Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Καλλιτεχνικές ανησυχίες που μπορεί να γίνουν καλλιτεχνικές ανοησίες

 Διαβάζω  εδώ (και σας το μεταφέρω γιατί αποτελεί αντίλογο ειδικού) τα παρακάτω:

 ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ «ΕΚΘΕΣΗΣ» ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ*

  " Όλοι οι άτεχνοι, άσχετοι, με τεράστια συμπλέγματα κατωτερότητος, που προσπαθούν να βγουν στην κοινωνία υβρίζοντας τον Χριστό, την πίστη μας, κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Το θέμα είναι ότι και αυτοί που υποστηρίζουν τέτοια αίσχη, δεν καταλαβαίνουν ότι μπαίνουν στην ίδια κατηγορία με τους υβριστές της Πίστεως του άλλου.
   Θα μου άρεσε πάρα πολύ να υποστηριχθεί από ειδικούς της *τέχνης* η βεβήλωση της Ισλαμικής πίστης. Εκεί θα ήθελα να διαβάσω τα σχόλια και τις κριτικές των ειδικών. Νομίζω ότι αυτό που έκανε η πινακοθήκη οδηγεί στον Μεσαίωνα και όχι οι αντιδράσεις του κόσμου που πολύ σωστά αντέδρασαν. Να σας θυμίσω ότι στην Ευρώπη που διατείνονται όλοι για την πρόοδό της, οι προσβολές κατά των θρησκειών δεν βρίσκουν καμία θέση, ούτε και στην πιο κακοφτιαγμένη γκαλερί των υπόγειων του Λονδίνου ή του Παρισιού. Είναι ένα θέμα που πολύ λίγο απασχόλησε τους ιστορικούς τέχνης, ακόμα και τους άθεους, στα τέλη της δεκαετίας του 60 και λίγο στις αρχές του 70. Επίσης να σας πω ότι αν ο κύριος αυτός προσπαθούσε να κάνει την ίδια *έκθεση* σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, οι αθλιότητές του θα επέπλεαν σχισμένες πάνω στα νερά κάποιου ευρωπαϊκού ποταμού.
   Όλα αυτά τα γνωρίζω γιατί έζησα 7 χρόνια στο Παρίσι, έκανα Μάστερ στη Σορβόννη, στην Ιστορία της Τέχνης και διδακτορικό, δούλεψα σε γκαλερί και έχω άποψη επί του θέματος. Μιλώ σαν ιστορικός τέχνης κι όχι σαν απλός πιστός που αγαπάει τον Χριστό. Επίσης, στην πίστη του άλλου δεν χωράνε καλλιτεχνικές διατυπώσεις περί ελευθερίας της έκφρασης, γιατί εδώ, θίγεται μόνο μια πίστη, η ελευθερία θα ήταν να οργανώσετε μια έκθεση με ύβρεις για όλες τις θρησκείες που υπάρχουν στην γη, κάτι σαν exposition rétrospective, αυτό θα έπρεπε να το γνωρίζουν όσοι το παίζουν ειδικοί. Επίσης θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι όταν καταπιάνεται ένα μουσείο με ένα θέμα θα πρέπει να δουν οι *ειδικοί* αν το θέμα αυτό έχει κάποια πέραση, ή θα προκαλέσει. Αν προκαλεί το αίσθημα με ύβρεις και χυδαιότητες όπως η *έκθεση* αυτή, τότε δεν ανήκει στον χώρο της Τέχνης αλλά της πρόκλησης και της ασεβείας. Η τέχνη ποτέ δεν είναι πρόκληση κι ασέβεια.
   Μάλλον η Εθνική Πινακοθήκη εξάντλησε ό,τι καλό είχε βγάλει η Ελλάδα και ως μη έχουσα πλέον τι να κάνει πέρασε στον χώρο της κατρακύλας και της καλλιτεχνικής και μουσειακής αφάνειας. Και θέλοντας να ξεφύγει από ένα βέβαιο θάνατο επέλεξε το δρόμο της δυσσέβειας.
   Κλασσικό παράδειγμα απελπισμένου. Καμιά Διεύθυνση Ευρωπαϊκού Μουσείου δεν θα δεχόταν να βάλει τέτοια *έργα* στους χώρους της. Στην Ελλάδα δυστυχώς τέτοιες *εκθέσεις* βγαίνουν στο φως, υπογραμμίζοντας όμως, ευτυχώς! και το *καλλιτεχνικό* επίπεδο αυτών που τις φιλοξενούν.

*Μετά τιμής
Ζωγράφος Φίλιππος
Ιστορικός της Τέχνης"

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Λαθροχειρίες... με καλό σκοπό...


Γιώργος Ρόρρης, Προσωπογραφία του Ελευθέριου Βενιζέλου 

Ετούτο το σημείωμα έχει αντιγραφεί εξ ολοκλήρου από εδώ. Και τούτο, γιατί μου άρεσε η γραφή, ο προβληματισμός, οι τοποθετήσεις των διαλεγομένων και η ευαισθησία τους. Είναι μια όμορφη στιγμή, με πολλά ερεθίσματα, και ευκαιρίες για όλους εμάς τους αναγνώστες: να μάθουμε πράγματα που δεν γνωρίζουμε, να σκεφτούμε για ενδιαφέροντα ερωτήματα που δεν θα είχαμε θέσει από μόνοι μας, να αισθανθούμε, να βρεθούμε σε έναν κόσμο που δεν τον φανταζόμαστε, σαν που  δεν  παροικούμε όλοι μας την χώρα της "έκφρασης με τον χρωστήρα". Γραμμένο μονοκοντυλιά, σαν μονόλογος, αναλογισμός, αναπαράσταση (κι όχι όπως μεταφέρεται εδώ με την δομή ενός δοκιμίου). Μια "ζωγραφιά αισθημάτων, λόγου και σκέψεων", με αφορμή την προσωπογραφία του συγγραφέα, από τον Γιώργο Ρόρρη. 

... "Ενώ ο Γιώργος ετοίμαζε τους καφέδες στην κουζίνα, εγώ ξεφύλλιζα την εφημερίδα. Είδα τη φωτογραφία ενός έργου του Θεόφιλου και διάβασα ένα άρθρο με μαρτυρίες συγγενών του που σχετίζονταν με την περίφημη φουστανέλα του ζωγράφου. Η εγγονή της αδελφής του την έκοψε κουρέλια και την έκανε κουρελού! Όταν ο Γιώργος γύρισε με το δίσκο, τον ρώτησα ποια ήταν η εντύπωσή του όταν είδε για πρώτη φορά ζωγραφική του Θεόφιλου.

- Πριν λίγα χρόνια είδα στο σπίτι ενός φίλου στην Αθήνα, ένα έργο του Θεόφιλου σε χαρτί το οποίο όμως είχε γίνει κομμάτια. 'Ηταν σ' ένα κουτί μέσα, κομμάτια-κομμάτια. Είχε κυριολεκτικά γίνει φύλλο και φτερό. Παίρνω ένα μικρό κομματάκι του χαρτιού που είχε πάνω του ζωγραφισμένο τμήμα χλόης, ή μέρος από κάποιο βουνό. Πάντως ήτανε φύλλα, φύλλα δένδρου και κλαδιά δένδρων, ίσως θάμνων. Αυτή η ομορφιά των τόνων, η λεπταισθησία των πράσινων, των γαιωδών πράσινων, των θερμών, των ψυχρών πράσινων, η επαναλαμβανόμενη πινελιά έκανε αυτό το μικρό κομμάτι χαρτιού μια ολοκληρωμένη ζωγραφιά. Όπως όταν πάει κανείς στο μουσείο και βλέπει ένα θραύσμα γλυπτικής, ένα κομμάτι από έναν μηρό, από μία πλάτη και δεν έχει ανάγκη να δει ολόκληρο το έργο. Γιατί καταλαβαίνει ότι ο γλύπτης έκανε σπουδαία γλυπτική. Για τον Θεόφιλο, που ήταν ζωγράφος, έχει σημασία κάθε τμήμα του πίνακα να λειτουργεί. Να έχει μέσα του την πυκνότητα της ύλης, την ομορφιά της και την πάλη του νερού με την ύλη πάνω στο μουσαμά που θα κάνει να σταθεί το έργο αυθύπαρκτο, σαν απόσπασμα μιας μεγαλύτερης εικόνας που ίσως έχει χαθεί. Ένα κομματάκι από μια ζωγραφιά του Θεόφιλου θα μπορούσαμε να το βάλουμε στον τοίχο και να πούμε «να μια ωραία ζωγραφική». Στον Θεόφιλο η μπογιά, γίνεται πνευματική ύλη σε όλη την έκταση του πίνακα, όπως συμβαίνει σε κάθε καλή ζωγραφική. 
 -Πώς τον φαντάζεσαι;
 -Τον φαντάζομαι άνθρωπο με μεγάλο ενθουσιασμό για τα πράγματα, με μεγαλείο ψυχής και μια αφέλεια. Η αφέλεια χαρακτηρίζει την πολύ υψηλή τέχνη. Κοιτάζοντας κανείς ένα Τζιόττο, τα γλυπτά της Ολυμπίας ή έναν Κούρο έχει την αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι θέλανε να ζωγραφίσουνε την ομορφιά του κόσμου. Σα να ήτανε κάποιοι που ανοίξανε τα μάτια τους και ξαφνικά είδαν το μεγαλείο του κόσμου και πήρανε πινέλα και θέλησαν να το ζωγραφίσουνε. Εμένα, αυτή την αίσθηση μου δίνουν τα έργα του Θεόφιλου. Κάθομαι μπροστά τους και βλέπω ότι το αεράκι κυκλοφορεί μέσα στα φύλλα των δένδρων.

