Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Αχ! Μαμά μου!


Image result for εικόνες παιδικής γιορτής

Θυμάμαι, λοιπόν, κάτι μέρες του Γενάρη, λιόλουστες και χωρίς μαθήματα. Αλκυονίδες μέρες θά 'ταν. Ή Απόκριες. Ή Ανοιξιάτικες.

Όλη τη μέρα στο σπίτι, όλα τα παιδιά, κι ο τόπος βούϊζε από ξεφωνητά, γέλια, παγίδες, κυνηγητά. Κορίτσια κι αγόρια ανακατωμένα, και να θέλει ο καθένας το δικό του. Λογικό ήτανε πολλά πράγματα να είναι στη μέση, αταξία να επικρατεί, να τρώμε ακατάστατα και το σπίτι να είναι σε στυλ .. εκστρατείας!

Τότε λοιπόν, μάνα, σε θυμάμαι αμήχανη και μπερδεμένη, να μας επιπλήττεις για την αταξία, και να προσπαθείς να μας επιβάλεις νοικοκυρωσύνη και φιλότιμο! Ήμασταν μικρά παιδιά, κι η απειλή σου: «Θα το ειπώ στον Πατέρα σας!». Ετούτο ήτανε στοίχημα!

Για φαντάσου ο μπαμπάς, που μας καμαρώνει, που μας επαινεί και μας εμπιστεύεται, να μάθει πως δεν βάζαμε τα πράγματά μας στη θέση τους, και πως ταλαιπωρούμε τη μάνα μας! Τί ντροπή! Τί απογοήτευση για τον μπαμπά! Πανικός στην εξέδρα!

Τα χρόνια περάσαν, και σαν μια στιγμή, σαν μια σκηνή, κάπου-κάπου μου έρχεται στη μνήμη το πώς γινόνταν τα πράγματα και χτιζόνταν οι χαρακτήρες μας και οι συνήθειές μας. Για φανταστείτε, κι εσείς, μαζί μου, το παρακάτω σκηνικό, μέσα από ένα ποίημα, που το λέω «Σωφρονισμός», γιατί κάπως έτσι,  μας νουθετούσαν οι γονείς μας:

Σωφρονισμός

Δεν τις μπορώ,
δεν τις αντέχω,
τις άχρηστες και τις τεμπέλες,
πώς να έχω
υπομονή κι απαντοχή
με τούτες τις κοπέλες;

Έλεγες,
μάνα, με παράπονο,
και μ' απ' την κούραση θυμό,
στο σεβαστό μας τον πατέρα
για πταίσματα ασήμαντα.

Κι εκείνος,
γλυκά μας κοίταζε στα μάτια,
«Κορίτσια μου», έλεγε,
«σας έχω στης ψυχής μου τα παλάτια,
γιατί εβγήκατε χωρίς
της ψυχής σας τις δαντέλλες;»

Θυμός τα χείλη του δε χάραξε,
Οργή τα σωθικά του δεν εσπάραξε
Πάντα με την αγάπη,
Κάθε κακό έφυγε-εχάθη

Ήτανε τόση η αγάπη μας,
κι η γλύκα της ψυχής του
που διόρθωνε μεμιάς
όλα τα λάθη μας
κι έμπαινε μες στο σπίτι μας
η ευλογία του Υψίστου.


Άμα τύχαινε κι έφταναν τα πράγματα έτσι που ο μπαμπάς μάθαινε για τις αταξίες μας, εμείς νιώθαμε τέτοια ντροπή, που θα βλέπαμε ελαφρύτερο κακό τον Ευρώτα στην αυλή του σπιτιού, που "ήρθε" για να μας βγάλει στη θάλασσα, παρά να διαπιστώσει ο πατέρας μας πως ήμασταν ασυνενόητα παιδιά! Τον αγαπούσαμε όλοι μας πάρα πολύ, και δεν επιθυμούσαμε για τίποτε στον κόσμο να τον λυπήσουμε.

Βλέπετε η συνεννόηση είναι το θεμέλιο στην επικοινωνία και τη συνεργασία. Την αγάπη και την δημιουργία. Την παραγωγικότητα και την αξιοπιστία. Και, τελικά, την εύρυθμη λειτουργία της οικογένειας.

