Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Αποδημητικά, στο καταχείμωνο!

Image result for εικόνες  σπουργίτι 

Τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δένδρου συνεχίζουν ν' αναβοσβήνουν, μα δεν κρατούν πια το ρυθμό της καρδιάς μου, ούτε μου χαμογελάνε χαρούμενα.

Σε λίγο θα πρέπει να ξεστολίσω το δέντρο που στολίσαμε μαζί. Θα αγγίξω εκεί που τα χεράκια σου βάλανε τα στολίδια, μα δεν θα βρώ τη ζεστασιά της φωνής σου, ούτε θα μου παίξεις στο πιάνο τις χριστουγεννιάτικες μελωδίες.

Το σπίτι ξανά σιωπηλό, ήρεμο, θα βρει τους ρυθμούς του, κι εσύ θα γυρίζεις τον κόσμο. Θα τραβάς για 'κει που την ζωή σου φτιάχνεις, μακριά από τα μάτια μου. Κάπου εκεί θα αγωνίζεσαι να ζήσεις, κι η παρουσία σου εδώ, μια επίσκεψη θα είναι μονάχα.

Ο καπνός, σύννεφο μπροστά στα μάτια μου, τα πληγωμένα από ένα δάκρυ, που -σκουριασμένο καρφί- μέρες τώρα ξανά και ξανά, ασταμάτητα θα τρέχει, σημαδεύοντας το χρόνο της απουσίας σου.

Ξεριζωμένα τα σπλάχνα, ξανά και ξανά, συνηθίσαν να μένουν χυμένα, και πια γιατρειά δεν μου βρίσκεται σε μια τέτοια ερημιά.

Μα δεν είναι μόνο δική μου, ετούτη η ερημιά. Είναι της μάνας, της κάθε μάνας, που της φεύγει το σπλάχνο μακριά.

Συνηθίσαμε βλέπεις, να θωρούμε πως παιδί θε να πεί αγκαλιά, και ξεχνάμε πως παιδί, πουλί θε να πεί, που μακριά θα πετάξει και μακριά μας θα φύγει τη δική του φωλιά για να φτιάξει!

Κι ύστερα τη δική του, τούτο φωλιά καλά να ζεστάνει, και να δώσει την αγάπη που πήρε. Και ξανά, κι αυτό το ίδιο να ματώσει απ' την αγκαλιά του την άδεια.

Ω! παιδί μου! μές στον καπνό, που ματιά και ανάσα μου πνίγει, αχνοβλέπω το μικρό το σπουργίτι. Στο μπαλκόνι μου ήρθε, προστασία να βρει, του χιονιά το μαστίγιο ν' αποφύγει και στην άδεια αγκαλιά μου να κουρνιάσει για λίγο, πριν κι ετούτο μου φύγει.

Μα η ερημιά μου ετούτη, λυπηρή δεν είναι ερημιά, σαν που ξέρω, η ζωή, σου ανήκει! κι εσύ να την ζήσεις, σου πρέπει, με δικά σου φτερά!

Εμένα, ένα μονάχα μου φτάνει! Και στην άκρη του κόσμου να είσαι καλά!

Η αγάπη που πήρες εφαλτήριο να είναι, και βράχος και τοίχος!

Στην καρδιά ριζωμένος, ν' ακουμπάς, ν' ανασαίνεις, και μπροστά, πάντα εμπρός να πηγαίνεις!

Στην ευχή μου, παιδί μου!

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Από τον έρωτα πηγάζει η ζωή.


Image result for εικόνες έρωτας γλυπτά 


Έρωτας! Από πού νά 'ρχεται;
Με «ρίζα» από το «ερώ» και το «ερωτώ» [αγαπώ και ψάχνω]!

Ο έρωτας, όσο είναι συνάρτηση του θανάτου, άλλο τόσο είναι συνάρτηση της ζωής. Ερωτεύεται αυτός που θέλει να ζήσει. Ο έρωτας κατακτά, κατακρατάει μέχρι θανάτου, και για να ξεφύγει από το θάνατο. Δεν λογαριάζει κανένα τίμημα. Δεν είναι τυφλός, αλλά άπληστος. Είναι ά-πατος, απύθμενος, χαοτικός, αντιφατικός, ορμητικός και παρορμητικός.

Η φυσική διάσταση της ερωτικής κατάστασης είναι η μετουσίωση των δυο σε έναν. Θέλουν το ίδιο, αρκούνται στο ίδιο, δέχονται ανεπιφύλακτα, προσφέρουν αγόγγυστα και χωρίς τσιγγουνιές, είναι μαζί πάντα και για τα πάντα.