 -Τι σχέση μπορεί να έχει ένας σύγχρονος ζωγράφος με τον Θεόφιλο;
 -Ένας άνθρωπος όπως εγώ που ζωγραφίζω σήμερα, που έχω σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, ξέρω πως δεν είναι δυνατόν να προσεγγίσω τη ζωγραφική με τέτοια αίσθηση αφελούς μεγαλείου.

-Πώς κρίνεις τον κόσμο και τα θέματα που ζωγράφιζε;
 -Όσο κι αν ακούγεται παράξενο είναι μια θεματολογία που μοιάζει πάρα πολύ με τη θεματολογία της μεγάλης ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Ζωγράφιζε π.χ. την Ιφιγένεια ή την ανάγνωση του Ομήρου. Η ελληνική μυθολογία και ιστορία είναι τεράστια πηγή άντλησης ερεθισμάτων για εικόνες της μεγάλης ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Ο Θεόφιλος προσέθεσε σε αυτό και την αγάπη του για την ελληνική ιστορία και μάλιστα την κοντινή στα χρόνια του. Αν υπολογίσουμε ότι γεννήθηκε το χίλια οκτακόσια εξήντα τόσο, το εικοσιένα απείχε ελάχιστα, όταν ο Θεόφιλος ήταν 10 χρονών, η επανάσταση ήτανε πριν από 50 χρόνια, λιγότερο απ' όσο απέχει ο πόλεμος του' 40 από τις μέρες μας! Την είχε ζωντανή στο μυαλό του. Δεν είναι καθόλου εύκολο να πάρεις μια εικόνα του Εςς και να τη ζωγραφίσεις, όπως τη ζωγράφισε ο Θεόφιλος. Είναι πολύ δύσκολο. Την εμπλούτισε με τη Βυζαντινή παράδοση και έβαλε χρώματα που θυμίζουνε πολύ τα ψηφιδωτά της Ροτόντας στη Θεσσαλονίκη.  Το φως του είναι ένα φως πρωτοφανές για την ελληνική ζωγραφική. Την εποχή εκείνη, το φως στη ζωγραφική ήταν κυρίως του εργαστηρίου. Στα έργα του Θεόφιλου είναι σα να βλέπουμε πρώτη φορά το φως της ελληνικής υπαίθρου. Αυτό που είναι έξω, στον ήλιο, στο δρόμο, στο χωράφι. Τα πάντα είναι μεσ' το φως. Όλος ο κόσμος είναι εντός του φωτός. Ο τόπος λάμπει. Η ζωγραφική του μας δείχνει έναν άνθρωπο που έβγαινε από τη γη, από το χώμα μέσα, που χαιρόταν, που ενθουσιαζόταν, που του άρεσαν οι αισθήσεις όλες, οι μυρουδιές, τα πράγματα που έβλεπε, που άκουγε. Βλέπεις ένα τοπίο του και νιώθεις τα πουλιά που κελαηδάνε. Θυμάμαι τον κόλπο της Γέρας. Τι ωραίο έργο... και τι απλό έργο! 'Ενα απλό τοπίο. Και με τι ωραίο γαλάζιο, τι ωραίος τόνος είναι αυτός που έχει η θάλασσα στον κόλπο της Γέρας! Κι ένα καραβάκι μόνο. Πάρα πολύ ποιητικό έργο.

 -Στο μουσείο της Βαρειάς στη Μυτιλήνη έχεις πάει;
  -Ναι, έχω πάει. Νιώθει κανείς μπαίνοντας, μια ανεξάντλητη πηγή απ' την οποία κυλάνε εικόνες, εικόνες, εικόνες! Ήθελε να απεικονίσει τον κόσμο στο σύνολό του. Τα πάντα. Όπως τα ζώα έμπαιναν μέσα στην Κιβωτό του Νώε για να σωθούνε, έτσι μπαίνανε στη ζωγραφική του. Η ζωγραφική του Θεόφιλου δεν τσιγκουνεύεται τις εικόνες, δεν είναι μια ζωγραφική μινιμαλιστική. Ζωγραφίζει την Αρετούσα πέντε -έξι φορές, τον Κατσαντώνη μ' όλα του τα παλικάρια και πάνω στα δέντρα διάφορα πουλιά, κουνελάκια που κυκλοφορούνε μέσα στο δάσος, λαγοί, σκυλιά, τα πάντα. 

-Συγκρίνεις τον Ρουσσώ με τον Θεόφιλο;
 -Νομίζω πως ο Ρουσσώ είναι λιγάκι πιο τυχερός. Δεν είναι λίγο να κάνεις παρέα και να κουβεντιάζεις με τον Πικάσο και να του λες πως εσύ κι εγώ θα δημιουργήσουμε την τέχνη του εικοστού αιώνα! Και από την άλλη μεριά να είσαι κάποιος που ζωγραφίζει ανεβασμένος σε μια σκάλα επάνω και να σου τραβάνε τη σκάλα οι ντόπιοι χωριάτες του Βόλου  και εσύ να πέφτεις και να τσακίζεσαι. Αν το σκεφτεί κανείς είναι πιο δύσκολη η περίπτωση του Θεόφιλου. Από το στενό περιβάλλον του φούρναρη, του τσαγκάρη, του καφετζή να κάνει ένα άλμα και να γράψει γι' αυτόν ο Σεφέρης ή να ασχοληθεί ολόκληρη η Ελλάδα με τη ζωή και το έργο του. Αυτό νομίζω πως ο Θεόφιλος ούτε καν το είχε διανοηθεί.

 -Από την ελληνική ζωγραφική του 19ου αιώνα τι προτιμάς; 
 -Γύζης, Λύτρας, Ξυδιάς, Τσόκος.
 -Βρυζάκης;
 -'Οχι, δεν μου αρέσει. 
 -Γιατί; Μήπως επειδή εξιδανικεύει υπερβολικά τα πρόσωπα; 
-Πιστεύω πως αυτό που ζωγραφίζει είναι εικόνα, δεν είναι ζωγραφιά, είναι εικονογράφηση.
-Σε τι διαφέρει η εικόνα από τη ζωγραφιά;
 -Μεγάλα θέματα ανοίγεις. 

Ο Γιώργος δυσκολεύεται να διατυπώσει με ακρίβεια την άποψή του, βολτάρει πέρα-δώθε πιάνοντας τα γένια του.
 -Δυσκολεύομαι να το διατυπώσω. 
 -Το βλέπω.

Δεν χάλασε ο κόσμος αν δεν μπορεί να ειπωθεί σαφέστερα. Ο Γιώργος όμως επιμένει.

