Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Αυξέντιος Καλαγκός: Ο άνθρωπος του χρέους από αγάπη


Image result for καλαγκός αυξέντιος 


Διάβασα για το θεατρικό "ο χορός του θανάτου". Παίζουν μεγάλοι καλλιτέχνες! Μεγάλος κι ο Θεατρικός συγγραφέας. Μεγάλο και το θέμα: η συζυγική σχέση ως μέτωπο ενός πολέμου, και οι συνέπειες της στέρησης της "προσωπικής ελευθερίας".

Αλοίμονο όταν μέσα στις διάφορες σχέσεις μας συζητάμε μόνο για την προσωπική μας ελευθερία!

Οι σχέσεις είναι εκχώρηση μέρους της προσωπικής μας ελευθερίας, για την ολοκλήρωσή μας ως προσώπων.

Η προσωπική μας ελευθερία, όταν σκεφτόμαστε κι επιδιώκουμε "όλα για τον εαυτό μας, όλα για το άτομό μας!" είναι το εργαλείο για την απομόνωσή μας, αν εμείς τσιγκουνευόμαστε να δώσουμε.

Στο χορό του θανάτου, ο καθένας μας μπαίνει, άθελά του ή ηθελημένα, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να καταλάβει ότι πρέπει να βγεί από αυτόν τον χορό, χωρίς νεκρούς, αλλά με γιατρεμένους.

Πώς θα σταματήσει ο "φαύλος κύκλος"; Ερώτημα που τίθεται σε όλους. Η απάντηση, ή η μη απάντησή του, είναι η προσωπική πορεία του καθενός μας. Ο φαύλος κύκλος  δεν γίνεται να σπάσει χωρίς να σταθούμε ως άνθρωποι που γνωρίζουμε τη φθαρτότητα, τη μοναξιά, τη δυσκολία και την ανάγκη που έχουμε όλοι μας. Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε το δρόμο, τον τρόπο δηλαδή, την μεγαλοψυχία και την αγάπη για να συναντήσουμε τον άλλο στον κοινό αγώνα. Να περιχωρήσουμε την αδυναμία του, και να καλύψουμε τις ανάγκες του. Να τον γιατρέψουμε, να τον συντροφέψουμε.

Η αρχή είναι πάντα μια μητρική αγκαλιά. Αυτή η αγκαλιά είναι που κάνει την ανθρώπινη ψυχή να λουλουδίζει. Είναι φυσικό, ο ψυχικά αναπαυμένος να νιώσει ευγνωμοσύνη, και ν' ακτινοβολεί από τη χαρά του και την ευγνωμοσύνη του. Τώρα πια, ξέρει. Μόνο η αγάπη, μπορεί να σταματήσει το χορό του θανάτου.

Αυξέντιος Καλαγκός: Παιδο-καρδιοχειρουργός.  Μια οικουμενική καρδιά, που στα χέρια του κρατάει χιλιάδες άλλες καρδιές, θεραπευμένες, από την αγάπη του στον άνθρωπο, κι από τη συναίσθηση του δικού του χρέους προς τον άνθρωπο. Ό,τι και να πούμε γι' αυτόν θα είναι λίγο. Δείτε  τον σπουδαίο άνθρωπο, τον σπουδαίο γιατρό,  τον σπουδαίο Έλληνα  εδώ.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Ο κλονισμός μιας άστοχης σιγουριάς: Λάθη στην έκφραση!

Image result for εικόνες ελληνική γλώσσα 


Διαβάζω  εδώ  ότι συνηθίζουμε κάποιες εκφράσεις να τις λέμε με τη σιγουριά ότι είναι σωστές. Αντιγράφω τις φράσεις, και παραθέτω εκτός από τα υπάρχοντα σχόλια, και κάποιες περαιτέρω παρατηρήσεις. Ας τα δούμε όλα μαζί:

1. - «Ευχαριστούμε όλους όσοι μας συμπαραστάθηκαν» (αν λέγαμε «όλους όσους…» θα έπρεπε να γνωρίζουμε ότι το υποκείμενο του ρήματος τίθεται σε άλλη πλην της ονομαστικής πτώσης, μόνο καθ' έλξιν προς την πτώση (του ουσιαστικού, της αντωνυμίας ή του επιθέτου) που προηγείται και αφορά το ίδιο το υποκείμενο του ρήματος, το οποίο στη μία πρόταση (στην προηγούμενη είναι αντικείμενο και στην επόμενη υποκείμενο). Συνεπώς, σωστά λέγετι και το "όλους όσους" διότι είναι υποκείμενο στο ρήμα που ακολουθεί, αλλά: «ευχαριστούμε όσους μας συμπαραστάθηκαν» (όταν λείπει το όλους).

2. «Επικοινωνεί με όλους όσους γνωρίζει», η σύνταξη εδώ είναι σαφής. Εδώ το «όλους» και το «όσους» είναι -και τα δυο- αντικείμενα των προτάσεων: το «όλους» είναι αντικείμενο της κύριας πρότασης που προηγείται, και το «όσους» είναι αντικείμενο της δευτερεύουσας  αναφορικής, η οποία έπεται, και η οποία αναφέρεται σε έναν όρο της κύριας.