Όταν οι ερωτευμένοι αρχίσουν να ζητούν περισσότερα, όταν θέλουν κι άλλα, δυο πράγματα συμβαίνουν: αν μεν συμφωνούν και σε τούτο, τότε, ο έρωτας, τους έδωσε τη χαρά της πληρότητας και της πίστης ανάμεσά τους, κι έχουν ωριμάσει. Τότε, στ' αλήθεια, ο έρωτας, τους ξαναγέννησε σε μια νέα μορφή, σε ένα νέο ήθος, το ήθος της κοινωνίας μεταξύ τους. Γιατί ο έρωτας γονιμοποιεί. Μόνο έτσι ζεί ένας έρωτας, μετά την πρώτη εφόρμησή του. Μέσα στη γονιμότητα της εκατέρωθεν εν ελευθερία προσφοράς και αναζήτησης.

Αν όμως διαφωνούν και θέλουν διαφορετικά πράγματα, τότε ο έρωτάς τους τελείωσε, έδωσε ό,τι ήταν δυνατόν να δώσει. Ήταν μια πρόκληση. Αλλά δεν είχε τη σπορά για να χαρίσει γονιμότητα. Τους άφησε άτομα, γιατί δεν κατάφεραν να πετύχουν (να προκαλέσουν και να νιώσουν) την ενότητα του είναι τους. Και σαν ανολοκλήρωτα άτομα, φυσικό είναι να έχουν κτητικές διαθέσεις και τάσεις, και να θέλουν να βιώνουν εξουσιαστικά ανά πάσα στιγμή την διαθεσιμότητα του άλλου για χάρη τους.

Χωρίς γονιμοποιό έρωτα έρχεται ο θάνατος. Γιατί ο έρωτας είναι κατάφαση της ζωής. Κι όταν η ζωή και η χαρά στραγγαλίζονται, όταν δεν εξακολουθούν να αναπτύσσονται, τότε επέρχεται ο θάνατος.

Στον μεγάλο έρωτα, εκχωρείς τα πάντα. Τα «σκοτώνεις» μέσα σου. Τους στερείς την ύπαρξη, για χάρη του έρωτά σου. Μπορεί να βλάψεις, να πληγώσεις, να περιφρονήσεις, να αδιαφορήσεις. Θα το πληρώσεις, μα σαν τα εκχωρείς, δεν το λογαριάζεις. Ψυχικά γονιμοποιημένος πια, αποκαθιστάς την ενότητα που διερράγη. Κι αποκαλύπτεσαι ώριμος, ικανός.

Στο μεγάλο έρωτα οι εκφράσεις κι οι εκδηλώσεις των ερωτευμένων είναι ποιητικές, μουσικές, είναι μνημειώδεις, μεγαλειώδεις. Σε όλα τα μεγέθη και σε κάθε ύφος. Σε κάλλος, σε τραγικότητα, σε μελωδία, σε χρώματα. Λαμπερές, αλλά και κατάμαυρα σκοτεινές.

Ο έρωτας μπορεί να σε αναγεννήσει ή μπορεί να σε εξαφανίσει. Κι αν ο έρωτας δεν έδωσε αυτογνωστικούς καρπούς, έδωσε μονάχα ατυχήματα. Γιατί ο έρωτας δεν είναι (μονάχα) εργοστάσιο παραγωγής, είναι κυρίως σχολείο. Αυτογνωσίας και ανθρωπιάς. Αν τύχει, μάλιστα, κι ο άνθρωπος είναι ευλογημένος με αρετές και αγαθή φύση, ο έρωτας θα του χαρίσει τον παράδεισο. Μα αν τύχει κι είναι ο άνθρωπος «ψαράς και κυνηγός», κάθε μέρα θα ρίχνει δίχτυα ή θα κυνηγάει, και καμμιά σημασία δεν θά 'χουν τα «ψάρια» που έπιασε ή τα «πουλιά που σκότωσε», την προηγουμένη. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα ζει τον έρωτα, αλλά θα ζει την σαγήνη, και την άγρα, το παζάρι. Μια φύση, μίζερη, μόνη, αλήτισσα, εγωτική, φοβισμένη κι ανίκανη να χαρίσει και να δεχθεί. Να είναι και να δημιουργεί έναν κόσμο.

Μα είναι κάτι φορές, που στέκεται ο έρωτας σ' ενα παραθύρι και σου γελάει, κι εσύ τρέχεις, με τον ίμερο να σπάει τα σπλάγχνα σου, για να πέσεις στα πόδια του, υποταγμένος στα θέλγητρά του.

