Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η πατρίδα μου η Λακεδαίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η πατρίδα μου η Λακεδαίμων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Νόστος


 
Καθώς ο χρόνος κυλάει, κι η απόσταση από το γενέθλιο τόπο παραμένει, εκείνη της αποδημίας προς το μέλλον, η τρύπα στην καρδιά χαίνει χάσμα απλήρωτο, μ’ όσα ανταλλάγματα. Ο νόστος, που αποζητά «καπνόν αναθρώσκοντα» συνταράσσει την ψυχή, την πληγώνει αλλά και την αναζωογονεί.

Δεν αρκούνε πια οι σπουδές και η γνώση.
Δεν αρκούν οι χαρές κι οι αγάπες.
Δεν αρκούν τα ταξίδια κι οι καινούργιοι οι τόποι,
Οι δουλειές και το χρήμα.
Όλα σάβανο των ονείρων εγίνανε
Ζωντανούς να φυλάξουνε μνήμα.

Πάντα νέος γυρίζεις,
Πάντα στο όνειρο ζείς,
Κι όσα ήθελες πήρες
Μα φτωχός επαιτείς,

Εκείνες τις άνοιξες
που εσύ δεν τις είδες,
Πρωϊνά, δειλινά,
Καλοκαίρια ζεστά, φωτεινά,
Όλα εκείνα που άχαρες τα πήρανε μοίρες
Κι άδεια αφήκαν τα μάτια,
σκοτεινή την καρδιά.

Το χλιαρό το φθινόπωρο,
Ποτέ δεν το σκέφτηκες
Της ζωής αναβαθμό,
Της ζωής προεικόνισμα.
Και για τούτο κατάπληκτος
Πουθενά δε θε νά ΄βρεις
Μιας μονάχα στιγμής θλιβερό αναπαμό.

Το θέλεις τόσο πολύ παιδί να γενείς
Το τόπι να παίζεις στην πίσω αυλή
Και να μην σταματάει
Γλυκά να καλεί της μάνας φωνή

Μα, κανείς πια για σένα
Φωνή δεν θα υψώσει
στοργικά να καλεί!
Μοναχός σου θα γείρεις
Σ’ αγκαλιά
που η φαντασία σου φτιάχνει
για ζεστή μια φωλιά.

Κι εκεί μέσα γλυκά θε να κλάψεις
Την παλιά ομορφιά, τη στοργή,
Την αγάπη που πήρες,
Πανοπλία και δύναμη !

Σα στον κόσμο θα βγείς
Πειρατής και Κουρσάρος,
Ή του πόνου γιατρός
Και ψυχής λαξευτής,
Να μπορείς να σταθείς.

Του ανθρώπου είν’ από πάντα γραμμένο
Ξένος παντού να διαβαίνει.
Και μονάχα δικό του
Ένα σπιτάκι, μικρό τόσο δα.
Η καρδιά μες στα στήθεια!
Να χτυπά, κι εκεί μέσα να μένει.

Τόπους του κόσμου αδιάβατους,
Απόξενους κι άγνωρους ,
σκοτεινούς μα και άβατους
Μονάχη η καρδιά, τους διαβαίνει
Άμα θέλει μ’ αγάπη να ζήσει!
Τι έτσι το κακό λιγοστεύει,
Και μαζί, της ψυχής την ειρήνη αυξαίνει.

Της καρδιάς μου πατρίδα!
Σαν τον ήλιο σου,
ήλιον άλλον δεν είδα!
Τα βουνά, τις πλαγιές τους,
Τις πηγές, τα ποτάμια,
Την απέραντη θάλασσα
Περιβόλια, σπαρτά,
Ουρανό και το φώς σου!

Ω! ψυχή μου!
Άνοιξε για όπου θες τα φτερά,
Μα εδώ, παραδώσου!
Σημειώσεις: (1) Η εικόνα του σημειώματος είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα «Η Σπάρτη με τον Ταΰγετο», 1840/1841, 161,9 x 205,8 εκ. Στη Νέα Πινακοθήκη (Neue Pinakothek) του Μονάχου βρίσκονται δύο μεγάλοι πίνακες(-τοιχογραφίες) που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ‘πανόραμα’ του τοπίου της Σπάρτης. Είναι ζωγραφισμένοι από τον Καρλ Ρότμαν, έναν από τους γνωστότερους τοπιογράφους των μέσων του 19ου αιώνα, και επίσημο ζωγράφο του βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α΄. Αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη, ή τουλάχιστον την πιο προβεβλημένη στην εποχή της, ζωγραφική απεικόνιση του τοπίου της Σπάρτης. Και ανήκουν σε ένα από τα πιο σημαντικά σύνολα στην ιστορία της τοπιογραφίας: σε μια σειρά τοπίων που μετέφερε το ‘ταξίδι της Ελλάδας’ όχι σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, αλλά μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη πινακοθήκη (πηγή).
(2) Το παρον σημείωμα αποτελεί αναδημοσίευση παλαιότερης ανάρτησης, αφιερωμένη -τούτη τη φορά- στον  Γιάγκο Αποστολάκο, μια ψυχή που έρχεται και ξανάρχεται από την άκρη του κόσμου, στον γενέθλιον τόπο, κι αντλεί και αφήνει χαρά και γαλήνη. Αγαπημένη ψυχή, από 'κείνες που η γνωριμιά έχει γίνει πρίν από την συνάντηση. Δεσμοί που χτιστήκαν χωρίς δοσοληψίες. 

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Λαογραφικά κι αποκριάτικα

 

Toύτες τις μέρες κάθε χρόνο, θυμάμαι από μικρό παιδί, τις σκέψεις που διχάζανε την καρδιά μου και με κάνανε να νοιώθω ξένη ανάμεσα στα παιδιά που ντύνονταν και χάνανε την όψη και το χαρακτήρα τους για να γίνουνε άλλοι. Τυχαίοι άλλοι, ή εκ προθέσεως άλλοι. Πολύ διαφορετικοί από την πραγματικότητά τους...

Θυμάμαι χορούς και αθώα πειράγματα. Μα κυρίως θυμάμαι ευρηματικότητα στην αμφίεση. Αυτοσχεδιασμοί καταπληκτικοί. Από την ζωή, την καθημερινή, από την σάτιρα σε βάρος εκείνων που αταίραστα μεγαλοπιάνονταν, κι εκείνων που στην πραγματική τους ζωή ήτανε θλιβερές καρικατούρες τραγικών, γελοίων προτύπων.

Όλα ήτανε αστεία, μα την άλλη μέρα παίρνανε την αληθινή τους όψη, κι οι συμμετέχοντες αισθάνονταν πως είχανε πειράξει, στην καρδιά του, το σχήμα το άστοχο. Με φορεσιές που αντιστοιχούσανε σε γνωστές φυσιογνωμίες, και με ελαφρά παραλλαγή, υποδύονταν τον δανδή, τον υπερήφανο, τον αλαζόνα, τον λαίμαργο, τον πλεονέκτη, τον ψεύτη, τον συμφεροντολόγο, τον πονηρό, τον κλέφτη, τον γυναικά, κλπ. Κι όλα γίνονταν κανονικά, όχι σαν οργιαστικό γλέντι, αλλά σαν ένα σατιρικό θεατρικό. Την άλλη μέρα, η πραγματικότητα της ζωής επέστρεφε, κι άκουγες συγγνώμες για την σάτιρα, αλλά είναι σαφές, πως επρόκειτο για μια συγγνώμη που την ζητούσαν μόνο για τα μάτια του κόσμου. Αυτό που ήθελαν να πούν, το είπαν, χωρίς την φυσική συστολή που νοιώθει κάποιος σαν σε κοιτάει κατάματα και θέλει να σου πει βαρειά και πικρά πράγματα.

