Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

-Συνετάξω Τώ Χριστώ; -Συνεταξάμην! (Το αναδέχεσθαι την ψυχική και ηθική διαπαιδαγώγηση)



Ο Χρήστος, είναι δεν είναι 6 μηνών!

Αλλά έχει μια φυσιογνωμία! Είναι τόσο ίδιος με τον πατέρα του, που μονάχα η ηλικία τους χωρίζει. [Η μάνα του, με το δίκιο της, αναρωτιέται: Μα γιατί; Είναι το δεύτερο παιδί της, που δεν της μοιάζει καθόλου. Είναι και τα δυο, φτυστά ο πατέρας τους].

H βάφτιση του Χρήστου ορίστηκε μές στον Αύγουστο.

Ετούτη η βάφτιση, ήταν για μένα αλλιώτικη από όλες τις άλλες, γιατί ανάδοχος ήταν ο γιός μου. Βαφτίζει το παιδί του παιδικού του φίλου. Μαζί πηγαίναν στο σχολειό, μαζί μεγαλώσαν. Οι γονείς και ο ανάδοχος. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η αγάπη τους, από μικρά παιδιά, σφραγίζεται με τούτο το δέσιμο. Είναι ακόμη πολύ νέοι, και ήδη μετράνε δεκαετίες φιλίας. Δεν πρόκειται για μια «πολύ καλή κοινωνική γνωριμία», που δε θέλεις να τη χάσεις. Δε θέλεις να την πληγώσεις ή να την πονέσεις, για τίποτε στον κόσμο, γιατί είναι για μια σχέση ζωής.

Ο ανάδοχος, άρχισε τις ετοιμασίες από ενωρίς. Πολλές ημέρες πιο πρίν. Για να νιώσει την ουσία της αποστολής, και για ν' ανταποκριθεί σε όσα η πνευματική του ευθύνη απαιτούσε, για την ώρα. Γιατί ο ανάδοχος, πρέπει να γνωρίζει ποιό χρέος αναλαμβάνει. Ο ανάδοχος μπαίνει στη θέση του γονιού και χρεώνεται τούτη την ψυχούλα, να την ετοιμάσει για τη ζωή, να τη φωτίσει στο καλό και να την παρακολουθεί καθώς θα βαδίζει τη στράτα της ζωής. Για να βοηθήσει όπου χρειάζεται, για να προφτάσει όπου απαιτείται, για να επιβραβεύσει τις σημαντικές επιλογές. Για να δειγματίζει πορεία ζωής, με την φιλοπονία και τη συνέπειά του στον δρόμο που ο ίδιος τραβάει, και για να παραδειγματίζει αρετή, τέτοια που σαρκώνει με τη ζωή του.

Η βάφτιση, για μάς τους Χριστιανούς είναι μυστήριο. Δεν είναι διασκεδαστική τελετή, κι ευκαιρία για ξεφάντωμα, που τελειώνει σε δυο ώρες. Είναι μια θρησκευτική μυσταγωγική τελετή, και -ασφαλώς- είναι και μια κοινωνική εκδήλωση, αλλά οι ευθύνες που γεννιούνται τελειώνουν μαζί μ' εκείνον που βάφτισε.

Το μυστήριο τελέστηκε σύμφωνα με όλους τους ιερούς κανόνες, και νιώσαμε τη θαλπωρή της ευχής και της προσευχής.

Τί όμορφα «επεύχεται» ο ιερεύς πάνω από το ύδωρ της βαπτίσεως! : «Συ γαρ είπας, Κύριε: Λούσασθε και καθαροί γίνεσθαι, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών ημών. Συ εχαρίσω ημίν την άνωθεν αναγέννησιν, δι ύδατος και Πνεύματος. επιφάνηθι, Κύριε, τούτω. και δος μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον, εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι(*) δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ' εικόνα του κτίσαντος αυτόν. ίνα γενόμενος σύμφυτος τω ομοιώματι του θανάτου σου δια του Βαπτίσματος, κοινωνός και της αναστάσεώς σου γένηται. και φυλάξας των δωρεάν του Αγίου σου Πνεύματος και αυξήσας την παρακαταθήκην της Χάριτος, δέξηται το βραβείον της άνω κλήσεως και συγκαταριθμηθή τοις πρωτοτόκοις τοις απογεγραμμένοις εν ουρανώ...(**)»

Ο βαφτιστικός, στη διάρκεια της βαπτίσεως, δεν ενοχλήθηκε ποσώς, μας κοίταζε ευχαριστημένος, τόσους πολλούς γύρω του, γελαστούς και περίεργους, αλλά εκείνος ήταν αγέρωχος.  Προς το τέλος, κουράστηκε κι εξαγριώθηκε, τότε κλαψούρισε με θυμό αποζητώντας φαΐ κι ανάπαυση. Και μόλις τα έλαβε, σε λίγο, έπεσε σε ύπνο. Κι εμείς, το γιορτάσαμε για χάρη του, στης γιαγιάς. Σε μια γιορτή, όπου  γονείς και φίλοι, γιαγιάδες και παππούδες ακόμη  και πρόπαπποι, πήραν τη χαρά του καλοφώτιστου μέλους της οικογένειας.

Ο γιός μου ξαφνικά, μετά απ' αυτό, μεγάλωσε πολύ. Τώρα το νιώθει περισσότερο. Έχει πολλές ευθύνες και υποχρεώσεις. Και καθώς ετοιμάζεται, γιατί πάλι φεύγει,  μου αναθέτει: «Μάνα, τώρα που θα λείπω, μην ξεχάσετε το παιδί. Στηρίζομαι σ' εσάς. Να με αναπληρώσετε στις υποχρέωσεις μου και δεν θα το ξεχάσω ποτέ..».

«Ησύχασε γιέ μου. Δεν θα το ξεχάσουμε». Κι ετοιμάστηκε, για την αναχώρηση. Πετάει χαράματα. Ο φίλος του, αδερφός, τον ξεπροβοδίζει μέχρι το αεροδρόμιο, να περάσουνε λίγες ακόμα ώρες μαζί.

Τα Χριστούγεννα πάλι, πρώτα ο Θεός, θ' ανταμώσουνε. Ο Χρήστος θά 'χει μεγαλώσει, μπορεί και να περπατάει, να λέει και καμμιά κουβεντούλα...
 Σημειώσεις:
(*) Σε τούτο το μυστήριο ακριβώς,  και σε όσα αυτό σημαίνει, παραπέμπει  η παραίνεση «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Την παραίνεση αυτή, την ακούμε πολλές φορές στις ιερές μας ακολουθίες. Συγκλονιστικά την κρατώ στη μνήμη μου, καθώς ψαλλόταν, σε μια Χριστουγεννιάτικη ακολουθία.
(**) Ο ιερέας με τα χέρια σηκωμένα προς τον ουρανό δέεται, επικαλούμενος το έργο του ίδιου του Χριστού μας στη γή,  και τον παρακαλεί: 
  • Εσύ Κύριε, που  μας είπες πως όταν κι εμείς βαπτιστούμε σαν κι εσένα, θα γίνουμε καθαροί, γιατί η ψυχή μας θα εξαγνισθεί από την πονηρία. 
  • Σύ Κύριε που μας χάρισες την αναγέννηση μέσω του δικού σου βαπτίσματος, με ύδωρ και Πνεύμα. 
  • Έλα λοιπόν κι εδώ τώρα, και κάνε ώστε ο βαπτιζόμενος σε τούτο το ύδωρ να αφήσει εδώ τον παλαιό άνθρωπο, τον άνθρωπο της αμαρτίας, και να ενδυθεί τον νέο άνθρωπο! Τον ανακαινούμενο, όπως σύ Κύριε, και Δημιουργέ του! Κοινωνός της Αναστάσεώς σου να γίνει, αφού με το Βάπτισμά του  κατανικάει το θάνατο της ψυχής, καθώς αναδύεται μέσ'από το ύδωρ του εξαγνισμού και της Χάριτος,  όπως σύ ανυψώθηκες στο Σταυρό.
  • Και κάνε ακόμη Κύριε, ώστε ο βαπτιζόμενος να διαφυλάξει την δωρεά του Αγίου σου Πνεύματος, και  ν' αυξήσει τόσο την αφθονία της Χάριτός σου, που να αξιωθεί σαν εκλεκτός του Θεού να σταθεί μαζί με τους αγγέλους κοντά του...»