Και σήμερα λέω, πως η συνεννόηση και η συνεργασία είναι στοιχειώδεις όροι λειτουργίας οποιασδήποτε μονάδας διοικεί, παράγει, έχει ευθύνη, επιδιώκει αποτέλεσμα, ή παρέχει εγγύηση λειτουργίας και ασφάλειας.

Και του οίκου, και του σχολείου, και της κυβέρνησης και της επιχείρησης και του στρατού και της δικαιοσύνης συμπεριλαμβανομένων.


Εσείς τί λέτε;

Συναντήσεις μνήμης


Image result for εικόνες επιτάφιος

Η μάνα μου χρόνισε φευγάτη!

Τί ταξίδι κι ετούτο. Να ταξιδέψεις, να παραστείς, για να πενθήσεις.

Μα όχι, να πάς για να συναντηθείς και να ζήσεις.

Τη ζωή και τις ώρες που περάσανε, με αγάπη, με χάρη, με όνειρα, με την αναμονή του μυστηριώδους και αγνώστου μέλλοντος, που πια, ήρθε. Να ξαναζήσεις τη συνάντηση με τους συνοδοιπόρους σου. Στα σοβαρά, χωρίς παιχνίδια.

Να ξαναζήσεις την υποδοχή της μαμάς, με όλα τα καλούδια που είχε με τα χεράκια της ετοιμάσει, για την ευχαρίστησή σου.

Να ξαναζήσεις τη συνάντηση. Μόνο που τώρα, εσύ φροντίζεις τη συνάντηση και την πραγματοποιείς, εις μνήμην και εις ανταπόδοση της (αλλοτινής) φροντίδας υποδοχής. Και τη βρίσκεις εκεί, πλήρη ημερών, να σε περιμένει. Να σε κοιτάζει εξ αποστάσεως, νηφάλια. Η απόσταση όλο και μεγαλώνει. Η νηφαλιότητά της επίσης. Η δική μου όμως, όχι. Η συγκίνηση της ευγνωμοσύνης, με καταβάλλει, αλλά η μνήμη αποφασιστικά αλλάζει το σκηνικό. Δεν θέλω να θρηνήσω. Γιατί αυτή η μαμά, έζησε τόσο βαθειά μέσα μου, επέζησε τόσο βαθειά μέσα μου, που θα την κουβαλάω όσο και τον εαυτό μου. Εμείς, θα πεθάνουμε μαζί. Γιατί πώς να μεγαλώσει, κάποιος που έφυγε από την γονική εστία στα 18 του χρόνια. Τόση ήμουν όταν έφυγα από κοντά της, και δεν ξαναγύρισα ποτέ. Και δεν τη χόρτασα την αγάπη τους.

Δεν θρηνώ πια. Είναι γλυκειά η μνήμη μιας τέτοιας ζωής. Είναι ζωντανή η δύναμη και παρούσα η μητρική της συμβολή, στη ζωή μου ολάκερη.

Η υποθήκη της είναι βαρειά: «Μην αποκάμεις, για όσους είσαι χρεωμένη να τους σταθείς! Ο καθένας ζεί με το φιλότιμο, την ευθύνη, τη δύναμη χαρακτήρα και ψυχής και τις υποχρεώσεις του. Με όλα τα άλλα μπορεί και να πεθάνει».


Ναί Μάνα, Αθάνατη. Σπαρτιάτισσα  και Τέκνο Χριστού.
Με όλα τα άλλα μπορεί και να πεθάνει.

Πέρα από τον Ο. Ελύτη, το Άξιον Εστί και τη Λωζάννη. Εδώ και σήμερα.


Image result for εικόνες ελύτη πατρίδα 

Αχ! ετούτο το μήνυμα (για το πώς γράφτηκε το Άξιον Εστί του Ελύτη)! πάει από παιδί σε γονιό, από φίλο σε φίλο και ξαναγυρίζει στη φωλιά του! Όλοι συγκλονισμένοι, ο καθένας κάτι βλέπει, που τον ματώνει.

Καλός φίλος, παίρνει το μήνυμα, και το πάει παραπέρα:
«Εξαιρετικό! Και σ΄ευχαριστώ πολύ –δεν το ήξερα», λέει. Και συνεχίζει:

«Ο κυρ Οδυσσέας πάντα επίκαιρος και πάντα ακριβής. Κρατώ το εξής: «Είναι ώρα για θλίψη και προσευχή παρά για διαμαρτυρία και φωνή».