Σε τούτο το ξεφάντωμα δεν συμμετείχα, γιατί στο σπίτι η κοροϊδία και η υποκρισία δεν ήτανε τρόπος θεμιτός. Ούτε σαν αστείο. Η κοροϊδία πληγώνει. Το θύμα πάσχει. Κι αυτός που κοροϊδεύει, ξεγελάει ή εξαπατά, νομίζει πως είναι εξυπνότερος. Αλλά δεν είναι καλύτερος. Η υποκρισία είναι χειρότερη. Είναι αφροσύνη εκ προθέσεως. Σαν τύχει να πέφτει κανείς στο λάθος που έκρινε και σατίρισε σε βάρος άλλων, τότε παθαίνει τα ίδια, και ταπεινώνεται, εξευτελίζεται ή προσβάλλεται και χάνει τον σεβασμό και την υπόληψή του.

Μικρό παιδί δέχτηκα την νουθεσία αυτή, και την αποτροπή της μασκαράτας,
που σε βγάζει από τον εαυτό σου. Mεταμφιέζεσαι αυθαίρετα σε μια μορφή που μάλλον δεν ταιριάζει με την πραγματική σου, προκειμένου να μην αναγνωρίζεσαι, καθώς απευθύνεσαι, παίρνεις ή ζητάς από τους άλλους. Καθώς σατιρίζεις, επιτίθεσαι ή κατεδαφίζεις τον σατιριζόμενο, άνθρωπο, εξουσία ή ιδέα. Αρνήθηκα να είμαι ή να γίνομαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Αρνήθηκα να σατιρίζω με προσωπείο και να κρίνω πίσω από μια μάσκα.

Η αποκριάτικη μεταμφίεση που βλέπουμε στους καρναβαλιστές των διαφόρων εκδηλώσεων, κατέληξε να είναι στολή για έναν ρόλο, ως μέρος ενός ευρύτερου δρώμενου. Εδώ υπεισήλθε και η εμπορικότητα της γιορτής, με την δημιουργία της βιομηχανίας του καρναβαλιού. Δεν είναι κακό αυτό καθεαυτό. Κακό είναι πως η ατομική ευρηματικότητα και η δημιουργικότητα σε κοινωνικό επίπεδο έδωσαν χώρο στην εμπορευματοποίηση. Στην προσχηματική κοινωνικότητα, έναντι της δημιουργικότητας των μελών της κοινωνίας.

Το τέλος του καρνάβαλου βρίσκει την πόλη γεμάτη σκουπίδια, αποχαύνωση μετά την διασκέδαση, κι εξάντληση μετά την τόση υπερκινητικότητα των ανθρώπων.

Οι γιορτές του καρναβαλιού σήμερα στην Ελλάδα, χωρίς να συνιστούν μια πρόταση πολιτισμού, δεν αποτελούν δρώμενο με σχέση προς την παράδοση, ή την προοπτική του λαού και της χώρας. Είναι μια μόδα, φτιασιδωμένη από την παγκοσμιοποίηση, για να εξυπηρετήσει εμπορική κινητικότητα. Άλλη μια εκδήλωση με εμπορικό χαρακτήρα.

Οι μασκαράτες και η σάτιρα ξεκίνησαν από κοινωνίες που το χρειάζονταν. Όπως στην Βενετία, όπου η πόλη είναι περιορισμένη μέσα στα κανάλια της και ο πλούτος που συνέρρεε σ' αυτήν από το ακμαιότατο εμπόριο, έπρεπε να ξοδευτεί στην τέχνη (ζωγραφική μέσα κι έξω από τα σπίτια) και στην αλλαγή του καθημερινού σκηνικού στην ζωή των ανθρώπων, αλλάζοντας προς στιγμήν δουλειά, φορεσιά, εραστές κι αγαπημένους, κάτω από μια μάσκα.

Τέτοιες μασκαράτες και γιορτές, είναι άσχετες και προς τις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές που είχαν έντονο φυσικό συμβολισμό, αλλά και τις εκδηλώσεις με τις πομπές που συνέρρεαν στα Ιερά προς τιμήν των Θεών των αρχαίων Ελλήνων. Είναι άσχετες και προς τις λιτανείες των ιερών εικόνων και λειψάνων στις σημερινές θρησκευτικές μας γιορτές, όπως και προς τις παρελάσεις μας στις μεγάλες μας εθνικές μας γιορτές.

Η συνένωση τελευταίως στην Ελλάδα τοπικών εορτών και δρώμενων και του καρνάβαλου, έχει έντονα εμπορευματικό χαρακτήρα και απαλείφει την ουσία της παράδοσης, αφού καταλήγει σε έναν ευκαιριακό συνεορτασμό αντίθετων ή αυτοαναιρούμενων νοημάτων.

Απόκριες είναι η θρησκευτική ονομασία μιας περιόδου νηστείας και αποκοπής από την κρεωφαγία, που συνεπήρε και τον εορτασμό εποχικών ή συμβολικών δρώμενων. Μα πρόσφατα, οι απόκριες μετονομάστηκαν ως καρναβαλικές γιορτές, κι ενώ η ιταλική λέξη carne (από την οποία μπορεί να έλκει την καταγωγή της η λέξη καρνάβαλος) σηματοδοτεί το κρέας (και μάλλον υπολανθάνει ο αποχαιρετισμός στην κρεωφαγία), η ξενομανία μας, απέκοψε από την έννοια της λέξης, τον χαρακτήρα της νηστείας, και μετέτρεψε τις απόκριες σε καρναβαλικές γιορτές, δηλαδή σ' αυτό που γίνεται σήμερα με τους ξέφρενους χορούς, τις παρελάσεις και τα μασκαρέματα.

Στα μικρά μου χρόνια, πέρα από τις -κλασσικές και τρόπον τινα θεατρικές- μεταμφιέσεις, τις μέρες αυτές, θυμάμαι τα αγόρια να πετάνε χαρταετούς, να ανταγωνίζονται και να χαίρονται τα ύψη, τα χρώματα, τις δαντελωτές ουρές των χαρταετών και τον κυματισμό τους, τα πλήθη που σκίαζαν τον ήλιο, τις άτυχες πτώσεις, το μπέρδεμα, τις καλούμπες. Το καμάρι των αγοριών και το θαυμασμό των κοριτσιών.

Θυμάμαι, εκδρομές σ' όμορφα μέρη της εξοχής, όταν βγαίναμε την Καθαρή Δευτέρα -μέρες πρώϊμης άνοιξης- να μαζέψουμε τα πρώτα λουλούδια της εποχής. Ανεμώνες και πολύχρωμα κρινάκια, ακόμη κι όψιμα κυκλάμινα. Πότε με ουρανό συννεφιασμένο, πότε με ηλιόλουστη και φωτεινή μέρα, προμήνυμα της άνοιξης και της επερχόμενης Πασχαλιάς.

