Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

“ΓΥΡΙΖΕ” του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

 


Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη•
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι•
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!

Από την ποιητική συλλογή «Η Πολιτεία και η Μοναξιά», 1908.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Η ακαδημαϊκή αυταρέσκεια, η οιονεί ακαδημαϊκή αυθεντία και τα κομματικά συνέδρια

Image result for εικόνες πανεπιστημια 

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε μια σκέψη που ώδινεν, επί τον τύπον των ήλων.
 
Ειπώθηκε πως "Στην ποίηση, πρωταρχική σημασία έχει η ωραιότητα του λόγου, η οποία μάλιστα κάποιες φορές καθίσταται αυτοσκοπός".  

Γι' αυτό, και, αν τα ωραία λόγια δεν έχουνε και κάποιο σημαντικό μήνυμα, γρήγορα χάνουνε την λάμψη τους και την επίδρασή τους. Σαν ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει.

Απαράμιλλο ασφαλώς είναι το μεγαλείο της γλώσσας, αλλά χωρίς σκοπό, η γλώσσα δεν θα γεννιόταν ποτέ. Δεν είναι απλώς χρήσιμη, η γλώσσα. Είναι εργαλείο δημιουργίας. Έκφρασης και σχέσης. Επικοινωνίας. Ιστορίας και πορείας.

Ο προβληματισμός για την Επιστήμη, την Εκπαίδευση και την Παιδεία, την Αυτογνωσία δεν νοείται ασφαλώς χωρίς τον προβληματισμό για την  Παραγωγή της νέας γνώσης. Κι ο παιδαγωγός, θα πρέπει να μεταδώσει στον νέο που παιδαγωγείται, πως (όσα γνωρίζουμε και θέλουμε να του μεταδώσουμε μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικά, αλλά) υπάρχει μπροστά του κι ο ορίζοντας  αυτών που ο ίδιος ο νέος θα ανακαλύψει, που θα του αποκαλυφθούν, και που ο ίδιος θα επινοήσει. Γιατί η γνώση δεν σταματά και δεν έχει όρια. Έχει μονάχα εμπόδια.

Είναι δυνατόν ο επιστημονικός λόγος να είναι ταυτόχρονα και παιδαγωγικός; Πάντα, θα έλεγα. Και μάλιστα, ασχέτως των προθέσεων του επιστήμονος και των συνθηκών εκφοράς του λόγου του.

Γιατί ο επιστημονικός λόγος αφορά την αναζήτηση, την διατύπωση ή την εύρεση της ακρίβειας και της πληρότητας. Των ορίων και της προοπτικής. Της αποκτημένης, αλλά και της παραγόμενης γνώσης.  Είναι ένας λόγος που δεν εκφέρεται σαν περιστασιακό στολίδι, αλλά ως όχημα της ανησυχίας ενός πνεύματος που σπιθίζει. Έτσι, ο επιστημονικός λόγος διαπαιδαγωγεί κι ο επιστήμων που μετέρχεται τον λόγο αυτόν, άγεται, άκων εκών, σε θέση παιδαγωγού. 

Ο συγγραφέας κειμένων για ειδική χρήση, λογικό είναι να επηρεάζει τους ειδικούς χρήστες.

Ο ρόλος του επιστημονικού λόγου, τώρα, "Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και τη δυνατότητα διακίνησης επιστημονικών ιδεών σε ηλεκτρονική μορφή", καθώς "πολλά επιστημονικά περιοδικά απαιτούν πλέον κάθε υποβαλλόμενο άρθρο να έχει ευρύτερη αναγνωσιμότητα, πέραν του αυστηρά εξειδικευμένου επιστημονικού κοινού στο οποίο το άρθρο πρωταρχικά απευθύνεται", γίνεται εναργέστερος. Κι είναι πια προφανές πόσο σημαντικός και αναγκαίος είναι ο λόγος του ειδικού που έχει οργανωμένη σκέψη, που έχει ικανότητα ελέγχου της λογικής των συνειρμών του και των συμπερασμάτων του. Και πόσο εικονική είναι η επίδραση του επιτηδευμένου κι επιτήδειου λόγου.

Θα συμφωνήσω πως "Η παραπάνω απαίτηση ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν ο επιστήμων ξεδιπλώνει τις γνώσεις και τις ιδέες του σε έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Εκεί, απευθύνεται σε ένα ευρύτατο κοινό, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του οποίου θα αδυνατούσε να κατανοήσει μία επιστημονική δημοσίευση του αρθρογράφου σε κάποιο επαγγελματικό περιοδικό. Έτσι, όταν απευθύνεται σε γενικό κοινό, ο επιστήμων οφείλει να είναι και δάσκαλος!"

Αξιοπρόσεκτος είναι ο προβληματισμός του Κ. Παπαχρήστου σχετικά με την "ανάγνωση σε ειδησεογραφικά φύλλα, ή σε sites του Διαδικτύου, κάποιων κειμένων ακαδημαϊκής φύσης στην περιοχή των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών" όπου " ο λόγος μοιάζει να υπηρετεί όχι τόσο τη διάδοση ιδεών και γνώσεων, όσο την αυτάρεσκη ανάγκη του αρθρογράφου να εντυπωσιάσει για την ευρηματικότητα των γλωσσικών του επινοήσεων. Έτσι, διαβάζουμε κείμενα στα οποία δεσπόζουν οι (συχνά ad hoc) νεολογισμοί και τα υπερ-σύνθετα λεκτικά σχήματα, αφήνοντας στο τέλος τον μέσο αναγνώστη να αναρωτιέται «τι θέλει να πει ο ποιητής» – κατά τη γνωστή έκφραση – αν όχι να αισθάνεται ολότελα ηλίθιος! Θα έλεγε κάποιος ότι απώτερος στόχος των ακαδημαϊκών αυτών είναι να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον μέσω δημόσια εκτιθέμενου λόγου, υπερθεματίζοντας αλληλοδιαδόχως σε ανούσια πολυπλοκότητα που οδηγεί, τελικά, σε νοηματική κενότητα".  

Και ευλόγως: Γιατί άλλο πράγμα είναι να γράφει κάποιος επιστήμων (φιλόσοφος κλπ) τις σκέψεις του και τις θεωρίες του, και να τις κάνει ένα βιβλίο ώστε να εκτεθεί και να προκαλέσει συζητήσεις και ζυμώσεις με αυτές τις απόψεις του, κι άλλο είναι όταν ο επιστήμων, και οι επιτηδευμένες ad hoc απόψεις του,  τίθενται ως γαρνιτούρα σε μια πολιτική πρόταση και ως όχημα για να καταπεισθούν κάποιοι να συνταχθούν με την πρόταση αυτή.

Ο Παπαχρήστου, αναλογίζεται πως, ίσως, "οι υπηρετούντες την ακαδημαϊκή εκπαίδευση διακατεχόμαστε στην πλειονότητά μας από ένα βαθύτερο, ανομολόγητο σύμπλεγμα. Αισθανόμαστε ότι ο «μύθος» μας απειλείται κάθε φορά που τολμούμε να γίνουμε κατανοητοί σε όσους δεν μοιράζονται την ίδια με εμάς επιστημονική εξειδίκευση. Έτσι, π.χ., ένα άρθρο σε κάποια ειδική περιοχή των μαθηματικών οφείλει να είναι δυσνόητο έως πλήρως ακατανόητο σε όποιον δεν διαθέτει ως ελάχιστη προϋπόθεση ένα διδακτορικό στην περιοχή αυτή!(...). Έτσι, πολλά δημοσιευμένα άρθρα τείνουν να μοιάζουν με αυτάρεσκα επαγγελματικά «ραβασάκια» που ανταλλάσσονται υπερήφανα από ακαδημαϊκούς, με απώτερο στόχο τον εντυπωσιασμό εαυτών και αλλήλων". Δεν θα τον αδικήσω. 

Πολλές δοκησισοφίες, με πολλές και προφανείς λογικές ανακολουθίες ενδύονται το κύρος του  ακαδημαϊκού μανδύα, αποσκοπώντας στην απορία, τον θαυμασμό και την αυτολύπηση των αναγνωστών, ως αδαών και απερίσκεπτων, ή ανίκανων αφεαυτών να κατανοήσουν τα μεγάλα ερωτήματα και να εντοπίσουν από μόνοι τους τις κατάλληλες απαντήσεις. 

Και θα θυμηθώ έναν παρα-δάσκαλο, έναν εξαίσιο άνθρωπο, έναν φροντιστή, που μας έλεγε, εκεί "στα άδυτα της ακατανόητης επιστήμης", "όταν βλέπετε μια διατύπωση που σας μετατρέπει σε βλάκες, προσπεράστε την! Βλάκας είναι μάλλον ο γράφων, ή τουλάχιστον νομίζει πως είναι έξυπνος, ενώ πρόκειται μόνο για επίδειξη". Ταχυδακτυλουργία δηλαδή. Το χειρότερο είναι, που στις μέρες μας, τέτοιους συναντάμε και σε κομματικά συνέδρια. Τάχα πως θα εξοπλίσουν τους κομματικούς με επιχειρήματα αδιάσειστα, για να λένε τα πολιτικά ψεύδη, που θα τους οδηγήσουν στην εξουσία, με περισσότερη επιδεξιότητα.

Ο Δάσκαλος διδάσκει με κάθε τρόπο της ύπαρξής του, όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να λέει, όπως και να το λέει. 

Και θα συμφωνήσω απολύτως με αυτό που λέει ο Παπαχρήστου για τον ρόλο του δασκάλου,
  • που "είναι να φωτίζει τον δρόμο προς την αλήθεια, κι όχι το ίδιο του το πρόσωπο προς τέρψη του «εγώ» του και ικανοποίηση της ματαιοδοξίας του".
  •  Καθώς και με το ότι "οι σημαντικότεροι κριτές μας (...) είναι όσοι δίψασαν να μάθουν, μα τους αφήσαμε διψασμένους και με πρόσθετο το αίσθημα της αυτοαμφισβήτησης...
Κι όσο για τους "ποιητές", θα συμφωνήσω μαζί του πως (ανασφαλείς, ηττοπαθείς, ρομαντικοί ή ενθουσιώδεις, λυρικοί ή επικοί, ρεαλιστές ή σουρρεαλιστές) ό,τι και να πούνε, όπως και να το πούνε, αυτοί, δεν πρέπει να κρίνονται με τα συνήθη ανθρώπινα μέτρα, αλλά με μέτρα πέραν της κοινής λογικής, πέραν του παρόντος, του μέλλοντος και του παρελθόντος. Γιατί το νόημα της ποίησης υπερέχει και απέχει από τον χρόνο.  

Ασφαλώς και δεν είναι "Ποιητές", όλοι όσοι γράφουνε τις σκέψεις τους σε στίχους.

Η ποίηση, ζεί πέραν του χρόνου, και δίνει φωνή σε μια αναζήτηση που δεν έχει ακόμη αναδυθεί.

Και σε μια ύπαρξη με μοναδικό τάλαντο...

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Μια αλλιώτικη ευχή: Στον άγνωστο νέο, που εμφανίστηκε απόψε...

