Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Των Αγίων Πάντων!

 

Αποστολικό Ανάγνωσμα από την προς Εβραίους Επιστολή του Παύλου, 

(κεφ. 11, εδ. 33-40 και κεφ. 12,  εδ. 1-2)


ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 33 - 40


33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐπὶ ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΒ´ 1 - 2


1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι’ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, 2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν. 


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από το ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33


32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38


37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30


27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι. 
 
 
Και το απολυτίκιο της ημέρας: 
 
 «Τῶν ἐν ὅλω τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι· Χριστέ, τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος»

Που θα πεί: Κύριε,

Η εκκλησία σου στολισμένη με το αίμα των ανά τον κόσμο μαρτύρων σου, σαν με "πορφύρα και βύσσον", μέ όλους αυτούς τους μάρτυρες Σε καλεί: Σπλαχνίσου τον λαό σου Κύριε, ειρήνη χάρισε στον κόσμο σου και στις ψυχές μας δείξε το μέγα Σου έλεος! 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Έρως Ήρως! Μια ιστορία, ακόμη και για παιδιά!

 Ήτανε αργά την άνοιξη, που  είχαμε εγκατασταθεί με τα μικρά μου στο εξοχικό της γιαγιάς. Το σπίτι μας ήτανε μικρό και δεν είχαμε χώρο για παιχνίδια και για όλα όσα έπρεπε να κάνουμε κάθε μέρα. Έτσι, από ενωρίς την άνοιξη καταφεύγαμε για τα 2-3 προσχολικά τους χρόνια στο εξοχικό, και γυρίζαμε πίσω Οκτώβρη!

Ένα από αυτά τα ανοιξιάτικα πρωϊνά αποφάσισα να εισαγάγω τους μικρούς μου στον Παπαδιαμάντη!

Έστρωσα το τραπέζι για το πρωϊνό τους, κι έβαλα πάνω ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς! Φρούτα, κρέμες, μαρμελάδες,  πορτοκαλάδες, τόστ, και τόσα άλλα! 

Σκέφτηκα ότι τα παιδιά, ηλικίας 4-6 ετών θα άκουγαν την αργή ανάγνωση του διηγήματος τρώγοντας και πίνοντας κι ευελπιστούσα έτσι να φτάναμε ως το τέλος!

Αρχίσαμε λοιπόν την ανάγνωση, αργά και με στόμφο, επεξηγώντας όπου χρειαζόταν, ώστε να καταλάβουν τα μικρά την ιστορία!

Διαβάζοντας το διήγημα φτάσαμε στο τέλος! 

Διαβάσαμε και τις τελευταίες γραμμές:

 "Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;

Δεν ισχύει τηλαισθησία ούτε τηλεπάθεια, διά να ζητήσωμεν τας ψήφους των αναγνωστών, νοερώς, ακαριαίως, ουδέ Κοινοβουλίου τέμενος είναι παρ' ημίν ιερόν, αλλά ναός Ευβουλίας. Πας συγγραφεύς υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την μέσην κρίσιν και το μέσον αίσθημα των αναγνωστών του. Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε. Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν.

Έξαφνα είδε νοεράν οπτασίαν, την μορφήν της μητρός του της Μπούρμπαινας, εναέριον, παλλομένην. Ετράβα τα μαλλιά της κλαίουσα και του έλεγε: “Αχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ' είν' αυτό που θα κάμης;”

Έκαμε κρυφά το σημείον του σταυρού επί της καρδίας, από μέσα από το υποκάμισον του. Ενθυμήθη και είπε τρεις φορές το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, οπού του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός, η μήτηρ του, και αυτός έκτοτε το είχε ξεχάσει. Είπεν: “Ας πάγη, η φτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!”

Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του — έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας."

 Οι πιτσιρικάδες, μείνανε με το στόμα ανοιχτό, σταματήσανε να τρώνε και να πίνουν, και ρωτήσανε: έχει κι άλλο τέτοιο παραμύθι μαμά;

 Εκείνη την  ώρα το σπουδαίο για μένα ήταν που τα μωρά μου αγαπήσανε τον γέροντα Παπαδιαμάντη και θέλανε να τον ξανακούσουν να λέει και άλλα "παραμύθια"!

Αλλά μου διέφυγε κάτι άλλο σημαντικότερο: Πως ο γέροντας Παπαδιαμάντης μας διδάσκει και μέσα από τον ενδοιασμό  που γεννήθηκε στην καρδιά του ήρωα, από την νοερά οπτασία της οδυρομένης μάνας του, που θρηνούσε για το κακό που ετοιμαζότανε αυτός, το παιδί της, να κάμει, και από το πως τραβούσε τα μαλλιά της, προσπαθώντας με τον σπαρακτικό τρόπο της να τον συγκρατήσει, να μην του επιτρέψει -με την στάση της- να πραγματοποιήσει το κακό που σχεδίαζε. 

Σήμερα γνωρίζω, πως είναι αναγκαίο να εκφράζει την αποθάρρυνσή του ο γονιός, στα κυοφορούμενα ατοπήματα των παιδιών του και μάλιστα είναι ευχής έργον να κάμει ώστε το παιδί να αποκτήσει την ικανότητα από μόνο του να ξεχωρίζει και να αποφεύγει το κακό και κάθε βίαιη, βλαπτική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Γιατί οι συμβουλές και οι παραινέσεις μας στο καλό, ισχύουν πολύ περισσότερο για την στιγμή που τα παιδιά μας δεν θα έχουν γονείς για να τα προφυλάσσουν και να τα συμβουλεύουν! Κι αυτό το μάθημα πρέπει να το έχουν μάθει καλά πριν χρειαστεί να το εφαρμόσουν!

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Λαθροχειρίες! "Η Ανάστασις του Χριστού ως απάντησις εις το μυστήριον του θανάτου"

Διαβάζω εδώ  την ομιλία του Ιερομόναχου Γεννάδιου Μανώλη (Θεολόγου και  Αρχισυντάκτη της Ενότητας Ορθοδοξία – Πεμπτουσία) που πραγματοποιήθηκε στην Εστία Θεολόγων Χάλκης και Φίλων αυτής, την Πέμπτη, 14 Μαΐου 2026.