Εκτός από τη βόλτα στο ποτάμι, άλλη όμορφη βόλτα, ήτανε στην Κυανή Ακτή, από τις παραθαλάσσιες θίνες, ν' αγναντεύουμε τη θάλασσα, λαμπρό καθρέφτη του καταγάλανου ουρανού, που θάμπωνε τα μάτια, ήσυχη, αρυτίδιαστη, μια τεράστια αγκαλιά που μας περίμενε. Κι άλλοτε, μουντή εικόνα του ουρανού, ή και θυμωμένη, με τ' αφρισμένα κύματά της, να χτυπάνε τους κορμούς των δέντρων που η χειμωνιάτικη αντάρα είχε ξεβράσει στο γιαλό. Παρόχθια ή περιβολίσια δέντρα, που το ποτάμι είχε τραβήξει στο μανιασμένο πέρασμά του μέχρι την θάλασσα. Θεριά τούτοι οι κορμοί κοίτονταν γυμνοί, ξεφυλλιασμένοι, με σπασμένους βραχίονες και κλαδιά, πεταμένοι, πεθαμένοι, μεγαλοπρεπή κουφάρια, μισοχωμένοι στην άμμο.

Ο δρόμος του γυρισμού από μια τέτοια βόλτα, είχε πάντα μια θλίψη. Πόσες να κλείσουν τα μάτια, εικόνες της φύσης. Τέχνη χωρίς τεχνίτη, ομορφιά χωρίς όρια, γαλήνη απόλυτη και αδιατάρακτη. Για τον άνθρωπο μέτρο, κι ο άνθρωπος γι' αυτήν ο προορισμός.

Πώς να γινόταν ξανά μια τέτοια ώρα, μια τέτοια αίσθηση, κι η φύση να 'ναι τόσο όμορφη! Και τα μάτια, πώς να γινόταν να κρατούσαν για πάντα αυτήν την ομορφιά, ακόμη κι όταν έχει χαθεί από μπροστά τους για πάντα!

Η νέα εποχή πολύστεψε τα μέσα. Και λιγόστεψε τους τρόπους για να απολαμβάνουμε το ωραίο, το φυσικό, το απλό, το απέριττο, και να κρατάμε στο νού τα πολύτιμα.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Αρετή Μιχελάκου. Καλλιτέχνις και Λακεδαιμονία


Η τέχνη αποκτά νέο πρόσωπο στη Λακωνία. Η Αρετή Μιχελάκου προτιμά το νομό μας για να εκφράσει τη δημιουργικότητά της και επενδύει το όραμά της στο ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας.
Πώς προέκυψε η σχέση αγάπης που σας συνδέει με την τέχνη και πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να κυνηγήσετε το όνειρό σας;
Όπως συμβαίνει συνήθως ξεκίνησε σε τρυφερή ηλικία. Θυμάμαι ότι φτιάχναμε με τα παιδιά της γειτονιάς φανταστικά οχήματα από χαρτόνια και τελάρα που βρίσκαμε πρόχειρα στις αυλές μας. Αργότερα μου άρεσε να παρατηρώ τον πατέρα μου να μαστορεύει και σταδιακά αναπτύχθηκε μέσα μου το ένστικτο της δημιουργίας. Στην ηλικία των έντεκα ετών πήρα τα πρώτα μου λάδια και ξεκίνησα να ζωγραφίζω σε καμβά.
Στα δεκαοχτώ ήξερα πια τι ήθελα να κάνω αλλά η οικογένεια μου είχε αντιρρήσεις. Έτσι ακολούθησα ένα εφαρμοσμένο καλλιτεχνικό επάγγελμα, αυτό της σχεδιάστριας έτοιμου ενδύματος. Ο τρόπος όμως που γίνεται αυτό στην Ελλάδα μου άφηνε ανεκπλήρωτο το συναίσθημα του δημιουργού. Μετά από οχτώ χρόνια καριέρας σε αυτόν τον τομέα αποφάσισα να ακολουθήσω το όνειρο μου και έδωσα εξετάσεις στην σχολή καλών τεχνών όπου πέρασα με υποτροφία. Αυτό μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και ανακούφιση. Ένιωσα αμέσως ότι ήμουνα στον σωστό δρόμο.
 
Πώς αποφασίσατε να επιστρέψετε στη Λακωνία και να προβείτε στο δύσκολο σε πρώτη ανάγνωση εγχείρημα της επαγγελματικής ενασχόλησης με την τέχνη στην επαρχία;
Ο βιοπορισμός ως ζωγράφος είναι σκληρός και δύσκολος. Εάν δεν πάρεις τις σωστές αποφάσεις είναι πολύ εύκολο να απομακρυνθείς από την δημιουργία προκειμένου να ζήσεις. Επιπλέον στην δουλειά μας επικρατεί ο μύθος ότι εάν θέλεις να «κάνεις κάτι» πρέπει να είσαι μέσα στα κυκλώματα να ζεις και να εργάζεσαι στην Αθήνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν ότι δεν αγάπησα ποτέ αυτή την πόλη και ότι ήθελα να έχω χρόνο για να εξελίξω τη δουλειά μου. Έτσι επέστρεψα στην γενέτειρά μου. Ετοιμάζω την πρώτη μου ατομική έκθεση ενώ παράλληλα δημιούργησα ένα ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες.
Μέσα από ποιο πρίσμα προσλαμβάνετε την τέχνη και ποιες είναι βασικές επιρροές στο έργο σας;
Η ζωγραφική μου είναι ανθρωποκεντρική. Με ενδιαφέρει κυρίως ο άνθρωπος. Η φιγούρα πρωταγωνιστεί στο έργο μου σε φυσικές κυρίως διαστάσεις που ξεπερνούν συνήθως το ενάμιση μέτρο. Είμαι επηρεασμένη από τα όνειρα, τις προσωπικές αναμνήσεις, και βιώματα, αλλά και από την τέχνη των Φαγιούμ και βέβαια από μερικούς μεγάλους δασκάλους, όπως ο Γιάννης Μόραλης, o Roustin και άλλοι.
“…Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις…”
Έχετε ανοίξει στον Άγιο Γεώργιο του Δήμου Σκάλας το ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες. Ποιες γνώσεις και τεχνικές μπορεί να προσφέρει στους Λάκωνες αυτή η προσπάθεια;
Αυτό που προσπαθώ να κάνω με τα παιδιά είναι να τα εισάγω σε δημιουργικές δραστηριότητες, όπως ο πηλός, οι κατασκευές, τα στένσιλ, η ζωγραφική, και άλλα, για να καταλήξουν σε αυτά που τα ευχαριστούν περισσότερο. Είναι πολύ σημαντικό να εξάπτεις την φαντασία των παιδιών με τα σωστά ερεθίσματα, να ακονίζεις την παρατηρητικότητά τους και να τα κατευθύνεις διακριτικά. Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις. Στους ενήλικες διδάσκω σχέδιο και χρώμα ξεκινώντας από το σχέδιο πάντα. Ο σχεδιασμός του μαθήματος είναι λίγο πιο φιλόδοξος, από την απλή ενασχόληση στον ελεύθερο χρόνο τους με την ζωγραφική, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πιέζεται κανείς.
Αυτόν τον καιρό έχετε αναλάβει κάποιο συγκεκριμένο έργο και ποια η ευρύτερη σημασία του για την περιοχή μας;
Εδώ και δύο μήνες έχω αφήσει στην άκρη ό,τι έκανα και ασχολούμαι με την αποκατάσταση του ιερού ναού της Παναγίας Έλους. Μετά την υπερχείλιση του ποταμού Ευρώτα η εκκλησία υπέστη σοβαρές ζημιές και όλα τα διακοσμητικά σχέδια που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του ναού διαβρώθηκαν από την υγρασία και την συνέχεια ασπρίστηκαν. Αυτό που κάνω είναι νέα σχέδια σε μουσαμά που τοποθετούνται στα γείσα των παραθύρων, το τέμπλο, και αλλού. Αυτό που θέλω είναι να ξαναδώσω ζωή στην εκκλησία μας αλλά και έναν πιο όμορφο ναό, γιατί ό,τι χαλάει ξαναφτιάχνεται.
[Αναδημοσίευση, ανάρτησης του 2014 εδώ. Σε επόμενο σημείωμα για την καλλιτέχνιδα, θα αναφερθούμε στα νεώτερα έργα και τις δημιουργίες της].

