Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Δήλος: Η ποιητική αναδρομή μιας επίσκεψης

Image result for Εικόνες δήλος 

Η ιστορία τούτη βρέθηκε δημοσιευμένη εδώ. Η ομορφιά της μ' έκανε να τη μεταφέρω σ'αυτήν τη στήλη, για να μην την ξεχάσω, αλλά και για να την μοιραστώ με φίλους, όσο περισσότερους γίνεται.  Σας την μεταφέρω, όπως την ένιωσα διαβάζοντάς την!
«Σύμφωνα με δημοσιεύματα (ενωρίτερα αυτή την εβδομάδα) του Gadling η Ελληνική Κυβέρνηση ανήγγειλε πρόσφατα ότι είχε προϋπολογίσει 2 εκατομμύρια δολλάρια για την συντήρηση του αρχαίου θεάτρου , στο ιερό νησί της Δήλου. Αυτή η καλοδεχούμενη αναγγελία –κάτι σπάνια καλό προερχόμενο από αυτή την πολύπαθη χώρα την οποία αγαπώ –με επηρέασε πάρα πολύ- γιατί μια από τις πιο μαγευτικές εμπειρίες μου στην πρώιμη ταξιδιωτική μου ζωή την είχα στη Δήλο. Διαβάζοντας για το Θέατρο και την ιστορία της νήσου, ξανάζησα αυτή τη μοναδική εμπειρία, και σκέφτηκα να αναζητήσω στα γραπτά και τα σημειωματάριά μου ένα άρθρο, που έγραψα αμέσως μόλις επέστρεψα από την επίσκεψή μου στη Δήλο, πριν από καμμιά τριανταριά χρόνια. Σας το παρουσιάζω εδώ, όχι βέβαια σαν οδηγό ξενάγησης για τη σημερινή κατάσταση του τόπου –δεν ξαναγύρισα ποτέ- αλλά περισσότερο, σαν ένα φλας-μπακ στο πνεύμα του ταξιδιού, και σαν τιμή στους αλησμόνητους δεσμούς που καμμιά φορά ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να σφυρηλατήσει.

Δεν υπάρχουν ταβέρνες, ούτε ντισκοτέκ, ούτε σκάφη αναψυχής αγκυροβολημένα ούτε εκκλησιές, μύλοι ή κοπάδια κατσικιών. Η Δήλος, τρία μίλια μήκος και λιγότερο από ένα μίλι πλάτος, είναι κατάξερη, βραχώδες νησί ερειπίων, απέχει μόνο 14 μίλια από τη Μύκονο, το αιγαιοπελαγίτικο τουριστικό στέκι «of the international vagabonderie». Η Δήλος, που ήταν κάποτε το κέντρο του ελληνισμού, μένει ακατοίκητη από τον 1ο αι. μ. Χ., σε εκπλήρωση χρησμού του μαντείου των Δελφών ότι «άνθρωπος δεν θα γεννηθεί, ούτε θα αρρωστήσει, ούτε το θάνατο θα συναντήσει στο ιερό νησί».

Βρέθηκα στη Δήλο όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα. Μετά από τρείς κουραστικές μέρες στην περιήγηση της Αθήνας, πεζή, με λεωφορεία και με ταξί, οι συνταξιδιώτες μου κι εγώ επιθυμούσαμε πια ν’ανοιχτούμε στις θάλασσες και να βρεθούμε σ’ερημικές παραλίες. Διαλέξαμε τη Μύκονο, με την υπόδειξη ενός φίλου, που μας συμβούλεψε αφού βαρεθούμε τον ωραίο κόσμο, να κάναμε κι ένα ταξιδάκι μέχρι τη Δήλο.

Φτάνοντας στη Μύκονο, μάθαμε ότι για λιγότερο από τρία δολλάρια θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ψαροκάικο για τη Δήλο (όπου το λιμάνι είναι πολύ ρηχό για κρουαζερόπλοια) κάθε πρωί στις οχτώ με επιστροφή/και να επιστρέψουμε στη Μύκονο στη μία το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Το πρωί της 4ης μέρας μας στη Μύκονο αγνοήσαμε τη φουσκοθαλασσιά και τη δυσοίωνη συννεφιά και επιβιβαστήκαμε σ’ένα παλιό ξεφλουδισμένο σκαρί που μύριζε ψαρίλα. Μαζί με μια ντουζίνα άλλους τουρίστες, στοιβαχτήκαμε στη στενή καμπίνα του πλοίου, που ήταν κιόλας γεμάτη απ’ τις άγκυρες, τα κουπιά και ξύλινα καφάσια με άγνωστο περιεχόμενο. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του 45λεπτου ταξιδιού το ανεβοκατέβασμα των κυμάτων έγινε πολύ ενοχλητικό για κάποιους από τους επιβάτες και βγήκα έξω να με χτυπήσει η αρμύρα της θάλασσας. Καθώς περνούσαμε από τη Ρήνεια, το ηφαιστειογενές νησάκι που μοιάζει με κάλλο, και σχηματίζει φυσικό κυματοθραύστη μαζί με τη Δήλο, ο ουρανός καθάρισε κι οι ψαράδες που είχαν πιάσει στην αποβάθρα της Δήλου μας χαιρέτισαν στο δειλινό φώς.

Στο τέρμα της αποβάθρας ένας άνδρας με άσπρο μουστάκι με ναυτικό μπλέ μπερέ και ένα ξεθωριασμένο μαύρο παντελόνι, χαιρέτισε καθέναν από μας «περιοδεία στη Δήλο! Ξεναγός για τα ερείπια!»|. Λίγο πιο κάτω ένα αγόρι έτρεξε καταπάνω μας, σπρώχνοντας με χέρια και με πόδια, και μας είπε εμπιστευτικά και χαμηλόφωνα «θα σας ξεναγήσω καλύτερα και φθηνότερα»|.

Είχα διαβάσει το Δελφικό χρησμό την προηγούμενη νύχτα και απορούσα τι να έκαναν άραγε αυτοί οι άνθρωποι στο νησί. Ρώτησα το αγόρι και μου έδειξε ένα συγκρότημα σπιτιών, σ’ένα βουναλάκι, κανένα χιλιόμετρο μακριά. «Ζω εκεί. Με την οικογένειά μου».

Με την πρώτη ματιά η Δήλος φαινόταν η πεμπτουσία του ερειπίου: Σπασμένα κομμάτια από αγάλματα, βάθρα, ραγισμένες αψίδες και μεμονωμένοι όρθιοι τοίχοι. Τίποτε ζωντανό, αλλά ο ήλιος φώτιζε τα αρχαιολογικά λείψανα σαν λέπια σκορπισμένα σε μια μεγάλη πισίνα.

Κάποιες άλλες κινήσεις ζωντάνεψαν μπροστά μας μονομιάς τα δρομάκια και τους ναούς. Ο μύθος λέει ότι η Δήλος ήταν κάποτε εμπορικό κέντρο, όταν η Λητώ, η ερωμένη του Δία, κατέφθασε εδώ κοιλοπονώντας. Ο Ποσειδών αγκύρωσε το νησί στη σημερινή του θέση, όταν η Λητώ γέννησε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, τον Έλληνα Θεό του Ήλιου και προστάτη του φωτός και των τεχνών. Ο Απόλλων έμελλε να γίνει ο περισσότερο τιμώμενος του ελληνικού 12θεου, και η θρησκευτική αφοσίωση μαζί με την κεντρική και προστατευόμενη θέση της Δήλου, την καθιέρωσαν σαν το ακμαιότερο κέντρο του θρησκευτικού και εμπορικού Μεσογειακού κόσμου, το σπουδαιότερο μιας αυτοκρατορίας που εκτεινόταν από την Ιταλία μέχρι τη Μικρά Ασία.

Περιφερόμενοι στα ερείπια αυτής της κάποτε αειθαλούς πολιτείας, βρήκαμε ναούς απλούς και περίτεχνους, ελληνικούς και ξένους, συγκροτήματα αγορών, κρηπίδες με βάθρα όπου κάποτε ήσαν τοποθετημένα αγάλματα και τώρα πια ήταν καλυμμένα με παπαρούνες. Ένα αμφιθέατρο με ακέραια μωσαϊκά που απεικόνιζαν ηθοποιούς, και συμβολικά ζώα και ψάρια. Μια ξεραμένη λίμνη που περιβάλλόταν από φοίνικες. Ένα στάδιο και ένα γυμνάσιο. Αποθήκες και πρασιές στην προκυμαία. Κι ένα αρχαίο προάστιο, όπου ζούσαν κάποτε έμποροι και ναυτικοί: το φάντασμα μιας ελληνιστικής μητρόπολης.

Στις 12:45 ο καπετάνιος του ψαροκάϊκου εμφανίστηκε στο τέρμα της αποβάθρας και σφύριξε μια, δυο, τρείς φορές και μετά μας έκανε νόημα με τα χέρια του. Επανέλαβε το σινιάλο στις 12:50 και στις 12:55. Ο φίλος μου έφυγε, αλλά κάτι σχετικά μ’ αυτά τα εγκαταλελειμμένα ερείπια με κράτησε, κι αποφάσισα να περάσω τη νύχτα μου στο νησί. Κοίταξα από την κορυφή του όρους Κύνθος, το μοναδικό λόφο, καθώς το πλοίο απομακρυνόταν προς τα βουνά της Μυκόνου, νοτιοανατολικά στον ορίζοντα. Κοιτάζοντας γύρω μου ένιωσα ότι βρίσκομαι στο κέντρο των Κυκλάδων: προς το βορά η Τήνος, βοριοδυτικά η Άνδρος, μετά η Σύρος, η Σίφνος, η Πάρος, και η Νάξος και κάτω από αυτές η Μήλος και η Ίος, όλες δεμένες στο ιερό άρμα του Θεού Ήλιου.

Από κάτω μου, τα ερείπια απολύτως έρημα, φεγγοβολούσαν σιωπηρά στο μεσημεριανό ήλιο. Μια σαύρα γλίστρισε πάνω στη μπότα μου. Το καραβάκι έπλεε μακριά. Το αεράκι φύσηξε. Σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να στάζουν από το μέτωπό μου.