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Το πνεύμα του νόμου: Ένα φάντασμα που το κυνηγάει η κάθε εξουσία!




Στο εξαιρετικό άρθρο του εδώ, με το οποίο μας εμβάλλει σε ευρύτερο προβληματισμό, υστερογραφεί ως εξής ο Κ. Παπαχρήστου: «Στο Δίκαιο εμφανίζεται συχνά η ανάγκη διάκρισης ανάμεσα στο γράμμα και το πνεύμα ενός νόμου. Και όπου τα δύο έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, υπερισχύει κατά κανόνα το δεύτερο. Αν συνέβαινε το αντίθετο, δεν θα είχε υπάρξει ποτέ η Νυρεμβέργη και τα τέρατα θα έβγαζαν ακόμα τη γλώσσα τους στην ανθρωπότητα, ατιμώρητα! (Βέβαια, οι πολιτικοί επίγονοι των τεράτων δεν δείχνουν να ενοχλούν ιδιαίτερα κάποιους σύγχρονους «προοδευτικούς» ταλιμπάν της θεσμικής τυπολατρίας. Όμως,αυτό είναι μια άλλη ιστορία…)».

Ετούτη η θέση προκαλεί την αιρετική (παλιά ιστορία)  αντί-παρά-θεσή μου.

Η αίρεσή μου; Η σύγκρουση ανάμεσα στο γράμμα και στο πνεύμα του νόμου. Τη σύγκρουση αυτή, αδυνατώ να την αποδεχτώ ως γεγονός, ως ενδεχόμενο ή ως ατυχία. Διότι το πνεύμα του νόμου, (δέον πάντα να ) είναι ένα: η ευνομία, η χρηστότης, η λύση της διαφοράς.

Σύγκρουση δεν μπορεί να γεννηθεί ανάμεσα στο γράμμα και το πνεύμα του νόμου, παρά μόνο ηθελημένα. Τούτο σημαίνει πως ο νομοθέτης «περιγράφει» (=παραβαίνει) το καθήκον του να θεσπίζει κανόνες σύμφωνους με τις Γενικές Αρχές που διέπουν την έννομη τάξη, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί, και εντός της οποίας δρά και λειτουργεί. Και πως όπου ο νομοθέτης εξαρτάται από την Κυβέρνηση,  η τελευταία συνήθως χειραγωγεί απολύτως τον πρώτο!

Μπορεί συχνότατα να συμβεί, ώστε η ρητή διατύπωση του νόμου να είναι φτωχότερη ή κατά περίπτωση -ελλιπέστερη δηλαδή- από το πνεύμα του νόμου. Αλλά η σύγκρουση, ή η αντίθεση προς το πνεύμα του νόμου, είναι κακόπιστη και ηθελημένη.

Εξάλλου, τί είναι το πνεύμα του νόμου (δηλαδή το ζητούμενο/επιδιωκόμενο, ή αλλιώς αυτό που αποτελεί το πρόταγμα για κάθε έννομη τάξη); Είναι εκείνο η προστασία του οποίου περιγράφεται σε αδρές γραμμές στον Καταστατικό της Χάρτη, δηλαδή στο Σύνταγμά της (και εξειδικεύεται κατά ρυθμιζόμενη περίπτωση με τον είδικό νόμο)!

Για παράδειγμα το πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης τίθεται
  • με το άρθρο 1 του Συντάγματος περί πολιτεύματος, στο οποίο διακηρύσσεται η μορφή του πολιτεύματός μας και εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται η αλλοίωση του πολιτεύματος
  • με το άρθρο 2 του Συντάγματος, διακηρύσσεται ότι ο άνθρωπος ως προσωπικότητα και ζωντανή ύπαρξη αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αξία για την κοινωνία μας, που προστατεύεται από την πολιτεία έναντι ακόμη και των οργάνων αυτής
  • με το άρθρο 3 του Συντάγματος, διακηρύσσεται ότι η Ελληνική Κοινωνία διέπεται από τη Χριστιανική πίστη και ότι στην Χώρα μας ο άνθρωπος μπορεί ελεύθερα να επιλέγει την πίστη του,
  • με το άρθρο 17 του Συντάγματος διακηρύσσεται και κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, ενώ τέλος,
  • με το άρθρο 369 του αστικού κώδικά μας όπου κατοχυρώνεται πλήρως η ελευθερία των συμβάσεων. Η ελευθερία αυτή, μαζί με το δικαίωμα (του άρθρου 17 του Συντάγματος) στην ιδιοκτησία, προσδιορίζουν ένα περιβάλλον ελεύθερης και όχι κεντρικά σχεδιαζόμενης κρατικής οικονομίας.
Αυτές οι ρυθμίσεις, μαζί με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [που κυρώθηκε με νόμο και αποτυπώνεται σχεδόν αυτούσια στο κεφάλαιο του Συντάγματος περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (δηλ. στα άρθρα 4 έως 25)] αποτελούν το πνεύμα δικαίου/ ή αλλιώς τις Γενικές Αρχές Δικαίου που διέπουν τη ζωή των Πολιτών, την δράση και την οργάνωση της Ελληνικής Πολιτείας.

Προφανώς η κάθε έννομη τάξη/χώρα, έχει τα δικά της προτάγματα (αληθινά ή προσχηματικά).

Εμείς που σήμερα είμαστε ενταγμένοι στην ΕΕ, είμαστε λίγο μπερδεμένοι με το σημερινό μας πρόταγμα, γιατί ο αξιακός προσανατολισμός μας έχει μεταστραφεί και καλούμεθα να νοηματοδοτήσουμε αλλιώς τη ζωή μας.

Η σημερινή Ε.Ε. ξεκίνησε να γίνεται κοινότητα γνωρίζοντας φιλοσοφία, αρχές και αξίες από την Ελλάδα και από το Χριστιανισμό, και Δίκαιο από τη Ρώμη.

Σε τούτο ακριβώς έγκειται και η διαφορά μας. Ως γνωστόν η Ελλάδα είχε σημαντική διαδρομή στη φιλοσοφία (και ψήγματα μόνο- όχι αυστηρό σύστημα δικαίου), ενώ οι Ρωμαίοι είχαν τη «φιλοσοφία της κατάκτησης και της υποταγής» των λαών και των τόπων, γι' αυτό κι επινοήσανε αυστηρό σύστημα δικαίου.

Οι Ρωμαίοι, ως κατακτητές της οικουμένης, έβαλαν κανόνες εξουσίας. Για να ξέρει ο κάθε ουτιδανός που συνελήφθη, αιχμαλωτίστηκε, ή κατακτήθηκε, ότι το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ξερει τί θα πάθει, και για να μάθει τί δεν μπορεί να κάνει. Το Κολοσσαίο είναι το άντρο του σωφρονισμού των ανήσυχων και των ανυπότακτων εχθρών της Ρώμης. Το μνημείο της θηριωδίας.

