Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Μαθήματα Ζωής

 Εδώ και λίγες μέρες έλαβα ένα μήνυμα που περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Συνοδευόταν από μια παραπομπή σχετικά με την  πηγή από όπου αλιεύτηκε. 

Το μήνυμα ήταν το εξής:

"Τώρα έγινα ενενήντα πέντε χρονών και με ρωτάτε καμιά φορά: «Γιαγιά, πώς πέρασε η ζωή;». Πού να ξέρω, παιδιά μου, πώς πέρασε; Πέρασε. Αυτό είναι το παράξενο με τη ζωή. Όταν είσαι είκοσι χρονών, νομίζεις πως έχεις μπροστά σου έναν κάμπο και δεν βλέπεις πού τελειώνει. Λες του χρόνου, σε πέντε χρόνια, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά, όταν φτιάξουμε το σπίτι, όταν ξεχρεώσουμε, όταν παντρευτεί η κόρη, όταν πάρει ο γιος τη δουλειά. Όλο «όταν». Και μια μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι ενενήντα πέντε χρονών και λες: «Πότε έγιναν όλα αυτά;».
 
"Μη νομίζετε πως αισθάνομαι ενενήντα πέντε. Το σώμα μου το αισθάνεται. Τα γόνατα το ξέρουν καλά. Τα χέρια μου δεν κρατούν όπως κρατούσαν και για να σηκωθώ από την καρέκλα θέλω τον χρόνο μου. Μέσα μου όμως είμαι και δεκαοχτώ και τριάντα και πενήντα. Θυμάμαι τη μάνα μου να ζυμώνει και, όταν τη θυμάμαι, για μια στιγμή δεν είμαι γιαγιά. Είμαι πάλι το κορίτσι που περιμένει να του δώσει ένα κομματάκι ζυμάρι να παίξει.
Αυτό να το θυμάστε όταν βλέπετε έναν γέρο. Μη βλέπετε μόνο τα γερασμένα χέρια. Μέσα σε έναν γέρο κάθονται όλοι οι άνθρωποι που ήταν κάποτε.

"Εγώ δεν έζησα καμιά μεγάλη ζωή. Μη φανταστείτε πράγματα. Σπίτι, παιδιά, δουλειές, φαγητό, πλύσιμο, αρρώστιες, χαρές, στενοχώριες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες. Αυτά. Αλλά τώρα που τα κοιτάζω από δω, λέω πως αυτά τα «αυτά» ήταν τελικά ολόκληρη η ζωή.
Εσείς σήμερα περιμένετε συνέχεια να συμβεί κάτι μεγάλο για να χαρείτε. Ένα ταξίδι, μια επιτυχία, μια αγορά, μια γιορτή. Εμείς πολλές φορές χαιρόμασταν επειδή είχε καλό καιρό και στέγνωσαν τα ρούχα. Μη γελάτε. Όταν έχεις πλύνει σεντόνια με τα χέρια, είναι μεγάλη χαρά να έχει ήλιο.
Και όταν δεν έχεις πολλά, μαθαίνεις να βλέπεις τα λίγα.
 
"Θυμάμαι τη μάνα μου, όταν έκοβε το ψωμί, πρώτα το σταύρωνε. Δεν έκανε κήρυγμα. Έναν σταυρό έκανε με το μαχαίρι. Εγώ τότε δεν καταλάβαινα. Μετά κατάλαβα. Το ψωμί δεν ήταν δικό μας επειδή το αγοράσαμε. Είχε περάσει από χώμα, βροχή, ήλιο, χέρια ανθρώπων, μύλο, φούρνο, ώσπου να φτάσει στο τραπέζι. Γι’ αυτό δεν το πετούσαμε.
Εσείς να τρώτε ό,τι θέλετε. Δεν θα σας πω εγώ τι θα φάτε. Αλλά να μη φέρεστε στο φαγητό σαν να μην αξίζει τίποτε. Ένα πιάτο φαγητό έχει κόπο μέσα. Και όταν μαγειρεύετε για κάποιον, μη μαγειρεύετε μόνο για να φάει. Να μαγειρεύετε για να καταλάβει ότι τον περιμένατε.
Αυτό είναι το καλό φαγητό.
Μπορεί να κάνεις τα καλύτερα γεμιστά και να τα βάλεις μπροστά στον άλλον με μούτρα. Πικρά θα του φανούν. Και μπορεί να έχεις δυο αυγά και λίγο ψωμί και να του πεις «κάτσε να φάμε μαζί» και να το θυμάται είκοσι χρόνια.

"Το σπίτι δεν το κάνει το έπιπλο. Το κάνει το «κάτσε».
Να έχετε λοιπόν πάντοτε κάτι να προσφέρετε. Δεν χρειάζεται πολύ. Έναν καφέ, ένα φρούτο, ένα κομμάτι ψωμί. Να μη φεύγει άνθρωπος από το σπίτι σας και να αισθάνεται ότι σας ενόχλησε. Ο άνθρωπος ξεχνάει τι του έβαλες στο πιάτο. Δεν ξεχνάει εύκολα πώς τον έκανες να αισθανθεί όταν κάθισε στο τραπέζι σου.
 
"Και να τρώτε μαζί όσο μπορείτε.
Αυτό σας το λέω πολύ.
Το τραπέζι κράτησε οικογένειες.
Στο τραπέζι μαθαίναμε ποιος είχε στενοχώρια χωρίς να μας το πει. Έβλεπες το παιδί που σκάλιζε το φαγητό και καταλάβαινες. Έβλεπες τον άντρα σου που δεν μιλούσε και ήξερες ότι κάτι έγινε στη δουλειά. Έβλεπες τη μάνα που έλεγε «δεν πεινάω» και ήξερες ότι άφηνε το καλό κομμάτι για τα παιδιά.
Σήμερα ο καθένας τρώει μόνος του και πολλές φορές δεν ξέρει κανείς ποιος πεινάει δίπλα του.
Και δεν εννοώ μόνο από φαγητό.
Να προσέχετε ποιος δεν τρώει στο τραπέζι σας. Μπορεί να πεινάει από άλλο πράγμα.
 
"Με ρωτάτε για συνταγές. Τι συνταγές να σας πω; Το κρεμμύδι να το αφήνετε λίγο να γλυκάνει. Το λάδι να μην το φοβάστε, αλλά ούτε να πνίγετε το φαγητό. Τα όσπρια θέλουν υπομονή. Η κατσαρόλα δεν αγαπάει τη βιασύνη. Και το φαγητό, όταν το βγάλεις από τη φωτιά, άφησέ το λίγο να ησυχάσει.
Και ο άνθρωπος το ίδιο.
 
"Μην απαιτείτε απάντηση από τον άλλον την ώρα που βράζει.
Αφήστε τον λίγο να ησυχάσει.
Πολλές κουβέντες γλίτωσα στη ζωή μου επειδή δεν τις είπα την ώρα που ήθελα. Και πολλές που είπα, μετά τις μετάνιωσα. Η γλώσσα δεν έχει κόκαλα, έλεγε η μάνα μου, αλλά σπάει κόκαλα.
Να προσέχετε λοιπόν τι λέτε όταν θυμώνετε.
Ο θυμός περνάει.
Η κουβέντα μένει μέσα στον άλλον.

"Εγώ με τον άντρα μου έζησα χρόνια πολλά. Μη νομίζετε ότι επειδή παλιά έμεναν οι άνθρωποι μαζί ήταν όλα όμορφα. Αυτά είναι παραμύθια. Και τσακωθήκαμε και με στενοχώρησε και τον στενοχώρησα. Υπήρχαν μέρες που δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω.
Αλλά έμαθα κάτι.
Άλλο να θυμώσεις με έναν άνθρωπο και άλλο να τον ξεφτιλίσεις.
Αυτό να μην το κάνετε ποτέ στον άνθρωπό σας.
Αν έχετε κάτι, πείτε το όταν είστε οι δυο σας. Μη μικραίνετε εκείνον που αγαπάτε μπροστά στους άλλους για να μεγαλώσετε εσείς. Γιατί μετά θα γυρίσετε σπίτι μαζί με έναν άνθρωπο που εσείς οι ίδιοι μικρύνατε.
Και την τιμή να την προσέχετε.
 
"Και την τιμή να την προσέχετε.
 Όχι εκείνη την τιμή που λέγανε παλιά και βασάνισαν τόσους ανθρώπους για το «τι θα πει ο κόσμος». Άλλο λέω.
Την τιμή που έχει ο άνθρωπος επειδή είναι άνθρωπος.
Να μη διαπομπεύετε.
Να μη βγάζετε τα μυστικά του άλλου στον δρόμο.
Να μη χτυπάτε τον άνθρωπο εκεί όπου σας εμπιστεύθηκε ότι πονάει.
Αν κάποιος σας άνοιξε την καρδιά του και σας είπε μια αδυναμία του, αυτό το πράγμα είναι σαν να σας έδωσε κάτι γυμνό να το σκεπάσετε. Μην το παίρνετε αύριο στον καβγά και το κάνετε μαχαίρι.
Αυτό είναι ατιμία.
 
"Και να μην περιμένετε να βρείτε άνθρωπο χωρίς ελαττώματα για να αγαπήσετε. Θα πεθάνετε περιμένοντας.
Όλοι κάτι έχουμε.
Ο ένας θυμώνει.
Ο άλλος φοβάται.
Ο άλλος είναι δύσκολος.
Ο άλλος δεν ξέρει να δείχνει την αγάπη του.
Κι εσείς κάτι έχετε που οι άλλοι υπομένουν και μπορεί να μην σας το λένε.
Αυτό να το θυμάστε όταν σας πιάνει η μεγάλη δικαιοσύνη.
 
"Εγώ, όσο μεγάλωνα, τόσο λιγότερο ήθελα να δικάζω τους ανθρώπους. Όχι επειδή έγιναν καλύτεροι οι άνθρωποι. Επειδή κατάλαβα καλύτερα εμένα.
Όταν είσαι νέος, λες εύκολα «εγώ ποτέ».
Μην το λέτε.
Η ζωή ακούει.
Δεν ξέρεις πού μπορεί να βρεθείς, τι μπορεί να φοβηθείς, πόσο μπορεί να πονέσεις, τι βάρος μπορεί να κουβαλήσεις.
Να λέτε: «Θεέ μου, φύλαγέ με».
Είναι πιο ασφαλές.
 