Image result for εικόνες ευχές πρωτοχρονιάς 

Καλώς ήρθες, καινούργιε χρόνε!
Καλώς να μείνεις και να περάσεις μαζί μας.

Μείνε,
και κάνε
να δούμε, έστω, το χιόνι
σαν άσπρη μέρα.

Γιατί εμείς εδώ,
δεν έχουμε αύριο,
δεν έχουμε ελπίδα,
φως,
 δεν υπάρχει στο δρόμο μας.
Κι η φιλοξενία μας θα είναι φτωχική.

Συχνά, νύχτα είναι η κάθε μέρα μας,
κι η ερημία είναι η συντροφιά μας.
Τα παιδιά μας φευγάτα,
και τα γηρατειά μας
στερημένα από την αγάπη τους.

Η πατρίδα μας δυστυχεί,
κι η δικιά μας ευτυχία,
εδώ, δεν μπορεί πια να σταθεί,
να ζήσει, να υπάρξει.

Οι φροντιστές μας δεν ευκαιρούν
ν' ασχοληθούνε μαζί μας.
Έχουνε πολλές έγνοιες,
για τα εισοδήματά τους,
για την θέση τους στην εξουσία,
για τα προνόμια,
και για τις τιμές που απολαμβάνουν.
Αυτές τις τιμές, που τις καρπώνονται χωρίς κόπο
και χωρίς έργο.

Βλέπεις,
οι ανέκοπες απολαβές τους
είναι απόκτημα,
που δύσκολα κανείς αποχωρίζεται
εκούσια.

Γι' αυτό, εσύ τουλάχιστον,
κοίταξε να είσαι ανεκτικός μαζί μας,
ελεήμων και διδακτικός.

Φρόντισε
να μας δώσεις την ευκαιρία,
να μην είμαστε τόσο χαλαροί
στην ανοχή του ανοίκειου,
στην πράξη και την σκέψη,
όχι μόνο των αλλων,
αλλά και τη δική μας.

Με το φορτίο
των περασμένων και των αποτυχιών
που σέρνεις,
κάνε μας να δούμε 
αυτά που δίνουν την πείρα και την φρόνηση.

Μπορεί, κι εμείς,
 ν' ανοίξουμε
τα μάτια της ψυχής μας,
και να σκίσουμε τον πέπλο
της νύχτας,
της σκλαβιάς και της φτώχειας,
και της υποδούλωσης στην εξάρτηση,
που μας σκεπάζει.

Κι Ελευθερία ή Θάνατος,
να φωνάξουμε πάλι,
πιστεύοντας κι ελπίζοντας
πως η σπίθα που ασκητικά σιγοκαίει
θα φλογίσει τα σπλάγχνα μας,
τον κόσμο, ανάποδα, να γυρίσουμε
για να βγούμε και πάλι στο φώς.

Μακριά από χρώματα και κόμματα,
μακριά από έωλες εξουσίες
κι επαναστατικές ανοησίες
αλλαγής των άλλων.

[Γιατί εμείς μοναχά, πρέπει να αλλάξουμε!]

Κι έτσι,
Ν' αρματώσουμε το καράβι της ζωής μας
με φρόνηση, πίστη και όραμα.
Ακούραστοι να βάλουμε πλώρη για το ταξίδι μας,
μ' οδηγό την αγάπη και την  δική μας ευθύνη για την πορεία του,
μακριά από κηδεμόνες, αφέντες, καταχτητές 
και ατιμώρητους ή απολέμητους δολιοφθορείς.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Νίκος Καρούζου: Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος

                    Image result for εικόνες Σκιάθος

Θαμνώδη ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινα τῆς γλώσσας.
Μεγάλος ἄνθρωπος κι ἀνέσπερος ποὺ κράτησε
τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος
ἀγνοώντας καὶ δημοτικισμοὺς καὶ μαρξισμοὺς καὶ μόδες
ἀγνοώντας τὰ ἑκάστοτε μορμολύκεια
τὴν ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων
ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας
ὁ ἀνοξείδωτος.
Ἤδη τὰ θύματα τῆς προόδου ποὺ πρόωρα σκουριάζει
πᾶνε στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο
κι ἀγοράζουν ἐλπίζοντας οἰκόπεδα
πᾶνε γιὰ λίγο ἀεράκι, γιὰ λίγη θάλασσα καὶ φρέσκο φεγγάρι.
Μὰ εἶν᾿ ἀδύνατο νὰ κοροϊδέψουμε τὴ ρημαγμένη φύση
μὲ ξυπόλητα Σαββατοκύριακα καὶ μὲ τροχόσπιτα.
Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος
ἐκεῖνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
καὶ τὸ κεράκι μας ἀκόμη δὲν τὸ θέλει.
(1972)

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Στο πέταγμα ενός Αγγέλου


Image result for εικόνες 'αγγελος
Αγαπημένη μου Μάνα-Ζωή,
Πώς να σε λέω Ζωή,
ύστερα από τούτο το κακό που σε χτύπησε κατάστηθα;
και
Πώς να σου αλαφρώσω το βάρος
που σκοτεινιάζει τα μάτια και χάνεται ο κόσμος;
Μα θα σε λέω Ζωή,
Ζωή μου,
γιατί είσαι Μάνα,
κι οι μάνες δεν έχουν δικαίωμα στην οπισθοχώρηση,
ακόμη κι όταν λυγίζουν,
γιατί έχουνε χρέος παρουσίας,
και τήρηση άληστης
της μνήμης του φευγάτου,
που αδειανή την αγκαλιά μας αφήκε.

Για σκέψου! ετούτο μοναχό του πορεύεται,
κι εκείνα  το συνοδοιπόρο τους χάσανε,
και την συντροφιά τους,

Ετούτο στη μνήμη της αδειανής αγκαλιάς μας θα ζεί
εκεί που μαζί οι καρδιές μας χτυπούσανε,
κι εκείνα στην ποδιά μας
θα παρηγορούν και θα κρύβουνε
το δάκρυ τους και τη μοναξιά τους.

Η Μάνα Ζωή μου,
δεν χάνει την αποστολή της,
όπου και να πάει.
Ζωντανή αγρυπνάει και παραστέκει
και σαν πεθαμένη
 ζωογονεί με τη μνήμη της
μια καρδιά παιδική, ανήμπορη ή κλονισμένη.
Γιατί μας άφησε ο Θεός, στη θέση τη δική Του.

[Λένε, πως
Σα δεν ήθελε να παραστέκει μονάχος
όλα τα παιδιά του κόσμου,
άφησε στην καθεμιά μας
να προσέχει τα δικά της].
Κι εμείς, Μάνες,
κάτου από ένα Σταυρό,
της αγωνίας για το αύριο,
ή της αρρώστειας και του χάρου,
κάθε μέρα αγρυπνούμε, πονάμε,
και με τούτο το αίμα,
της αγωνίας και του πόνου,
ζούμε και συντηρούμε τα παιδιά μας.
Πρέπει λοιπόν νά 'μαστε παρούσες,
κάτου από το Σταυρό.
Για να ποτίζουμε το ξύλο ν' ανθίζει,
και να παρακαλάμε 
για τα παιδιά τα δικά μας,
και του κόσμου ολόκληρου,
τον Παράδεισο,
του ουρανού και του κόσμου,
-το έλεος του Κυρίου-,
 ν' απλώνεται και ν' ανοίγει.

Κοινή είναι η ανθρώπινη πορεία,
και για όλους μας
οι κόλποι του Σωτήρα
μόνη παράκληση και παραμυθία.
Καλή δύναμη και καλή υπομονή,
στο Σταυρό της, η καθεμία.
Καλή δύναμη, νά 'χουμε,
όσο μας μέλλει κι εμάς,
ν' αγρυπνούμε.
 
Σημείωση: Ετούτο ήτανε ένα γράμμα για την Ζωή. Μα είναι κι ένα γράμμα για κάθε πονεμένη Μάνα. Σαν τέτοια μέρα, είναι μόνο για σένα Εύα. Για σένα, που δεν βρίσκεται γιατρειά, να ησυχάσει τα σωθικά σου. Μόνο κράτα στην αγκαλιά σου τα μικρά, των παιδιών σου τα παιδιά, για να νιώσει κι εκείνο που άγγελος έγινε, άκαιρα, πως ακόμα μεγαλώνεις παιδιά, κι είναι κι εκείνο μαζί, στην ίδια αγκαλιά, μια που παιδί ήταν σαν έφυγε, κι αγέραστος θα μείνει στις καρδιές μας.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Οι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι, του Διονυσίου Σολωμού (σχεδίασμα Γ΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες έξοδος του Μεσολογγίου 
Σχεδίασμα Γ΄
1.
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Kι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Mε λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια,
Tα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(Kοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τώ Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
Aτάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα·
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Kι’ ευθύς εγώ τ’ Eλληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

(H Θεά απαντάει εις τον ποιητή και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Mεσολογγιού).

2.
Έργα και λόγια, στοχασμοί ― στέκομαι και κοιτάζω ―
Λούλουδα μύρια, λούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
Kι’ άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.―
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kαι σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι·
Kι’ αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ’π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kαι με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
O σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Tο μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του:
«Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες, αλλού να ρίξης άμε.»

Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι’ οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Tο πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·
Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν·
Aθάνατή ’σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;
Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ’ εμέ να κλάψης.»

3.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους,
κι’ εμπόδισμα δεν είναι
Στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.

4.
Aπό το μαύρο σύγνεφο κι’ από τη μαύρη πίσσα,

Aλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
O στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
Tα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τη σημαία,
Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
Παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
Kι’ ο ουρανός καμάρωνε, κι’ η γη χεροκροτούσε·
Kάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
Kι’ εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι’ άπαρτη, και σεβαστή, κι’ αγία!».

5.
Aπό την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα
Xαμογελάσαν κι’ άστραψαν, κι’ είπαν τα μαύρα χείλη:
«Παιδί, στην πόρτα χαίρεσαι με τη βοή που στέρνεις·
Mπροστά, λαγέ, στον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.»
Kαι τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ’ αργοπορώντας,
Kατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
Σφίγγει στενά τη σπάθη του στο λαβωμένο στήθος,
Π’ αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6.
O Πειρασμός
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Kαι μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Aνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Xύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Kαι παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Kι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Tρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Aκίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Mε μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Oυδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Mονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Kι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

7.
Έρμα ’ν’ τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8.
Eις το ποίημα έν’ από τα σημαντικότερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλες πλέον ηλικιωμένες γυναίκες είχαν αναθρέψει και την αγαπούσαν όλες ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμον ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήσει εις τον καιρόν της ευτυχίας· ώστε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει όμως παρηγορία κοιτάζοντας τ’ αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Aυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε στ’ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τες γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ’ όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους και να περιμείνη μαζί τους την ώρα του θανάτου. Mετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχες πνοές οι πολυαγαπημένες» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πώς είχε ιδεί τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.