Το δίκαιο, απ' αρχής, δεν ήταν άλλο παρά: Κανόνες εξουσίας
  • επί των πραγμάτων (κινητών ή ακινήτων, δημοσίων ή ιδιωτικών, κοινοχρήστων, πραγμάτων αυτοκινουμένων (=δούλων),
  • εξουσίας επί των προσώπων, κι
  • εξουσίας επί των ενοχών(=υποχρεώσεις,χρέη).
Έτσι όπως τίθεται και εφαρμόζεται σήμερα το δίκαιο, γνωρίζουμε καλά πως δίκαιο είναι η δυνατότητα του ισχυρού να εξολοθρεύσει τον αδύναμο. Αυτό ήταν το δίκαιο κι από όταν δημιουργήθηκε.

Τα νάματα της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας μαλακώσανε κάπως αυτές τις άγριες κατακτητικές καρδιές. [Ετούτο έγινε κατορθωτό γιατί ο Μ. Αλέξανδρος με τις εκστρατείες του είχε διαδόσει την Ελληνική Γλώσσα στα πέρατα του κόσμου κάνοντάς την παγκοίνως γνωστή.] Μεγάλη στάθηκε και η συμβολή του κηρύγματος του Χριστού, στην πορεία πολλών αιώνων. Αλλά, φαίνεται, πως η φύση του ανθρώπου δεν αλλάζει.

Οι κατακτητές και οι συν αυτοίς, σαν πέρασε ο καιρός, προσαρμόσανε όχι μόνο τη φιλοσοφία των Ελλήνων, αλλά και το Χριστιανισμό, στα μέτρα τους! Οχήματα και τα δυο, για τα πολιτικά τους προτάγματα, που είναι ξένα προς τις αξίες για τις οποίες και ο Χριστός διδάσκει και η ελληνική φιλοσοφία επισημαίνει. Προτάγματα χωρίς «διάκριση», χωρίς ανθρωπιά. Μόνο προς εξυπηρέτηση του ιδίου συμφέροντος.

Φαίνεται πως η ανθρωπότητα μπουσουλάει προς την παιδική της ηλικία, αφού τα προτάγματά της αντί για το καλό της (που είναι η αλληλεγγύη και η χρηστότητα), είναι ολοένα και πιο εγωϊστικά. Τα προτάγματα της σημερινής ανθρωπότητας είναι έλεγχος και υποταγή, κι αυτά εξυπηρετούν τα συμφέροντα ολοένα και πιο στενού κύκλου πανίσχυρων προσώπων.

Φαίνεται πως η ανθρωπότητα εξακολουθεί να μπουσουλάει, όπως ακριβώς και στο ξεκίνημά της.

Αποδημητικά πουλιά

Εδώ και δέκα χρόνια,
μια έρχεστε μια φεύγετε!

'Ερχεστε, μα ποτέ για να μείνετε
Ίσα-ίσα για να βαφτιστείτε στο φώς,

μ' αγαπημένους και φίλους  να σμίξετε
 στης γονικής αγκαλιάς την αγάπη να φωλιάσετε
σε φροντίδας νερά  να βουτήξετε
 κύματα υπερβολής να παλέψετε
 γονική στοργή να χορτάσετε
και να νιώστε ζεστή την πνοή μας
καθώς, στης ζωής τους ουρανούς,
 σας κόβει το πέταγμα!

Σαν έρχεστε, φρέσκες μας φέρνετε ιδέες,
και πριν να φύγετε πάλι,
εκσυγχρονίζετε τις λειτουργίες μας
και μας βάζετε στόχους καινούργιους!
Μας αναθέτετε κι εργασίες
ανανέωσης σκέψης και ζωής,
μήπως,
και μας κρατήσετε νέους και δημιουργικούς!

Θα σας ακούσω!
Θα είμαι εδώ μέχρι να ξανάρθετε,
Θα έχω κάνει όσα μου μάθατε!
κάθε φορά και πιο...μικρή,
σαν που εσείς μεγαλώνετε...

Αλλά κάθε που φεύγετε
η αγκαλιά μου ανοιχτή, αδειανή και μετέωρη
πάντα θα μένει
ώσπου νά 'ρθει καινούργια μια άνοιξη
τη φωλιά σας, το λίκνο, να βρείτε
Πασχαλιά, καλοκαίρι, για καταχείμωνο
ειναι η μέρα σα 'ρθείτε.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά


Image result for εικόνες περιττώματα σκύλων 

Στις μέρες μας η καθαριότητα είναι μια πολύ εύκολη υπόθεση, γιατί έχουμε στη διάθεσή μας ό,τι μας είναι παραίτητο για το έργο αυτό.

Η ατομική καθαριότητα και υγιεινή είναι ένα πράγμα. Αυτή, μαθαίνεις να σου αρέσει, από μικρό παιδί. Επιθυμείς να είσαι καθαρός, να είναι καθαρό το περιβάλλον που ζείς, και να μη βρωμίζεις τους χώρους και τα πράγματα των άλλων. Η ατομική μας καθαριότητα είναι υγεία, είναι ομορφιά, είναι αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμός και σεβασμός των γύρω μας. Είναι «τάξη» στα πράγματα.

Η ανάγκη για καθαριότητα και η μέριμνα για τη διατήρησή της είναι θέμα αγωγής και στάσης ζωής.

Η εμμονή με την καθαριότητα είναι «ψυχική νόσος», που καμμιά φορά δεν θεραπεύεται εύκολα. Ο άνθρωπος, στην περίπτωση αυτή, δεν αγωνίζεται -εν τοις πράγμασιν- για να ζεί και να έχει συνθήκες υγείας, ευπρέπειας και άνεσης, αλλά, με τον αλλοπρόσαλλο αυτόν τρόπο, προσπαθεί να ελέγξει πράγματα και καταστάσεις κακώς κείμενα στη σκέψη και τη ζωή του, ή να διευθετήσει τις αδιέξοδες σχέσεις του.

Από την άλλη πλευρά, η παντελής αδιαφορία για την καθαριότητα, είναι επίσης «ψυχική νόσος» που υποδηλώνει ανωριμότητα, και μια αγωνία για να συγκεντρώσει ο ακάθαρτος το ενδιαφέρον των άλλων στο πρόσωπό του.

Πέρα από τα στενά όρια της ατομικής και προσωπικής καθαριότητας, η καθαριότητα του περιβάλλοντος ημάς χώρου, δηλαδή του δρόμου, της πόλης, του γειτονικού ακινήτου, της θάλασσας και των υδάτων, των δασών και των ορέων, των κάμπων και των κτιρίων που ζούμε ή εργαζόμαστε, είτε αυτά είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά, είναι ευθύνη όλων μας. Επίσης, είναι ζήτημα παιδείας, αγωγής του πολίτη, πολιτείας και αρχόντων, εκπαίδευσης και εκπαιδευτικών. Είναι προφανές, πως σε τούτη τη χώρα υπάρχει τεράστιο έλλειμμα σχετικής προσοχής και πρόνοιας για την καθαριότητα. Και τούτο είναι δείγμα νοσηρότητας της κοινωνίας μας και της ηγεσίας μας. Απάσης της ηγεσίας. Πολιτικής και πνευματικής. Γιατί δεν νοείται να όζει μια ολόκληρη πόλη (και μάλιστα μια κρατική πρωτεύουσα) και οι αρχές της να μην το γνωρίζουν ή να μην το αντιμετωπίζουν. Αν δεν το γνωρίζουν είναι γιατί αδιαφορούν, κι αν δεν το αντιμετωπίζουν είναι γιατί τους ταιριάζει η βρωμιά και η δυσοσμία.