"Και τα παιδιά σας να μην τα κάνετε ιδιοκτησία σας. Αυτό αργά το κατάλαβα.
Τα γεννάς, τα μεγαλώνεις, ξενυχτάς, τρέχεις στον γιατρό, τους βάζεις το χέρι στο μέτωπο να δεις αν έχουν πυρετό και κάπου μέσα σου αρχίζεις να νομίζεις ότι είναι δικά σου.
Δεν είναι.
Πέρασαν από σένα.
Ο Θεός σού τα έδωσε λίγο να τα κρατήσεις από το χέρι και ύστερα πρέπει να ανοίξεις το χέρι.
Δύσκολο πράγμα.
Η μάνα θέλει να κρατάει.
Η αγάπη όμως μερικές φορές πρέπει να ξέρει και να αφήνει.
Να μη φορτώνετε στα παιδιά σας τις ζωές που δεν ζήσατε εσείς. «Εγώ δεν σπούδασα, να σπουδάσεις εσύ. Εγώ δεν έκανα αυτό, να το κάνεις εσύ». Άσε το παιδί να βρει τι του έδωσε ο Θεός.
Εσύ να είσαι εκεί.
Σαν το καντήλι.
 
"Το καντήλι δεν τραβάει κανέναν από το μανίκι.
Καίει.
Και όποιος χρειάζεται φως, το βλέπει.
 
"Και με τα εγγόνια ακόμη περισσότερο. Τα εγγόνια δεν θέλουν δεύτερη μάνα και δεύτερο πατέρα. Γιαγιά θέλουν.
Να τους δίνετε εκείνο που δεν προλαβαίνουν πολλές φορές να δώσουν οι γονείς.
Χρόνο.
Να ακούσετε την ίδια ιστορία δέκα φορές.
Να δείτε το ίδιο ζωγραφάκι.
Να σας εξηγήσει το παιδί κάτι που δεν καταλαβαίνετε και να μην κάνετε πως καταλαβαίνετε.
 
"Εγώ τώρα δεν καταλαβαίνω αυτά τα τηλέφωνά σας. Όλο τα πατάτε και κάτι γίνεται. Καμιά φορά με βγάζετε και φωτογραφία χωρίς να το ξέρω. Ε, βγάλτε.
Μόνο να μη ζείτε όλη σας τη ζωή μέσα από εκεί.
Να κοιτάζετε και λίγο τον άνθρωπο.
 
"Τα μάτια δεν θέλουν φόρτιση.
Και όταν κάθεται απέναντί σας ένας άνθρωπος που αγαπάτε, αφήστε λίγο το τηλέφωνο. Δεν ξέρετε πόσες φορές ακόμη θα κάθεται απέναντί σας.
Αυτό το ξέρω τώρα.
Στα ενενήντα πέντε αρχίζεις να μετράς αλλιώς.
Δεν λες πια «του χρόνου».
Λες «αν είμαστε».
Και αυτό το «αν είμαστε» δεν είναι στενοχώρια. Είναι αλήθεια.
Πολλούς ανθρώπους τούς έχω πια στις φωτογραφίες.
Τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου.
Αδέλφια.
Συγγενείς.
Φίλες.
Τον άνθρωπό μου.
Στην αρχή, όταν φεύγει κάποιος, νομίζεις πως το σπίτι γέμισε από την απουσία του. Παντού εκείνος. Η καρέκλα, το ποτήρι, ένα ρούχο, μια συνήθεια. Μετά περνούν τα χρόνια και η απουσία αλλάζει. Δεν φεύγει. Γλυκαίνει λίγο.
Και κάποτε πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει όταν τον θυμάται.
Αυτό είναι παρηγοριά.
Μη φοβάστε να θυμάστε τους νεκρούς σας. Και να τους συγχωρείτε.
Όσο ζουν οι άνθρωποι, κρατάμε λογαριασμούς.
«Μου είπε αυτό».
«Δεν μου έκανε εκείνο».
«Με αδίκησε».
Όταν φύγουν, βλέπεις πόσο μικρά ήταν πολλά από αυτά.
Ένα άδειο παλτό μένει και λες: «Γιατί θύμωνα τόσο;».
Να το μαθαίνετε αυτό πριν αδειάσει το παλτό.
Να συγχωρείτε όσο είναι ακόμη ζεστό το χέρι.
Μην περιμένετε το κοιμητήριο για να πείτε τα καλά λόγια. Εκεί δεν τα χρειάζεται πια ο άλλος όπως τα χρειαζόταν στην κουζίνα ένα απόγευμα που ήταν κουρασμένος.
 
Και να λέτε «σ’ αγαπώ».
Εμείς δεν το λέγαμε πολύ.
Άλλες εποχές.
Το δείχναμε περισσότερο με πράξεις. Σου καθάριζε η μάνα ένα πορτοκάλι και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου έβαζε ο πατέρας βενζίνη χωρίς να του το ζητήσεις και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου άφηνε η γιαγιά το καλό κομμάτι από την πίτα και έλεγε «εγώ δεν το θέλω».
Το ήθελε.
Απλώς ήθελε περισσότερο να το φας εσύ.
Εσείς όμως να τα κάνετε και τα δύο.
Και να αγαπάτε και να το λέτε.
Τι σας κοστίζει;
Μετά έρχεται η ώρα που θέλεις να το πεις και η καρέκλα είναι άδεια.
 
"Για τα χρήματα τι να σας πω; Χρειάζονται. Όποιος λέει ότι δεν χρειάζονται, μάλλον έχει.
Να δουλεύετε.
Να μην ντρέπεστε για τίμια δουλειά.
Να πληρώνετε εκείνον που δούλεψε για σας.
Να μην κρατάτε ξένο πράγμα.
Να μην κάνετε τον έξυπνο σε βάρος του πιο αδύναμου.
Και να αφήνετε κάτι στην άκρη, γιατί η ζωή έχει χειμώνες.
Αλλά μην κάνετε τα χρήματα αφεντικό.
Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης και κακός νοικοκύρης.
Είδα ανθρώπους να έχουν λίγα και να κοιμούνται ήσυχοι και άλλους να έχουν πολλά και να φυλάνε όλη νύχτα εκείνα που νόμιζαν ότι τους φύλαγαν.
Όσα και να μαζέψεις, στο τέλος ένα κρεβάτι πιάνεις.
Και όσο μεγαλώνεις, ούτε ολόκληρο.
Μια μεριά του κρεβατιού.
Αυτό είναι όλο.
 
"Για τον Θεό τώρα.
Τι να σας πω εγώ για τον Θεό;
Δεν είμαι θεολόγος.
Εγώ ξέρω ένα καντήλι.
Το άναβα.
Άλλοτε με πίστη, άλλοτε με φόβο, άλλοτε επειδή έτσι είχα μάθει από τη μάνα μου. Άλλες φορές προσευχόμουν και αισθανόμουν πως ο Θεός είναι δίπλα. Άλλες φορές έλεγα τα ίδια λόγια και δεν αισθανόμουν τίποτε.
Τα έλεγα όμως.
Τώρα καταλαβαίνω ότι και εκείνες οι προσευχές που νόμιζα πως πήγαν χαμένες κάπου πήγαν.
Μη ζητάτε να αισθάνεστε πάντοτε τον Θεό.
Η μάνα δεν παύει να είναι στο σπίτι επειδή το παιδί κοιμάται και δεν τη βλέπει.
Έτσι το σκέφτομαι εγώ.
Και όταν σας έρθει μεγάλη στενοχώρια, μην ψάχνετε πολλά λόγια.
Πείτε «Χριστέ μου, βοήθησέ με».
Φτάνει.
Ο άνθρωπος όταν πνίγεται δεν κάνει ομιλία.
«Βοήθεια» λέει.
Και πολλές φορές αυτή είναι η πιο αληθινή προσευχή.
Εμένα ο Θεός δεν μου τα έκανε όλα όπως τα ζήτησα.
Ευτυχώς.
Τότε δεν το έλεγα «ευτυχώς».
Θύμωνα, έκλαιγα, έλεγα «γιατί;».
Τώρα κοιτάζω πίσω και βλέπω μερικά πράγματα που, αν γίνονταν όπως τα ήθελα, μπορεί να μου είχαν κάνει μεγάλο κακό.
Και άλλα ακόμη δεν τα κατάλαβα.
Δεν πειράζει.
Δεν χρειάζεται να φύγω από αυτόν τον κόσμο έχοντας καταλάβει τα πάντα.
Ένα παιδί που ταξιδεύει με τον πατέρα του δεν χρειάζεται να ξέρει όλους τους δρόμους.
Χρειάζεται να ξέρει με ποιον ταξιδεύει.
Αυτό μου φτάνει τώρα.
Και να πηγαίνετε στην εκκλησία όχι επειδή είστε καλοί.
Αυτό το λάθος κάνουν πολλοί.
«Δεν είμαι άξιος», λέει ο άλλος.
Ποιος είναι;
Πηγαίνουμε επειδή έχουμε ανάγκη.
Όταν ήμουν νέα και είχα τα παιδιά μικρά, πολλές φορές στην εκκλησία το μυαλό μου πήγαινε στο φαγητό που είχα αφήσει, στο παιδί που βήχει, στις δουλειές. Έλεγα: «Τι προσευχή έκανα τώρα;».
Τώρα λέω πως μπορεί ο Θεός να δεχόταν και εκείνο.
Γιατί κι εκείνη η έγνοια αγάπη ήταν.
Ο Θεός δεν είναι εξεταστής να κοιτάζει αν έκανες σωστά την προσευχή.
Πατέρας είναι.
Και κάτι ακόμη να σας πω για την πίστη.
Μην την κάνετε πέτρα να τη ρίχνετε στους άλλους.
Αν πιστεύετε στον Χριστό, να γίνεται ο άλλος λίγο πιο ήσυχος κοντά σας.
Αν φοβάται περισσότερο επειδή είστε εσείς εκεί, κάτι δεν κάνατε καλά.
Εγώ έτσι το καταλαβαίνω.
Το καντήλι δεν κάνει θόρυβο.
Φωτίζει.
 
