελεχών και -κυρίως- των δημοσιογράφων που προβάλλουν τα κυβερνητικά πεπραγμένα ως την πανάκεια των τρεχόντων και την αποτροπή εμφανίσεως νέων προβλημάτων ως μοναδική δυνατότητα αυτής της κυβέρνησης κι όχι άλλης, μας φτάνει -δια της ακατάπαυστης επαναλήψεως- στην αναίμακτη και άνευρη λοβοτομή. Σαθροποιεί τον εγκέφαλό μας και παραλύει το νευρικό μας σύστημα, ώστε δια της ακρισίας κα...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.logiosermis.net/2018/04/blog-post_29.html#.WunluZdRW70

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Μνήμη "παράπλευρων απωλειών" ενός ακόμη πολιτικού αγώνα


Οκτώ χρόνια από την τραγωδία της Μarfin: Οι αδικαίωτοι νεκροί και οι ασύλληπτοι δολοφόνοι | in.gr

Διαβάζω (εδώ), το πολύ σημαντικό άρθρο της Όλγας Στέφου, με τίτλο "Οκτώ χρόνια από την τραγωδία της Μarfin: Οι αδικαίωτοι νεκροί και οι ασύλληπτοι δολοφόνοι", και χάριν της μνήμης των αδικοχαμένων ανθρώπων, που δόθηκαν θυσία σε πολιτικούς βωμούς, σας το μεταφέρω αυτούσιο:

"Οκτώ χρόνια, οι νεκροί της οδού Σταδίου μένουν αδικαίωτοι, οι δολοφόνοι τους παραμένουν ασύλληπτοι, η έρευνα είναι στο σκοτάδι, όποια κυβέρνηση κι αν πέρασε από τότε, όποια δικαστική εξουσία κι αν ανέλαβε να εξιχνιάσει την υπόθεση.

Συμπληρώνονται σήμερα 8 χρόνια από την τραγωδία της Μarfin, από το μεσημέρι της 5η Μαϊου του 2010 που έχασαν την ζωή τους  η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών (έγκυος 4 μηνών), ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών και η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών.

Οκτώ χρόνια, οι νεκροί της οδού Σταδίου μένουν αδικαίωτοι, οι δολοφόνοι τους παραμένουν ασύλληπτοι, η έρευνα είναι στο σκοτάδι, όποια κυβέρνηση κι αν πέρασε από τότε, όποια δικαστική εξουσία κι αν ανέλαβε να εξιχνιάσει την υπόθεση.

Το χρονικό

Την 5η Μαϊου του 2010 γινόταν ένα ιδιαίτερα μαζικό συλλαλητήριο στο κέντρο της Αθήνας ενάντια στα οικονομικά μέτρα για την υπογραφή δανειακής σύμβασης, που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Είχε προκηρυχθεί γενική απεργία από την ΓΣΣΕ και ο όγκος της κύριας διαδήλωσης υπολογίστηκε στις περίπου 150.000 κόσμου.
Η ειρηνική διαδήλωση διακόπηκε από επεισόδια στο ύψος της Κλαυθμώνος. Άγνωστοι με κουκούλες, πλαγίως του όγκου της πορείας, έριξαν βόμβες μολότοφ στο βιβλιοπωλείο Ιανός και στο κατάστημα της τράπεζας Marfin, το οποίο ήταν κλειδωμένο με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι που βρίσκονταν μέσα να μην μπορούν να διαφύγουν, ούτε και να ανέβουν στην ταράτσα που ήταν επίσης κλειδωμένη. Η τράπεζα τυλίχτηκε στις φλόγες, ενώ από την άλλη πλευρά της Σταδίου οι δυνάμεις των ΜΑΤ έριχναν δακρυγόνα.
Οι αναθυμιάσεις ανάγκασαν τους εργαζόμενους της τράπεζας να βγουν στα μικρά μπαλκόνια, χωρίς όμως να μπορούν να διαφύγουν από το κλειδωμένο κτίριο. Όταν εμφανίστηκαν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, ο κύριος όγκος της πορείας ανέβηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο της Σταδίου για να διευκολύνει την διέλευση, ενώ φώναζε κατά των κουκουλοφόρων προσπαθώντας να τους εμποδίσει, πράγμα που κατέστη αδύνατο λόγω της αποπνικτικής ατμόσφαιρας που δημιουργήθηκε από τους καπνούς και τα δακρυγόνα.
Οι διαδηλωτές κατάφεραν να μετακινηθούν προς το Σύνταγμα. Με παρέμβαση της Πυροσβεστικής η φωτιά έσβησε, αλλά ήταν αργά για τους τρεις εργαζόμενους, που ανασύρθηκαν νεκροί από ασφυξία.

Οι επόμενες ημέρες

Η Σταδίου μύριζε καμένο για πολύ καιρό έπειτα. Στο σημείο τοποθετούσαν κάθε μέρα λουλούδια για τους νεκρούς εργαζόμενους, ενώ ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι ευθυνών που αφορούσε συλλήβδην τον κόσμο του αντιεξουσιαστικού χώρου και της Αριστεράς.
Αυτομάτως εντάθηκε η καταστολή στα Εξάρχεια, ενώ αυξήθηκαν οι προσαγωγές γενικών «υπόπτων», χωρίς στοιχεία, που έμοιαζαν με τις περιγραφές των μαρτύρων: Ήταν άντρες και… φορούσαν μαύρα ρούχα.
Ο αντιεξουσιαστικός χώρος διαχώρισε την θέση του τις αμέσως επόμενες ημέρες, δημοσιεύοντας μία προκήρυξη ενάντια στην «εξουσία της βίας» και καταδικάζοντας το τραγικό συμβάν.

Η δίκη και οι καταδίκες

Η δικαστική διαδικασία κινήθηκε δύο ημέρες πριν από την πρώτη επέτειο του εμπρησμού της Marfin, όταν έφτασε στα χέρια της αστυνομίας μία… ανώνυμη επιστολή που κατονόμαζε τρεις ανθρώπου για τα γεγονότα της Κερατέας (Κεραταέα, όπως είχε γραφτεί) και ανέφερε ότι είναι υπεύθυνοι για τον εμπρησμό της τράπεζας. Η ίδια επιστολή αναφέρει τα ονόματά τους, τα στοιχεία των ταυτοτήτων τους, τα κινητά τους τηλέφωνα και τους αριθμούς κυκλοφορίας των οχημάτων τους.

Η αστυνομική έρευνα έχει κενά, αφού δεν έγινε καμία διαδικασία ελέγχου της επιστολής αναζητώντας τον αποστολέα μέσω δαχτυλικών αποτυπωμάτων κλπ. Ωστόσο, οι έρευνες κινήθηκαν για τον εντοπισμό των φερόμενων ως δραστών.

Σε μία απόπειρα να υπάρξουν ένοχοι, οδηγήθηκαν σε δίκες δύο άντρες. Ο Θεόδωρος Σίψας, 34 ετών, κατηγορήθηκε για  «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν αποπείρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας διά εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του».

Στο δικαστήριο δήλωσε πως «πήγα να βοηθήσω και τώρα με κατηγορούν για ένα έγκλημα που δεν έχω κάνει και μάλιστα τόσο βαρύ».

Ο δεύτερος, ο Παύλος Αντρέεβ, δήλωσε στο δικαστήριο ότι εύχεται πραγματικά να βρεθούν οι ένοχοι για τον εμπρησμό.

Οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ομόφωνα από την έδρα στην δίκη που ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016.

Ωστόσο, καταδικαστικές αποφάσεις υπήρξαν και αφορούσαν  στον διευθύνοντα σύμβουλος της Marfin, τον υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και τη διευθύντρια του καταστήματος για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, οι δύο πρώτοι 22 ετών και η διευθύντρια του καταστήματος πέντε ετών και ενός μήνα.

Όπως έγινε εκ των υστέρων γνωστό, οι υπάλληλοι βρίσκονταν στο κτίριο την ημέρα της απεργίας υπό τον φόβο της απόλυσής τους.

Οι συγγενείς των θυμάτων κινήθηκαν νομικά κατά της τράπεζας και πέτυχαν αποζημιώσεις ύψους 1,1 εκατ. ευρώ στους συγγενείς του ενός θύματος και  και 720.000 ευρώ στους υπαλλήλους που εγκλωβίστηκαν στο κτίριο.

Το αφήγημα στον πολιτικό λόγο

Η Marfin δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται ως αντεπιχείρημα στον δημόσιο λόγο. Ακολουθεί συνήθως καταγγελίες ενάντια στην αστυνομική βία ή, ακόμα, και την ίδια την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η οποία είχε χαρακτηριστεί από τον Αντώνη Σαμαρά ως «αντίστοιχη της Marfin».

Η ίδια η θεωρία της βίας που ξεκινάει από τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος χτίστηκε ακριβώς πάνω στην δολοφονική ενέργεια στην υπόθεση της Μarfin, με αποτέλεσμα στο έγκλημα να αποδοθούν έως και συλλογικές ευθύνες από μερίδα του πολιτικού κόσμου.

Η ουσία, όμως, είναι μία όποιοι κι αν είναι οι δολοφόνοι. Τρεις νέοι άνθρωποι σκοτώθηκαν στα γραφεία τους. Είτε επειδή η τράπεζα τους ανάγκασε να εργαστούν, είτε γιατί το ήθελαν. αυτό που έγινε και είναι απαράγραπτο, ήταν μια δολοφονική επίθεση από κουκουλοφόρους με μολότοφ «ειδικής κατασκευής».

Κι ότι αυτοί οι θρασύδειλοι δολοφόνοι κυκλοφορούν ανάμεσά τους."

Σημείωση: Η μνήμη των λαθών είναι αναγκαία, και η μνήμη των ανθρώπων που χάθηκαν άδικα, αποτελεί την απόδειξη των λαθών και των εγκλημάτων μας. Γιατί η κοινωνία, δηλαδή όλοι μαζί, και ο καθένας ξεχωριστά,  δεν πρέπει να ξεχνάει πως κάθε αναλγησία είναι και ένα έγκλημα, και πως κάθε ιδιοτέλεια δεν λογαριάζει την ζωή των άλλων.

 

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Μνήμη Χάρη Καρατζά


karantzas 

Στο γυρισμό μου από το τελευταίο μου ταξίδι βρήκα ένα φίλο λιγότερο. Ο Χάρης Καρατζάς, της Νομικής Βιβιλοθήκης, απροσδόκητα, μας άφησε χρόνους.

Μια τραγική απώλεια, ο θάνατός του, για τους φίλους του, για τον κόσμο των νομικών, και, ασφαλώς, για την οικογένειά του. Συναντηθήκαμε όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα ως νομικός, εκεί που η δημιουργία οικογένειας και η δικηγορία διχάζουν την επαγγελματία και μητέρα, γιατί η καθημερινή δικηγορία, σου αποστερεί την δυνατότητα να κρατάς στην αγκαλιά σου το μωρό σου. Εκεί, στην Νομική Βιβλιοθήκη του Χάρη Καρατζά, βρήκα αυτήν την ευκαιρία.

Συνεργαστήκαμε  ελεύθερα και αδέσμευτα, και πορευτήκαμε μαζί, κοντά, είκοσι χρόνια. Τότε, στο νούμερο 51 της οδού Μαυρομιχάλη, μου εμπιστεύτηκε την ευθύνη για την ανθολογία της νομολογίας σε πολλά θέματα. Κι έτσι μου χάρισε την ευκαιρία να διευρύνω τους νομικούς ορίζοντές μου και να εξοικειωθώ με την εφαρμογή των νόμων σε κάθε είδους διαφορά και κλάδο του δικαίου, μια και η συλλογή της νομολογίας προϋπέθετε την περιήγηση σε όλα τα νομικά περιοδικά και την παρακολούθηση του δικανικού συλλογισμού βήμα-βήμα. Ανεξόφλητη οφειλή η ευγνωμοσύνη μου, για τούτο.

Στις γενικότερες συζητήσεις που είχαμε σε κάθε μας συνάντηση, με την ευκαιρία της συνεργασίας μας,  έβλεπα έναν άνθρωπο που είχε την υπομονή, την πίστη και το όραμα για κάτι που υπερέβαινε μια ανθρώπινη ζωή. Πίστευε πως το εμπόριο είναι λειτούργημα που πρέπει να προσφέρει υπηρεσίες στην κοινωνία και πως οι λειτουργοί του εμπορίου πρέπει να έχουν αυτήν την συναίσθηση και το αντίστοιχο ήθος. Μου στάθηκε σαν προσωπικός και οικογενειακός φίλος, και διέθεσε τα μέσα και τις υπηρεσίες του για την βιβλιοδεσία εκατό αντιτύπων της πολυσέλιδης διδακτορικής διατριβής του συζύγου μου, την εποχή που για εμάς ήταν σημαντική και αναγκαία δαπάνη. Ετούτη η χειρονομία του Χάρη Καρατζά μου μένει αξέχαστη, και άσβεστη μνεία της έχει χαραχτεί στην διατριβή, ανάμεσα στις ευχαριστίες προς όλους τους άμεσους και έμμεσους συντελεστές.

