Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020

Ο Ρωμανίδης για την Ρωμιοσύνη

Δὲν ἐνδιαφέρει τὸν Ρωμηόν τί λέγουν οἱ ξένοι δι'αὐτόν, διότι τὰ κριτήριά του εἶναι ρωμαίϊκα

Ο Γραικὸς ἀγωνίζεται νὰ βρεθῆ εἰς θέσιν νὰ διατυμπανίζη τί καλὰ λέγουν οἱ ξένοι δὶ αὐτόν, δια να ἀποδείξη την ἀξίαν του, διότι τα κριτήριά του δὲν εἶναι ρωμαίϊκα ἀλλὰ εὐρωπαϊκά, ρωσικὰ καὶ ἀμερικάνικα.

Ο Ρωμηὸς εἶναι σκληρός καὶ ἐλεύθερος και ουδέποτε ἀφελής. Καὶ ὅταν τὸ σῶμα του ἢ τὰ συμφέροντά του σκλαβωθοῦν, κάμνει ἑλιγμοὺς καὶ ὑποκρίνεται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, διὰ νὰ παραμείνη μὲ τὴν εὐφυΐαν τοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν πλέον ἐλευθέρα ἡ Ρωμηοσύνη του. Μὲ ὑπερηφάνειαν τὸν Καραγκιόζη κάμνει καὶ πάντοτε ἀδούλωτος ἀετὸς τῆς Ρωμηοσύνης παραμενει.

Ο Νεογραικισμὸς ἀρκετὰ ἐζημίωσε τὸ Ρωμαίϊκον με τὴν λεγομένην ξενομανίαν του, ἡ ὁποία εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα δουλοπρέπεια εἰς τὰ ἀφεντικά του.

Ακριβώς ἐπειδή οι Νεογραικοι εἴναι διηρημενοι μεταξυ τῶν ἀφεντικῶν τῶν, συμπεριφέρονται ὁ ἔνας Γραικυλος πρὸς...
τὸν ἄλλον Γραικύλον ὡσὰν τὰ ἀφεντικὰ τῶν. Οἱ Γραικύλοι τῶν Ρώσων φέρονται προς τοὺς Γραικύλους τῶν Ἀμερικανῶν ὡς οἱ Ρῶσοι πρὸς Ἀμερικανοὺς καὶ τάναπαλιν. Τὸ ἴδιον κάμνουν οἱ Γραικύλοι τῶν Φραντσέζων, ΄Ἀγγλων, Γερμανῶν κ.λ.π

Διά τοῦτο παρατηρεῖται τὸ περιεργον φαινόμενον να ἐρωτεύεται ὁ Γραικύλος τὸν Ρώσον φιλον του καὶ νὰ μισῆ τον Γραικύλον τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τάναπαλιν.

Το παράδοξον εἶναι ὄτι εκαστος θεωρεί τον ἄλλον Γραικύλον ἐχθρὸν καὶ προδότην τοῦ ἔθνους.