Ετούτο, θα γίνει για μόνη-μία-φορά- στη ζωή σου ολάκερη. Μία και μόνη φορά. Για ζωή και για θάνατο. Όπως μία μόνο φορά γεννιέσαι από τη μήτρα της μάνας σου, και μιά μόνο φορά πεθαίνεις και σε καταπίνει η φύση.

Τέτοιο πράγμα, τέτοιος σεισμός δεν μπορεί να γίνεται κάθε μέρα. Γιατί ετούτο είναι το προσκλητήριο της ζωής. Κι η άρνησή του είναι η καταχώρηση του θανάτου. Μα η καθημερινή επίκληση ενός «καινούργιου προσκλητηρίου», είναι συνήθεια των σκυλιών και των ορνίθων. Ας μην μπερδεύουμε τις εμπαθείς σεξουαλικές εξάρσεις, τις ορμονικές επιθέσεις, τις δαιμονικές επιθυμίες, με τον έρωτα. Άλλο πράγμα οι πόθοι και οι διεγέρσεις, κι άλλο το αρχέγονο αίτιο της ζωής. Κι ας μην ξεχνάμε πως το γέλιο από το γελοίο, διαφέρει μονάχα κατά ένα «κουλουράκι»! Με τους «καθημερινούς μας μεγάλους έρωτες», δεν γινόμαστε απλά αστείοι, προκαλούντες ευθυμία, αλλά γελοίοι, προκαλούντες τον οίκτο!

Ναί, «η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο». Ναι, γιατί αλλιώς,«είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό», που λέει κι ο Λιαντίνης.

Θέλουμε να προστατέψουμε το «αντικείμενο» του έρωτά μας, με κάθε τρόπο. Συχνά σκεφτόμαστε: «ας κρατήσει για πάντα!» κι ασφαλώς εννοούμε «ο παράδεισός μας» και δεν ξέρουμε (ακόμη κι αν το εικάζουμε) ότι το ίδιο θέλει κι ο άλλος. Το θέλουμε εγωϊστικά. Μα αν κι ο άλλος το θέλει, θέλουμε και κάνουμε το ίδιο. Κι αν ο έρωτάς μας, μας οδηγήσει σε ένα δρόμο αδιέξοδο, θα είμαστε μαζί, ακόμη και εκεί. Για να βρούμε την άκρη και να ολοκληρωθούμε. Αλλιώς, ζητάμε κάτι πολύ λίγο από τον έρωτα, και συνεπώς, από τη ζωή μας ολόκληρη.

Η «προστασία (και η αυτοπροστασία) στον έρωτα» έρχεται από τη σωφροσύνη, τον υπολογισμό, την εξάντληση, την επιφύλαξη ή την «εναλλακτική» ευχέρεια που δίνουμε στον εαυτό μας.

Δεν χωρεί προστασία απέναντι στον έρωτα (για να μην πληγωθείς κλπ), γιατί τότε δεν σου μιλάει η ζωή (που σε καλεί για να δημιουργήσεις εσύ), αλλά σου μιλάει το συμφέρον. Ο ισολογισμός. Κι αυτό δεν είναι έρωτας, είναι επιχείρηση.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο φόβος του θανάτου και της παρακμής ή ο φόβος για την "απώλεια εξουσίας";


Image result for εικόνες χριστουγεννιάτικες καμπάνες


Ο θάνατος σαν μια αναπότρεπτη κατάληξη της ανθρώπινης ζωής, πάντα θα αντιμετωπίζεται με δέος, κι αδύναμος ο άνθρωπος θα στέκεται μπροστά του. Μονάχα η απελπισία και η παραίτηση από την ζωή καθιστά προτιμητέο τον θάνατο, ενώ η απόθεση της ζωής στα χέρια Άλλου, καθιστά αδιάφορον ή αυτονόητον τον -ούτως ή άλλως αναπότρεπτο- θάνατο. Από αυτό και μόνο, αποκτά ανυπέρβλητη αξία η ζωή.

Συχνά υπονοείται πως η φυσική παρακμή και η ασθένεια συνιστούν αναξιοπρέπεια. Η τοποθέτηση αυτή, παραβλέπει πως η αξιοπρέπεια είναι συνειδητή επιλογή συμπεριφοράς και δράσης, στάσης και πράξης του προσώπου, στα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει, στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει και στις απαιτήσεις που καλείται να ικανοποιήσει.

Σε κατάσταση αδυναμίας και έλλειψης αυτοελέγχου, που συχνά συμβαίνουν σε ανθρώπους φυσικώς εξασθενημένους, σε υπερηλίκους και σε ανθρώπους βαρέως νοσούντες, δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε πως συντρέχει αναξιοπρέπεια των προσώπων αυτών. Συντρέχει απλώς αδυναμία.