Κοιτάξτε, για παράδειγμα τους κάδους των απορριμμάτων: Όπου και να είναι τοποθετημένοι, βρωμοκοπούν και νιώθεις αηδία από τη δυσοσμία καθώς πλησιάζεις για να αποθέσεις τα απορρίμματα που κρατάς. Ο έλεγχος της καθαριότητας των κάδων είναι ασφαλώς ζήτημα που υπάγεται στην ευθύνη των ΟΤΑ, αλλά από την άλλη πλευρά, όλοι εμείς πρέπει να φροντίζουμε ώστε κατά την τοποθέτηση στους κάδους των διαφόρων απορριμμάτων μας, να μην ρυπαίνουμε το χώρο και τους κάδους και να μην αφήνουμε να σκορπίζονται αυτά που απορρίπτουμε. Οσμηρά ή όχι, είναι απορρίμματα.

Ένα άλλο τραγικό παράδειγμα, στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της πατρίδας μας είναι η ρύπανση των πεζοδρομίων και των πάρκων από περιττώματα σκύλων. Πολλοί άνθρωποι που απολαμβάνουν τη συντροφιά των ζώων τους, θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμά τους να απολαμβάνουμε εμείς την κόπρο τους, και μάλιστα όχι μόνο έξω, στο δρόμο ή στο πάρκο, αλλά και μπροστά στην πόρτα μας, στο σκαλοπάτι μας! Έτσι, αυθαίρετα, αντικοινωνικά, ανεπίτρεπτα, προκλητικά, προσβλητικά και αναιδώς, καθώς βολτάρουν με το κατοικίδιό τους, στέκονται μπροστά στην πόρτα σου και σου αφήνουν ένα αχνιστό απόβλητο, οσμηρό, αηδιαστικό, ρυποφόρο και ρυπογόνο, που μπορεί να το κουβαλήσεις, ακόμη και μέσα στο σπίτι σου!

Έχει συμβεί να διαμαρτυρηθώ για την πρόκληση και την προσβολή να ρυπαίνουν το σκαλοπάτι μου, την είσοδο του σπιτιού μου ή το λιγοστό χώμα στο δεντράκι που είναι μπροστά στην πόρτα μου, και έλαβα την απάντηση πως «τα ζώα είναι καθαρώτερα από τους ανθρώπους!»

Άλλη φορά έλαβα την απάντηση πως θα έπρεπε να διαμαρτύρομαι «και για τους ρύπους των αδέσποτων», παρακινώντας με δηλαδή να ανοίξω διάλογο με τα ζώα αυτά (που όμως ποτέ δεν είδα να ρυπαίνουν μπροστά στην πόρτα μου), ενώ εκείνα που τα κρατά ο κύριός τους με το λουρί, στέκονται και κοπρίζουν αναίσχυντα και σκόπιμα το χώρο μου, με υπαιτιότητα του κυρίου του ζώου, αφού το χαριτωμένο πλάσμα που ζητά μια ματιά καλωσύνης κι αγάπης, ποτέ δεν θα ήθελε να με βλάψει, ή να με προσβάλει.

Βλέπετε, η αγάπη για προσβολή και για πρόκληση ψυχικών τραυμάτων, είναι ... ανθρώπινο χάρισμα!

Σε κάποιον που διάλεξε να αφήσει το ζωάκι του να ουρήσει στο σκαλοπάτι μου, προθυμοποιήθηκα να κάνω το ίδιο στο δικό του σκαλοπάτι, αλλά δεν το δέχθηκε και με κοίταξε επιθετικά και εξαπορημένος, σε βαθμό που μού 'δειξε πως με θεωρούσε ανισόρροπη! Τί εγωϊσμός! Δεν σκέφτηκε ότι αυτός ο ίδιος μόλις είχε βιαιοπραγήσει στην αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά μου; Μου είχε φερθεί προσβλητικά και περιφρονητικά. Είχε ρυπάνει το χώρο μου! Ασφαλώς, αυτό είναι παράνομο, αλλά δεν έδειχνε ούτε να το υποψιάζεται.

Ας μην αφήσουμε απ' έξω από τούτη την πολεμική μας, εκείνους που πετάνε τις αθλιότητές τους (αποτσίγαρα, μυξομάντηλα, κλπ. απόβλητα) έξω από το αυτοκίνητό τους, καθώς κινούνται μέσα στην πόλη ή έξω από αυτήν, στην ύπαιθρο. Αυτοί μπορεί να γίνουν εμπρηστές από ηλιθιότητα ή από αδιαφορία. Και γίνονται ρυπαντές από πρόθεση, αδιαφορία και αναίδεια. Απολίτιστοι, εγωπαθείς, ατομιστές και αντικοινωνικοί.

Το θέμα της μη-καθαριότητας στην πόλη, όταν κάθε μέρα ζείς σε ένα βρώμικο περιβάλλον, το συνηθίζεις σιγά-σιγά, και η αρχική σου αντίδραση καταντά μια απελπισμένη αηδία. Παράλληλα, σου δημιουργεί την ψυχολογία του φτωχού και απολύτως ενδεούς, του κακομοίρη, του εγκαταλελειμένου. Γιατί δεν γίνεται νά 'σαι πλούσιος και νά 'σαι γεμάτος σκουπίδια και βρώμα! Θα βάλεις τους υπηρέτες σου να καθαρίσουν! Ούτε γίνεται να ζείς σε ένα χώρο, σπίτι ή πόλη που είναι σκουπιδότοπος! Εδώ, πρέπει κανείς να μην έχει το παραμικρό ενδιαφέρον!

Όμως σαν γυρίζεις από την εξοχή, όπου προς στιγμήν ανέπνευσες καθαρό αέρα κι έμεινες λιγάκι στη φύση, αυτή η κακοσμία, η βρωμερή σκόνη, τα σκουπίδια παντού, τα χιλιοβρωμισμένα πεζοδρόμια, σε ενοχλούν αφάνταστα, κι η ναρκωμένη και αδρανής πολιτεία, που εμφανίζεται στην τηλεόραση για μια ακόμη πολιτική φανφάρα και ανοησία, μοιάζει πτώμα που κουνήθηκε μέσα στο φέρετρό της.

Εξοργίστηκα, θυμήθηκα τραγούδια, ταινίες και λογοτεχνήματα να λένε για τις παλιές τις γειτονιές που λάμπανε από πάστρα, και που τα φτωχικά σπιτάκια παλάτια γινόντανε από τον ασβέστη και τα γεράνια στα παράθυρα. Κι έκανα μόνη μου, εκείνο που κάναν οι κυράδες, στα χρόνια της φτώχειας, της οικονομικής δυσπραγίας που φέραν οι πόλεμοι, τότε στα χρόνια της αγάπης για το καθαρό και τ' όμορφο, στα χρόνια της αξιοπρέπειας του φτωχού, στα χρόνια που η καθαριότητα ήταν μισή αρχοντιά. Και πήρα τη σκούπα μου, και βγήκα στο πεζοδρόμιο, να διώξω την πράσινη μύγα και την κόπρο του δεσποζόμενου σκύλου, που ο κύριός του αποφάσισε να βρωμίσει το σκαλοπάτι μου καθώς το φώτιζε ο πρωϊνός ήλιος.