"Να φυλάξετε και λίγη ντροπή μέσα σας. Όχι εκείνη τη ντροπή που τσακίζει τον άνθρωπο. Την καλή ντροπή.
Να ντρέπεσαι να πάρεις αυτό που δεν είναι δικό σου.
Να ντρέπεσαι να προσβάλεις έναν γέρο.
Να ντρέπεσαι να κοροϊδέψεις έναν αδύναμο.
Να ντρέπεσαι να αφήσεις έναν άνθρωπο που σε βοήθησε όταν πια δεν σου χρειάζεται.
Να ντρέπεσαι να κάνεις τον καλό μπροστά και να τρως τον άλλον από πίσω.
Αυτή τη ντροπή να την κρατήσετε.
Κάνει καλό.
Και να έχετε φιλότιμο.
Το φιλότιμο δεν είναι να σε βλέπουν.
Είναι να μπορείς να κάνεις κάτι καλό και να μη μάθει κανείς ότι το έκανες.
Να βρεις ένα πορτοφόλι και να το επιστρέψεις ενώ θα μπορούσες να το κρατήσεις.
Να δεις έναν άνθρωπο κουρασμένο και να του κάνεις τη δουλειά χωρίς να του πεις «κοίτα τι έκανα για σένα».
Να τηλεφωνήσεις σ’ έναν γέρο όχι επειδή έχει γιορτή αλλά επειδή σκέφτηκες ότι μπορεί να είναι μόνος.
Αυτά παίρνουμε μαζί μας, νομίζω.
Τα άλλα μένουν.
 
"Κοιτάξτε τώρα το σπίτι μου. Πόσα πράγματα μάζεψα τόσα χρόνια. Σεμεδάκια, πιάτα, ποτήρια, κουβέρτες, πράγματα που έλεγα «αυτό είναι καλό, να μην το χαλάσουμε».
Τι να μην το χαλάσουμε;
Για ποιον;
Είχαμε παλιά ένα καλό σερβίτσιο και το φυλάγαμε για τους ξένους.
Μετά κατάλαβα κάτι.
Κι εμείς ξένοι είμαστε.
Περνάμε.
Γι’ αυτό χρησιμοποιήστε τα καλά σας πράγματα.
Φορέστε το καλό φόρεμα.
Ανοίξτε το καλό κρασί όταν έρθει ο άνθρωπός σας.
Βάλτε τα καλά πιάτα στο τραπέζι.
Μην αποθηκεύετε όλη τη χαρά για μια ημέρα που μπορεί να μη φτάσει.
Αλλά ούτε να ζείτε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Να ζείτε σαν να είναι δώρο και το σήμερα και το αύριο.
Αυτό θέλει λίγο νοικοκυροσύνη στην ψυχή.
Και όταν κάνετε λάθος, να ζητάτε συγγνώμη.
 
"Μην αφήνετε τον εγωισμό να σας κλέβει χρόνια.
Έχω δει αδέλφια να μη μιλούν δέκα και είκοσι χρόνια και στο τέλος να κλαίνε πάνω από ένα φέρετρο.
Τι κέρδισαν;
Ποιος είχε δίκιο;
Άντε τώρα να το βρεις.
Δύο άνθρωποι έχασαν είκοσι Χριστούγεννα για να μη χάσει κανείς έναν καβγά.
Μεγάλη ζημιά.
Να χάνετε και λίγο.
Κάνει καλό.
Δεν χρειάζεται να κερδίζετε όλες τις κουβέντες.
Καμιά φορά κέρδισες την κουβέντα και έχασες τον άνθρωπο.
Τι το κάνεις μετά το δίκιο σου;
Το βάζεις σε κορνίζα;
 
"Και να γελάτε.
Αυτό μην το ξεχάσετε.
Ο Θεός μάς έδωσε και το γέλιο.
Να γελάτε με τον εαυτό σας. Όχι με την πληγή του άλλου.
Όποιος μπορεί να γελάσει λίγο με τα χάλια του γλιτώνει από πολλή υπερηφάνεια.
Τώρα εγώ ξεχνάω καμιά φορά πού έβαλα τα γυαλιά μου και τα έχω στο κεφάλι.
Γελάω.
Τι να κάνω;
Να θυμώσω με τα ενενήντα πέντε;
Καλά μου φέρθηκαν.
Με έφεραν μέχρι εδώ.
 
"Και το σώμα σας να το αγαπάτε χωρίς να το προσκυνάτε.
Να το πλένετε, να το φροντίζετε, να το ξεκουράζετε, να το ταΐζετε σωστά.
Σας κουβαλάει μια ζωή.
Όταν ήμουν νέα, ανέβαινα σκάλες τρέχοντας και ούτε ήξερα ότι έχω γόνατα.
Τώρα τα ξέρω ένα ένα.
Να λέτε και κανένα ευχαριστώ στο σώμα όσο δουλεύει.
Δεν είναι μηχανή.
Και όταν αρχίσει να κουράζεται, μην το μισήσετε.
Έκανε τη δουλειά του.
Τα χέρια μου τώρα είναι ζαρωμένα. Αλλά αυτά τα χέρια έπλυναν παιδιά, ζύμωσαν ψωμιά, χάιδεψαν πυρετωμένα μέτωπα, κράτησαν χέρια σε νοσοκομεία, έκαναν τον σταυρό τους πάνω από ανθρώπους που κοιμόντουσαν.
Πώς να τα πω άσχημα επειδή ζάρωσαν;
Εγώ τα ευχαριστώ.
 
"Τώρα, αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να είχα κάνει διαφορετικά, θα σας πω: να είχα φοβηθεί λιγότερο.
Πολύ φοβόμαστε στη ζωή.
Τι θα γίνει.
Τι θα πουν.
Αν θα τα καταφέρουν τα παιδιά.
Αν θα έχουμε χρήματα.
Αν θα αρρωστήσουμε.
Και τελικά ό,τι ήταν να έρθει ήρθε και κάπως περάσαμε κι από μέσα.
Έκλαψα για πράγματα που έγιναν.
Αλλά έκλαψα και για εκατό πράγματα που δεν έγιναν ποτέ.
Αυτά τα δάκρυα πήγαν χαμένα.
Γι’ αυτό εσείς να κάνετε αυτό που μπορείτε σήμερα και το υπόλοιπο να το αφήνετε λίγο στον Θεό.
Δεν κρατιέται όλος ο κόσμος με τα χέρια μας.
Κουράζονται.
Και στο τέλος αυτό έμαθα.
 
"Όλη τη ζωή μου νόμιζα ότι κρατούσα.
Κρατούσα το σπίτι.
Κρατούσα τα παιδιά.
Κρατούσα τα χρήματα να φτάσουν.
Κρατούσα τον έναν όταν αρρώστησε.
Κρατούσα τον άλλον όταν φοβήθηκε.
Κρατούσα οικογένεια, πιάτα, σακούλες, μωρά, χέρια, κλειδιά.
Τώρα δεν μπορώ να κρατήσω καλά ούτε ένα γεμάτο ποτήρι.
Και κάθομαι καμιά φορά εδώ στην καρέκλα και σκέφτομαι:
Τελικά δεν κρατούσα εγώ τόσα χρόνια τη ζωή.
Η ζωή κρατούσε εμένα.
Και πιο πίσω από τη ζωή, ο Θεός.
Αυτό θέλω να θυμάστε όταν κάποτε δεν θα είμαι εδώ.
Όχι τα πράγματά μου.
Πάρτε τα, δώστε τα, πετάξτε ό,τι δεν χρειάζεται. Μην τσακωθείτε για κανένα πιάτο και κανένα χωράφι. Αν ένα πράγμα που αφήνω πίσω μου σας χωρίσει, καλύτερα να το δώσετε σε ξένο.
 
"Να θυμάστε να τρώτε μαζί.
Να έχετε λίγο ψωμί για εκείνον που θα χτυπήσει την πόρτα.
Να μη ντροπιάζετε τον άνθρωπό σας.
Να τηλεφωνείτε στους γέρους σας.
Να ζητάτε συγγνώμη πριν γίνει πολύ αργά.
Να μη φοβάστε να πείτε «σ’ αγαπώ».
Να ανάβετε κανένα καντήλι.
Να κάνετε τον σταυρό σας πριν φύγετε από το σπίτι, όχι από φόβο, αλλά για να θυμάστε ότι δεν πηγαίνετε μόνοι.
Και όταν σας έρθει η μεγάλη στενοχώρια, μην απελπιστείτε.
Πέρασαν πολλά από αυτό το σπίτι.
Χαρές, φωνές, γέλια, αρρώστιες, γάμοι, θάνατοι.
Όλα πέρασαν από την ίδια πόρτα.
Μόνο η αγάπη, βλέπω τώρα, δυσκολεύεται να φύγει.
Μένει πάνω στα πράγματα.
Μένει σε μια συνταγή που κάνετε όπως την έκανε η μάνα σας.
Μένει σε μια κουβέντα που σας είπε κάποιος όταν ήσασταν παιδί.
Μένει στον τρόπο που σκεπάζετε το δικό σας παιδί τη νύχτα χωρίς να ξέρετε ότι κάνετε ακριβώς την κίνηση που έκανε κάποτε κάποιος πάνω από εσάς.
 
"Και όταν έρθει κάποτε και για μένα η ώρα, μη λέτε πολλά.
Ενενήντα πέντε χρόνια μού έδωσε ο Θεός. Τι παράπονο να έχω;
Μόνο να ανοίξετε λίγο το παράθυρο.
Αυτό θέλω.
Και αν είναι πρωί, να μπει μέσα λίγο φως.
Γιατί τόσα χρόνια αυτό κατάλαβα.
 