Αξιοπρέπεια και Αξιοκρατία. Ανατρέχοντας στην σημασία των όρων, διαπιστώνουμε -από την παραγωγή των λέξεων- ότι οι όροι αποτυπώνουν το δέον και το κράτος (=ανάγκη ή δέον και δύναμη, κυριαρχία, αντιστοίχως) της αξίας. Και την αξία στα πράγματα την δίνουμε εμείς, γιατί «τα πράγματα» (τα απλά πράγματα, τα πρόσωπα, οι συμβολισμοί αυτών και οι ειδικές περιστάσεις κλπ.), «δεν έχουν αφ’ εαυτών αξία» αν δεν παρατεθούν σε συσχετισμό με κάτι άλλο. Έχουν απλώς την θέση τους στον σύμπαν. Την αξία την δίνουμε όλοι εμείς. Με την προσπάθεια και την συμπεριφορά μας. Με την σημασία που αυτά έχουν για εμάς. Με τον κόπο που κάνουμε για να τα αποκτήσουμε, να τα διατηρήσουμε, να τα διαφυλάξουμε, να τα διασώσουμε από την φθορά, την καταστροφή, τον όλεθρο, την αφάνεια ή την λήθη.

Η ανάγκη, ή ο πόνος, δεν συνιστούν αναξιοπρέπεια. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η ηθελημένη περιαγωγή (ή η ηθελημένη παραμονή του προσώπου σε άγνοια και η εντεύθεν περιαγωγή του) σε κατάσταση αδυναμίας, ένδειας ή πόνου. Κι αυτό, πολύ καλά το γνωρίζουμε σήμερα, που η καταναλωτική κοινωνία μας παρέχει ανέσεις και απολαύσεις που η στέρησή τους -βλέπουμε γύρω μας να- δημιουργεί παρόμοιες ψυχικές, πνευματικές και πρακτικές καταστάσεις.

Αναξιοπρέπεια συνιστά το ψέμμα, το έγκλημα, η αντικοινωνικότητα, η ανηθικότητα και η νωθρότητα συνειδήσεως. Όμοια, και η επιτηδευμένη προκλητικότητα, η αναλγησία, η ανικανότητα από ολιγωρία, η επιτηδευμένη οκνηρότητα, η νοσηρή περιέργεια, αλλά και η συναφής παρεμβατικότητα στην ζωή των άλλων, και τόσα άλλα παρόμοια. Το ίδιο κι ο φόβος, που δημιουργεί πανικό και οδηγεί σε δειλία και αποφυγή των αναγκαίων κόπων ή της επιβαλλόμενης και υγιούς τόλμης και της προσφοράς για την προστασία υπέρτερων αγαθών.

Δεν είναι αναξιοπρέπεια η εγγενής ένδεια, η ασθένεια, το γήρας, η αναπηρία, ο πόνος. Αυτά συνιστούν «φυσικές», συνήθεις, εν πολλοίς, καταστάσεις και περιστασιακές συγκυρίες στην ζωή του ανθρώπου. Αυτά υπάρχουν και θα υπάρχουν στην ζωή μας, και αυτά θα μας δώσουν το μέτρο του πολιτισμού ή την ατομική μας -για τον καθένα- δυνατότητα, για να δείξουμε την αξιοπρέπεια του μη-πάσχοντος- ανθρώπου.

Ο τρόπος, κι ο τρόμος του θανάτου και της παρακμής μας, είναι ανάλογος με τον τρόπο που έχουμε ζήσει κι έχουμε αξιο-λογήσει την ζωή μας, δηλαδή τον προσωπικό μας αγώνα. Το προσωπικό μας χρέος. Γιατί, αν η αξιο-λόγησή μας ήταν «έπεα πτερόεντα», τέτοια θα είναι και η στάση μας μπροστά στις δύσκολες περιστάσεις, στις οποίες αναγκαστικά θα περιέλθουμε κάποια στιγμή στην ζωή μας. Ας μην ξεχνάμε την προσωπική ευθύνη εκάστου, κι ας μην θεωρούμε πως εδώ βρεθήκαμε "για να λέμε εξυπνάδες, δωρεάν". Βρεθήκαμε για να ζήσουμε όπως ο καθένας «μπορεί», κι αυτό είναι το ρίσκο μας. Δεν βρεθήκαμε για να είμαστε εξ ορισμού σπουδαίοι, αλλά για να γίνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Επομένως, το ερώτημα, που είναι αμείλικτο, αφορά τον τρόπο της αποχώρησης του καθενός μας. Που είναι -και αυτός- αυστηρά προσωπικός, αφού αφορά το πρόσωπό μας, αλλά δεν αποτελεί, συνήθως, και προσωπική επιλογή του καθενός μας. Και σ’ ετούτο δεν χωρεί δεοντολογία, ούτε αξιολόγηση. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να πούμε «έτσι πρέπει να εγκαταλείπει την ζωή του ο άνθρωπος», ενώ μπορούμε να πούμε "έτσι αξίζει να ζεί ο άνθρωπος"!