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Νόστος


 

Καθώς ο χρόνος κυλάει, κι η απόσταση από το γενέθλιο τόπο παραμένει, εκείνη της αποδημίας προς το μέλλον, η τρύπα στην καρδιά χαίνει χάσμα απλήρωτο, μ’ όσα ανταλλάγματα. Ο νόστος, που αποζητά «καπνόν αναθρώσκοντα» συνταράζει την ψυχή, την πληγώνει αλλά και την αναζωογονεί.

Δεν αρκούνε πια οι σπουδές και η γνώση.
Δεν αρκούν οι χαρές κι οι αγάπες.
Δεν αρκούν τα ταξίδια κι οι καινούργιοι οι τόποι,
Οι δουλειές και το χρήμα.
Όλα σάβανο των ονείρων εγίνανε
Ζωντανούς να φυλάξουνε μνήμα.

Πάντα νέος γυρίζεις,
Πάντα στο όνειρο ζείς,
Κι όσα ήθελες πήρες
Μα φτωχός επαιτείς,

Εκείνες τις άνοιξες
που εσύ δεν τις είδες,
Πρωϊνά, δειλινά,
Καλοκαίρια ζεστά, φωτεινά,
Όλα εκείνα που άχαρες τα πήρανε μοίρες
Κι άδεια αφήκαν τα μάτια,
σκοτεινή την καρδιά.

Το χλιαρό το φθινόπωρο,
Ποτέ δεν το σκέφτηκες
Της ζωής αναβαθμό,
Της ζωής προεικόνισμα.
Και για τούτο κατάπληκτος
Πουθενά δε θε νά ΄βρεις
Μιας μονάχα στιγμής θλιβερό αναπαμό.

Το θέλεις τόσο πολύ παιδί να γενείς
Το τόπι να παίζεις στην πίσω αυλή
Και να μην σταματάει
Γλυκά να καλεί της μάνας φωνή

Μα, κανείς πια για σένα
Φωνή δεν θα υψώσει
στοργικά να καλεί!
Μοναχός σου θα γείρεις
Σ’ αγκαλιά
που η φαντασία σου φτιάχνει
για ζεστή μια φωλιά.

Κι εκεί μέσα γλυκά θε να κλάψεις
Την παλιά ομορφιά, τη στοργή,
Την αγάπη που πήρες,
Πανοπλία και δύναμη !

Σα στον κόσμο θα βγείς
Πειρατής και Κουρσάρος,
Ή του πόνου γιατρός
Και ψυχής λαξευτής,
Να μπορείς να σταθείς.

Του ανθρώπου είν’ από πάντα γραμμένο
Ξένος παντού να διαβαίνει.
Και μονάχα δικό του
Ένα σπιτάκι, μικρό τόσο δα.
Η καρδιά μες στα στήθεια!
Να χτυπά, κι εκεί μέσα να μένει.

Τόπους του κόσμου αδιάβατους,
Απόξενους κι άγνωρους ,
σκοτεινούς μα και άβατους
Μονάχη η καρδιά, τους διαβαίνει
Άμα θέλει μ’ αγάπη να ζήσει!
Τι έτσι το κακό λιγοστεύει,
Και μαζί, της ψυχής την ειρήνη αυξαίνει.

Της καρδιάς μου πατρίδα!
Σαν τον ήλιο σου,
ήλιον άλλον δεν είδα!
Τα βουνά, τις πλαγιές τους,
Τις πηγές, τα ποτάμια,
Την απέραντη θάλασσα
Περιβόλια, σπαρτά,
Ουρανό και το φώς σου!

Ω! ψυχή μου!
Άνοιξε για όπου θες τα φτερά,
Μα εδώ, παραδώσου!

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Επιστροφές



 

Μια ακόμη επιστροφή στο γενέθλιο τόπο. Πόσο δύσκολη, πόσο μοναχική, στερημένη κι έρημη επιστροφή. Με τη συνοδεία του γιού μου, στη μνήμη της γιαγιάς, της μάνας μου. Η μάνα, είναι μήνες τώρα που έφυγε, ο πατέρας, προ πολλού.

Στο κοιμητήριο, στον τόπο αναπαύσεως των ψυχών, αποθέσεως των αδιεξόδων και λύσεως των δεδεμένων.

Η μάνα μου, αγέρωχη, μας κοίταξε στα μάτια μέσα από τη φωτογραφία της, μας καλωσόρισε, ήσυχη και σίγουρη πως πια δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο για μας, πήρε με χαρά, από τα χέρια του γιού μου, το λιβανιστήρι που της άναψε, και μας είδε που υψώσαμε προσευχή στη μνήμη της. Τούτος ο -γενέθλιος, και γι' αυτό- φωτεινός, τόπος, μ' όλο του το γεναριάτικο κρύο, μόνο καλές σκέψεις σε ωθεί να κάνεις. Έτσι, κι εμείς, ευχαριστήσαμε την ψυχούλα για όσα - έργα και λόγια- δεχτήκαμε από κείνη και της υποσχεθήκαμε πως θα φυλάξουμε τις υποθήκες της, και θα παραδόσουμε κι εμείς, κάτι σαν κι εκείνη. Μάνα. Γιαγιά, Προγιαγιά, κράτησε στην αγκαλιά της πολλά παιδιά κι εγγόνια, και δισέγγονα. Μας λείπει τώρα, μας λείπει πολύ. Όχι πια η φροντίδα της για μας, αλλά η ευκαιρία να της ανταποδώσουμε αγάπη. Μας λείπει και το καθημερινό παράδειγμά της (συχνά, για το κάθε τι αναρωτιόμαστε: τί θα 'λεγε τώρα η μάνα μας;). Μας λείπει η υπομονή της, η φιλοπονία της, η αλληλεγγύη της, ακόμη και το χιούμορ της. Όλα της μας λείπουν, γιατί ήταν πολύ χαρισματικός άνθρωπος.

Στο κοιμητήριο, φίλοι πολλοί, συγγενείς αγαπημένοι. Συναντήσεις με μορφές αγαπημένες, με παιδικές φωνές, χαρούμενες. Κι εκεί, στο τραγούδι, στο ποδήλατο, τί ξαφνικό! Μια μοιραία πτώση, κι ήτανε 14 χρονώ, μαθήτρια γυμνασίου. Μπροστά στα μάτια μου. Η μαμά της, σκοτείνιασε από τότε. Κι η καρδιά της έχει ένα τραύμα βαθύ, 50 χρόνια μετά, ακόμη, ανοιχτό. Κι εμείς, σαν τη συναντάμε, ακόμη και που τη χαιρετάμε με χαρά, δε την δείχνουμε την χαρά μας. Γιατί ντρεπόμαστε, να χαιρόμαστε μπροστά σε τούτη την μάνα, που δε μεγάλωσε την κόρη της.

