Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Λαθροχειρίες! "Η Ανάστασις του Χριστού ως απάντησις εις το μυστήριον του θανάτου"

Διαβάζω εδώ  την ομιλία του Ιερομόναχου Γεννάδιου Μανώλη (Θεολόγου και  Αρχισυντάκτη της Ενότητας Ορθοδοξία – Πεμπτουσία) που πραγματοποιήθηκε στην Εστία Θεολόγων Χάλκης και Φίλων αυτής, την Πέμπτη, 14 Μαΐου 2026.

Κι επειδή βρίσκω το θέμα εξόχως ενδιαφέρον, αλλά κι επειδή προσωπικώς δεν έχω να προσθέσω κάτι "από την σοφία και την πείρα μου",  δεν διστάζω να προβώ σε μια εκ νέου "λαθροχειρία", για να ωφεληθούν εκτός από μένα κι όσοι φίλοι της Φιλαρέτης το επιθυμούν!

Αμέσως κατωτέρω, ολόκληρη η ομιλία, από την αρχή-αρχή μέχρι τέλους! 

"Ἐπιτρέψατέ μοι, πρὸ τοῦ κυρίως μέρους τῆς παρούσης σύντομης εἰσηγήσεως, νὰ ἐκφράσω, μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ μου δίδεται σήμερα ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν βαθύτατη εὐγνωμοσύνη μοῦ πρὸς τὴν Ἐστία Θεολόγων Χάλκης καὶ Φίλων αὐτῆς γιὰ τὴν τιμητικὴ γιὰ ἐμένα, ἀναγραφῆ στὰ μέλη της, καθὼς καὶ γιὰ τὴν πρόσκληση γιὰ τὴν σημερινὴ ὁμιλία στὴν παροῦσα ἐκδήλωση.

Ἡ Χάλκη δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἕναν τόπο ἱστορικῆς μνήμης, ἀλλὰ σύμβολο τῆς ἀδιακόπου Θεολογικῆς παραδόσεως τοῦ Γένους καὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τοὺς κόλπους της ἀνεδείχθησαν μορφὲς ποὺ διηκόνησαν τὴν Ἐκκλησία μὲ λόγο θεολογικὸ, ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ οἰκουμενικὴ συνείδηση.

Ἰδιαιτέρως σήμερα, μέσα σὲ μία ἐποχὴ πνευματικῆς συγχύσεως καὶ ὑπαρξιακῆς ἀνασφαλείας, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο συνεχίζει νὰ ἀποτελεῖ κιβωτὸ Ὀρθοδόξου παραδόσεως, κέντρο ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος καὶ μαρτυρίας ἀγάπης καὶ διαλόγου πρὸς τὸν σύγχρονο κόσμο. Ὑπὸ τὴν φωτισμένη καὶ θυσιαστικὴ διακονία τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία συνεχίζει νὰ ἀναδεικνύει τὸ εὐχαριστιακὸ καὶ ἀναστάσιμο ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας, προσφέροντας λόγο ἐλπίδος καὶ καταλλαγῆς στὸ παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀπάντηση στὴν βαθύτερη ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ θανάτου, θὰ προσπαθήσουμε νὰ προσεγγίσουμε στὴ συνέχεια τῆς παρούσης εἰσηγήσεως μὲ θέμα: «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ μυστήριον τοῦ θανάτου».

 

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν βαθύτερη ὑπαρξιακὴ ἀγωνία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὴν πρώτη μορφὴ ὑπαρξιακῆς ἀναζήτησης τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τὴ σύγχρονη φιλοσοφία, ἀπὸ τὴν μεταφυσικὴ τοῦ Πλάτωνος μέχρι τὸ ὑπαρξιακὸ ἄγχος τοῦ Heidegger, ὁ ἄνθρωπος ἀναζητεῖ ἀπάντηση ἐνώπιον τοῦ ἀναποτρέπτου τέλους. Ὁ θάνατος παρουσιάζεται ὡς ἡ ἐσχάτη ἀλλοτρίωσις, ὡς διάρρηξις κοινωνίας μὲ τὸν Θεό, ὡς κατάρρευσις τοῦ προσώπου μέσα στὴ φθορά.