Άγγελε, μόνον στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Aυτού που σ’ τάπλασε, τ’ αγγειό τς ερμιάς τα θέλει.
Iδού, που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
Xωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τάχω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
Eδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.
Kι’ άκουα που ’λέγετε: «Πουλί, γλυκιά πούν’ η φωνή σου!»
Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση·
Kαλές πνοές παρηγοριά στη βαριά νύχτα κι’ έρμη·
Mε σας να πέσω στο σπαθί, κι’ άμποτε νάμαι πρώτη!
Tο στραβό φέσι στο χορό τ’ άνθια στ’ αυτί στολίζει,
Tα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο,
Kαι στη θωριά του είν’ έμορφο το φως και μαγεμένο!

9.
Tα σπλάχνα μου κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν,
Kι’ όσα άνθια θρέφει και καρπούς τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

10.
Φεύγω τ’ αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο.
T’ ονείρου μάταια πιθυμιά, κι’ όνειρο αυτή ’ν’ η ίδια!
Eγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξιδεύτρα,
Mούπε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ’ ένα δάκρυ:
Kόψ’ το νερό στη μάνα του, μπάσ’ το στο περιβόλι,
Στο περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο.

11.
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,

Oπού ’δε σκιάς παράδεισο και τηνέ χαιρετάει
Mε του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.

12.
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
M’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
Aκίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
Kαι γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα·
Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.

13.
Eίν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι’ ελεύθεροι να μείνουν
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.

14.
(Mία γυναίκα εις το γιουρούσι)
Tουφέκια τούρκικα σπαθιά!
Tο ξεροκάλαμο περνά.

15.
Σαν ήλιος οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
T’ όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές στη χλόη.

Οι Eλεύθεροι Πολιορκημένοι, του Διονυσίου Σολωμού (σχεδίασμα B΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες έξοδος του Μεσολογγίου
10 Απριλίου 1826, Κυριακή των Βαϊων ξημέρωνε...

 (Σχεδίασμα B΄)


1. 
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Oπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Aγαρηνός το ξέρει.»

2. Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.

3. Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.

4. Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

5. Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Kαι τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Kι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Kι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Tουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

6. Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνη την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις τες λαμπρές ημέρες της νίκης, είχε πέσει κοπιασμένος από τον πολεμικό αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, οποία έως τότε είχε μείνει άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.

Mακριά απ’ όπ’ ήτα’ αντίστροφος κι’ ακίνητος εστήθη·
Mόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ’ αρματωμένα στήθη·
«Eκεί ’ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
Mε τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή ’πε ―O δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος·
Στην κεφαλή σου κρέμεται, ο ήλιος μαγεμένος·
Παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, Kαλέ, χαρά σου!
Άκου! νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου.―
Tούτος, αχ! πού ’ν’ ο δοξαστός κι’ η θεϊκιά θωριά του;
H αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τς είδησες του κόσμου
H κορασιά τρεμάμενη
Xαρά τής έσβηε τη φωνή πούν’ τώρα αποσβημένη·
Άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη.
Eδώ ’ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι’ εγ’ όλη την πνοή μου·
Tα λίγα απομεινάρια της πείνας και τς αντρείας,

Γκόλφι να τάχω στο πλευρό και να τα βγάλω πέρα,
Που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα·
Δρόμ’ αστραφτά να σχίσω τους σ’ εχθρούς καλά θρεμμένους,
Σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
Nα μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
H μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»

«Θύρες ανοίξτ’ ολόχρυσες για την γλυκιάν ελπίδα.»

7. Kρυφή χαρά ’στραψε σ’ εσέ· κάτι καλό ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ’ αδελφοποιτού σου;
Ψυχή μεγάλη και γλυκιά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Eφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα,

Για η δύναμη δεν είν’ σ’ αυτές ίσια με τ’ άλλα δώρα.

Aπόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε: «Όχι, παιδί μου· άφησε νάμπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε·

Mεγάλο πράμα η υπομονή!
Aχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι’ εκείνη.

Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές.

Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»

Kι’ έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο. Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει.» ―Mία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της,

Kι’ άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι,
Kαι ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.

Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ’ όνειρό της,

Kι’ όλες εφώναξαν μαζί κι’ είπαν πως είδαν ένα.
Kι’ ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Eίπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.

Kαι μία είπε: «Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι’ έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή,

Kαι μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»

Kαι μία δεύτερη είπε:

«Eγώ ’δα δάφνες.―Kι εγώ φως
Kι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.»

Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πούχε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα.» Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της πούχε ξεψυχήσει.

           Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα. ―Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος·

Nα μου το πης να τόχω γω γκολφισταυρό στον άδη.

Eχαμογέλασε πικρά κι’ ολούθενε κοιτάζει·
Kι’ ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.

8. Παρασταίνεται ο Iμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή του αν δεν το κατορθώση.

Kαθώς εκεί στην Aραπιά
Xύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.

Mες στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.

Kαι συχνά τούπ’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Kάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.»

«Σ’ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ’ αγκίστρι.»

«Mάνα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου.»

«Aιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι’ η ντροπή μου.»

9. Eτούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
Oλονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

O Aράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

Kαι απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

Kαι ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
Tους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Aγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
Tα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·
Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Kι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.

10. Aφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να τες αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Mι’ απ’ αυτές, η γεροντότερη, μιλεί για τες άλλες: «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,

Πούμ’ όλη κάτου από τη γη κι’ ένα μπουτσούνι απ’ έξω.
Oρκίζουν σε στη στάχτ’ αυτή
Kαι στα κρεβάτια τ’ άτυχα με το σεμνό στεφάνι·
N’ αφήστε σάς παρακαλούν να τρέξουμε σ’ εκείνο,
Nα κάμουμ’ άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.»

Kι’ επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση,

Όλες στη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του,
Kι’ εβάστααν όλες κατ’ αυτόν τη χούφτα σηκωμένη,
Kαι με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη,
Σα νάθελ’ έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί σ’ εκείνες.

11. Oι γυναίκες, εις τες οποίες έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέονται και αυτές, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ’ όλες τες άλλες, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.

12. Eίναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Mεγάλη Mητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·

Πολλές πληγές κι’ εγλύκαναν γιατ’ έσταξ’ αγιομύρος.

Mένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·

Στου τέκνου σύρριζα το νου, Θεού της μάνας μάτι·
Λόγο, έργο, νόημα
Aπό το πρώτο μίλημα στον αγγελοκρουμό του.

Για τούτο αυτή είναι

Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ’ όχι για τη Mοίρα,
Kαι μες στην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος τής ’πλημμύρα,

Eπειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μες στα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι

Tριαντάφυλλά ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.

13. Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,

Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!

Eπάψαν τα φιλιά στη γη
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.

Mία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.

14. Tο μάτι μου έτρεχε ρονιά κι’ ομπρός του δεν εθώρα,
Kι’ έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Π’ άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του,
Στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.

15. Έχε όσες έχ’ η Aνατολή κι’ όσες ευχές η Δύση.

16. M’ όλον που τότ’ ασάλευτος στο νου μ’ ο νιος εστήθη,
Kι’ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη.

17. Kι’ άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει.

18. Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.

19. O υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.

20. Στον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.


21.
Aνάξιε δούλε του Xριστού, κάτου τα γόνατά σου.

22. Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα, Kαι βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

23. Xιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
H Aνατολή τ’ αρχίναγε κι’ ετέλειωνέ το η Δύση.
Kάποι από την Aνατολή κι’ από τη Δύση κάποι·
Kάθ’ ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι’ αγάπη.

24. Kάνε σιμά κι’ είναι ψιλές, κάνε βαριές και πέρα,
Σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομόζαν τον αέρα.

25. H όψη ομπρός μου φαίνεται, και μες στη θάλασσ’ όχι,
Όμορφη ως είναι τ’ όνειρο μ’ όλα τα μάγια πόχει.

26. Xρυσ’ όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν’ αφήση,
Tο πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.

27. Kι’ έφυγε το χρυσ’ όνειρο ως φεύγουν όλα τ’ άλλα.

28. Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
Όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.

29. Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.

30. Tου πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
Έστρωσ’ ο νους, κι’ ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

31. Tο γλυκό σπίτι της ζωής πούχε χαρά και δόξα.

32. Παράπονο χαμός καιρού σ’ ό,τι κανείς κι’ α χάση.

33. Xαρά στα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα,
Που μόδειξε σκληρ’ όνειρο στο σάβανο κλεισμένα.

34. Kαι μετά βίας
Tί μόστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;

35. Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
Kι’ εδέχθηκε στα βάθη τους τον ουρανό κι’ εκείνους.

36. Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

37. Oπούν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι.

38. Tο πολιορκούμενο Mεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα,
Πόφαγε κόκαλο πολύ του Tούρκου και τ’ Aράπη.

39. Xθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.

40. Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας,
Kι’ έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.

41. Oλίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο.

42. Kι’ όπου η βουλή τους συφορά, κι’ όπου το πόδι χάρος.

43. Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Eκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

44. Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.

45. O αριθμός του εχθρού,
Tόσ’ άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.

46. H Eλπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με
Tα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.

47. Xάνονται τ’ άνθη τα πολλά, πούχ’ άσπρα με τα φύλλα.

48. Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.

49. Σ’ ελέγχ’ η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι’ αυτήνη.

50. Mες στ’ άγιο Bήμα της ψυχής.

51. H δύναμή σου πέλαγο κι’ η θέλησή μου βράχος.

52. Στον κόσμο τούτον χύνεται και σ’ άλλους κόσμους φθάνει.

53. Mε φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι’ ωραία.

54. Πολλοί ’ν’ οι δρόμοι πόχει ο νους.

55. H βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο,
Oπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.

56. Kαι το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι,
Kι’ εχόρευε κι’ εβέλαζε στο φουντωτό λιβάδι.

57. Ω γη
O Oυρανός σε προσκαλεί κι’ η Kόλαση βρυχίζει.

58. Kαι με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.

59. Kαι τες ατάραχες πνοές τες πολυαγαπημένες.

60. Oι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κοιτάζουν τον μακρινό ξάστερον ορίζοντα κι’ εύχονται
Nα θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

61. Kι’ επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.

Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι, του Διονυσίου Σολωμού (σχεδίασμα Α΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες έξοδος του Μεσολογγίου 
Μέρα Βαγιού ξημέρωνε που οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι έκαναν την ηρωϊκή έξοδό τους, έχοντας αποκάμει πολεμώντας πεινασμένοι,  άοπλοι, ασθενείς, ενδεείς στα πάντα, και χωρίς ελπίδα.