Πιό κάτω κι άλλες συναντήσεις. Ο Νίκος, κι η Δέσποινα!
Πατέρας και κόρη, σε ένα μεταθανάτιο δέσιμο, ακατάλυτο,
αφού η επίγεια ζωή δεν τους επέτρεψε την αγαθή εν ειρήνη συμπόρευση.

Αβάσταχτος ο πόνος
για την απώλεια της Κυρίας της καρδιάς του,
τον οδήγησε κοντά της,
για να την ζεστάνει στους κόλπους του
και να της δώσει
τα μηνύματα αγάπης
από την εξαίσια οικογένειά της.

Έτσι, καταρρέοντας από την εξασθένηση της υγείας
που τού 'φερε η απουσία της,
αναπαύτηκε στην συντροφιά της
και σταμάτησε πια να την αναζητάει
και να υποφέρει.

Αχ! Τασία μου!
Τούτο το σημείωμα, σου ανήκει,
Γραμμένο για τον άντρα σου, καιρό τώρα,
που η τυχαία συνάντησή μας σήμερα, τό φερε στη σκέψη.
Ποτέ δεν είχα το κουράγιο να σου το στείλω,
σαν ξανα-μαχαιρώθηκε η καρδιά σου
από το χαμό του,
που μόνη η συντροφιά του σ' έκανε να ξεχνάς τις πληγές σου.

Πληγές, που κανείς μας δεν μπορεί να σου γιατρέψει.

Μα μόνο η καρδιά μας, μπορεί, με την αγάπη της,
να χτυπήσει δίπλα στη δική σου, συμμετέχοντας στον πόνο,
για να τον μοιραστούμε με σένα, που τον έχεις περίσσιο.

Η ανθρώπινη μοίρα είναι κοινή,
διαφέρει μονάχα ο χρόνος κι ο τρόπος
για τον καθένα μας,
κι απαιτεί από μας
να της χαρίσουμε αγαπημένες μας μορφές,
την προσωπική μας ιστορία και πορεία,
την αγκαλιά που μας ξεκούραζε,
τη σοφή κουβέντα που μας καθοδηγούσε
τη ρίζα που μας γέννησε
το χάδι που μας παρηγορούσε.

Όμως όλα τούτα που πήραμε στη ζωή,
που μας έδωσε η ζωή
και οι αγαπημένοι μας,
δεν έφυγαν, και δεν μπορεί να φύγουν
γιατί θα υπάρχουν στην ψυχή και τη ζωή μας.

Σαν αχνάρια του δρόμου μας
σαν υποθήκες που οφείλουμε να τιμήσουμε,
και να πολλαπλασιάσουμε,
σαν οδηγός, για να αφήσουμε το δικό μας ίχνος,
το ίδιο καλό κι αγαπημένο
στους οικείους και τους αγαπημένους μας.

Κι ύστερα από μια τέτοια επίγνωση,
ας κάνουμε το δύσκολο βήμα
να σηκώσουμε αυτήν την απώλεια,
να αντέξουμε το δυσβάστακτο φορτίο αυτού του πόνου
κι ας προσευχηθούμε:
Να βρει
και τούτη η ψυχούλα που πέταξε για τις ουράνιες μονές,
ανάπαυση, στους κόλπους του Χριστού,
και να ταχθεί στη χορεία
των απ’αιώνος ευαρεστησάντων Αυτόν,
για να σκέπει κι από εκεί,
όλους τους αγαπημένους της,
πέρα από την επίγεια ζωή και την παρουσία της.




[Κι είναι, σε τούτο το μέρος,
τόσες ακόμη  μορφές, αγαπημένες,
μα όχι λησμονημένες,
που η κάθε μας συνάντηση, μια πληγή ανοιχτή,
μια ανεξίτηλη μνήμη, τόπου, χρόνου, ζωής...]





Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφές...


 

Η επιστροφή στον τόπο που γεννήθηκα, είναι για μένα μυσταγωγία.

Κάθε φορά που πηγαίνω, βαφτίζομαι στον ήλιο του, κι αισθάνομαι το θρόϊσμα των παρόχθιων ευκαλύπτων στον Ευρώτα, ή ξανάρχεται στ' αυτιά μου το βουητό της θάλασσας, που, παρά τη ρηχότητά της, όταν μανιασμένα τα χειμωνιάτικα κύματά της χτυπούσαν το γιαλό, τ' άκουγα-παιδί- από το μπαλκόνι του σπιτιού μου.

Ένιωθα τότε ενοχές, για τη χαρά μου στης φύσης τις εναλλαγές και τις φοβέρες, γιατί οι γονιοί μου δούλευαν στα χωράφια τους όλη μέρα, κι όταν έβρεχε, ενώ χαιρόμουν τη βροχή, υπέφερα συμμεριζόμενη την κούραση και τις δοκιμασίες τους.

Μα το βράδυ, που τους καλοδεχόμουν, με το φαγητό έτοιμο και τη φροντίδα μου αχνιστή στα κοπιασμένα μέλη τους, χαίρονταν για την αγάπη μου, και χαιρόμουν για το χαμόγελο και την ευχαρίστησή τους στα χέρια μου. Κι αυτό δεν ίσχυε μόνο για μένα, αλλά για όλα τα αδέρφια μου.

Αγάπησα τη γή που με έζησε, με μεγάλωσε, με δοκίμασε.

Λάτρεψα τα γονικά μου για τη φροντίδα τους, τη συνέπεια, την επιμέλεια και την εντιμότητά τους. Μα προ πάντων τους λάτρεψα για την αγάπη που είχαν ανάμεσά τους, όχι μονάχα όσο ζούσαν μαζί, αλλά και μετά που "έφυγε" ο πατέρας. Που ερχόταν στον ύπνο μου και ζητούσε αυτό που θα μου ελεγε η μάνα μου την άλλη μέρα! Τέτοια αγάπη, τετοια αφοσίωση!

Είμαι ευτυχής που τους είχα γονείς και μπόρεσα να έχω ένα καλό παράδειγμα για να κάνω μια οικογένεια σαν τη δική τους.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Η ιστορία κατασκευής της γέφυρας του Ευρώτα, στη Σκάλα Λακωνίας


Βρίσκω εδώ:

 http://leimonitis.blogspot.gr/2008/10/blog-post_1602.html

Ανηρτημένο την

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008, το πολύ  ενδιαφέρον-τοπικά- άρθρο, για την κατασκευή της γέφυρας που ενώνει τη Σκάλα  με το νοτιοανατολικό τμήμα της Λακωνίας:


Η γέφυρα του Ευρώτα στη Σκάλα άρχισε να κατασκευάζεται το έτος 1896. Οι σχεδιαστές της γέφυρας ήταν Γερμανοί ενώ οι κατασκευαστές Ιταλοί. Η γέφυρα αυτή αποτέλεσε δείγμα για την κατασκευή της γέφυρας του Ισθμού της Κορίνθου.Ως κατασκευή βασίζεται σε δύο τεχνικές η πρώτη είναι η τεχνική του σωλήνα (διότι στην πραγματικότητα είναι ένας τετράγωνος σωλήνας) επειδή όμως το μήκος της είναι περίπου 100 μέτρα και οι ταλαντώσεις της θα ήταν πολύ μεγάλες γι΄αυτό το λόγο έχουμε και την δεύτερη τεχνική, της στήριξης στο κέντρο με στήριγμα(βάση). Πριν το 1896 η κεντρική οδός που οδηγούσε στην νότια Λακωνία δεν ήταν η σημερινή οδός. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η κατασκευή της μεσαίας βάσης της γέφυρας, διότι όπως γνωρίζουμε εκεί υπήρχαν πάρα πολλά νερά και ήταν αδύνατο το σκάψιμο βαθιά. Μάλιστα όπως γνωρίζουμε το χειμώνα τα νερά του Ευρώτα είναι πολλά και ορμητικά και θα έπρεπε η βάση αυτή να είναι ανάλογη και να μήν είναι ευάλωτη σε τέτοιες συνθήκες. Το βάθος των θεμελίων της μεσαίας βάσης φθάνει τα 30 μέτρα περίπου, έτσι μιά τεχνική που εφαρμοζόταν στην Ευρώπη εφαρμόσθηκε και εδώ, ήταν η μέθοδος της καμπάνας. Δηλαδή μία τεράστια καμπάνα που εσωτερικά της είχε κατασκευαστεί έτσι ώστε βουλιάζοντας μέσα στο νερό να μένει στο εσωτερικό της αέρας (οξυγόνο) για να μπορούν οι εργάτες να δουλεύουν και να σκάβουν και τα μπάζα να τα αποθηκεύουν μέσα στην καμπάνα, και κατά τακτικά διαστήματα να βγαίνει η καμπάνα έξω για να πετούν τα μπάζα να ανανεώνεται το οξυγόνο και ούτω καθ εξής. Πρίν την κατασκευή της γέφυρας οι μετακινήσεις γίνονταν με κινητή σχεδία , η οποία εκινείτο σε συρματόσχοινα και την εκμετάλευση αυτής της σχεδίας τελευταία την είχε η οικογένεια ΔΕΝΤΑΚΟΥ από τον Άγιο Γεώργιο, (λέγεται ότι όταν ο ΔΕΝΤΑΚΟΣ ο Κώστας παππούς του Μηχανικού έμαθε ότι θα κατασκευαστεί η γέφυρα είπε Άν φτιαχτεί και περάσω άς πεθάνω. Η γέφυρα κατασκευάσθηκε και ποτέ δεν πέρασε από πάνω για ευνόητους λόγους.)


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Αρετή Μιχελάκου. Καλλιτέχνις και Λακεδαιμονία


Η τέχνη αποκτά νέο πρόσωπο στη Λακωνία. Η Αρετή Μιχελάκου προτιμά το νομό μας για να εκφράσει τη δημιουργικότητά της και επενδύει το όραμά της στο ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας.


Πώς προέκυψε η σχέση αγάπης που σας συνδέει με την τέχνη και πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να κυνηγήσετε το όνειρό σας;
Όπως συμβαίνει συνήθως ξεκίνησε σε τρυφερή ηλικία. Θυμάμαι ότι φτιάχναμε με τα παιδιά της γειτονιάς φανταστικά οχήματα από χαρτόνια και τελάρα που βρίσκαμε πρόχειρα στις αυλές μας. Αργότερα μου άρεσε να παρατηρώ τον πατέρα μου να μαστορεύει και σταδιακά αναπτύχθηκε μέσα μου το ένστικτο της δημιουργίας. Στην ηλικία των έντεκα ετών πήρα τα πρώτα μου λάδια και ξεκίνησα να ζωγραφίζω σε καμβά.
Στα δεκαοχτώ ήξερα πια τι ήθελα να κάνω αλλά η οικογένεια μου είχε αντιρρήσεις. Έτσι ακολούθησα ένα εφαρμοσμένο καλλιτεχνικό επάγγελμα, αυτό της σχεδιάστριας έτοιμου ενδύματος. Ο τρόπος όμως που γίνεται αυτό στην Ελλάδα μου άφηνε ανεκπλήρωτο το συναίσθημα του δημιουργού. Μετά από οχτώ χρόνια καριέρας σε αυτόν τον τομέα αποφάσισα να ακολουθήσω το όνειρο μου και έδωσα εξετάσεις στην σχολή καλών τεχνών όπου πέρασα με υποτροφία. Αυτό μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και ανακούφιση. Ένιωσα αμέσως ότι ήμουνα στον σωστό δρόμο.
 
Πώς αποφασίσατε να επιστρέψετε στη Λακωνία και να προβείτε στο δύσκολο σε πρώτη ανάγνωση εγχείρημα της επαγγελματικής ενασχόλησης με την τέχνη στην επαρχία;
Ο βιοπορισμός ως ζωγράφος είναι σκληρός και δύσκολος. Εάν δεν πάρεις τις σωστές αποφάσεις είναι πολύ εύκολο να απομακρυνθείς από την δημιουργία προκειμένου να ζήσεις. Επιπλέον στην δουλειά μας επικρατεί ο μύθος ότι εάν θέλεις να «κάνεις κάτι» πρέπει να είσαι μέσα στα κυκλώματα να ζεις και να εργάζεσαι στην Αθήνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν ότι δεν αγάπησα ποτέ αυτή την πόλη και ότι ήθελα να έχω χρόνο για να εξελίξω τη δουλειά μου. Έτσι επέστρεψα στην γενέτειρά μου. Ετοιμάζω την πρώτη μου ατομική έκθεση ενώ παράλληλα δημιούργησα ένα ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες.
Μέσα από ποιο πρίσμα προσλαμβάνετε την τέχνη και ποιες είναι βασικές επιρροές στο έργο σας;
Η ζωγραφική μου είναι ανθρωποκεντρική. Με ενδιαφέρει κυρίως ο άνθρωπος. Η φιγούρα πρωταγωνιστεί στο έργο μου σε φυσικές κυρίως διαστάσεις που ξεπερνούν συνήθως το ενάμιση μέτρο. Είμαι επηρεασμένη από τα όνειρα, τις προσωπικές αναμνήσεις, και βιώματα, αλλά και από την τέχνη των Φαγιούμ και βέβαια από μερικούς μεγάλους δασκάλους, όπως ο Γιάννης Μόραλης, o Roustin και άλλοι.
“…Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις…”
Έχετε ανοίξει στον Άγιο Γεώργιο του Δήμου Σκάλας το ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες. Ποιες γνώσεις και τεχνικές μπορεί να προσφέρει στους Λάκωνες αυτή η προσπάθεια;
Αυτό που προσπαθώ να κάνω με τα παιδιά είναι να τα εισάγω σε δημιουργικές δραστηριότητες, όπως ο πηλός, οι κατασκευές, τα στένσιλ, η ζωγραφική, και άλλα, για να καταλήξουν σε αυτά που τα ευχαριστούν περισσότερο. Είναι πολύ σημαντικό να εξάπτεις την φαντασία των παιδιών με τα σωστά ερεθίσματα, να ακονίζεις την παρατηρητικότητά τους και να τα κατευθύνεις διακριτικά. Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις. Στους ενήλικες διδάσκω σχέδιο και χρώμα ξεκινώντας από το σχέδιο πάντα. Ο σχεδιασμός του μαθήματος είναι λίγο πιο φιλόδοξος, από την απλή ενασχόληση στον ελεύθερο χρόνο τους με την ζωγραφική, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πιέζεται κανείς.
Αυτόν τον καιρό έχετε αναλάβει κάποιο συγκεκριμένο έργο και ποια η ευρύτερη σημασία του για την περιοχή μας;
Εδώ και δύο μήνες έχω αφήσει στην άκρη ό,τι έκανα και ασχολούμαι με την αποκατάσταση του ιερού ναού της Παναγίας Έλους. Μετά την υπερχείλιση του ποταμού Ευρώτα η εκκλησία υπέστη σοβαρές ζημιές και όλα τα διακοσμητικά σχέδια που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του ναού διαβρώθηκαν από την υγρασία και την συνέχεια ασπρίστηκαν. Αυτό που κάνω είναι νέα σχέδια σε μουσαμά που τοποθετούνται στα γείσα των παραθύρων, το τέμπλο, και αλλού. Αυτό που θέλω είναι να ξαναδώσω ζωή στην εκκλησία μας αλλά και έναν πιο όμορφο ναό, γιατί ό,τι χαλάει ξαναφτιάχνεται.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Το κουδούνι του σχολείου ξαναχτυπάει. Τί μνήμες!