Ἡ πραγματικότητα αὐτὴ δὲν παραμένει μία φιλοσοφικὴ ἀγωνία, ἀλλὰ ἀποτυπώνεται ὁμοίως ὑπαρξιακά καὶ στὸν σύγχρονο πολιτισμό.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾷ ἰδιαιτέρα ἐπικαιρότητα μέσα στὸ σύγχρονο πολιτισμικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πλαίσιο, ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἀποκομμένος συχνὰ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, βιώνει τὸν θάνατο ὄχι μόνον ὡς βιολογικὸ τέλος, ἀλλὰ ὡς ἐμπειρία ἀπόγνωσης καὶ νοηματικοῦ κενοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν ἐποχή μας παρατηρεῖται ἡ δραματικὴ αὔξηση φαινομένων ὅπως οἱ αὐτοκτονίες, ἡ θεσμοποίηση τῆς εὐθανασίας, ἡ σχετικοποίηση τῆς ἱερὸτητος τῆς ζωῆς μέσω τῶν ἐκτρώσεων καὶ γενικώτερα ἡ καλλιέργεια μιᾶς κουλτούρας θανάτου, ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή δῶρο καὶ σχέσιν κοινωνίας, καὶ τὴν μεταβάλλει σὲ ἀτομικὸ δικαίωμα διαχειρίσεως. Ἡ βαθύτερη κρίση τοῦ συγχρόνου κόσμου δὲν εἶναι πρωτίστως κοινωνικὴ ἢ τεχνολογική, ἀλλὰ ὀντολογική· εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐλπίδος ὅτι ἡ ζωή δύναται νὰ νικήσει τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως δὲν συνιστᾷ μία θρησκευτικὴ ἀνάμνηση τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ τὴν μόνη ἀληθινὴ ἀπάντηση στὴν τραγικότητα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἐπαναφέροντας τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν πλάστηκε γιὰ τὴ φθορά καὶ τὸ μηδέν, ἀλλὰ γιὰ τὴ ζωή, τὴν κοινωνία καὶ τὴν αἰωνιότητα ἐν Χριστῷ.

Μέσα, λοιπόν, σὲ αὐτὴν τὴν καθολικὴ κρίση νοήματος καὶ ἐλπίδος, ἡ Ἐκκλησία δὲν προτείνει μία ἠθικιστικὴ θεωρία οὔτε μία ψυχολογικὴ παρηγορία, ἀλλὰ προβάλλει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς ὀντολογικὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.

Ἡ Ἐκκλησία, δὲν προσεγγίζει τὸν θάνατο μόνον ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὸ πρόβλημα. Κατὰ τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον, ὁ θάνατος εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸν Θεόν. Στο περίφημο έργο του Περὶ Ἐνανθρωπήσεως, γράφει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γενόμενος», κινδυνεύει νὰ ἐπιστρέψει «εἰς τὸ μὴ εἶναι» διὰ τῆς φθορᾶς. Ἡ φθορά, λοιπόν, δὲν εἶναι φυσικὸς προορισμός, ἀλλὰ ἡ πτωτικὴ παραμόρφωσις τῆς δημιουργίας.

Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι ἔρχεται τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι ὡς ψυχολογικὴ παρηγορία, οὔτε ὡς συμβολικὸς μῦθος νίκης τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὡς ὀντολογικὴ συντριβὴ τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς δὲν ανέστη ὅπως ὁ Λάζαρος, γιὰ νὰ πεθάνει πάλιν. Ἀλλὰ ἀνέστη ἀφθαρτοποιώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἐγκαινιάζοντας τὸν καινὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, στὸν περίφημο Κατηχητικὸ του Λόγο, διακηρύσσει θριαμβευτικῶς: «Ἐπικράνθη ὁ ᾍδης συναντήσας σοι κάτω». Καὶ συνεχίζει: «Ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν καὶ συνήντησεν οὐρανῷ». Ἐδῶ βρίσκεται ὁ πυρήνας τῆς πατερικῆς θεολογίας τῆς Ἀναστάσεως: ὁ θάνατος νικᾶται ἐκ τῶν ἔσω, γιὰ αὐτὸ καὶ ἡ νίκη εἶναι ὀντολογική. Ὁ Θεὸς εἰσέρχεται ἐκουσίως στὴν περιοχή τοῦ θανάτου, ὄχι ὡς αἰχμάλωτος, ἀλλὰ ὡς λυτρωτής. Ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει τὸ θνητὸν γιὰ νὰ χαρίσει τὸ ἄφθαρτον.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ διατυπώσει τὴν περίφημη ἀρχή: «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον». Ο Χριστὸς προσέλαβε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦ θανάτου Του θεραπεύει τὸν θάνατο μετέχοντας ἑκουσίως στὴν κατάσταση τοῦ θανάτου ὅπως κάθε ἄνθρωπος.

Ἡ ὑμνογραφία τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἴσως τὴν βαθύτερη θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος. Στὸ πασχάλιο κανόνα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ψάλλουμε: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας».

Πρόκειται γιὰ ἕνα παράδοξο ὀντολογικὸ γεγονός: ὁ θάνατος καταλύεται διὰ τοῦ θανάτου. Καὶ μὲ ἐξωτερικὴ δύναμη, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐσωτερικῆς διαλύσεως τῆς κυριαρχίας του. Καὶ στὸν λόγο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ Ἐκκλησία περιγράφει συγκλονιστικὰ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη: «Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· κρείττόν μοι ἦν, εἰ μὴ τὸν ἐκ Μαρίας δεξάμενος».