Ο Χάρης Καρατζάς, εκτός από επιτυχημένος επιχειρηματίας, υπήρξε ένας άνθρωπος με όραμα για τον νομικό κλάδο και για τον (νομικό) κόσμο που εξυπηρετούσε με τις δραστηριότητές του, αλλά δεν δίστασε να περιλάβει στις εκδόσεις του -με την ίδια αγάπη- και άλλα έργα, των οποίων η επιλογή αποτελεί κόσμημα για τις επιχειρήσεις του.

Μα πέρα από το όραμα και το ήθος του ανδρός, κορώνα του, φάνταζε η ευγένεια των τρόπων του. Δεν υπήρχε τρόπος να αντισταθείς σ' εκείνην την ευγένεια, όσο διαφορετική κι αν ήταν η γνώμη σου, όσο δίκιο κι αν είχες. Δεν υπήρχε τρόπος. Γιατί ήταν καταλυτική. Ήταν η αλήθεια του προσώπου του. Και δεν την έχασε ποτέ.

Είμαι σίγουρη. Πως και τώρα που θα βρεθεί μπροστά στον Υπέρτατο Κριτή, ούτε Εκείνος θα τού 'βρει ψεγάδι και θα του χαρίσει την Βασιλεία των Ουρανών, όπως του χάρισε και πλήρωση του επίγειου οράματός του: Την Νομική Βιβλιοθήκη, ένα σταθμό στις σύγχρονες νομικές εκδόσεις και στην ψηφιακή νομική ενημέρωση και διαμεσολάβηση.

Στην σύζυγό του, Σοφία, την αδιαλείπτως παρούσα στο δρόμο του έργου του και της ζωής του, και στα παιδιά του, τον Αντώνη και την Λίλα, που τα γνώρισα μικρά παιδιά, εύχομαι, να παρηγορηθούν από το φώς της ψυχής του και του λαμπρού επιχειρηματικού οράματος, που όλοι μαζί το σαρκώσανε. Και τούτο λαμπερώτερο να γίνεται, καθώς αξιώτερος διαδέχεται τον άξιο.  Κι ακόμη η  ευγένεια, που ήταν το έμβλημα του Χάρη Καρατζά, να μην σταματήσει ποτέ να ακτινοβολεί  στην Νομική Βιβλιοθήκη του μέλλοντος.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Α. Παπαδιαμάντη: Λαμπριάτικος Ψάλτης (4)

Image result for εικόνες ψαλτών

Μακριά από την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πόλεις,  στα μικρά μέρη της περιφέρειας, ακόμη και σήμερα, δεν στελεχώνονται όλοι οι ναοί με ιερείς και ψάλτες, και συχνά υπάρχουν χωριά που δεν έχουν τον τρόπο να ευλογηθούν. 

Έτσι, αναγκάζονται οι υπάρχοντες ιερείς να ιερουργούν σε περισσότερες από μία εκκλησιές και να συντρέχουν ως ψάλτες οικειοθελώς διάφοροι ερασιτέχνες, με τις γνωστές ή τις αναμενόμενες δυσχέρειες και αταξίες. Ας μη λογαριάσουμε τα παρεκκλήσια και τα ξωκκλήσια.

Σε μια τέτοια περίπτωση αναφέρεται το διήγημα του Α. Παπαδιαμάντη "Λαμπριάτικος Ψάλτης", στα έθιμα της Πασχαλιάς, αλλά  και στον κοινό εορτασμό που ακολούθησε, όπου ο συγγραφέας μας περιγράφει τα ευτράπελα, και μαζί αποτυπώνει γλαφυρά το κοινωνικό  κλίμα της εποχής και της περιοχής.

Μέρος δ΄

"Ἀλλ᾽ ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος εἶναι ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ δήμου Λίτης, τοῦ χωρίου Ἀν…, ὅστις ὑπεσχέθη, ὡς εἶχε πάντοτε συνήθειαν εὐκόλως νὰ ὑπόσχεται (εἰς τὴν ἀρετὴν δὲ ταύτην ἴσως ὤφειλε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς τὰ πολιτικά· διότι ἐνῷ ὁ α΄ καὶ ὁ β΄ πάρεδρος εἰς πᾶσαν ἐκλογήν, ἐμάχοντο πάντοτε περὶ τῆς πρώτης τάξεως πρὸς ἀλλήλους, αὐτός, μετριόφρων καὶ χωρὶς κεράσματα, ἐξελέγετο ἀσφαλῶς τρίτος ἑκάστοτε, μὴ ὑπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστοῦ), ὑπεσχέθη, λέγω, νὰ ὑπάγῃ νὰ συλλειτουργήσῃ τὸν παπα-Διανέλον τὸν Πρωτέκδικον, ἔξω, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ὁ ναΐσκος εὑρίσκετο τρεῖς ὥρας μακρὰν τῆς πόλεως, καὶ ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος εἶχεν ἀπέλθει ἐκεῖ ἀπὸ τῆς πρωίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ ὅτι θὰ ἔφθανε πρὸς τὸ βράδυ διὰ νὰ ψάλῃ καὶ συνεορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν Ἀνάστασιν. Ἄλλον βοηθὸν ὁ παπὰς δὲν εἶχεν· ὁ νεώτερος υἱός του ἑτοιμαζόμενος ἐφέτος δι᾽ ἐξετάσεις εἰς τὸ Διδασκαλεῖον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ τὸ Πάσχα· ὁ ἄλλος ἔλειπε διαρκῶς ναύτης μὲ τὰ καράβια του. Θυγατέρας, τὸ ἄφθονον τοῦτο προϊὸν τοῦ τόπου ―καὶ τῆς ἱερατικῆς ἐγγάμου τάξεως μάλιστα― τοῦ εἶχεν ἀφήσει πλησμονὴν ἡ μακαρίτισσα ἡ πρεσβυτέρα, πέντε τὸν ἀριθμόν, ἂς εἶχαν ζωήν, ὁποὺ δὲν ἔπαυαν ἀενάως νὰ μεγαλώνουν, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦν· ἦσαν τόσον γείτονες τὴν ἡλικίαν, ὥστε δὲν ἐπρόφθανε νὰ μεγαλώσῃ ἡ μία, καὶ ἡ ἄλλη ἀμέσως τὴν ἔφθανεν· ὅσον ἐμεγάλωναν τόσον ἐφαίνοντο, καὶ μάλιστα αἱ μεσαῖαι τρεῖς, ἴσαι περίπου εἰς τὰ χρόνια, ἴσαι καὶ εἰς τὸ ἀνάστημα· καὶ ὁ παπα-Διανέλος, ἀκούσιος ἱερομόναχος, δὲν ἦτο ἐλεύθερος οὔτε εἰς μοναστήριον νὰ καταφύγῃ.

Τὸν τριῶν ὡρῶν δρόμον ἀπὸ τὴν πολίχνην εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον εἶχε διανύσει τὸ πρωί, ἀπολείτουργα, ὁ παπα-Διανέλος, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὰς δύο νεωτέρας θυγατέρας του, κορασίδας δέκα καὶ δώδεκα ἐτῶν, καὶ ἀπὸ ὁμάδα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γυναικῶν φιλεόρτων, προπορευομένου τοῦ ὄνου του, φορτωμένου τὸ δισάκκιον μὲ τὰ ἱερὰ τοῦ παπᾶ. Ὁ ἥλιος ἦτον ὣς δύο καλαμιὲς ὑψηλά, ὅταν ἐξῆλθον εἰς τοῦ Γιατροῦ τ᾽ Ἀμπέλι, εἶτα ἔφθασαν εἰς τὰ Βουρλίδια, εἶτα ἀνῆλθον ἀσθμαίνοντες εἰς τοῦ Ματαρώνα τὸν Πεῦκον, ὅστις ἵστατο τότε ἀκόμη ἐκεῖ καὶ εὐηργέτει τοὺς ὁδοιπόρους μὲ τὴν παρήγορον σκιάν του εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψώματος, πρὶν ἀσυνείδητος βάρβαρος, τῇ ἀνοχῇ ἢ τῇ ἐνοχῇ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὁ πλέον ἄτυχος τῶν λαῶν τοῦ κόσμου, ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγει ἄρχοντας καὶ προστάτας του, ρίψῃ ἀσπλάγχνως κάτω τὸ περικαλλὲς δένδρον καὶ ἀπογυμνώσῃ τὸ τοπίον τοῦ μοναδικοῦ στολισμοῦ του.
Ἐκεῖθεν ἀνῆλθον εἰς τὸ Πετράλωνον καὶ εἰς τοῦ Σταμέλου τὴν Βρυσούλαν, καὶ ἀνέβησαν δι᾽ ἀνωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τοῦ Κανάκη τὴν Βρύσιν καὶ διὰ τῆς Κλινιᾶς κατῆλθον εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν βόρειον ἀκτὴν τῆς νήσου, ἐφ᾽ ὕψους τῆς ὁποίας, περίοπτος ἐκ τοῦ πελάγους, ἀκούων τοὺς κτύπους τοῦ πλήττοντος τὰς ἀκτὰς κύματος, σιωπηλὸς καὶ διηγούμενος πέντε αἰώνων σπαρακτικὴν ἱστορίαν μαρτυρίου καὶ αἵματος, ἐγείρεται πενιχρὸς ἀλλὰ σεμνὸς τῆς Ἀποτομῆς τοῦ τιμίου Προδρόμου ὁ ἱερὸς ναΐσκος.

Εἰσῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦ ναοῦ καὶ ἐξεφόρτωσαν τὸ ὀνάριον. Αἱ γυναῖκες ροδοκόκκιναι, ἐξαναμμέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἀενάως κελαδοῦσαι καὶ καγχάζουσαι, ἐτίναξαν τὰ οὐδόλως κορνιακτισμένα κράσπεδά των, καὶ ἐφόρεσαν ἐπὶ τοῦ κοντοῦ φουστανίου τῆς ὁδοιπορίας τὰς μακρὰς καὶ πολυπτύχους ἐσθῆτας. Ὁ παπὰς ἔρριψε κάτω τὴν μίαν ἄκραν τοῦ στακτεροῦ ζωστικοῦ του, κ᾽ ἐφόρεσεν ἄνωθεν αὐτοῦ τὸ μαῦρον ράσον του. Εἰσῆλθον ὅλοι εἰς τὸν ναὸν κ᾽ ἐπροσκύνησαν.
Ἐκ τῶν γυναικῶν, αἱ μὲν συνέλεξαν χαμόκλαδα καὶ ἤναψαν φωτιάν, διὰ νὰ ψήσωσι καφὲν καὶ προσφέρωσιν εἰς τὸν ἱερέα, αἱ δὲ ἔδρεψαν ἐκ τῶν εὐωδῶν θάμνων δέσμας σχοίνων καὶ πριναρίων καὶ φασκομηλεῶν, καὶ συνέδεσαν προχείρως διὰ κλωστῆς σκούπας, καὶ ἤρχισαν γοργὰ καὶ στρωτὰ νὰ σκουπίζωσιν ἄλλαι τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, ἄλλαι τὸ προαύλιον· ὁ ἱερεὺς ἀπετέλεσε σκούπαν ἐκ δάφνης καὶ μύρτου καὶ δενδρολιβάνου, καὶ ἐσάρωσε μόνος του τὸ Θυσιαστήριον, καὶ ὅλον τὸ ἱερὸν Βῆμα. Δὲν ἔπαυε δὲ νὰ γογγύζῃ καὶ νὰ διαμαρτύρηται ἐναντίον τῆς ἀβελτηρίας, ὡς ἔλεγε, τῶν βοσκῶν καὶ τῶν αἰπόλων, αὐτῶν ἐκείνων οἵτινες τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τὸ βουνόν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη· αὐτοὶ προέβαινον ἐνίοτε μέχρι τῆς βεβηλώσεως τοῦ νὰ εἰσάγωσιν, ἴσως ἐν καιρῷ βροχῆς, τὰ θρέμματά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων, ὡς ἠδύνατο νὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς παρουσίας διαφόρων ἰχνῶν τῆς εἰσβολῆς, τὰ ὁποῖα οὐδ᾽ εἶχον λάβει τὸν κόπον νὰ ἐξαλείψωσιν. Ἔνδοθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἐνῷ ἔκυπτε διὰ νὰ σκουπίσῃ, ἠκούετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ψιθυρίζων μετὰ στεναγμοῦ:
― Ἄχ! ἀλλοίμονο… «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!»
― Δὲν τσάκισε κανεὶς τὸ ποδαράκι του! ἔκραξεν ἀπαντῶσα ἔξωθεν εἰς τὸν στεναγμὸν τοῦ ἱερέως ἡ θεια-Σειραϊνώ, ἡ ἀληθὴς σημαιοφόρος τῶν ἐξοχικῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν πανηγυρίων.
― «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη!», ἐψιθύρισε πάλιν ὁ ἱερεύς.
Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ μεσημβρία, καὶ ὁ ἱερεὺς μετὰ τοῦ μικροῦ ποιμνίου ἐκάθησαν νὰ γευματίσωσιν ὑπὸ τὴν ἱερὰν ἐλαίαν, ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου, ἐγγὺς τοῦ παμπαλαίου ἐκείνου λιθοκτίστου κιβουρίου, τὸ ὁποῖον κατ᾽ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾽ ἄλλους κοιμητήριον ἢ ὀστεοθήκη. Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς μέν, ψευτομετάνισσα κατὰ τοὺς δέ, ἐνάρετος γυνή, ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ στεναγμοῦ εἶπεν:
―Ἡμεῖς τρῶμε, κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κ᾽ οἱ φτωχοί, νὰ φᾶνε!
― Τρῶν οἱ πεθαμένοι, θεια-Μαθηνώ; εἶπε τὸ Ἀγλαώ, ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως.
― Οἱ πεθαμένοι τρῶνε κόλλυβα, ἐγὼ τὸ ξέρω, προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ, ἡ δεκαέτις μικρὰ ἀδελφή της· καὶ γι᾽ αὐτό, ἡμεῖς στὸ σπίτι ὅσα κόλλυβα μᾶς φέρουνε, ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο…
― Σιωπή, Καλλιοπώ! εἶπεν ὁ ἱερεύς, θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του.
Πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν ὁ παπα-Διανέλος ἔσχε φίλον τινὰ ἑλληνοδιδάσκαλον, χρηστὸν ἄνδρα, ἀλλ᾽ ὅστις εἶχε ἀδυναμίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα. Εἶχε γίνει σύντεκνος τοῦ ἱερέως, καὶ βαπτίσας τὰς δύο τελευταίας κόρας του εἶχε δώσει αὐταῖς ἀρχαιοπρεπῆ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ὅμως, ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους, ἐξουδετερώθησαν, ὡς εἰκός, καὶ αὐτά.
― Τί! ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι, παπά· ἀνέκραξεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ἥτις ἐνθυμήθη τότε τὰ «πεθαμένα της», τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της, ὁποὺ εἶχε θάψει, μείνασα μὲ δύο θυγατέρας, ὑπάνδρους, τὰς ὁποίας εἶχε στήριγμα ἀκόμη εἰς τὸν κόσμον· ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. Ὁ παπα-Θεόφιλος, ὁ μακαρίτης ἡγούμενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστρας, τὸ ἴδιο μᾶς ἔλεγε, γιὰ ἕναν ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ μάγγανος, ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαμένον, ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαμε τὰ τρίμερα καὶ τὰ νιάμερα, καὶ Ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα, καθὼς ἦταν σταυρωμένο μὲ τὶς σταφίδες καὶ μὲ τὰ ρόιδα καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωμένον κ᾽ ἔτρωγε, δὲν ξέρω πόσες μέρες, κι ἀνάσαινε ἀπὸ μιὰ τρύπα τῆς γῆς, θαρρῶ, ὣς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανεν, κ᾽ ἐσήκωσεν τὸ μάγγανο, καὶ τὸν ξελευθέρωσεν, δὲν εἶν᾽ ἀλήθεια αὐτά, παπά;
― Ἀλήθεια εἶναι, βλοημένη, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς· ἀλλὰ τώρα εἶναι… γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύσουν.
― Κι ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν;
― Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση, τὸ ξέρω ἐγώ, εἶπε τὸ Καλλιοπώ.
― Μὰ σὰν εἶν᾽ ἀλήθεια, παπά, γιατί ὁ Ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε μιὰ καὶ καλὴ τὸ μάγγανο νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο; εἶπεν ἡ Ἀννούδα, μία τῶν γυναικῶν.
― Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ εἶναι ἀποδειγμένη δι᾽ ἀπείρων θαυμάτων, ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ μόνον ἡ δύναμις τῶν μνημοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν, καὶ ὅτι τίποτε τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος, τίποτε τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν, εἰς τοὺς πτωχούς, καμμία καλὴ πρᾶξις, καμμία ἀρετή, καμμία ὑπομονή, κανὲν μαρτύριον, κανὲν δάκρυ, τίποτε δὲν χάνεται. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν, ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου, εἶπεν ὁ Κύριος, ὅπου ἐὰν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ (καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα, τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροί), πολὺν καρπὸν φέρει. «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι.» Κεῖνοι ποὺ σπείρουν μὲ δάκρυα, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν.
― Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον;
― Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι, ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι, γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ, καὶ ἐμπνευσμένον ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ ὅταν θάπτωμεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα, εἶναι ὡς νὰ σπείρωμεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου… καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ, καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ μᾶς τὸ ὑποσχεθῇ.
«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται… κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.»
― Ἀμήν! εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, καὶ τὰ δάκρυά της, ἐπὶ τῇ μνήμῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδίων, ταχέως ἐξητμίσθησαν, ὡς σταγόνες ὄμβρου μετὰ θερινὸν ὑετόν, ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειμάρρου.
* * *
Τὸ δειλινὸν ἐφάνησαν μακρόθεν νὰ καταβαίνωσι τὴν ράχιν ἐρχόμεναι αἱ καλυβιώτισσαι γυναῖκες, αἱ ποιμενίδες καὶ βοσκίδες τῶν ἀγροτικῶν συνοικιῶν. Ἦλθαν φέρουσαι πελωρίους κοφίνους, γεμάτους ἄνθη, λαμπάδας, κηρία καὶ ἀγγεῖα μὲ ἔλαιον, καὶ πρόσφορα καὶ μικρὰς φιαλίδας μὲ νᾶμα, ἢ ὁδηγοῦσαι ὀνάρια μὲ τὰ σάγματα ἐπεστρωμένα διὰ κιλιμίων καὶ χραμίων, φορτωμένα τορβάδες καὶ δισάκκια μὲ φλάσκας οἴνου, μὲ τυρία νωπὰ ἢ ζεματισμένα καὶ κόκκινα αὐγά. Κατόπιν ἐφάνησαν σφυρίζοντες ἀλλοκότως δύο ἢ τρεῖς βοσκοὶ μὲ τὰς ἀγέλας των, τὰς ὁποίας ὡδήγησαν παρὰ τὸν ἀπότομον κρημνὸν πρὸς τὴν θάλασσαν. Οἱ τράγοι ἐπήδων ἀπὸ βράχον εἰς βράχον, ἀπὸ ὄχθον εἰς ὄχθον, ἀπὸ κοίλωμα εἰς κοίλωμα, ἐνῷ τὰ ἐρίφια χαριέντως σκιρτῶντα ἔτρεχον κατόπιν τῶν αἰγῶν βελάζοντα, ἀγαλλόμενα πρὸς τὴν νέαν δι᾽ αὐτὰ ἀπόλαυσιν τοῦ ἀγνώστου τούτου πράγματος, τῆς ζωῆς, ἐκθέτοντα εἰς τὸν ἥλιον τὰ στακτερὰ ἢ στικτὰ καὶ λευκὰ καὶ μαῦρα τριχώματά των, ἐνῷ οἱ βοσκοί, ὑψηλοί, ρωμαλέοι, τραχεῖς, φριξότριχες, ἡλιοκαεῖς τὴν ὄψιν, ἔτρεχον ἐμπρὸς καὶ ὀπίσω μὲ τὰς μακράς, ἴσας μὲ τὸ ἀνάστημά των, καμπύλας τὴν λαβὴν ράβδους των, σοβοῦντες μετὰ πολυήχου συριγμοῦ τὴν δυσάγωγον καὶ σκιρτητικὴν ἀγέλην.
Τελευταῖοι ἔφθασαν οἱ ποιμένες ἄνευ τῶν ἀμνάδων των, τὰς ὁποίας εἶχον ἀφήσει ὀπίσω εἰς τὰς μάνδρας, κομίσαντες μόνον δύο ἀρνία σφαγμένα. Ἔφθασαν συγυρισμένοι, ἀλλαγμένοι, στολισμένοι ὅλοι των, μὲ καθαροὺς χιτῶνας, κοντὰ βρακία καὶ ὑψηλὲς βλαχόκαλτσες, μὲ πλατέα ζωνάρια κίτρινα ἢ κόκκινα, ξυραφισμένοι καὶ μὲ τοὺς λινόχρους ἢ καστανοὺς μύστακας ἀγκιστροειδεῖς.
Ταχέως ἔκλινεν ἡ ἡμέρα καὶ ὁ ἥλιος ἔδυσεν εἰς μίαν ράχιν τοῦ Πηλίου, ἀντικρύ, ἀφοῦ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε μείνει στεφανωμένος μὲ κυάνεα καὶ περιπόρφυρα χρυσαυγῆ νέφη, ἀντιλαμβάνων ὁ ἴδιος ὅσην ἀπέδιδε δόξαν καὶ λάμψιν, καὶ ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἀκόμη, ἀφοῦ ἐβασίλευσεν, αἱ ἀκτῖνες τῆς στέψεώς του ἔμειναν χρυσοφαεῖς, πορφυρίζουσαι, κυανίζουσαι, βάπτουσαι τὸ βουνὸν μὲ ἰῶδες χρῶμα. Εἶτα κατῆλθεν ἠρέμα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ ὄρους ἡ νύξ, σπείρουσα παντοῦ τὸ βαθὺ καὶ ἄρρητον μυστήριόν της καὶ οἱ ἔμψυχοι κρότοι καὶ ψίθυροι τῆς φύσεως ἐξηγέρθησαν εἰς τὰς ράχεις, εἰς τοὺς λόγγους, εἰς τὰς φάραγγας, καὶ ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ ἠτμίσθη καὶ συνεστάλη ὑγρὰ καὶ τὸ βλέφαρον τοῦ λόφου κατῆλθε, καὶ ἐκλείσθη εἰς ἕν, βουνόν, ρεματιὰ καὶ κάμπος. Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος τοῦ χωρίου 〈Ἀν…〉, τοῦ Δήμου Λίτης δὲν ἐφάνη οὐδαμόθεν νὰ ἔρχεται.
Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς, καὶ φόβος ἦτο νὰ μείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν. Διότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τοὐλάχιστον ψάλτην ἢ ἀναγνώστην δὲν γίνεται. Οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι, ὡς εἰκός, οὐ μόνον ἀγράμματοι, ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι οἱ κακόμοιροι πολλοὶ τούτων.
― Τώρα, τί νὰ κάμουμε;… Ὁρίστε σοῦ ὑπόσχονται σίγουρα μιὰ δουλειά, κ᾽ ὕστερα σ᾽ ἀφήνουν μὲς στὴ μέση! Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε!
Ἤλπιζεν ἐν τούτοις ἀκόμη ὅτι ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς θὰ ἤρχετο. Ἀργοστόλιστος* ἦτο πάντοτε, τὸν ἤξευρεν. Ἀλλὰ τώρα ἦτο σκοτεινὴ ἀκόμη νὺξ καὶ μόνον τὰ ἄστρα ἔλαμπαν ἄνω. Ὀλίγῳ ὕστερον ἀνέτελλεν ἡ σελήνη, καὶ τότε ἐλπὶς ἦτο νὰ ἔλθῃ.
Παρῆλθον δύο ὧραι καὶ ἡ σελήνη ἀνέτειλε κολοβὴ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν βουνὸν ἄνω, ἀνερχομένη βραδέως εἰς τὸ στερέωμα, καὶ αἱ τάξεις τῶν ἄστρων ἠραιώθησαν ἐπ᾽ ἄπειρον καὶ ὅλα σχεδὸν ἠμαυρώθησαν εἰς τὴν διάβασίν της. Παρῆλθεν ἀκόμη μία ὥρα. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἐφάνη.
Ὁ ἱερεὺς ἤρχισε ν᾽ ἀγανακτῇ.
―Ὁ ἀσυνείδητος! ὁ μωρός… Ἥμαρτον, Κύριε! «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη».
Ἤθελε νὰ στείλῃ ἕνα τῶν ποιμένων εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ζητήσῃ καὶ εὕρῃ ἕνα συλλειτουργὸν νὰ τοῦ φέρῃ. Ἀλλ᾽ οἱ ποιμένες καὶ οἱ βοσκοὶ ὅλοι ἔρρεγχον ἐξηπλωμένοι μεταξὺ τῶν σχοίνων καὶ τῶν κομαρεῶν, τυλιγμένοι εἰς τὰς κάπας των, εὐχαριστημένοι ὅτι ἐπανῆλθεν ἡ ἄνοιξις καὶ εὕρισκαν ὀλιγώτερον παγερὰν τῆς γῆς τὴν ὑγρασίαν. Καὶ αἱ γυναῖκές των πλαγιασμέναι καὶ αὐταί, ὕπνωττον ὀλιγώτερον ἀκουστῶς ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήματος, τυλιγμέναι μὲ τὰ χράμια καὶ τὰ κιλίμια, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἐπεστρωμένα ἐπὶ τῶν σαγμάτων τῶν ὄνων. Καὶ αἱ ἐκ τῆς πολίχνης ἐλθοῦσαι γυναῖκες, κύπτουσαι ἐπὶ τῶν καλαθίων των, ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, ὑπὸ τὸν ἐστεγασμένον πρόναον καὶ ἐντὸς τῆς ξυλίνης κιγκλίδος, ἐλαγοκοιμῶντο καὶ αὐταί. Μόνον ὁ ἱερεὺς ἀνησύχει καὶ ἦτο ἄγρυπνος.
― Τὰ ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ ὄξου τὰ πλιότερα τὰ γράμματα, παπά, τοῦ ἔλεγεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, διὰ νὰ τοῦ δώσῃ θάρρος· τὰ κανοναρχῶ κειδὰ στ᾽ αὐτὶ τοῦ γερο-Φιλιππῆ, κι ὁ γερο-Φιλιππής, ὁπού ᾽ν᾽ θεοφοβούμενος ἄνθρωπος, θὰ τὰ λέῃ κειδὰ ὅπως-ὅπως…