-Ζωγραφιά σημαίνει, πριν απ' όλα, να φαίνονται τα ίχνη της χειρονομίας του ζωγράφου. Να φαίνονται τα ίχνη και όχι ο ίδιος ο ζωγράφος. Αν αυτό το ποτήρι το σχεδιάσεις σαν ποτήρι και το βάψεις σαν ποτήρι, για μένα θα είναι εικόνα. Αν αυτό το ποτήρι το δεις σαν ένα γκρι πολύ ωραίο, σαν ένα υγρό γκρι, θα είναι ζωγραφιά. Μ' αυτό το βλέμμα πρέπει να το σχεδιάσεις. Να το πω αλλιώς: Αν θες να κάνεις μια ήρεμη λίμνη, με μια ωραία φόρμα ενός ρέοντος γκρι που θα περιβληθεί από μια ωραία ώχρα λίγο αγριωπή, την αμμουδιά, τότε οδηγείσαι προς τη ζωγραφιά. Αν όμως κάνεις τη λίμνη με περίγραμμα, βάφοντας, μπογιατίζοντας απλώς, δεν είναι ζωγραφική. Η ζωγραφιά είναι ζωντανή γιατί στηρίζεται σε υλική σχέση γης, νερού, φωτιάς και αέρα. Να η γη εδώ... οι μπογιές που πριν γίνουν μπογιές ήταν τριμμένη γη. Να το νερό, εδώ, το νέφτι! Η φωτιά και ο αέρας υπάρχουν γιατί χρειάζονται για να στεγνώσει και να σταθεροποιηθεί η ζωγραφιά.

 -Θέλω να επανέλθουμε στο Βρυζάκη. 
-Ο Βρυζάκης είναι εικονογράφος. Όπως είναι και ο Μανέ κατά την άποψή μου, όπως είναι και ο Φραγγονάρ, ας πούμε όχι ο Φραγγονάρ, ο Μπουσσέ. Τους ενδιαφέρει το ανέκδοτο. Λέγοντας ανέκδοτο εννοώ ότι τους ενδιαφέρει η αφήγηση και δευτερευόντως ο τρόπος της αφήγησης, ενώ τον ζωγράφο τον ενδιαφέρει ο τρόπος της αφήγησης και μετά η αφήγηση. Εγώ πιστεύω στην εικόνα, στη δύναμη της εικόνας, της αναπαράστασης, της εξεικόνησης, της ιστόρησης των πραγμάτων. Αλλά ποιάς εικόνας; Αν ζωγραφίσεις το χιόνι προσπαθώντας να το απομιμηθείς, θα είναι χιόνι εικονογραφημένο, δεν θα είναι χιόνι διερμηνευμένο. Ο ζωγράφος πρέπει να βρει τον τρόπο να ξαναδιερμηνεύσει τον κόσμο. Να μπορεί να ζωγραφίσει το χιόνι μ' ένα γκρι και ένα άσπρο άγριο. Και πάντα μια διερμήνευση -συγγνώμη για τη λέξη -μια ερμηνεία ας το πούμε, μπορεί να έχει κάτι το αληθινό πιστεύω μέσα της. Λέει κάπου ο Τσαρούχης μια ωραία φράση «ζωγραφική είναι τα πρακτικά των συναντήσεών μας με τα πράγματα». Τώρα εδώ κρατάμε πρακτικά για μια συνάντηση που θα κρατήσει 15 μέρες! Βέβαια αυτά τα θέματα που συζητούμε δεν ορίζονται με μια κουβέντα, γιατί είναι πολλά πράγματα μαζί. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως όλη αυτή την ώρα μιλάμε περί τη ζωγραφική, γύρω από τη ζωγραφική, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ίδια τη ζωγραφική, ούτε να την αναλύσουμε γιατί αυτή είναι άλλη γλώσσα. Εντελώς άλλη γλώσσα σχημάτων, χρωμάτων και ύλης. Πρωτίστως ύλης. Ματιέρα στη ζωγραφική λέμε τον τρόπο έκφανσης της ύλης. Αυτό κανονικά δεν έπρεπε να το λέμε ματιέρα, άλλα έκφανση της ύλης. 

 Ο Γιώργος με στήνει απέναντί του. Με ψάχνει με το βλέμμα του. Με καθοδηγεί κάνοντας κινήσεις με τα χέρια του. Λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο αριστερά. Ανάβει τα φώτα και με κοιτάζει για πολύ ώρα σα να με μελετάει, σαν να περίμενε να δει κάτι από μένα. Ήδη έχει αδειάσει από τα σωληνάρια τις μπογιές στην παλέττα και έχει ακουμπήσει μπροστά του τα πινέλα.

 -Πρόσεξε! Έχεις μετακινηθεί σε σχέση με το φως και άλλαξε η σκιά σου. Η σκιά είναι μια ελαφριά ματιέρα απουσίας, το σακάκι όμως που φοράς είναι μια ματιέρα βαριάς παρουσίας. Μαύρο παρών και μαύρο απών. Το φως είναι η προϋπόθεση για να δούμε. Για να ζωγραφίσουμε όμως πρέπει να ξεκινήσουμε από τη σκιά, που για μένα είναι πάντα ένα ερώτημα στη ζωγραφική. Και εδώ στο έργο που κάνουμε μ' ένα μαύρο ξεκινάμε, από τη σκιά που πέφτει. Τίθεται πάντα το ερώτημα «πώς ξεκινάω;» Για μένα, όταν ξεκινήσαμε ο πίνακας ήταν μια άγνωστη κατάσταση. Αν τον ξέραμε από την αρχή, η διαδικασία θα ήταν μια διεκπεραίωση. Το θέμα είναι να βρούμε μια έκπληξη, μια διαδικασία ανακάλυψης. Από τη στιγμή που θέτεις στον εαυτό σου το ζήτημα ότι πρέπει να ανακαλύψω κάτι, πρέπει να παραδεχτείς επίσης ότι ξεκινάω χωρίς να ξέρω κάτι. Άρα πώς θα ξεκινήσω; Ερωτώντας! Ξεκινάω με τη σκιά που είναι η απουσία υπαρκτού πράγματος και ερωτάω «τι είναι αυτό;» Η σκιά είναι ένας χώρος αμφιβολίας. Πάνω σ' αυτό το χώρο πρέπει να έρθει μια απάντηση κι αρχίζει έτσι ο πίνακας, που είναι μια αντίθεση φωτός, σκιάς, φωτός, σκιάς, φωτός, σκιάς.  

 - Λοιπόν αρχίζουμε δουλειά. Θα βάλω ν’ ακούμε το κουϊντέτο εγχόρδων με δυο βιολιά, μια βιόλα και δυο βιολοντσέλα του Σούμπερτ. Το 'γραψε το 1828, τη χρονιά που πέθανε. 
 -Ο Σούμπερτ με τον Μπετόβεν ζούσαν στη Βιέννη, αλλά οι μελετητές είναι διχασμένοι σχετικά με την προσωπική τους επαφή. Δεν είναι σίγουρο ότι συναντήθηκαν. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ο Σούμπερτ ήταν λαμπαδηφόρος στην κηδεία του Μπετόβεν το 1827 και λίγο νωρίτερα τον είχε επισκεφθεί στο νεκρικό κρεβάτι. Αυτό μοιάζει κάπως με το γεγονός πώς ο Σολωμός και ο Κάλβος ζούσαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη, στην Κέρκυρα, χωρίς να συναντηθούν! 
 -Άκου! Τι ωραία που ακούγεται το βιολοντσέλο. Ο Μποκερίνινι επίσης έχει γράψει πολύ ωραία μουσική για βιολοντσέλο. 


Image result for Γεώργιο Άβλιχο.  το κορίτσι στο παράθυρο * Όταν με ρώτησες για τους ζωγράφους του δέκατου ένατου αιώνα στην Ελλάδα ξεχάσαμε να μιλήσουμε για τον Γεώργιο Άβλιχο. Τον επτανήσιο ζωγράφο που ζωγράφισε το κορίτσι στο παράθυρο με τα ανεμίζοντα μαλλιά και το άσπρο φόρεμα. Δεν μπορεί να μου το βγάλει κανείς από το μυαλό ότι ο Γεώργιος Άβλιχος είναι προάγγελος του Μπαλτίς. Τα κορίτσια στο παράθυρο του Μπαλτίς με τον κοριτσίστικο ερωτισμό που φέρουν, μοιάζουν! Ίσως είδε το έργο του Άβλιχου σε φωτογραφία, αποκλείεται βέβαια να το είδε ζωντανό. Δεν λέω ότι επηρεάστηκε, σίγουρα όμως η σχέση των δυο υπάρχει. 