"Εμείς νομίζουμε πως όλη μας τη ζωή μαθαίνουμε να κρατάμε.
Σπίτια, ανθρώπους, παιδιά, πράγματα, το σώμα μας, τη ζωή μας.
Και στο τέλος ο Θεός μάς μαθαίνει το τελευταίο μάθημα.
Να ανοίξουμε το χέρι. 
 
Λίγα μαθήματα ζωής που γράφτηκαν από κάποιον ξένον σε  μένα, που όμως  μου μοιάζουνε λόγια της μάνας μου, γι' αυτό και τα ασπάζομαι και τα μοιράζομαι με τους φίλους μου. Που τα έχω ακούσει άπειρες φορές από τα χείλη της στη μακρά ζωή της και στην μεγάλη οικογένειά μας. Τα χρειαστήκαμε όλοι μας σε διάφορες περιστάσεις και τα εφαρμόσαμε για να προχωρήσουμε.
 
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους άφησαν τέτοιες παρακαταθήκες, κι ας είναι η ζωή τους γαλήνια όσους ακόμη διδάσκουν με το παράδειγμα της ζωής τους. Σαν καντήλι που καίει για να φωτίζει.

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Βιβλιοδρόμιο. Ελένη Κουτσούδη-Ιόλα: Οι Ερινύες του χθες

Οι Ερινύες του χθές, ήρθαν στα χέρια μου τυχαία. Για το πώς και γιατί συνηθίζω να διαβάζω ένα λογοτεχνικό κείμενο, έχω γράψει σε προηγούμενο σημείωμά μου (εδώ). 

Δεν θα προβώ σε κρίσεις για το έργο από πλευράς τεχνικής γιατί δεν έχω αρμοδιότητα, ούτε από πλευράς επιστημονικής, γιατί δεν έχω την αντίστοιχη ειδικότητα.

Θα τοποθετηθώ όμως στο περιεχόμενο και στην ουσία των λεγομένων, γιατί αυτά αποτελούν και τον λόγο για τον οποίο μελέτησα το βιβλίο της κ. Ιόλα.

Η αφήγηση είναι αποσπασματική. Η συγγραφέας γράφει με αφορμή τα συγκλονιστικά περιστατικά της ζωής της που την τραυμάτισαν και την σημάδεψαν. 

Η συγγραφέας είναι η μόνη επιζήσασα από ένα τροχαίο ατύχημα. Και το ερώτημα που την στοίχειωσε ήταν: «γιατί επέζησε μόνο αυτή»; 

Το ερώτημα αυτό στάθηκε βρόχος στο λαιμό της και την βασάνισε για πολύ καιρό, και όπως -σαφώς καταφαίνεται- με την σημαντική βοήθεια ψυχολόγου κατάφερε τελικώς να βρεί μια νέα ισορροπία. ¨Ηταν προφανώς πολύ δύσκολο για ένα παιδί και ήταν φυσικό αρχικά, να αισθάνεται ενοχές για την επιβίωσή της και να μην μπορεί να το αποδεχθεί ως προσωπική δωρεά, ή ευκαιρία, ακόμη και ως ευλογία. Στην δεύτερη περίπτωση, θα μπορούσε να έχει την χαρά να αποδίδει διαρκώς ευχαριστία και ευγνωμοσύνη και να προσπαθεί να βρεί δημιουργικούς τρόπους αυτοβελτίωσης. Αυτά βέβαια είναι πολύ δύσκολα πράγματα για ένα μικρό παιδί, αλλά όχι και τόσο δύσκολα ή αδιέξοδα για έναν μεγάλο άνθρωπο. Και πάντως είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και γενικότερου περιβάλλοντος. 

Η συγγραφέας μνημονεύει συμπεριφορές οικείων προσώπων που την τραυμάτισαν.  Συμπεριφορές που -όπως περιγράφονται- είναι απαράδεκτες για κάθε άνθρωπο, και όχι μόνο για ένα παιδί.

Η συγγραφέας δεν αναφέρει σε καμία περίπτωση καλή συμπεριφορά αυτών των οικείων προσώπων, ευτυχώς όμως, αναφέρεται σε καλή συμπεριφορά άλλων, μη οικείων. Παντού μπορεί να βρεί κανείς την ανθρωπιά.  

Στο κεφάλαιο που επιγράφεται "Συσκότιση" η συγγραφέας, νομίζω πως -από παρανόηση- περιγράφει ως συσκότιση την (έστω και με λαθεμένο τρόπο εκφραζόμενη) προστατευτικότητα των ενηλίκων απέναντι στα παιδιά. Η προστατευτικότητα μπορεί να εκδηλώνεται με καλό τρόπο και να επιτελεί τον σκοπό για τον οποίο εκδηλώνεται, ή να εκφράζεται αυταρχικά και εξουσιαστικά και να ενεργεί αντίθετα από τον σκοπό που επιδιώκει. 

Η συγγραφέας επισημαίνει ότι δεν της φανερώθηκε η κήδευση και η ταφή της μητέρας της και στο θέμα αυτό θεωρεί πως επικράτησε το ψέμα. Θα μπορούσε να μιλήσει για εσφαλμένη εκδήλωση της προστατευτικότητας. αλλά προφανώς συνδέει το γεγονός αυτό με την γενικότερα κακή συμπεριφορά αυτών των οικείων προσώπων.

Από τα ανεξήγητα στα οποία αναφέρεται η συγγραφέας είναι και ο εγκλεισμός της σε οικοτροφείο και η προετοιμασία της για να μεταναστεύσει στο εξωτερικό προκειμένου να παρακολουθήσει εκεί το σχολείο.  Δεν είναι σαφές γιατί έγινε αυτό, αν εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό ή την οικογένεια ή για ποιόν άλλο λόγο και σκοπό το παιδί απομακρύνθηκα και απομονώθηκε.

Όταν αργότερα επανήλθε στην Ελλάδα και ξεκίνησε την μέση εκπαίδευσή της, περιγράφοντας τα χρόνια αυτά αναφέρεται και στα παιχνίδια με τις φίλες της. Αναφέρεται ιδιαίτερα σε στιγμές συμμετοχής στην θεία λειτουργία στην θεία κοινωνία και στην λήψη του αντίδωρου. Από τις συμπεριφορές αυτές των κοριτσιών, στην θεία λειτουργία φαίνεται ότι φέρονταν ως εάν δεν είχαν καμία διαπαιδαγώγηση και νουθεσία για το πως πρέπει να συμπεριφέρονται τις στιγμές αυτές. Το δέος διδάσκεται στους μικρούς, από τους μεγάλους που το έχουν εσωτερικεύσει. Είναι στοιχείο πολιτισμού και πνευματικής καλλιέργειας. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν διδάχτηκε πως κάτι τέτοιες στιγμές είναι κάτι σοβαρό και σπουδαίο. Ήταν γι' αυτήν παιχνίδι, ήταν κάτι χωρίς πνευματικότητα και προοπτική, χωρίς πνευματική επίδραση. (Αλλά, ποιός να διδάξει ένα παιδί που έχασε τη μάνα του, και που οι άλλοι το απομάκρυναν και το απομόνωσαν;)

Σημαντικός προβληματισμός αναδύεται στο σημείο που αναφέρει ότι "το εβραϊκό κοιμητήριο ακουμπά στον τοίχο του χριστιανικού. Κοιτώντας την διαχωριστική γραμμή σκέφτηκα πόσο γελοίοι μπορεί να είμαστε οι άνθρωποι: ένα ντουβάρι, φτιαγμένο από την μια πλευρά από χριστιανικά χέρια και, από την πίσω, δουλεμένο από αλλόθρησκους. Η αγάπη που ακουμπάει; Μπρος ή πίσω; Τι νόημα έχει αυτό το σκηνικό, αφού τελικά θα βρεθούμε όλοι μαζί στο σύμπαν ή θα χαθούμε για πάντα;"

Στο ερώτημα τούτο σταθήκαμε πολλοί. Μπορεί ο θάνατος να χωρίσει τους ανθρώπους που αγαπιούνται; μπορεί η γεωγραφία; μπορεί ο χρόνος του θανάτου; Και, ασφαλώς, δεν δεχόμαστε όλοι ότι θα βρεθούμε κατευθείαν όλοι μαζί στο σύμπαν, ούτε ότι κατευθείαν θα χαθούμε για πάντα!

Ο άνθρωπος όσο ζεί και σκέφτεται, με τις επιλογές του φτιάχνει τον κόσμο στον οποίο θελει να ζήσει και ο οποίος τον χαρακτηρίζει και τον διέπει. Ο άνθρωπος ζεί μέσα στην κοινωνία και αποτελεί διακριτό και σημαίνον μέλος της, λόγω των επιλογών και της παρουσίας του. Ο θάνατός του, μπορεί να είναι ανεξάρτητος από τις επιλογές του. Ο θάνατός του όμως μπορεί ακόμη και να είναι σκόπιμη επιλογή του. Ευθανασία, λέμε σήμερα, αποτέφρωση, και τόσα άλλα!  Πεθαίνει όπως έζησε ή όπως ηθελημένα και εκπεφρασμένα επέλεξε. Όταν ζούμε και θέλουμε όλοι "το αυτό", να ζούμε δηλαδή, με την αγάπη του Θεού, τότε είμαστε πάντα μαζί, στον αιώνα των αιώνων! Όταν ο καθένας θέλει το δικό του, ζεί και πεθαίνει με τους όρους  που ο ίδιος επέλεξε.

Η συγγραφέας θεωρεί πως η νοηματοδότηση του βίου είναι η οδός που μας οδηγεί στην υπέρβαση των πάσης φύσεως δυσχερειών, είτε πρόκειται για οικονομικά, είτε πρόκειται για θέματα σχέσεων, είτε πρόκειται ακόμη και για θέματα υγείας. Αναφέρει πως υπήρξαν άνθρωποι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που επέζησαν των κακουχιών και ξεπέρασαν ακόμα και τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η εσωτερική τους δύναμη και ικανότητα να αντέχουν τις αντιξοότητες πήγασαν από το νόημα που έδωσαν στα χρόνια αυτά,  "όταν υπάρχει το γιατί, το πως γίνεται διαχειρίσιμο, αυτός που έχει ένα λόγο για να ζει, μπορεί να αντέξει σχεδόν οποιοδήποτε πως!  Ο στόχος μπορεί να είναι μια αγάπη ένα όραμα η μια αποστολή!