Κι επειδή βρίσκω το θέμα εξόχως ενδιαφέρον, αλλά κι επειδή προσωπικώς δεν έχω να προσθέσω κάτι "από την σοφία και την πείρα μου",  δεν διστάζω να προβώ σε μια εκ νέου "λαθροχειρία", για να ωφεληθούν εκτός από μένα κι όσοι φίλοι της Φιλαρέτης το επιθυμούν!

Αμέσως κατωτέρω, ολόκληρη η ομιλία, από την αρχή-αρχή μέχρι τέλους! 

"Ἐπιτρέψατέ μοι, πρὸ τοῦ κυρίως μέρους τῆς παρούσης σύντομης εἰσηγήσεως, νὰ ἐκφράσω, μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ μου δίδεται σήμερα ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν βαθύτατη εὐγνωμοσύνη μοῦ πρὸς τὴν Ἐστία Θεολόγων Χάλκης καὶ Φίλων αὐτῆς γιὰ τὴν τιμητικὴ γιὰ ἐμένα, ἀναγραφῆ στὰ μέλη της, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση γιὰ τὴν σημερινὴ ὁμιλία στὴν παροῦσα ἐκδήλωση.

Ἡ Χάλκη δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἕναν τόπο ἱστορικῆς μνήμης, ἀλλὰ σύμβολο τῆς ἀδιακόπου Θεολογικῆς παραδόσεως τοῦ Γένους καὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τοὺς κόλπους της ἀνεδείχθησαν μορφὲς ποὺ διηκόνησαν τὴν Ἐκκλησία μὲ λόγο θεολογικὸ, ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ οἰκουμενικὴ συνείδηση.

Ἰδιαιτέρως σήμερα, μέσα σὲ μία ἐποχὴ πνευματικῆς συγχύσεως καὶ ὑπαρξιακῆς ἀνασφαλείας, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο συνεχίζει νὰ ἀποτελεῖ κιβωτὸ Ὀρθοδόξου παραδόσεως, κέντρο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ μαρτυρίας ἀγάπης καὶ διαλόγου πρὸς τὸν σύγχρονο κόσμο. Ὑπὸ τὴν φωτισμένη καὶ θυσιαστικὴ διακονία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ ἀναδεικνύει τὸ εὐχαριστιακὸ καὶ ἀναστάσιμο ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας, προσφέροντας λόγο ἐλπίδος καὶ καταλλαγῆς στὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀπάντηση στὴν βαθύτερη ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε στὴ συνέχεια τῆς παρούσης εἰσηγήσεως μὲ θέμα: «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου».

 

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν βαθύτερη ὑπαρξιακὴ ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὴν πρώτη μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἀναζήτησης τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τὴ σύγχρονη φιλοσοφία, ἀπὸ τὴν μεταφυσικὴ τοῦ Πλάτωνος μέχρι τὸ ὑπαρξιακὸ ἄγχος τοῦ Heidegger, ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ ἀπάντηση ἐνώπιον τοῦ ἀναποτρέπτου τέλους. Ὁ θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἡ ἐσχάτη ἀλλοτρίωσις, ὡς διάρρηξις κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὡς κατάρρευσις τοῦ προσώπου μέσα στὴ φθορά.

Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲν παραμένει μία φιλοσοφικὴ ἀγωνία, ἀλλὰ ἀποτυπώνεται ὁμοίως ὑπαρξιακά καὶ στὸν σύγχρονο πολιτισμό.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾷ ἰδιαιτέρα ἐπικαιρότητα μέσα στὸ σύγχρονο πολιτισμικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πλαίσιο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἀποκομμένος συχνὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, βιώνει τὸν θάνατο ὄχι μόνον ὡς βιολογικὸ τέλος, ἀλλὰ ὡς ἐμπειρία ἀπόγνωσης καὶ νοηματικοῦ κενοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν ἐποχή μας παρατηρεῖται ἡ δραματικὴ αὔξηση φαινομένων ὅπως οἱ αὐτοκτονίες, ἡ θεσμοποίηση τῆς εὐθανασίας, ἡ σχετικοποίηση τῆς ἱερὸτητος τῆς ζωῆς μέσω τῶν ἐκτρώσεων καὶ γενικώτερα ἡ καλλιέργεια μιᾶς κουλτούρας θανάτου, ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή δῶρο καὶ σχέσιν κοινωνίας, καὶ τὴν μεταβάλλει σὲ ἀτομικὸ δικαίωμα διαχειρίσεως. Ἡ βαθύτερη κρίση τοῦ συγχρόνου κόσμου δὲν εἶναι πρωτίστως κοινωνικὴ ἢ τεχνολογική, ἀλλὰ ὀντολογική· εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ ζωή δύναται νὰ νικήσει τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως δὲν συνιστᾷ μία θρησκευτικὴ ἀνάμνηση τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὴν μόνη ἀληθινὴ ἀπάντηση στὴν τραγικότητα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἐπαναφέροντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ τὴ φθορά καὶ τὸ μηδέν, ἀλλὰ γιὰ τὴ ζωή, τὴν κοινωνία καὶ τὴν αἰωνιότητα ἐν Χριστῷ.