Ἡ Δογματική Θεολογία γίνεται ποίηση. Ὁ ᾍδης ἀποτυπώνεται καὶ ὁμολογεῖ τὴν συντριβή του. Ἡ Ἀνάστασις δὲν εἶναι ἁπλῶς θαῦμα, ἀλλὰ κοσμικὸ γεγονός, ἀνακαίνιση ὅλης τῆς κτίσεως.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θὰ δώσει βαθύτερη ἑρμηνεία στήν ὀντολογικὴ διάσταση στὸ γεγονός. Ὁ Χριστὸς, λέγει, ἐνώνει τὰ διεστῶτα: Θεὸν καὶ ἄνθρωπο, οὐρανὸ καὶ γῆ, ζωή καὶ θάνατο.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἀπόλυτο τέλος. Παραμένει βεβαίως ὡς βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ ἔχει χάσει τὸ ὀντολογικὸ του κέντρο. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾍδη, τὸ νῖκος;»

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀρνεῖται τὴ δραματικότητα τοῦ θανάτου. Ὁ Χριστὸς ἐδάκρυσε μπροστὰ στὸ μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Κηρύσσει, ὅμως, ὅτι ὁ θάνατος δὲν εἶναι πλέον ἀδιέξοδος τοῦ ὄντος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λειτουργικὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι βαθύτατα πασχάλια. Κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἀναστάσιμο γεγονός. Κάθε Εὐχαριστία εἶναι γεύσις τῆς Βασιλείας. Ὁ πιστὸς δὲν περιμένει ἀπλῶς μία μελλοντικὴ ἀθανασία, ἀλλὰ μετέχει ἤδη ἀπὸ τώρα στὴ νέα ζωή τοῦ Ἀναστάντος.

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος θὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ βίωση τῆς Ἀναστάσεως μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ. Ἡ Ἀνάσταση δὲν εἶναι μόνον ἱστορικὸ γεγονὸς τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ παροῦσα ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου δὲν εἶναι μία θεωρία περὶ μεταθανατίου ζωῆς. Εἶναι ἕνα πρόσωπο: ὁ Ἀναστάς Χριστός.

Ἡ Ἀνάστασις ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ τελευταῖο θεμέλιο τῆς πραγματικότητος δὲν εἶναι ἡ φθορά, ἀλλὰ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεό· ὄχι ὁ μηδενισμός, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη· ὄχι ὁ τάφος, ἀλλὰ ἡ ζωή. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴ νύκτα τοῦ Πάσχα ἀναγγέλλει το κοσμοσωτήριο γεγονός: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια».

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μόνη πλήρης ἀπάντηση στὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, διότι μόνον αὐτὴ μεταβάλλει τὸν θάνατο ἀπὸ τέλος σὲ πέρασμα, ἀπὸ τραγωδία σὲ Πάσχα, ἀπὸ ἄβυσσο σὲ προσδοκία Βασιλείας.

Ἐπιτρέψατέ μοι, κλείνοντας, νὰ επαναλάβω ὅτι τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελεῖ μία θρησκευτικὴ ἰδέα μεταφυσικῆς παρηγορίας, οὔτε μία ποιητικὴ ἐξιδανίκευση τῆς ἀνθρωπίνης ἐλπίδος. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι γεγονὸς ἱστορικὸ καὶ συγχρόνως ὀντολογικό· εἶναι ἡ ριζικὴ μεταβολὴ τῶν ὅρων τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως. Μέσα στὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, ὁ θάνατος παύει νὰ εἶναι ἡ τελευταία λέξη τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Καὶ ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι τὸ δραματικώτερο πνευματικὸ πρόβλημα τοῦ συγχρόνου κόσμου: ὅχι ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει, ἀλλὰ ὅτι ζεῖ πλέον χωρὶς ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ζεῖ μέσα σὲ ἕναν πολιτισμὸ ὁ ὁποῖος, παρά τὰ τεχνολογικὰ του ἐπιτεύγματα, ἀδυνατεῖ νὰ δώσει νόημα στὸν πόνο, στὴ φθορά καὶ στὸ τέλος. Γι’ αὐτὸ καὶ βλέπουμε τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ παλινδρομεῖ μεταξὺ φόβου καὶ μηδενισμοῦ· νὰ θεωρεῖ τὴ ζωή βάρος, τὸν ἄλλον ἀπειλή, καὶ τὸν θάνατο λύση.

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴν τὴν τραγικὴ πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία δὲν προσφέρει μία ἀφηρημένη διδασκαλία, ἀλλὰ μία ἐμπειρία ζωῆς. Διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο στὴ φθορά, ἀλλὰ εἰσῆλθε ὁ Ἴδιος μέσα στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, γιὰ νὰ τὸ μεταβάλει ἐκ τῶν ἔσω εἰς φῶς καὶ ζωή. Ἡ κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾍδη δὲν εἶναι μία συμβολικὴ εἰκόνα, ἀλλὰ ἡ συντριβὴ τῆς τελευταίας τυραννίας ποὺ κρατοῦσε δέσμιο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία παραμένει βαθύτατα πασχάλια. Δὲν ἐρμηνεύει ἀπλῶς τὸν κόσμο· τὸν μεταμορφώνει λειτουργικὰ καὶ εὐχαριστιακὰ. Κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή. Κάθε ἀνάσταση τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου μέσα στὴν μετάνοια καὶ τὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας γεύεται ἤδη τὴ μέλλουσα Βασιλεία.

Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ μοναδικὴ συμβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο: ὅτι διαφυλάσσει ἀκέραιη τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργήθηκε γιὰ τὸ μηδέν, οὔτε γιὰ μία τραγικὴ βιολογικὴ περιπέτεια ποὺ καταλήγει στὴν ἀνυπαρξία, ἀλλὰ γιὰ κοινωνία ζωῆς μὲ τὸν Θεόν. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ μέτρο τοῦ ἀνθρώπου: ὅτι εἶναι πρόσωπο προορισμένο γιὰ αἰωνιότητα.

Καὶ ἂν τελικὰ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴν ἀγωνιώδη ἐρώτηση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ τάφου, τότε ἡ Ἐκκλησία ἐξακολουθεῖ νὰ δίδει τὴν ἴδια ἀμετάθετη ἀπάντηση εἰς τοὺς αἰῶνας· ὄχι μὲ φιλοσοφικὰ συστήματα, ἀλλὰ μὲ τὸ γεγονὸς τοῦ κενοῦ Μνημείου καὶ μὲ τὴν ἀναστάσιμη βεβαιότητα: «Χριστὸς ἀνέστη, καὶ ζωὴ πολιτεύεται».

Σᾶς εὐχαριστῶ."

 


 

 

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Αποδημητικά, στο καταχείμωνο!

Image result for εικόνες  σπουργίτι 

Τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δένδρου συνεχίζουν ν' αναβοσβήνουν, μα δεν κρατούν πια το ρυθμό της καρδιάς μου, ούτε μου χαμογελάνε χαρούμενα.

Σε λίγο θα πρέπει να ξεστολίσω το δέντρο που στολίσαμε μαζί. Θα αγγίξω εκεί που τα χεράκια σου βάλανε τα στολίδια, μα δεν θα βρώ τη ζεστασιά της φωνής σου, ούτε θα μου παίξεις στο πιάνο τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες.

Το σπίτι ξανά σιωπηλό, ήρεμο, θα βρει τους ρυθμούς του, κι εσύ θα γυρίζεις τον κόσμο. Θα τραβάς για 'κει που την ζωή σου φτιάχνεις, μακριά από τα μάτια μου. Κάπου εκεί θα αγωνίζεσαι να ζήσεις, κι η παρουσία σου εδώ, μια επίσκεψη θα είναι μονάχα.

Ο καπνός, σύννεφο μπροστά στα μάτια μου, τα πληγωμένα από ένα δάκρυ, που -σκουριασμένο καρφί- μέρες τώρα ξανά και ξανά, ασταμάτητα θα τρέχει, σημαδεύοντας το χρόνο της απουσίας σου.

Ξεριζωμένα τα σπλάχνα, ξανά και ξανά, συνηθίσαν να μένουν χυμένα, και πια γιατρειά δεν μου βρίσκεται σε μια τέτοια ερημιά.

Μα δεν είναι μόνο δική μου, ετούτη η ερημιά. Είναι της μάνας, της κάθε μάνας, που της φεύγει το σπλάχνο μακριά.

Συνηθίσαμε βλέπεις, να θωρούμε πως παιδί θε να πεί αγκαλιά, και ξεχνάμε πως παιδί, πουλί θε να πεί, που μακριά θα πετάξει και μακριά μας θα φύγει τη δική του φωλιά για να φτιάξει!

Κι ύστερα τη δική του, τούτο φωλιά καλά να ζεστάνει, και να δώσει την αγάπη που πήρε. Και ξανά, κι αυτό το ίδιο να ματώσει απ' την αγκαλιά του την άδεια.

Ω! παιδί μου! μές στον καπνό, που ματιά και ανάσα μου πνίγει, αχνοβλέπω το μικρό το σπουργίτι. Στο μπαλκόνι μου ήρθε, προστασία να βρει, του χιονιά το μαστίγιο ν' αποφύγει και στην άδεια αγκαλιά μου να κουρνιάσει για λίγο, πριν κι ετούτο μου φύγει.

Μα η ερημιά μου ετούτη, λυπηρή δεν είναι ερημιά, σαν που ξέρω, η ζωή, σου ανήκει! κι εσύ να την ζήσεις, σου πρέπει, με δικά σου φτερά!

Εμένα, ένα μονάχα μου φτάνει! Και στην άκρη του κόσμου να είσαι καλά!

Η αγάπη που πήρες εφαλτήριο να είναι, και βράχος και τοίχος!