Κατηφόρισα από το λόφο για τη σκιά στο τουριστικό περίπτερο τη μόνη τουριστική διευκόλυνση (εκτός από ένα μουσείο τριών αιθουσών) στο νησί. Μπήκα μέσα και ζήτησα από τον μαγαζάτορα έναν μεγαλόσωμο ναυτικό με μουστάκι που θύμιζε Ζορμπά, τι έχει για μεσημεριανό. Με κοίταξε έκπληκτος που ξέμεινα.
"΄Εχασες το καίκι;"
"Όχι , ήθελα να μείνω τη νύχτα εδώ."
"A," Κοίταξε κάτω από μένα, προς τα απαστράπτοντα καυτά ερείπια. "Έχουμε ρύζι, κρέας και σαλάτες."
"Έχετε κανένα ψάρι;"
"Ψάρι; Ναί."
Με οδήγησε στο πίσω δωμάτιο άνοιξε ένα καφάσι, και πήρε μέσα από αυτό πέντε διαφορετικά ψάρια, που ήταν τυλιγμένα σε πάγο.
"ποιο θέλεις;" έδειξα το ένα.
"ποτό;?"

"Μια μπύρα , παρακαλώ."

Μου ένευσε, έδειξε προς τα έξω την πόρτα για την ταράτσα με καρέκλες και τραπέζια σκορπισμένα σα χορευτές σε ντισκοτέκ στη Μύκονο και είπε "καθήστε, παρακαλώ", κατευθύνοντάς με σε μια καρέκλα.

Η ζέστη στον αέρα, κρεμόταν σαν κουρτίνα με τις πτυχές της, πάνω στους κίονες και τα βάθρα τυλίγοντας τους φοίνικες και τις καλαμιές. Κάπου – κάπου μια ανοιχτόχρωμη καφέ σαύρα γλιστρούσε από τη μια σκιά στην άλλη. Ο ιδιοκτήτης μεζεδοπωλείου έβγαινε από την κουζίνα στην ταράτσα σαν κάποιος που ποτέ δεν περίμενε ούτε ανησυχούσε για το χρόνο, καθαρίζοντας τα τραπέζια φέρνοντας ένα ποτήρι κρύα μπύρα, μετά το ψάρι, τηγανητές πατάτες και ντοματοσαλάτα.

Αργά, δυο ηλικιωμένοι άνδρες όμοια ντυμένοι, όπως αυτοί που μας χαιρέτισαν το πρωϊ ήρθαν, κουβαλώντας δυο κουβάδες με νερό. Ο ένας μπήκε μέσα και άρχισε να μιλάει δυνατά με τον ιδιοκτήτη. Ο άλλος, κάθισε στο περβάζι της ταράτσας, βούτηξε τα ροζιασμένα χέρια του κι έβγαλε έξω ένα ασπρόμαυρο χταπόδι. Το κύλησε σ’ ένα άσπρο γαλακτώδες υγρό από τον άλλο κουβά, στρίβοντας και χτυπώντας τα πλοκάμια του πάνω στο τσιμέντο μέχρι που (θεώρησε ότι ) το καθάρισε. Μετά, το άφησε στην άκρη (βούτηξε ξανά στον κουβά) και πήρε ένα άλλο γλιστερό ζωντανό. Καθάρισε πέντε χταπόδια συνολικά, και τ’ άφησε στον ήλιο να στεγνώνουν, με τα πλοκάμια τους να σπαρταράνε και τις βεντούζες τους να ζαρώνουν.

Στις 4 μ.μ. ακούστηκε ένας κόκκορας. Τι κάνει αυτός εδώ; Αναρωτήθηκα. Και το άλλο, γιατί αυτός λαλεί στις 4 μ.μ.; Το λάλημα του πετεινού έσπασε τη σιωπή με μια απόκοσμη εξαγγελία. Κοίταξα τα μπουκάλια, τις καρέκλες, τα τραπέζια, κι άκουσα τις καθησυχαστικές κουβέντες από μέσα. Κάτω και πέρα από την ταράτσα στο φώς και στην καρδιά μου, ένας άλλος κόσμος υπήρχε.

Μια ώρα αργότερα περπατούσα, ανάμεσα στα ερείπια, στη φαρδιά κεντρική λεωφόρο (την Ιερά Οδό), προς την προκυμαία, την περιοχή του Θεάτρου και τους ναούς στο λόφο. Στο διάβα μου συνάντησα κίονες με ραβδώσεις, χαραγμένους με περίπλοκα σύμβολα, χωρίς διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις. (Συνάντησα) βωμούς θυσιαστηρίων, μεγάλες στέρνες για την αποθήκευση του νερού της βροχής και του λαδιού, και εκτεταμένα δάπεδα που οριοθετούσαν αίθουσες συναντήσεων και αγορών δίπλα στα αγκυροβόλια. Εξερεύνησα τα χαλάσματα ιδιωτικών κατοικιών, περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβω πού μαγείρευαν, πού έτρωγαν και πού κοιμώνταν οι κάτοικοί τους, ξυπνούσα από το ονειροπόλημά μου από τους ιστούς καμμιάς αράχνης, ή την ουρά καμμιάς σαύρας. Καθώς περπατούσα και ο δύων ήλιος φώτιζε τις αίθουσες και τους τοίχους με ένα πορτοκαλοκόκκινο φώς, τα ερείπια φαίνονταν να παίρνουν από μόνα τους μια παράξενη ζωντάνια.

Αυτό που είχε γίνει απόκοσμη μοναξιά έγινε μεμιάς απόλυτη αιωνιότητα, μια αίσθηση κοινωνίας με άλλους κόσμους και άλλες εποχές. Με τις μπότες μου βάδισα σε δρόμους που σανδάλια είχαν πατήσει. Τα χέρια μου άγγιξαν τα μάρμαρα που άλλα χέρια είχαν πιάσει. Όταν έφτασα στα μωσαϊκά, αυτά μου φαίνονταν ζωντανές παραστάσεις, με τις πρασινομάτες τίγρεις και τα θαλασσιά δελφίνια, τα λουλούδια με κάθε σχήμα και κάθε χρώμα, ίδια για μένα όπως και για τους αμέτρητους εμπόρους και καλλιτέχνες που τα είχαν θαυμάσει αιώνες πρίν. Συνέχισα μέχρι επάνω στο λόφο, προς τους ναούς των συριακών, των αιγυπτίων καθώς και των ελλήνων θεών και αναλογίστηκα πόσο πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς είχα συναντήσει σ’ αυτή εδώ κάτω τη σιωπηλή κοιλάδα.

Ενώ καθόμουν στο ναό των αιγυπτίων θεών, εμφανίστηκε μια φιγούρα που ανέβαινε στο λόφο προς το μέρος που ήμουν εγώ. Δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του εντευκτηρίου ούτε κάποιος από τουτς ψαράδες που είχα συναντήσει νωρίτερα. Αυτός ήταν ένας άνδρας με σόρτς κι ένα αμερικάνικο μπλουζάκι μ’ ένα σακίδιο κι ένα μπαστούνι. Ανταλλάξαμε χαιρετισμό και βιαστικές ματιές μέχρις ότου αυτός ήρθε κοντά και κάθισε δίπλα μου. 
"Είσαι εγγλέζος;"
"Αμερικάνος"
"Α, καλά", είπε και μού ‘δωσε το χέρι.

Ήταν Φυσικός, από την Ουγγαρία, με άδεια για δυο βδομάδες, εργαζόταν σ’ένα κρατικό ερευνητικό πρόγραμμα. «Έχω συγκεντρώσει τα έξοδά μου γι’ αυτό το ταξίδι» μου είπε, «δεν είναι θαυμάσιο; Χτές παρατήρησα όλα τα ερείπια από εδώ» μου έδειξε με το χέρι του προς το στάδιο μέχρι την άκρη της κοιλάδας «μέχρι εδώ. Σήμερα έχω κάνει το γύρο της νήσου» σταμάτησε για να πάρει ανάσα, τα μάγουλά του (ήταν) γκρίζα σαν τις πέτρες που καθόμαστε. «Δεν υπάρχουν πολλά ακόμη να ιδώ».

Τα βουνά βάφονταν μώβ πάνω από τα κατακόκκινα νερά. Τα αρχαία χάνονταν σιγά-σιγά στο ηλιοβασίλεμα. Ήθελα να εξερευνήσω κι άλλα πριν πέσει στο σκοτάδι, κι έτσι συμφωνήσαμε να φάμε μαζί για βράδυ.

Όταν έφτασα στο περίπτερο, ο ιδιοκτήτης με χαιρέτησε σαν ένα παλιό χαμένο φίλο κι έφερε έξω τρία ποτήρια και ένα μπουκάλι ούζο «να πιούμε». Ο ούγγρος εμφανίστηκε από μια άλλη πόρτα, που καθώς έμαθα αργότερα οδηγούσε στον ξενώνα του περιπτέρου, που γινόταν άριστο κατάλυμα μ’ένα στρώμα και νιπτήρα. Τελειώσαμε το ένα μπουκάλι κι αρχίσαμε ένα άλλο, μιλώντας ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά, για όλα, και γρήγορα για τίποτα. Όταν η μια γλώσσα αποτύγχανε, πιάναμε μια άλλη, μέχρι που όλοι μας μιλούσαμε τη διεθνώς γνωστή γλώσσα του σώματος.

Σε καμμιά-δυο ώρες ο ιδιοκτήτης μας ετοίμασε φαγοπότι με ψάρι, αρνί, τηγανητές πατάτες, ρύζι, ντομάτες και αγγούρια, με μπακλαβά και ρυζόγαλο για επιδόρπιο. Καθώς τρώγαμε ο Φυσικός κι εγώ συζητούσαμε. Έμαθα ότι το συγκρότημα των σπιτιών που είχα ιδεί νωρίτερα είχε ανεγερθεί από την Γαλλική Σχολή Κλασσικών Σπουδών, όταν έκανε τις ανασκαφές στη Δήλο το 1950 – 1960. Όταν και ο τελευταίος αρχαιολόγος έφυγε, ο διευθυντής του μουσείου, μετακόμισε εκεί με την οικογένειά του. Ο γιός του ήταν που συνάτησα αυτό το πρωϊ. Ο ηλικιωμένος που είχε χαιρετίσει την άφιξή μας ήταν ένας ψαράς από την περιοχή, που γινόταν ξεναγός, όταν δεν είχε ψάρεμα.