Μέσα, λοιπόν, σὲ αὐτὴν τὴν καθολικὴ κρίση νοήματος καὶ ἐλπίδος, ἡ Ἐκκλησία δὲν προτείνει μία ἠθικιστικὴ θεωρία οὔτε μία ψυχολογικὴ παρηγορία, ἀλλὰ προβάλλει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς ὀντολογικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ἡ Ἐκκλησία, δὲν προσεγγίζει τὸν θάνατο μόνον ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὸ πρόβλημα. Κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον, ὁ θάνατος εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Θεόν. Στο περίφημο έργο του Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γενόμενος», κινδυνεύει νὰ ἐπιστρέψει «εἰς τὸ μὴ εἶναι» διὰ τῆς φθορᾶς. Ἡ φθορά, λοιπόν, δὲν εἶναι φυσικὸς προορισμός, ἀλλὰ ἡ πτωτικὴ παραμόρφωσις τῆς δημιουργίας.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἔρχεται τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι ὡς ψυχολογικὴ παρηγορία, οὔτε ὡς συμβολικὸς μῦθος νίκης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὴ συντριβὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς δὲν ανέστη ὅπως ὁ Λάζαρος, γιὰ νὰ πεθάνει πάλιν. Ἀλλὰ ἀνέστη ἀφθαρτοποιώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἐγκαινιάζοντας τὸν καινὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στὸν περίφημο Κατηχητικὸ του Λόγο, διακηρύσσει θριαμβευτικῶς: «Ἐπικράνθη ὁ ᾍδης συναντήσας σοι κάτω». Καὶ συνεχίζει: «Ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καὶ συνήντησεν οὐρανῷ». Ἐδῶ βρίσκεται ὁ πυρήνας τῆς πατερικῆς θεολογίας τῆς Ἀναστάσεως: ὁ θάνατος νικᾶται ἐκ τῶν ἔσω, γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ νίκη εἶναι ὀντολογική. Ὁ Θεὸς εἰσέρχεται ἐκουσίως στὴν περιοχή τοῦ θανάτου, ὄχι ὡς αἰχμάλωτος, ἀλλὰ ὡς λυτρωτής. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὸ θνητὸν γιὰ νὰ χαρίσει τὸ ἄφθαρτον.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ διατυπώσει τὴν περίφημη ἀρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον». Ο Χριστὸς προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ θανάτου Του θεραπεύει τὸν θάνατο μετέχοντας ἑκουσίως στὴν κατάσταση τοῦ θανάτου ὅπως κάθε ἄνθρωπος.

Ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἴσως τὴν βαθύτερη θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος. Στὸ πασχάλιο κανόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ψάλλουμε: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας».

Πρόκειται γιὰ ἕνα παράδοξο ὀντολογικὸ γεγονός: ὁ θάνατος καταλύεται διὰ τοῦ θανάτου. Καὶ μὲ ἐξωτερικὴ δύναμη, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐσωτερικῆς διαλύσεως τῆς κυριαρχίας του. Καὶ στὸν λόγο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ Ἐκκλησία περιγράφει συγκλονιστικὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη: «Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· κρείττόν μοι ἦν, εἰ μὴ τὸν ἐκ Μαρίας δεξάμενος».

Ἡ Δογματική Θεολογία γίνεται ποίηση. Ὁ ᾍδης ἀποτυπώνεται καὶ ὁμολογεῖ τὴν συντριβή του. Ἡ Ἀνάστασις δὲν εἶναι ἁπλῶς θαῦμα, ἀλλὰ κοσμικὸ γεγονός, ἀνακαίνιση ὅλης τῆς κτίσεως.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θὰ δώσει βαθύτερη ἑρμηνεία στήν ὀντολογικὴ διάσταση στὸ γεγονός. Ὁ Χριστὸς, λέγει, ἐνώνει τὰ διεστῶτα: Θεὸν καὶ ἄνθρωπο, οὐρανὸ καὶ γῆ, ζωή καὶ θάνατο.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἀπόλυτο τέλος. Παραμένει βεβαίως ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ἔχει χάσει τὸ ὀντολογικὸ του κέντρο. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾍδη, τὸ νῖκος;»

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀρνεῖται τὴ δραματικότητα τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς ἐδάκρυσε μπροστὰ στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Κηρύσσει, ὅμως, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον ἀδιέξοδος τοῦ ὄντος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργικὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι βαθύτατα πασχάλια. Κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἀναστάσιμο γεγονός. Κάθε Εὐχαριστία εἶναι γεύσις τῆς Βασιλείας. Ὁ πιστὸς δὲν περιμένει ἀπλῶς μία μελλοντικὴ ἀθανασία, ἀλλὰ μετέχει ἤδη ἀπὸ τώρα στὴ νέα ζωή τοῦ Ἀναστάντος.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος θὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ βίωση τῆς Ἀναστάσεως μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνον ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ παροῦσα ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου δὲν εἶναι μία θεωρία περὶ μεταθανατίου ζωῆς. Εἶναι ἕνα πρόσωπο: ὁ Ἀναστάς Χριστός.

Ἡ Ἀνάστασις ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ τελευταῖο θεμέλιο τῆς πραγματικότητος δὲν εἶναι ἡ φθορά, ἀλλὰ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεό· ὄχι ὁ μηδενισμός, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη· ὄχι ὁ τάφος, ἀλλὰ ἡ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴ νύκτα τοῦ Πάσχα ἀναγγέλλει το κοσμοσωτήριο γεγονός: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια».

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη πλήρης ἀπάντηση στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, διότι μόνον αὐτὴ μεταβάλλει τὸν θάνατο ἀπὸ τέλος σὲ πέρασμα, ἀπὸ τραγωδία σὲ Πάσχα, ἀπὸ ἄβυσσο σὲ προσδοκία Βασιλείας.

Ἐπιτρέψατέ μοι, κλείνοντας, νὰ επαναλάβω ὅτι τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ μία θρησκευτικὴ ἰδέα μεταφυσικῆς παρηγορίας, οὔτε μία ποιητικὴ ἐξιδανίκευση τῆς ἀνθρωπίνης ἐλπίδος. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι γεγονὸς ἱστορικὸ καὶ συγχρόνως ὀντολογικό· εἶναι ἡ ριζικὴ μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Μέσα στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἡ τελευταία λέξη τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ δραματικώτερο πνευματικὸ πρόβλημα τοῦ συγχρόνου κόσμου: ὅχι ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει, ἀλλὰ ὅτι ζεῖ πλέον χωρὶς ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ζεῖ μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ὁ ὁποῖος, παρά τὰ τεχνολογικὰ του ἐπιτεύγματα, ἀδυνατεῖ νὰ δώσει νόημα στὸν πόνο, στὴ φθορά καὶ στὸ τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ βλέπουμε τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ παλινδρομεῖ μεταξὺ φόβου καὶ μηδενισμοῦ· νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή βάρος, τὸν ἄλλον ἀπειλή, καὶ τὸν θάνατο λύση.