Η τάξη στην ζωή μας, αν δεν μοιάζει με θάνατο (η απαίτηση απόλυτης τάξης είναι θάνατος), είναι διαπαιδαγώγηση στην δημιουργική έκφραση και στην πειθαρχία, αφού τίποτε δεν δημιουργείται χωρίς πειθαρχία, εργασία και πίστη. Ο θάνατος είναι, κι αυτός, μέσα στην φυσική τάξη όλων των πραγμάτων. Αλλά είναι έξω από τη φυσική τάξη της ζωής.

Δεν μπορούμε να προτείνουμε ή να υπαγορεύουμε τρόπους ή λόγους αποχώρησης και παραίτησης από την ζωή. Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη και στην περίοδο της παρακμής των δυνάμεων και της νεότητάς του, έχει ενδεχομένως να μεριμνήσει και για άλλα, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν τά ‘χε προσέξει τον καιρό της ακμής και της δύναμής του. Κι αυτά μπορεί να έχουν -αστόχως, μέχρι την συγκεκριμένη στιγμή-παραμεληθεί. Ίσως μάλιστα, να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο, ακόμη και σε τούτη την ώρα της αδυναμίας και της παρακμής, πως αυτά είναι πολυτιμώτερα από άλλα.

Όμως, ο προκαταβολικός φόβος μας για τον θάνατο και την παρακμή, μοιάζει με φόβο για την ζωή. [Ή, από άλλη σκοπιά, μοιάζει με φόβο γι' απώλεια εξουσίας! Αλήθεια, ποιάς εξουσίας;]

Ο φόβος του εγνωσμένως επερχόμενου θανάτου, μοιάζει με λύπη για τον αποχωρισμό μας από όλα τα αγαπημένα μας πράγματα και πρόσωπα. Πόσα και πόσα πρόσωπα, ίσαμε σήμερα, δεν είδα, μ’ εκείνη την θλίψη του αποχωρισμού στο μελαγχολικό χαμόγελο και τα υγρά μάτια, που προσπαθούσαν να χορτάσουν τον ήλιο και την αγάπη. Τις όψεις των αγαπημένων. Και πόσοι από αυτούς δεν περίμεναν να συναντήσουν -για ν’ αποχαιρετήσουν- τον ερχόμενο αγαπημένο, κι ύστερα, με μια μικρή πνοή, μας άφησαν κατάπληκτους, σαν είδαμε πως «δεν έφευγαν» πριν από αυτή την συνάντηση. Πως δεν αφήνονταν στην αποχώρηση, μέχρι που να γίνει η συνάντηση, που τόσο πολύ ήθελαν. Κι άλλοι, που έφυγαν, αιφνιδίως, σαν να ήξεραν πως η αποχώρησή τους δεν θα ήταν υποφερτή, για κανέναν.

Οι άνθρωποι, μας άφησαν παρακαταθήκες όχι μόνο με την ζωή τους, αλλά και με τον θάνατό τους. Ο Σωκράτης έφυγε από την ζωή, συμμορφούμενος προς (τιμώντας δηλ. και σεβόμενος) τους νόμους της Πολιτείας. Επέλεξε δηλαδή, να υπακούσει στους νόμους της πατρίδας του, αντί να αποδράσει από την φυλακή, καθ’ υπαγόρευση της (έξωθεν υποβαλλόμενης) παρόρμησης για μια ζωή, λάθρα.

Η ζωή μας, τιμάται από τα έργα μας, ενώ η στιγμή του θανάτου μας είναι σημάδι για εκείνα που επιλέξαμε και υπερασπιστήκαμε με συνέπεια.

Όμως, μέρες που είναι, παραμονές της Μεγάλης Γιορτής της Θείας Γέννησης, ας μην μελαγχολούμε με τα πεπερασμένα μας όρια, κι ας χαρούμε το δώρο της ζωής που ελάβαμε. Ας γεμίσουμε τις καρδιές μας ελπίδα, κι ας φωτιστούμε από το Χριστουγεννιάτικο αστέρι που λάμπει σε όλον εκείνον τον κόσμο, που θέλει κι αποζητάει το μήνυμα της αγάπης.