Όταν τελειώσαμε και το τρίτο μπουκάλι, προσφορά του καταστήματος, νόστιμο ρετσινάτο κρασί, ήπιαμε για καληνύχτα ένα βαρύ ελληνικό καφέ. Μετά ο Φυσικός πήγε για ύπνο στο δωμάτιό του ενώ τον ακολουθούσε η γυναίκα του ιδιοκτήτη κρατώντας ένα κανάτι κρύο νερό για (να το χρησιμοποιήσει) το πρωϊ. Ταξίδευα με κάποια εφόδια και όταν ο ιδιοκτήτης μου προσέφερε ένα δωμάτιο με 30 δραχμές (λιγότερο από ένα δολλάριο,) στη μισή τιμή από εκείνη του ξενώνα, ευχαρίστως δέχτηκα.

Ανέβηκα από τα τσιμεντένια σκαλιά στο 2ο όροφο, (και βρέθηκα) σε μια τσιμεντένια ταράτσα, με ψηλό περβάζι, σαν μεσαιωνικό φρούριο με τοίχο. Τ’ αστέρια λαμποκοπούσαν σαν νυχτερινός καθρέφτης των μαρμάρινων ερειπίων. Χώθηκα στον υπνόσακό μου σε μια προστατευμένη γωνιά, ευελπιστώντας ότι οι σαύρες δεν θα μπορούσαν να με βρουν σε τέτοιο ύψος και έψαξα στα πράγματά μου για σαπούνι, οδοντόκρεμα και οδοντόβουρτσα..

"Χρειάζεσαι αυτό;" Ο Φυσικός μου έδειξε το φακό του. "ήρθα να σου ειπώ να βιαστείς με την τουαλέτα σου, γιατί ο ιδιοκτήτης θέλει να κλείσει το ηλεκτρικό."

Αφού πλύθηκα και βούρτσισα τα δόντια μου τρέκλισα πίσω στα σκαλιά για το κρεβάτι μου, κι άκουσα βήματα, δυνατές φωνές μπροστά και πίσω, μέσα στο σκοτάδι και τα φώτα άναψαν.

Τα βήματα επέστρεψαν, μια πόρτα έτριξε και βρόντηξε κλείνοντας, καρέκλες σύρονταν. Μετά όλα ήταν σιωπηλά, Ούτε ήχοι μηχανής, ανθρώπων ή ζώων. Απόλυτη σιωπή. Είμαι ξαπλωμένος μέσα στον υπνόσακό μου και τα ερείπια κυριαρχούν στα όνειρά μου, οι παλιο-σαύρες να σέρνονται πάνω στις πέτρες, η γλυκειά ηρεμία του μαρμάρου στο ηλιοβασίλεμμα, (ενώ) το ελαφρό άρωμα της παπαρούνας έρρεε στις ραβδώσεις των λευκών θραυσμάτων.

Οι ακτίνες του ήλιου με ξύπνησαν. Γύρισα να ιδώ το ρολόι μου και με διέκοψε μια μαύρη γατούλα που είχε φωλιάσει χαμηλά, στα πόδια μου. Κι εγώ με τη σειρά μου κούνησα το ζαλισμένο μου κεφάλι (από το ούζο και τη ρετσίνα που είχαπιεί), και πλησίασα όσο πιο κοντά μπορούσα στη σκιά του τοίχου. Στις 6.45  τράβηξα την πετσέτα μου πάνω στο κεφάλι μου και προσπάθησα εις μάτην να φανταστώ το βραδινό αεράκι. Η γατούλα νιαούρισε με τον τρόπο της κάτω από την πετσέτα μου, κι άρχισε να με γλείφει στο μάγουλο, σαν να βρήκε ένα μπώλ με γάλα.

Κατέβηκα τα σκαλιά και πλύθηκα με το χλιαρό νερό της βρύσης νερό μέχρι που επί τέλους ένιωσα ικανός να στέκομαι στα πόδια μου. Πίσω από το περίπτερο μια απλώστρα ήταν στερεωμένη σε μια σκουριασμένη γεννήτρια. Κότες κορδώνονταν μέσα στο κοτέτσι, στο σπίτι του διευθυντή. Η Ρήνεια πρόβαλε μέσα από την πρωινή αχλύ.

Και πάλι περιπλανήθκα ανάμεσα στα ερείπια, που τά 'βλεπα διαφορετικά τώρα, λαμπερά στο φώς της μέρας και (με το μυαλό) στο ότι έπρεπε να φύγω. Άλλοι τουρίστες θα έρχονταν στη Δήλο, κι εγώ θα πήγαινα στη Μύκονο. Πήραμε πρωϊνό μαζί με τον Φυσικό, μετά περπατήσαμε πίσω στην Ιερά Λίμνη και την αγορά μέχρι την περιοχή των λεόντων. Στεκόμενοι ανάμεσα στους πέντε λέοντες της Δήλου, που κατασκευάσθηκαν το 7ο αι. π.Χ. για να προστατέψουν τη νήσο από τους εισβολείς, κοίταξα πάνω από τους ερειπωμένους τοίχους και τους μικρούς κίονες, προς τους ναούς στο λόφο. 
Σαν οδηγοί οι ναοί αυτοί κατευθύνουν την πορεία των τουριστών που επισκέπτονται το νησί έχοντας το νού τους να αποτυπώσουν την ανάμνηση αυτή στις κάμερες και στους ταξιδιωτικούς οδηγούς που κουβαλάνε μαζί τους. 
Καθώς το καραβάκι πλησίαζε ένας σκυφτός ναυτικός με μπλέ μπερέ, έτρεξε βιαστικά προς το ντόκο, κι ένα αγόρι με κοντά παντελόνια έτρεξε έξω από του διευθυντή το σπίτι, πίσω από τον ούγγρο, πίσω από μένα, και μέσα στα ερείπια».

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Η Καθαρά Δευτέρα: κουβέντες της γιαγιάς


 

Σαν ήμουνα μικρό-μικρό παιδάκι, θυμάμαι, τις ετοιμασίες που κάνανε στο σπίτι, η μαμά και η γιαγιά, τούτες τις μέρες. Ετοιμασίες καθαροδευτεριάτικες, κι όχι πανηγυριώτικες.

Τα γονικά μου, ήσαν κι οι δυό τους, αντικαρναβαλικοί. Όχι εκπεφρασμένοι εχθροί, μα αδιάφοροι, de facto. Κι έτσι δεν υπήρχανε μασκαράδες και μασκαράτες. Τα αποκριάτικα αστεία, και οι μεταμφιέσεις, προκαλούσαν και σε μένα μια αμηχανία, γιατί ήμουνα ξένη σε μια τέτοια "γιορτή". Όμως, και από χαρακτήρα, δεν μου ταίριαζαν τα θορυβώδη πειράγματα, οι άσεμνες χειρονομίες και οι αθυροστομίες.

Η μάνα μου, που ήταν κινητό λαογραφικό ημερολόγιο, ήξερε τα πάντα για τις λαϊκές και τις εποχικές γιορτές, τις φιέστες των αγροτικών δραστηριοτήτων και των θρησκευτικών γιορτών. Όμως, τίποτα δεν μας είπε για τις αποκριάτικες γιορτές, εκεί που -μικρά- μας κρατούσε στο τζάκι της, ούτε μας έβαλε στο κλίμα του αποκριάτικου ξεφαντώματος, με χορούς, μεταμφιέσεις και ελευθεροστομίες. Μπορεί από τα συνεχόμενα πένθη που πέρασε να μην είχε διάθεση για ξεφαντώματα. Μπορεί κι όχι για τούτον, μα γι' άλλον λόγον, που δεν ξέρω.

Θυμάμαι πως τούτες τις μέρες τρώγαμε λαχταριστά νηστήσιμα καλούδια κι όλοι χαιρόμαστε ιδιαίτερα, γιατί συνήθως βρισκόμαστε στην εξοχή. Στα χωράφια μας. Τέτοια εποχή -συνήθως ενωρίς την άνοιξη- είχαν αρχίσει ν' ανθίζουν πανέμορφες οι ανεμώνες. Τί χρώμα σκεφτόσουν, και δεν τό 'βρισκες! Κόκκινο, άσπρο, μώβ, λιλά, πορτοκαλί, ρόζ! Πανέμορφα, σαν προσωπάκια χαράς, στρωμένα στο καταπράσινο λιβάδι, μας περιμένανε για να μας γελάσουν, για να χαρούνε μαζί μας.

Συνήθως, τούτη η μέρα, ήταν μια ανοιξιάτικη γιορτή, μια έξοδος στην ύπαιθρο, πιο πολύ για να χαρούμε τη φύση, με την παρέα μας. Αξέχαστα θυμάμαι, επανειλημμένες τέτοιες καθαροδευτεριάτικες βόλτες με την καλή μας φίλη τη Βούλα, και τις δυο αγγελόμορφες μικρούλες κόρες της. Θυμάμαι να μαζεύουμε λουλούδια, και να λουζόμαστε στον ανοιξιάτικο ήλιο. Θυμάμαι να πηγαίνουμε στην ακροθαλασσιά και να βρέχουμε τα πόδια στο κρύο νερό. Θυμάμαι, ο αέρας να φυσάει και να σηκώνει σαν σκόνη το ρηχό νερό και να το σπάει πάνω στα χαλίκια σε χιλιάδες μικρές σταγόνες και φυσαλίδες!

Θυμάμαι, τ' απόγευμα να παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Θυμάμαι χαρταετούς, να πετάνε στα ύψη, σε μεγάλη απόσταση από το χωριό, για το φόβο των ηλεκτρικών καλωδίων, να σχίζουν τον αέρα, και να ανεβαίνουν-να ανεβαίνουν...