Που δένει με το πεζό για τους Ημιονηγούς στο Άξιον Εστί, όπου ο Δεκανέας Λευτέρης λέει στον Λοχία Ζώη (τι επιλογή ονομάτων!) που όταν μαθαίνει ότι οι (αυτο)τραμαυτίες (λιποτάκτες) επευφημούνται στις πόλεις, μουτζώνει τις σελίδες από εφημερίδες με τα νέα που σ’αυτές είχαν τυλιγμένες τις ρέγγες:

«Λοχία τι βαρυγκομάς; Αυτοί που’ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά σ’αυτά πάντα θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεββάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα’χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο».

Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;»

Και απάντα ο Λευτέρης; «Αυτά που δεν αγαπά κανείς να φοβάται, τι τάχει από πριν χαμένα κι ας τα σφίγγει όσο θέλει πάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου και γι’αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά ή γρήγορα κείνοι πούναι να τα βρούν θαν τα βρουν».

Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιός λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τά βρει;»

Τότε ο Λευτέρης αργά δείχνοντας με το δάκτυλο: «Εσύ και εγώ και ό,τι άλλο δείξει αδελφέ μου η ώρα ετούτη που μας ακούει».

Και καταλήγει ο πολυαγαπημένος, ο λαμπρός και καρδιακός φίλος:

«Όσο απαραίτητο και να είναι το πιό ακραίο πάθος, το «απελθέτω απ’εμού το ποτήριο τούτο» είναι αληθής ανταπόκριση στην κλήση του Σταυρού, του κάθε σταυρού.

Τι μου αναλογούσε στη κἀθε φάση της ζωής μου δεν το ήξερα από πριν. Πάντα το διαπίστωσα εκ των υστέρων, αλλά πάντα εν μέρει. Και σιγά σιγά, κατάλαβα ότι η ουσία της ζωής είναι η κατά το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία για το άγνωστο που θα συνέβαινε και που πάντα αναλογούσε στο είναι μου όπως δυναμικά διαμορφωνόταν κατά το μέτρο της πρόσληψης από μένα των εκάστοτε γεγονότων.

Με τα πολλά κατέληξα στο ότι μόνο αυτά που μένουν στην καρδιά μου, μου ανήκουν ολοκληρωτικά, είτε αγαθα είτε όχι, μολονότι εν πολλοίς παραμένουν άγνωστα.

Είναι σπουδαίο αυτό που λέει στο σημείωμα του ο κυρ Οδυσσέας: «ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου –η πρώτη ήτανε στην Αλβανία –που έβγαινα από το άτομό μου ...».

Πρόκειται για την πεμπτουσία της μετάνοιας και τη μόνη οδό να γνωρίσει ο καθένας τον εαυτό του ως είναι, δηλαδή να φωτίσει το σκοτάδι –την αγνωσία- μέσα του.

Εξ ού και η προτροπή στην ακτημοσύνη, στην αμεριμνησία κλπ για ότι «έχουμε» έξω από μας, τα οποία -στο ενδεχόμενο απώλειάς τους- γεννούν φόβο, που σημαίνει την αμαρτία κυριολεκτικά...»



Καλέ μου φίλε, σ'ευχαριστώ που είδες το μήνυμα, γιατί έδωσες ετούτο το σχόλιο. Κι εγώ τώρα, τα μοιράζομαι αυτά, μέ όλους όσους θά 'θελαν να είναι μέτοχοι της πνευματικής χαράς μας.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, το 'Άξιον Εστί" και η Λωζάννη...


Image result for εικόνες Λωζάνη 

Σήμερα έλαβα, από πολύ μακριά,  ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον μήνυμα. Ο αποστολέας, άτομο εξαιρετικά αγαπημένο. Το θέμα; Ψυχή βαθειά!

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟ "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" ΚΑΙ Η ΛΩΖΑΝΝΗ…

"Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης. (...)

Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί».

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα, μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα.

Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει.

Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις.

Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας!

Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε!

Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου.

Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι.

Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ό,τι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας.

Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα.

Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί» (...)".

[Πηγή: os3.gr (άρθρο Μαρτίου 2006)].