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία δὲν προσφέρει μία ἀφηρημένη διδασκαλία, ἀλλὰ μία ἐμπειρία ζωῆς. Διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο στὴ φθορά, ἀλλὰ εἰσῆλθε ὁ Ἴδιος μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ τὸ μεταβάλει ἐκ τῶν ἔσω εἰς φῶς καὶ ζωή. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη δὲν εἶναι μία συμβολικὴ εἰκόνα, ἀλλὰ ἡ συντριβὴ τῆς τελευταίας τυραννίας ποὺ κρατοῦσε δέσμιο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία παραμένει βαθύτατα πασχάλια. Δὲν ἐρμηνεύει ἀπλῶς τὸν κόσμο· τὸν μεταμορφώνει λειτουργικὰ καὶ εὐχαριστιακὰ. Κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Κάθε ἀνάσταση τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου μέσα στὴν μετάνοια καὶ τὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας γεύεται ἤδη τὴ μέλλουσα Βασιλεία.

Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ μοναδικὴ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο: ὅτι διαφυλάσσει ἀκέραιη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργήθηκε γιὰ τὸ μηδέν, οὔτε γιὰ μία τραγικὴ βιολογικὴ περιπέτεια ποὺ καταλήγει στὴν ἀνυπαρξία, ἀλλὰ γιὰ κοινωνία ζωῆς μὲ τὸν Θεόν. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τοῦ ἀνθρώπου: ὅτι εἶναι πρόσωπο προορισμένο γιὰ αἰωνιότητα.

Καὶ ἂν τελικὰ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν ἀγωνιώδη ἐρώτηση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ τάφου, τότε ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ δίδει τὴν ἴδια ἀμετάθετη ἀπάντηση εἰς τοὺς αἰῶνας· ὄχι μὲ φιλοσοφικὰ συστήματα, ἀλλὰ μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ κενοῦ Μνημείου καὶ μὲ τὴν ἀναστάσιμη βεβαιότητα: «Χριστὸς ἀνέστη, καὶ ζωὴ πολιτεύεται».

Σᾶς εὐχαριστῶ."

 


 

 

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Ψαλμός 1ος: Μακάριος ανήρ

 

ΜΑΚΑΡΙΟΣ ἀνήρ, 
ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν
καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη
καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν.
2 ἀλλ᾿ ἤ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ,
καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός.
3 καὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευμένον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων,
ὃ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ,
καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀποῤῥυήσεται·
καὶ πάντα, ὅσα ἂν ποιῇ, κατευοδωθήσεται.
4 οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως,
ἀλλ᾿ ἢ ὡσεὶ χνοῦς,
ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.
5 διὰ τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει,
οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ ἐν βουλῇ δικαίων·
6 ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδὸν δικαίων,
καὶ ὁδὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται.

Απόδοση

Μακάριος ο άνθρωπος, 
που δεν εσύχνασε σε σύναξη απεργαζομένων την ασέβεια
δεν εστάθηκε στο δρόμο της αμαρτίας
και δεν εκαταστάθηκε στο διευθυντήριο της διαφθοράς

(Μακάριος ο άνθρωπος που)
μονάχα στο λόγο του Κυρίου στάθηκε η επιθυμία του
και στην αδιάκοπη μελέτη του Νόμου Του.

Αυτός θα είναι, όπως το δέντρο, το φυτεμένο στην ροή των υδάτων
που καρπό θα δώσει στον καιρό του,
τα φύλλα του δεν θα χαθούν
κι όλα όσα κάνει θα ευδοκιμήσουν

Όχι όπως οι ασεβείς, όχι.
Αυτοί, όπως το χνούδι,
που άνεμος το παρασέρνει από το πρόσωπο της γής,
αυτοί, δεν θα αναστηθούν κατά την κρίση
ούτε οι αμαρτωλοί θα βρεθούν στην σύναξη των δικαίων

Γιατί γνωρίζει ο Κύριος το θέλημα των δικαίων
και τα σχέδια των ασεβών θα χαθούνε μαζί τους.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Μεσολόγγι: Μια Ιστορική Κυριακή των Βαϊων, που σαρκώνει τον Ελληνικό τον τρόπο (αναδημοσίευση από το 2017)