Άνοιξαν και πάλι τα σχολειά και τα παιδιά ξαναμαζεύτηκαν στις αυλές των σχολείων. Παλιοί φίλοι  ξανασυναντήθηκαν, κι οι νέοι μαθητές θα βρούν φίλους και συντροφιές για να μοιράζονται τις ώρες  και τις αγωνίες του σχολείου.

Γυρίζω πίσω σε χρόνια περασμένα, τότε που μικρό παιδάκι, πήγα κι εγώ για να καταταχτώ στους ανήσυχους που μαθαίνανε τα θαυμαστά του κόσμου. Στους ανήσυχους που «πράγματα- σπουδάγματα» θα γέμιζαν τα κενά και νέα κενά θ' ανοίγονταν στον κόσμο του απείρου και του αγνώστου.

Εκείνα τα χρόνια, το σχολειό ήταν πηγή ζωής, σημείο συνάντησης, τόπος ελευθερίας για τους ελεύθερους και (ακόμη και τότε) δυναστείας για τους αλαζόνες, τους αδιάφορους και κακομαθημένους. Ήταν και τόπος που διαφόριζε εκείνους που το αγαπούσαν, από εκείνους που τα μυστικά του μέναν κλειστά και ξένα, για λόγους που σαν παιδί αδυνατούσα να καταλάβω. Ακόμη σήμερα, δεν μπορώ να κατανοήσω, πώς μπορεί ένας χώρος με ομηλίκους, με παρόμοιες ανάγκες σε όλα τα επίπεδα, με πολύ παρόμοιες πραγματικές δυνατότητες, να μην είναι χώρος χαράς.

Μονάχα οι μικρότητες των μεγάλων, οι ματαιοδοξίες, οι κακίες, τα συμφέροντα και η καχυποψία ή οι απώτεροι στόχοι τους και οι πολιτικές τους μπορεί να δημιουργούν ανισότητες, αντιπάθειες, αναποτελεσματικότητες και άρνηση για το σχολείο.

Σαν έρχονταν γιορτές και διακοπές, και κλείναν τα σχολεία για λίγες μέρες, ή για το καλοκαίρι, οι παρέες χωρίζαν, τα παιχνίδια μας κι οι παρεϊστικες ανησυχίες μας σταματούσαν. Το κουδούνι του σχολείου σιωπούσε, κι οι αυλές του χορταριάζανε άδειες, απ' το αεικίνητο μελίσσι, που πηγαινοερχόταν στα διαλείμματα, παίζοντας και κυνηγώντας.  Τα παιδιά μαζεύονταν στα σπίτια, κι όλοι μας, ξαναμπαίναμε στις οικογενειακές δραστηριοτητες. Ο καθένας ό,τι μπορούσε έκανε. Μικραίναν οι συντροφιές και λιγοστεύαν οι παρέες. Μονάχα οι γειτονιές γεμίζανε ξεγνοιασιά και παιχνίδια. Τα δικά μου παιχνίδια της σχολικής ηλικίας ήταν πάλι τα βιβλία, των μεγαλύτερων αδελφών μου.

Το πρώτο μου σχολείο, στο χωριό μου, ήταν ένα μεγάλο κτίριο, με αποθηκευτικούς χώρους στο ισόγειο και ένα πρώτο όροφο, με τέσσερις μεγάλες αίθουσες,  (τότε) τρείς για διδασκαλία και μια για τελετές. Ήταν θά 'λεγες χωρισμένο κατά μήκος με έναν εξώστη για κάθε ζευγάρι αιθουσών. Στον έναν εξώστη, στέκονταν οι δάσκαλοι και από ψηλά θεωρούσαν την πρωϊνή μας συγκέντρωση. Από εκεί μας έκαναν τις ανακοινώσεις που αφορούσαν όλες τις τάξεις. Ο εξώστης είχε  -αμφίπλευρα-  κλίμακες για τη διευκόλυνση του πλήθους των μαθητών να ανέβουν στις δυο από τις τέσσερις αίθουσες διαδασκαλίας. Στην άλλη άκρη ένα άλλος εξώστης, μας ανέβαζε στις άλλες δυο αίθουσες. Αργότερα πολύ, οι δυο εξώστες ενώθηκαν, και ένα πρόστηλο μπαλκόνι σκιάζει τις προσηλιακές αίθουσες απ' άκρη σ' ακρη, όπως φαίνεται εδώ. Όμορφο, όπως είναι στην καρδιά μου, μέχρι σήμερα.

Στις ισόγειες αποθήκες του σχολείου, φυλάσσονταν διάφορα χρήσιμα πράγματα, σκεύη, εργαλεία, έπιπλα ημιτελή ή κατεστραμμένα κλπ.

Σε αυτές τις αποθήκες, φυλάσσονταν και τα εργαλεία μαγειρικής και καθαριότητας. Οι νεώτεροι πρέπει να ξέρουν ότι τα σχολεία δεν ήταν πάντα όπως τα ξέρουν σήμερα. Πρέπει να ειπώ ότι παλαιότερα, όλες οι μαθήτριες από την τρίτη τάξη και πάνω, και οπωσδήποτε όλες οι μεγαλύτερες με τη σειρά, είχαμε την ευθύνη να κάνουμε μερικές εργασίες για την καλή λειτουργία του σχολείου μας. Και όχι μόνο. Πρόφτασα την προετοιμασία και την παρασκευή-διανομή πρωϊνού ροφήματος (ένα ποτήρι γάλα για κάθε παιδί και μια φέτα κίτρινο τυρί).  
Βλέπετε  μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό, είχε ερημώσει, φτωχύνει και ρημάξει η πατρίδα μας. Ακόμη κι οι ξένοι (προφανώς με το αζημίωτο, τώρα το ξέρουμε!) βοήθησαν, έδωσαν. [Ξέρετε για τη φιλοπατρία του αθλητή Στέλιου Κυριακίδη, και την επισιτιστική συνεισφορά που αυτός προκάλεσε;  μπορείτε να μάθετε από εδώ].

Τί εμπειρία όλη αυτή η διαδικασία! Κόπος, δυσκολία, προσπάθεια, καθυστέρηση, ευθύνη, διεκπεραίωση, τακτοποίηση, καθαριότητα, τόσα πράγματα από τόσο μικρά παιδιά! κι όμως γίνονταν!