Εξ ἀπόψεως ὅμως Ρωμηοσύνης οἱ Γραικύλοι εἶναι ὅλοι προδόται. 
Τούτο ὅμως δὲν σημαίνει οτι ὁ Ρωμηὸς ἀποφεύγει τὰς συμμαχίας. Ὄχι. Ὀνειροπόλος καὶ ἀφελὴς δὲν εἶναι. Ἀλλὰ οὐδέποτε γίνεται πνευματικως ἢ σωματικῶς δοῦλος τοῦ συμμάχου. Γίνεται σύμμαχος πιστὸς εἰς τὰ συμπεφωνημένα ἀλλὰ ἰδεολογικῶς ἀδέσμευτος.
Τούτο όμως δὲν σημαίνει παλιν ὅτι δέχεται μόνον τὰ ρωμαίϊκα καὶ τίποτε τὸ ξένον. Δέχεται ὀ,τιδήποτε τὸ καλὸν και το κάμνει ρωμαίϊκον.΄Ὅπως γίνεται σύμμαχος μὲ ὅποιον συμφέρει ἐθνικῶς, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἀποκτᾶ ὅλα ὅσα χρειάζονται ἀπὸ τὴν σοφίαν τῶν ἐπιστημόνων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὰ προσαρμόζει εις τὸν ρωμαίϊκον πολιτισμόν του. Οὐδέποτε συγχέει τὰς θετικᾶς ἐπιστήμας μὲ τὸν πολιτισμόν, ἀφοῦ γνωρίζει ὅτι και ο βάρβαρος δύναται νὰ ἔχη ἢ νὰ ἀποκτήση καὶ νὰ προαγάγη τὰς θετικᾶς ἐπιστήμας, διὰ νὰ χρησιμοποιήση αὐτᾶς εἰς τὴν ὑποδούλωσιν καὶ καταστροφὴν τῶν ἀνθρώπων.
Δια τοῦτο ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης καὶ εἰς αὐτοὺς ποὺ εἶναι ὡς τεχνοκράται και ως οἰκονομικὴ δύναμις ἠγέται.
Aλλά οἱ Νεογραικοὶ ἔχουν τόσον πολὺ συνηθίσει να συγχέουν το τεχνοκρατικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν στοιχείον με τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν, ὥστε δὲν ἀντιλαμβάνονται πλεον τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι σήμερον πολιτιστικὸς ἡγέτης ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων ἐκτός της Ἑλλαδίτσας τῶν.
Ο Γραικύλος νομίζει ὅτι τοιαύτην ἡγεσίαν εἶχον μόνον οἰ αρχαῖοι Ἕλληνες καὶ φαντάζεται τὸν ἑαυτόν του ὡς τὸν φύλακα τῶν ἐρειπίων αὐτῶν. Θεωρεῖ συνεχιστᾶς καὶ ἠγέτας τοῦ πολιτιστικοῦ ἔργου τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων τοὺς Εὐρωπαίους. Δὲν εἴναι εις θέσιν να καταλάβη οτι μόνον ἡ Ρωμηοσύνη εἴναι συνεχιστης καὶ ἡγέτης τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Δία τοῦτο ὁ Γραικύλος εἶναι ὁ κύριος συντελεστὴς εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ δουλοπρεποῦς φρονήματος τοῦ νεογραικικοῦ ἐν Ἑλλάδι πνεύματος. Ὁ Γραικύλος ἔχει ἐμπιστοσύνην ὄχι εἰς τὸν ἑαυτὸν τοῦ ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ ξένα ἀφεντικά του.
Ναι μὲν ὁ Ρωμηὸς ἔχει απολυτον πεποίθησιν εἰς τὴν Ρωμηοσύνην του, ἀλλὰ οὔτε φανατικὸς οὔτε μισαλλόδοξος εἶναι καὶ οὔτε ἔχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Ἀντιθέτως αγαπά τους ξένους οὐχὶ ὅμως ἀφελῶς.
Τούτο διότι γνωρίζει ὅτι ὁ Θεος αγαπὰ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ ὄλας τὰς φυλᾶς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη χωρὶς διάκρισιν καὶ χωρὶς προτίμησιν. Ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη τοῦ κατέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλὰ κατανοεῖ ἄριστα τὸ γεγονός οτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν Ρωμηόν, ὄχι ὅμως περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κατοχον της ἀληθείας ἂλλ΄ἐξίσου ἀγαπᾶ τὸν κήρυκα τοῦ ψεύδους. Ἀγαπᾶ τὸν ἅγιον, ἀλλὰ ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ἀκόμη καὶ τὸν διάβολον.
Διά τοῦτο ἡ Ρωμηοσῦνη ειναι αὐτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη, καὶ φιλότιμον καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθησις, ἰταμότης καὶ ἐγωϊσμός. Ὁ ἠρωϊσμὸς τῆς Ρωμηοσύνης εἶναι ἀληθής καὶ διαρκῆς κατάστασις του πνεύματος καὶ ὄχι ἀγριότης, βαρβαρότης καὶ ἁρπακτικότης. 
Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης 
Τη 14η Σεπτεμβρίου 1974 
Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2020

Ο μεγάλος περίπατος της Αθήνας, ο ανυποψίαστος δήμαρχος και ο Γ. Σεφέρης

Image result for εικόνες ο μεγάλος περίπατος της αθήνας

Γράφει ο Γ. Σεφέρης:

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
            τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτί-
        σουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.