 -Όλα τα έργα του Άβλιχου που είδα με γοητεύουν. 
 -Και τον πατέρα του έχει ζωγραφίσει. Μεσήλικας με γυαλιά, λόγιος τύπος, σαν γιατρός, σαν δικηγόρος της εποχής με μικρό γενάκι. Πολύ ωραία ζωγραφισμένος. Ήταν μοναχικός τύπος, σπουδαγμένος στην Νάπολη.
 -Στην έκθεση για το παιδί στη νεοελληνική ζωγραφική είδαμε μερικά έργα του. Ήταν ενδιαφέρουσα έκθεση. Εκεί είδαμε και το παιδί του Σπύρου Παπαλουκά με το ριγέ πουκάμισο και τις τιράντες, αλλά και το γαϊδουράκι, με το κορίτσι του Νικολάου Λύτρα.
 -Αυτό με το ψάθινο. 
 -Ναι, μου αρέσει πολύ ο Νικόλαος Λύτρας.
 -Το άσπρο έργο του με το όρθιο παιδί, το είδες στην Πινακοθήκη; Αριστούργημα! 

* -Τι κάνεις με την πατσαβούρα; Θέλεις να καταστρέψεις το έργο; Να το σβήσεις; Φαίνεται σαν να το σφουγγαρίζεις.
 -Είναι μια διαδικασία που βάζεις την τύχη να παίξει κάποιο ρόλο στον πίνακα. Να μπει μέσα στο έργο η τύχη. Είναι ένας από τους τρόπους αυτό που είδες. Ένας άλλος τρόπος είναι να κάνεις με το χέρι σου, έτσι, μια χειρονομία τυχαία με το πινέλο. Ο πίνακας ο δικός μας είναι τώρα κάθετος στο καβαλέτο, υπάρχει και ο τρόπος να τον βάλεις κάτω στο πάτωμα. Ο Πόλοκ τον έβαζε κάτω και έσταζε την μπογιά χωρίς να ακουμπάει το πινέλο στο μουσαμά. Πολλοί τρόποι υπάρχουν. Η τύχη είναι πολύ σημαντικός παράγοντας. Αν δεν μπει η τύχη μέσα στο έργο, αλλά και το λάθος, είναι σα να έκανε υπολογιστής το έργο. Η τύχη, το λάθος προσφέρει τη χάρη, το απρόβλεπτο. Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ πίνακα δικό μου χωρίς μια χειρονομία, χωρίς ένα στάξιμο τυχαίο που να μην το αφήσω επάνω στο έργο.  
 -Αυτό το σφουγγάρισμα το κάνεις με νέφτι;
 -Αυτό είναι πρόκληση μιας καταστάσεως του τυχαίου, πώς να το πω αλλιώς; 'Ετριψε αυτή η κίνηση όλη την περιοχή των μαλλιών. Η χαρτοπετσέτα τρίβει ή αφήνει το χρώμα με διαφορετικό τρόπο από το πινέλο. Άλλες φορές, παλιά, έπαιρνα εφημερίδες, τις τσαλάκωνα, τις βούταγα στο χρώμα και έκανα αποτυπώσεις. 
 -Και μετά αξιολογείς πάντα αυτό που προκύπτει. 
-Ακριβώς, αξιολογείς αυτό που προέκυψε. Μπορείς βέβαια τη χαρτοπετσέτα να τη βάλεις σε πάστα, σε σκληρή μπογιά και να κάνεις άλλον τύπο ζωγραφικής. Κυρίως όταν θέλεις να ζωγραφίσεις έδαφος, βράχια κλπ. Ανακάτεψα με το πανί τα μαλλιά σου. Τα μαλλιά είναι έκφραση της ελευθερίας σε σχέση με τη μύτη που είναι προσδιορισμένη έκφραση του κανόνα. Τη μύτη πρέπει να τη σχεδιάσεις με ακρίβεια ενώ τα μαλλιά είναι έκφραση και του τυχαίου. Τη μια μέρα είναι έτσι, την άλλη μέρα είναι αλλιώς. Είναι σαν τα κλαριά του δένδρου που τα φυσάει ο αέρας. Δε θυμάσαι το τραγούδι που λέει «μέσα στα μαλλιά σου φτερουγίζουν τρελά μαϊστράλια»; Πώς το 'γραψε ο συνθέτης; Εγώ πιστεύω πως την είδε την εικόνα. Ωραίος στίχος. Δεν φτερούγιζαν βέβαια μέσα στα μαλλιά της τα μαϊστράλια, αλλά τα μαλλιά φτερούγιζαν εξ αιτίας των μαϊστραλιών. Ο στιχουργός το αντέστρεψε και λέει πως τα μαλλιά τα ίδια δημιουργούσαν αέρα. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι παρατηρούσε τα σύννεφα και έβλεπε καρικατούρες ανθρώπων στον ουρανό. Παρατηρούσε επίσης τις αυλακώσεις του κύματος πάνω στην άμμο και με τη φαντασία του έβλεπε μάχες, συγκρούσεις, ένα γέρο χωρίς δόντια, έναν με στραβή μύτη. Ό,τι έβλεπε, ό,τι φανταζόταν το σχεδίαζε. Πήγε στο λεπροκομείο που φτύνανε οι λεπροί στους τοίχους και παρατηρούσε τις φτυσιές! Αλλά και ο Μισσώ, ένας ζωγράφος μετά το σουρεαλισμό, παίρνει το πινέλο και ρίχνει τακ, μια κηλίδα, τυχαία. Και μετά μια άλλη. Τα έργα του μοιάζουν σα να κινούνται άνθρωποι, μορφές μικρές, που συγκρούονται λυσσαλέα. Ο ζωγράφος κάνει το θεατή δημιουργικό, τον οδηγεί να δει κι αυτός σ' αυτές τις κηλίδες μορφές που κινούνται.  

 -Ξέρεις ότι ο μικρός Γιωργής στο μόνον της ζωής του Ταξείδιον του Βιζυηνού, όταν γύριζε νύχτα από την Πόλη στη Βιζύη καβάλα σ' ένα άλογο, έβλεπε στον ουρανό τον παππού του που πάλευε με τον Χάροντα! Το 'χεις εδώ το διήγημα στις εκδόσεις Νεφέλη; 
-Ναι στην ανθολογία του Αναγνωστάκη.
 -Φέρ' το να σου διαβάσω το απόσπασμα. Το άλογο οδηγεί ο Θύμιος, ο επιστάτης του παππού. Ο μικρός είναι στα καπούλια δεμένος μ' ένα μαντίλι από τη μέση του Θύμιου για να μην πέσει. Τρέχουν να προλάβουν τον παππού ζωντανό γιατί αλλιώς θα μείνουν ανοιχτά τα μάτια του.   ...Δεν νομίζω να ητένισα κατά τη νύκτα εκείνην παραδόξους συμπτώσεις νεφών, των μεν επί των δε φερομένων υπό του ανέμου, χωρίς να τα συμπληρώσω τη βοήθεια του σεληνιακού φωτός και της προκατειλημμένης φαντασίας εις πελώριον σύμπλέγμα παλαιστών αγωνιζομένων τον υπέρ των όλων κίνδυνον. Οι εις με το λευκόν και πολύπτυχον αυτού εσώβρακον ανεμιζόμενον εις τον αέρα, με τα ευρέα, τα κεντητά «μανίκια» του υποκαμίσου του ήτον αναμφιβόλως ο παππούς μου. Ο έτερος με την μακράν και λυτήν αυτού κόμην κυμαινομένην, με τας λευκάς επί των ώμων πτέρυγας, με τον φολιδωτόν του θώρακα περί το στήθος και την φλογίνην ρομφαίαν εις την γυμνήν δεξιάν του, αυτός ήτο βεβαίως ο άγγελος. Τόσας φοράς τον είχον ιδεί επί της αριστεράς θύρας του αγίου βήματος εν τη εκκλησία του χωρίου μας. 
 - Ο καϋμένος ο παππούς! Πώς θα τα βγάλη πέρα με τόσον φοβερόν αντίπαλον!...

Συνεχίζουμε, μην χάνεις τη θέση σου.   Λάκης Παπαστάθης "

Σημείωση: Η εικόνα είναι έργο του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη,  κι έχει αντληθεί από τον eranistis.net

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

H Αφροδίτη της Μήλου, η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι 40 κλέφτες!