Στην καρδιά ριζωμένος, ν' ακουμπάς, ν' ανασαίνεις, και μπροστά, πάντα εμπρός να πηγαίνεις!

Στην ευχή μου, παιδί μου!

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Από τον έρωτα πηγάζει η ζωή.


Image result for εικόνες έρωτας γλυπτά 


Έρωτας! Από πού νά 'ρχεται;
Με «ρίζα» από το «ερώ» και το «ερωτώ» [αγαπώ και ψάχνω]!

Ο έρωτας, όσο είναι συνάρτηση του θανάτου, άλλο τόσο είναι συνάρτηση της ζωής. Ερωτεύεται αυτός που θέλει να ζήσει. Ο έρωτας κατακτά, κατακρατάει μέχρι θανάτου, και για να ξεφύγει από το θάνατο. Δεν λογαριάζει κανένα τίμημα. Δεν είναι τυφλός, αλλά άπληστος. Είναι ά-πατος, απύθμενος, χαοτικός, αντιφατικός, ορμητικός και παρορμητικός.

Η φυσική διάσταση της ερωτικής κατάστασης είναι η μετουσίωση των δυο σε έναν. Θέλουν το ίδιο, αρκούνται στο ίδιο, δέχονται ανεπιφύλακτα, προσφέρουν αγόγγυστα και χωρίς τσιγγουνιές, είναι μαζί πάντα και για τα πάντα.

Όταν οι ερωτευμένοι αρχίσουν να ζητούν περισσότερα, όταν θέλουν κι άλλα, δυο πράγματα συμβαίνουν: αν μεν συμφωνούν και σε τούτο, τότε, ο έρωτας, τους έδωσε τη χαρά της πληρότητας και της πίστης ανάμεσά τους, κι έχουν ωριμάσει. Τότε, στ' αλήθεια, ο έρωτας, τους ξαναγέννησε σε μια νέα μορφή, σε ένα νέο ήθος, το ήθος της κοινωνίας μεταξύ τους. Γιατί ο έρωτας γονιμοποιεί. Μόνο έτσι ζεί ένας έρωτας, μετά την πρώτη εφόρμησή του. Μέσα στη γονιμότητα της εκατέρωθεν εν ελευθερία προσφοράς και αναζήτησης.

Αν όμως διαφωνούν και θέλουν διαφορετικά πράγματα, τότε ο έρωτάς τους τελείωσε, έδωσε ό,τι ήταν δυνατόν να δώσει. Ήταν μια πρόκληση. Αλλά δεν είχε τη σπορά για να χαρίσει γονιμότητα. Τους άφησε άτομα, γιατί δεν κατάφεραν να πετύχουν (να προκαλέσουν και να νιώσουν) την ενότητα του είναι τους. Και σαν ανολοκλήρωτα άτομα, φυσικό είναι να έχουν κτητικές διαθέσεις και τάσεις, και να θέλουν να βιώνουν εξουσιαστικά ανά πάσα στιγμή την διαθεσιμότητα του άλλου για χάρη τους.

Χωρίς γονιμοποιό έρωτα έρχεται ο θάνατος. Γιατί ο έρωτας είναι κατάφαση της ζωής. Κι όταν η ζωή και η χαρά στραγγαλίζονται, όταν δεν εξακολουθούν να αναπτύσσονται, τότε επέρχεται ο θάνατος.

Στον μεγάλο έρωτα, εκχωρείς τα πάντα. Τα «σκοτώνεις» μέσα σου. Τους στερείς την ύπαρξη, για χάρη του έρωτά σου. Μπορεί να βλάψεις, να πληγώσεις, να περιφρονήσεις, να αδιαφορήσεις. Θα το πληρώσεις, μα σαν τα εκχωρείς, δεν το λογαριάζεις. Ψυχικά γονιμοποιημένος πια, αποκαθιστάς την ενότητα που διερράγη. Κι αποκαλύπτεσαι ώριμος, ικανός.

Στο μεγάλο έρωτα οι εκφράσεις κι οι εκδηλώσεις των ερωτευμένων είναι ποιητικές, μουσικές, είναι μνημειώδεις, μεγαλειώδεις. Σε όλα τα μεγέθη και σε κάθε ύφος. Σε κάλλος, σε τραγικότητα, σε μελωδία, σε χρώματα. Λαμπερές, αλλά και κατάμαυρα σκοτεινές.

Ο έρωτας μπορεί να σε αναγεννήσει ή μπορεί να σε εξαφανίσει. Κι αν ο έρωτας δεν έδωσε αυτογνωστικούς καρπούς, έδωσε μονάχα ατυχήματα. Γιατί ο έρωτας δεν είναι (μονάχα) εργοστάσιο παραγωγής, είναι κυρίως σχολείο. Αυτογνωσίας και ανθρωπιάς. Αν τύχει, μάλιστα, κι ο άνθρωπος είναι ευλογημένος με αρετές και αγαθή φύση, ο έρωτας θα του χαρίσει τον παράδεισο. Μα αν τύχει κι είναι ο άνθρωπος «ψαράς και κυνηγός», κάθε μέρα θα ρίχνει δίχτυα ή θα κυνηγάει, και καμμιά σημασία δεν θά 'χουν τα «ψάρια» που έπιασε ή τα «πουλιά που σκότωσε», την προηγουμένη. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα ζει τον έρωτα, αλλά θα ζει την σαγήνη, και την άγρα, το παζάρι. Μια φύση, μίζερη, μόνη, αλήτισσα, εγωτική, φοβισμένη κι ανίκανη να χαρίσει και να δεχθεί. Να είναι και να δημιουργεί έναν κόσμο.