― Νά δὰ ἡ ὥρα νὰ σὲ κάμουμε καὶ ψάλτη, Μαθηνώ! ἀπήντησε γελάσας ὁ ἱερεύς.
― Ψάλτης δὲ θὰ γένω, μόνε κανονάρχος. Μοναχοί μας θά ᾽μαστε… Κανένας γραμματισμένος δὲν εἶναι γιὰ νὰ μᾶς γελάσῃ… Ἡ ἁγιωσύνη σ᾽ βρίσκεις τὸν ἦχο τοῦ μπαρμπα-Φιλιππῆ, κ᾽ ἐγὼ τοῦ λέω τὰ λόγια ὅσα θυμοῦμαι. Νά ᾽ξερα ἀπὸ μέσα ἀπ᾽ τὸ χαρτὶ νὰ διαβάσω, θαρρῶ πὼς δὲ θὰ ἦτον ἁμαρτία νὰ ψάλω καὶ μοναχή μου.
Ὣς τόσον ἐπλησίαζε μεσονύκτιον, καὶ δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ πλέον ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος. Ὁ ἱερεὺς δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνίσῃ κανένα ἐκ τῶν βοσκῶν καὶ τὸν στείλῃ εἰς τὴν πόλιν, ὡς ἐσκέφθη κατ᾽ ἀρχάς, διότι ἐλογάριασεν ὅτι τόσαι ὀλίγαι ὧραι ἔμενον ἕως νὰ ξημερώσῃ, ὥστε μέχρις οὗ ὑπάγῃ ὁ ἀποσταλησόμενος εἰς τὴν πόλιν, ζητήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ψάλτην, ἑωσότου πείσῃ καὶ φέρῃ αὐτόν, καὶ φθάσωσιν ὁμοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, θὰ ἦτο ἀκριβῶς δύο ὧρες ἡμέρα… καὶ ἡ Ἀνάστασις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὰ μεσάνυκτα, ἢ καὶ βραδύτερόν τι.
Ὁ παπα-Διανέλος ἐσηκώθη στενάζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, καὶ προσεκύνησεν εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Εὐθὺς κατόπιν του ἔτρεξαν ἡ γρια-Μαθηνὼ καὶ ἡ θειὰ τὸ Σειραϊνώ, ἡ σημαιοφόρος τῶν πανηγύρεων. Αἱ δύο γυναῖκες ἤρχισαν νὰ ἀναζωπυρῶσι τὰ φιτίλια, νὰ ρίπτωσιν ἔλαιον εἰς τὰς κανδήλας καὶ νὰ κάμνωσιν ἐγκαρδίους σταυρούς. ᾘσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των. Ἦτο Ἀνάστασις, Ἀνάστασις! Τὸ πρόσωπον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἔλαμπε μὲ ἅγιον φῶς, δεξιὰ τῆς Ἱερᾶς Πύλης. Ἡ μορφὴ τῆς Δεσποίνης Θεοτόκου ἤστραπτεν ἐξ ἀφάτου χαρᾶς ἀριστερόθεν, κρατούσης τὸ θεῖον βρέφος της. Ἡ ὄψις τοῦ τιμίου Προδρόμου, μὲ ἕνα βόστρυχον τῆς κόμης φρίττοντα πρὸς τὰ ἄνω, ὡς νὰ ἔμεινεν ἀνωρθωμένος ἀπὸ τὴν πρόσψαυσιν τοῦ θηριώδους δημίου τοῦ ἀποκόψαντος τὴν σεβάσμιον κάραν τοῦ μείζονος ἐξ ὅσων ἐγέννησαν κατὰ φύσιν αἱ γυναῖκες ἀνδρῶν, ἐσελαγίζετο ἐκ μυστικῆς εὐφροσύνης παραπλεύρως ἐκείνου οὗ τὴν φρικτὴν κορυφὴν ἠξιώθη νὰ χειροθετήσῃ. Καὶ ὁ ἠγαπημένος μαθητὴς ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει, ἂν καὶ πτυχή τις μερίμνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν μέτωπόν του, προβλέποντος ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔμελλε μετ᾽ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωμα καὶ θυσιαστήριον, ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι, ἀλλ᾽ εἰς Μουσεῖον, Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον, ὡς νὰ εἶχε παύσει ν᾽ ἀσκῆται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία, καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾽ ἀνῆκον εἰς θαμμένον παρελθόν, καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείμενον περιεργείας!… Ἵλεως γενοῦ αὐτοῖς, Κύριε!
* * *
Τέλος, δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ὁ κὺρ Κωνσταντός, καὶ ὤφειλον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλωσι τὴν ἀκολουθίαν. Αἱ ἐκ τῆς πόλεως γυναῖκες, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀποτινάξασαι τὴν ὑπνώδη νάρκην, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναΐσκον. Αἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ποιμενίδες δὲν ἤργησαν νὰ ἐξυπνήσωσιν, ὁ δὲ παπα-Διανέλος ἐξῆλθε πρὸς στιγμήν, καὶ λαβὼν τεμάχιον παλαιᾶς σανίδος καὶ σφυροειδὲς ξύλον, κατεσκεύασεν αὐτοσχέδιον σήμαντρον, διότι φεῦ! δὲν ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ κώδων, ὅστις νὰ ἐξυπνᾷ τοὺς πρὸ αἰώνων κοιμηθέντας καὶ νὰ συγκινῇ τὴν κόνιν τῶν ἀπὸ γενεῶν κοιμηθέντων κατοίκων τῆς πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης πόλεως. Διὰ τοῦ σημάντρου τούτου ἤρχισε νὰ κρούῃ ὁ ἱερεὺς εἰς τροχαίους πρῶτον (τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ) εἶτα εἰς ἰάμβους (τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον), καὶ νὰ ἐξυπνᾷ τὰς μεσονυκτίους ἠχούς. Οἱ βοσκοὶ ἐνωτισθέντες τὸν μονότονον ἦχον ἐτινάχθησαν διὰ μιᾶς ἐπάνω, ἐπέταξαν τὰς κάπας των, ἐνίφθησαν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν, ἔψαλε μόνος του τὴν παννυχίδα, ὅλον τὸ Κύματι Θαλάσσης, ἐθυμίασεν, ἔκαμεν ἀπόλυσιν, εἶτα φορέσας ἐπιτραχήλιον καὶ φελόνιον, ἤναψε μεγάλην λαμπάδα, καὶ βαστάζων αὐτὴν ἐξῆλθεν εἰς τὰ βημόθυρα καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ μεγαλοφώνως τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς. Οἱ βοσκοὶ ἤναψαν τὰς λαμπάδας των, ὁμοίως καὶ αἱ γυναῖκες, κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ προαύλιον, τοῦ ἱερέως κρατοῦντος τήν τε Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον μετὰ τοῦ θυμιατοῦ, καὶ ψάλλοντος, Τὴν Ἀνάστασίν σου, 〈Χριστὲ〉 Σωτήρ. Εἶτα ἡ ἱερὰ εἰκὼν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, ἀπετέθησαν ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἐκπληρούσης χρέη τρισκελίου, ἐφ᾽ ἧς αἱ γυναῖκες εἶχον στρώσει μεταξοϋφὲς μακρὸν προσόψιον. Ὁ ἱερεὺς ἀνέγνω ἀργὰ τὸ κατὰ Μᾶρκον Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, εἶτα θυμιάσας καὶ ἐκφωνήσας τὸ Δόξα τῇ ὁμοουσίῳ, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ λαμπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστὸς ἀνέστη. Ἀφοῦ τὸ ἔψαλε τρὶς ὁ ἴδιος, καὶ ἀνὰ ἅπαξ ἢ δὶς δύο τῶν βοσκῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν μὲν πλέον γραμματισμένοι ἀπὸ τοὺς λοιπούς, ἀλλ᾽ εἶχον ὀλιγώτερον τραχεῖαν τὴν προφορὰν κ᾽ «ἐγύριζε κάπως ἡ γλῶσσά των», ἔλαβε θάρρος καὶ ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ τὸ ἔψαλεν ἅπαξ, ὁμοίως καὶ ἡ θειὰ τὸ Σεραϊνώ, ἐνῷ τὸ Καλλιοπὼ καὶ τὸ Ἀγλαὼ καὶ ἡ Ἀννούδα καὶ ἄλλαι γυναῖκες ἔπνιγον τοὺς καγχασμούς των εἰς τὰς παλάμας, μὲ τὰς ὁποίας ὡς δι᾽ ἑκουσίου φιμώτρου εἶχον περιλάβει τὰ στόματά των.
Τελευταῖον εἰς ἐπισφράγισιν τὸ ἔψαλε πάλιν ὁ ἱερεύς, καὶ εἶτα εἶπε τὰ Εἰρηνικά. Μεθ᾽ ὅ, ἀναλαβὼν τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἔψαλε τὸ Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ τὰ δύο τροπάρια τῆς πρώτης ᾠδῆς, ἀκολούθως εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἱερόν, καὶ ἐξελθὼν πάλιν, ἔλαβε καιρόν*, καὶ πάλιν εἰσῆλθε, καὶ ἤρχισε νὰ φορῇ ὅλην τὴν ἱερὰν στολήν του. Ἡ ψαλμῳδία εἶχε διακοπῆ ἐξ ἀνάγκης. Ἡ θεια-Μαθηνὼ ἐπλησίασεν εἰς τὸν γερο-Φιλιππήν, πρωτοκάθεδρον τῆς τάξεως τῶν ποιμένων, κ᾽ ἐδοκίμασε νὰ κανοναρχήσῃ πρὸς αὐτόν.
― Ψάλε, γερο-Φιλιππή, «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις».
Ἀλλὰ τοῦ γερο-Φιλιππῆ δὲν ἐγύριζεν ἡ γλῶσσά του νὰ εἴπῃ Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις.
Τότε ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ ἤρχισε σιγὰ-σιγὰ νὰ ψάλλῃ:
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως, κτλ.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀκριβὴς προφορὰ εἰς τὸ στόμα της ἦτο Καθαρθῶμεν τὰς ἰσθήσεις κὶ οὐψόμεθα…
― Αὐτὸ τὸ εἴπαμε, βλοημένη, ἔκραξεν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήματος. Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, εἶναι τώρα.
― Ἄ! Ναί, ἔκαμεν ἡ θειὰ τὸ Μαθηνὼ καὶ ἤρχισε:
Δεῦτε πόμα πίουμιν κινόν…
Ἀλλ᾽ ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐξηκολούθει νὰ ἐνδύηται, ἐνόησεν ὅτι ἢ τὴν προσκομιδὴν ἔπρεπε ν᾽ ἀναβάλῃ, ἢ τὴν ἀκολουθίαν νὰ διακόψῃ. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπεδέχοντο οἰκονομίαν, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε πῶς θὰ τὰ ἐκατάφερναν εἰς τὴν λειτουργίαν.
Ἐφόρει ἓν ἕκαστον τῶν ἀμφίων κ᾽ ἐψιθύριζε τὰ διατεταγμένα λόγια:
«Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με. Ὡς νυμφίον περιέβαλέ με μίτραν καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ.»
Εἶτα ἤρχιζε νὰ ψάλλῃ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος:
Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια…
Εἶτα πάλιν, φορῶν τὸ ἐπιτραχήλιον ὑπεψιθύριζεν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ἐκχέων τὴν χάριν αὑτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὑτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα…»
Καὶ πάλιν ἔψαλλε:
Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι…
Εἶτα φορῶν τὸ περιζώνιον, ἔλεγεν:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωννύων με δύναμιν, καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου.» Ἢ περνῶν τὸ ἓν ἐπιμάνικον, ἀπήγγελλεν: «Ἡ δεξιά σου χεὶρ Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύι…»
Καὶ διακόπτων τοῦτο, ἔψαλλε τὴν καταβασίαν:
Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου…
Ἀφοῦ ὅμως ἐνεδύθη τὴν ἱερατικὴν στολὴν ὅλην, ἐξῆλθεν ἔξω κ᾽ ἐχοροστάτησε, κ᾽ ἔψαλεν ὁ ἴδιος ὅλον τὸν Κανόνα, ἔμελλε δὲ νὰ μεταβῇ εἰς τοὺς Αἴνους καὶ ν᾽ ἀρχίσῃ τὸν ἀσπασμόν, ὅταν εἷς τῶν βοσκῶν, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει, διὰ νὰ ἰδῇ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του, ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον καὶ ἀνήγγειλεν ὅτι κάποιος φωνάζει βοήθειαν μέσα ἀπ᾽ τοῦ Χαιρημονᾶ τὸ ρέμα, καὶ ὅτι εἶναι βαθιὰ κάτω καὶ δὲν τὸν εἶδε, μόνον τὴν φωνήν του ἤκουσεν.
Ὁ ἱερεὺς ἐστράφη.
― Τί τρέχει;
― Δὲ ξέρου τί νὰ εἶναι, εἶπεν ὁ βοσκός… βαθιὰ κάτ᾽ χουϊάζει… «ποῦ εἴσαστε, ποῦ εἴσαστε;» Νὰ πάρου μιὰ λαμπάδα νὰ πάου νὰ ἰδῶ;
― Νὰ πᾷς.
Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι νεαροὶ βοσκοὶ καὶ ποιμένες ἔλαβον ἀμέσως τὰς λαμπάδας των κι ἔτρεξαν ἔξω.
* * *
Ἀφοῦ ἔφερε γῦρο ὅλην τὴν ἡμέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ὁ Ζ᾽μαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος κτλ., ἐπὶ τέλους, ὣς δύο ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Λιβάδια, ἔξω τῆς πόλεως, ὅπου εἶχε δεμένον τὸ ὀνάριόν του, διὰ νὰ τὸ λύσῃ, ὅπως φορτώσῃ ἐπ᾽ αὐτοῦ τὴν μικρὰν ἀποσκευήν του, καὶ ἐκκινήσῃ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, καθ᾽ ἣν εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν παπα-Διανέλον. Ἀλλὰ τότε μόνον ἐνόησεν ὅτι εἶχε λησμονήσει ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ, ἤτοι νὰ τὸ μετατοπίσῃ εἰς ἄλλην βοσκήν, καὶ τὸ πτωχὸν τὸ ὀνάριον δὲν ἐφαίνετο πολὺ χορτᾶτον, ὅταν ὁ κύριός του τὸ ἔλυσεν. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἀνώρθωσεν ἐλαφρῶς τὰ χαμηλωμένα αὐτιά του, τὸ ζῷον ἐφαίνετο νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ὁ ἀφέντης του θὰ τὸ μετέθετε τέλος εἰς ἄλλην βοσκήν, ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς τὸ ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅπου ἐφόρτωσεν ἐπάνω του ἕνα πενιχρὸν τορβάν, περικλείοντα τρόφιμα, ἐπέστρωσεν ἐπὶ τοῦ σάγματος παλαιὸν ξεθωριασμένον κιλίμιον, καὶ ἀναβὰς ὁ ἴδιος ἐκάθισε μονόπλευρα ἐπ᾽ αὐτοῦ.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κ᾽ ἐξεκίνησεν. Ἀλλὰ δὲν ἤργησε νὰ καταλάβῃ ὅτι τὸ ζωντόβολον, ἕνεκα τοῦ γήρατος καὶ τῆς μετρίας τροφῆς τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει, δὲν θ᾽ ἀντεῖχε καλῶς εἰς τὴν μακρὰν ὁδοιπορίαν, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ μαραζώσῃ τὸν ἀναβάτην. Ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην, οὐ μακρὰν τῆς πόλεως, κατέβη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγῇ τὸ ὀνάριον πεζὸς βαίνων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ζῷον δὲν ἐβάδιζε καλῶς, μὲ ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ κατέφερε μὲ μίαν λεπτὴν βέργαν εἰς τὰ ὀπίσω του. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ν᾽ ἀπαλλαγῇ τῆς συντροφίας, ἥτις θὰ ἦτο μᾶλλον βάρος ἢ βοήθεια δι᾽ αὐτόν, καὶ νὰ δέσῃ κάπου τὸ ζῷον διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ βοσκήσῃ. Ἐζήτησε μέρος κατάλληλον διὰ νὰ τὸ δέσῃ, ἀλλὰ δὲν εὗρεν εἰς τὸν Ἐπάνω Ἁι-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. Κατέβη ὀπίσω εἰς τὸν Κάτω Ἁι-Γιαννάκην, ἀλλ᾽ ἀφοῦ κ᾽ ἐκεῖ δὲν εὗρεν ἱκανὸν χόρτον, διηυθύνθη ἀπώτερον κάπου εἰς τὴν θέσιν Ἔρμο Χωριό, κ᾽ ἐκεῖ ἔδεσε τέλος τὸ ζῷον εἰς τὴν ρίζαν ἀγρίου δένδρου, ἐντὸς ἀσπάρτου ἀγροῦ καὶ πλησίον εἰς ἕνα φράκτην. Αὐτὸς δὲ ἐφορτώθη εἰς τὸν ὦμον τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμιον, ἔβαλεν ὄπισθέν του εἰς τὴν μέσην μικρὸν κλαδευτήρι, καὶ κρατῶν τὴν λεπτὴν ράβδον του, ἐξεκίνησε πεζός. Εἶχε χασομερήσει σωστὴν μίαν ὥραν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας.