Η αλήθεια που δεν σου είπαν πότε! Όταν οι Γάλλοι σκότωναν Έλληνες για να αρπάξουν την Αφροδίτη της Μήλου! Πάνω από 200 Έλληνες έπεσαν νεκροί για να υπερασπιστούν το άγαλμα… 

Διαβάζω σ' έναν ηπειρώτικο ιστότοπο πως "Πολλοί από εμάς έχουμε… επισκεφθεί το Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, και έχουμε θαυμάσει τον τεράστιο καλλιτεχνικό πλούτο που φυλάσσεται σ΄αυτό το Μουσείο.
 

Ο επισκέπτης μένει έκθαμβος και άφωνος μπροστά σε έργα τέχνης που έχουν δημιουργήσει μεγάλοι καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο, όπου η αρμονία, το αισθητικό κάλλος, και η τεχνική αρτιότητα αποτυπώνονται στο καμβά, στο μπρούντζο και στο μάρμαρο.

Ένα από τα πιο σημαντικά έργα τέχνης, που η διεύθυνση του Μουσείου προβάλλει με ιδιαίτερο καμάρι, είναι το μαρμάρινο άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου, ένα έργο που δεν έχει με ακρίβεια προσδιοριστεί από ποιον καλλιτέχνης έχει φιλοτεχνηθεί.

Το άγαλμα βρέθηκε το 1820 στη κατεχόμενη από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Μήλο.

Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι το άγαλμα πουλήθηκε από τους Τούρκους στους Γάλλους και οι Γάλλοι για να το φυγαδεύσουν στο Παρίσι μετά την αγορά του, το φόρτωσαν σε ένα καράβι. Όταν οι Έλληνες της Μήλου πληροφορηθήκαν ότι το άγαλμα θα έφευγε από το νησί, ξεσηκώθηκαν για να αποτρέψουν τη φυγή του, κι’ αυτό, γιατί το θεωρούσαν μέρος του Πολιτισμού τους. Τέτοια ήταν η αντίδραση που οι Γάλλοι πυροβόλησαν και σκότωσαν μερικούς Έλληνες.

Όταν τελικά το άγαλμα φορτώθηκε στο πλοίο, οδηγήθηκε πρώτα στον Πειραιά πριν ταξιδέψει για τη Γαλλία. Κάποιοι από τους ‘Ελληνες της Μήλου πήγαν στον Πειραιά για να σταματήσουν την αρπαγή του αγάλματος.

Όπως γράφει ο Έλληνας ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης στην εξάτομη «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821»:

Στον Πειραιά όταν μαθεύτηκε το γεγονός μαζεύτηκαν στην προκυμαία πάνα από χίλιοι άνθρωποι που προσπαθούσαν να ματαιώσουν την αρπαγή του αγάλματος. Τέτοια ήταν η αντίδραση, που συγκρουστήκαν με το γαλλικό πλήρωμα του πλοίου και τα τουρκικά στρατεύματα. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Πάνω από 200 Έλληνες πέσανε νεκροί και τελικά το άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου φυγαδεύτηκε στη Γαλλία. (μάλιστα λέγεται ότι το ένα χέρι του αγάλματος μέσα στη δίνη της συμπλοκής έπεσε στη θάλασσα και χάθηκε).

Αυτοί λοιπόν οι «αμόρφωτοι» Έλληνες ψαράδες και αγρότες δώσανε τη μάχη της αξιοπρέπειας δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους για να υπερασπιστούν το Πολιτισμό τους. Μπορεί να μην ήταν μορφωμένοι, μπορεί να μην γνώριζαν από Τέχνη όμως ένιωθαν βαθειά μέσα τους ότι το άγαλμα αυτό ήταν μέρος της ιστορίας τους, μέρος της Πολιτιστικής τους παρακαταθήκης που τους είχαν αφήσει οι πρόγονοι τους.

Αυτή η τραγική ιστορία επιμελώς παρασιωπάται για ευνόητους λόγους. Έτσι αν κάποια στιγμή επισκεφθείτε το Μουσείο του Λούβρου και θαυμάσετε την Αφροδίτη της Μήλου, θυμηθείτε ότι και σ΄αυτή την περίπτωση οι κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής εκείνης άρπαξαν αυτό το θαυμάσιο άγαλμα που οι Έλληνες το πότισαν με αίμα".



 Την ίδια μέρα,  σ' έναν άλλο ιστότοπο, διαβάζω πως "Το κόμμα του Μελανσόν, οι "Ανυπότακτοι", έχουν ήδη υποβάλει τροπολογία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή της γαλλικής εθνοσυνέλευσης με αίτημα την απομάκρυνση της σημαίας της Ε.Ε από το κτίριο.

Σύμφωνα με τη γαλλική εφημερίδα "Le Figaro", η αρμόδια Επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης θα εξετάσει την τροπολογία που κατατέθηκε από τους 17 βουλευτές των "Ανυπότακτων" Γάλλων και στην οποία ζητούν την απόσυρση της σημαίας της Ε.Ε από το κτίριο "Palais Bourbon" (δίπλα στο Σηκουάνα).

Αφότου έγινε γνωστό το αίτημα των "Ανυπότακτων" Γάλλων, το κόμμα της Λεπέν "Εθνικό Μέτωπο" έσπευσε να χαιρετίσει την πρωτοβουλία της Αριστεράς."Έχουν δίκιο... Είμαστε στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, είναι φυσιολογικό να υπάρχει μόνο η γαλλική σημαία", δήλωσε ο αντιπρόεδρος της γαλλικής δεξιάς, Λουί Αλιό".


Σαν βρέθηκα στην Γαλλία, πήγα κι εγώ να δώ το Μουσείο τους, με τα θαυμαστά εκθέματα. Βγαίνοντας από μια αίθουσα με Αιγυπτιακές αρχαιότητες, ένοιωσα απέραντη ντροπή για τους συνευρωπαίους εταίρους μας.

Γιατί άραγε, χρειάστηκαν τόση ξένη ιστορία για να στολίσουν τις μνήμες της δικής τους; Είναι άραγε μνήμη της δικής τους ιστορίας, η έκθεση των αντικειμένων της αρπαγής; Και, αφού είναι γνωστό πως τα περισσότερα αποτελούν λάφυρα κατακτητικών πολέμων, γιατί δεν εκτίθενται στο πολεμικό τους μουσείο;

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το περίφημο μουσείο τους διαιωνίζει τις αρπαγές τους, κι όχι τις δημιουργίες τους. Λυπήθηκα γι' αυτούς. Το επιχείρημα, πως διέσωσαν ό,τι δεν ήταν σε θέση οι Αιγύπτιοι να διασώσουν, είναι προφανώς σαθρό. Η ιστορία δεν  είναι κάτι προς διάσωσιν. Είναι κάτι προς γνώσιν. Τα έργα τέχνης είναι πράγματι, κάτι προς διάσωση, όταν κινδυνεύουν. Κι ενώ η έκθεση των έργων τέχνης, είναι μια οικονομικά αποδοτική επιχείρηση, η έκθεση ενός εγκλήματος είναι αποτρόπαιη πράξη.

Αυτή η ίδια ντροπή, μ' έκανε με δάκρυα ν' ατενίζω την Αφροδίτη της Μήλου, την Νίκη της Σαμοθράκης και άλλα εκθέματα, κι άλλα corpora scelerorum, (σώματα εγκλημάτων), που λέμε εμείς οι νομικοί.

Το ίδιο επιχείρημα (της ασφαλούς διαφύλαξης) δεν προβαλλόταν χρόνια τώρα, από την Βρεττανία, για τα γλυπτά που αρπάχτηκαν απ' τον Έλγιν,  ξεγυμνώνοντας τον Παρθενώνα; Ακομα βρίσκονται εκεί. Όπως και τα άλλα που αρπάχτηκαν από τους Γερμανούς. Όλα βρίσκονται στα χέρα των αρπάγων.

Όποια σημαία και να βάλετε στα κλεμμένα έργα τέχνης, στην ιστορία και στο πνεύμα, όλα αυτά θα μιλάνε την γλώσσα του δημιουργού τους, και θα λάμπουνε στο φώς του ήλιου που για πρώτη φορά τα φώτισε.