Μα είναι κάτι φορές, που στέκεται ο έρωτας σ' ενα παραθύρι και σου γελάει, κι εσύ τρέχεις, με τον ίμερο να σπάει τα σπλάγχνα σου, για να πέσεις στα πόδια του, υποταγμένος στα θέλγητρά του.

Ετούτο, θα γίνει για μόνη-μία-φορά- στη ζωή σου ολάκερη. Μία και μόνη φορά. Για ζωή και για θάνατο. Όπως μία μόνο φορά γεννιέσαι από τη μήτρα της μάνας σου, και μιά μόνο φορά πεθαίνεις και σε καταπίνει η φύση.

Τέτοιο πράγμα, τέτοιος σεισμός δεν μπορεί να γίνεται κάθε μέρα. Γιατί ετούτο είναι το προσκλητήριο της ζωής. Κι η άρνησή του είναι η καταχώρηση του θανάτου. Μα η καθημερινή επίκληση ενός «καινούργιου προσκλητηρίου», είναι συνήθεια των σκυλιών και των ορνίθων. Ας μην μπερδεύουμε τις εμπαθείς σεξουαλικές εξάρσεις, τις ορμονικές επιθέσεις, τις δαιμονικές επιθυμίες, με τον έρωτα. Άλλο πράγμα οι πόθοι και οι διεγέρσεις, κι άλλο το αρχέγονο αίτιο της ζωής. Κι ας μην ξεχνάμε πως το γέλιο από το γελοίο, διαφέρει μονάχα κατά ένα «κουλουράκι»! Με τους «καθημερινούς μας μεγάλους έρωτες», δεν γινόμαστε απλά αστείοι, προκαλούντες ευθυμία, αλλά γελοίοι, προκαλούντες τον οίκτο!

Ναί, «η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο». Ναι, γιατί αλλιώς,«είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό», που λέει κι ο Λιαντίνης.

Θέλουμε να προστατέψουμε το «αντικείμενο» του έρωτά μας, με κάθε τρόπο. Συχνά σκεφτόμαστε: «ας κρατήσει για πάντα!» κι ασφαλώς εννοούμε «ο παράδεισός μας» και δεν ξέρουμε (ακόμη κι αν το εικάζουμε) ότι το ίδιο θέλει κι ο άλλος. Το θέλουμε εγωϊστικά. Μα αν κι ο άλλος το θέλει, θέλουμε και κάνουμε το ίδιο. Κι αν ο έρωτάς μας, μας οδηγήσει σε ένα δρόμο αδιέξοδο, θα είμαστε μαζί, ακόμη και εκεί. Για να βρούμε την άκρη και να ολοκληρωθούμε. Αλλιώς, ζητάμε κάτι πολύ λίγο από τον έρωτα, και συνεπώς, από τη ζωή μας ολόκληρη.

Η «προστασία (και η αυτοπροστασία) στον έρωτα» έρχεται από τη σωφροσύνη, τον υπολογισμό, την εξάντληση, την επιφύλαξη ή την «εναλλακτική» ευχέρεια που δίνουμε στον εαυτό μας.

Δεν χωρεί προστασία απέναντι στον έρωτα (για να μην πληγωθείς κλπ), γιατί τότε δεν σου μιλάει η ζωή (που σε καλεί για να δημιουργήσεις εσύ), αλλά σου μιλάει το συμφέρον. Ο ισολογισμός. Κι αυτό δεν είναι έρωτας, είναι επιχείρηση.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο φόβος του θανάτου και της παρακμής ή ο φόβος για την "απώλεια εξουσίας";


Image result for εικόνες χριστουγεννιάτικες καμπάνες


Ο θάνατος σαν μια αναπότρεπτη κατάληξη της ανθρώπινης ζωής, πάντα θα αντιμετωπίζεται με δέος, κι αδύναμος ο άνθρωπος θα στέκεται μπροστά του. Μονάχα η απελπισία και η παραίτηση από την ζωή καθιστά προτιμητέο τον θάνατο, ενώ η απόθεση της ζωής στα χέρια Άλλου, καθιστά αδιάφορον ή αυτονόητον τον -ούτως ή άλλως αναπότρεπτο- θάνατο. Από αυτό και μόνο, αποκτά ανυπέρβλητη αξία η ζωή.