Σε πείσμα των καιρών, και (χωρίς να «περιμένω την πρόσληψη δημοτικών υπαλλήλων για την καθαριότητα», -πάγια απάντηση των υπαλλήλων του δημοσίου για την έως απραξίας δυσκινησία των υπηρεσιών του-) έκανα από μόνη μου, το πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι μου -κι απ' τα διπλανά μου- ν' αστράψει από καθαριότητα. Κι αυτό δεν με προσέβαλε, ούτε με μείωσε. Μου έδωσε τη χαρά της δράσης και της απόλυτης αντίδρασης στην παγιωμένη σήψη, την αδιαφορία, τη φθορά, το θάνατο, τη μιζέρια και την διοικητική ανικανότητα.

Τί λέτε: Δεν δοκιμάζουμε όλοι μας να κρατάμε καθαρή, τουλάχιστον την είσοδο του σπιτιού μας, αποδιώχνοντας τη μιζέρια της εγκατάλειψης, της βρωμιάς και της αδιαφορίας; Μπορεί νά σκορπιστεί ο ζόφος της αθλιότητας και της δυσωδίας που φράζει την πνοή μας !

Μπορεί, τέλος, ν' αλλάξουμε ψυχολογία και να εγκατασταθεί στη σκέψη μας η φρεσκάδα και η ομορφιά.

Μπορεί ν' αρχίσουμε να αποκτάμε και μια διάθεση για δράση και δημιουργία, για όχι άλλη ανοχή στη στασιμότητα και την απραξία, και έτσι να πάρουμε στα χέρια μας την πολιτική πρόταση περί του πρακτέου. Πολύ εμείναμε μέσα στο αδιέξοδο, παρακολουθώντας άβουλοι κι άφωνοι θεατές, τους εναλλασσόμενους  πολιτικούς ρύπους να σκεπάζουν το χαμόγελο και να εξαφανίζουν την ελπίδα μας!

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Μπαλκόνι στον καιρό



Η βεράντα μας. Σαν προβάλλεις στην πόρτα του σπιτιού για να βγείς στην βεράντα, έχεις απέναντί σου ένα βουνό. Το όρος Καλόν. [Ο δικός μας Καλονόρος (του καλονόρου κλπ)]. Κατ’ ευφημισμόν, ασφαλώς, γιατί έτσι γυμνός όπως είναι μέχρι την κορυφή,  χαρακωμένος από φαράγγια μικρά και μεγάλα από πάνω μέχρι κάτω, σε εμβάλλει σε μέγα φόβο, πως αν βρεθείς στην αγκαλιά του κατακαλόκαιρο θα σε κάψει ο κεφαλονίτικος ήλιος, ή πως αν τύχεις σε χειμωνιάτικο καιρό, το αγιάζι θα σε ξεπαγιάσει. Αν σου τύχει, κακορίζικε, να βρέχει –πράγμα που αρχίζει και σταματημό δεν έχει στην Κεφαλονιά- η ανελέητη η βροχή θα σε κουτρουβαλήσει, μαζί με πέτρες, μέσα από  τα φαράγγια και θα σε κατεβάσει -άγνωστο αν, ζώντα ή νεκρό- στα πεδινά, στον Κυάνη, τον «μεγάλο κάμπο».

Ο Καλονόρος, το καλοκαίρι, από τη βεράντα, είναι όμορφος, χαρακωμένος σαν περιοχή ελληνικής πόλης με τους δρόμους της και τα πλατώματά της, με τα λίγα τα πράσινα και τα πολλά τα γκρίζα. Με τα χωριά του, που παίρνουν άλλη όψη τη νύχτα, καθώς χρυσή ζώνη ο φωτισμός τους περιδένει το βουνό από τη μια άκρη ως της άλλη της ορατής πλευράς του. Ήρεμος, τεράστιος, σκιερός ή ηλιόλουστος, ανάλογα την ώρα, συντροφιά ατίμητη, παντοτεινή, ό,τι ώρα και ν' αγναντεύεις απέναντι.

Σε τούτο το βουνό ξαπλώνουν και περιδιαβαίνουν, αφήνοντας μια μικρή, κινούμενη, τρεμάμενη σκιά -καθώς στοχάζονται τί δρόμο να τραβήξουν- άσπρα προβατάκια, τα σύννεφα που σηκώνονται από το Μύρτο, την όμορφη παραλία μας, περίφημη σειρήνα που καλεί τους ξένους στην Κεφαλονιά τα καλοκαίρια, για να τους κρατήσει στην αγκαλιά της, μέχρι τη ροδόχρυση δύση του ήλιου στα βαθυγάλαζα νερά του απέραντου κι ακύμαντου Ιονίου πελάγους.

Ο Καλονόρος, τις συννεφιασμένες νυχτιές, αδιάφορο αν πρόκειται για χειμώνα η καλοκαίρι, σαν οι βροντές κι οι αστραπές που μαίνονται πίσω του αναδεικνύουν την κορυφή και τον τεράστιο ασάλευτο όγκο του, φαντάζει σκοτεινός κι ατρόμητος γίγαντας. Μαβιές, πορτοκαλιές και κόκκινες φωτιές περιλούζουν τον ορίζοντα πίσω από το βουνό, κι ο κατάμαυρος Καλονόρος δεν φοβάται ούτε μια τους σπίθα! Σαν να τους βγάζει τη γλώσσα! Έρχονται και φεύγουν τα σύννεφα με τις φωτιές και τις βροχές τους, κι αυτός μένει εκεί, αγέρωχος, να καλωσορίζει, να δέχεται, να ανέχεται και να αντέχει όλες τις δράσεις και τις δυνάμεις της φύσης.

Τις συννεφιασμένες μέρες (ανεξάρτητα από την εποχή, γιατί συμβαίνει και μέσα στο κατακαλόκαιρο) τούτο το βουνό τυλίγεται μέσα στα βαρειά γκρίζα σύννεφα, που άλλοτε κατεβαίνουν μέχρι πολύ χαμηλά κρύβοντας ολότελα τα μικρά χωριά, άλλοτε στέκονται μονάχα καπέλλο στην κορυφή του. Μα σαν ανοίξουν οι ασκοί τ’ ουρανού, η βροχή είναι ένα πανηγύρι αισθήσεων. Κάποτε είδαμε μπροστά στα μάτια μας τέτοιο ανεμόβροχο, που δεν βλέπαμε πάνω από δέκα μέτρα μακριά. Κι ήταν 8 του Σεπτέμβρη, στο γενέθλιο της Παναγίας.

Το δέντρο της βεράντας, που μας χάριζε τη δροσιά του, χρόνια τώρα φυτεμένο από τον παππού, γέρικο πιά, εκείνη τη βραδιά, δεν άντεξε την ορμή του ανέμου, κι έγειρε γλυκά στο πλάι, αποκαμωμένο, από την υπηρεσία και το χρόνο, κι έπεσε. Δεν ακούμπησε κανέναν! Ένα αυτοκίνητο που είχε σταθεί στο δρόμο, μόλις λίγα λεπτά πιο πρίν είχε φύγει, και το δικό μας ήταν μακριά. Έφυγε όπως μας υπηρέτησε. Με αγάπη και διακριτικότητα. Αδιαμαρτύρητα. Σιωπηλά και χωρίς να τραυματίσει κανέναν. Ναι, δεν μας τραυμάτισε στο σώμα, μας πλήγωσε όμως τούτος ο χαμός. Δεν είχαμε φανταστεί, τόσο νέοι, τις απώλειες της ζωής. Ετούτη η απώλεια, σωρεύτηκε μαζί με την άλλη. Ο παππούς είχε ήδη φύγει, τώρα μας έφευγε και η φροντίδα του. Τώρα θα έπρεπε να φροντίσουμε εμείς για ένα νέο δέντρο. Αλλά, τι ωραία! σποράκια πεσμένα στο χώμα είχανε κιόλας δώσει ζωή σε νέα φυτά, κι εμείς έπρεπε να τα μεγαλώσουμε, να τα στηρίξουμε, να τα βοηθήσουμε. Να γενούν σαν εκείνο που έφυγε. Θα γενούν; Ποιος το ξέρει! Τώρα το ξέρουμε. Γενήκανε. Πάνε είκοσι χρόνια.. Μά ξέροντας όλα τούτα, πρέπει να φροντίζουμε για το επόμενο. Γιατί ένας κακός χαμός, θα μας αφήσει χωρίς σκιά. Κι ο καλοκαιριάτικος ήλιος της Κεφαλονιάς δεν αστειεύεται.