Στα κοινοβούλιά σας ασφαλώς μπορείτε εσείς να μιλάτε και εσείς να αποφασίζετε για την πατρίδα σας ό,τι είναι καλύτερο γι' αυτήν. Και σκέφτομαι:  Γιατί άραγε, στο δικό μας κοινοβούλιο να αποφασίζετε εσείς αντί για τους Έλληνες;

Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Φώτης Κόντογλου: Η μελαγχολία των Παλαιολόγων

Τον καιρό που δούλευα στον Μυστρά, τύχαινε πολλές φορές να βρεθώ μοναχός μέσα στην Περίβλεπτο.Τ’ απόγεμα η εκκλησία σκοτείνιαζε κι αγρίευε. Από πάνου από την σκαλωσιά άκουγα πατήματα. «Κανένα φάντασμα θα περπατά», συλλογιζόμουνα, και γύριζα το κεφάλι μου πάντα κατά το μέρος που στεκόντανε ζωγραφισμένοι οι στρατιώτες και οι πολεμάρχοι. Στεκόντανε στη σειρά ένα γύρο, λίγο ψηλότερα από το χώμα, οι περισσότεροι με βγαλμένα μάτια, τρυπημένοι στο στήθος, πολλοί απ αὐτοὺς κομματιασμένοι από τις σπαθιές. Σε πολλά κεφάλια είχε απομείνει γερό ένα μάτι μοναχά, μα κείνο το μάτι έβλεπε σαν δέκα ζωντανά.


Μνήσθητί μου, Κύριε! Χρόνια πέρασα μέσα σε κείνη την εκκλησιά, και μ’ όλα τούτα ανατρίχιαζα, σύγκρυο με διαπερνούσε. Κείνοι οι χορταριασμένοι τοίχοι ήτανε ζωντανοί, καρδιές χτυπούσανε, νεύρα τανυζόντανε, σπαθιά, σαργίτες, ταρκάσια, σκουτάρια τρίζανε απάνω στα κορμιά. «Και ιδού, σεισμός και προσήγαγε τα οστά, εκάτερον προς την αρμονίαν αυτού. Και είδον· και ιδού επ αὐτὰ νεύρα και σάρκες εφύοντο, και ανέβαινεν επ αὐτὰ δέρμα επάνω. Και εισήλθεν εις αυτά το πνεύμα και έζησαν και έστησαν επί των ποδών αυτών, συναγωγή πολλή σφόδρα».

 
Ετούτοι είναι οι τελευταίοι στρατιώτες του Παλαιολόγου, τότε που ήρτανε και πιάσανε για μετερίζι της απελιπισίας το φημισμένο βουνό του Ταϋγέτου, σιμά στην αρχαία Σπάρτη. Ανεμοδαρμένο απάνου στον βράχο, μαραζωμένο, τα μάτια τους μελανιασμένα και λαμπερά από την θέρμη, από την αγρύπνια και την αγωνία. Ανατολίτες, στρατολογημένοι από τα μέρη της Σηλύβριας, της Μαύρης Θάλασσας, την Αγχίαλο, την Καβάρνα, κι άλλοι ντόπιοι απ τὸν Δρόγγο των Σκορτών, το Σάλαβρο, το Βοίτουλο, τη Μάνη, τη Γρεμπενή, τον Αϊτό κ.α., αίματα παλιά. Δεν είναι στρατιώτες βαριοί, με κορμιά δυνατά. Τα χέρια τους και τα ποδάρια τους είναι κοκκαλιασμένα, τα κορμιά λιγνά, περπατάνε ελαφρά σαν φαντάσματα, πολεμιστές ενός βασιλείου που δεν είναι τούτου του κόσμου. «Θεία παρεμβολή, θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου». Σαν τον αφέντη τους τον Κωνσταντίνο, ξέρουνε το κακό το ριζικό τους.

Κι οι άλλοι οι σύντροφοί τους είναι παραπονεμένοι, μα τούτος είναι πολύ θλιμμένος, φαρμάκι στάζει από το στόμα του. Στέκεται σαν πουλί αναφτερουγιασμένο. Στο να χέρι του βαστά αλαφρά το δοξάρι και τ’ άλλο τ’ ακουμπά απάνω στο σπαθί. Από το λαιμό του είναι κρεμασμένη η περικεφαλαία πισ’ απὸ την ωραία κεφαλή του, στον έναν ώμο του έχει ριγμένο το ταρκάσι με τις σαγίτες και στον άλλον ώμο το σκουτάρι του.

Ώρες καθόμουνα και κουβέντιαζα μαζί του σε μια γλώσσα που δε χρειάζεται μηδέ στόμα για να τη πει, μηδέ αφτί, για να την ακούσει. Τον άκουγα που μου μιλούσε από τον άλλο κόσμο, σαν τ αγέρι που φυσά απάνου στ ἄγρια χορτάρια που ναι φυτρωμένα σε κάστρο ρημαγμένο, μα καταλάβαινα καθαρά τι μου λεγε.

Τούτος ο στρατιώτης δεν είναι κανένας άντρας δυνατός, με κορμί αντρειωμένο, χεροδύναμος και φοβερός. Το κορμί του είναι αλαφρό και λυγερό, τα ποδάρια του ψιλά και μακριά σαν του ζαρκαδιού. Κείνα τα δάχτυλα των χεριών του είναι ίδια κοντύλια ψιλοπελεκημένα, ίδια αγιοκέρια, κι απορείς πως κρατάνε άρματα. Το κεφάλι του γέρνει στον ώμο του σαν του Χριστού. Τέτοιο κεφάλι ποιό πινέλο να το ζωγράφισε! Ζωγράφος είμαι κι εγώ, κι όμως απορώ για την τόση τέχνη. Από ποιό μέρος ήρθε τούτο το χέρι, που κράτησε το πινέλο, για να τυπώσει αυτά τα πικραμένα μάτια, αυτό το πηγούνι, αυτό το στόμα, αυτά τα μαλλιά! Τι μυστήριο κρύβεται μέσα σ αὐτὸν τον καθρέφτη π ἀντιφεγγίζει τις χαρές ενός άλλου κόσμου! Και τι ευτυχία για μας, να φτάξει ίσαμε τα χρόνια μας ένα τέτοιο δώρο εξαίσιο! Πρόσωπο γλυκομελάχρινο, ψημένο από τον ήλιο της Ανατολής, στα μέρη που πολεμούσε για την πίστη του Χριστού. Από τα μισοσφαλισμένα μάτια του βγαίνει μία αντιφεγγιά γλυκιά, ήρεμη και θλιμμένη.



Σ’ όλο τον κόσμο δεν βρέθηκε, μηδέ θα βρεθεί τέχνη όμοια με της Ανατολής, να δίνει τέτοιο πάθος και τέτοιο γλυκό παράπονο στα πλάσματά της. Όποιος έχει καρδιά θερμή, εκείνος θα με καταλάβει. Καμιά τέχνη δε μεταχειρίστηκε τόσο απλά μέσα και καμιά τέχνη δεν έπιασε τέτοια πράματα. Από κοντά, τα μάτια είναι δυό πινελιές, μια μαύρη και μίαν άσπρη, η μύτη είναι καμωμένη με δυό ελαφρές γραμμές! Δεν είναι λοιπόν μεγάλο μυστήριο; Τι θέλουνε να πούνε αυτοί που μιλάνε για φυσικά και για ανατομίες και για επιστήμες και για οφθαλμολογίες και τέτοια; Εδώ δεν υπάρχει μηδέ φυσικό, μηδέ αφύσικο, μηδέ τίποτα. Εδώ υπάρχει αυτό το ανεξερεύνητο μυστήριο, που δεν μπορεί να το πιάσει μηδέ ο σοφός Σολομώντας, με λόγια, με σκολειά και με φιλοσοφίες. «Δώρημα τέλειον άνωθεν καταβαίνον εκ του πατρός των φώτων». Φλόγα άπιαστη, ακατανόητη πνοή!

Η τέχνη της ανατολικής χριστιανοσύνης είναι καθαρή θροφή για το πνεύμα και χαρά για τα μάτια. Το ιδεώδες της Ανατολής απέχει από το ιδεώδες της Δύσης όσο κι ο ουρανός από τη γη. Με το πάθος η Ανατολή πέτυχε το εξωτικό αποτέλεσμα που ζητά το πνεύμα σαν ελάφι διψασμένο. Η Δύση έκανε ανάμεσα στα έθνη εκείνα όπως ο Προμηθέας, και πήγε το φως σ’ εκείνους που ζούσανε στο σκοτάδι. Πήγε και κούρνιασε στην αϊτοφωλιά, στο Τολέδο, Ανατολίτης ντερβίσης, κήρυκας της εγκράτειας στην τέχνη της ζωγραφικής, βαριεστισμένος από τα πανηγύρια της Βενετιάς. Όπως ήτανε κατατρεγμένοι οι Βυζαντινοί που σκαλώνανε στα βράχια του Μυστρά, έτσι κι ο Θεοτοκόπουλος πήγε και φώλιασε στο Τολέδο.