Συχνά υπονοείται πως η φυσική παρακμή και η ασθένεια συνιστούν αναξιοπρέπεια. Η τοποθέτηση αυτή, παραβλέπει πως η αξιοπρέπεια είναι συνειδητή επιλογή συμπεριφοράς και δράσης, στάσης και πράξης του προσώπου, στα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει, στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει και στις απαιτήσεις που καλείται να ικανοποιήσει.

Σε κατάσταση αδυναμίας και έλλειψης αυτοελέγχου, που συχνά συμβαίνουν σε ανθρώπους φυσικώς εξασθενημένους, σε υπερηλίκους και σε ανθρώπους βαρέως νοσούντες, δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε πως συντρέχει αναξιοπρέπεια των προσώπων αυτών. Συντρέχει απλώς αδυναμία.

Αξιοπρέπεια και Αξιοκρατία. Ανατρέχοντας στην σημασία των όρων, διαπιστώνουμε -από την παραγωγή των λέξεων- ότι οι όροι αποτυπώνουν το δέον και το κράτος (=ανάγκη ή δέον και δύναμη, κυριαρχία, αντιστοίχως) της αξίας. Και την αξία στα πράγματα την δίνουμε εμείς, γιατί «τα πράγματα» (τα απλά πράγματα, τα πρόσωπα, οι συμβολισμοί αυτών και οι ειδικές περιστάσεις κλπ.), «δεν έχουν αφ’ εαυτών αξία» αν δεν παρατεθούν σε συσχετισμό με κάτι άλλο. Έχουν απλώς την θέση τους στον σύμπαν. Την αξία την δίνουμε όλοι εμείς. Με την προσπάθεια και την συμπεριφορά μας. Με την σημασία που αυτά έχουν για εμάς. Με τον κόπο που κάνουμε για να τα αποκτήσουμε, να τα διατηρήσουμε, να τα διαφυλάξουμε, να τα διασώσουμε από την φθορά, την καταστροφή, τον όλεθρο, την αφάνεια ή την λήθη.

Η ανάγκη, ή ο πόνος, δεν συνιστούν αναξιοπρέπεια. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η ηθελημένη περιαγωγή (ή η ηθελημένη παραμονή του προσώπου σε άγνοια και η εντεύθεν περιαγωγή του) σε κατάσταση αδυναμίας, ένδειας ή πόνου. Κι αυτό, πολύ καλά το γνωρίζουμε σήμερα, που η καταναλωτική κοινωνία μας παρέχει ανέσεις και απολαύσεις που η στέρησή τους -βλέπουμε γύρω μας να- δημιουργεί παρόμοιες ψυχικές, πνευματικές και πρακτικές καταστάσεις.

Αναξιοπρέπεια συνιστά το ψέμμα, το έγκλημα, η αντικοινωνικότητα, η ανηθικότητα και η νωθρότητα συνειδήσεως. Όμοια, και η επιτηδευμένη προκλητικότητα, η αναλγησία, η ανικανότητα από ολιγωρία, η επιτηδευμένη οκνηρότητα, η νοσηρή περιέργεια, αλλά και η συναφής παρεμβατικότητα στην ζωή των άλλων, και τόσα άλλα παρόμοια. Το ίδιο κι ο φόβος, που δημιουργεί πανικό και οδηγεί σε δειλία και αποφυγή των αναγκαίων κόπων ή της επιβαλλόμενης και υγιούς τόλμης και της προσφοράς για την προστασία υπέρτερων αγαθών.

Δεν είναι αναξιοπρέπεια η εγγενής ένδεια, η ασθένεια, το γήρας, η αναπηρία, ο πόνος. Αυτά συνιστούν «φυσικές», συνήθεις, εν πολλοίς, καταστάσεις και περιστασιακές συγκυρίες στην ζωή του ανθρώπου. Αυτά υπάρχουν και θα υπάρχουν στην ζωή μας, και αυτά θα μας δώσουν το μέτρο του πολιτισμού ή την ατομική μας -για τον καθένα- δυνατότητα, για να δείξουμε την αξιοπρέπεια του μη-πάσχοντος- ανθρώπου.

Ο τρόπος, κι ο τρόμος του θανάτου και της παρακμής μας, είναι ανάλογος με τον τρόπο που έχουμε ζήσει κι έχουμε αξιο-λογήσει την ζωή μας, δηλαδή τον προσωπικό μας αγώνα. Το προσωπικό μας χρέος. Γιατί, αν η αξιο-λόγησή μας ήταν «έπεα πτερόεντα», τέτοια θα είναι και η στάση μας μπροστά στις δύσκολες περιστάσεις, στις οποίες αναγκαστικά θα περιέλθουμε κάποια στιγμή στην ζωή μας. Ας μην ξεχνάμε την προσωπική ευθύνη εκάστου, κι ας μην θεωρούμε πως εδώ βρεθήκαμε "για να λέμε εξυπνάδες, δωρεάν". Βρεθήκαμε για να ζήσουμε όπως ο καθένας «μπορεί», κι αυτό είναι το ρίσκο μας. Δεν βρεθήκαμε για να είμαστε εξ ορισμού σπουδαίοι, αλλά για να γίνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Επομένως, το ερώτημα, που είναι αμείλικτο, αφορά τον τρόπο της αποχώρησης του καθενός μας. Που είναι -και αυτός- αυστηρά προσωπικός, αφού αφορά το πρόσωπό μας, αλλά δεν αποτελεί, συνήθως, και προσωπική επιλογή του καθενός μας. Και σ’ ετούτο δεν χωρεί δεοντολογία, ούτε αξιολόγηση. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να πούμε «έτσι πρέπει να εγκαταλείπει την ζωή του ο άνθρωπος», ενώ μπορούμε να πούμε "έτσι αξίζει να ζεί ο άνθρωπος"!