Αλλά, το πιο σημαντικό σε τούτο το οδοιπορικό του πόνου, είναι η λυτρωτική ευχή της συγγραφέως εκεί μέσα στον τομογράφο, σαν αισθάνθηκε πως θά 'θελε να 'χε περισσότερο χρόνο παρέα με 'κείνους που έχασε τόσο νωρίς! Εκεί μέσα μπορούσε να μιλάει με τους γονείς της για πράγματα που ποτέ δεν τους είχε πει στην πραγματική τους ζωή! Στη ζωή που είχε σβήσει τη μητέρα της από την μνήμη της, ενώ τώρα ήταν έτοιμη να την αγκαλιάσει να την φιλήσει και να και να της εξομολογηθεί πόσο της έλειψε! " ήμουνα έτοιμη να ξεστομίσω το μαμά σ’ αγαπώ! αλλά συγκρατήθηκα". Μετά την εμπειρία αυτή, βρέθηκε χώρος για να βάλει και τη φωτογραφία της μαμάς της δίπλα στη φωτογραφία του μπαμπά της. 

Αργότερα η συγγραφέας αναφέρει ότι τα δύο τελευταία χρόνια δοκιμάστηκε από δύο διαφορετικούς καρκίνους και ότι σ’ αυτή τη φάση παρατήρησε ότι οι συνομιλίες με τη μητέρα της είχαν πολλαπλασιαστεί.

Ονειρεύτηκε την μαμά της και είχαν ένα διάλογο: "είμαι περήφανη για σένα" της είπε η μητέρα της.Τώρα νομίζω πως είμαστε έτοιμες να πέσουμε και μία στην αγκαλιά της άλλης έτσι δεν είναι μητέρα "έλα κοντά μου μου έλειψες" "μαμά δε μας δόθηκε ευκαιρία να γνωριστούμε" όλα αυτά μέσα στο όνειρο και την ώρα που πλησιάζει να πέσει στην αγκαλιά της, ξύπνησε και άπλωσε το χέρι ήτανε τόσο μεγάλη η λαχτάρα να ακούσω από το στόμα της ότι της είχα λείψει! ο πόθος είχε μείνει για πάντα ζωντανός όμως η συγχώρηση έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης, αλλά και μια πρωτοφανή ανακούφιση.
"Μετά την εικόνα μέσα στον αξονικό τομογράφο άρχισα να νιώθω τί θα πει νοιάζομαι τον άλλον. Ήταν αυτό που αναζητούσα, δεν ήταν το φαγητό που μου είχε λείψει, αλλά η συναισθηματική φροντίδα".
 
"Η συγχώρηση που έφερε στην επιφάνεια το αίσθημα της έλλειψης και μια πρωτοφανή ανακούφιση".  Η συμπεριφορά μας προς τον άλλο και η φροντίδα μας για αυτόν. Γιατί ο άλλος είναι ο καθρέφτης της συμπεριφοράς μας, και η φροντίδα μας για αυτόν καθρεφτίζει την αγάπη που του δείχνουμε. Εκείνο το "νοιάζομαι/με νοιάζονται", που όλοι μας το χρειαζόμαστε!
 
Παλιές αλήθειες που μπορεί να διανύσουμε πολύ δρόμο για να τις βρούμε. Κι είναι τόσο σημαντικές οι προσωπικές μας δυσκολίες και τα αδιέξοδα, γιατί αυτά είναι που μας βοηθούν να αποχαρακτηρίσουμε τις τελεσίδικες κρίσεις μας για τους άλλους, και μάλιστα όταν αυτοί έχουν ήδη φύγει!!   

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Η εξόδιος ακολουθία


Η νεκρώσιμη ακολουθία είναι ποίημα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Εκκλησίας αλλά και ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους όλων των εποχών. Η νεκρώσιμη ακολουθία αποτελεί την συμπύκνωση, με ανυπέρβλητο ποιητικό τρόπο, της χριστιανικής διδασκαλίας περί του θανάτου και της ζωής. "Όντως φοβερότατον το του θανάτου μυστήριο" γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Αλλά το φαινόμενο του θανάτου είναι μυστήριο, όσο μυστήριο είναι και το φαινόμενο της ζωής. Είναι γνωστά τα υπαρξιακά ερωτήματα "γιατί υπάρχουμε, από πού ξεκινάμε, που πηγαίνουμε". Ο χαρακτήρας της νεκρώσιμης ακολουθίας είναι διφυής. Από τη μια τονίζεται η ματαιότητα των εγκοσμίων και η μηδαμινότητα του ανθρώπου. Όμως ο τάφος αναδίδει την αληθινότητα του όντος. Δηλαδή το γεγονός του θανάτου βοηθεί τον άνθρωπο να έλθει σε αυτοσυναίσθηση και αυτογνωσία. Η συμφιλίωση με το θάνατο είναι δείγμα μεγάλης σοφίας και αυτό είναι πράγμα δύσκολο. Με το θάνατο ραγίζει βέβαια η καρδιά του ανθρώπου, και αυτού ακόμη του πιστού, όμως δεν κυριεύει την ψυχή του η απελπισία. Διότι, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος, οι Χριστιανοί δεν είναι όπως και οι λοιποί "οι μή έχοντες ελπίδα". Το γεγονός της Αναστάσεως είναι αυτό που συνέχει τον πιστό. Ο άγιος από αυτή τη ζωή βιώνει εμπειρικά το γεγονός της Αναστάσεως και αυτό είναι που δίνει την άλλη διάσταση στη νεκρώσιμη ακολουθία. "Ο θάνατός Σου Κύριε αθανασίας γέγονε πρόξενος". "Μακαρία η οδός, ή πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως". Τα λόγια αυτά απευθύνονται στο νεκρό και ψάλλονται στον χαρμόσυνο τρίτο ήχο. Το σώμα θα εναποτεθεί στο μνήμα αλλά η ψυχή θα εξακολουθεί να ζει και μετά τη νέκρωση του σώματός της.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αν κάποιος πεθάνει κατά τη διάρκεια της Διακαινήσιμης εβδομάδας, η Εξόδιος Ακολουθία θα τελεσθεί μέσα στο κλίμα της αναστάσιμης χαράς. Αντί των νεκρωσίμων ιδιομέλων ψάλλονται οι καταβασίες του Πάσχα και το εξαποστειλάριον "Σαρκί υπνώσας ως θνητός", αντί δε του "Δεύτε τελευταίον ασπασμόν", ψάλλεται το "Αναστάσεως ημέρα". ΠΗΓΗ





Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Ὁ Ἄμωμος. Ψαλμὸς ριη´ (118).


ΣΤΑΣΙΣ Α´. Ἦχος πλ. β´.

 

Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, Ἀλληλούϊα.

 

Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Ἀλληλούϊα.

Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.

Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα.

Κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν. Ἀλληλούϊα.

Ἀθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν, τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου. Ἀλληλούϊα.

Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε, καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου. Ἀλληλούϊα.

 

ΣΤΑΣΙΣ Β´. Ἦχος πλ. α´.


Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ὅτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἀπὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα, ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὰ δίκαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν τὸν νόμον σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

 

ΣΤΑΣΙΣ Γ´. Ἦχος πλ. δ´.

Καὶ ἐλέησόν με. Ἀλληλούϊα.


Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, κατὰ τὸ κρῖμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου. Ἀλληλούϊα.

Νεώτερος ἐγώ εἰμι, καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἀλληλούϊα.

Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με. Ἀλληλούϊα.

Ἄρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου. Ἀλληλούϊα.

Ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.

Ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.

 

Νεκρώσιμα Εὐλογητάρια. Ἦχος πλ. α´.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Τῶν Ἁγίων ὁ χορός, εὗρε πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν Παραδείσου· εὕρω κἀγώ, τὴν ὁδὸν διὰ τῆς μετανοίας· τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον ἐγώ εἰμι· ἀνακάλεσαί με, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ὁ παλάμῃ ἐκ μὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας, εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι.


Εὐλογητός εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Εἰκών εἰμι, τῆς ἀῤῥήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων· οἰκτείρησον τὸν σὸν πλάσμα Δέσποτα, καὶ καθάρισον σῇ εὐσπλαγχνίᾳ· καὶ τὴν ποθεινὴν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ πάντα τὰ ἐγκλήματα.


Δόξα. Τριαδικόν.

Τὸ τριλαμπές, τῆς μιᾶς Θεότητος, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν βοῶντες· Ἅγιος εἶ, ὁ Πατὴρ ὁ ἄναρχος, ὁ συνάναρχος Υἱὸς καὶ τὸν θεῖον Πνεῦμα· φώτισον ἡμᾶς, πίστει σοι λατρεύοντας, καὶ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἐξάρπασον.


Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Χαῖρε σεμνή, ἡ Θεὸν σαρκὶ τεκοῦσα, εἰς πάντων σωτηρίαν, δι᾿ ἧς γένος τῶν ἀνθρώπων εὕρατο τὴν σωτηρίαν· διὰ σοῦ εὕροιμεν Παράδεισον, Θεοτόκε, ἁγνὴ εὐλογημένη.

 


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ´.

Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον, Χριστέ, τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

 


Νεκρώσιμα Ἰδιόμελα.
(Ἰωάννου Μοναχοῦ, τοῦ Δαμασκηνοῦ).

Ἦχος α´.

Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος; Ποία δόξα ἔστηκεν ἐπὶ γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπή, καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Ἀλλ᾿ ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου, καὶ τῷ γλυκασμῷ τῆς σῆς ὡραιότητος, ὃν ἐξελέξω ἀνάπαυσον, ὡς φιλάνθρωπος.


Ἦχος β´.

