Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Η ελευθερία του προσώπου, στην παραβολή του ασώτου


Image result for εικόνες παραβολή του ασώτου 

Η παραβολή του Ασώτου είναι μια ευκαιρία για να αναστοχαστούμε τις πτυχές της Ευαγγελικής περικοπής. Και πρώτα-πρώτα την εγωϊστική απόφαση διαχωρισμού, την αποχώρηση από την (οικογενειακή) εστία. Ύστερα, την μετάνοια και την στερρά απόφαση του αμαρτωλού να επιστρέψει ταπεινός και μετανοημένος στην εστία. Τέλος, στην άφατη ευσπλαγχνία  του Πατρός να αποδεχθεί στους κόλπους του τον μετανοημένο υιό.

Ετούτη την Κυριακή, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μια ακόμη ερμηνεία της παραβολής του ασώτου. Κι είδαμε, πως  πιό πολύ από όλα, εκείνο που βαραίνει είναι η  αυτεξούσια βούληση του ανθρώπου για κάθε εξέλιξή του. Για την σωτηρία ή την απώλειά του. Για την πρόοδο ή τον αποπροσανατολισμό του

Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να διαλέξει τον δρόμο που θα βαδίσει. Έτσι, κι ο άσωτος της παραβολής μας. Απεφάσισε κατ' αρχήν να φύγει και να ξεχωρίσει, να ζήσει ανεξάρτητα από την οικογένειά του. Εν συνεχεία, αφού τα αποτελέσματα της πρώτης του αποφάσεως ήταν τραγικά και ανυπόφορα, ήρθε στα σύγκαλά του ("ήλθε εις εαυτόν"), κι απεφάσισε  να αλλάξει την πρώτη και καταστροφική αυτή απόφασή του! Και, τελικά, (απεφάσισε και) επέστρεψε, μετανοημένος, ταπεινά ζητώντας καταφύγιο στην στοργή της πατρικής αγκαλιάς.Γιατί, και η μετάνοια είναι απόφαση και στάση.


[Ετούτο που είπε ο επιστρέφων άσωτος, το:  "πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου", ψιθυρίζουμε κάθε φορά που προσεγγίζουμε το Άγιο Ποτήριο, για να κοινωνήσουμε του Τιμίου Αίματος του Σωτήρα μας.]

Από την άλλη, η ευσπλαγχνία του Πατέρα,  που ο ίδιος έτρεξε να προϋπαντήσει τον επιστρέφοντα και μετανοημένο του υιό, μας δείχνει το μέγεθος και την ποιότητα της πατρικής συγχώρεσης: Απόλυτη, πλήρης, θεραπευτική. Αυτή η συγχώρεση παρέχεται χωρίς όρους, χωρίς τσιγκουνιά, κι είναι πανηγυρική, είναι όμοια με την πριν από την πτώση αγάπη, την συνύπαρξη  και την ομόνοια, αν όχι μεγαλύτερη και λαμπρότερη.

Κι αυτή την συγχώρεση μας διδάσκει η παραβολή του ασώτου νά 'χουμε μεταξύ μας. Όχι μια μισερή και μίζερη, επιφανειακή και για τα μάτια του κόσμου, συγχώρεση. Γιατί η πρώτη σβήνει τα λάθη και τα πάθη, κι ανάβει την φλόγα της αγάπης, ενώ η δεύτερη θεριεύει την μνήμη της ύπαρξης των παθών και των λαθών κι εμποδίζει την σπίθα της αγάπης να γίνει φλόγα.

Ο πειρασμός της ζηλοφθονίας (του πρωτότοκου αδελφού της παραβολής), καραδοκεί κάθε στιγμή, για να σκιάσει την χαρά της αδελφικής αγάπης και της ομόνοιας. Κι ο πειρασμός αυτός, είναι στο χέρι μας να εξοβελισθεί, όπως και κάθε πειρασμός. Αφού η ανταπόκρισή μας σε τέτοιες προ(σ)κλήσεις, είναι απόφαση δική μας. Αν αδέξιοι βρεθούμε, και ο πειρασμός εισχωρήσει στην καρδιά μας, ο Πατέρας διδάσκει: Πως δεν υπάρχει λόγος πικρίας και φθόνου, γιατί σαν είμαστε όλοι επί το αυτό, τα πάντα είναι κοινά. Και η αγάπη και η ευτυχία.

Η διαίρεση, η διαφωνία, η έρις, η ψυχική και πνευματική απομάκρυνση είναι που καταστρέφουν την ενότητα και την κοινωνία προσώπων, αισθημάτων, αγάπης, ειρήνης και ευτυχίας.



[Η παραβολή του ασώτου:

Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (Λουκ. ιε´ 11-32).  

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. Καὶ μετ ̓ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα, ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος, εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. Ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον, ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μό-σχον τὸν σιτευτόν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ ̓ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.]


Ετούτο το Σημείωμα είναι αφιερωμένο στον παπα-Νικόλα, της Ενορίας των Τριών Ιεραρχών, που με το κήρυγμά του μας ανέδειξε, πέρα από όλα τα άλλα, και την σημασία του αυτεξουσίου της βουλήσεως ακόμη και -κυρίως!-του ασώτου.