Την πολιορκία και την ηρωϊκή έξοδο των αγωνιστών που υπερασπίστηκαν το Μεσολόγγι, απαθανάτισε ο Εθνικός μας Ποιητής Διονύσιος Σολωμός, μέσα από τον Τέχνη του. Η εκπόνηση του έργου αυτού στάθηκε αδύνατο να γίνει με τον τρόπο που ήθελε και πάσχιζε ο ποιητής, γι' αυτό έχουμε μόνο σχεδιάσματα, όπου καταγράφονται οι διάφορες απόπειρες του ποιητή, χωρίς όμως να καταλήξει σε ένα ενιαίο έργο, έχοντας ενιαίο πάντοτε το ύφος

Ο Δ. Λιαντίνης, ασχολήθηκε κτενώς με το έργο του Ποιητή, κι έχει συγγράψει ένα έργο, με τον σημαδιακό τίτλο "Χάσμα Σεισμού" (βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών),  προσπαθώντας να ιχνηλατήσει την αγωνία του ποιητή που συμπάσχει μαζί με τα πρόσωπα-ήρωες του έργου του. Είναι θαυμαστό που ο Λιαντίνης διείδε την κυοφορία μιας άλλης τεχνοτροπίας στην ποίηση, που ο Σολωμός πάσχιζε να στεριώσει με τούτο το έργο του, χωρίς τελικά να τα καταφέρει. Ωστόσο, άθικτο παραμένει το μεγαλείο της λογοτεχνικής δύναμης του Δ. Σολωμού, που αποτυπώνεται στα διασωθέντα σχεδιάσματα των "Ελεύθερων Πολιορκημένων", όπως μεγαλειώδες είναι και το φρόνημα των αγωνιστών, στους οποίους το έργο αυτό αναφέρεται.


 Σχεδίασμα Α΄

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,
Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2. Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3. Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4. Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5. Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6. Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7. Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.



Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Ένας άνθρωπος ήρθε στον κόσμο!






Καλώς ώρισες μικρό ανθρωπάκι, στη ζωή και τον κόσμο μας!
ο ερχομός σου, μας γεμίζει μ' ελπίδα και φώς
να δοκιμάσουμε κι εμείς, τις δυνάμεις και τα όνειρά μας!

Θα βρεθούμε ικανοί να σε κάνουμε ευτυχή;
Θα βρεθούμε σωστοί να σ' εφοδιάσουμε
μ' αγάπη και προστασία;

Ποιός τάχα το ξέρει, τί να θέλεις εσύ;
Μα μέχρι η καρδιά σου μας πεί,
εμείς θα πρέπει το δρόμο μονάχοι να κάνουμε.

Για τούτο, η αγκαλιά μας για σένα, θά 'ναι τείχος απόρθητο
κι η δική μας ομόγνωμη αγάπη, θεϊκή συμφωνία
να σου χτίσει κάλλος ψυχής και καρδιά καθαρή!

Οι φίλοι σε καλωσορίζουν, οι συγγενείς σε προσμέναν,
οι γονιοί σου ζεστά, στοργικά, σ' αγκαλιάζουν,
στην αγάπη του Θεού σ' αποθέτουν, που όλα τ' αγαπά!

Να ζήσεις, στη σκέπη Του,
με την αγάπη όλων μας, μικρό ανθρωπάκι! 
 
 
Σημείωση: Ετούτο το σημείωμα γράφτηκε για τα μωρά αγαπημένων μου νέων παιδιών, μαθητών και φίλων. Μα η σημερινή ανάρτησή του οφείλεται στον εγγονό μου.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Σκοτάδι στην πόλη, κι είναι Χριστούγεννα


Image result for εικόνες η ρόδα στο Σύνταγμα 


 

Εδώ και αρκετές μέρες (ή μήπως μπήκαμε στο δεύτερο μήνα;) το φώς του δρόμου μπροστά στο σπίτι μου είναι σβηστό, κι ο δήμος της Αθήνας, δέν έχει μάτια ούτε ευαισθησία γι' αυτό. Μια νύχτα μόνο τρεμόπαιξε, αλλά ξανάσβησε. Κι από τότε το βαθύ σκοτάδι, μέσα στο καταχείμωνο, δεν επιτρέπει την κυκλοφορία (με δεδομένες και τις άλλες συνθήκες της ζωής στην πόλη...) αργά το απόγευμα. Κι ο δρόμος νεκρώνεται. Ψυχή δεν αναπνέει στον δρόμο. Σαν να είναι πολεμικό κι αδιάγνωστο το νυχτερινό τοπίο. Φαντάζομαι πως το ίδιο θα συμβαίνει και σε άλλες γειτονιές της πόλης.

Όμως, ο δήμαρχος οργάνωσε, χριστουγεννιάτικα, ένα πανηγύρι στο Σύνταγμα. Μια ρόδα, που σκιάζει σε μέγεθος, ακόμη και το εθνικό μας Κοινοβούλιο. Ένα τσίρκο, ένα fun park, για ξεφάντωμα. Μια επιχείρηση, που λογάριασε τα Χριστούγεννα ως εξαιρετική περίοδο άγρας πελατών, πρωτίστως λόγω της εύκολης και πυκνότερης προσέλευσης του κόσμου στην περιοχή, με την ευκαιρία των Χριστουγεννιάτικων εορτών και... αγορών(;). Όλοι μας θα την βλέπαμε αυτήν την ρόδα. Όλα τα παιδιά θα θέλανε να ξεφαντώσουνε για λίγο, πάνω σε τούτο το προκλητικό και φανταχτερό πράγμα.

Το έργο, στήθηκε όπως-όπως, και φιγουράριζε μπροστά στα μάτια των υποψήφιων γι' αφαίμαξη θυμάτων, ή των υποψήφιων αληθών θυμάτων της αληθώς έωλης κατασκευής.

Τόση είναι η φαντασμαγορία της ρόδας, που επεσκίασε την έλλειψη της Χριστουγεννιάτικης διακόσμησης στην κεντρικώτερη πλατεία της πόλης,  και την αποσιώπηση του Χριστουγεννιάτικου μηνύματος, που συνήθως -μέχρι σήμερα- εκπέμπεται με τον Χριστουγεννιάτικο στολισμό της. Ο δήμαρχος, μας υπέβαλε στο υπερθέαμα, για να σκεπάσει, να αποσιωπήσει και να παρακάμψει παραπλανητικά την Χριστουγεννιάτικη εθιμική μας παράδοση.

Όμως αυτό θα μπορούσε να είναι ένα φρούτο εισαγωγής! Ήδη σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από ένα δήθεν -κακώς εννούμενο- σεβασμό στους αλλόθρησκους πληθυσμούς, εξαλείφουν τις δημόσιες εκφράσεις περί χριστιανικών εορτών, περί χριστουγεννιάτικων εθίμων, περί χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων και γλυκισμάτων (τα είπανε χειμωνιάτικες λιχουδιές!), περί θρησκευτικών τελετών και τα τοιαύτα, εγκαταλείπουν τις πολιτισμικές μας καταβολές, την ιστορία και την ευρωπαϊκή μας θρησκευτικότητα, «για να μην κακοκαρδίσουμε τους αλλόθρησκους πληθυσμούς» που εισέβαλαν στην Ευρώπη, ή που οι οικονομικοί άρχοντες της Ευρώπης προσκάλεσαν για την εξυπηρέτηση των βιομηχανικών τους αναγκών, με την συνέργεια των ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, που είναι και οι εντολοδόχοι τους. Κι έτσι δεν βάλαμε μια φάτνη για να ζεστάνουμε τον Χριστό που ξαναγεννήθηκε μες στην παγωνιά και την ερημία. Μια φάτνη στην καρδιά μας, στην ζωή μας.

Φρούτο εισαγωγής; όχι ακριβώς! Είναι, κυρίως, ο καρπός της αγωγής στην οποία υποβληθήκαμε βαθμιαία και παθητικά, σαν ναρκωμένοι, σαν απελπισμένοι για κάτι αλλιώτικο, κάτι λογικό, προφανές, επιθυμητό και καλώς γνωστό ή επιθυμητό αλλά άγνωστο, μετρητό ή μετρημένο, άμεσης ικανοποίησης, γιατί η ευωχία από την πολλή κατανάλωση μας έκανε άπληστους στην αλλαγή. Έτσι, όπως και η πολλή ελευθερία από κάθε δέσμευση και υποχρέωση, αποδέσμευσε και την λογική μας και την συνέπειά μας, και την αυτοκριτική μας και την παραγωγικότητά μας, και την πολιτική μας υπευθυνότητα. Και διαλέξαμε τον πολιτικό πλειοδότη στο ψέμμα και την ανεδαφικότητα των προφανώς απραγματοποίητων υποσχέσεων.

Κι η διαφορετικότητα (στην οποία μας καλούσανε αυτοί που ξέρανε τί θέλανε για τον εαυτό τους), μας έγινε τρόπος σκέψης και ζωής. Και δεν θέλουμε πια, την ιστορία και την παράδοσή μας. Τώρα θέλουμε ό,τι θέλανε οι άλλοι.

Σήμερα όμως το ξέρουμε καλά τί θέλανε οι άλλοι. Για εμάς: Αυτό που θέλανε ήτανε να ζούμε κατά πώς μας επιβάλλουν αυτοί. Δηλαδή: Να ζούμε έξω από τα νερά μας, χωρίς ελπίδα, φτωχοί, διαρκώς δανειζόμενοι -και σ' αυτούς χρεωμένοι-, άθρησκοι, εκβιαζόμενοι, αδύναμοι και καταληστευόμενοι, χωρίς αύριο και χωρίς προσωπική και εθνική προοπτική. Και με υποταγμένη την εξουσία που μας εκπροσωπεί. Κι έτσι, μόνοι, έωλοι, ευάλωτοι και χειραγωγήσιμοι, δεν έχουμε πια άλλον τρόπο από την υποταγή και την οπαδοποίησή μας σε ξένα προστάγματα και είδωλα. Τέτοια κατάντια.

Κι έτσι, εμείς εδώ, στήνουμε ρόδες που δεν κυλάνε.... για να σκοτώσουμε την ακινησία του μυαλού και των αισθημάτων μας. Ίσως, από μι' αταίριαστη -λόγω ανέχειας- γαλαντομία, ή από εθισμό στην ατασθαλία, για να βάλουνε στην τσέπη τους κάτι, κάποιοι  επιτήδειοι φίλοι μας...

Κι έτσι λυπημένη, θυμάμαι που διάβασα μια απελπισμένη ευχή, και την κάνω για τον εαυτό μου και για όσους  την χρειάζονται:

«Κάνε λοιπόν, Κύριε, νά 'χει κανείς ένα φίλο,
δώσ' του ένα σκυλί
ή ένα φανάρι του δρόμου,
γιατί χειμώνιασε, Κύριε, κι όσο πάει και σκοτεινιάζει...» *



* Σημείωση:  Από το «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» του Τ. Λειβαδίτη

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Γ. Σεφέρη: Πάνω σ' έναν ξένο στίχο.


Ενα ποίημα για τη σημασία και τη δύναμη    του έρωτα, τη σημασία της στοργικής αγκαλιάς, την αξία της επίγνωσης  της μοναχικότητας και της ατομικότητας της ευθύνης, καθώς  και το ρόλο όλων των παραπάνω παιδαγωγικών δωρεών που λαβαίνει ο άνθρωπος, στην κατάλληλη στιγμή της ζωής του, κι από τις οποίες αντλεί, σαν από πηγή, δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που συναντάει.


Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα,
ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης,
απλωμένη μέσα στο κορμί του,
Σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό,
ακατανίκητης σαν τη Μουσική
και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε
και σαν πεθαίνουμε,
αν πεθαίνει,
δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.


Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πώ,
σε μια στιγμή Μεγάλης ευδαιμονίας,
ποιά είναι αυτή η αγάπη.
Κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά,
κι ακούω το μακρινό βούισμά της,
σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

ι.


Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι,
το φάντασμα του Οδυσσέα,
με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
Κι από το μεστωμένο πόθο
να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.





Στέκεται μεγάλος,
ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια,
λόγια της γλώσσας μας,
όπως τη μιλούσαν πριν τρείς χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη
ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι,
με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.


Θά ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα
που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς,
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας.
Τόσα περίπλοκα τέρατα,
που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε
πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο,
με την ψυχή και με το σώμα.


Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας.
Εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο
και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται
να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω
Κι εγώ ένα ξύλινο άλογο
για να κερδίσω τη δική μου Τροία.


Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λές με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς,
που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους,
την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,


μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια,
το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με δάκρυα στα μάτια.
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου
ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής
να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.


Μου λέει το δύσκολο πόνο
να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου
φουσκωμένα από τη θύμηση
και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και νά’σαι μόνος,
σκοτεινός μέσα στη νύχτα
και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.



Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου
καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία,
σκορπισμένους: έναν-έναν .
Και πόσο παράξενα αντριεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους,
όταν δε φτάνουν οι ζωντανοί που σου απομέναν.




Μιλά...
βλέπω ακόμη στα χέρια του
που ξέραν να δοκιμάσουν
αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα
μέσα στην καρδιά του χειμώνα....

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν!


Image result for εικόνες γεώργιος Σουρής

Δυστυχία σου Ελλάς
 

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Γεώργιος Σουρής (1853-1919) !

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Και τώρα τί θ'απογένουμε, μονάχοι μας, μ' ένα μπαλτά;

Image result for εικόνες φάμπρ παλλόμενα πέη
 
Είπανε, πως η οικονομία μας,
ανάκαμψη χρειάζεται.

Είπανε ακόμη, πως η ανάπτυξη
θέμα πολιτισμού είναι μονάχα,
μια που άλλο πράγμα εδώ,
ποτές του δεν παράγεται.

Μα πώς, με τί μυαλό,
και τί να παραχθεί
αφού η οικονομία,
ψυχολογία είναι,
και η λιτότητα
μας κόβει την ανάσα

Σαν ύστατη προσπάθεια ανάπτυξης,
τον Φάμπρ καλέσαμε,
με τα ανορθωμένα,
τα παλλόμενα τα πέη του
λιγάκι να μας ξεσηκώσει
να πάρουμε κι εμείς τα πάνω μας!

Μα είναι κακό το ριζικό μας
κι όλοι ζηλεύουμε,
όλοι φθονούμε το καλύτερο
μίζεροι και ομοφοβικοί
σκιαχτήκαμε πως τάχα
θα μπορούσανε κι εδώ
ανορθωμένα
και παλλόμενα τα πέη ν' αρμενίζαν!

Πώς τάχα δεν σκεφτήκαμε
ότι ο Τόμσεν, μόνος,
μας ήταν αρκετός,
κι ο Φάμπρ, δεν χρειαζότανε καθόλου!
Έχουμ' εμείς πολιτισμό!

Μ' ένα μπαλτά στο χέρι,
σχολειά, πανεπιστήμια,
θέατρα, τουρισμό,
σου τα λιανίζω, εγώ στο χέρι,
φτερό στα κάνω στο λεπτό!

Κι έτσι αποφεύγουμε
μια και για πάντα
τις ενοχλητικές τις δοξασίες,
τις ιστορίες
και τους εθνικούς μας μύθους,
να μας εξευτελίζουν...

μες στην καλή συνάφεια 
του ξένου κόσμου,
στων διεθνών σκηνών τις αγορές 
και των φτωχών λαών τις πουλησιές...


Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Επί τον τύπον των ήλων: Α-Φίλιωτη διαμάχη. Αμέλεια ή πρόθεση;


 

Διαβάζω εδώ για την εγκύκλιο που έστειλε στα σχολεία ο υπουργός εθνικής απαιδευσίας, απο-εθνικοποιήσεως και απο-χριστιανισμού των ελληνοπαίδων.
Με την εγκύκλιο αυτή, ο υπουργός καλεί τους υπευθύνους των σχολικών μονάδων, να ασχοληθούν  τούτη -την τρέχουσα- εβδομάδα, με την ημέρα ποίησης και αντιρατσισμού! Η μέρα αυτή είναι η 21η Μαρτίου.

[Πάλι καλά που δεν μας έστειλε συστημένους να μελετήσουμε την ερωτική κυρίως (έχει κι άλλου είδους; δεν ξέρω) ποίηση του υφυπουργού του! Μεταξύ μας, το πιο ποιητικό που βρήκα σ' αυτήν, είναι οι παρακάτω δυο στίχοι: 
«...
έτσι που ο άνδρας γράφεται πλέον με Αλφα κεφαλαίο, 
και η γυναίκα με Θήτα κεφαλαίο», 
(σαφώς υπονοώντας «το Αρσενικό και το Θηλυκό»)]

Στον αντίποδα, ο αρμόδιος υπουργός, παραλείπει εντελώς να αναφερθεί στην 25η Μαρτίου, ημέρα εορτασμού της εθνικής μας παλιγγενεσίας!

Ανεπάρκεια ή Εγκληματική ενέργεια; Ρατσισμός κατά των ομοφύλων του ή παράβαση καθήκοντος; Από αμέλεια ή από πρόθεση;

Ζήτημα ευθιξίας, ευαισθησίας, λεπτότητας, ευσυνειδησίας, συνέπειας και αίσθησης λογοδοσίας του πολιτικού προς τον λαό, μάλλον δεν τίθεται, γιατί δεν υφίσταται πεδίον σχετικής αντιλήψεως.

Η ιδεοληψία, η κατάχρηση  και ο αυταρχισμός της εξουσίας, στο απόγειό τους, ίνα μη τι άλλο χείρον είπω!

Στο πέταγμα ενός Αγγέλου

Image result for εικόνες 'αγγελος
Αγαπημένη μου Μάνα-Ζωή,
Πώς να σε λέω Ζωή,
ύστερα από τούτο το κακό που σε χτύπησε κατάστηθα;
και
Πώς να σου αλαφρώσω το βάρος
που σκοτεινιάζει τα μάτια και χάνεται ο κόσμος;
Μα θα σε λέω Ζωή,
Ζωή μου,
γιατί είσαι Μάνα,
κι οι μάνες δεν έχουν δικαίωμα στην οπισθοχώρηση,
ακόμη κι όταν λυγίζουν,
γιατί έχουνε χρέος παρουσίας,
και τήρηση άληστης
της μνήμης του φευγάτου,
που αδειανή την αγκαλιά μας αφήκε.

Για σκέψου! ετούτο μοναχό του πορεύεται,
κι εκείνα  το συνοδοιπόρο τους χάσανε,
και την συντροφιά τους,

Ετούτο στη μνήμη της αδειανής αγκαλιάς μας θα ζεί
εκεί που μαζί οι καρδιές μας χτυπούσανε,
κι εκείνα στην ποδιά μας
θα παρηγορούν και θα κρύβουνε
το δάκρυ τους και τη μοναξιά τους.

Η Μάνα Ζωή μου,
δεν χάνει την αποστολή της,
όπου και να πάει.
Ζωντανή αγρυπνάει και παραστέκει
και σαν πεθαμένη
 ζωογονεί με τη μνήμη της
μια καρδιά παιδική, ανήμπορη ή κλονισμένη.
Γιατί μας άφησε ο Θεός, στη θέση τη δική Του.

[Λένε, πως
Σα δεν ήθελε να παραστέκει μονάχος
όλα τα παιδιά του κόσμου,
άφησε στην καθεμιά μας
να προσέχει τα δικά της].

Κι εμείς, Μάνες,
κάτου από ένα Σταυρό,
της αγωνίας για το αύριο,
ή της αρρώστειας και του χάρου,
κάθε μέρα αγρυπνούμε, πονάμε,
και με τούτο το αίμα,
της αγωνίας και του πόνου,
ζούμε και συντηρούμε τα παιδιά μας.
Πρέπει λοιπόν νά 'μαστε παρούσες,
κάτου από το Σταυρό.
Για να ποτίζουμε το ξύλο ν' ανθίζει,
και να παρακαλάμε 
για τα παιδιά τα δικά μας,
και του κόσμου ολόκληρου,
τον Παράδεισο,
του ουρανού και του κόσμου,
-το έλεος του Κυρίου-,
 ν' απλώνεται και ν' ανοίγει.

Κοινή είναι η ανθρώπινη πορεία,
και για όλους μας
οι κόλποι του Σωτήρα
μόνη παράκληση και παραμυθία.
Καλή δύναμη και καλή υπομονή,
στο Σταυρό της, η καθεμία.

Καλή δύναμη, νά 'χουμε,
όσο μας μέλλει κι εμάς,
ν' αγρυπνούμε.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Ένας άνθρωπος ήρθε στον Κόσμο!






Καλώς ώρισες μικρό ανθρωπάκι, στη ζωή και τον κόσμο μας!
ο ερχομός σου, μας γεμίζει μ' ελπίδα και φώς
να δοκιμάσουμε κι εμείς, τις δυνάμεις και τα όνειρά μας!


Θα βρεθούμε ικανοί να σε κάνουμε ευτυχή;
Θα βρεθούμε σωστοί να σ' εφοδιάσουμε
μ' αγάπη και προστασία;


Ποιός τάχα το ξέρει, τί να θέλεις εσύ;
Μα μέχρι η καρδιά σου μας πεί,
εμείς θα πρέπει το δρόμο μονάχοι να κάνουμε.


Για τούτο, η αγκαλιά μας για σένα, θά 'ναι τείχος απόρθητο
κι η δική μας ομόγνωμη αγάπη, θεϊκή συμφωνία
να σου χτίσει κάλλος ψυχής και καρδιά καθαρή!



Οι φίλοι σε καλωσορίζουν, οι συγγενείς σε προσμέναν,
οι γονιοί σου ζεστά, στοργικά, σ' αγκαλιάζουν,
στην αγάπη του Θεού σ' αποθέτουν, που όλα τ' αγαπά!

Να ζήσεις, στη σκέπη Του,
με την αγάπη όλων μας, μικρό ανθρωπάκι!

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Με τα μάτια ενός παιδιού: Πώς να μας βλέπουν τ' αστέρια...







Σαν φωτεινό ποτάμι
την αγάπη μας
και σαν μεγάλες
πόλεις τις καρδιές μας
που λάμπουν
με τα φώτα τα μεγάλα τους
για να μην κρύψουν τις χαρές μας

Σαν νά 'ναστε μικρές κουκίδες φώς
αν η καρδιά μας
ανοιχτή 'ναι και φιλόξενη

Μα σαν κλειστή 'ναι
και στενόχωρη
φαινόμαστε μια τρύπα μαύρη
με στόμα μόνο για να τρώει
και για να χάσκει σαν σκοτάδι

έτσι θαρρούν τ' αστέρια
την στεγνή καρδιά
που κανενός δεν δίνει χάδι.