Δεν γνωρίζω αν ο δήμαρχός μας έχει διαβάσει τούτο το ποίημα.

Δεν γνωρίζω αν έχει διαπιστώσει κι αυτός, πως πράγματι, ο τόπος μας είναι κλειστός! όλο βουνά, που έχουν για σκεπή τους τον χαμηλό ουρανό, μέρα και νύχτα, μια που ανέκαθεν οι νοικοκυραίοι κυβερνήτες μας, δε σώσανε να φτιάξουν ένα εθνικό κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας. Δεν φρόντισαν να μην μπαζωθούνε τα ποτάμια, κλείσανε και τα πηγάδια, κι αφήκαν μοναχά κάποιες σκόρπιες κι άδειες στέρνες.

Σ' ετούτες τις άδειες στέρνες, τρέχουμε προσκυνητές, για ν' αφουγκραστούμε μυστικά τον κόρφο τους. Ν' ακούσουμε τον κούφιο -πια- ήχο τους, ίδιον και έρημον, όπως η μοναξιά και  το παρόν μας. Ίδιος με την απελπισμένη αγάπη για την πατρίδα μας και τι φτενές εθνικές προοπτικές μας.

Παράξενο, ίσως, να στέκεται, που σ' ετούτο τον τόπο υπήρξανε κάποτε άνθρωποι  που τόλεγε η καρδιά τους και χτίσανε τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.

Σε ανεξήγητα αινίγματα της ψυχής μας αναδύονται οι γάμοι μας, η διάθεση για λουλουδένια στεφάνια καθώς τα χέρια μας πλέκονται σ' αγκάλιασμα αγάπης και δημιουργίας. Πού βρήκαμε την δύναμη και γεννηθήκαν τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας, είναι πια ζωσμένος με τα απολειφάδια των προσπαθειών μας, "σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν, σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν". Τα παιδιά μας φευγάτα, κι οι άρχοντές μας;  Στον κόσμο τους!

Και σήμερα,  ο τόπος μας είναι κλειστός. Γιατί τα μάτια μας είναι κλειστά. Η φαντασία στερεμένη και τα όνειρά μας είναι πια μονάχα στιγμιαίες επιθυμίες.

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Γιατί τον κλείνουν ζεύγη από μαύρες συμπληγάδες. Η διχόνοια και η αλαζονεία. Η κενοδοξία και ο αυταρχισμός. Η δοκησισοφία των αρχόντων μας (μαζί και η ματαιοδοξία τους)  και η ανευθυνότητα των πολιτών (μαζί με την- κάποτε εκούσια- παραπλάνησή τους από την δημαγωγία των εκάστοτε επίδοξων αρχόντων), κλπ. κλπ....

Στον μεγάλο περίπατο, δήμαρχέ μου, δεν μπορώ να φανταστώ ποδηλάτες  τον Αύγουστο  ή τον Μάϊο στην Αθήνα. Θα μπορούσα όμως να φανταστώ
  • πεζοδρόμια σε κατάσταση τέτοια, που να υποδηλώνει σεβασμό στο πρόσωπο του δημότη ως πολίτη του κόσμου (κι όχι ως μια αντανάκλαση του είδους της δοσοληψίας που οι άρχοντες έχουν μαζί του).
  • και μια καμπάνια για τους ζωόφιλους, προκειμένου να τους πείσει πως όταν αφήνουν τις κοπριές κλπ. των κατοικιδίων τους  στην πόρτα του διπλανού τους σπιτιού, αυτό, εκτός που  είναι μια πράξη με προσωπικές ευθύνες και συνέπειες (ποινικές και αστικές, συνταγματικά κατοχυρωμένες...). 
    • είναι κυρίως μια πράξη ηθικού αμοραλισμού και ψυχικής ανισορροπίας, χωρίς ειδικό πολιτικό πρόσημο, γιατί στην περίπτωση αυτή, όλα τα πολιτικά πρόσημα είναι ισοδύναμα....