Καμμιά φορά μάλιστα, η δύναμη του αετού από 'κεί ψηλά, ήτανε πολύ πιο μεγάλη από το πείσμα του μικρού που κρατούσε το σκοινί και τον καθοδηγούσε, ή τον ταρακουνούσε, και τον έκανε να σφαδάζει στου αέρα τις ριπές. Και τότε, συνέβαινε, και χράπ! ο χαρταετός ξέφευγε, μ' ένα σπασμωδικό πλατάγισμα στον αέρα, και τότε ο μικρός έμενε ν' απορεί για τούτη την ξαφνική αποστασία, την ξαφνική εγκατάλειψη. Και μάθαινε, πως τα όνειρα, όνειρα είναι και πετάνε, και πως μπορεί και να χαθούνε!

Από παιδάκι έμαθα, πως από τούτη τη μέρα, αρχίζουμε εγκράτεια στις τροφές, σε μια προσπάθεια, να συνηθίσουμε στον περιορισμό των γήινων παθών μας και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. (Όχι βέβαια, μόνο για όσο διαρκεί η σαρακοστή!)

Η μάνα κι η γιαγιά μου, μας μαλώνανε σαν βλέπανε να μιλάμε άσχημα, να είμαστε αχόρταγοι και λιχουδιάρηδες, να είμαστε επικριτικοί και να θυμώνουμε, ή να είμαστε ανυπάκουοι. Μας το λέγανε καθαρά, ότι ο άνθρωπος πρέπει να 'χει καλωσύνη, αγάπη και μέτρο. Καλωσύνη στην ψυχή του, αγάπη για τον αδύνατο και για τον άλλο άνθρωπο, και μέτρο στις πεθυμιές και τα θέλω του.

Αργότερα, ανάμεσα στα «γράμματα» που έμαθα, είναι, πως τη μέρα τούτη, τηρούμε μνήμη της απώλειας του παραδείσου, ή, αλλιώς, της εξορίας του ανθρώπου από την τρυφή του Παραδείσου.

Τώρα πια, που ο Χριστός, μας δίδαξε τον δρόμο τον αγαθό, ας σταματήσουμε τα πονηρά έργα κι άς εργαστούμε όλοι, φανερά, με επιείκεια και καθαρά. Ας μην κυριαρχεί η ικανοποίηση των προσωπικών μας προτιμήσεων κι ας μην κατακρίνουμε τους άλλους. Ο καθένας έχει τον δικό του τον τρόπον και την ευθύνη. Όλων των ανθρώπων τα έργα ελέγχονται, κι ο μόνος αρμόδιος για όλα είναι ο Θεός, κι όχι ο καθένας από εμάς.

Ο υιός του Θεού του ζώντος, ο ενανθρωπήσας Χριστός, είναι φανερό ότι ζεί ανάμεσά μας. Κι εκείνος που πρώτος, το είδε, το ένιωσε, και το πίστεψε, έλαβε τη διαβεβαίωση του Χριστού μας: Στην πίστη σου θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου, κι αθάνατη αυτή θα μείνει στους αιώνες!

**************************************
Επιστολή Παύλου, προς Ρωμαίους (κεφ. ιγ, εδ. 11 – κεφ. ιδ, εδ. 4)

11 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. 12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίτας καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, 14 ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. κεφ. ιδ: 1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. 2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. 3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. 4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

Κατά Ματθαίον (κεφ. ιστ, εδ. 14-21) 

 
14 οἱ δὲ εἶπον· Οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἰερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν. 15 λέγει αὐτοῖς· Ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; 16 ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. 17 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 18 κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. 19 καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 20 τότε διεστείλατο τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός. 21 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Όσα στη ζωή ονειρευόμαστε....


 


Η Delice λέει: Για να νιώσεις τη χαρά της ζωής, πρέπει να μπορείς να τη νιώσεις, σα θα διαβαίνει από κοντά σου.

«Όσα στη ζωή ονειρευόμαστε
δεν θα 'ρθούν,
αν έτοιμοι δεν είμαστε
από πρίν
να τα δεχτούμε....»

Ας είμαστε ευτυχείς που ξυπνάμε κάθε πρωί, κι ας θαυμάζουμε, σαν παιδιά, τη ζωή. Ας στεκόμαστε στην ομορφιά της κάθε στιγμής και ας αγνοούμε τις μικρές αναποδιές. Τίποτε δεν είναι δεδομένο. Αυτό θα πεί να εκτιμάμε αληθινά τη ζωή.

Να μας περιβάλλουν άνθρωποι,  που θα μοιραζόμαστε μαζί τους τις αξίες, την ηθική και τους στόχους μας. Ανθρώπους που να μας ενθαρρύνουν να κυνηγάμε τα όνειρά μας και να αξιοποιούμε τις δυνατότητές μας. Φίλους που τους αγαπάμε και τους αποδεχόμαστε γι’ αυτό που είναι και που είναι εδώ όταν  χρειαζόμαστε ένα χέρι βοηθείας. Και τούτο να είναι αμφίδρομο: γιατί κι εμείς τέτοιοι φίλοι βρισκόμαστε γι' αυτούς!

Να αποδεχόμαστε και να σεβόμαστε τους άλλους γι’ αυτό που είναι και για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Να προσεγγίζουμε τους συνανθρώπους μας με καλοσύνη και γενναιοδωρία. Να βοηθούμε όταν μπορούμε, χωρίς να προσπαθούμε να αλλάξουμε τον άλλον.

Να μαθαίνουμε συνεχώς. Για τη δουλειά και τους ανθρώπους, από τη δουλειά και τους ανθρώπους.

Να εστιάζουμε στην λύση, όχι στο πρόβλημα, και να μην βουλιάζουμε στην αυτολύπηση. Δεν αφήνουμε τις αντιξοότητες να επηρεάζουν την διάθεσή μας. Εστιάζουμε στην καλή πλευρά των όποιων προβλημάτων, γιατί βλέπουμε κάθε εμπόδιο, σαν μία ευκαιρία να κάνουμε μία αλλαγή προς το καλύτερο. Άλλωστε, ουδέν κακόν αμιγές καλού!

Να  κάνουμε τη δουλειά που αγαπάμε! Η πραγματικότητα είναι ότι περνάμε ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μας δουλεύοντας. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να επιλέξουμε μια δουλειά που μας αρέσει, αλλά και να βρίσκουμε χρόνο για άλλα ενδιαφέροντα και ασχολίες που μας ευχαριστούν.

Να απολαμβάνουμε τη ζωή. Να ζούμε  στο παρόν και να απολαμβάνουμε τις μικρές χαρές της ζωής: ένα ηλιοβασίλεμα, μία βόλτα στη φύση, την παρέα ενός αγαπημένου προσώπου, μια μέρα κοντά στη θάλασσα, την μυρωδιά των λουλουδιών. Ας μην μένουμε προσκολλημένοι στα δυσάρεστα, ούτε να ανησυχούμε διαρκώς για το μέλλον. Εξ άλλου, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε!

Να γελάμε συχνά! Να μην παίρνουμε τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά, και ν' αντιμετωπίζουμε με χιούμορ τις καταστάσεις, ακόμα και τα προβλήματα. Μη διστάζετε να γελάσετε με τον εαυτό σας! Στο κάτω κάτω, κανείς δεν είναι τέλειος.

Να συγχωρούμε! Η κακία και το μίσος,  μας πληγώνουν. Η συγχώρεση προσφέρει γαλήνη και ηρεμία. Και βέβαια, εκτός από το να συγχωρούμε τον διπλανό μας, πρέπει να μπορούμε να συγχωρούμε και τον εαυτό μας για τα λάθη ή τις παραλείψεις του.

Να είμαστε ευγνώμονες! Οι  άνθρωποι νιώθουν την αξία όσων έχουν, όταν αισθάνονται ευγνωμοσύνη γι’ αυτά και την εκφράζουν. Ακόμα και για τα πράγματα που οι περισσότεροι θεωρούν δεδομένα: για την υγεία τους, το σπίτι, τη δουλειά τους, την οικογένεια τους και τους φίλους τους.

Να επενδύουμε στις σχέσεις μας. Να καλλιεργούμε και να προστατεύουμε τις σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους μας, αφιερώνοντας τον απαραίτητο χρόνο και ενδιαφέρον. Να τους υποστηρίζουμε και να τους δείχνουμε κατανόηση και αγάπη. Ασφαλώς, πρέπει να τηρούμε και να εκπληρώνουμε όλες τις υποσχέσεις μας προς αυτούς. Αλλιώς, γιατί τις δώσαμε; Για να γίνουμε αρεστοί; Ψεύτες, αρεστοί, γίνεται; Δεν γίνεται!

Να είμαστε ειλικρινείς, γιατί η ειλικρίνεια απλοποιεί τη ζωή! Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και με τους άλλους και βασίζουν τις πράξεις και τις αποφάσεις τους στην εντιμότητα.

Να ασχολούμεθα με τον εαυτό μας, όχι με τους άλλους. Εστιάζουμε στο να φτιάξουμε τη  ζωή μας, όπως την θέλουμε. Δεν ασχολούμεθα με το τι λένε ή κάνουν οι άλλοι με τη δική τους τη ζωή.

Να είμαστε αισιόδοξοι κι όχι μίζεροι. Να εστιάζουμε στην θετική πλευρά κάθε κατάστασης. Γιατί υπάρχει, ακόμα και αν ορισμένες φορές είναι, αρχικά τουλάχιστον, αδύνατον να την εντοπίσουμε.  Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει την οικονομία των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Να αγαπάμε άνευ όρων. Η αγάπη δέχεται τους άλλους γι’ αυτό που είναι και δεν βάζει όρια ή προϋποθέσεις.

Να είμαστε αληθινοί, μαχητικοί, καθαροί, αγνοί, στα θέλω και τα πώς που επιδιώκουμε.

Να προλαμβάνουμε τις καταστάσεις που μπορούμε να ελέγξουμε! Δεν περιμένουμε να μας προλάβουν οι εξελίξεις. Ας μην   χάνουμε το χρόνο προσπαθώντας να αλλάξουμε καταστάσεις που είναι εκτός  ελέγχου, και ας αποδεχτούμε αυτά που δεν μπορούν πια ν' αλλάξουν. 