«Τώρα, εἶπε μέσα του, εἶναι καιρὸς νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ νυχτώσω (καὶ πάλιν θὰ νυχτώσω), ἐκτὸς ἐὰν ἀπομείνω· ἀλλὰ ν᾽ ἀπομείνω δὲν πρέπει, γιατὶ ἔδωκα ὑπόσχεσιν τοῦ παπᾶ.» Οὕτως εἶπε καὶ οὕτως ἔκαμε. Καὶ ἤρχισε νὰ κόφτῃ δρόμον μὲ ὅλα τὰ ἑξήκοντα ἔτη του, μὲ ὅλον τὸ δημογεροντικὸν καὶ προεστάδικον τῆς διαίτης καὶ τοῦ ἤθους του, τὸ βραχὺ ἀνάστημα, τὸ ὠχρὸν λεπτόδερμον καὶ καταπονημένον πρόσωπον, καὶ μεθ᾽ ὅλον τὸ κανονικόν, καίτοι παλαιὸν καὶ ἐφθαρμένον τῆς βράκας καὶ τοῦ φεσίου. Ἦτο παλαιὸς γεωργοκτηματίας ἀπὸ οἰκογένειαν, μὲ ὅλα τὰ κτήματά του ἐνυπόθηκα, ἐκ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους εὗρε λείαν εὔκολον καὶ καλὸν ἕρμαιον ἡ ἄπληστος καὶ ἰδιοτελὴς πανουργία τῶν παντοπωλῶν, μικρεμπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές, τῶν νεοπλούτων τῆς σήμερον, κατὰ πόλεις καὶ κώμας.

Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἀνέβη τὲς Βίγλες καὶ ἔφθασεν εἰς τοῦ Κ᾽φαντώνη τὸ Καλύβι, εἶτα κατέβη εἰς τὸ ρέμα, τὸ συνορεῦον πρὸς τὸ Λεχούνι, ὅπου εὑρίσκεται ὁ νερόμυλος τοῦ Δήμου τοῦ Βλάχου, κ᾽ ἐκεῖθεν ἤρχισε ν᾽ ἀναβαίνῃ τὸν μικρὸν ἀνήφορον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.

Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀντικρὺ τοῦ βραχώδους καὶ ἀποτόμου ὄρους, ὅπου κεῖται τὸ μικρὸν διαλυμένον μονύδριον. Ὁ παπα-Ἀζαρίας ὁ Σύγκελλος, ἡγούμενος τοῦ ἐρήμου ἀδελφότητος μοναστηρίου, οὐδὲν ἄλλο ἔχων πνευματικὸν ποίμνιον εἰμὴ μίαν ὑπέργηρων καλογραῖαν ἐνενηκοντοῦτιν καὶ ἕνα ἄχρηστον ὑποτακτικὸν ἡλικιωμένον, ναυαγὸν τοῦ κόσμου καὶ ἀπόχηρον, εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς μονῆς, καὶ ἔβλεπε τὰς τελευταίας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἐπιχρυσούσας διά τινας στιγμὰς ἀκόμη τὰς κορυφὰς τῶν ἀνατολικῶν ἀπέναντι ὀρέων, ὅταν εἶδε τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν νὰ προκύψῃ ὄπισθεν τῆς τελευταίας αἱμασιᾶς, τῆς χαραττούσης ἑκατέρωθεν τὸν δρόμον.
― Ποῦ σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο, κὺρ Κωνσταντέ;… Σὰν τὰ χιόνια!
― Εὐλογεῖτε, πάτερ!… Καὶ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν σταυρόν του τρίς, ἀποβλέπων πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἤρχισεν ἀσθμαίνων νὰ διηγῆται πῶς ὁ παπα-Διανέλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ ποιμένας νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, πῶς ἐκάλεσε καὶ αὐτόν, τὸν κὺρ Κωνσταντόν, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ, πῶς ὁ παπὰς εὑρίσκετο ἀπὸ τῆς πρωίας, ὀπίσω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον βοηθὸν ἢ συλλειτουργόν, πῶς αὐτός, ὁ κὺρ Κωνσταντός, ἠργοπόρησε νὰ ἐκκινήσῃ, ἕνεκα τοῦ ὀναρίου του, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν, καὶ ἤθελε κάθε τόσον ἄλλαγμα βοσκῆς (καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ρίξει τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφθόνους βροχάς, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δαψίλεια βοσκῆς εἰς τὰ Λιβάδια), καὶ τέλος, πῶς ὁ κὺρ Κωνσταντὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ πεζὸς ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην διὰ νὰ μὴ γελάσῃ τὸν παπάν, ἐπειδὴ εἶχε δοσμένον τὸν λόγον του, νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ.
― Μὰ τώρα νύχτωσες… θὰ νυχτώσῃς… εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ὁ ἱερεύς· πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ;… εἶναι μιάμιση ὥρα δρόμος ἀκόμα… καὶ τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες νὰ βγῇ… σκοτίδι*, ἄσ᾽βος.
― Πῶς νὰ κάμω; εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις ἤρχισεν εὐθὺς νὰ ὀκνῇ καὶ νὰ διστάζῃ.
― Σκοτίδ᾽ ἄσ᾽βος1, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, τὸ φεγγάρι θ᾽ ἀργήσῃ τρεῖς ὧρες… πῶς θὰ πᾷς ὣς ἐκεῖ, μοναχός σου;… Κακοστρατιά, κλεφτότοπος… θὰ πέσῃς σὲ κανένα γκρεμνὸ νὰ κατασκοτωθῇς.
― Τί μὲ συμβουλεύεις, γέροντα, νὰ κάμω;… εἶπε ψοφοδεὴς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ὁ πάρεδρος.
* * *
Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, ἀλλ᾽ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευματικόν τι. Ἴσως ἔλεγε μέσα του: «Τί ἤθελα, τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράματα νὰ τὸν δειλιάσω;… Αὐτὸς εἶναι ἕτοιμος… ἀφορμὴ ἐγύρευε νὰ μείνῃ μὲς στὴ μέση… καὶ νὰ κάμῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο».
Εἶτα εἶπε μεγαλοφώνως:
― Τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ; Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση, κ᾽ ὕστερα δὲ ξέρετε νὰ σηκωθῆτε μὲ τὴν ὥρα σας τοὐλάχιστον, νὰ πᾶτε κεῖ ποὺ ἔχετε δώσει λόγο… κι ἄλλος ἂς καρτερῇ… ἕνα πρᾶμα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο, ἀπ᾽ ἀρχῆς πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι, νὰ τὸ μετρᾷς καλά, νὰ μὴ δίνῃς τὸ λόγο σου… Τί δουλειὰ εἶχες, ἐσύ, νοικοκύρης ἄνθρωπος, νὰ τρέχῃς στὰ κατσάβραχα, ἀπάνω στὸν Ἁι-Γιάννη, γιὰ νὰ κάμῃς Πάσχα;… Δὲν ἤξερες νὰ ᾽ρθῇς στὸν Ἁι-Χαράλαμπο;… Τί σὲ κάμω ἐγώ;… Ἐδῶ θελὰ χρησιμέψῃς… θελὰ ψάλουμε μαζὶ τὴν Ἀνάσταση, θελὰ λειτουργηθῇς μιὰ χαρά, καὶ ἡ μυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε μᾶς λείψῃ… Ἔχω κ᾽ ἐκεῖνο τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸ Γαβριήλ, ὁποὺ δὲ φελᾷ τίποτε… ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία, ἕνα σωρὸ κόκκαλα, νά ᾽χουμε τὴν εὐκή της… τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί, ἂς εἶναι καλά, τὲς καλὲς μέρες ἔρχονται, μᾶς κάνουν γενιά*… μόνον ἐφέτος ποὺ μᾶς πῆρε τοὺς πλιότερους ὁ παπα-Διανέλος, πίσω στὸν Ἁι-Γιάννη, ἀλλὰ μένουν κάτι λιγοστοί…
Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν παπα-Ἀζαρίαν ὁ πειρασμὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κὺρ Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ἀφήνων τὸν παπα-Διανέλον ἄνευ βοηθοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ διότι τοῦ ἀφῄρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του, καὶ ἐντονώτερον ἐξηκολούθησε:
― Τώρα, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάμῃς ἄσχημα εἶναι… μὰ τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τραβήξῃς τὸ δρόμο σου νὰ πᾷς… Ἔδωκες τὸ λόγο σου… εἶναι μεγάλη ἁμαρτία ν᾽ ἀφήσῃς τὸν παπὰ χωρὶς βοηθό, τέτοια μεγάλη μέρα.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς δὲν ἀπέσπα τὸ βλέμμα ἀπὸ τὰς κυανᾶς καὶ κοκκίνας ὑάλους τῆς θυρίδος τοῦ ἱεροῦ Βήματος, ἥτις ἐφαίνετο προσελκύουσα αὐτὸν ὡς μαγνήτης, καὶ νοερῶς συνέκρινε τὴν σχετικὴν ἀνάπαυσιν, ἣν θὰ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὅπου θὰ εὕρισκε ζεστὸν κελλίον μὲ ἄφθονον πῦρ καὶ καφὲν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ γάλα καὶ αὐγὰ μετὰ τὴν λειτουργίαν, καὶ διπλοῦν θαλπερὸν καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἀκολουθίαν, μὲ τὴν ἐρημίαν, μὲ τοὺς βράχους, τοὺς σχοίνους καὶ τὰς κομαριὰς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, ὅπου θὰ ὑπῆρχε μόνον ὕπαιθρον ἢ ἀνεπαρκὲς ὑπόστεγον καὶ παραπολλὴ δρόσος πρωιμωτέρα ἢ ὥστε νὰ εἶναι ἐπιθυμητή.
― Μὴ στέκεσαι καθόλου, ἐπανέλαβεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης· τράβα, γιατὶ θὰ νυχτώσῃς, καὶ θ᾽ ἀργήσῃ τὸ φεγγάρι νὰ βγῇ.
― Τώρα νύχτωσε ποὺ νύχτωσε, εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός· καλύτερα εἶναι νὰ καθίσω πρὸς ὥρα νὰ ξεκουραστῶ, ὣς ποὺ νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι…
― Καὶ ὕστερα;
―Ὕστερα πηγαίνω μὲ τὸ φεγγάρι.
― Μὰ θὰ πᾷς;
― Θὰ πάω.
― Ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
― Τί θὰ πῇ;… Μπορεῖ νὰ ἔχω χρόνια νὰ πάω, μὰ τὸν δρόμο τὸν θυμοῦμαι… Κ᾽ ἔπειτα, ἂν ἔρθῃ κανένας ἀπ᾽ τοὺς ξωμερίτες* φίλος μου…
― Ἔ!
― Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὲ πάῃ ὀλίγο παραπάνω, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
―Ὥστε δὲν ξέρεις καλὰ τὸ δρόμο;
―Ὄχι ἀλλὰ…
― Φοβᾶσαι τὰ στοιχειά; ἐκάγχασεν ὁ ἱερεύς.
― Θεὸς νὰ φυλάῃ… δὲν φοβοῦμαι τίποτε μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ… μὰ ἡ συντροφιὰ εἶναι πάντα καλύτερη.
― Ἂς εἶναι, δὲν μπορῶ νὰ σὲ διώξω… ἔμβα μὲς στὸ κελλὶ νὰ ξεκουραστῇς, καὶ σὰ βγῇ τὸ φεγγάρι, νὰ πᾷς…
― Εὐλόγησον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, κ᾽ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ χαμηλοῦ ἐπεστρωμένου σοφᾶ*, μὲ τοὺς πόδας πρὸς τὴν ἑστίαν, ὅπου ἔκαιεν ἀσθενὲς πῦρ ἑτοιμόσβεστον. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐσκεπάσθη μὲ τὸ κιλίμι τὸ ὁποῖον ἐκόμιζε, καὶ μετ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἀπεκοιμήθη. Ἦτο δὲ ἤδη νύξ.
* * *
Τὸ κελλίον ὅπου εἶχεν εἰσέλθει ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἦτο τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο ὅσα ἐκράτει ὁ ἡγούμενος, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ἅμα ὡς προθάλαμος, ὡς μαγειρεῖον καὶ ὡς πρόχειρον «ἀρχονταρίκι». Μόλις εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ὁ γηραιὸς πάρεδρος, καὶ εἰσῆλθεν ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ, μὲ ἄσπρον κιουλάφι, μὲ ζωστικὸν πάνινον ξεθωριασμένον καὶ χωρὶς ράσον, κρατῶν λυχνίαν μὲ τὴν ἀριστεράν, καυσόξυλα καὶ χαμόκλαδα μὲ τὴν δεξιάν.
― Ἄλλος μουσαφίρης πάλε! ἐγόγγυσεν ἅμα εἶδε τὸν κὺρ Κωνσταντὸν κοιμώμενον· κουτσοὶ-στραβοὶ στὸν Ἁι-Παντελέημονα! Εὐλόγησον, πατέρες!
Ἐκρέμασε τὸ λυχνάριον ἐπὶ τοῦ πτερυγίου τῆς ἑστίας, ἐγονάτισε καὶ ἤρχισε νὰ ξανάπτῃ τὴν φωτιάν, καὶ ἐξηκολούθησεν:
― Ἀπὸ ποῦ μὲ τὸ καλό, αὐτὸς πάλε! Ἂς εἶν᾽ καλὰ οἱ χριστιανοί! Τὰ ποτήρια ξεπλύνετε, καὶ οἱ παῖδες ἂς κερνοῦν. Ζήτω ἡ κρασοκατάνυξις! εὐλόγησον, πατέρες!
Ἔκυψεν εἰς τὴν ἑστίαν καὶ ἤρχισε νὰ φυσᾷ διὰ φυσητῆρος ἐκ καλάμου. Εἶτα ἐπανέλαβεν:
― «Ἔδωκας ἡγούμενε, τῶν καλογήρων διακόνημα…»
Ἔψαλε τοῦτο εἰς ἦχον τέταρτον, μεθ᾽ ὃ εἰς πεζὸν λόγον προσέθηκε:
― Ποῦ τοὺς βρίσκει, ὁ γέροντάς μου, καὶ τοὺς μαζώνει! Τρέχα, Γαβριήλ. Καφέδες, Γαβριήλ. Καὶ νὰ ἔφερναν τίποτε πρόσφορα, τὸ ἐλάχιστο! Μ᾽ αὐτοὶ ἔρχονται ἄδεια τὰ χέρια. «Τοῦ κελλάρη ἔδωκας κλειδιὰ εἰς τὰ χέρια του» (τοῦτο τὸ εἶπε ψαλτά· εἶτα χῦμα). Βάστα, γερο-Γαβριήλ. Σὰν εἶσ᾽ ἀββάς, βάστα!
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἔκαμε κίνησίν τινα, ἐμισοξύπνησε, κ᾽ ἐγύρισεν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.
― Χαλάλι νὰ τοῦ γίνῃ! ἐγόγγυσεν ὁ πάτερ Γαβριήλ. Νυστασμένος μᾶς ἦλθε, ὁ ἄνθρωπος. Θέλω νὰ ξέρω, αὐτοί, κάτω στὸ χωριό, δὲν κοιμοῦνται τάχα, δὲν ἔχουν σπίτια, δὲν ἔχουν κάμαρες; Κινοῦν δύο ὧρες δρόμο κ᾽ ἔρχονται στὸν Ἁι-Χαράλαμπο γιὰ νὰ κοιμηθοῦν; Ταμάμ*! Εὐλόγησον, πατέρες…
Καὶ εἶτα ἔψαλε:
― «Δίδει τὸν οἶνον λιγοστόν…»
Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, καίτοι στραφεὶς ἐπὶ τοῦ ἄλλου πλευροῦ, δὲν ἐπανεῦρε τὸν ὕπνον, ἀλλ᾽ ἀνασηκωθεὶς ἐπὶ τοῦ ἀγκῶνος, ἐγύρισε βλέμμα πρὸς τὸν μοναχὸν καὶ τὸν ἠρώτησε:
― Τί ὥρα εἶναι, πάτερ;
― Τί ὥρα;… ὥρα ποὺ νύχτωσε… ὥρα ποὺ φέγγουν τ᾽ ἀστέρια…
― Τὸ φεγγάρι δὲ βγῆκε ἀκόμα;
― Τί νὰ σὲ κάμῃ τὸ φεγγάρι, χριστιανέ μου;… Τὸ φεγγάρι δὲν κόβει μονέδα…
― Περιμένω νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι γιὰ νὰ φύγω, καὶ γι᾽ αὐτὸ σ᾽ ἐρωτῶ, εἶπεν ἡσύχως ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Νὰ φύγῃς;… γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός;
― Δὲν ἦρθαν τίποτε ξωμερίτες ἀπ᾽ τὰ καλύβια;
― Μοῦ κάνουν τὴ χάρη νὰ μὴ ᾽ρθοῦν, εἶπεν ὁ Γαβριήλ. Σοῦ φέρνουν ἕνα πρόσφορο καὶ σοῦ φαρμακώνουν* μιὰ κόττα ὁλάκερη· σοῦ φέρνουν ὀλίγο νᾶμα, καὶ σοῦ ἀδειάζουν μιὰ δαμιτζάνα σωστή…
* * *
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ ἡγουμένου ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ κελλίου.
― Ἄ! ξυπνητὸς εἶσαι, κύριε πάρεδρε, ἔλεγεν ὁ παπα-Ἀζαρίας· κ᾽ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ὁ Γαβριὴλ ὡμιλοῦσε πάλι μοναχός του, καθὼς τὸ συνηθίζει. Καλὰ ποὺ ἔπιασε κουβέντα μὲ ἄνθρωπον.
― Χμ… Γχ… ἔπνιξε τοὺς γογγυσμούς του μέσα του ὁ Γαβριήλ. Εἶτα ψιθύρῳ τῇ φωνῇ προσέθηκεν: Εὐλόγησον, πατέρες!
― Δὲν ἐκοιμήθηκα καθόλου, γέροντα, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις πράγματι δὲν ἐνθυμεῖτο ποσῶς ἂν εἶχε κοιμηθῆ ἢ ὄχι.
― Καὶ δὲν ἄκουσες τὸν Γαβριὴλ νὰ μιλῇ μοναχός του;…
― Δὲν τὸν ἄκουσα… Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνον ἴσα μὲ ἕνα Πιστεύω.
― Περιμένω τοὺς βοσκούς, ὅπου εἶναι ἔφθασαν, εἶπεν ὁ Ἁιχαραλαμπίτης ἱερεύς· ἅμα ἔλθουν, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾽ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψῃ γι᾽ ἀπάνου…
― Εὐλόγησον, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός, ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύμει διακαῶς μέσα του.
―Ὣς ποὺ νὰ ἔλθουν, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας, ἐπειδὴ συνηθίζω καὶ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδύς, κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν, νὰ πάρουμε ἕναν καφέ, καὶ νὰ μὲ συντροφέψῃς, ἂν ἀγαπᾷς, εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ βοηθήσῃς νὰ διαβάσουμε μαζὶ τὰς Πράξεις2.
― Εὐχαρίστως, εἶπεν ὁ μπαρμπα-Κωνσταντός.
― Τὲς διαβάζω ἐγὼ τὲς Πράξεις, ἐγόγγυσεν ὁ Γαβριήλ, ὅστις ἐζήλευεν ἅμα ἔβλεπεν ἔκτακτον βοηθὸν ἢ ψάλτην ἐν τῷ ναΐσκῳ.
―Ἐσύ, Γαβριήλ, θὰ κάμῃς περισσότερα λάθη ἀπὸ ὅσες λέξεις εἶναι τυπωμένες μὲς στὸ βιβλίο. Μόνον νὰ μᾶς κάμῃς δύο καλοὺς καφέδες, ἰδιορρυθμίτικους3, καὶ νὰ μᾶς τοὺς φέρῃς ἀπὸ κεῖ. Ὁρίστε, κὺρ Κωνσταντέ, νὰ περάσουμε στὸ κελλὶ τὸ ἄλλο.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠγέρθη, ἔλαβε τὴν ράβδον του, τὸν τορβὰν καὶ τὸ κιλίμι καὶ μετέβη εἰς τὸ κελλίον τοῦ πατρὸς Ἀζαρία.
* * *
Οἱ τρεῖς νεαροὶ βοσκοί, κρατοῦντες τὰς λαμπάδας των χαμηλὰ μὲ τὴν ἀριστεράν, περισκέποντες τὸ φῶς μὲ τὴν δεξιὰν ἀπὸ τῆς προσπνεούσης νυκτερινῆς αὔρας, ἐνῷ ἡ σελήνη, ὑψηλὰ ἀναπλέουσα τὸν οὐρανόν, εἶχε κρυφθῆ εἰς σύννεφα, ἔτρεξαν πρῶτοι ἐμπρός, ὁ δὲ πρῶτος ἀναγγείλας τὴν εἴδησιν αἰπόλος ἤρχετο ὀπίσω. Κατέβησαν κάτω εἰς τὸ ρεῦμα, χωρὶς ν᾽ ἀκούωσι φωνάς, καὶ ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν ὅτι ὁ πρῶτος βοσκὸς ἴσως εἶχεν αὐτιασθῆ*, καὶ εἶχεν ἀκούσει φωνὰς μὴ ὑπαρχούσας πράγματι. Ἀλλ᾽ ὁ αἰπόλος διεμαρτύρετο λέγων ὅτι δὲν ἠπατήθη, καὶ ὅτι εἶχεν ἀκούσει εὐκρινῶς φωνὴν λέγουσαν: «Ποῦ εἴσαστε; Ποῦ εἴσαστε;»
Διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτι μᾶλλον αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους, ὁ βοσκὸς ἤρχισε νὰ φωνάζῃ: «Ἔ! δῶ εἴμαστε! Ποιὸς εἶναι;»
Ἀσθενὴς φωνὴ ἀπήντησεν. Ἀλλὰ δὲν διέκριναν τὰς λέξεις.
Ἀφοῦ προέβησαν ὀλίγα βήματα παρεμπρός, οἱ βοσκοὶ πάλιν ἐφώναξαν: «Ἔ! ποιὸς εἶσαι; Ποῦ βρίσκεσαι;»
Ἡ φωνὴ εὐκρινέστερον ἀπήντησε:
«Δῶ εἶμαι!… ἐλᾶτε παραδῶ…» Καὶ ἡ φωνὴ ἐπνίγη εἰς στεναγμόν.
― Κάποιος θά ᾽πεσε κ᾽ ἐγκρεμοτσακίσθη πουθενὰ μὲς στὸ ρέμα, ἐσκέφθη μεγαλοφώνως ὁ εἷς τῶν βοσκῶν.
Τῷ ὄντι, ὅταν ἤκουσαν τὸν μορμυρισμὸν τοῦ ὕδατος τοῦ μικροῦ χειμάρρου, ρέοντος διὰ μέσου βράχων καὶ ἀμμωδῶν χώρων ἐναλλὰξ εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κ᾽ ἐπλησίασαν εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, εἶδον τὸ σῶμα ἀνθρώπου κειμένου ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ ψιθυρίζον καὶ κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν ἑλικοειδὲς ρεῦμα.
Ἦτο αὐτὸς ὁ κὺρ Κωνσταντός, ὁ τρίτος πάρεδρος.
Τὸν ἀνεκίνησαν. Δὲν ἦτο βαρέως πληγωμένος, ἀλλ᾽ εἶχε βαρέσει εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν, πεσὼν ἀπὸ ὕψος ἀνδρικοῦ ἀναστήματος, ἀπὸ τὸν βράχον.
Περὶ ὥραν δεκάτην εὐρωπαϊστί, ἀφοῦ ἀνέτειλεν ἡ σελήνη, εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, ὄχι τόσον διότι τὸ ἐπεθύμει, ὅσον διότι ὁ παπα-Ἀζαρίας, ὁ ὑποχρεωτικὸς καὶ πρόθυμος φίλος ὅταν ἐπρόκειτο ν᾽ ἀποπέμψῃ ὀχληρόν, εἶχε παρακαλέσει ἕνα τῶν ἐλθόντων χωρικῶν, καὶ εἶχεν ἐπιμείνει ἵνα συνοδεύσῃ οὗτος τὸν μπαρμπα-Κωνσταντὸν ἀπερχόμενον εἰς Ἅγιον Ἰωάννην, ὅπου εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ὑπάγῃ.