Πόσο σημαντική για μας σήμερα, είναι η άποψη του ποιητή. Πόσο διδακτική,  υποστηρικτική και παιδαγωγική είναι η στάση και το έργο του. Γιατί σήμερα οι εθνικές μας εμπειρίες και η σχέση με την πατρίδα μας, έχουν περάσει από πολύ διαφορετικούς δρόμους. Δρόμους χλευασμού, απαξίωσης, άρνησης της πατρίδας, της αγάπης μας γι' αυτήν και της προστασίας μας προς αυτήν.

Ο Ελύτης, με το έργο του αυτό-κι όλα τα άλλα- φαίνεται πως πολύ, πάρα πολύ, ερωτεύτηκε κι αγάπησε τούτη την πατρίδα, την ύμνησε, τη ζωγράφισε με τις γραμμές των στίχων του και τα χρώματα των λέξεών του. Κι έδειξε και σ' εμάς πώς ν' αγαπούμε και πώς να θωρούμε τις ομορφιές και τα καλέσματά της. Τη φύση, την ιστορία, την πνευματική της δημιουργία. Την θέση της στον κόσμο και την αλήθεια της μέσα στον κόσμο.

Και την έκανε, ο (κάθε) ποιητής/δημιουργός, τούτη την πατρίδα, τόσο μεγάλη, τόσο γνωστή,  τραγουδισμένη,  λαμπερή,  τόσο μελωδική και  θεατρική, που λές και τα κύματα της θάλασσας που τη ζώνουν τη σήκωσαν ως τον ουρανό, απ' όπου φαντάζει σαν έπαθλο, σαν μετάλλιο χρυσό για τον μεγαλύτερο άλτη του πνεύματος. Για κείνον που η ψυχή του αγγίζει το μεγαλείο και την ομορφιά της.

Ας είμαστε τουλάχιστον, παιδιά της. Ας την αγαπήσουμε κι εμείς, για να μας δείξει κι εκείνη την αγάπη της. Γιατί τώρα, ζητιάνα είναι, μονάχη, ρακένδυτη, περιφρονημένη, ξένη ανάμεσα σε άξενους φίλους. Στο Σταυρό, που πια δεν τον αρνείται.

Θα ξαναγίνει η Πατρίδα μας, άραγε, τόπος ζωής, δημιουργίας, ελευθερίας, πίστης, ποίησης, ονείρου και στοχασμού; Ή θα βουλιάζουμε άπραγοι, εξωνημένοι, εξανδραποδισμένοι, δούλοι μιας ανεκπλήρωτης προσδοκίας για ευζωϊα; 

Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, πές μας, τί βλέπεις;

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Α. Παπαδιαμάντης: «Λαμπριάτικος Ψάλτης» (2)


Ω, γλυκύ μου έαρ!


Μέρος β'

... Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των – καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθεῖς ἠγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίεις εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσεις (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ μὴν ἀποδώσεις εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα! Ἀλλ᾿ εἰς τὰ διηγημάτια, ὅσα ἐδημοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόμενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα, ἐνεπνεύσθην, ἀληθῶς, ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις μου καὶ τὰ αἰσθήματά μου, τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι, ἐμὲ αὐτόν, ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου, ὅτι δυὸ τῶν ἐφημερίδων, αἱ κορυφαῖοι της πρωτευούσης, ὡς καὶ τὸ μονάκριβον περιοδικόν, δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιμα διηγημάτια τῶν ἡμερῶν τούτων. Ἔπειτα οὐδαμοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε, ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασμένην θέσιν ἢ πλοκήν, ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. Ὅπου γίνεται λόγος περὶ ξενιτευμένων, οἵτινες ἐπιστρέφουσι μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν ἢ στέλλουσι γράμματα μετὰ ὑλικῆς παρηγοριᾶς εἰς τοὺς οἰκείους, ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος, καθόσον ὅλοι οἱ ζήσαντες εἰς παραθαλάσσιους καὶ ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος κάλλιστα γνωρίζουσι ὅτι, κατὰ τὰς παραμονὰς ἰδίως τῶν ἑορτῶν, πολλοὶ ξενιτευμένοι, ἐνῶ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυμένοι τὸν φλοιόν, αἴφνης «ἐνθυμοῦνται» τοὺς οἰκείους των, καὶ ἢ ἐπιστρέφουσι εἰς τὰς πατρίδας, ἢ ἂν αὐτοὶ κωλύονται ὑπὸ φιλοτιμίας νὰ κατέλθωσι εὐπροσώπως, ὄχι σπανίως ἀποστέλλουσι παραμυθίαν εἰς τὰς γηραιᾶς μητέρας καὶ τὰς ἀδελφάς των. Ἐν ἄλλοις γίνεται λόγος περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ἐθίμων, τῶν σχετιζομένων μὲ τὰς ἐορτάς, καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἡ ἀσθενὴς πλοκὴ στρέφεται περὶ νεωτεριστικὸν τί καὶ φθοροποιὸν ἔθιμον. Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα;

Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾿ ἐμοῦ γραφέντων ἐορτασίμων διηγημάτων ἔχουσιν, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικὸς ὅρος, a priori τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι δηλ. μᾶλλον θρησκευτικά. Ποίαν χάριν, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν δύναμιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτομερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον χάριν μικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν, ποῖοι καὶ πόσοι μετέσχον τῆς πανηγύρεως καὶ ποῖα τινὰ ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανηγυριστῶν; Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς καὶ ταπεινὸν κατὰ τὴν γνώμην τῶν κριτικῶν. Τὸ νὰ γράψῃ τις, ὅτι γηραιὸς ἀνὴρ ἐφόνευσε τὴν συμβίαν του, κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων – χωρὶς μήτε ὁ ἀναγνώστης, μήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύσωσι κἂν διατὶ τὴν ἐφόνευσε – τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελὲς κατὰ τὴν ἐκτίμησιν μερικῶν. Μετὰ τοιοῦτον ἔγκλημα κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν ἡμέραν, τὸ θέμα ἐξηντλήθη καὶ ὅλα τὰ Χριστουγεννιάτικα καὶ τὰ Πασχαλινὰ διηγήματα δὲν πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸ φῶς.


Απαραίτητες Σημειώσεις:
1. Το παρόν Σημείωμα αποτελεί απόσπασμα από την ανάρτηση εδώ: http://thechrist.gr/el/34/papadiamantis-lambriatikos-psaltis/
2. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από εδώ: http://emprosdrama.blogspot.gr/2015/04/blog-post_406.html

Α. Παπαδιαμάντης: «Λαμπριάτικος Ψάλτης» (1)



Από όσα θα ήθελα να γράψω, τίποτε δεν ξέχασα. Όμως, τούτες τις μέρες έχω στην ευθύνη μου ανθρώπους να φιλοξενήσω, να φροντίσω, να περιποιηθώ. Ανθρώπους πολυαγαπημένους, που στερούμαι τη συντροφιά και την παρουσία τους το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.

Κι έτσι θα δανειστώ για τη συντροφιά μας, λίγα από τα λόγια ενός επιδέξιου τεχνίτη του λόγου και της παράδοσης...

Μέρος α'

«Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήματος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων, τότε ὁ ἐπικεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε μᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σημασίαν.

Διότι, ναὶ μέν, μὲ τὴν εὐδοκίαν τῆς θείας Προνοίας, εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυμίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου μου κυρ-Γιάννη Πεντελιώτου, ἀξιοῦμαι σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἀνελλιπῶς, κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡμέρας, νὰ συμψάλλω ἐναμίλλως μετ᾿ αὐτοῦ, ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του, ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος, παρατείνοντος ἐπ᾿ ἄπειρον τὰ μουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του, εἰς τὸν μικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ… ὅπου μυροβολεῖ, ἑλισσόμενον εἰς κυανοὺς στεφάνους, τὸ μοσχολίβανον, περιβάλλον, ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου, τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεμνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων, καὶ ὅπου μὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται, φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θημωνίας ὅλας δενδρολιβάνου, καταφορτώνουσαι μὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον, μὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας.

Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαμὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν, κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα, οἵτινες φιλοτιμοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώμια, καταστρέφοντες διὰ κωμικῶν σφαλμάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις, ὄσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωμέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα.