Γράφει ο Βασίλης Φουρτούνης για την έξοδο του Μεσολογγίου 

Η Ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου αποτελεί ίσως την κορυφαία και την πιο συγκινητική στιγμή του Αγώνα της Εθνικής μας παλιγγενεσίας. Η έξοδος ήταν η κατάληξη ενός άνισου με όρους αριθμητικής σύγκρισης, αγώνα μεταξύ αναρίθμητων Τούρκων και λιγοστών Ελλήνων και φιλελλήνων υπερασπιστών  της ιερής πόλης του Μεσολογγίου.
Η θυσία του Μεσολογγίου που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά  κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μία αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση ψυχικής αντοχής.
Οι φλόγες του Μεσολογγίου και η συνειδητή θυσία των αγωνιστών θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.
Το ιστορικό
"Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι"
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ
Με την έκρηξη της επανάστασης, μετά την Πελοπόννησο, ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είχε επαναστατήσει και είχαν απελευθερωθεί πολλές περιοχές. Μάλιστα οργανώθηκε και πολιτικά με τη "Γερουσία" στο Μεσολόγγι και τον "Άρειο Πάγο" στα Σάλωνα. Ο Σουλτάνος όμως αποφάσισε να αντιδράσει οργανωμένα με δυο στρατιές. Η δεύτερη με τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη κατέληξε στο Μεσολόγγι, στις 25 Οκτωβρίου 1822, το οποίο οι Τούρκοι πολιόρκησαν. Ύστερα από λίγες μέρες, στις 31 Δεκεμβρίου, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να επιστρέψουν στην Ήπειρο.
Μετά τη συμφωνία του Σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, η εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνδυάστηκε με επιχειρήσεις από τους Τούρκους στη Στερεά Ελλάδα, με κύριο στόχο το Μεσολόγγι. Της νέας εκστρατείας ηγείται και πάλι ο Κιουταχής που με πανίσχυρη στρατιά 35.000 ανδρών έφτασε στο Μεσολόγγι στα μέσα Απριλίου 1825. Είναι η δεύτερη και καθοριστική πολιορκία της πόλης που κατέληξε στην ηρωική έξοδο.
1η Φάση της πολιορκίας: Από τον Απρίλιο ως το Δεκέμβριο του 1825 κράτησε η πρώτη φάση της πολιορκίας, και στο διάστημα αυτό οι Τούρκοι έφτασαν σε απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων από το τείχος. Μια ισχυρή επίθεση του Κιουταχή στις 21 Ιουλίου 1825 απέτυχε και τρεις μέρες αργότερα μια ελληνική νυκτερινή αντεπίθεση προκάλεσε σοβαρότατες απώλειες στο τουρκικό στρατόπεδο. Στο μεταξύ ελληνικά πλοία είχαν διασπάσει το θαλάσσιο αποκλεισμό και είχαν εφοδιάσει τους πολιορκουμένους με τροφές και πολεμοφόδια, ενώ στις αρχές Αυγούστου η άμυνα του Μεσολογγίου ενισχύθηκε με 1500 ακόμα άντρες. Μετά τις άκαρπες επιθέσεις του ο Κιουταχής αποσύρθηκε στις γύρω υπώρειες και κατά διαστήματα βομβάρδιζε την πόλη, χωρίς όμως την ασφυκτική πίεση των πρώτων μηνών.
2η Φάση της πολιορκίας:
Το Δεκέμβριο του 1825 άρχιζε η δεύτερη φάση της πολιορκίας όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι με ισχυρή δύναμη (10.000 άνδρες), αποφασισμένος να το καταλάβει. Μετά την απόρριψη από τους πολιορκούμενους της πρότασής του για παράδοση, η πολιορκία έγινε στενότερη και από το Φεβρουάριο οι πολιορκούμενοι πιέζονταν από τις επιθέσεις των Αιγυπτίων και από την πείνα. Τα νησάκια της λιμνοθάλασσας, προπύργια του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού, εκτός από την Κλείσοβα, που η νίκη των Ελλήνων υπήρξε θριαμβευτική. Οι πολιορκούμενοι μάταια περίμεναν την ενίσχυσή τους από το Ναύπλιο, και η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να λύσει την πολιορκία από τη θάλασσα αποδείχτηκε αδύνατη. Μόνη λύση μέσα σε αυτές τις συνθήκες, που διαρκώς χειροτέρευαν, απέμεινε η έξοδος.
Το Μεσολόγγι το 1825 αποτελούσε σε μικρογραφία μια μικρή Ελλάδα, στην καρδιά της Ελλάδος, γιατί μέσα στην πόλη εκείνη δεν ήταν κλεισμένοι μόνο Μεσολογγίτες και Πελοποννήσιοι, αλλά και αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών πληθυσμών από τον Ισθμό και επάνω. Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας οι πολιορκούμενοι με συνεχείς αντεπιθέσεις αλλά και με συνεχή ανεφοδιασμό, έστω και δύσκολα, από τον ελληνικό στόλο υπέμειναν την πολιορκία. Η θέση των Ελλήνων χειροτέρεψε κατά την δεύτερη φάση της πολιορκίας. Είχαν κουραστεί από την εννεάμηνη πολιορκία και ιδίως από την έλλειψη τροφίμων. Η κατάσταση βέβαια ήταν περισσότερο τραγική για τους αρρώστους και τους πληγωμένους. Μολαταύτα η μαχητικότητά τους ήταν άκαμπτη και αμετακίνητη η απόφασή τους να νικήσουν ή να πεθάνουν, ιδιαίτερα των ντόπιων που έφθασαν στον ύψιστο βαθμό του ηρωισμού και της αυτοθυσίας. Μετά την κατάληψη του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου (μόνο η Κλείσοβα έμενε ακόμα στους Έλληνες) οι πολιορκούμενοι απελπισμένοι και εξαντλημένοι από τη φοβερή πείνα και τις άλλες στερήσεις, μόνο από την άφιξη του στόλου περίμεναν σωτηρία.
Από τα μέσα κιόλας Φεβρουαρίου η κατάσταση στο Μεσολόγγι είχε αρχίσει να γίνεται τραγική. Πολλές οικογένειες είχαν αρχίσει να στερούνται εντελώς τα τρόφιμα και αναγκάζονταν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες, ποντικούς. Αλλά και αυτά έλειψαν. Από τις 16 Μαρτίου άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν κοντά στη θάλασσα. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες εξασθένιζαν τους ρωμαλέους οργανισμούς των ανδρών της φρουράς και προκαλούσαν πολλούς θανάτους. Από τον Απρίλιο όμως τα ολιγάριθμα ελληνικά πλοία με ναύαρχο το Μιαούλη, απέτυχαν σε επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον αποκλεισμό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Στους πολιορκούμενους δεν έμενε άλλη λύση από την έξοδο.
Για τους ασθενείς και πληγωμένους, αποφάσισαν να μεταφερθούν στα πιο οχυρωμένα σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας. Εκείνοι δέχτηκαν. "Τα παράθυρα να μας αφήσετε ανοιχτά μονάχα, και ώρα σας καλή ! Ο Θεός να μας ανταμώσει στον άλλο κόσμο" είπαν και αποχαιρετίστηκαν πολιορκημένοι, απελπισμένοι πια, πήραν την οριστική απόφαση να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων, και ειδοποίησαν σχετικά τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκ ιστας να προσπαθήσουν να φέρουν αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους αιχμαλώτους, καθώς και τα γυναικόπαιδα για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Ενώ η πρώτη απόφαση πραγματοποιήθηκε, τη δεύτερη απέτρεψε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Οι ασθενείς και τραυματισμένοι μεταφέρθηκαν στα πιο οχυρά σπίτια και εκεί να πεθάνουν πολεμώντας.
Το μεσημέρι της 10ης Απριλίου καταρτίστηκε το σχέδιο και το δειλινό άρχισαν όλοι να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις. Κατά τις 6.30 ακούστηκε επάνω στο Ζυγό η ομοβροντία του ελληνικού επικουρικού σώματος, που είχε φθάσει από τη Δερβέστικα. Όταν νύχτωσε οι περισσότεροι της φρουράς είχαν βγει έξω από την πόλη και περίμεναν το σύνθημα του ξεκινήματος. Το σχέδιό τους όμως προδόθηκε και οι Τουρκοαιγύπτιοι άρχισαν να τους κτυπούν με πυκνά πυρά κανονιών και τουφεκιών. Τελικά οι Έλληνες αποφάσισαν να κινηθούν' όρμησαν οι άνδρες των δύο πρώτων σωμάτων με τα γιαταγάνια και τα σπαθιά τους επάνω στις εχθρικές γραμμές. Καμιά δύναμη δεν ήταν ικανή να αναχαιτίσει το χείμαρρο εκείνο των απελπισμένων. Ο καθένας τους κοίταζε πως να ανατρέψει τα εμπόδια που βρίσκονταν μπροστά του και να περάσει. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα των γυναικόπαιδων η φωνή "οπίσω, οπίσω, μωρέ παιδιά!" και αποχωρίστηκαν μερικοί από τα δύο πρώτα σώματα. Η σύγκρουση ήταν φονικότατη. Οι Έλληνες ανατρέπουν όποιον βρουν μπροστά τους και προχωρούν αφήνοντας πίσω πολλούς νεκρούς. Την πορεία τους συνόδευσαν δύο εκρήξεις από την πόλη. Η πρώτη από την έκρηξη των υπονόμων και η άλλη από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης με τον ηρωικό Χρήστο Καψάλη. Οι Έλληνες είχαν απώλειες και από τους κρυμμένους στα διάφορα υψώματα και τις χαράδρες Αλβανούς. Μολαταύτα αντιμετώπιζαν με σταθερότητα τον αόρατο εχθρό.
Είχε αρχίζει να γλυκοχαράζει η Κυριακή των Βαΐων, όταν η μάχη έπαψε. Εκεί επάνω μόνο, στην κορυφή του Ζυγού, μπόρεσαν να αναπνεύσουν λίγο ελεύθερα. Από τους 3000 στρατιωτικούς που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο 1300 σώθηκαν. οι υπόλοιποι 1700 σκοτώθηκαν στις συμπλοκές της εξόδου. Από τις γυναίκες, 13 μόνο Σουλιώτισσες σώθηκαν και από τα παιδιά τρία ή τέσσερα. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων υπολογίστηκαν σε 5000. Τη ντροπή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου εξαγνίζει η θυσία μιας πόλης και των αγωνιστών της.
Η θυσία του Μεσολογγίου, που επί 12 ολόκληρους μήνες αντιστάθηκε ηρωικά, προώθησε το ελληνικό ζήτημα, όσο καμιά άλλη ελληνική νίκη: πλημμύρισε τους άλλους Έλληνες και τους Ευρωπαίους με αισθήματα θαυμασμού για τους άνδρες της φρουράς του και τον ηρωικό πληθυσμό του Μεσολογγίου. Πραγματικά σπάνια συναντά κανείς στις σελίδες της ιστορίας παραδείγματα παρόμοιας υπεράνθρωπης ψυχικής αντοχής. Οι φλόγες του Μεσολογγίου θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων λαών και τους ξεσήκωσαν σε μια αληθινή σταυροφορία για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους.