Να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Την υγεία, το σώμα και το πνεύμα μας. Να προσέχουμε τη διατροφή μας, να ασκούμεθα, να ξεκουραζόμαστε, να κάνουμε προληπτικούς ελέγχους για την υγεία μας και να κρατούμε το μυαλό μας σε εγρήγορση. Χρειάζεται να αφιερώνουμε χρόνο στον εαυτό μας και στα ενδιαφέροντά μας.

Αποδεχόμαστε τον εαυτό μας για αυτό που είναι – δεν προσπαθούμε να προσποιηθούμε κάτι διαφορετικό. Γνωρίζουμε τον εαυτό μας (τις επιθυμίες, τα πιστεύω και τα θέλω, τα όρια και τις αδυναμίες). Είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας και τις επιλογές μας και δεν διαμορφώνουμε τη ζωή μας προσπαθώντας να ευχαριστήσουμε το περιβάλλον μας.

Είμαστε  100% υπεύθυνοι για τη ζωή μας. Έχουμε την ευθύνη για τη διάθεσή μας, τη νοοτροπία, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις πράξεις και τα λόγια μας, καθώς και για τα λάθη μας. Ολοκληρωτικά δική μας είναι και η ευθύνη  για τις επιτυχίες και τις αποτυχίες μας.

Είν' όλα αυτά απλοϊκά και προφανή; Ίσως και νά 'ναι έτσι! Σε κάθε περίπτωση, η ευτυχία είναι απόφαση.

Το πρώτο βήμα είναι να αναλάβουμε αυτοπροσώπως την ευθύνη!

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Πολιτικός Βίος και Πολιτεία απολίτιστων Πολιτικών (Ι)


Image result for εικόνες κοινοβούλιο

Κάποιοι πολιτικοί είναι τόσο μακριά από την ουσία του συντεταγμένου πολιτικού βίου, που εν τη αγνοία (ή ανεπαρκεία;) τους αποκαλύπτουν την πολιτική τους γύμνια, την αηδία τους προς το λαό που προσχηματικά ευαγγελίζονται ότι θέλουν να υπηρετήσουν και την ανικανότητά τους προς τούτο, αφήνοντάς μας πενιχρές προσδοκίες.

Προς διασάφηση, παραδειγματίζω (=φέρω παραδείγματα):

1. την  παλαιότερη διακήρυξη ότι θα σχηματισθεί Κυβέρνηση της Αριστεράς! Κι εγώ, φυσικά αναρωτήθηκα, τότε: Και για τους υπόλοιπους Έλληνες; Τί θα απαντήσετε σ αυτούς που δεν είναι μέλη και στελέχη της Αριστεράς; Τι θα συστήσουμε σ’ αυτούς να κάνουν; πού θα βρούν αυτοί τόπο να ζήσουν, τρόπο να ζήσουν και να απολαύσουν κοινωνικές υπηρεσίες; θα πληρώνουν φόρους, τέλη κλπ. οικονομικά βάρη για να στηρίζουν το κράτος και την Κυβέρνηση της Αριστεράς και τα μέλη της;

2. Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας και την εκλογική νομοθεσία, αποκλείεται συνήθως από την πολιτική ζωή του τόπου σημαντικό ποσοστό του λαού που δεν κατάφερε να εκπροσωπηθεί στη Βουλή. (Διότι  ο πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων εξουσίας που κυριαρχεί φροντίζει -με τις κατάλληλες μεθοδεύσεις του να αφήνει την πόρτα ανοιχτή (πριν από κάθε κινητικότητα μπροστά στην πόρτα της εξουσίας) μαγειρεύοντας την  κομματική πριμοδότηση, που μπορεί να επιδαψιλαύει το αποτέλεσμα της  εκλογικής αναμέτρησης.

3. Αισθητικής φύσεως αποκλειστικοί χαρακτηρισμοί. Συνέβη κι αυτό. Πολιτικοί από τον υπέρτατο θεσμό του Πολιτεύματος μέχρι νεόκοποι βουλευτές, αλλά και ΜΜΕ ασχολήθηκαν με τα προσωπικά δεδομένα κάποιων. Νεαρά βουλευτής σε τηλεοπτικό πάνελ σχολιάζει ειρωνικά και τις απόψεις  βουλευτή νέου κόμματος, προκλητικά και επίμονα διακόπτοντας τον ειρμό της σκέψης του, με εξυπνακίστικες ατάκες, θεωρώντας εαυτήν μέλος ενός κραταιού και αναμφισβήτητου συστήματος. Άλλος, βουλευτής νεοπαγούς κόμματος, ανατριχιάζει με την εμφάνιση βουλευτή κατηραμένου κόμματος.  

Εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος: Θα ανατριχιάζατε, κ. βουλευτά κι αν η εν λόγω εμφάνιση αφορούσε έναν λαϊκής προέλευσης (χασάπη, φορτηγατζή, για παράδειγμα) βουλευτή του κόμματός σας;  ΄Η αλλιώς, κ. βουλευτά, σας θέλγει η εμφάνιση νεαράς μαθήτριας με δεκάδες τρύπες στη μύτη, τη γλώσσα και τ’ αυτιά ή το σκουλαρίκι που κρέμεται στον ομφαλό της, ο οποίος προκλητικά αφήνεται να φαίνεται από την κοντή της μπλούζα, εν ώρα μαθήματος, προκαλώντας ερωτικά μάλιστα τον νεαρό καθηγητή της, για να επιτύχει καλύτερο βαθμό; ΄Η αλλιώς, … κ. βουλευτά, δεν σας πειράζει να κάθεστε και να συνεδριάζετε για τις τύχες του τόπου, μαζί με συναδέλφους σας επίορκους, υπόπτους κλοπών και απιστίας, και άλλων ασυμβίβαστων με το βουλευτικό καθήκον πράξεων και μεθόδων; Καθαρίσετε τα του οίκου σας, και η κοινωνία θα σας μιμηθεί. Μην αμφιβάλλετε.

4. Σκουπίδια και απόβλητα που ψηφίζουν. Αρθρογραφώντας ένας Έλληνας πολίτης αναφέρει ότι αισθάνθηκε σαν σκουπίδι, αφού πάντα η ψήφος του είναι ανυπολόγιστη στο δημόσιο βίο της Χώρας, γιατί η επιλογή του δεν απεικονίζεται στις πολιτικές δυνάμεις που ρυθμίζουν τις τύχες του τόπου. Κάποιοι άλλοι, χαρακτηρίζουν ορισμένους ψηφοφόρους κομπλεξικούς, σκουπίδια, και άτομα απελπισμένα, απόβλητα και εκδικητικά.

Τί θα μπορούσαμε να τους πούμε και ν`απαιτήσουμε από αυτούς;

«Κύριοι,
με αυτό το ήθος και το ύφος, με αυτή την προκατάληψη και την διάσταση στα κριτήρια, με τα οποία αντιμετωπίζετε τους έλληνες πολίτες, πώς να δεχτούμε ότι πιστεύετε κάτι που ενώνει όλους τους έλληνες;

Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής σας ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Χώρας απαιτεί Κυβέρνηση για όλους τους Έλληνες, που τους θεωρεί ίσους και που δεν κάνει διακρίσεις πεποιθήσεων, πολιτικών, στιλιστικών και σεξουαλικών προτιμήσεων, ή οικονομικής και μορφωτικής κατάστασης αυτών. Και μάλιστα, δεν κάνει καμμιά διάκριση, για κανέναν Έλληνα, προκειμένου αυτός να συμμετάσχει στην πολιτική ζωή του τόπου και να απολαμβάνει τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που θεσπίζονται και κατοχυρώνονται με το Χάρτη αυτόν.

Η δημοκρατία δεν ανήκει σε κανέναν, γιατί ανήκει σε όλους το ίδιο, και δεν αποκλείει κανέναν, γιατί τότε αυτοαναιρείται. Η δημοκρατία παιδαγωγεί, καλλιεργεί, λύνει προβλήματα και προσφέρει πρότυπα μέσα από τις αξίες που υπηρετεί.

Σημείωση:  Τα τρέχοντα παραδείγματα είναι λίγο διαφορετικά από τα παλαιότερα που αναφέρονται εδώ,  αλλά γι`αυτόν ακριβώς το λόγο θα επανέλθουμε επί του ζητήματος.

Σμιλεμένη ψυχή




 
Η καλλιέργεια καθρεφτίζεται στο ήθος, που σμιλεύεται από το πέρασμά της, στην ψυχή του ανθρώπου. Κι άμα λείπει το ήθος, αυτό είναι φανερό, ολοφάνερο και κραυγαλέο. 
 
Περισσεύει στην απρέπεια του τρόπου, στην κομπορρημοσύνη του προσώπου, στην αλαζονεία του, στην εξουσιαστική του διάθεση, στο δεσποτισμό του, στην αγένεια και την σκληρότητα προς τους κατωτέρους κι ενδεείς, στην ανάγκη του για κυριαρχία, και σε τόσες άλλες αυτοδοξαστικές, αυτολατρευτικές και αυτοεπιδεικτικές εκδηλώσεις... 

Ο τέτοιος άνθρωπος, όντας ύπουλος, εκμεταλλευτής, εκβιαστής και ανάλγητος εξουσιαστής, εμπαθής και απάνθρωπος, καταντάει να γίνεται μισητός περίγελως, που όλοι τον αποφεύγουν, όσοι περάσανε από τα νύχια του....

Όσο για την ανθρωπιά του ανθρώπου (η σχέση του με τον άλλο άνθρωπο και την ανθρώπινη ύπαρξη γενικά), αυτή δεν είναι τίτλος σπουδών, ούτε διαβατήριο για ταξίδια, ούτε άδεια εισόδου, ούτε αξιόγραφο, ούτε ποσοστό συμμετοχής. Είναι τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης. Είναι φως κι αποδοχή, είναι ειρήνη και αλήθεια, είναι αμοιβαία εκτίμηση και αμοιβαίος σεβασμός.