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος· πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος, νεκροί, ὡς ἐν συσσεισμῷ, πάντες ἀναστήσονται πρὸς τὴν σὴν ὑπάντησιν, Χριστὲ ὁ Θεός· τότε, Δέσποτα, ὃν μετέστησας ἐξ ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων σου κατάταξον σκηναῖς, τὸ πνεῦμα τοῦ σοῦ δούλου, Χριστέ.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Οἴμοι, οἶον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τοὺς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει· πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, τῷ μεταστάντι τὴν ἀνάπαυσιν, παρά Χριστοῦ αἰτησώμεθα, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


Ἦχος γ´.

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται. Διὸ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν· Τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον, ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία.


Ἦχος δ´.

Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται. Διό σε ἱκετεύομεν· Τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσον, ἐν σκηναῖς τῶν Δικαίων σου. Ζωοδότα Φιλάνθρωπε.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά. Ἀλλὰ δεῦτε βοήσωμεν τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ· Κύριε, τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν ἀξίωσον, τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν, ἀναπαύων αὐτὸν ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.


Ἦχος πλ. α´.

Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός· καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον· ἆρα τίς ἐστι, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός; Ἀλλὰ ἀνάπαυσον, Κύριε, μετὰ Δικαίων τὸν δοῦλόν σου, ὡς φιλάνθρωπος.


Ἦχος πλ. β´.

Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε, καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει. Διό, Χριστέ, τὸν δοῦλόν σου, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον.


Ἦχος βαρύς.

Ἀνάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν ζωοδότα, ὃν μετέστησας ἀδελφὸν ἡμῶν ἐκ τῶν προσκαίρων, κράζοντα δόξα σοι.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Κατ᾿ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, πλαστουργήσας κατ᾿ ἀρχὰς τὸν ἄνθρωπον, ἐν Παραδείσῳ τέθεικας, κατάρχειν σου τῶν κτισμάτων· φθόνῳ δὲ διαβόλου ἀπατηθείς, τῆς βρώσεως μετέσχε, τῶν ἐντολῶν σου παραβάτης γεγονώς· διὸ πάλιν εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη, κατεδίκασας ἐπιστρέφειν, Κύριε, καὶ αἰτεῖσθαι τὴν ἀνάπαυσιν.


Ἦχος πλ. δ´.

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.


Δόξα Πατρί. Ὁ αὐτός.

Ὁ θάνατός σου, Κύριε, ἀθανασίας γέγονε πρόξενος· εἰ μὴ γὰρ ἐν μνήματι κατετέθης, οὐκ ἂν ὁ Παράδεισος ἠνέῳκτο· διὸ τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσον ὡς φιλάνθρωπος.


Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός.

Ἁγνὴ Παρθένε, τοῦ Λόγου Πύλη, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μήτηρ, ἱκέτευε ἐλεηθῆναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ.

 


Οἱ Μακαρισμοί.

Ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, μνήσθητί ἡμῶν, Κύριε.

Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.

Μακάριοι οἱ πρᾳεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.


Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.

Ἦχος πλ. β´. Οἱ ὅσιοί σου Παῖδες.

Λῃστὴν τοῦ Παραδείσου Χριστὲ πολίτην, ἐπὶ Σταυροῦ σοι βοήσαντα, τὸ Μνήσθητί μου προαπειργάσω· αὐτοῦ τῆς μετανοίας, ἀξίωσον κἀμὲ τὸν ἀνάξιον.


Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεόν ὄψονται.

Ζωῆς ὁ κυριεύων καὶ τοῦ θανάτου, ἐν ταῖς αὐλαῖς Ἁγίων ἀνάπαυσον, ὃν προσελάβου ἐκ τῶν προσκαίρων, βοῶντα· Μνήσθητί μου, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.


Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.

Ὁ τῶν ψυχῶν δεσπόζων καὶ τῶν σωμάτων, οὗ ἐν τῇ χειρὶ ἡ πνοὴ ἡμῶν, τῶν θλιβομένων παραμυθία, ἀνάπαυσον ἐν χώρᾳ Δικαίων, ὃν μετέστησας δοῦλόν σου.


Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Χριστός σε ἀναπαύσοι ἐν χώρᾳ ζώντων, καὶ πύλας Παραδείσου ἀνοίξοι σοι, καὶ βασιλείας δείξοι πολίτην, καὶ ἄφεσίν σοι δῴη, ὧν ἥμαρτες ἐν βίῳ φιλόχριστε.


Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα, καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι, ἕνεκεν ἐμοῦ.

Ἐξέλθωμεν καὶ ἴδωμεν ἐν τοῖς τάφοις, ὅτι γυμνὰ ὀστέα ὁ ἄνθρωπος, σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία καὶ γνῶμεν τίς ὁ πλοῦτος, τὸ κάλλος, ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ εὐπρέπεια.


Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Ἀκούσωμεν τί κράζει ὁ Παντοκράτωρ· Οὐαί, οἱ ἐκζητοῦντες θεάσασθαι, τὴν φοβερὰν ἡμέραν Κυρίου· αὕτη γάρ ἐστι σκότος· πυρὶ γὰρ δοκιμάσει τὰ σύμπαντα.


Δόξα.

Ἀνάρχῳ καὶ γεννήσει τε καὶ προόδῳ, Πατέρα προσκυνῶ τὸν γεννήσαντα, Υἱὸν δοξάζω τὸν γεννηθέντα, ὑμνῶ τὸ συνεκλάμπον, Πατρί τε καὶ Υἱῷ Πνεῦμα Ἅγιον.


Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Πῶς ἐκ μαζῶν σου γάλα βρύεις Παρθένε; Πῶς τρέφεις τὸν τροφέα τῆς κτίσεως; Ὡς εἶδεν ὁ πηγάσας ὕδωρ ἐκ πέτρας, τὰς φλέβας τῶν ὑδάτων, διψῶντι τῷ λαῷ, καθὼς γέγραπται.

 

Ἀπόστολος 

Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α´ (δ´ 13-17).

Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες, οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου, οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

 

Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (ε´ 24-30).

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ· οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί. Μή θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα, ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως. Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐδέν. Καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός.


Εὐχαὶ συγχωρητικαί.

Ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας, τὸν δὲ διάβολον καταργήσας καὶ ζωὴν τῷ κόσμῳ σου δωρησάμενος· αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου (τοῦδε), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Πᾶν ἁμάρτημα τὸ παρ᾿ αὐτοῦ πραχθὲν ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ διανοίᾳ, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς συγχώρησον· ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει· σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις· ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια.

Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου(τοῦδε), Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Τελευταῖος ἀσπασμὸς τοῦ λειψάνου. 

Ἦχος β´. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοί τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ· οὗτος γὰρ ἐξέλιπε τῆς συγγενείας αὐτοῦ, καὶ πρὸς τάφον ἐπείγεται, οὐκ ἔτι φροντίζων, τὰ τῆς ματαιότητος, καὶ πολυμόχθου σαρκός. Ποῦ νῦν συγγενεῖς τε καὶ φίλοι; Ἄρτι χωριζόμεθα, ὅνπερ ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξώμεθα.


Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. (γ΄


Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ 

 Η κυρία Κατερίνα εκατοχρόνισε και την ξεπροβόδισαν όλοι οι δικοί της. 

Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως.

Κάθε που παρευρίσκομαι σε μια τέτοια περίσταση, ακούω την ακολουθία με προσοχή και την λογαριάζω για δικιά μου. Συμμετέχω, γιατί θέλω με την παρουσία μου ν' αλαφρώσω τον πόνο του πάσχοντος συνανθρώπου για την απώλειά του, αλλά δεν ξεχνώ πως θά'ρθει κι η σειρά μου. Θα πρέπει να είμαι εκεί, τετελειωμένη. Θα ήθελα να έχω προφτάσει εκείνα που πρέπει να έχω κάνει. Μην ξεχνιόμαστε! Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω! Κι αφού τίποτε δεν μένει ας ικετεύσουμε: Εσύ Χριστέ μου, που έκαμες πολίτη του Παραδείσου τον ληστή σαν πάνω από τον Σταυρό εβόησε το "Μνήσθητι", αξίωσε κι εμένα την ανάξια δούλη σου να μετανοήσω όπως εκείνος, αφού το ξέρω, πως "ουδένα θέλεις απωλεσθήναι, πριν εις επίγνωσιν της αληθείας ελθείν"

 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Παύλος Γερουλάνος, ο πολιτικός με την εντυπωσιακή δύναμη πολιτικής σκέψης

 Συνέντευξη του Παύλου Γερουλάνου, στον Θανάση Λάλα (δείτε εδώ). Η συνέντευξη είναι αποκαλυπτική, ο πολιτικός λόγος ακμαίος, ευρηματικός!

Ο Πολιτικός έχει ύψος, ύφος, βάθος, ποιότητα. Μιλάει για τα πολιτικά ζητήματα, τα πολιτικά ερωτήματα και τις πολιτικές ιδέες, που πια δεν ανιχνεύονται στον πολιτικό λόγο του πασόκ, που φθίνει και δεν σηκώνει κεφάλι.

Ο δημοσιογράφος, είναι το κάτάλληλο κεντρί! Δείτε την συνέντευξη!

 Πηγή


 

  

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Των Αγίων Πάντων!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα από την προς Εβραίους Επιστολή του Παύλου, 

(κεφ. 11, εδ. 33-40 και κεφ. 12,  εδ. 1-2)


ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 33 - 40


33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 1 - 2


1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν. 


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από το ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33


32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38


37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30


27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι. 
 
 
Και το απολυτίκιο της ημέρας: 
 
 «Τῶν ἐν ὅλω τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι· Χριστέ, τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος»

Που θα πεί: Κύριε,

Η εκκλησία σου στολισμένη με το αίμα των ανά τον κόσμο μαρτύρων σου, σαν με "πορφύρα και βύσσον", μέ όλους αυτούς τους μάρτυρες Σε καλεί: Σπλαχνίσου τον λαό σου Κύριε, ειρήνη χάρισε στον κόσμο σου και στις ψυχές μας δείξε το μέγα Σου έλεος! 

**************************   

Σημείωση 1: Και για να μην ξεχνάμε  τους μάρτυρες της Πατρίδας μας, τούτη τη μέρα, 7 Ιουνίου, το 1821, σημειώθηκε καταστροφική ήττα του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι, υπό τον Α. Υψηλάντη!