Από τούτη τη βεράντα μπορείς να βλέπεις τον χρυσοπόρφυρο ήλιο να ξεμυτίζει από τον Νήριτο, το βουνό της Ιθάκης. Οι αχτίνες του βελονίζουν το πέπλο της νυχτιάς και χρυσίζουν τον κόλπο της Αγίας Ευφημίας. Είναι και μι’ αμυγδαλιά που μου κόβει την απρόσκοπτη θέα προς τον κόλπο, [που έτσι μού ‘ρχεται να την κόψω! Μα τί θα ‘ταν ο τόπος προσαρμοσμένος στα ατομικά στιγμιαία μας γούστα!] Όμως ο κόλπος δε χάνει τίποτα από την ομορφιά του, γιατί διατηρεί -με τη μαγεία της φαντασίας- την ομορφιά που ευφραίνει. Κι όλο τούτο μοιάζει μ’ένα αξεδιάλυτο μυστήριο.

Απ΄το ίδιο σημείο βλέπεις -τον Αύγουστο- να προβάλλει και τ’ ολόγιομο φεγγάρι, που δίσκος χρυσός διασχίζει τον ουράνιο θόλο, χρυσίζοντας τα νερά του κόλπου, κι επισκιάζοντας κάθε άλλο αστέρι.

Κάθε πρωϊ καθώς το αεράκι θροϊζει τα φύλλα του δέντρου της βεράντας μας, ξέρουμε «τον καιρό». «Βλέπουμε» τον αέρα και διαλέγουμε παραλία για μπάνιο.

Σε τούτη την βεράντα, καθόμαστε το πρωί για να ξυπνήσουμε καλά, εδώ καθόμαστε να φάμε κι όταν αποκαμωμένοι γυρνάμε από το μπάνιο, εδώ καθόμαστε και σε δείπνο με φίλους κι αγαπημένους. Συζητήσεις, μουσική, ταινίες, διάβασμα, όλα εδώ. Προσφέρεται. Η ηρεμία και το τοπίο. Ακόμη και για να χαλαρώσουμε λίγο πριν από το βραδυνό μας ύπνο, εδώ καθόμαστε.

Σε τούτη την πλαγια της Αγια-Δυνατής, όλες οι βεράντες έχουνε τέτοια ή παραπλήσια θέα. Οι απέναντι, εκείνοι που ζουνε στις πλαγιές του Καλονόρου, δεν ξέρω πώ τάχα να βλέπουνε τις πλαγιές της Αγια-Δυνατής από τις βεράντες τους.

Ετούτη η βεράντα μ’ αιχμαλώτισε σαν πρώτη φορά, ήρθα εδώ καλοκαίρι. Καθόμουν ρεμβάζοντας όλη νύχτα, αντικρύζοντας φεγγαράδες, γαλαξίες, χαράματα κι ηλιοβασιλέματα, θάλασσα και βουνό, χωριά φωτισμένα και σκοτεινά, θαμπά μέσα στη συννεφιά και ολόφωτα απλωμένα στο χάδι του ήλιου, τον Κυάνη τον κάμπο να δένει σε κοιλάδα την Αγια- Δυνατή και τον Καλονόρο, και γύρισα στην πόλη κατάκοπη, από την αγρύπνια, κουρασμένη σαν από σκάψιμο. Αγρύπνια, μπάς και χορτάσω ομορφιά, που -σαν γεννημένη και μεγαλωμένη καταμεσής στον κάμπο του Ευρώτα, εκεί στης Σπάρτης τις πορτοκαλιές που λέει κι ο ποιητής- δεν είχα στη ζωή μου την ευκαιρία να βλέπω καθημερινά τον κόσμο από μακριά κι από πιο ψηλά. [Βλέπετε, μέσα στα χωριά του κάμπου, η θέα του τοπίου είναι αδύνατη. Βλέπεις τον διπλανό σου μόνο, κι αυτόν από το ίδιο επίπεδο].

Σαν γύρισα στην πόλη, στο γραφείο, θωρούσα τον τοίχο του δωματίου σαν φράχτη στο φώς. Τα μάτια μου πονούσαν που πιέζονταν για να βλέπω τόσο κοντά, και μόνο γκρίζους τοίχους.

Κάθε που βρίσκομαι εδώ, βλέπω και παίρνω μαζί μου ομορφιά, και ασκήσεις και σκέψεις, ώστε μαζί με τα παραδεδομένα να συνεχίζεται κι η ζωή του σπιτιού και των ανθρώπων του. Χαίρομαι σαν ξανανιώνουν οι αισθήσεις, και διατηρούνται οι αναμνήσεις. Χαίρομαι σαν γεννιούνται καινούργιες μνήμες από τη συντροφιές μας, κάθε φορά που είμαστε εδώ.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Ο χαρακτήρας μας


 

Είναι σαν τον ίσκιο μας. Παντού, όπου και να πάμε, μας ακολουθεί. Στη δουλειά, στις διακοπές μας, στις σχέσεις μας, στη διασκέδαση, στη συνάντηση, στο γιατρό, στον ύπνο μας και στο φαγητό μας, στο τραπέζι, μαζί με άλλους, οποιουσδήποτε άλλους.

Είναι ένας αξεχώριστος από εμάς σύντροφος. Που άλλοτε μας κολακεύει, κι άλλοτε μας προσβάλλει. Αν θέλουμε πάντα να μας τιμά, με τις εκδηλώσεις και τις αντιδράσεις του, καλό θα είναι να τον εκπαιδεύσουμε. Να σμιλέψουμε τις προβληματικές αιχμές του και να οξύνουμε τις χαρισματικές του όψεις και δυνατότητες. Να καλλιεργήσουμε τη συναισθηματική μας νοημοσύνη, ώστε να κατανοούμε καλύτερα τις αντιδράσεις, τις ανάγκες και τη στάση των άλλων και κυρίως των προσφιλών μας. Το ζήτημα είναι επιτακτικό για τους προσφιλείς μας, γιατί αυτών την προσοχή και την εκτίμηση έχομε πρωτίστως ανάγκη.

Η σημασία του καλού χαρακτήρα είναι πολύ μεγάλη και στον τομέα της εργασίας, τόσο από την πλευρά του υπαλλήλου, όσο και από την πλευρά του προϊσταμένου και του αφεντικού.

Συναντάς στη ζωή, πασαδόρους και βαστάζους. Έτσι λέει η Αθηνά Κακούρη, στο ομώνυμο μυθιστόρημά της: πασαδόρους, εκείνους που σου περνάνε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις τους και βαστάζους, εκείνους που σηκώνουν από αφέλεια, καλωσύνη, αλληλεγγύη ή συμπόνοια τα βάρη των άλλων. Των όποιων άλλων. Κι εκείνων που αδυνατούν, κι εκείνων που λουφάζουν ή κοροϊδεύουν κι εξαπατούν.