Η καλλιέργεια ως μέθοδος παιδαγωγική, δεν εμπεριέχει διδαχή, κατάρτιση και εξάσκηση στην εξαπάτηση, ούτε στην εκμετάλλευση, ούτε στην κοροϊδία, ούτε στον εμπαιγμό, ούτε στην αιχμαλωσία, ούτε στην ειρωνεία, ούτε στον χλευασμό και στην εξύβριση. Όλα τούτα είναι ύβρις, και όχι αγωγή. Όλα τούτο μόνο η σάτιρα τα αναδεικνύει ως σπουδαία. Στην απαξία τους ασφαλώς! Κι όλα αυτά δείχνουν πώς καταντάει ο άνθρωπος που δεν έχει διαπαιδαγωγηθεί να φέρεται και να ζεί (ή που δεν εργάζεται) στο μέτρο που επιτάσσει η αρετή, και το γεγονός της  ύπαρξης του άλλου άνθρώπου. 

Γιατί ο άλλος άνθρωπος, είναι που τίθεται ως όριο για τον καθένα μας.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Η χάρη της γλώσσας και η γλώσσα της χάρης...



Image result for εικόνες διακοπές 

Συμβαίνει καμμιά φορά, και καθώς ακούς κάποιον να σου μιλάει, γέρνεις το κεφάλι στο πλάϊ, σαν να παραδίνεσαι σ' εκείνα π' ακούς. Κι είτε από συναισθηματική γλυκύτητα, είτε από πνευματική συντροφικότητα, είτε ακόμη και από λογική συγκατάνευση, φωτίζεσαι, «πληρώνεσαι», χορταίνεις, συντροφεύεσαι, κι ελπίζεις!

Το αντικείμενο του λόγου, μα την αλήθεια, λίγη σημασία έχει. Έχουμε τόσα πολλά που μας ενδιαφέρουν, που μας απασχολούν, που ζητούν από εμάς απαντήσεις!

Όταν είσαι «ανοιχτός», η ετοιμότητα, αλλ' όχι η βιασύνη, σε κάνει διαθέσιμο να σκεφτείς, πρόσφορον να συνεργαστείς, ικανόν να χαρείς, έτοιμον για να δώσεις και δυνατόν για να λάβεις. Να βοηθήσεις και να βοηθηθείς (*).

Τότε, ό,τι και να πεις έχει τη χάρη της προσφοράς και την ειρήνη της παραχώρησης, τη θεραπεία της ανάγκης και την ανακούφιση της πλησμονής.
 
Η αλήθεια κι η αγάπη είναι φως, είναι χάρη, είναι «κοινωνία», είναι ζωή! Kι επειδή όλα της ζωής τ' ανθρώπινα, εδώ είναι τώρα, κι ύστερα πια φεύγουν για πάντα, δεν αφήνουμε τους αγαπημένους μας εν απορία, αδυναμία,  ερημία και πόνω! Δεν τους αφήνουμε, γιατί δεν θα τους βρούμε ξανά, κι όταν τους βρούμε, μετά, δεν θα είναι πια οι δικοί μας άνθρωποι... Θα είναι εκείνοι που αφήσαμε μόνους, εν απορία, αδυναμία, ερημία και πόνω...Θα είναι ένα στίγμα στην ψυχή μας, που θα μας πονάει. Στην καλύτερη περίπτωση (γιατί αυτό μπορεί να μας κάνει καλύτερους!). Στην χειρότερη, θα φταίνε κιόλας, για τα δικά μας λάθη!

Ας μη φερόμαστε εγωϊστικά και ας μη πληγώνουμε εξακολουθητικά. Αυτή η στάση δεν έχει καμμιά χάρη. Κι όσες κουβέντες στηρίζουν μια τέτοια στάση, είναι όλες άχαρες.

Σημείωση: Διαθέσιμος για να σκεφτείς ό,τι ακούς, δεν είσαι αν αισθάνεσαι ως ο μόνος πολύ σπουδαίος.
Πρόσφορος για να συνεργαστείς δεν είσαι όταν επιδιώκεις  το στενά ατομικό σου όφελος, κυρίως και συνήθως, ή είσαι τόσο πολυάσχολος, που ποτέ σου δεν «έχασες» χρόνο με άλλον!
Ικανός για να χαρείς δεν είσαι όταν πιστεύεις ότι μόνο εσύ «κομίζεις το φως»!
Έτοιμος για να δώσεις δεν είσαι ποτέ, όταν θέλεις μόνο να απολαμβάνεις.

Δυνατός για να λάβεις δεν μπορείς να νιώσεις, όταν πιστεύεις ότι εσύ δεν έχεις ανάγκη από κανέναν για να σου δώσει!

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Το σκανδαλίζειν και η κρίση


Image result for εικόνες ελεημοσύνη 

Ο παραδειγματισμός είναι εκείνο που βαραίνει πιο πολύ απ' όλους τον γονιό, τον δάσκαλο, τον σοφό, τον ειδικό, τον υπεύθυνο, τον άρχοντα.

Γιατί χάρη στο δικό του παράδειγμα η κοινωνία ολόκληρη διαπαιδαγωγείται και υπάρχει, συμμορφώνεται, εκφράζεται, πράττει και απέχει.

Και σαν τί παράδειγμα, αλήθεια, καλείται ο υπεύθυνος, ο αρμόδιος, να δώσει; Το παράδειγμα του φάρου! Η πράξη του να αποτελεί φωτεινό παράδειγμα, οδηγό των ακολουθούντων και των νεωτέρων, και φανερή απόδειξη των έργων και της συνέπειάς του. Κυρίως όμως να μη δίνει αρνητικό παράδειγμα και να μη σκανδαλίζει με την συμπεριφορά του.

Κι όλο τούτο δεν είναι μονάχα για τα υψηλά και τα μεγάλα. Αλλά και για τα πιο μικρά. Γιατί από αυτά αρχίζει ο άνθρωπος. Από τα μικρά. Από το φαγητό, από το πιοτό, από τις κουβέντες. Ο καθένας είναι υπεύθυνος να εκπληρώνει τις ευθύνες του, όχι μονάχα για λογαριασμό του, αλλά και για όλους όσους, μπορεί να πληγώσει ή να βάλει σε πειρασμό, με το κακό παράδειγμά του.

Οι πράξεις και οι παραλείψεις μας, μένουν μάρτυρες της πνευματικής πορείας και των επιλογών μας. Της συνείδησης που αποκτούμε, της μετάνοιας, της επιστροφής, της αποστροφής, της προσευχής και της νήψεως. Κι ακόμη,  για τη ζύμωση που γίνεται στην ψυχή μας, όταν αγωνιζόμαστε και την κάνουμε εργαστήρι αρετής, ανθρωπιάς και αγάπης για τον πλησίον, γεμίζοντάς την «φόβο Θεού». Και δεν μπορεί, κάποια στιγμή, θα γίνει και ο απολογισμός, όπως γίνεται σε όλα τα ανθρώπινα έργα.

Για τα πονήματά μας (σκέψεις-πράξεις-παραλείψεις) είναι που θα κριθούμε άξιοι της τιμής και της χαράς του παραδείσου, ή όχι. Και είναι πάντα αντικείμενο δικής μας επιλογής οι πράξεις μας. Γιατί ακόμη κι αν πράξουμε το λάθος, αυτό, λάθος και αμαρτία θα είναι, μέχρι που να ζητηθεί συγγνώμη και να συντελεσθεί η αποστροφή της καρδίας, από τούτο το λάθος. Κι η επιλογή του καλού και του αγαθού μπορεί να γίνει μόνο σε τούτη τη ζωή. Τα λάθη μας και τις αμαρτίες μας, δεν μπορούμε να τα διορθώσουμε μετά. Ούτε και μπορούμε να σώσουμε εκείνους, που χάθηκαν επειδή έπεσαν στον πειρασμό από το δικό μας αντιπαράδειγμα!

Και βέβαια, όλοι μας ξέρουμε πως ο Χριστός μας, υπήρξε το καλύτερο παράδειγμα, για όλους μας. Αναμάρτητος ως άνθρωπος, Πολυεύσπλαχνος και Πολυέλεος ως Θεός, για όλα τα κτίσματά του.

Όλα τούτα, τα διαβάζουμε στα σημερινά αποσπάσματα, με την απαράμιλλη διδακτική γραφή του Ευαγγελιστή Ματθαίου και του Αποστόλου Παύλου.


***********************************

Επιστολή Παύλου, προς Κορινθίους (κεφ. η εδ. 8- κεφ. θ εδ. 2)

8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω..(Θ) 1 ΟΥΚ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ ᾿Ιησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Κατά Ματθαίον (κεφ. Κε, εδ. 31-46)

31 ῞Οταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον. 



Σιμά, στο παραγώνι. Ιστορίες από το παρελθόν


Σε μια νοσταλγική αναπόληση, προσπαθώ να μοιραστώ με το Μάκη, τα χρόνια της ζωής στην Αίγυπτο. O παππούς (ο πεθερός μου) έζησε εκεί (στην Αίγυπτο), τα ωραιότερα χρόνια της ζωής του.

Εζησε κοντά στ' αδέρφια του, κι εργάστηκε στις επιχειρήσεις τους. Εκεί, η οικογένειά τους μεγάλωσε αρκετά, αφού τ' αδέρφια του παντρεύτηκαν εκεί κι απόκτησαν παιδιά.

Ο παππούς, αγάπησε πολύ τις οικογένειες των αδελφών του. Τόσο τις νύφες, όσο και τα παιδιά τους. Κι έγινε φίλος με τους νέους εξ αγχιστείας συγγενείς. Ομως είχε και αδυναμίες, ο παππούς. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ο Μάκης, ο γιός του Κώστα και της πανέμορφης Καλλιόπης. Αυτοί οι δυό ανέπτυξαν μια τόσο αγαπητική σχέση, που θά 'λεγες πως ήταν πατέρας και γιός.

Όταν μιλούσε για τον Μάκη, χρόνια πολλά μετά (και μ' ένα δικό του Μάκη ακόμη), ένα χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό του και τό 'βλεπες πως συντρέχανε μνήμες παιχνιδιού, χαράς, αγάπης κι ανεμελιάς. Το ίδιο κι ο Μάκης, κάθε φορά που λέει τ' όνομα του θείου του, σε ένα αμοιβαίο αγάπης δόσιμο, τρυφερεύει η φωνή του κι οι αναμνήσεις γλυκαίνουν το χρόνο που έφυγε.