Σημείωση:
Aφιερωμένο στα μικρά μου
τα μικρο-ανηψάκια
και σε και ψυχές
 που
νοσταλγούνε κάτι βραδιές, στην ποδιά της μαμάς
όταν βλέπαν και ρωτούσαν τ' αστέρια
για τον κόσμο

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ὀδ. Ἐλύτη: Ἆσμα Ἡρωϊκὸ καὶ Πένθιμο γιὰ τὸν Χαμένο Ἀνθυπολοχαγὸ τὴς Ἀλβανίας

 

 




Ἐκεῖ ποὺ πρῶτα ἑκατοικοῦσε ὁ ἥλιος
Ποὺ μὲ τὰ μάτια μιᾶς παρθένας ἄνοιγε ὁ καιρὸς
Καθὼς ἐχιόνιζε ἀπ’ τὸ σκούντημα τῆς μυγδαλιᾶς ὁ ἀγέρας
Κι ἄναβαν στὶς κορφὲς τῶν χόρτων καβαλάρηδες

Ἐκεῖ ποὺ χτύπαγεν ἡ ὁπλὴ ἑνὸς πλάτανου λεβέντικου
Καὶ μιὰ σημαία πλατάγιζε ψηλὰ γῆ καὶ νερὸ
Ποὺ ὅπλο ποτὲ σὲ πλάτη δὲν ἐβάραινε
Μὰ ὅλος ὁ κόπος τ’ οὐρανοῦ
Ὅλος ὁ κόσμος ἔλαμπε σὰν μία νεροσταγόνα
Πρωί, στὰ πόδια τοῦ βουνοῦ

Τώρα, σὰν ἀπὸ στεναγμὸ Θεοῦ ἕνας ἴσκιος μεγαλώνει.

Τώρα ἡ ἀγωνία σκυφτὴ μὲ χέρια κοκαλιάρικα
Πιάνει καὶ σβήνει ἕνα ἕνα τὰ λουλούδια ἐπάνω της•
Μὲσ’ στὶς χαράδρες ὅπου τὰ νερὰ σταμάτησαν
Ἀπὸ λιμὸ χαρᾶς κείτουνται τὰ τραγούδια•
Βράχοι καλόγεροι μὲ κρύα μαλλιὰ
Κόβουνε σιωπηλοί τῆς ἐρημιᾶς τὸν ἄρτο.

Χειμώνας μπαίνει ὥς τὸ μυαλό. Κάτι κακὸ
Θ’ ἀνάψει. Ἀγριεύει ἡ τρίχα τοῦ ἀλογόβουνου

Τὰ ὄρνια μοιράζουνται ψηλὰ τὶς ψίχες τ’ οὐρανοῦ.



Τώρα μὲσ’ στὰ θολὰ νερὰ μιὰ ταραχὴ ἀνεβαίνει•

Ὁ ἄνεμος ἁρπαγμένος ἀπ’ τὶς φυλλωσιὲς
Φυσάει μακριὰ τὴ σκόνη του
Τὰ φροῦτα φτύνουν τὸ κουκούτσι τους
Ἡ γῆ κρύβει τὶς πέτρες της
Ὁ φόβος σκάβει ἕνα λαγούμι καὶ τρυπώνει τρέχοντας
Τὴν ὥρα ποὺ μέσ’ ἀπὸ τὰ οὐράνια θάμνα
Τὸ οὔρλιασμα τῆς συννεφολύκαινας
Σκορπάει στοῦ κάμπου τὸ πετσὶ θύελλα ἀνατριχίλας
Κι ὕστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι ἀλύπητο
Κι ὕστερα πάει φρουμάζοντας στὶς νηστικὲς κοιλάδες
Κι ὕστερα βάζει τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀντιχαιρετίσουνε:
Φωτιὰ ἢ μαχαίρι!

Γι’ αὐτοὺς ποὺ μὲ φωτιὰ ἢ μαχαίρι κίνησαν
Κακὸ θ’ ἀνάψει ἐδῶ. Μὴν ἀπελπίζεται ὁ σταυρὸς
Μόνο ἂς προσευχηθοῦν μακριά του οἱ μενεξέδες!

Γ΄

Γι’ αὐτοὺς ἡ νύχτα ἦταν μία μέρα πιὸ πικρὴ
Λιώναν τὸ σίδερο, μασούσανε τὴ γῆς
Ὁ Θεὸς τους μύριζε μπαρούτι καὶ μουλαροτόμαρο

Κάθε βροντὴ ἕνας θάνατος καβάλα στὸν ἀέρα
Κάθε βροντὴ ἕνας ἄντρας χαμογελώντας ἄντικρυ
Στὸ θάνατο ―κι ἡ μοῖρα ὅ,τι θέλει ἂς πεῖ.

Ξάφνου ἡ στιγμὴ ξαστόχησε κι ἦβρε τὸ θάρρος
Καταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μὲς στὸν ἥλιο
Κιάλια, τηλέμετρα, ὅλμοι, κέρωσαν!

Εὔκολα σὰν χασὲς ποὺ σκίστηκεν ὁ ἀγέρας!
Εὔκολα σὰν πλεμόνια ποὺ ἄνοιξαν οἱ πέτρες!
Τὸ κράνος κύλησε ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ μεριά...

Στὸ χῶμα μόνο μιὰ στιγμὴ ταράχτηκαν οἱ ρίζες
Ὕστερα σκόρπισε ὁ καπνὸς κι ἡ μέρα πῆε δειλὰ
Νὰ ξεγελάσει τὴν ἀντάρα ἀπὸ τὰ καταχθόνια

Μὰ ἡ νύχτα ἀνασηκώθηκε σὰν πατημένη ὀχιὰ
Μόλις σταμάτησε γιὰ λίγο μὲσ’ στὰ δόντια ὁ θάνατος―
Κι ὕστερα χύθηκε μεμιᾶς ὥς τὰ χλωμά του νύχια!

Δ΄

Τώρα κείτεται ἀπάνω στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη
M’ ἕνα σταματημένο ἀγέρα στὰ ἥσυχα μαλλιὰ
M’ ἕνα κλαδάκι λησμονιᾶς στ’ ἀριστερό του αὐτὶ
Μοιάζει μπαξὲς ποὺ τοῦ ’φυγαν ἄξαφνα τὰ πουλιὰ
Μοιάζει τραγούδι ποὺ τὸ φίμωσαν μέσα στὴ σκοτεινιὰ
Μοιάζει ρολόι ἀγγέλου ποὺ ἐσταμάτησε
Μόλις εἴπανε «γειὰ παιδιὰ» τὰ ματοτσίνορα
Κι ἡ ἀπορία μαρμάρωσε...

Κείτεται ἀπάνω στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αἰῶνες μαῦροι γύρω του
Ἀλυχτοῦν μὲ σκελετοὺς σκυλιῶν τὴ φοβερὴ σιωπὴ
Κι οἱ ὧρες ποὺ ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες
Ἀκοῦν μὲ προσοχή•
Ὅμως τὸ γέλιο κάηκε, ὅμως ἡ γῆ κουφάθηκε
Ὅμως κανεὶς δὲν ἄκουσε τὴν πιὸ στερνὴ κραυγὴ
Ὅλος ὁ κόσμος ἄδειασε μὲ τὴ στερνὴ κραυγή.

Κάτω ἀπ’ τὰ πέντε κέδρα
Χωρὶς ἄλλα κεριὰ
Κείτεται στὴν τσουρουφλισμένη χλαίνη•
Ἄδειο τὸ κράνος, λασπωμένο τὸ αἷμα
Στὸ πλάι τὸ μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι ἀνάμεσ’ ἀπ’ τὰ φρύδια―
Μικρὸ πικρὸ πηγάδι, δαχτυλιὰ τῆς μοίρας
Μικρὸ πικρὸ πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι ὅπου κρυώνει ἡ θύμηση!

Ὤ! μὴν κοιτᾶτε, ὢ μὴν κοιτᾶτε ἀπὸ ποῦ τοῦ-
Ἀπὸ ποῦ τοῦ ’φυγε ἡ ζωή. Μὴν πεῖτε πῶς
Μὴν πεῖτε πῶς ἀνέβηκε ψηλὰ ὁ καπνὸς τοῦ ὀνείρου
Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ στιγμὴ Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ
Ἔτσι λοιπὸν ἡ μιὰ στιγμὴ παράτησε τὴν ἄλλη
Κι ὁ ἥλιος ὁ παντοτινὸς ἔτσι μεμιᾶς τὸν κόσμο!



Ἥλιε δὲν ἤσουν ὁ παντοτινός;
Πουλὶ δὲν ἤσουν ἡ στιγμὴ χαρᾶς ποὺ δὲν καθίζει;
Λάμψη δὲν ἤσουν ἡ ἀφοβιὰ τοῦ σύγνεφου;
Κι ἐσὺ περβόλι ᾠδεῖο τῶν λουλουδιῶν
Κι ἐσὺ ρίζα σγουρὴ φλογέρα τῆς μαγνόλιας!

Ἔτσι καθὼς τινάζεται μὲσ’ στὴ βροχὴ τὸ δέντρο
Καὶ τὸ κορμὶ ἀδειανὸ μαυρίζει ἀπὸ τὴ μοίρα
Κι ἕνας τρελὸς δέρνεται μὲ τὸ χιόνι
Καὶ τὰ δύο μάτια πᾶνε νὰ δακρύσουν―
Γιατί, ρωτάει ὁ ἀϊτός, ποῦ ’ναι τὸ παλικάρι;
Κι ὅλα τ’ ἀϊτόπουλ’ ἀποροῦν ποῦ ’ναι τὸ παλικάρι!
Γιατί, ρωτάει στενάζοντας ἡ μάνα, ποῦ ’ναι ὁ γιός μου;
Κι ὅλες οἱ μάνες ἀποροῦν ποῦ νὰ ’ναι τὸ παιδί!
Γιατί, ρωτάει ὁ σύντροφος, ποῦ νὰ ’ναι ὁ ἀδερφός μου;
Κι ὅλοι του οἱ σύντροφοι ἀποροῦν ποῦ νὰ ’ναι ὁ πιὸ μικρός!
Πιάνουν τὸ χιόνι, καίει ὁ πυρετὸς
Πιάνουν τὸ χέρι καὶ παγώνει
Πᾶν νὰ δαγκάσουνε ψωμὶ κι ἐκεῖνο στάζει ἀπὸ αἷμα
Κοιτοῦν μακριὰ τὸν οὐρανὸ κι ἐκεῖνος μελανιάζει
Γιατί γιατί γιατί γιατί νὰ μὴ ζεσταίνει ὁ θάνατος
Γιατί ἕνα τέτοιο ἀνόσιο ψωμὶ
Γιατί ἕνας τέτοιος οὐρανὸς ἐκεῖ ποὺ πρῶτα ἐκατοικοῦσε ὁ ἥλιος!