Και 

πως, πάλι σαν τέτοια μέρα, το 1907, απαγχονίστηκε από τους κομιτατζήδες ο Μακεδονομάχος Σαράντος Αγαπηνός, ο θρυλικός Καπετάν Άγρας. 

 Σημείωση 2: Την πληροφορία αυτή βρήκε στο ημερολόγιό του ο φίλος Γιώργος Αντωνακόπουλος  (GA GROUP και KELARI GA GROUP στο FACEBOOK) τον ευχαριστώ για αυτήν την μεγάλης σημασίας πληροφορία και την μοιράζομαι με τους φίλους και επισκέπτες της Φιλαρέτης.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Έρως Ήρως! Μια ιστορία, ακόμη και για παιδιά!

 Ήτανε αργά την άνοιξη, που  είχαμε εγκατασταθεί με τα μικρά μου στο εξοχικό της γιαγιάς. Το σπίτι μας ήτανε μικρό και δεν είχαμε χώρο για παιχνίδια και για όλα όσα έπρεπε να κάνουμε κάθε μέρα. Έτσι, από ενωρίς την άνοιξη καταφεύγαμε για τα 2-3 προσχολικά τους χρόνια στο εξοχικό, και γυρίζαμε πίσω Οκτώβρη!

Ένα από αυτά τα ανοιξιάτικα πρωϊνά αποφάσισα να εισαγάγω τους μικρούς μου στον Παπαδιαμάντη!

Έστρωσα το τραπέζι για το πρωϊνό τους, κι έβαλα πάνω ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς! Φρούτα, κρέμες, μαρμελάδες,  πορτοκαλάδες, τόστ, και τόσα άλλα! 

Σκέφτηκα ότι τα παιδιά, ηλικίας 4-6 ετών θα άκουγαν την αργή ανάγνωση του διηγήματος τρώγοντας και πίνοντας κι ευελπιστούσα έτσι να φτάναμε ως το τέλος!

Αρχίσαμε λοιπόν την ανάγνωση, αργά και με στόμφο, επεξηγώντας όπου χρειαζόταν, ώστε να καταλάβουν τα μικρά την ιστορία!

Διαβάζοντας το διήγημα φτάσαμε στο τέλος! 

Διαβάσαμε και τις τελευταίες γραμμές:

 "Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;

Δεν ισχύει τηλαισθησία ούτε τηλεπάθεια, διά να ζητήσωμεν τας ψήφους των αναγνωστών, νοερώς, ακαριαίως, ουδέ Κοινοβουλίου τέμενος είναι παρ' ημίν ιερόν, αλλά ναός Ευβουλίας. Πας συγγραφεύς υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την μέσην κρίσιν και το μέσον αίσθημα των αναγνωστών του. Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε. Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν.

Έξαφνα είδε νοεράν οπτασίαν, την μορφήν της μητρός του της Μπούρμπαινας, εναέριον, παλλομένην. Ετράβα τα μαλλιά της κλαίουσα και του έλεγε: “Αχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ' είν' αυτό που θα κάμης;”

Έκαμε κρυφά το σημείον του σταυρού επί της καρδίας, από μέσα από το υποκάμισον του. Ενθυμήθη και είπε τρεις φορές το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, οπού του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός, η μήτηρ του, και αυτός έκτοτε το είχε ξεχάσει. Είπεν: “Ας πάγη, η φτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!”

Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του — έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας."

 Οι πιτσιρικάδες, μείνανε με το στόμα ανοιχτό, σταματήσανε να τρώνε και να πίνουν, και ρωτήσανε: έχει κι άλλο τέτοιο παραμύθι μαμά;

 Εκείνη την  ώρα το σπουδαίο για μένα ήταν που τα μωρά μου αγαπήσανε τον γέροντα Παπαδιαμάντη και θέλανε να τον ξανακούσουν να λέει και άλλα "παραμύθια"!

Αλλά μου διέφυγε κάτι άλλο σημαντικότερο: Πως ο γέροντας Παπαδιαμάντης μας διδάσκει και μέσα από τον ενδοιασμό  που γεννήθηκε στην καρδιά του ήρωα, από την νοερά οπτασία της οδυρομένης μάνας του, που θρηνούσε για το κακό που ετοιμαζότανε αυτός, το παιδί της, να κάμει, και από το πως τραβούσε τα μαλλιά της, προσπαθώντας με τον σπαρακτικό τρόπο της να τον συγκρατήσει, να μην του επιτρέψει -με την στάση της- να πραγματοποιήσει το κακό που σχεδίαζε. 

Σήμερα γνωρίζω, πως είναι αναγκαίο να εκφράζει την αποθάρρυνσή του ο γονιός, στα κυοφορούμενα ατοπήματα των παιδιών του και μάλιστα είναι ευχής έργον να κάμει ώστε το παιδί να αποκτήσει την ικανότητα από μόνο του να ξεχωρίζει και να αποφεύγει το κακό και κάθε βίαιη, βλαπτική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Γιατί οι συμβουλές και οι παραινέσεις μας στο καλό, ισχύουν πολύ περισσότερο για την στιγμή που τα παιδιά μας δεν θα έχουν γονείς για να τα προφυλάσσουν και να τα συμβουλεύουν! Κι αυτό το μάθημα πρέπει να το έχουν μάθει καλά πριν χρειαστεί να το εφαρμόσουν!

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Λαθροχειρίες! "Η Ανάστασις του Χριστού ως απάντησις εις το μυστήριον του θανάτου"

Διαβάζω εδώ  την ομιλία του Ιερομόναχου Γεννάδιου Μανώλη (Θεολόγου και  Αρχισυντάκτη της Ενότητας Ορθοδοξία – Πεμπτουσία) που πραγματοποιήθηκε στην Εστία Θεολόγων Χάλκης και Φίλων αυτής, την Πέμπτη, 14 Μαΐου 2026.

Κι επειδή βρίσκω το θέμα εξόχως ενδιαφέρον, αλλά κι επειδή προσωπικώς δεν έχω να προσθέσω κάτι "από την σοφία και την πείρα μου",  δεν διστάζω να προβώ σε μια εκ νέου "λαθροχειρία", για να ωφεληθούν εκτός από μένα κι όσοι φίλοι της Φιλαρέτης το επιθυμούν!

Αμέσως κατωτέρω, ολόκληρη η ομιλία, από την αρχή-αρχή μέχρι τέλους! 

"Ἐπιτρέψατέ μοι, πρὸ τοῦ κυρίως μέρους τῆς παρούσης σύντομης εἰσηγήσεως, νὰ ἐκφράσω, μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ μου δίδεται σήμερα ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν βαθύτατη εὐγνωμοσύνη μοῦ πρὸς τὴν Ἐστία Θεολόγων Χάλκης καὶ Φίλων αὐτῆς γιὰ τὴν τιμητικὴ γιὰ ἐμένα, ἀναγραφῆ στὰ μέλη της, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση γιὰ τὴν σημερινὴ ὁμιλία στὴν παροῦσα ἐκδήλωση.

Ἡ Χάλκη δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἕναν τόπο ἱστορικῆς μνήμης, ἀλλὰ σύμβολο τῆς ἀδιακόπου Θεολογικῆς παραδόσεως τοῦ Γένους καὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τοὺς κόλπους της ἀνεδείχθησαν μορφὲς ποὺ διηκόνησαν τὴν Ἐκκλησία μὲ λόγο θεολογικὸ, ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ οἰκουμενικὴ συνείδηση.

Ἰδιαιτέρως σήμερα, μέσα σὲ μία ἐποχὴ πνευματικῆς συγχύσεως καὶ ὑπαρξιακῆς ἀνασφαλείας, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο συνεχίζει νὰ ἀποτελεῖ κιβωτὸ Ὀρθοδόξου παραδόσεως, κέντρο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ μαρτυρίας ἀγάπης καὶ διαλόγου πρὸς τὸν σύγχρονο κόσμο. Ὑπὸ τὴν φωτισμένη καὶ θυσιαστικὴ διακονία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ ἀναδεικνύει τὸ εὐχαριστιακὸ καὶ ἀναστάσιμο ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας, προσφέροντας λόγο ἐλπίδος καὶ καταλλαγῆς στὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀπάντηση στὴν βαθύτερη ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε στὴ συνέχεια τῆς παρούσης εἰσηγήσεως μὲ θέμα: «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου».

 

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν βαθύτερη ὑπαρξιακὴ ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὴν πρώτη μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἀναζήτησης τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τὴ σύγχρονη φιλοσοφία, ἀπὸ τὴν μεταφυσικὴ τοῦ Πλάτωνος μέχρι τὸ ὑπαρξιακὸ ἄγχος τοῦ Heidegger, ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ ἀπάντηση ἐνώπιον τοῦ ἀναποτρέπτου τέλους. Ὁ θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἡ ἐσχάτη ἀλλοτρίωσις, ὡς διάρρηξις κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὡς κατάρρευσις τοῦ προσώπου μέσα στὴ φθορά.

Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲν παραμένει μία φιλοσοφικὴ ἀγωνία, ἀλλὰ ἀποτυπώνεται ὁμοίως ὑπαρξιακά καὶ στὸν σύγχρονο πολιτισμό.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾷ ἰδιαιτέρα ἐπικαιρότητα μέσα στὸ σύγχρονο πολιτισμικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πλαίσιο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἀποκομμένος συχνὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, βιώνει τὸν θάνατο ὄχι μόνον ὡς βιολογικὸ τέλος, ἀλλὰ ὡς ἐμπειρία ἀπόγνωσης καὶ νοηματικοῦ κενοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν ἐποχή μας παρατηρεῖται ἡ δραματικὴ αὔξηση φαινομένων ὅπως οἱ αὐτοκτονίες, ἡ θεσμοποίηση τῆς εὐθανασίας, ἡ σχετικοποίηση τῆς ἱερὸτητος τῆς ζωῆς μέσω τῶν ἐκτρώσεων καὶ γενικώτερα ἡ καλλιέργεια μιᾶς κουλτούρας θανάτου, ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή δῶρο καὶ σχέσιν κοινωνίας, καὶ τὴν μεταβάλλει σὲ ἀτομικὸ δικαίωμα διαχειρίσεως. Ἡ βαθύτερη κρίση τοῦ συγχρόνου κόσμου δὲν εἶναι πρωτίστως κοινωνικὴ ἢ τεχνολογική, ἀλλὰ ὀντολογική· εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ ζωή δύναται νὰ νικήσει τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως δὲν συνιστᾷ μία θρησκευτικὴ ἀνάμνηση τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὴν μόνη ἀληθινὴ ἀπάντηση στὴν τραγικότητα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἐπαναφέροντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ τὴ φθορά καὶ τὸ μηδέν, ἀλλὰ γιὰ τὴ ζωή, τὴν κοινωνία καὶ τὴν αἰωνιότητα ἐν Χριστῷ.

Μέσα, λοιπόν, σὲ αὐτὴν τὴν καθολικὴ κρίση νοήματος καὶ ἐλπίδος, ἡ Ἐκκλησία δὲν προτείνει μία ἠθικιστικὴ θεωρία οὔτε μία ψυχολογικὴ παρηγορία, ἀλλὰ προβάλλει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς ὀντολογικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ἡ Ἐκκλησία, δὲν προσεγγίζει τὸν θάνατο μόνον ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὸ πρόβλημα. Κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον, ὁ θάνατος εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Θεόν. Στο περίφημο έργο του Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γενόμενος», κινδυνεύει νὰ ἐπιστρέψει «εἰς τὸ μὴ εἶναι» διὰ τῆς φθορᾶς. Ἡ φθορά, λοιπόν, δὲν εἶναι φυσικὸς προορισμός, ἀλλὰ ἡ πτωτικὴ παραμόρφωσις τῆς δημιουργίας.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἔρχεται τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι ὡς ψυχολογικὴ παρηγορία, οὔτε ὡς συμβολικὸς μῦθος νίκης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὴ συντριβὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς δὲν ανέστη ὅπως ὁ Λάζαρος, γιὰ νὰ πεθάνει πάλιν. Ἀλλὰ ἀνέστη ἀφθαρτοποιώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἐγκαινιάζοντας τὸν καινὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στὸν περίφημο Κατηχητικὸ του Λόγο, διακηρύσσει θριαμβευτικῶς: «Ἐπικράνθη ὁ ᾍδης συναντήσας σοι κάτω». Καὶ συνεχίζει: «Ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καὶ συνήντησεν οὐρανῷ». Ἐδῶ βρίσκεται ὁ πυρήνας τῆς πατερικῆς θεολογίας τῆς Ἀναστάσεως: ὁ θάνατος νικᾶται ἐκ τῶν ἔσω, γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ νίκη εἶναι ὀντολογική. Ὁ Θεὸς εἰσέρχεται ἐκουσίως στὴν περιοχή τοῦ θανάτου, ὄχι ὡς αἰχμάλωτος, ἀλλὰ ὡς λυτρωτής. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὸ θνητὸν γιὰ νὰ χαρίσει τὸ ἄφθαρτον.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ διατυπώσει τὴν περίφημη ἀρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον». Ο Χριστὸς προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ θανάτου Του θεραπεύει τὸν θάνατο μετέχοντας ἑκουσίως στὴν κατάσταση τοῦ θανάτου ὅπως κάθε ἄνθρωπος.

Ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἴσως τὴν βαθύτερη θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος. Στὸ πασχάλιο κανόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ψάλλουμε: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας».

Πρόκειται γιὰ ἕνα παράδοξο ὀντολογικὸ γεγονός: ὁ θάνατος καταλύεται διὰ τοῦ θανάτου. Καὶ μὲ ἐξωτερικὴ δύναμη, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐσωτερικῆς διαλύσεως τῆς κυριαρχίας του. Καὶ στὸν λόγο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ Ἐκκλησία περιγράφει συγκλονιστικὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη: «Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· κρείττόν μοι ἦν, εἰ μὴ τὸν ἐκ Μαρίας δεξάμενος».

Ἡ Δογματική Θεολογία γίνεται ποίηση. Ὁ ᾍδης ἀποτυπώνεται καὶ ὁμολογεῖ τὴν συντριβή του. Ἡ Ἀνάστασις δὲν εἶναι ἁπλῶς θαῦμα, ἀλλὰ κοσμικὸ γεγονός, ἀνακαίνιση ὅλης τῆς κτίσεως.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θὰ δώσει βαθύτερη ἑρμηνεία στήν ὀντολογικὴ διάσταση στὸ γεγονός. Ὁ Χριστὸς, λέγει, ἐνώνει τὰ διεστῶτα: Θεὸν καὶ ἄνθρωπο, οὐρανὸ καὶ γῆ, ζωή καὶ θάνατο.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἀπόλυτο τέλος. Παραμένει βεβαίως ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ἔχει χάσει τὸ ὀντολογικὸ του κέντρο. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾍδη, τὸ νῖκος;»

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀρνεῖται τὴ δραματικότητα τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς ἐδάκρυσε μπροστὰ στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Κηρύσσει, ὅμως, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον ἀδιέξοδος τοῦ ὄντος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργικὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι βαθύτατα πασχάλια. Κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἀναστάσιμο γεγονός. Κάθε Εὐχαριστία εἶναι γεύσις τῆς Βασιλείας. Ὁ πιστὸς δὲν περιμένει ἀπλῶς μία μελλοντικὴ ἀθανασία, ἀλλὰ μετέχει ἤδη ἀπὸ τώρα στὴ νέα ζωή τοῦ Ἀναστάντος.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος θὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ βίωση τῆς Ἀναστάσεως μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνον ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ παροῦσα ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου δὲν εἶναι μία θεωρία περὶ μεταθανατίου ζωῆς. Εἶναι ἕνα πρόσωπο: ὁ Ἀναστάς Χριστός.

Ἡ Ἀνάστασις ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ τελευταῖο θεμέλιο τῆς πραγματικότητος δὲν εἶναι ἡ φθορά, ἀλλὰ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεό· ὄχι ὁ μηδενισμός, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη· ὄχι ὁ τάφος, ἀλλὰ ἡ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴ νύκτα τοῦ Πάσχα ἀναγγέλλει το κοσμοσωτήριο γεγονός: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια».

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη πλήρης ἀπάντηση στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, διότι μόνον αὐτὴ μεταβάλλει τὸν θάνατο ἀπὸ τέλος σὲ πέρασμα, ἀπὸ τραγωδία σὲ Πάσχα, ἀπὸ ἄβυσσο σὲ προσδοκία Βασιλείας.

Ἐπιτρέψατέ μοι, κλείνοντας, νὰ επαναλάβω ὅτι τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ μία θρησκευτικὴ ἰδέα μεταφυσικῆς παρηγορίας, οὔτε μία ποιητικὴ ἐξιδανίκευση τῆς ἀνθρωπίνης ἐλπίδος. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι γεγονὸς ἱστορικὸ καὶ συγχρόνως ὀντολογικό· εἶναι ἡ ριζικὴ μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Μέσα στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἡ τελευταία λέξη τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ δραματικώτερο πνευματικὸ πρόβλημα τοῦ συγχρόνου κόσμου: ὅχι ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει, ἀλλὰ ὅτι ζεῖ πλέον χωρὶς ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ζεῖ μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ὁ ὁποῖος, παρά τὰ τεχνολογικὰ του ἐπιτεύγματα, ἀδυνατεῖ νὰ δώσει νόημα στὸν πόνο, στὴ φθορά καὶ στὸ τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ βλέπουμε τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ παλινδρομεῖ μεταξὺ φόβου καὶ μηδενισμοῦ· νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή βάρος, τὸν ἄλλον ἀπειλή, καὶ τὸν θάνατο λύση.

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία δὲν προσφέρει μία ἀφηρημένη διδασκαλία, ἀλλὰ μία ἐμπειρία ζωῆς. Διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο στὴ φθορά, ἀλλὰ εἰσῆλθε ὁ Ἴδιος μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ τὸ μεταβάλει ἐκ τῶν ἔσω εἰς φῶς καὶ ζωή. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη δὲν εἶναι μία συμβολικὴ εἰκόνα, ἀλλὰ ἡ συντριβὴ τῆς τελευταίας τυραννίας ποὺ κρατοῦσε δέσμιο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία παραμένει βαθύτατα πασχάλια. Δὲν ἐρμηνεύει ἀπλῶς τὸν κόσμο· τὸν μεταμορφώνει λειτουργικὰ καὶ εὐχαριστιακὰ. Κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Κάθε ἀνάσταση τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου μέσα στὴν μετάνοια καὶ τὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας γεύεται ἤδη τὴ μέλλουσα Βασιλεία.

Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ μοναδικὴ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο: ὅτι διαφυλάσσει ἀκέραιη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργήθηκε γιὰ τὸ μηδέν, οὔτε γιὰ μία τραγικὴ βιολογικὴ περιπέτεια ποὺ καταλήγει στὴν ἀνυπαρξία, ἀλλὰ γιὰ κοινωνία ζωῆς μὲ τὸν Θεόν. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τοῦ ἀνθρώπου: ὅτι εἶναι πρόσωπο προορισμένο γιὰ αἰωνιότητα.

Καὶ ἂν τελικὰ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν ἀγωνιώδη ἐρώτηση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ τάφου, τότε ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ δίδει τὴν ἴδια ἀμετάθετη ἀπάντηση εἰς τοὺς αἰῶνας· ὄχι μὲ φιλοσοφικὰ συστήματα, ἀλλὰ μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ κενοῦ Μνημείου καὶ μὲ τὴν ἀναστάσιμη βεβαιότητα: «Χριστὸς ἀνέστη, καὶ ζωὴ πολιτεύεται».

Σᾶς εὐχαριστῶ."