Πηγή 

 

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Άννα Αγγελοπούλου: Ένας ιστότοπος - κόσμημα τέχνης και παιδείας!

Γράφει η Άννα Αγγελοπούλου, και τα δικά μου τα λόγια περιττεύουν:

Ο Άγιος Γεώργιος στην τέχνη. Εικόνες της μεταβυζαντινής περιόδου

Ο Άγιος Γεώργιος στη μεταβυζαντινή αγιογραφία
Σήμερα ήταν η εορτή του Αγίου Γεωργίου, ενός αγίου ιδιαίτερα αγαπητού, ενός αγίου τροπαιοφόρου, υπερασπιστή, μαχόμενου, αγωνιστή και νικητή. Για αυτό, σκέφτηκα κάποιες εικόνες αφιερωμένες στον δημοφιλή άγιο, του οποίου το όνομα είναι ιδιαίτερο διαδεδομένο.
 
Επιλέγω τρεις εικόνες που προέρχονται από τον Ελληνισμό της περιφέρειας. Τρεις εικόνες που αναφέρονται στη δρακοντομαχία του αγίου και αφηγούνται το πιο γνωστό του θαύμα, τη νικηφόρα μάχη του με τον δράκοντα.
Νικόλαος Καντούνης (1768-1834), Άγιος Γεώργιος. Μουσείο Βυζαντινού και Χριστιανικού Πολιτισμού. Αθήνα. Οι μορφές αποδίδονται ρεαλιστικά, αλλά η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική. Υπέροχα εκφραστικό το γλυκύτατο βλέμμα του αλόγου που κοιτάζει προς τον ουρανό.

Είναι η τυπική απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου. Ο άγιος παριστάνεται έφιππος τη στιγμή που καρφώνει με το δόρυ τον δράκοντα. Στα δεξιά του βλέπουμε ένα πύργο που θυμίζει Δυτική φεουδαρχία, ενώ στην εικόνα υπάρχουν και ενδείξεις τοπίου. Η εικόνα φέρει την υπογραφή "χειρ Νικολάου Καντούνη ιερέως". Ο Νικόλαος Καντούνης (1768-1834) ήταν Ζακύνθιος με καταγωγή από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Εργάστηκε στη Ζάκυνθο όπου ήταν Ορθόδοξος ιερέας. Ωστόσο, είναι εμφανής η επιρροή της Δυτικής τεχνοτροπίας στο έργο του. Ο ζωγράφος κινείται έξω από την ατμόσφαιρα της βυζαντινής παράδοσης. Γεγονός που δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα Επτάνησα βρίσκονταν πάντα κοντά στις πολιτιστικές επιρροές από τη Δύση, λόγω γεωγραφικής θέσης, αλλά και λόγω της Βενετοκρατίας.
     
Από μία Βενετοκρατούμενη περιοχή προέρχεται και η παρακάτω εικόνα. Από την Κρήτη.
Γεώργιος Κλόντζας, Άγιος Γεώργιος ο Δρακοντοκτόνος. Β᾽μισό του 16ου αιώνα. Μουσείο Βυζαντινού και Χριστιανικού Πολιτισμού. Αθήνα. 
Στην παραπάνω εικόνα αποδίδεται αριστοτεχνικά μία σκηνή από το μύθο του Αγίου Γεωργίου. Σύμφωνα με το μύθο, η πόλη Αλαγία βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός δράκοντα, ο οποίος εμπόδιζε την ύδρευσή της, γιατί είχε υπό τον έλεγχό του την πηγή της υδροδότησης. Οι κάτοικοι, για να έχουν νερό, αναγκάστηκαν να του προσφέρουν τακτικά μία νεαρή κοπέλα. Στην εικόνα ο άγιος Γεώργιος με στρατιωτική στολή και έφιππος σκοτώνει τον φτερωτό δράκοντα με το δόρυ του και διασώζει την κόρη του βασιλιά της πόλης. Στο βάθος δεξιά, βλέπουμε τον βασιλιά και τη βασίλισσα να κρατούν το στέμμα και τα κλειδιά της πόλης για να τα προσφέρουν στον άγιο από ευγνωμοσύνη. Ευγενείς και στρατιώτες συμπληρώνουν την πολυπρόσωπη σύνθεση. Τα κτίρια και κάστρο της πόλης θυμίζουν Δύση. Πιθανόν απεικονίζεται ο Χάνδακας (το σημερινό Ηράκλειο).
...Και τέλος ένα αριστούργημα, ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Ο άγιος Γεώργιος ο δρακοντοκτόνος. Χρυσοκέντητη εικόνα σε πολύτιμο οστρεοκόσμητο πλαίσιο. Από την Αργυρούπολη του Πόντου. 
Μοναχή Αγάθη, Ο Άγιος Γεώργιος ο δρακοντοκτόνος. 1729. Μουσείο Μπενάκη. 
 


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Συλλογική αποχαύνωση


Διαβάζω πως Μετά από εφτά χρόνια κρίσης, ούτε ένας Έλληνας δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως έχει άγνοια όλων όσων συμβαίνουν στην πατρίδα του – γνωρίζοντας απόλυτα πως οι ευθύνες δεν είναι πια της κυβέρνησης του, αλλά αποκλειστικά και μόνο δικές του.

«Στο «Ακόμη και η βροχή», ένας σκηνοθέτης πηγαίνει στην Βολιβία για να γυρίσει μια ταινία για τον Χριστόφορο Κολόμβο – ο οποίος δεν ήθελε απλά να εκχριστιανίσει τους ινδιάνους, αλλά είχε εμμονή με τον χρυσό μετατρέποντας σε σκλάβους τους ιθαγενείς που του αντιστάθηκαν. Όμως, στην πόλη όπου πραγματοποιούνται τα γυρίσματα, τα αποθέματα νερού πωλούνται σε μια πολυεθνική και οι ιθαγενείς καλούνται 500 χρόνια μετά από την έλευση του Κολόμβου να αγωνιστούν – όχι για το χρυσάφι αυτή τη φορά, αλλά για το πιο απλό αλλά πολύτιμο αγαθό, για το νερό.

Η ταινία επικεντρώνεται σε δύο μοναχούς που αντιτάχθηκαν τότε στην εκμετάλλευση του πληθυσμού. Ο παραγωγός της ταινίας επέλεξε τη Βολιβία, επειδή το κόστος ήταν πολύ χαμηλό, οπότε οι ιθαγενείς κομπάρσοι θα πληρωνόντουσαν μόλις δυο δολάρια την ημέρα. Καθώς όμως ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του βρίσκονται στα γυρίσματα, ξεσπούν ταραχές στην πόλη. Πρόκειται για τον «πόλεμο του νερού», όπως τους εξηγούν οι ιθαγενείς κομπάρσοι – οι οποίοι εγκαταλείπουν τα γυρίσματα της ταινίας, πηγαίνοντας στα οδοφράγματα.

Ο σκηνοθέτης και το συνεργείο αντιδρούν, επειδή η ταινία κινδυνεύει να μην τελειώσει, λέγοντας πως οι κομπάρσοι δεν μπορούν να παρατήσουν τα γυρίσματα και να τρέχουν στις πορείες. Ο ιθαγενής πρωταγωνιστής της ταινίας πρωτοστατεί στην επανάσταση. Η αδικία και η καταπίεση της εποχής του Κολόμβου, στην οποία αναφέρεται το σενάριο του κινηματογραφικού συνεργείου, είναι διάχυτη γύρω του, αλλά οι συντελεστές του αργούν να τη διακρίνουν.

Στην πραγματική ιστορία, η βολιβιανή κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε το 2000 την παροχή νερού, δημόσιου αγαθού ως τότε, με προτροπή της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι πολυεθνικές εταιρίες που προσέλαβε να το διαχειρίζονται τριπλασίασαν την τιμή του, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην μπορεί να πληρώσει. Τα νότια προάστια της Κοτσαμπάμπα δεν είχαν καν εγκαταστάσεις ύδρευσης, οπότε οι κάτοικοι δημιούργησαν μόνοι τους δεξαμενές που μάζευαν το νερό της βροχής και το φίλτραραν.