ΣT΄

Ἦταν ὡραῖο παιδί. Τὴν πρώτη μέρα ποὺ γεννήθηκε
Σκύψανε τὰ βουνὰ τῆς Θρᾴκης νὰ φανεῖ
Στοὺς ὤμους τῆς στεριᾶς τὸ στάρι ποὺ ἀναγάλλιαζε•
Σκύψανε τὰ βουνὰ τῆς Θράκης καὶ τὸ φτύσανε
Μιὰ στὸ κεφάλι, μιὰ στὸν κόρφο, μιὰ μέσα στὸ κλάμα του•
Βγῆκαν Ρωμιοὶ μὲ μπράτσα φοβερὰ
Καὶ τὸ σηκῶσαν στοῦ βοριᾶ τὰ σπάργανα...
Ὕστερα οἱ μέρες τρέξανε, παράβγαν στὸ λιθάρι
Καβάλα σὲ φοραδοποῦλες χοροπήδηξαν
Ὕστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοὶ
Ὥσπου κουδούνισαν παντοῦ οἱ τσιγγάνες ἀνεμῶνες
Κι ἦρθαν ἀπὸ τῆς γῆς τὰ πέρατα
Οἱ πελαγίτες οἱ βοσκοὶ νὰ πᾶν τῶν φλόκων τὰ κοπάδια
Ἐκεῖ ποὺ βαθιανάσαινε μιὰ θαλασσοσπηλιὰ
Ἐκεῖ ποὺ μιὰ μεγάλη πέτρα ἐστέναζε!

Ἦταν γερὸ παιδί•
Τὶς νύχτες ἀγκαλιὰ μὲ τὰ νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τὶς μεγάλες φορεσιὲς τῶν ἄστρων
Ἦταν τόσος ὁ ἔρωτας στὰ σπλάχνα του
Ποὺ ἔπινε μέσα στὸ κρασὶ τὴ γέψη ὅλης τῆς γῆς,
Πιάνοντας ὕστερα χορὸ μ’ ὅλες τὶς νύφες λεῦκες
Ὥσπου ν’ ἀκούσει καὶ νὰ χύσ’ ἡ αὐγὴ τὸ φῶς μὲσ’ στὰ μαλλιά του
Ἡ αὐγὴ ποὺ μ’ ἀνοιχτὰ μπράτσα τὸν ἔβρισκε
Στὴ σέλα δυὸ μικρῶν κλαδιῶν νὰ γρατσουνάει τὸν ἥλιο
Νὰ βάφει τὰ λουλούδια,
Ἢ πάλι μὲ στοργὴ νὰ σιγονανουρίζει
Τὶς μικρὲς κουκουβάγιες ποὺ ξαγρύπνησαν...
Ἄ τί θυμάρι δυνατὸ ἡ ἀνασαιμιά του
Τί χάρτης περηφάνιας τὸ γυμνό του στῆθος
Ὅπου ξεσποῦσαν λευτεριὰ καὶ θάλασσα...

Ἦταν γενναῖο παιδί.
Μὲ τὰ θαμπόχρυσα κουμπιὰ καὶ τὸ πιστόλι του
Μὲ τὸν ἀέρα τοῦ ἄντρα στὴν περπατηξιὰ
Καὶ μὲ τὸ κράνος του, γυαλιστερὸ σημάδι
(Φτάσανε τόσο εὔκολα μὲσ’ στὸ μυαλὸ
Ποὺ δὲν ἐγνώρισε κακὸ ποτέ του)
Μὲ τοὺς στρατιῶτες του ζερβὰ δεξιὰ
Καὶ τὴν ἐκδίκηση τῆς ἀδικίας μπροστά του
―Φωτιά στὴν ἄνομη φωτιά!―
Μὲ τὸ αἷμα πάνω ἀπὸ τὰ φρύδια
Τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας βροντήξανε
Ὕστερα λυῶσαν χιόνι νὰ ξεπλύνουν
Τὸ κορμί του, σιωπηλὸ ναυάγιο τῆς αὐγῆς
Καὶ τὸ στόμα του, μικρὸ πουλὶ ἀκελάηδιστο
Καὶ τὰ χέρια του, ἀνοιχτὲς πλατεῖες τῆς ἐρημίας
Βρόντηξαν τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας
Δὲν ἔκλαψαν
Γιατί νὰ κλάψουν
Ἦταν γενναῖο παιδί!



Τὰ δέντρα εἶναι ἀπὸ κάρβουνο ποὺ ἡ νύχτα δὲν κορώνει.
Χιμάει, χτυπιέται ὁ ἄνεμος, ξαναχτυπιέται ὁ ἄνεμος
Τίποτε. Μὲσ’ στὴν παγωνιὰ κουρνιάζουν τὰ βουνὰ
Γονατισμένα. Κι ἀπὸ τὶς χαράδρες βουΐζοντας
Ἀπ’ τὰ κεφάλια τῶν νεκρῶν ἡ ἄβυσσο ἀνεβαίνει...
Δὲν κλαίει πιὰ οὒτ’ ἡ Λύπη. Σὰν τὴν τρελὴ ποὺ ὀρφάνεψε
Γυρνάει, στὸ στῆθος της φορεῖ μικρὸ κλαδὶ σταυροῦ
Δὲν κλαίει. Μονάχ’ ἀπὸ τὰ μελανὰ ζωσμένη Ἀκροκεραύνια
Πάει ψηλὰ καὶ στήνει μιὰ πλάκα φεγγαριοῦ
Μήπως καὶ δοῦν τὸν ἴσκιο τους γυρνώντας οἱ πλανῆτες
Καὶ κρύψουν τὶς ἀχτίδες τους
Καὶ σταματήσουν
Ἐκεῖ στὸ χάος ἀσθμαίνοντας ἐκστατικοί...

Χιμάει, χτυπιέται ὁ ἄνεμος, ξαναχτυπιέται ὁ ἄνεμος
Σφίγγεται ἡ ἐρημιὰ στὸν μαῦρο της μποξὰ
Σκυφτὴ πίσω ἀπὸ μῆνες-σύννεφα ἀφουκράζεται
Τί νὰ ’ναι ποῦ ἀφουκράζεται, σύννεφα-μῆνες μακριά;
Μὲ τὰ κουρέλια τῶν μαλλιῶν στοὺς ὤμους ―ἂχ ἀφῆστε την―
Μισὴ κερὶ μισὴ φωτιὰ μία μάνα κλαίει ―ἀφῆστε την―
Στὶς παγωμένες ἄδειες κάμαρες ὅπου γυρνάει ἀφῆστε την!
Γιατί δὲν εἶναι ἡ μοίρα χήρα κανενὸς
Κι οἱ μάνες εἶναι γιὰ νὰ κλαῖν, οἱ ἄντρες γιὰ νὰ παλεύουν
Τὰ περιβόλια γιὰ ν’ ἀνθοῦν τῶν κοριτσιῶν οἱ κόρφοι
Τὸ αἷμα γιὰ νὰ ξοδεύεται, ὁ ἀφρὸς γιὰ νὰ χτυπᾶ
Κι ἡ λευτεριὰ γιὰ ν’ ἀστραφτογεννιέται ἀδιάκοπα!



Πέστε λοιπὸν στὸν ἥλιο νὰ ’βρει ἕναν καινούριο δρόμο
Τώρα ποὺ πιὰ ἡ πατρίδα του σκοτείνιασε στὴ γῆ
Ἂν θέλει νὰ μὴ χάσει ἀπὸ τὴν περηφάνεια του•
Ἢ τότε πάλι μὲ χῶμα καὶ νερὸ
Ἂς γαλαζοβολήσει ἀλλοῦ μιὰν ἀδελφούλα Ἑλλάδα!
Πέστε στὸν ἥλιο νὰ ’βρει ἕναν καινούριο δρόμο
Μὴν καταπροσωπήσει πιὰ μήτε μιὰ μαργαρίτα
Στὴ μαργαρίτα πέστε νὰ ’βγει μ’ ἄλλη παρθενιὰ
Μὴ λερωθεῖ ἀπὸ δάχτυλα ποὺ δὲν τῆς πάνε!

Χωρίστε ἀπὸ τὰ δάχτυλα τ’ ἀγριοπεριστέρια
Καὶ μὴν ἀφῆστε ἦχο νὰ πεῖ τὸ πάθος τοῦ νεροῦ
Καθὼς γλυκὰ φυσᾶ οὐρανὸς μὲσ’ σ’ ἀδειανὸ κοχύλι
Μὴ στεῖλτε πουθενὰ σημάδι ἀπελπισιᾶς
Μόν’ φέρτε ἀπὸ τὶς περιβόλες τῆς παλληκαριᾶς
Τὶς ροδωνιὲς ὅπου ἡ ψυχὴ του ἀνάδευε
Τὶς ροδωνιὲς ὅπου ἡ ἀνάσα του ἔπαιζε
Μικρὴ τὴ νύφη χρυσαλλίδα
Ποὺ ἀλλάζει τόσες ντυμασιὲς ὅσες ριπὲς τὸ ἀτλάζι
Στὸν ἥλιο, σὰν μεθοκοποῦν χρυσόσκον’ οἱ χρυσόμυγες
Καὶ πᾶν μὲ βιάση τὰ πουλιὰ ν’ ἀκούσουνε ἀπ’ τὰ δέντρα
Ποιοῦ σπόρου γέννα στύλωσε τὸ φημισμένο κόσμο!

Θ΄

Φέρτε κανούρια χέρια τί τώρα ποιὸς θὰ πάει
Ψηλὰ νὰ νανουρίσει τὰ μωρὰ τῶν ἄστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τί τώρα ποιὸς θὰ μπεῖ
Στὸν πεντοζάλη πρῶτος τῶν ἀγγέλων!
Καινούρια μάτια ―Θὲ μου― τί τώρα ποῦ θὰ πᾶν
Νὰ σκύψουν τὰ κρινάκια τῆς ἀγαπημένης!
Αἷμα καινούριο τί μὲ ποιὸ χαρᾶς χαῖρε θ’ ἀνάψουν
Καὶ στόμα, στόμα δροσερὸν ἀπὸ χαλκὸ κι ἀμάραντο
Τί τώρα ποιὸς στὰ σύννεφα θὰ πεῖ «γειά σας παιδιά!»

Μέρα, ποιὸς θ’ ἀψηφήσει τὰ ροδακινόφυλλα
Νύχτα, ποιὸς θὰ μερέψει τὰ σπαρτὰ
Ποιὸς θὰ σκορπίσει πράσινα καντήλια μὲσ’ στοὺς κάμπους
Ἢ θ’ ἀλαλάξει θαρρετὰ κατάντικρυ ἀπ’ τὸν ἥλιο
Γιὰ νὰ ντυθεῖ τὶς θύελλες καβάλα σ’ ἄτρωτο ἄλογο
Καὶ νὰ γενεῖ Ἀχιλλέας τῶν ταρσανάδων!
Ποιὸς θ’ ἀνεβεῖ στὸ μυθικὸ καὶ μαῦρο ἐρημονήσι
Γιὰ ν’ ἀσπαστεῖ τὰ βότσαλα
Καὶ ποιὸς θὰ κοιμηθεῖ
Γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ τοὺς Εὐβοϊκούς τοῦ ὀνείρου
Νὰ ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Αἷμα καὶ λαλιὰ
Νὰ ξαναστυλωθεῖ στὰ μαρμαρένια ἁλώνια
Καὶ νὰ ριχτεῖ ―ἂχ τούτη τὴ φορὰ―
Καὶ νὰ ριχτεῖ τοῦ Χάρου μὲ τὴν ἁγιοσύνη του!