Άλλο σημαντικό θέμα, η καθαριότητα του προαυλίου! Τί έργο και τούτο! τιτάνιο! για τις μικρές μαθήτριες, που έπρεπε να το σκουπίσουμε κάθε πρωί, ιδιαίτερα το φθινόπωρο, και το χειμώνα, για να μαζευτούν τα σκουπίδια των απρόσεχτων μαθητών και τα άπειρα χλωμά φύλλα του φθινοπώρου που οι ακακίες, τα λουλούδια, και τα δέντρα έρριχναν στο χώμα.  Ένα προαύλιο, σωστό γήπεδο, από πλευράς έκτασης (μα ήταν χρήσιμο τόσο μεγάλο, γιατί ήμασταν πολλά παιδιά. Στα χρόνια μου περίπου 150. Στα χρόνια των μεγαλυτέρων 200!). Εκεί για πρώτη φορά ένιωσα ότι κάθε τι όμορφο έχει ένα κοπιώδες τίμημα.

Ήταν τόσο όμορφο όλο το σχολείο μου, με το προαύλιό του, τον κήπο του, με τις μεγάλες και ψηλοτάβανες αίθουσές του, με τα πολλά μεγάλα παράθυρα, που το φώτιζαν, και το έκαναν ένα τόπο ευάερο και ευήλιο. Το τεράστιο πεύκο του,  γέρικο πια,  κουνούσε νωχελικά τα κλαδιά του. Ανάμεσά τους δεκάδες χελιδονοφωλιές την άνοιξη φιλοξενούσαν τους νέους κατοίκους τους. Τα τιτιβίσματα της χελιδόνας που κουβαλούσε στα μικρά της τροφή, μαζί με τις ψαλιδωτές βουτιές της στον αέρα, ήταν ανοιχτή συναυλία και θέατρο μαζί.

Πιο κεί ο γέρο φοίνικας, πιο ψηλός κι από το  καμπαναριό, κουνούσε στην ανάσα του ανέμου καταφατικά το ανάερο κεφάλι του, που το κρατούσε, με τρόπο θαυμαστό ένας πανύψηλος και λεπτός κορμός, και τούτος έγερνε αριστερά-δεξιά στο φύσημα του αγέρα κι έλεγες πως πάντα έτσι θα τον κουνάει του σχολειού μου το αγέρι και πάντα εδώ θά 'ναι τούτα τα στοιχειά να σημαίνουνε την κίνηση εκείνων που έρχονται κι εκείνων που φεύγουν από την αγκάλη αυτής της φωλιάς. Της φωλιάς που στεγάζει και μορφώνει, της φωλιάς που σπίτωσε και φιλοξένησε  κυνηγημένους και ξεριζωμένους. Αυτής της φωλιάς που γέννησε και φύλαξε τις μεγάλες φιλίες μας για πάνω από μισόν αιώνα τώρα! Μέσα εκεί κουρνιάσαμε αδέρφια μαζί, για χρόνια, μετά της μάνας μας την αγκαλιά, και φίλοι γενήκαμε μ' άλλους, που πορευτήκαμε καιρό πολύ τον ίδιο δρόμο στη ζωή και για πολύ περισσότερο, με κάποιους ακόμη, στη σκέψη, τα αισθήματα, τις ιδέες και τα όνειρα.

Στην άλλη άκρη του προαυλίου ένας τεράστιος ευκάλυπτος, με τα λιγνά και τεράστια κλαδιά του πηγαινοερχόταν ολόκληρος στον δυνατό χειμωνιάτικο  αγέρα. Σ' έναν κεραυνό που βρόντηξε άγρια κι απότομα, ένα μεγάλο κλαδί του τσακίστηκε απ' το βάρος κι απ' το στρόβιλο κι έπεσε στο χώμα. Χτύπησε ένα παιδί, μα ευτυχώς, όχι πολύ σοβαρά.  Υστερα απ' αυτό,  τον κλαδέψανε για να μας προστατέψουν.

Σε τούτη την πλευρά (τη δυτική του προαυλίου) έχουν φυτευτεί από χρόνια τώρα,  δυο τρείς νέοι φοίνικες κι ένα καινούργιο πεύκο. Τα παλιά τα δέντρα, το πεύκο (που ήταν δίπλα στο φοίνικα της φωτογραφίας) και τον ίδιο αυτό το φοίνικα, της εποχής μου, τα πήρε ο χρόνος μαζί του.

Ο κήπος του σχολειού και τι δεν είχε! απ' όλα τα άνθη! Η αισθητική και η συντήρηση του κήπου ήταν έργο των μαθητών υπό τις εντολές και την εποπτεία των δασκάλων. Σήμερα εκείνος ο κήπος έγινε παιδική χαρά για τα νήπια και τα μικρά παιδιά. Εκείνα τα σχολεία είχανε ψυχή. Τη δική μας. Είχανε όνειρα. Τα δικά μας. Οι δάσκαλοί μας, συχνά ήτανε σπουδαίοι άνθρωποι. Κι όσο πιο παλιά, τόσο πιο σπουδαίοι.

Ήταν ένα πολύ όμορφο κτίριο, που η κατασκευή του ήταν δωρεά του Αντωνίου Αποστολάκου, που ήταν και μακρινός θείος της μητέρας μου, Αρετής, το γένος Αποστολάκου. Το σχολειό μου, προς τιμήν του δωρητή πήρε το όνομα «Αποστολάκειο Διδακτήριο». Ένα σχολείο, που για την εποχή του αποτελούσε  κόσμημα (όχι  για την περιοχή, γιατί ο θείος αυτός είχε χρηματοδοτήσει την κατασκευή και άλλων τέτοιων σχολείων στην περιφέρειά μας, αλλά) για ολόκληρη την χώρα. Ακόμη λειτουργεί το σχολείο αυτό. Σ' αυτό πήγε ως μαθητής ο πατέρας μου, και σ' αυτό φιλοξενήθηκαν οι πρώτοι πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής. Ένα κτίριο με ιστορική σημασία, από κάθε πλευρά. Και για μένα, με οικογενειακή σημασία και σχέση.


Τα σημερινά σχολεία δεν φαίνεται νά 'χουνε ψυχή, γιατί δεν έχουνε ανθρώπους που να θέλουνε να μάθουνε κάτι. Ούτε ανθρώπους που να θέλουνε να διδάξουνε ζωή, κι όχι χαρτιά. Δεν έχουνε δασκάλους,  στη γενικότητα, κι όχι στις εξαιρέσεις. Σήμερα τα σχολεία έχουνε συμβούλια, συλλόγους, έχουνε ομάδες  που διεκδικούν την πολιτική καθοδήγηση των μαθητών -από ενωρίς-  προς το λούκι του κομματισμού, για τη συστράτευση στον πολιτικό τους αγώνα, τη διοίκηση, τη διασπορά φωταδιστικών ανιστορικοτήτων.  Πάνε εκεί για να αποκτήσουν  άλλοι πελατεία, κι άλλοι δουλειά. Σπάνια συμβαίνει διδακτικό έργο. Και τούτο με το αίμα κάποιου φιλότιμου Δασκάλου. Συχνά χωρίς μαθητές μ' ενδιαφέρον,  με ενάντιους τους γονείς, κι αδιάφορη την πολιτεία.