Το βολιβιανό κράτος απαγόρευσε όμως την «αυθαίρετη» συλλογή της βροχής, δημιουργώντας μια αστυνομία νερού, η οποία έλεγχε τα σπίτια και γκρέμιζε τις δεξαμενές – έως ότου οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και κατέστρεψαν τα γραφεία της πολυεθνικής, καθώς επίσης της νομαρχίας, ακυρώνοντας την ιδιωτικοποίηση του νερού«.

Άποψη

Όποιος θέλει να αποκτήσει μία πραγματική εικόνα της ιδιωτικοποίησης του νερού, η οποία δρομολογείται από την κυβέρνηση κατ’ εντολή των δανειστών (όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές, μετά το 2010 η Ελλάδα κυβερνάται απολυταρχικά από την Τρόικα – κάτι που δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε στο μέλλον, ανεξάρτητα από το ποιό κόμμα θα βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία), δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε αυτά που συνέβησαν στη Βολιβία – αφού αρκεί να ενημερωθεί για τις εμπειρίες της Μ. Βρετανίας, η οποία ιδιωτικοποίησε το νερό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αμέσως μετά την επικράτηση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού.

Ως αποτέλεσμα αυτής της ιδιωτικοποίησης, οι τιμές του νερού στη Βρετανία αυξήθηκαν καθαρά (αφαιρουμένου του πληθωρισμού) κατά περίπου 46%, εντός των επομένων δέκα ετών – ενώ τα κέρδη των εταιρειών που εξαγόρασαν το σύστημα ύδρευσης εκτοξεύθηκαν την ίδια χρονική περίοδο κατά 142%. Ορισμένες δε από αυτές τις επιχειρήσεις πλήρωναν μερίσματα στους μετόχους τους, τα οποία έφταναν στο 25% των ετησίων εσόδων – μία επενδυτική απόδοση που πολύ σπάνια συναντάται στον πλανήτη.

Τα μερίσματα βέβαια αυτά δεν πληρωνόντουσαν μόνο επειδή τα κέρδη είχαν αυξηθεί, εξ αιτίας της ανόδου της τιμής του νερού – αλλά, κυρίως, λόγω του ότι οι επιχειρήσεις επένδυαν ελάχιστα στο δίκτυο ύδρευσης, εξοικονομώντας τεράστια ποσά. Έτσι όμως το δίκτυο σε πολλές περιοχές της Βρετανίας θύμιζε αντίστοιχα των χωρών του τρίτου κόσμου – ενώ στο Λονδίνο είχε φτάσει σε τέτοια εξαθλίωση, ώστε να υπάρχουν απώλειες νερού που υπερέβαιναν το 40%. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εξασφαλισθεί η απαραίτητη πίεση – με αποτέλεσμα πολλές περιοχές του Λονδίνου να μένουν χωρίς νερό.

Στη συνέχεια, μετά από τις μαζικές διαμαρτυρίες των Βρετανών, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ψηφίσει νέους νόμους, οι οποίοι επέβαλλαν τις επενδύσεις στο δίκτυο – οπότε οι ιδιώτες εγκατέλειψαν σε μεγάλο βαθμό το «παιχνίδι», με αποτέλεσμα να εθνικοποιηθεί ξανά η ύδρευση και να διενεργηθούν επενδύσεις πολλών δις, εις βάρος βέβαια των φορολογουμένων. Κάτι σχετικά ανάλογο συνέβη με το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, ενώ είναι σε όλους μας γνωστό το σκάνδαλο της Enron στην Καλιφόρνια, μετά την ιδιωτικοποίηση της παροχής ηλεκτρισμού.

Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω ότι, η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών εταιρειών του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης της Παιδείας, της Υγείας κοκ., δεν αφορά μόνο την Ελλάδα – ενώ η μυστική συμφωνία TiSA είναι αυτή που τις προωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη (ανάλυση). Επίσης πως δεν είμαι καθόλου εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων – αρκεί να μην πρόκειται για επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, μονοπωλιακές κερδοφόρες και στρατηγικές (ανάλυση).

Περαιτέρω τα παραδείγματα της Βολιβίας και της Βρετανίας τεκμηριώνουν ότι, η λεηλασία μίας χώρας δεν εμποδίζεται ποτέ από τις εκάστοτε κυβερνήσεις της – πόσο μάλλον όταν είναι εντελώς αδύναμες και εξαρτώνται απόλυτα από τους δανειστές, όπως στην περίπτωση της υπερχρεωμένης Ελλάδας.

Εμποδίζεται μόνο από τους Πολίτες της, εφόσον βέβαια δεν είναι δειλοί, αλλά θαρραλέοι και ώριμοι – μη αρνούμενοι να πληρώσουν για τα λάθη τους χρεοκοπώντας, καθώς επίσης μη διστάζοντας να αγωνισθούν ή/και να υποφέρουν για την πατρίδα τους, για το μέλλον τους, ιδίως δε για το μέλλον των παιδιών τους.

Στα πλαίσια αυτά το να θεωρεί κανείς ότι, κάνει το καθήκον του ως Πολίτης απλά και μόνο κατακρίνοντας τις υφιστάμενες κυβερνήσεις ή εκλέγοντας συνεχώς νέες, όταν γνωρίζει πολύ καλά πως δεν είναι αυτές που κυβερνούν, είναι το λιγότερο υποκριτικό – πόσο μάλλον όταν με την ανοχή που επιδεικνύει, παραμένοντας σιωπηλός όπως τα πρόβατα, δίνει την εντύπωση στους δανειστές πως αντέχει πολλές ακόμη επιβαρύνσεις, ενώ δεν έχει αντίρρηση να μετατραπεί σε εξαθλιωμένο δουλοπάροικο.

Αυτό το συνειδητοποίησαν ακόμη και οι κάτοικοι της Βολιβίας, οι οποίοι πολέμησαν για τα δικαιώματα τους – οπότε είναι αδύνατον να μην το καταλαβαίνουμε εμείς οι Έλληνες, με μία ιστορία που υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιετίες. Επομένως, κάτι άλλο συμβαίνει, το οποίο δεν μπορώ να υποθέσω – αρνούμενος να αποδεχτώ πως έχουμε σε τέτοιο βαθμό «εκφυλισθεί» ή/και αποχαυνωθεί, ώστε να μην κατανοούμε ούτε καν το συλλογικό και ατομικό μας συμφέρον.

Κλείνοντας, υπενθυμίζω και εγώ με τη σειρά μου ότι, «κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει έναν αποφασισμένο λαό, αλλά όλοι μπορούν να ποδοπατήσουν έναν τρομοκρατημένο λαό» (άρθρο) – ενώ μετά από εφτά χρόνια κρίσης, ούτε ένας Έλληνας δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως έχει άγνοια όλων όσων συμβαίνουν στην πατρίδα του, γνωρίζοντας απόλυτα πως οι ευθύνες δεν είναι πια της κυβέρνησης του, αλλά αποκλειστικά και μόνο δικές του.

Σημείωση: Ετούτο το άρθρο του κ. Ιάκωβου Ιωάννου, που αυτούσιο αναρτάται σήμερα, δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα  εδώ: http://www.analyst.gr/2016/10/06/sillogiki-apoxavnosi/, είναι πολύ χρήσιμο, γιατί είναι πολύ καλογραμμένο και ασχολείται με ένα παγκόσμιας σημασία θέμα, της εποχής. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε, ανάγλυφα, τις δυνατότητες της μη συλλογικής αποχαύνωσης των λαών. Με την παραβολή του γυρίσματος μιας ταινίας και την αντιστοίχιση του θέματος με την επικαιρότητα, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε κι εμείς όχι μόνο την γενικότερη αντίστοιχιση, αλλά και την ειδικότερη, στα δικά μας προβλήματα και τις ανάγκες. Στα δικά μας πολιτικά τεκταινόμενα και στα διεθνώς μεθοδευόμενα, ασχέτως των αναγκών του κόσμου και των πιέσεων που ασκούνται σε βάρος του. Αλλά και στην δική μας ανεκτικότητα. Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε την σημερινή κατάντια, σαν που άδηλο φαίνεται να είναι το τέρμα της;