Ἥλιος, φωνὴ χαλκοῦ, κι ἅγιο μελτέμι
Πάνω στὰ στήθη τοῦ ὄμοναν: «Ζωὴ νὰ σὲ χαρῶ!»
Δύναμη ἐκεῖ πιὸ μαύρη δὲ χωροῦσε
Μόνο μὲ φῶς χυμένο ἀπὸ δαφνόκλαδο
Κι ἀσήμι ἀπὸ δροσιὰ μόνον ἐκεῖ ὁ σταυρὸς
Ἄστραφτε, καθὼς χάραζε ἡ μεγαλοσύνη
Κι ἡ καλοσύνη μὲ σπαθὶ στὸ χέρι πρόβελνε
Νὰ πεῖ μεσ’ ἀπ’ τὰ μάτια του καὶ τὶς σημαῖες τους «Ζῶ!»

Γειά σου μωρὲ ποτάμι ὁπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεοῦ μ’ ἕνα κλωνὶ ρογδιᾶς
Στὰ δόντια, νὰ εὐωδιάζεται ἀπὸ τὰ νερά σου•
Γειά σου κι ἐσὺ χωριατομουσμουλιὰ ποὺ ἀντρείευες
Κάθε ποὺ ’θελε πάρει Ἀντροῦτσος τὰ ὄνειρά του•
Κι ἐσὺ βρυσούλα τοῦ μεσημεριοῦ ποὺ ἔφτανες ὥς τὰ πόδια του
Κι ἐσὺ κοπέλα ποὺ ἤσουνα ἡ Ἑλένη του
Ποὺ ἤσουνα τὸ πουλί του, ἡ Παναγιά του, ἡ Πούλια του
Γιατί καὶ μιὰ μόνο φορὰ μὲσ’ στὴ ζωὴ ἂν σημάνει
Ἀγάπη ἀνθρώπου ἀνάβοντας
Ἄστρον ἀπ’ ἄστρο τὰ κρυφὰ στερεώματα,
Θὰ βασιλεύει παντότες παντοῦ ἡ θεία ἠχὼ
Γιὰ νὰ στολίζει μὲ μικρὲς καρδιὲς πουλιῶν τὰ δάση
Μὲ λύρες ἀπὸ γιασεμιὰ τὰ λόγια τῶν ποιητῶν

Κι ὅπου κακὸ κρυφὸ νὰ τὸ παιδεύει―
Κι ὅπου κακὸ κρυφὸ νὰ τὸ παιδεύει ἀνάβοντας!

IA΄

Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακὸ ― γιατί τοὺς εἶχε πάρει
Τὰ μάτια ἡ θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τοὺς εἶχε πάρει
Τὴ θλίψη ὁ τρόμος χάνονταν μέσα στὸ μαῦρο σύγνεφο
Πίσω! καὶ πιὰ χωρὶς φτερὰ στὸ μέτωπο
Πίσω! καὶ πιὰ χωρὶς καρφιὰ στὰ πόδια
Ἐκεῖ ποὺ γδύν’ ἡ θάλασσα τ’ ἀμπέλια καὶ τὰ ἡφαίστεια
Στοὺς κάμπους τῆς πατρίδας πάλι καὶ μὲ τὸ φεγγάρι ἀλέτρι
Πίσω! Στὰ μέρη ὅπου λαγωνικὰ τὰ δάχτυλα
Μυρίζονται τὴ σάρκα κι ὅπου ἡ τρικυμία βαστᾶ
Ὅσο ἕνα γιασεμὶ λευκὸ στὸ θέρος τῆς γυναίκας!

Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακό ― τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο
Ζωὴ δὲν εἶχαν πίσω τους μ’ ἔλατα καὶ μὲ κρύα νερὰ
M’ ἀρνί, κρασὶ καὶ τουφεκιά, βέργα καὶ κληματόσταυρο
Παπποὺ δὲν εἶχαν ἀπὸ δρῦ κι ἀπ’ ὀργισμένο ἄνεμο
Στὸ καραούλι δεκαοχτὼ μερόνυχτα
Μὲ πικραμένα μάτια•
Τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο ― δὲν εἶχαν πίσω τους αὐτοὶ
Θεῖο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζὴ
Μάνα ποὺ νὰ ’χει σφάξει μὲ τὰ χέρια της
Ἢ μάνα μάνας ποὺ μὲ τὸ βυζὶ γυμνὸ
Χορεύοντας νὰ ’χει δοθεῖ στὴ λευτεριὰ τοῦ Χάρου!

Κεῖνοι ποὺ ἐπράξαν τὸ κακό ― τοὺς πῆρε μαῦρο σύγνεφο
Μὰ κεῖνος ποὺ τ’ ἀντίκρισε στοὺς δρόμους τ’ οὐρανοῦ
Ἀνεβαίνει τώρα μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος!

IB΄

Μὲ βῆμα πρωινὸ στὴ χλόη ποὺ μεγαλώνει
Ἀνεβαίνει μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος...

Λουλούδια ἀγοροκόριτσα τοῦ κρυφογνέφουνε
Καὶ τοῦ μιλοῦν μὲ μιὰ ψηλὴ φωνὴ ποὺ ἀχνίζει στὸν αἰθέρα
Γέρνουν καὶ κατ’ αὐτὸν τὰ δέντρα ἐρωτεμένα
Μὲ τὶς φωλιὲς χωμένες στὴ μασχάλη τους
Μὲ τὰ κλαδιὰ τους βουτηγμένα μὲσ’ στὸ λάδι τοῦ ἥλιου
Θαῦμα ― τί θαῦμα χαμηλὰ στὴ γῆ!
Ἄσπρες φυλὲς μ’ ἕνα γαλάζιο ὑνὶ χαράζουνε τοὺς κάμπους
Στράφτουν βαθιὰ οἱ λοφοσειρὲς
Καὶ πιὸ βαθιὰ τ’ ἀπρόσιτα ὄνειρα τῶν βουνῶν τῆς ἄνοιξης!

Ἀνεβαίνει μοναχὸς καὶ ὁλόλαμπρος
Τόσο πιωμένος ἀπὸ φῶς ποὺ φαίνεται ἡ καρδιά του
Φαίνεται μὲσ’ στὰ σύννεφα ὁ Ὄλυμπος ὁ ἀληθινὸς
Καὶ στὸν ἀέρα ὁλόγυρα ὁ αἶνος τῶν συντρόφων...
Τώρα χτυπάει πιὸ γρήγορα τ’ ὄνειρο ἀπὸ τὸ αἷμα
Στοὺς ὄχτους τοῦ μονοπατιοῦ συνάζουνται τὰ ζῶα
Γρυλίζουν καὶ κοιτάζουνε σὰ νὰ μιλοῦνε
Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἀληθινὰ μεγάλος
Γίγας ποὺ κανακεύει τὰ παιδιά του

Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο
Αὔριο, αὔριο λένε, τὸ Πάσχα τ’ οὐρανοῦ!

IΓ΄

Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο―

Λένε γι’ αὐτὸν ποὺ κάηκε μὲσ’ στὴ ζωὴ
Ὅπως ἡ μέλισσα μέσα στοῦ θυμαριοῦ τὸ ἀνάβρυσμα•
Γιὰ τὴν αὐγὴ ποὺ πνίγηκε στὰ χωματένια στήθια
Ἐνῷ μηνοῦσε μιὰν ἡμέρα πάλλαμπρη•
Γιὰ τὴ νιφάδα ποὺ ἄστραψε μὲσ’ στὸ μυαλὸ κι ἐσβήστη
Τότες ποὺ ἀκούστηκε μακριὰ ἡ σφυριγματιὰ τῆς σφαίρας
Καὶ πέταξε ψηλὰ θρηνώντας ἡ Ἀλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αὐτὸν ποὺ μήτε κάν ἐπρόφτασε νὰ κλάψει
Γιὰ τὸν βαθὺ καημὸ τοῦ Ἔρωτα τῆς ζωῆς
Ποὺ εἶχε ὅταν δυνάμωνε μακριὰ ὁ ἀγέρας
Καὶ κρῶζαν τὰ πουλιὰ στοῦ χαλασμένου μύλου τὰ δοκάρια
Γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ ἔπιναν τὴν ἄγρια μουσικὴ
Στὸ παραθύρι ὀρθὲς σφίγγοντας τὸ μαντίλι τους
Γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀπελπίζαν τὴν ἀπελπισιὰ
Προσμένοντας ἕνα σημάδι μαῦρο στὴν ἀρχὴ τοῦ κάμπου

Ὕστερα δυνατὰ πέταλα ἔξω ἀπ’ τὸ κατώφλι
Λένε γιὰ τὸ ζεστὸ καὶ ἀχάϊδευτο κεφάλι του
Γιὰ τὰ μεγάλα μάτια του ὅπου χώρεσε ἡ ζωὴ
Τόσο βαθιά, ποὺ πιὰ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ βγεῖ ποτέ της!

IΔ΄

Τώρα χτυπάει πιὸ γρήγορα τ’ ὄνειρο μὲσ’ στὸ αἷμα
Τοῦ κόσμου ἡ πιὸ σωστὴ στιγμὴ σημαίνει:
Ἐλευθερία,
Ἕλληνες μὲσ’ στὰ σκοτεινὰ δείχνουν τὸ δρόμο:

EΛEYΘEPIA

Γιὰ σένα θὰ δακρύσει ἀπὸ χαρὰ ὁ ἥλιος

Στεριὲς ἰριδοχτυπημένες πέφτουν στὰ νερὰ
Καράβια μ’ ἀνοιχτὰ πανιὰ πλέουν μὲσ’ στοὺς λειμῶνες
Τὰ πιὸ ἀθῶα κορίτσια
Τρέχουν γυμνὰ στὰ μάτια τῶν ἀντρῶν
Κι ἡ σεμνότη φωνάζει πίσω ἀπὸ τὸ φράχτη
Παιδιά! δὲν εἶναι ἄλλη γῆ ὡραιότερη...

Τοῦ κόσμου ἡ πιὸ σωστὴ στιγμὴ σημαίνει!

Μὲ βῆμα πρωινὸ στὴ χλόη ποὺ μεγαλώνει
Ὁλοένα ἐκεῖνος ἀνεβαίνει•
Τώρα λάμπουνε γύρω του οἱ πόθοι ποὺ ἦταν μιὰ φορὰ
Χαμένοι μὲσ’ στῆς ἁμαρτίας τὴ μοναξιά•
Γειτόνοι τῆς καρδιᾶς του οἱ πόθοι φλέγονται•
Πουλιὰ τὸν χαιρετοῦν, τοῦ φαίνονται ἀδερφάκια του
Ἄνθρωποι τὸν φωνάζουν, τοῦ φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιὰ καλὰ πουλιά μου, ἐδῶ τελειώνει ὁ θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, ἐδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει!»
Ἀγιάζι οὐράνιας ὀμορφιᾶς γυαλίζει στὰ μαλλιά του

Μακριὰ χτυποῦν καμπάνες ἀπὸ κρύσταλλο
Αὔριο, αὔριο, αὔριο: τὸ Πάσχα τοῦ Θεοῦ!