Ο πεθερός μου, έφυγε από την Αίγυπτο το 1952, σε μια επίσκεψη να ιδεί τους γέροντες γονείς του, κι έμεινε. Τότε οι δυο αγαπημένοι, θείος κι ανεψιός, χωρίσανε, αλλά δεν πάψανε ποτέ να είναι πολύ κοντά...

Μια σειρά από καρτ-ποστάλ από την Αίγυπτο έγινε η αφορμή τούτης της μνήμης.

Ο Μάκης θυμάται...

«Γεννήθηκα στο Κάϊρο, κι ήμουν τριών ετών σαν πήγαμε στο Port Said. Εκεί μείναμε μέχρι που έγινα 15. Το 1958 έφυγα δια παντός, για την Αθήνα, και δεν ξαναπήγα ποτέ στην Αίγυπτο.

Από το Port Said θυμάμαι αρκετά πράγματα. ...Το κτίριο του Ελληνικού Ναυτικού Ομίλου... μαθαίνω ότι υπάρχει ακόμη, αλλά δεν υπάρχουν πιά Ελληνες εκεί. Από τους 8000, Έλληνες και Κυπρίους (7000 και 1000 αντιστοίχως) τότε, έμειναν σήμερα μονάχα 10!

Η Ελληνική Εκκλησία του Port Said, είναι μιά από τις μεγαλύτερες της Ορθοδοξίας. Σήμερα παραμένει κλειστή και ευτυχώς την προστατεύει το Αιγυπτιακό κράτος. Μιά-δυό φορές τον χρόνο, έρχεται παππάς από το Κάϊρο και λειτουργεί. Το πλήρωμα είναι πια εξαιρετικά μικρό και συμμετέχουν και κάποιοι κόπτες.

Το Ελληνικό Σχολείο, στην εποχή μου είχε -στο εξατάξιο Δημοτικό και στο εξατάξιο Γυμνάσιο- γύρω στα 400 παιδιά. Σήμερα είναι κλειστό. Εκκλησία και Σχολείο ήταν ιδιόκτητα της Ελληνικής Κοινότητας της πόλης. Τώρα δεν υπάρχει καν κοινότητα και δεν νομίζω να είναι πια Ελληνικά τα κτίρια. Πάντως, και το σχολείο διατηρείται, αλλά είναι σε άσχημη κατάτασταση. Αλλωστε είναι ένα κτίριο περίπου 120 ετών παλιό. Μόνον οι παλιές ένδοξες αναμνήσεις υπάρχουν.

Επίσης υπήρχαν τρεις Ελληνικές Τράπεζες και το Προξενείο ήταν εξαιρετικά ενεργό. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε απ'αυτά.

Σχεδόν όλα τα εμπορικά καταστήματα την εποχή 1930 - 1960 στην Ευρωπαϊκή συνοικία ανήκαν σε Ελληνες. Οπως επίσης οι περισσότεροι κινηματογράφοι και τα περισσότερα καφενεία και ξενοδοχεία. Ακόμα το 1/3 περίπου των Ελλήνων και Κυπρίων κατοίκων της πόλης ήταν υπάλληλοι της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ. Από απλοί εργάτες, διοικητικοί υπάλληλοι μέχρι πιλότοι των πλοίων που περνούσαν από την διώρυγα. Η πόλη είχε την εποχή μου 10 Ελληνες γιατρούς όλων των ειδικοτήτων, καθώς και τον μοναδικό μικροβιολόγο που ήταν πάλι Ελληνας, από την Λέρο, του οποίου η γυναίκα ήταν συγγενής με την μητέρα μου. Επίσης είχαμε δικό μας κοιμητήριο αποκλειστικά για Ελληνες.

Άσβεστες μένουν οι αναμνήσεις που μου άφησε ο πόλεμος του Σουέζ μεταξύ Αιγυπτίων και Αγγλο-Γάλλων και Ισραηλινών, το 1956. Ημουν τότε 13 έτών. Ζήσαμε τότε αεροπορικούς και ναυτικούς βομβαρδισμούς, μάχες μέσα στην πόλη, κατοχή περίπου δύο μηνών, κατ'οίκον περιορισμούς, κλειστά μαγαζιά και κλειστές τράπεζες, έλλειψη τροφίμων και χρημάτων, κινδύνους από την αντίσταση κτλ. και τελικά όλα τα γεγονότα που συνοδεύουν μία απελευθέρωση, όπου κανείς φοβάται την έλλειψη τάξης τις πρώτες ημέρες και τις αντεκδικήσεις.

Στρατιωτικά, οι Αιγύπτοι έχασαν κατά κράτος, αλλά τελικά κέρδισαν διπλωματικά, και οι δυο μεγάλες χώρες, η Βρετανία και η Γαλλία, υπέστησαν μια από τις μεγαλύτερες ήττες τους. Η Βρετανία μετά από αυτόν τον πόλεμο έπαψε να είναι μεγάλη δύναμη, και μ'αυτόν άρχισε το ξήλωμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, που ολοκληρώθηκε πλήρως το 1969.

Οι Ελληνες εν γένει κράτησαν καλή στάση έναντι των Αιγυπτίων, και γιατί δεν το έκανε η καρδιά τους να πάνε απροκάλυπτα με τον εχθρό της χώρας που τους έδωσε βάση επιχειρήσεων και ζωής, αλλά και εξ αιτίας του Κυπριακού ζητήματος, που τότε ήταν σε αναβρασμό . Πολλοί σιωπηλά εύχονταν να επικρατήσουν οι Αγγλο-Γάλλοι. Η γιαγιά μου και εγώ υποστηρίζαμε ανοιχτά τους Αιγύπτιους. Μάλιστα η γιαγιά μου, τον sir Anthony Eden, τον πρωθυπουργό της Βρετανίας, τον αποκαλούσε ο "Λωλαντώνης", κι έκανε τους υποστηρικτές των Αγγλων να συγχύζονται και να εκνευρίζονται μαζί της.

Ο θείος μου ο Άγγελος που ήταν κι αυτός επιχειρηματίας, όπως και ο πατέρας μου, αγνόησαν τις διαταγές των κατακτητών και δεν άνοιξαν τα καταστήματά τους, ως συμπαράσταση προς τους Αιγυπτίους. Τον Άγγελο, ως ένα εκ των μεγαλυτέρων εμπόρων της πόλεως, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν μαζί με δύο άλλους Αιγυπτίους εμπόρους σε μιά βίλλα, και γι' αυτό οι Αιγύπτιοι τον ηρωποίησαν.

Ετούτος ο πόλεμος ήταν και η αρχή του τέλους για όλους τους Ελληνες της Αιγύπτου. Από τότε άρχισαν να φεύγουν κατά κύματα, είτε επαναπατριζόμενοι στην Ελλάδα και την Κύπρο, είτε πηγαίνοντας στην Αυστραλία, την τότε Ροδεσία και την Νότιο Αφρική.

Μέχρι το 1960 είχαν φύγει σχεδόν όλοι. Εμείς, φύγαμε το 1958. Ο θείος ο Άγγελος από τους τελευταίους, στα 1962, έχοντας κατορθώσει, λόγω και της ηρωποιήσεώς του από τον πόλεμο, αλλά και των ικανοτήτων του, να σώσει, νομίμως, μεγάλο μέρος της περιουσίας του και να το φέρει εδώ...».

Πάντα οι κατακτήσεις, οι εισβολές και η κυριαρχία των μεν επί των δέ, θα δημιουργούν προβλήματα στον κόσμο. Στον κόσμο που θέλει να ζήσει και να δημιουργήσει.

Σήμερα όμως η κατάκτηση και η εισβολή δεν γίνεται πια μόνο με τα όπλα και με τη στρατιωτική δύναμη, γίνεται και με τους εξουθενωτικούς δανεισμούς....

Σκέψεις: επί της επιστροφής του Ασώτου...


 

Ετούτη η Κυριακή, του ασώτου, είναι μήνυμα για όλους μας. Γιατί όλοι από κάπου φύγαμε, και κάπου αλλού στραφήκαμε, και μείναμε εκεί ή επιστρέψαμε, εις τα ίδια.

Κι αν ελεύθερα, ανεμπόδιστα φύγαμε, ας κάνουμε τον απολογισμό μας: Πώς ήταν/είναι η νέα μας πνευματική/κοινωνική πατρίδα; Σε τί είναι διαφορετικοί οι νέοι μας στόχοι; και τί αυτοί «ευαγγελίζονται»;

Πού βρισκόμαστε σήμερα και τί αναζητάμε από το παρελθόν; Πώς μεγαλώσαμε σαν παιδιά, και πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας;

Κρατάμε το παιδί στην αγκαλιά μας, και με την στοργή μας, του δείχνουμε το δρόμο της αγάπης, της ζωής, της δημιουργίας. Της συνέχειας, μέσα από την παράδοση και την ιστορία. Της συνέχειας που ζωοδοτεί το μέλλον και ριζώνει το παρόν. Της τιμής να αξιώνεται ο νέος, την συμβολή του σε έργα ενάρετων και ηρώων.

Και το παιδί μας, σιγά-σιγά ανοίγει τα φτερά του στη ζωή, σπουδάζει, προβληματίζεται, αλλάζει. Ανιχνεύει σε καινούργιους ορίζοντες την πορεία της ζωής, και τα όνειρά του ξεπερνούν τις αντοχές, τις δυνάμεις, τη γνώση και την υπομονή μας. Καμμιά φορά, θέλουμε να το κρατήσουμε προσδεδεμένο στο σίγουρο λιμάνι της αγκαλιάς και της βεβαιότητάς μας, της ηρεμίας και της ακινησίας. Από αγάπη; ή από αδυναμία;

Ο άνθρωπος για να ζήσει χρειάζεται την ελευθερία του. Η γονική αγάπη, ετούτο πιο πολύ πρέπει να θρέψει. Την αγάπη προς την ελευθερία, και την αγάπη προς τον Ελεύθερο Άνθρωπο. Γιατί αυτός ελεύθερα επιλέγει και ελεύθερα καταργεί, κυρίως, το λάθος του.