Χωρὶς νὰ εἶμαι κύριον μέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, καίτοι προσπαθῶν νὰ συμψάλλω ὑποφερτὰ κάπως μὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυμον φίλον μου, οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ ὡς ἐπιείκειαν ἐκ μέρους τοῦ ἀναγνώστου τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν, καθ᾿ ὃν δηλ. τρόπον εἰς ὅλους τους ναοὺς παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι μουσόληπτοι, ἐκ τοῦ παραχρῆμα λαμπριάτικοι ψάλται, οὕτω καὶ ὁ γράφων, ἐνῶ, καθ᾿ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾶ, παρουσιάζεται δὶς τοῦ ἔτους οὗτος, τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα, κατ᾿ ἀποκοπὴν διηγηματογράφος.

Τὸ πρᾶγμα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν, καὶ πολλοὶ μὲν ἐσκανδαλίσθηοαν, τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίμασαν. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι μανίαι, τόσοι ξενισμοί. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα Ἄγγλοι, οὔτε Ἀμερικάνοι. Μὴ μᾶς σκοτίζεις καὶ σύ. Πόθεν ἔλαβες ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσεις, ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναμνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήματά σου; Τὸ ἔκαμες μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἀρκεῖ. Παῦσε πλέον. Δὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέμα σου ἐξηντλήθη, καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθεῖς διὰ τῆς βίας νὰ παρουσιάσεις ἁπλὴν παραλλαγὴν κατ᾿ ἔτος;

Ἐν πρώτοις καλὸν θὰ ἦτο, νὰ διακρίνομεν ὅ,τι εἶναι πράγματι ξενισμὸς ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ εἶναι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Λόγου χάριν τὸ νὰ ἐκδίδονται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Τὸ νὰ δημοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφημερίδες φιλολογικοτέραν ὕλην κατὰ Κυριακὴν εἶναι ξενισμός; Ἑνὶ λόγῳ τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἐορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσμου, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν, καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισμός;

Ἔστω, ἀλλὰ δύνασαι νὰ δημοσιεύεις ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφὰς χωρὶς νὰ κάμνεις ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα....

Απαραίτητες Σημειώσεις: 
1. Το παρόν Σημείωμα αποτελεί απόσπασμα από την ανάρτηση εδώ: http://thechrist.gr/el/34/papadiamantis-lambriatikos-psaltis/
2. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από εδώ: http://emprosdrama.blogspot.gr/2015/04/blog-post_406.html

Ο Λογιστικός έλεγχος του χρέους της Χώρας


Image result for εικόνες βουλής 




Ακούω τις εισηγήσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου του Χρέους της Χώρας. Και βρίσκω εξαιρετικά κρίσιμης σημασίας τη λειτουργία αυτής της Επιτροπής.

Και τούτο, γιατί πριν να αποφασίσουμε σχετικά με εκείνο που πρέπει να γίνει για τους έλληνες και για τους δανειστές μας, πρέπει να ξέρουμε
  • τί ακριβώς και γιατί έγινε έτσι, κι όχι αλλιώς. 
  • Πρέπει να ξέρουμε, επίσης, ποιός ήταν ο εμπνευστής της -εν τέλει- ζημίας και χρεωκοπίας της πατρίδας μας, 
  • και ποίος είναι ο αποδέκτης του οιουδήποτε απορρέοντος από την οικονομική καταστροφή μας οφέλους.
Τα ζητούμενα σε τούτη τη φάση είναι
  • ο εντοπισμός των ζημιογόνων πρακτικών, 
  • ο εντοπισμός των προσώπων που μετήρχοντο τέτοιες πρακτικές, 
  • ο προσδιορισμός της ύπαρξης ή μη ύπαρξης νομικού πλαισίου επιτρέποντος τέτοιες πρακτικές, 
  • η εστίαση στους λόγους που υπαγόρευσαν τις συγκεκριμένες πολιτικές 
  • ή οικονομικές επιλογές, αντί άλλων λιγώτερο επαχθών.

Σημείωση:
Ετούτο το σημείωμα, χρόνισε μισοτελειωμένο, δημοσιεύεται όμως, μόνο και μόνο για τη δέσμευση (που επάγει η νύξη του θέματος) πως θα επανέλθουμε.