Αλλά, δήμαρχέ μου, σε καταλαβαίνω, μια ζωή -από τα γενοφάσκια σου- στο τιμόνι της εξουσίας, δεν ξέρεις πώς είναι να περπατάς στο δρόμο και να πατάς σε θραύσματα φρεατίων, θραύσματα πλακών του πεζοδρομίου, ξερο-χορταριασμένα και κοπρισμένα δέντρα και βρωμιές στο πεζοδρόμιο που μένουνε -με την "αδιάλλειπτη κι ασύγγνωστη αδιαφορία" του δημοτικού άρχοντα - για μέρες και βδομάδες στο ίδιο σημείο. Δεν ξέρεις πώς είναι να περπατάς και να κρέμεται βράχος πάνω από το κεφάλι σου, παρατημένος για μήνες να αιωρείται επικίνδυνα!

Και, πίστεψέ με,  δεν μπορεί -παρά, υποκριτικά μόνο- να χαραχτεί ένας μεγάλος περίπατος της Αθήνας, όταν στις γειτονιές, εκεί που δεν περπατά η χάρη σου, το περπάτημα θα εξακολουθήσει να είναι μια ακούσια,  μαρτυρική και αηδιαστική έξοδος από το σπίτι [για λόγους αδήριτης ανάγκης], εξαιτίας της ολοκληρωτικής τους εγκατάλειψης.

Ο πολιτισμός, βλέπεις δήμαρχέ μου,  δεν μπορεί να "υπάρχει" μόνο σε μερικά οικοδομικά τετράγωνα της πόλης! Καμμιάς πόλης.

Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι έκθεση ιδεών, ούτε σαλόνι επιδείξεως. Είναι τρόπος ζωής! Κι εμείς εδώ, έχουμε καταντήσει την χώρα μας, τόπο όπου μόνο απομιμήσεις αλλοδαπών συρμών συμβαίνουν, αφού μεταφέρουμε εδώ τις ξένες ιδέες, χωρίς καμμιά προσαρμογή και χωρίς καμμιά γονιμοποίησή τους κατά το ύφος, το ήθος και τις ανάγκες του τόπου μας.

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Στρατή Μυριβήλη: Η Ηλιογέννητη


 


ΓΙΑ την ομορφιά και την παιδαγωγική του ευστοχία, μεταφέρω εδώ, για τους φίλους της Φιλαρέτης, τούτο το διήγημα:

"Μέσα στην καυτερήν ηλιοκαταιγίδα που έδερνε το χωράφι στο καταμεσήμερο, έπεσε – ολότελα φυσιολογικά, – μι’ αχυρουλή φρέσκη καβαλίνα. Είτανε τέλεια στη φόρμα της, ολόξανθη, σαν ένας βώλος χρυσάφι, και κάπως ρωμαντικιά, σαν πούναι λίγο πολύ όλες οι ξανθιές αναιμικές ντεμουαζέλες του καλού κόσμου. Κοίταξε ένα γύρο το χωράφι, που θροούσε ευχαριστημένο κάτω απ’ τη φλογερή πύρα, καμάρωσε και τη χρυσαφάδα τη δικιά της, και γοητεμένη αφαιρέθηκε να κοιτάει τον καταρράχτη του φωτός, που χυνότανε απ’ τη κορυφή τουρανού.
― Πού βρέθηκα εδώ;… πώς βρέθηκα εδώ; Αναρωτιότανε κάπως χαζά, και συλλογιότανε μεγαλόφωνα, σα δραματική ηρωίδα του παλιού καλού θεάτρου.
Ένας μπόμπιρας, που βούιζε πάνωθέ της, την άκουσε και της απάντησε με πολύ σοβαρό ύφος αξιωματικής κριτικής:
― Μα δεν το ξέρετε; Πέσατε από ψηλά. Πέσατε εκ των άνω!
Κι αυτή τόδεσε σε καλό πανί, κατακαμάρωσε, κι ένιωθε την κατάξανθη αριστοκρατική καρδούλα της νανεγαλλιάζει από την ευτυχία της αξίας της.
― Είμαι το λοιπόν, Ηλιογέννητη… είμαι ένας βώλος χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι, που έσταξε από το μεγάλο άστρο. Τι χάρη που την έχουμε, λέω ωστόσο, εμείς τα ευγενή μέταλλα…
Μια παρέα κοντόφαρδες ντομάτες, που ωρίμαζαν ήσυχα λίγο παρέκει, καταπίνοντας ήλιο και μεταβάλλοντας τον σε μπελτέ, άκουσαν την ανακραβγή της Ηλιογέννητης που έτρεμε από συγκίνηση και περηφάνεια, και τις έπιασε ένα τέτοιο τρανταχτό γέλιο, που τα πληθωρικά τους μάγουλα, τα χωριάτικα, τσίτωσαν να σκάσουν.
Είπαν μ’ ένα στόμα.
― Σιγά τον πολυέλαιο!
Η Ηλιογέννητη τις έρριξε μια ματιά λοξή, γεμάτη ευγενική συγκατάβαση και ψιθύρισε.
― Έχουνε δίκιο να γελάνε έτσι πρόστυχα οι φτωχές. Αυτές είχανε την κακοτυχιά νάναι από γεννήσο τους χυδαία υποκείμενα. Δεν είναι βολετό να μ’ αισθανθούν και να με νιώσουν. Είναι άλλο πράμα να πέσει κανένας απ’ τον ουρανό, εκ των άνω. Νάναι μια χοντρή στάλα ολόχρυση απ’ τη μαλαματένια καρδιά του Ήλιου, που έλυωσε ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι…
Και μονομιάς ξεχείλισε η ξανθιά καρδούλα της από ασυγκράτητη ευγνωμοσύνη προς τον ένδοξο γονιό της, κι ένιωσε ένα κύμα δακρυσμένου αλτρουισμού και συμπόνιας να την πλημμυράει για όλα τα φτωχά και ταπεινά πράματα του κόσμου. Είταν ένα αληθινό φιλανθρωπικό ταλέντο, που μπορούσε να σίγουρα να κάνει πολύ καλό σε τούτο τον ντουνιά για νανακουφίσει τη δυστυχία των παρακατιανών. Και ποιος ξαίρει πόσο συγκινητικά θα τέλειωνε τούτη η ιστορία, α δε λάχαινε κείνη την ώρα ίσα-ίσα, να περνάνε δίπλα της δυο μαύροι βρωμοκάνθαροι.
Είταν ακάθαρτοι και χοντροί μέσα στα ράσα τους τα λασπωμένα, σαν αγιορίτες καλογέροι, και κάνανε μεγάλες χαρές μόλις μυριστήκανε το κελεπούρι. Την πασπάτεψαν από δω, την πασπάτεψαν από κεί με τα βρώμικα ποδάρια τους και σαν τήνε βρήκαν αρκετά στρογγυλή και καλοφορμαρισμένη, ακούμπησαν τα μπροστινά τους χάμου, και βάλθηκαν σπρώχνοντας με τα πίσω πόδια τους, α και α, να την κυλάνε προς τη φωλιά τους, με πολύ κουράγιο.
Η καβαλίνα αχνίζοντας από ιερήν οργή, φώναξε:
― Καλέ, πού με κυλάτε έτσι δα, βρωμοζωύφια; Εμένα, ένα κομμάτι καθαρό χρυσάφι; Πρώτη φορά θα σας έτυχε να βρεθήτε μπροστά σ’ ένα «ψήγμα» ατόφιο μάλαμα!
Οι βρωμοκάνθαροι σταμάτησαν ιδρωμένοι και κοίταξαν κοροϊδευτικά το «ψήγμα». Ύστερα της είπανε μένα στόμα:
― Εμείς βρωμοζωύφια; Πόσο μας αδικείς, κυρά μου! Εμείς; Μα δε μας γνώρισες, το λοιπόν πως είμαστε τραπεζίτες που καταλάβαμε την αξία σου και σε πάμε ίσια στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής; Ορίστε. Κοίτα και τις ρεντικόττες μας!
Και με μιαν αποτυχημένη ρεβεράντσα, της γύρισαν πάλε τις ράχες, φτύσανε μια στις φούχτες τους, και όλο καρδιά ξαναμπήχτηκαν στη δουλειά τους τραγουδώντας παράφωνα το «βαρκάρη του Βόλγα»".


ΠΗΓΗ