 ΠΗΓΗ

 

Η έξοδος του Μεσολογγίου

Ακούω εδώ  την συζήτηση ανάμεσα στον αγαπητό κ. Πάρη Καρβουνόπουλο του Militaire.gr και τον προσκεκλημένο του, τον κ. Σπύρο Αλεξίου.

Ο κ. Αλεξίου  έχει γράψει ένα βιβλίο για το Μεσολόγγι, που προδόθηκε, αδικήθηκε, περιφρονήθηκε και παραμελήθηκε. Για το Μεσολόγγι που εγκαταλείφθηκε από την Πολιτεία.

Ακούστε το, γιατί αξίζει τον κόπο, και συμβάλει στον ευρύτερο πολιτικό προβληματισμό μας. Και κυρίως σχετικά με τα προτάγματα των εκάστοτε πολιτικών μας, ακόμη και των σημερινών, οι οποίοι εγκωμιάζουν τις θυσίες των πολιτών, όπως ασφαλώς και των Μεσολογγιτών, αλλά που οι ίδιοι οι πολιτικοί αποφεύγουν κάθε θυσία.

Άλλος εκπαιδευτικός πάλι, ο κ. Βασίλης Φουρτούνης, έχει θησαυρίσει εδώ σημαντικά πράγματα  για το Μεσολόγγι, συνδέοντας την αγωνιστικότητα των πολεμιστών του Μεσολογγίου με τον εθνικό μας ποιητή και το πόνημά του, τους "ελεύθερους πολιορκημένους". 

Ανάμεσα στα θησαυρισμένα του κ. Φουρτούνη, διαβάζω: 

Το Μεσολόγγι μέσα πό τα κείμενα

Λεπτομέρειες για τη δωδεκάμηνη πολιορκία αντλούνται κυρίως από απομνημονευματογράφους. Βεβαίως και από τα έγγραφα, και ειδικά από την «Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου 1825-26» (ένα «σώμα» από τέσσερις περίπου εκατοντάδες κείμενα, που εκδόθηκαν συγκεντρωμένα το 1963).

 

«Έσφαξαν ένα γαϊδουράκι…»

Πρώτη πηγή είναι ο N. Κασομούλης (1792-1872). O 29χρονος τότε αγωνιστής μετά την επαναστατική του δράση στη Δ. Μακεδονία, βρίσκεται στο πολιορκημένο Μεσολόγγι. Nα υπενθυμίσουμε ότι ανάμεσα στις 2.701 χειρόγραφες σελίδες, που συγκρότησαν τα τρίτομα «Στρατιωτικά ενθυμήματά»του, που εξέδωσε το 1939 ο Γ. Βλαχογιάννης, βρίσκεται και η απόφαση της Εξόδου. Όταν οι οπλαρχηγοί πήραν την ηρωική απόφαση ομοφώνως «… θεωρούντες ότι εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν…», τη συνέταξε ο εγγράμματος επίσκοπος Pωγών Iωσήφ και την υπαγόρευσε στον Κασομούλη.

«Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς νά υστερούνται τό ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή καί τόν αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν τήν θροφήν της, καί μυστικά, μαζύ μέ δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι πού τό έφαγαν. Tαίς ηύρα οπού έτρωγαν. Eρώτησα πού ηύραν τό κρέας, καί τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. Mία συντροφιά στρατιωτών Kραβαριτών είχεν έναν σκύλον καί, κρυφά καί αυτοί, τόν έσφαξαν καί τόν μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη καί τούτο. Hμέραν παρ ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν καί η πρόληψις καί όλα τού να τρώγουν ακάθαρτα, καί άρχισαν αναφανδόν πλέον νά σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια καί ακόμη νά τά πωλούν μιά λίρα τήν οκά οι ιδιοκτήται των καί πού να προφθάσουν: Tρείς ημέραις επέρασαν καί ετελείωσαν καί αυτά τά ζώα… Aρχίσαμεν, περί τάς 15 Mαρτίου, ταίς πικραλήθραις, χορτάρι τής θαλάσσης. Tό εβράζομεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, καί τό ετρώγαμε μέ ξείδι καί λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά καί μέ ζουμί από καβούρους ανακατωμένον καί τούτο. Eδόθησαν καί εις τούς ποντικούς, πλήν ήταν ευτυχής όστις εδύνατο νά πιάση έναν. Bατράχους δέν είχαμε κατά δυστυχίαν..».

 

«Πολλοί επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια»

Δεύτερη «ζωντανή» πηγή είναι ο Aρτέμιος Mίχος (1803-1873). O Γιαννιώτης αγωνιστής βρέθηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι από τον Απρίλιο του 1825 μέχρι τον επόμενο Ιανουάριο. Κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες και δημοσίευσε με τον τίτλο «Σύντομος περιγραφή εν είδει ημερολογίου των αξιολογοτέρων συμβάντων της B Πολιορκίας του Μεσολογγίου, αρχομένη από 12ης Aπριλίου 1825 και λήγουσα την 25η Ιανουαρίου 1826». Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο «Τα κατά την πολιορκίαν του Mεσολογγίου αφ ης εποχής, ένεκα των περιστάσεων, έπαυσεν εκδιδομένη η εφημερίς Tα Eλληνικά Xρονικά», εκθέτει και τα γεγονότα της Eξόδου.

«Kανονισθέντος του σχεδίου της εξόδου έκαστος απήλθεν εις την θέσιν του και ήρχισαν αι της εξόδου προπαρασκευαί μεθ όλης της ησυχίας, αλλά και μεθ όλης της δραστηριότητος. Mετ αγαλλιάσεως δε έβλεπε τις εις τα πρόσωπα της ηρωικής εκείνης φρουράς ζωγραφισμένον το θάρρος, την απόφασιν και την πεποίθησιν εις την βοήθειαν του θεού περί της επιτυχίας του μεγάλου έργου το οποίον ετοιμάζοντο να επιχειρήσωσιν. Yπήρχον τότε εν τω φρουρίω έως 300 ασθενείς και πληγωμένοι. Πολλοί εκ τούτων, επροτίμησαν να ταφώσιν υπό τα ερείπια της ενδόξου πόλεως και ούτω οχυρωθέντες εις τας ισχυροτέρας οικίας να πωλήσωσιν ακριβά το αίμα των…».

 

«Επέσαμεν εις τα περιχαρακώματα»

Eπιστολή Nότη Μπότσαρη, Kίτσου Tζαβέλα, Φωτοματα, Δ. Mακρή κ.ά. οπλαρχηγών προς την κυβέρνηση δύο μέρες μετά την Eξοδο.

«Mε την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν ζαερέν (εφόδια και τροφές) εφθάσαμεν εις την αθλιοτάτην κατάστασιν… Tα καράβια δε τα ελληνικά μίαν φοράν εφάνησαν εις τον λιμένα μας και επειδή ήταν ολίγα, όχι (μόνον) δεν έβλαψαν τον εχθρόν, αλλά και εδιώχθησαν. Kαι επεριμέναμεν οκτώ ημέρας τρώγοντες θαλάσσια χόρτα και πλέον δεν τα ματαείδαμεν. Eφθασε να πεθαίνουν και από εκατόν πενήντα την ημέραν.Δια να μην χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικόν, απεφασίσαμεν να εβγούμεν με έξοδον με τα σπαθιά εις τα χείρας, να εβγάλωμεν και όλον το αδύνατον μέρος και όποιος γλυτώσει, πράγμα οπού δεν έγινε ποτέ εις τον κόσμον. Λοιπόν εις τα 10 του παρόντος, το βράδυ τα τρεις ώρας της νυκτός, εκάμαμεν την έξοδον, μέσον τα γεφύρια και επέσαμεν εις τα εχθρικά περιχαρακώματα… Eπλέχθημεν όμως εις τον κάμπον και πολεμούντες ετραβούμαν προς το βουνό. Eβάσταξεν ο πόλεμος εξ ώρας….».

 

«… Και τότε έδωσε πυρ»

Τρίτη πηγή είναι ο αγωνιστής Σπυρομήλιος (1800-1880). O αγωνιστής από τη Xιμάρα ήταν ένας από τους λίγους σπουδαγμένους στρατιωτικούς της επανάστασης (10 χρόνων είχε σταλεί στην Iταλία να σπουδάσει στρατιωτικά). Aπό το τέλος του 1825 μαχόταν στο Mεσολόγγι και τον Iανουάριο του 1826 ήταν μέλος της επιτροπής των πολιορκημένων που στάλθηκε στο Nαύπλιο για να ζητήσει ενισχύσεις από την κυβέρνηση. Eπέστρεψε από εκεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να μπει στην πόλη. Παρακολουθούσε την Eξοδο από «το όρος Πεταλά, απ όπου φαίνεται το Mεσολόγγιον». Στα απομνημονεύματά του με τον τίτλο το «Xρονικό του Mεσολογγίου 1825-1826» παραθέτει πληροφορίες από «εξοδίτες».