Η τάξη στην ζωή μας, αν δεν μοιάζει με θάνατο (η απαίτηση απόλυτης τάξης είναι θάνατος), είναι διαπαιδαγώγηση στην δημιουργική έκφραση και στην πειθαρχία, αφού τίποτε δεν δημιουργείται χωρίς πειθαρχία, εργασία και πίστη. Ο θάνατος είναι, κι αυτός, μέσα στην φυσική τάξη όλων των πραγμάτων. Αλλά είναι έξω από τη φυσική τάξη της ζωής.

Δεν μπορούμε να προτείνουμε ή να υπαγορεύουμε τρόπους ή λόγους αποχώρησης και παραίτησης από την ζωή. Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη και στην περίοδο της παρακμής των δυνάμεων και της νεότητάς του, έχει ενδεχομένως να μεριμνήσει και για άλλα, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν τά ‘χε προσέξει τον καιρό της ακμής και της δύναμής του. Κι αυτά μπορεί να έχουν -αστόχως, μέχρι την συγκεκριμένη στιγμή-παραμεληθεί. Ίσως μάλιστα, να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο, ακόμη και σε τούτη την ώρα της αδυναμίας και της παρακμής, πως αυτά είναι πολυτιμώτερα από άλλα.

Όμως, ο προκαταβολικός φόβος μας για τον θάνατο και την παρακμή, μοιάζει με φόβο για την ζωή. [Ή, από άλλη σκοπιά, μοιάζει με φόβο γι' απώλεια εξουσίας! Αλήθεια, ποιάς εξουσίας;]

Ο φόβος του εγνωσμένως επερχόμενου θανάτου, μοιάζει με λύπη για τον αποχωρισμό μας από όλα τα αγαπημένα μας πράγματα και πρόσωπα. Πόσα και πόσα πρόσωπα, ίσαμε σήμερα, δεν είδα, μ’ εκείνη την θλίψη του αποχωρισμού στο μελαγχολικό χαμόγελο και τα υγρά μάτια, που προσπαθούσαν να χορτάσουν τον ήλιο και την αγάπη. Τις όψεις των αγαπημένων. Και πόσοι από αυτούς δεν περίμεναν να συναντήσουν -για ν’ αποχαιρετήσουν- τον ερχόμενο αγαπημένο, κι ύστερα, με μια μικρή πνοή, μας άφησαν κατάπληκτους, σαν είδαμε πως «δεν έφευγαν» πριν από αυτή την συνάντηση. Πως δεν αφήνονταν στην αποχώρηση, μέχρι που να γίνει η συνάντηση, που τόσο πολύ ήθελαν. Κι άλλοι, που έφυγαν, αιφνιδίως, σαν να ήξεραν πως η αποχώρησή τους δεν θα ήταν υποφερτή, για κανέναν.

Οι άνθρωποι, μας άφησαν παρακαταθήκες όχι μόνο με την ζωή τους, αλλά και με τον θάνατό τους. Ο Σωκράτης έφυγε από την ζωή, συμμορφούμενος προς (τιμώντας δηλ. και σεβόμενος) τους νόμους της Πολιτείας. Επέλεξε δηλαδή, να υπακούσει στους νόμους της πατρίδας του, αντί να αποδράσει από την φυλακή, καθ’ υπαγόρευση της (έξωθεν υποβαλλόμενης) παρόρμησης για μια ζωή, λάθρα.

Η ζωή μας, τιμάται από τα έργα μας, ενώ η στιγμή του θανάτου μας είναι σημάδι για εκείνα που επιλέξαμε και υπερασπιστήκαμε με συνέπεια.

Όμως, μέρες που είναι, παραμονές της Μεγάλης Γιορτής της Θείας Γέννησης, ας μην μελαγχολούμε με τα πεπερασμένα μας όρια, κι ας χαρούμε το δώρο της ζωής που ελάβαμε. Ας γεμίσουμε τις καρδιές μας ελπίδα, κι ας φωτιστούμε από το Χριστουγεννιάτικο αστέρι που λάμπει σε όλον εκείνον τον κόσμο, που θέλει κι αποζητάει το μήνυμα της αγάπης.