Ὁ χωρικός, μὲ προθυμίαν ὄχι ἐμφαντικωτέραν τῆς τοῦ παπα-Ἀζαρία, μεγαλυτέραν δὲ τῆς τοῦ κὺρ Κωνσταντοῦ, συνώδευσε τὸν πάρεδρον εἰς ἱκανὸν μέρος τῆς ὁδοῦ ἕως εἰς τὰ Καμπιά, εἰς τὸ ὕψος τοῦ βουνοῦ ὁπόθεν ἔπρεπε νὰ κατηφορίσῃ τις διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Προδρόμου, κ᾽ ἐκεῖ, ἀφοῦ τοῦ ἔδειξεν ἀκριβῶς τὸν δρόμον, τοῦ εὐχήθη καλὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸν ἐγκατέλιπε μόνον.
Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾽ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόμον, ὅστις ἦτο μοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, μόνην συντροφίαν ἔχων τοὺς θάμνους, ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν, τὰ δένδρα τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον φανταστικὰ σχήματα ἢ ἐσχημάτιζον σκιὰς ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄμμα ἔβλεπε πολλάκις φάσματα καὶ ἀκινήτους ἀνθρώπους, τοὺς βράχους οἵτινες, καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν, ἐπληθύνοντο κ᾽ ἐξετόπιζον τὰ δένδρα, τὸ δειλὸν κελάδημα ὀλίγων πτηνῶν κρυμμένων εἰς τὰς λόχμας, τὸν κρότον τῆς αὔρας σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων, καὶ τὸν μυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος τὸν παραγόμενον ὑπ᾽ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασματίων, ὑπὸ μικρῶν κατωτέρων πνοῶν κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξίν των ἐν μέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς μοναξίας.

Ἀλλ᾽ ὅταν ἔφθασεν εἰς μέρος ὅπου ἡ ὁδὸς ἐτέμνετο εἰς δύο μικρὰ μονοπάτια, τὸ ἓν ἀνατολικώτερον, τὸ ἄλλο βορειοδυτικόν, εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ποῖον μονοπάτι νὰ λάβῃ. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐντόπιος εἷς ἄνθρωπος, ὅστις ἐκτάκτως, ἅπαξ κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη, ἐξέρχεται εἰς μακρὰν σχετικῶς ἐκδρομήν, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, πάντοτε εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν, ὅταν μάλιστα τὸ τοπίον εἶναι κάπως ἄγριον, καὶ δὲν ἔχῃ ὁ ἴδιος κτήματα εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Οἱ δρόμοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλλάζουν, πολλάκις παλαιαὶ ὁδοὶ ἐκχερσοῦνται ἢ καλλιεργοῦνται καὶ δὲν πατοῦνται πλέον ἐκ τῆς πλεονεξίας μικροῦ γαιοκτήμονος, ὅστις περιφράττει ἐντὸς τοῦ χωραφίου του ἓν ἢ δύο στρέμματα γῆς περισσότερον, καὶ μεταθέτει τὸν φράκτην μίαν ἢ δύο ὀργυιὰς ἀπωτέρω. Ἐνίοτε συμβαίνει καὶ τὸ ἐναντίον· ἀδιαφιλονίκητος ἐλαιὼν γνωστοῦ κτηματίου πατεῖται καὶ γίνεται δρόμος, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν διαβατῶν. Ἄλλοτε οἱ βοσκοὶ καὶ αἱ αἶγές των ἀνοίγουσι νέον μονοπάτι διὰ νὰ ἀραδίζουν*, ἄλλοτε ἐγκαταλείπουσι καὶ ἀφήνουσι νὰ ἐκχερσωθῇ παλαιὰ καὶ γνώριμος ὁδός.

Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν, ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐπροτίμησε τέλος τὸ βορειανατολικὸν μονοπάτι, καὶ κατέβη ταχέως εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ Χαιρημονᾶ. Ἀλλ᾽ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ βαδίζῃ τις, ἐκτὸς ἂν εἶναι δωδεκαετὴς παῖς, καὶ ψάχνει διὰ καβούρια, τὴν ἡμέραν. Ὁ δὲ κὺρ Κωνσταντὸς ἦτο ἑξηκοντούτης, ἦτο νὺξ καὶ δὲν ἐζήτει καβούρια. Τὸ ρεῦμα τῆς πηγῆς τοῦ Χαιρημονᾶ, ἑνούμενον κατωτέρω μὲ τὸ ρεῦμα τῆς Παναγίας Δομάν, σχηματίζει ποτάμιον κατερχόμενον εἰς τὴν θάλασσαν δι᾽ ἀποτόμου κατωφερείας, διὰ βράχων καὶ μικρῶν καταρρακτῶν. Στιγμήν τινα, καθ᾽ ἣν ἡ σελήνη εἶχε κρυβῆ ἄνω εἰς νέφος, δὲν εἶδε καλά, δὲν ἐπάτησε στερεά, ὠλίσθησεν ἀπὸ ἕνα βράχον κ᾽ ἔπεσε μὲ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν κορμὸν εἰς τὴν ἄμμον, μὲ τοὺς πόδας εἰς τὸ νερόν. Ὁ μπαρμπα-Κωνσταντὸς ἐκτύπησεν ἐλαφρῶς καὶ ἐπόνεσεν, ἐκ τοῦ τιναγμοῦ μᾶλλον καὶ τοῦ φόβου, ἢ ἐκ τοῦ κατάγματος. Εὐτυχῶς, ὀλίγῳ πρίν, ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψωμα, ἐπάνω εἰς μέγαν ὑπερκείμενον βράχον, εἶχεν ἰδεῖ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ὅπου ἀρτίως εἶχε ψαλῆ ἡ Ἀνάστασις, καὶ εἶχεν ἐννοήσει ὅτι δὲν ἀπεῖχε πλέον πολὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. Ζαλισμένος ἀπὸ τὴν πτῶσιν, ἤρχισε, μὲ ὅσην εἶχεν ἀκόμη δύναμιν νὰ φωνάζῃ: «Ποῦ εἴσαστε; ποῦ εἴσαστε;» καὶ τὴν φωνὴν ταύτην εἶχεν ἀκούσει ὁ πρῶτος βοσκός, ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸς στιγμὴν τοῦ ναοῦ διὰ νὰ ἴδῃ πῶς εἶχον αἱ αἶγές του.
* * *
Ὁ κὺρ Κωνσταντὸς ἐσηκώθη χωλαίνων, ἠκολούθησε τοὺς βοσκούς, ἔφθασεν εἰς τὸν ναΐσκον, ὅταν ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἀσπασμόν, ἐπροσκύνησε καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν του εἰς τὸν χορόν. Ἔψαλεν εἰς ὅλην τὴν λειτουργίαν, μὲ ὅλον τὸ πέσιμόν του καὶ τὸ πόνεμά του.