Αυτοί που ζούνε πολύ καιρό μαζί μας, γνωρίζουνε πια καλά το χαρακτήρα, τις ευαισθησίες και τις συνήθειες μας. Τις παραξενιές και τις προτιμήσεις μας. Ξέρουνε πολύ καλά πότε θέλουμε να τους «ξεγελάσουμε» ή να τους «ρίξουμε» στη μοιρασιά ή στο φορτίο, στη σχόλη ή στην εργασία.

Είναι βλακώδες να νομίζει κανείς πως μπορεί να διαλανθάνει επί μακρόν η νωθρότης του, η σημαντική ή η αδιόρατη ιδιοτέλεια, η τσιγγουνιά του, η λαιμαργία του, και τόσα άλλα «χαρίσματα» που αποκαλυπτόμενα σιγά-σιγά απογυμνώνουν μια προσωπικότητα και κάνουν να φυλλορροήσει κάθε της φτιασίδι ταγμένο για να πλανέψει την αγορά.

Κι αν καμμιά φορά η ανοχή μας, ή η αδιαφορία μας, αφήνει απαρατήρητο ένα μεγάλο ελάττωμα του δικού μας ανθρώπου είναι από επίγνωση για τη ματαιότητα της παρατήρησης ή για παγιωμένη πια και εγνωσμένη έλλειψη αυτοκριτικής διάθεσης και θέλησης για αυτοβελτίωση. Η ανοχή αυτή δεν σημαίνει οπωσδήποτε αποδοχή μιας τέτοιας αδυναμίας. Αλλά είπαμε, δεν αλλάζουμε τον άνθρωπο που αγαπούμε, τον αγαπούμε όπως είναι και τον βοηθούμε -αν θέλει αυτός ο ίδιος- να αλλάξει τον εαυτό του. Γι’ αυτό και ανεχόμαστε, αλλά δεν αποδεχόμαστε και δεν υιοθετούμε τις αδυναμίες και τα πάθη του, που είναι ασφαλώς αποδοκιμαστέα.

Είναι και καμμιά φορά που η κριτική, ακόμη κι η καλοπροαίρετη, ενεργοποιεί μηχανισμούς άμυνας σε ένα νάρκισσο χαρακτήρα, που ύστερα γίνεται χειρότερος. Και κανείς πια δεν ωφελείται.

Είναι που μια παρατήρηση μπορεί να εγείρει λανθάνουσες αντιπαλότητες, ή, λόγω ενός ευέξαπτου χαρακτήρα, να δημιουργήσει νέα προβλήματα.

Είναι χαρακτήρες που πικραίνουν το ψωμί, που δηλητηριάζουν την καλήν και γιορτινήν ημέρα, και δεν ευχαριστιούνται ούτε την αγάπη, ούτε την αφθονία, ούτε την υγεία ούτε τον πλούτο. Χαρακτήρες που θέλουν άλλα από εκείνα που έχουν. Δύστροποι κι αχάριστοι. Ανικανοποίητοι παρ’ όλες τις δωρεές που έλαβαν, κι αχόρταγοι παρ’ όλη την περίσσεια αγαθών και δυνατοτήτων.

Ας μη γελιόμαστε. Για τη συμπεριφορά μας είμαστε πάντα υπεύθυνοι. Όπως για τη δουλειά και για τη ζωή μας. Για την ακεραιότητα και την αρετή μας. Για την υπευθυνότητα και για τα λόγια που
φεύγουν από το έρκος των οδόντων μας.

Πόσες φορές δεν θυμάμαι τη γαλήνια νουθεσία του πατέρα μου: Μη μιλάς θυμωμένος, ό,τι και να πείς, θα το μετανοιώσεις.

Πόσα πράγματα δεν οφείλονται στον καλό ή τον κακό μας χαρακτήρα! Αν δεν γίνουμε εμείς τ’ αφεντικά του, θα γίνει αυτός, ο κακός μας ο αφέντης, ο κακός δάσκαλος, ο κακός υπηρέτης, ο άστατος φίλος, ο ασυνεπής συνεταίρος, και  κακός προξενητής μας!

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Καλοκαίρι, και πάλι στο νησί!

Image result for εικόνες κεφαλονιά 

Ετούτο το καλοκαίρι αργήσαμε κάπως. Να βρεθούμε στο νησί. Τι βάσανο το καλοκαίρι με τις μετακινήσεις! Μα τι θα σήμαινε ένα καλοκαίρι χωρίς αυτές;

Σε τούτο τον τόπο, όπου η «μητρόπολη» συγκεντρώνει όλους τους πληθυσμούς από όλους τους επί μέρους ελληνικούς τόπους, αν μέναμε όλοι στο κλεινόν άστυ, θα είχαμε ξεχάσει ποιοι είμαστε και γιατί βρεθήκαμε εδώ.

Ξαναγυρίζοντας πίσω, στα πάτρια, έχεις να φρεσκάρεις το σπίτι, να αποδιώξεις τα περιττά φορτία που με το χρόνο μαζεύουμε και γεμίζουμε τα σπίτια, και να αποκαταστήσεις τη λειτουργικότητά τους για νέες ανάγκες και για περισσότερους, κρατώντας τ’ ατίμητα και πολυτίμητα, για την παράδοση στα νέα μέλη της οικογένειας. Να φρεσκάρεις τις γλάστρες με τα γεράνια, τα γιασεμιά και τις μπουκαμβίλιες. Τα καλοκαίρια, μας βρίσκουν μ’ όλα τα σπίτια ν’ αστράφτουν, γεμάτα από την αγάπη των ξενιτεμένων.

Και ξαναθυμάμαι, πώς, σαν νέο μέλος μιας οικογένειας, ήρθα πριν από πολλά χρόνια στην Κεφαλονιά. Δεν βολεύτηκα στην αρχή. Ο καλός μου, ήταν μοναχοπαίδι. Εντάχθηκα στην οικογένειά του -ευτυχώς- χωρίς αξεπέραστες προκαταλήψεις μέσα μου, και με μια διάθεση να συμμετέχω σε τούτη την οικογένεια με όλες μου τις δυνάμεις. Δεν βρήκα πάντοτε ανοιχτές καρδιές. Είχα όμως ανοιχτή τη δική μου, και –φαίνεται πως- ήταν αρκετό.

[Η απόφασή μου, ήταν μια: «Μπαίνω σε έναν κόσμο που δεν τον γνωρίζω, οφείλω να τον σεβαστώ και να παραστώ, να σταθώ και να δημιουργήσω τη συνέχειά του με τις δυνάμεις μου. Με την επίγνωση πως αυτό που θα πράξω θα χαρακτηρίζει το πέρασμά μου. Τη συνέχεια που θα έχει τη σφραγίδα των δικών μου επιλογών». Έτσι έγινε.]

Σαν φτάναμε στην Κεφαλονιά, στην αρχή οι δυό μας, κι αργότερα περισσότεροι, τα βρίσκαμε όλα έτοιμα και χαρούμενα. Ασφαλώς και με τα προβλήματα της συμβιώσεως γενεών. Αλλά, τι χαρά για τα παιδιά, οι κουβέντες με τον παππού! Τα σχόλιά του, οι ατάκες του, η φιλοσοφία του, η μακροθυμία του! Τι εμπειρία ακόμη κι οι άσκοπες εριστικότητες, και δίπλα οι εγωϊστικές απαντήσεις! Πόσο μάταια κι ανώφελα! Τι μαθήματα ζωής, σαν -αφύλαχτος από στείρους εγωϊσμούς- πίσω ξανακοιτάζεις!