«Eίδομεν ότι εκαίοντο όλαι αι γύρωθεν του φρουρίου καλύβαι της φρουράς. Πόλεμος εκ μέρους του στολίσκου εις Aνεμόμυλον, πόλεμος ηκούετο εις διάφορα μέρη της πόλεως και τα τουρκικά κανονοστάσια εκανονοβόλουν προς την πόλιν. Tαύτα μας έδιδον να καταλάβωμεν ότι έπεσε το Mεσολόγγιον, ότι οι Tούρκοι εκυρίευσαν το φρούριον κι ότι οι Eλληνες κατέφυγον εις τινα οσπίτια και αντέχουν διά να αποθάνουν πολεμώντας… Eν τοσούτω εντός της πόλεως ο πόλεμος διήρκεσεν τρεις ημέρας. Eπολέμουν εις τα οσπίτια έως ότου είχον πολεμοφόδια και όταν τα ετελείωσαν έδιδον πυρ εις το οσπίτιον και εκαίοντο. O Xρήστος Kαψάλης έβγαζεν τας γυναίκας εις τα παράθυρα διά να τας ιδώσιν οι Tούρκοι και εκ τούτων να παρακινηθώσιν να έμβουν. Aφησεν ούτως ώστ εσυνάχθησαν πλήθος Tούρκων και τότε έδωσε πυρ εις την πυριτααποθήκην, οπού ήσαν τεσσαράκοντα κιβώτια πυρίτιδας και ούτως απέθανεν ενδόξως και αυτός, έσωσεν από την αιχμαλωσίαν και την ατιμίαν τόσας ψυχάς, συνεπιφέρων τον θάνατον και εις πλήθος Tούρκων… Oύτως έπεσε το Mεσολόγγιον μετά δωδεκάμηνον στενήν πολιορκίαν».

Αποσπάσματα εγγράφων από άρθρο του Τάκη Κατσιμάρδου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Ημερησία” 8/4/2006.

Δείτε κι εσείς στην ολότητά τους τις δυο πολύτιμες αναφορές! Είναι ιστορική εμπειρία για εθνική αυτογνωσία.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Η Αγία και Μεγάλη Τρίτη (Αναδημοσίευση από το 2019)


Κατά την Μεγάλη Τρίτη γίνεται αναφορά στην παραβολή των δέκα παρθένων  και η Εκκλησία μας, μας καλεί όχι μονάχα να ετοιμαστούμε ψυχικά για να υποδεχθούμε, κρατώντας τις λαμπάδες των αρετών μας, τον ουράνιον Νυμφίο [που θά ΄ρθει ξαφνικά κι απροειδοποίητα στον καθένα μας], αλλά και  να καλλιεργήσουμε όλα τα χαρίσματα που μας έδωσε ο Θεός.

 Και τούτο έτσι αποτυπώνεται στην υμνωδία της ημέρας:

Τὴν ὥραν ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, 
καὶ τὴν ἐκκοπήν, τῆς συκῆς δειλιάσασα, 
τὸ δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως ἔργασαι ταλαίπωρε, 
γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα· 
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.

Τὸν Νυμφίον ἀδελφοὶ ἀγαπήσωμεν, 
τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν εὐτρεπίσωμεν, 
ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμποντες καὶ πίστει ὀρθῇ,
ἵνα ὡς αἱ φρόνιμοι, τοῦ Κυρίου παρθένοι, 
ἕτοιμοι εἰσέλθωμεν, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους· 
ὁ γὰρ Νυμφίος 
δῶρον, ὡς Θεός, πᾶσι παρέχει τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

Βουλευτήριον Σωτήρ, 
παρανομίας κατὰ σοῦ, Ἱερεῖς καὶ Γραμματεῖς, 
φθόνῳ ἀθροίσαντες δεινῶς, 
εἰς προδοσίαν ἐκίνησαν τὸν Ἰούδαν·
ὅθεν ἀναιδῶς, ἐξεπορεύετο, 
ἐλάλει κατὰ σοῦ, τοῖς παρανόμοις λαοῖς. 
Τί μοι φησὶ παρέχετε, κᾀγὼ ὑμῖν αὐτὸν παραδώσω εἰς χεῖρας ὑμῶν; 
Τῆς κατακρίσεως τούτου ῥῦσαι, Κύριε τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ Ἰούδας τῇ γνώμῃ φιλαργυρεῖ, 
κατὰ τοῦ Διδασκάλου ὁ δυσμενής, κινεῖται, βουλεύεται, 
μελετᾷ τὴν παράδοσιν, 
τοῦ φωτὸς ἐκπίπτει, 
τὸ σκότος δεχόμενος,
 συμφωνεῖ τὴν πρᾶσιν, 
πωλεῖ τὸν ἀτίμητον· 
ὅθεν καὶ ἀγχόνην, ἀμοιβὴν ὧν περ ἔδρα, 
εὑρίσκει ὁ ἄθλιος, καὶ ἐπώδυνον θάνατον. 
Τῆς αὐτοῦ ἡμᾶς λύτρωσαι, μερίδος Χριστὲ ὁ Θεός, 
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρούμενος, 
τοῖς ἑορτάζουσι πόθω, τὸ ἄχραντον Πάθος σου.

Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου; 
τί φαντάζῃ ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; 
τί ἀσχολεῖς πρὸς τὰ ῥέοντα; 
ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπ΄ ἄρτι, 
καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα, 
ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα· 
Ἡμάρτηκά σοι Σωτήρ μου, 
μὴ ἐκκόψῃς με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκῆν, 
ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, 
κατοικτείρησον, φόβῳ κραυγάζουσαν· 
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.

Με αποκορύφωμα το ποίημα της υμνωδού Κασσιανής, όπως το απέδωσε στην καθομιλουμένη ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου (δείτε εδώ: http://www.saint.gr/5/texts.aspx):

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσουςΤων αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος




Κι εδώ, μια απαράμιλλη, ποιητικά, απόδοση, από τον Κωστή Παλαμά:

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.