Ἔξω, ὑπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης, δεξιόθεν τοῦ ναΐσκου, ἔβρεμε γενναῖον πῦρ, καὶ ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ὁ ἐκ τῶν πλησιοχώρων τῆς πολίχνης ἐλθὼν ποιμήν, εἶχεν ὀβελίσει ἤδη ἕνα ἀμνὸν καὶ τὸν ἔψηνε. Δίπλα του πρόθυμος διὰ νὰ τὸν βοηθῇ ἐκάθητο, ἀκουμβῶν ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τῆς ἐκκλησίας, ἀνθρωπίσκος τις ἐκ τῆς πόλεως, ὅστις δὲν εἶχεν ἐννοηθῆ πότε καὶ πῶς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ, ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. Ἀνάμεσα εἰς τὴν πυρὰν καὶ εἰς τὸν τοῖχον, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, μὲ τὴν κιτρίνην ζωνάραν, τὸ ξυραφισμένον γένειον καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ μύστακα, εἶχεν ἀφήσει τὸ μαχαίρι του μετὰ τοῦ θηκαρίου, καὶ ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἀπὸ πολλῆς ὥρας δὲν εἶχε παύσει νὰ ρίπτῃ τὸ βλέμμα ἐναλλάξ, εἰς τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν καὶ εἰς τὸ μαχαίριον. Ἀντικρύ, παρὰ τὴν ρίζαν ἑνὸς σχοίνου, ἵστατο μεγάλη ὀκταόκαδος φλάσκα. Ἐκ τοῦ τρόπου μεθ᾽ οὗ ἵστατο ἀκουμβημένη εἰς τὸ κλαδίον τοῦ σχοίνου ἐφαίνετο πλήρης οἴνου, μοσχάτου καὶ μαύρου μεμειγμένου. Τὸ ροδοκοκκινίζον σφαχτὸν ἔκνιζε καὶ ἔσιζεν εἰς τὸ πῦρ, ἡ φλάσκα, ὡς ἄλλη κλῶσσα καλοῦσα τοὺς νεοσσούς της ὑπὸ τὰς πτέρυγας, ἐφαίνετο καλοῦσα τοὺς βοσκοὺς εἰς εὐωχίαν ὑπὸ τοὺς ἀτμούς της, ἑτοίμη νὰ κλώξῃ καὶ νὰ φυσήσῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐπαφὴν τῆς χειρός, εἰς τὴν ἐλαχίστην προσέγγισιν τοῦ χείλους εἰς τὴν θηλήν της.

Δύο χωρικοὶ ὄρθιοι, πέντε βήματα μακρὰν τοῦ ψητοῦ, τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου, ἵσταντο καὶ συνωμίλουν ζωηρῶς. Εἶχαν εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογομαχήσωσι δι᾽ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεμμάτων, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμάχοντο ἀπὸ ἐτῶν.
Ἀντικρύ, πρὸς μεσημβρίαν, ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς πέντε βράχους, εἰς τρία μονοπάτια καὶ εἰς κρημνόν, εὑρίσκετο τὸ διαφιλονικούμενον χωράφιον. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόμει, κ᾽ ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχεν σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά.
―Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππουδικό μου, ἔλεγε· δὲ ρωτᾷς καὶ τὸ Γιάννη τῆς Ψαροδήμαινας, ποὺ εἴμαστε γειτόνοι, ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια…
― Τὰ σύνορα εἶναι μὲς στὴ μέση, ἀνάμεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο, ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος, διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός· φαίνεται ἀκόμη ποὺ ἦτον, τὸν παλαιὸν καιρό, ἀποσκαφή*…
― Κοτζὰμ βράχος, ἀντέκρουεν ὁ πρῶτος, κ᾽ ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή, γιὰ νὰ τὴν κάμω σύνορό μου;…
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀμελέστερον τὴν σούβλαν μὲ τὸ σφαχτόν, καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δύο χωρικῶν καὶ τῆς λογομαχίας των.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβε σιγὰ-σιγὰ τὸ μαχαίριον, τὸ ἀπεγύμνωσεν ἀπὸ τὸ θηκάριόν του, ἔκοψεν ἐπιτηδείως τεμάχιον ἀπὸ τὰ νεφραιμιὰ* τοῦ σφαχτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπαυσε σχεδὸν νὰ περιστρέφεται, καὶ τὸ κατεβρόχθισεν ἀπλήστως.
Ὁ μπαρμπα-Δημήτρης οὐδὲ παρατήρησε κἂν τὴν κλοπὴν καὶ τὴν λαιμαργίαν τοῦ ἀνθρωπίσκου. Ἐξηκολούθησε νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς δύο ἐρίζοντας.
― Καὶ εἶναι καὶ μέσα στὸ μπολετὶ* καθαρὰ γραμμένο, ἔλεγεν ὁ πρῶτος τῶν δύο· τὸ πῆγα στὸν παπα-Λευθέρη, ποὺ ξέρει νὰ διαβάζῃ τὰ παλαιὰ γράμματα, καὶ μοῦ τὸ διάβασε τόσες φορές.
― Ἀπὸ μπολετιὰ δὲν ἱδρώνει ἐμένα τὸ μάτι μου, ἀντέλεγεν ὁ δεύτερος· σὰν ἔχῃς ὄρεξη, δὲν πᾷς στὸν μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τὸν Ἀγέλαστο, νὰ σοῦ φτιάσῃ ὅσα ψεύτικα μπολετιὰ θέλεις…

Ὁ Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπρόσεχεν ὅλος εἰς τὴν λογομαχίαν τῶν δύο ἀγροτῶν. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβεν ἐκ νέου τὸ μαχαίριον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ θηκάριόν του, ἔκοψε δεύτερον, γενναιότερον τεμάχιον ἀπὸ τὸ μισοψημένον σφαχτόν, καὶ τὸ κατέπιε μονοκόμματον.
Ἡ ἔρις τῶν δύο χωρικῶν ἐξηκολούθει, καὶ ἡ προσοχὴ μεθ᾽ ἧς τὴν παρηκολούθει ὁ Καμπογιάννης ἦτο ἀδιάπτωτος. Ὁ Μπουκώσης, ὅστις ἐνόει τὴν μυστηριώδη γλῶσσαν τῆς φλάσκας, δι᾽ ἧς αὕτη ἐκάλει τοὺς φίλους της, ὡς ἡ κλῶσσα τοὺς νεοσσούς της, ἔκαμεν ἓν βῆμα μὲ τὸν δεξιὸν πόδα ἐν σχήματι ὀρθῆς γωνίας, δεύτερον βῆμα μὲ τὸ ἀριστερὸν γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος, ἐξηπλώθη τετραποδίζων, ἐπλησίασεν εἰς τὸν σχοῖνον, καὶ λαβὼν τὴν μεγάλην οἰνοβριθῆ φλάσκαν τὴν ἐπλησίασεν εἰς τὰ χείλη του, καὶ ἔπιε γενναίαν δόσιν ἀπνευστί.
Εἶτα, φύσει φρόνιμος καὶ γνωρίζων ὅτι, ἂν ἔκαμνε καὶ τρίτην ἀπόπειραν κατὰ τοῦ σφαχτοῦ, ἦτο φόβος μὴ φωραθῇ ἐπὶ τέλους, ἐπέστρεψε παρὰ τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίας, ὀλίγον τι ἀπώτερον τῆς πυρᾶς, ἐμαζεύθη κ᾽ ἐφαίνετο τόσον ἄκακος καὶ νῆστις, ὡς νὰ μὴν εἶχε πασχάσει ὅλως.
* * *
Ὅταν, ἀφοῦ ὁ ἱερεὺς ἐξῆλθε τελευταῖος ἀπὸ τῆς λειτουργίας, καὶ ἐστρώθη ἡ τράπεζα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ (ἦτον περὶ τὰ γλυκοχαράματα), ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης ἐπεχείρησε νὰ τεμαχίσῃ τὸ ψητόν, παρετήρησεν ὅτι κάτι ἔλειπεν ἀπὸ τὰ νεφραιμιά, ἀλλ᾽ ἐκαμώθη ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Γιάννην τὸν Μπουκώσην, εἶπε:
― Κοίταξε!… Περίεργο… Δὲν εἶναι παράξενο νὰ γεννήθηκε σακάτικο αὐτὸ τὸ ἀρνί, παιδί μου Γιάννη;
Ἐξηκολούθησεν ἡσύχως νὰ κατακόπτῃ τὸ ψητόν, εἶτα ἐπανέλαβε:
― Πολλὰ παράξενα σημεῖα καὶ θάματα γίνονται σ᾽ αὐτὰ τὰ στερνὰ τὰ χρόνια… Γιά βάλε μὲ τὸ νοῦ σου, νὰ φέρω ἀρνὶ σακάτικο γεννημένο ἀπ᾽ τὴ μάννα του, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβω!… Τί νὰ γένῃ, ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός!
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης δὲν εἶπε γρῦ. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ᾽ ἣν παρετίθετο ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ψητόν, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ἔκρυψεν ἐπιτηδείως τὰς δύο στάμνας τοῦ νεροῦ ὁποὺ εἶχεν ἀκόμη γεμᾶτες, κ᾽ ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν τράπεζαν δύο ἄδειες, λέγων ὅτι δυστυχῶς εἶχε λησμονήσει νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τοῦ Χαιρημονᾶ τὴν βρύσιν νὰ πάρῃ νερόν, καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ τώρα κάποιος.
― Σ᾽ ἐσένα πέφτει ὁ κλῆρος, παιδί μου Γιάννη, εἶπεν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Μπουκώσην. Σύρε νὰ γεμίσῃς τὰ δυὸ σταμνιά, νά ᾽χῃς τὴν εὐκὴ τοῦ παπᾶ μας, καὶ σὲ καρτεροῦμε, δὲν τρῶμε… Πάρε καὶ μιὰ ἀναμμένη λαμπάδα νὰ βλέπῃς στὸ δρόμο, καὶ πάτει γερά, ὄμορφα ὄμορφα… νὰ μὴ σπάσῃς τὰ σταμνιά, καὶ τὸ πάθῃς σὰν τὸ τραγούδι ποὺ λένε… καὶ μᾶς ἀφήσῃς κ᾽ ἐμᾶς χωρὶς νερό.
Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύμει ν᾽ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμα. Ἐφορτώθη τὰ δύο σταμνία κ᾽ ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρημονᾶ, ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δύο μίλια, καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλὴ ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντλημένων ὀφθαλμῶν. Ἐχρειάζετο σωστὴν μίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ, νὰ γεμίσῃ τὰ σταμνία καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ.
Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος, ὁ μπαρμπα-Δημήτρης ὁ Καμπογιάννης, ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δύο πλήπεις στάμνας, καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει, ἐξηγήθη καὶ εἶπεν:
― Εἶχα νερό, μὰ ἤθελα νὰ τόνε παιδέψω, τὸν ἀφιλότιμο… Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μοῦ κάμῃ γρουσουζιὰ χρονιάρα μέρα, νὰ μοῦ κόψῃ μεζέδες ἀπ᾽ τὸ σφαχτό, ἐνῷ τὸ ἔψηνα, καὶ νὰ μὴν πάρω κάβο!
* * *
Ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρημονᾶ φέρων τὰ δύο σταμνία ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης, ἦτο ἤδη ἡμέρα, τὸ ψητὸν εἶχε καταβροχθισθῆ, καὶ μόνη ἡ διακριτικὴ φιλαδελφία τῆς θεια-Μαθηνῶς τῆς Ψευτομετάνισσας, καὶ τῆς θεια-Σεραΐνας τῆς σημαιοφόρου τῶν πανηγυρίων, τοῦ εἶχε φυλάξει ὀλίγα τεμάχια τοῦ ἀμνοῦ διὰ νὰ φάγῃ καὶ κάνῃ Λαμπρήν, ὁ πειναλέος ἀνθρωπίσκος.
(1893)
1. Δὲν ἀντιποιεῖται ὁ συγγραφεὺς τὴν πατρότητα τῆς ἐπινοίας ταύτης, δημοσιευομένης ἁπλῶς πρὸς διδακτικὸν σκοπόν, διότι ἴσως νὰ ἔλαβεν ἀρχὴν ἐξ ἀσυνειδήτου ἀναπολήσεως παλαιῶν ἀναγνωσμάτων.
1. Ἄσ᾽βος, ἄσουβος = ἄβυσσος.
2. Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναγινώσκονται, κατὰ τὸ ἀρχαῖον Τυπικόν, ἐν τοῖς ἱεροῖς μοναστηρίοις ἀφ᾽ ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου, πρὸ τῆς Παννυχίδος δηλ. καὶ τοῦ ὄρθρου τοῦ Πάσχα.
3. Ἰδιόρρυθμα λέγονται τὰ μοναστήρια ὅσα δὲν εἶναι Κοινόβια, δὲν τηροῦσι δηλ. τὴν ἀρχαίαν αὐστηρὰν κοινοβιακὴν τάξιν".


Από:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1982
Σελ. 512-540

 Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/224-02-29-lampriatikos-psalths-1893