Αργότερα, ετοιμάζαμε εμείς το σπίτι για να το βρίσκει έτοιμο η γιαγιά.

[Πόσο μάταιο, πόσο λίγο ήτανε τούτο το έργο! Ανθρωπιά είχε μόνο, αλλά δεν είχε παρηγοριά! Η γιαγιά, στο λίγο καιρό που καθότανε μονάχη, όσο να ‘ρθούμε κι εμείς «οι εργαζόμενοι», δεν είχε με ποιόνε να ερίσει, να κουβεντιάσει, ποιόνε να διατάξει και ποιός να τη συντροφέψει. Η ζωή της είχε αλλάξει. Από τότε που έφυγε ο παππούς, η δασκάλα (ήτανε από πάντα της δασκάλα) ήτανε χωρίς ακροατήριο! Τώρα η μοναξιά της ήτανε αβάσταχτη. Και την έκανε περισσότερο δύστροπη. Εμείς, με τις δουλειές και τις βιοτικές μας φροντίδες, δεν είχαμε τον καιρό να σκεφτούμε, πως η μάνα, πέρα από μάνα που όλα τά ‘ξερε και τα φρόντιζε, ήτανε πια γερόντισσα, ήτανε μόνη, και πως εκείνο που είχε μπροστά της δεν ήτανε πια οι ευθύνες της για την τάξη της, το σπίτι και την οικογένειά της, αλλά η ζωή της που έφευγε και οι δυνάμεις της που λιγόστευαν, ενώ πολυστεύανε οι αδυναμίες της και οι ανασφάλειες…]

Εκείνα τα πρώτα χρόνια, τα καλοκαίρια στα πατρικά, αυτό που μού ‘δινε περίσσεια χαρά ήταν η χαρά του καλού μου, σαν βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους της παιδικής του ηλικίας και ζωής. Μέσα στο σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε, ανάμεσα στους ανθρώπους και στα πράγματα που συντρόφευαν τα παιδικά του όνειρα, τα βήματα και τα πρώτα του χρόνια.

Κι ύστερα, σαν οι δικοί του φύγαν, για το ταξίδι χωρίς γυρισμό, κι απόμεινε μόνος να σηκώνει το φορτίο της μνήμης και μονάχος να ΄χει το χρέος της ανασυγκρότησης για να παραδώσει στους γιούς του το σπίτι τους, τον τόπο που μικρούλικα πηγαίνανε και χαίρονταν τη θάλασσα, δεν τον άφησα στην ερημιά του. Γιατί, αφού συγκληρώθηκε η ζωή μου μαζί του, ό,τι τον αφορούσε, με αφορούσε. Ό,τι ήθελε, το ήθελα κι εγώ. Ό,τι τον συμπλήρωνε και τον «επλήρωνε», πληρούσε κι εμένα.

Σε όλη μας την ζωή, μοιράζαμε τις επισκέψεις μας στις οικογένειές μας και ζούσαμε ο καθένας μας ό,τι ο άλλος είχε ζήσει στην ζωή του, μέχρι που βρεθήκαμε μαζί. Η μεγάλη μου οικογένεια χάριζε στον καλό μου μια αγάπη, που -καθώς την εκδηλώνανε οι δικοί μου ο καθένας με τον τρόπο του- ήτανε «πολύτροπη και πολυπρόσωπη», και σαν τέτοια δεν είχε την ευκαιρία να τη βιώνει μέσα στους κόλπους της ολιγομελούς πατρικής του οικογένειας. Οι δικοί μου, τον έχουν όλοι για ένα ακόμη αδερφό. Αγαπημένο και φιλοξενούμενο. Κι ακριβός γιός της μάνας μου, που ήξερε από ερημιά, γιατί είχε χάσει τον πατέρα της και τ’ αδέρφια της από μικρή. Και τούτη τη μοναξιά του, τη συλλογιζότανε πολύ συχνά με συμπόνοια, κι έπασχε μαζί του για την ώρα που θα ‘ρχόταν, όπως κι  ήρθε, και θα βρισκόταν χωρίς την μάνα και τον πατέρα του.

Και τώρα βρίσκομαι, να καρτερώ μια στιγμή, και τα νέα μέλη της δικής μου οικογένειας. Και σκέφτομαι τις ετοιμασίες για την υποδοχή τους. Για την ευχάριστη παραμονή τους και την οικογενειακή μας συνεύρεση. Γιατί οι οικογένειες έχουνε λόγο να βρίσκονται. Να συγκεντρώνονται. Να ζούνε μαζί. Να περνάνε χρόνο μαζί. Γιατί ό,τι αγαπάς του δίνεις και το χρόνο να του το δείξεις.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Υπόμνημα στο «Γλωσσάρι των ανθέων»

Image result for Ηρώ και Λέανδρος

Καθώς ετοιμάζομαι να ταξιδέψω για μια σύντομη επίσκεψη στα «κορίτσια», τις αδερφές μου, πίνουμε τον απογευματινό μας καφέ, και διευθετούμε τα της αναχώρησης και της απουσίας μου.

Γι' αποχαιρετιστήριο της στιγμής, ο καλός μου -παλιά συνήθεια του-
μου αφιερώνει ένα ποίημα,
σαν που αγαπάει ν' απευθύνεται σε μένα «Ποιητικά».

[Ποίημα δανεικό, του Εγγονόπουλου, αφού  δεν γίνεται
να είναι ο ίδιος ποιητής, κάθε στιγμή].

Ακόμη κι ο θυμός του ήταν -από πάντα- «ποιητικός».
Κοσμογονία και κοσμοχαλασιά.
Στην αρχή  θωρούσα τον θυμό του σαν μια θεομηνία, που δεν μπορούσα
να την αντιμετωπίσω. Αργότερα, προσπαθούσα να  προφτάσω να μην εκδηλωθεί, να τον αποτρέψω. Μάταιο.
Τώρα πιά, τον δέχομαι, όπως είναι. Μπουρίνι, που καθαρίζει τα σύννεφα,
και δροσίζει μετά την κάψα, ή γλυκαίνει την ατμόσφαιρα μετά την παγωνιά.
Αλλά λιγοστεύει. Τί νά 'ναι τούτο πάλι;
Μπορεί να 'ναι η Ειρήνη, που έρχεται με τον καιρό,
καθώς καταλαγιάζουν οι θεομηνίες των παθών του Εγώ.

Έτσι είναι και με τούτο το ποίημα, της σημερινής μου αναχώρησης.

Λίγο πριν να φύγω για τα πάτρια, μου λέει με τούτο το ποίημα,
ούτε λίγο ούτε πολύ,
πως διάλεξε μαζί μου να ζήσει μες στην αγάπη,
χωρίς ούτε μίαν καλύβην.
Υπηρετώντας καλλιτεχνικά και ειρηνικά τη Ζωή.

Μια Ζωή που δε σταματάει με το θάνατο,
που είναι ακμαία σαν καρποφορούσα  γυναίκα 
στην άνοιξη της ηλικίας της,
και με μια αγάπη που ανειρήνευτα καίει.

Από την ώρα της συγκλήρωσης. Και για πάντα.
Από το χαρούμενο ξεκίνημά μας.
Πρόθυμα μαζί στον πόνο,  φιλιωμένοι με τον άνθρωπό μας.
Ειρηνεμένοι πια μαζί του.


Σαν που η καρδιά μας αγαπάει,
Ζεί.
Αφού η καρδιά που μονάχ' αγαπιέται,
μπορεί και νά 'χει φύγει.