Ο άσωτος της παραβολής, ζήτησε και πήρε από την πατρική εστία ό,τι προωριζόταν γι' αυτόν, κι έφυγε. Πήρε μαζί του και την αγάπη του γονιού του, δηλ. την αποδοχή της ελεύθερης απόφασης να φύγει. Κι έφυγε. Και ανάλωσε, σπάταλα, όλο το βιός που πήρε μαζί του. Και δυστύχησε. Κι εννόησε το λάθος του. Κι αποφάσισε να επιστρέψει, γιατί ήξερε πια, πως η ελευθερία και η αγάπη που απολάμβανε στην πατρική εστία ήταν πολύ προτιμότερη από την κατάσταση που είχε τώρα βρεθεί. Αποφάσισε να επιστρέψει.. Απερίφραστα ομολόγησε στον εαυτό του ότι η επιλογή του να φύγει ήταν λάθος, κι αυτό θα τό 'λεγε και στον πατέρα του, σαν έφτανε κοντά του. Θα του έλεγε πως δεν αξίζει την αγάπη του, αλλά τουλάχιστον ας τον κρατήσει για δούλο του...«πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Ο άσωτος υιός ξαναγύρισε, γνωρίζοντας την απόλυτη κι άνευ όρων δύναμη της γονικής αγάπης. Δεν ένιωσε ντροπή να ομολογήσει το λάθος του, ένιωσε την ανάγκη να βρίσκεται κάτω από τις φτερούγες μιας τέτοιας δυνατής αγάπης. Ένιωσε πως έπρεπε να το εκφράσει: γι'αυτόν τούτη η αγάπη ήταν καταφύγιο κι εστία ζωής.

Ετούτη η ιστορία, έχει στο κέντρο της την αγάπη του Θεού για τα πλάσματά Του. Γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί ν' αγαπήσει τόσο βαθειά κι απόλυτα. Λυτρωτικά, και συγχωρητικά.

Καμμιά κουβέντα δεν είναι άξια να περιβάλει την αγαπητική σχέση. Όλα γίνονται σε μυσταγωγική σιωπή... Στοργικά ο πατέρας αγκαλιάζει το γιό του και η φωτιά της αγάπης τους καταργεί τις λέξεις. Μονάχα οι δούλοι, να ετοιμάσουνε μεγάλη γιορτή και χαρά, γιατί νεκρός ήταν ο άσωτος υιός και ανέζησε!

Και μέσα στη μεγάλη χαρά, δεν του δίνεται η ευκαιρία ούτε να διατυπώσει το ταπεινό του αίτημα, να μείνει σαν δούλος κοντά στον πατέρα! Γιατί ο πατέρας, με την άμετρη αγάπη του, κατακαίει την ταπεινότητα, πυρπολεί με το φώς της χαράς τον μετανοημένο και τον κάνει πολίτη και άρχοντα της χαράς και της λύτρωσης!

Ο άσωτος εξουθενώνει τον εαυτό του με την μετάνοια, και από τον Θεό δοξάζεται. Δεν ζητάει τίποτε και του χαρίζονται όλα! Με την αληθινή μετάνοια, μπήκε στον Παράδεισο. Και πια, κανείς δεν μπορεί να του πάρει τούτη τη χαρά, γιατί πηγάζει από μέσα του. Είναι ο Χριστός που ζεί μέσα του, δεν ζεί αυτός!

Στον αντίποδα της στάσης του ασώτου υιού, στέκει ο μεγάλος αδελφός, που ποτέ δεν έφυγε από τον Πατέρα. Αυτός πληγώνεται σαν μαθαίνει πως γίνεται γιορτή για τον άσωτο που επέστρεψε. Καμμιά υπάρχει εγγύτης και παραμονή στην εστία που είναι -στην ουσία- μακρινή περιπλάνηση, κι επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνση...

Κι ο Πατέρας, έχει από την μια πλευρά την γιορτή της επιστροφής του ασώτου, κι από την άλλη έχει την δυστροπία του μεγάλου του γιού. Πάντα, σε μια καλή μέρα και μεγάλη γιορτή, ο πειρασμός θα δημιουργεί προβλήματα και θα προκαλεί αφορμές θλίψεως. Για να μολύνει τη χαρά και να θολώνει την καθαρότητα της γιορτής. Να μην αφήσει καρδιά απλήγωτη. Αλλά η αγάπη του Κυρίου, είναι ωκεανός και η ανοχή του πέλαγος, για να τα χωρέσει όλα.

Ο υιός από οργή και μίσος αρνείται την αγάπη του Πατέρα και τη χαρά της επιστροφής του ασώτου αδελφού, και κατηγορεί τον Πατέρα, παρόλο που πάντα του ήταν κοντά στον Πατέρα.

Εδώ αναδεικνύονται οι χαρακτήρες των αδελφών. Ο άσωτος έφυγε, τα έχασε όλα, μετανόησε, επέστρεψε και τα έλαβε όλα, κατά το Αποκαλυπτικό «Όφελον, ψυχρός ής, ή ζεστός»(Αποκ. 3, 15). Η φιλαυτία μας είναι ξένη προς την αγάπη του Κυρίου. Αντίθετα, η εκστατική αγάπη και προσφορά, ακόμη και μακριά να είμαστε, θα μας φέρει στον παράδεισο. Χωρίς αυτήν, και μπροστά στην πόρτα του παραδείσου να είμαστε,  δεν θα μπορέσουμε να μπούμε μέσα, γιατί η έλλειψή της θα μας πετάει μακριά!

Ο μεγάλος αδελφός νοσεί, από εγωϊσμό και φιλαυτία. Έχει την κόλαση μέσα του. Η αγαθή κλήση του Πατέρα να 'ρθεί κι αυτός στον παράδεισο της αγάπης, τον βασανίζει. Σκληραίνει η καρδία του και ζητά και ελέγχει και αρνείται. Αυτοδικαιώνεται, κατηγορεί και καταδικάζει.

Δεν βρίσκεται τέλος σε συζητήσεις με ανθρώπους που βρίσκονται σε σύγχυση. Που μιλάνε για να πληγώσουν. Ακόμη κι ο Πατέρας εξηγεί, καλεί, προσφέρεται, φέρεται θετικά.

Πώς μπορεί κανείς ν' αγαπά ανθρώπους που δεν αγαπούν; Μεγάλος Σταυρός! Με την άρνησή τους βασανίζονται και βρίσκονται στην κόλασι. Αλλά, πάλι πώς μπορείς να βοηθήσεις αν δεν αγαπάς; Αυτοί πάλι, δεν ζητάνε σωτηρία, αλλά την εξόντωση όλων και την καταδίκη. Ούτε μια στιγμή ο μεγαλύτερος αδελφός δεν συνειδητοποιεί την κατάστασή του. Ψεύδεται, περιαυτολογεί και αλλοφρονεί. Θέλει να γίνει το δικό του και δεν υπακούει στον Πατέρα, που τον καλεί στη γιορτή της επιστροφής του ασώτου αδελφού του. Αυτοδικαιώνεται και αποξενώνεται. Αποδεικνύεται κενός οιηματίας και ξένος προς το ήθος του ουράνιου Πατέρα.

Ετούτη η παραβολή έχει ένα λόγο για τον καθένα μας:
  • Για εκείνον που έφυγε και γύρισε ταπεινός και εν επιγνώσει της αμαρτίας του,
  • για τον σκληρόκαρδο που παραμένει κοντά στον Πατέρα αλλά δεν διακατέχεται από φρόνημα και καρδία αγάπης για τον άλλο.
  • Έχει και για το παράδειγμα του Υπέροχου Πατέρα που με άφατη αγάπη μαζεύει κοντά του τα παιδιά του, που γνωρίζει σε βάθος την σκέψη και τα αισθήματά τους, και που δεν αγανακτεί ούτε στη φυγή τους, ούτε στην άρνησή τους.
Kι εμείς διαβάζοντας τα αναγνώσματα της ημέρας βλέπουμε ότι: τά πάντα είναι στη διάθεσή μας, αλλά δεν είναι όλα για το καλό μας. Τα πάντα είναι στη διάθεσή μας, αλλά πρέπει να διαλέξουμε εκείνα που θα χαρακτηρίζουν τη ζωή μας, κι όχι εκείνα που θα μας εξουσιάζουν...


Η σκέψη κι η καρδιά μας ας είναι προσκολλημένη στην αγάπη και στο καλό, γιατί τότε τέτοια θα είναι και τα έργα μας.

Ο αυτοέλεγχος και η αυτογνωσία μπορούν να μας σώσουν από τρομερά λάθη. Η δυστροπία και η άρνηση, ο εγωϊσμός και ο θυμός εναντίον των άλλων, όλα αυτά μας απομακρύνουν από τους άλλους. Και μπορεί να συμβεί, να είμαστε μόνοι γιατί με το χαρακτήρα μας και τις επιλογές μας αποδιώχνουμε ακόμη κι εκείνους που θα ήθελαν να είναι μαζί μας, σύντροφοι και συνοδοιπόροι.

Επιστολή Παύλου, Προς κορινθίους (κεφ. στ, εδ. 12-20)

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
Κατά Λουκάν (κεφ. ιε, εδ. 11-32)

11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.
22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Σημείωση: Τούτη την παραβολή, δεν θα μπορούσα να τη δώ όπως παραπάνω, αν δεν κρατούσα στα χέρια μου, ένα
μικρό βιβλιαράκι, γραμμένο για τούτη την παραβολή, του Ασώτου,  με τη σοφία του Καθηγουμένου της Μονής Ιβήρων, Αγίου Όρους, Αρχιμ. Βασιλείου. Δώρο που μια αγαπημένη ψυχή, κάποτε μου έκανε, και μού 'μεινε. Αλησμόνητο το δώρο κι ανεκτίμητη η δωρεά, να το μελετώ ξανά και ξανά. Σπύρο, σ' ευχαριστώ!