3. - π.μ. (=προ μεσημβρίας), μ.μ. (=μετά μεσημβρίαν και όχι μετά μεσημβρίας), π.Χ. (=προ Χριστού), μ.Χ. (=μετά Χριστόν και όχι μετά Χριστού).Όλες οι προθέσεις ταιριάζουν (συντάσσονται) με κάποιες πτώσεις.  Πολλές προθέσεις συντάσσονται με περισσότερες από μια πτώσεις, αλλά δεν συντάσσονται  όλες οι προθέσεις με όλες τις πτώσεις. Κάθε συνταίριασμα έχει διαφορετική έννοια. Εδώ η πρόθεση "προ" συντάσσεται με γενική πτώση του ουσιαστικού και έχει την έννοια πριν από. Ενώ η πρόθεση "μετά" συντάσσεται με περισσότερες πτώσεις, κι έτσι έχει περισσότερες σημασίες. Για παράδειγμα, όταν  η πρόθεση "μετά" συντάσσεται με αιτιατική (όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση), στην περίπτωση αυτή έχει την έννοια "ύστερα από το μεσημέρι","μετά από τη χρονική στιγμή της γέννησης του Χριστού". Ενώ  ενώ όταν η πρόθεση "μετά" συντάσσεται με γενική πτώση, τότε  έχει την έννοια "μαζί με" (μετά του συζύγου=μαζί με τον σύζυγο). 

4. - Περισσότεροι από έναν ή περισσότεροι του ενός (και όχι: περισσότεροι από ένας).

5. - Γίνονται όλοι δεκτοί ανεξαρτήτως ηλικίας (και όχι: ανεξαρτήτου ηλικίας).

6. - Ενήργησα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου (και όχι: στα πλαίσια).

7. - Πόσο πολλοί, τόσο πολλοί, τόσο πολλή (και όχι: πόσοι πολλοί, τόσοι πολλοί, τόση πολλή), γιατί το πόσο και το τόσο είναι επιρρήματα και δεν έχουν γένος.

8. - Κατ΄ αρχήν (=στα βασικά σημεία), Κατ΄ αρχάς (=αρχικά). Π.χ. «Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ’ αρχήν», «Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε…».

9. - Επικεφαλής. Είναι επίρρημα και δηλώνει θέση, και μάλιστα αρχηγική, σε ευθύνη, πορεία κλπ. Δεν έχει συγκεκριμένο γένος γιατί μπορεί να υπηρετεί κάθε γένος, δεν κλίνεται, δεν συγκρίνεται. Μένει πάντα ο ή η,  του/τον, της/την επικεφαλής,  οι επικεφαλής κ.λπ. (και όχι: τον επικεφαλή, του επικεφαλούς).

10. -Η μέθοδος, η οδός, η παράμετρος, η είσοδος, η ψήφος είναι δευτερόκλιτα θηλυκά ουσιαστικά. Κλίνονται όπως τα δευτερόκλιτα αρσενικά, αλλά τα επίθετα που συνοδεύουν ή προσδιορίζουν τα δευτερόκλιτα αυτά ουσιαστικά κρατάνε το γένος και την κλίση τους. Συνεπώς, δεν λέμε οι παλαιοί οδοί, οι αναρίθμητοι ψήφοι, αλλά οι παλαιές οδοί, οι αναρίθμητες ψήφοι κλπ.

11. -Στην ελληνική γλώσσα πολλά επίθετα διαφοροποιούνται στα γένη. Υπάρχουν επίθετα τριγενή και τρικατάληκτα, (όπου το κάθε γένος έχει την κατάληξή του), και επίθετα διγενή και δικατάληκτα, (όπου το αρσενικό και το θηλυκό γένος έχουν ενιαία μορφή και το ουδέτερο ξεχωριστή, και επίθετα με αρσενικό διαφορετικό από το θηλυκό ή όμοιο προς αυτό,  και χωρίς ουδέτερο γένος). Για παράδειγμα ο αναπληρωτής/η αναπληρώτρια , ο διευθυντής/η διευθύντρια / ενώ ο/η υπουργός.

12. -Κλητική προσφώνηση γίνεται μόνο με χρήση της κλητικής πτώσης. Γι' αυτό εξάλλου λέγεται κλητική. Στην ονομαστική πτώση τίθεται μόνο το υποκείμενο του ρήματος και δεν γίνεται κλητική προσφώνηση στην ονομαστική. Συνεπώς, σωστά λέμε : «κυρία Πρόεδρε», και όχι: «κυρία Πρόεδρος».

13. - «Δόξα τω Θεώ» και όχι «δόξα το θεό». Αυτό μας παραξενεύει, γιατί στην καθομιλουμένη έχει καταργηθεί σήμερα η δοτική πτώση. Εδώ η φράση είναι ελλειπτική. Δος/δώτε  δόξαν τω Θεώ. Πρέπει να ξέρουμε ότι με δοτική πτώση συντάσσεται το ρήμα δίδωμι (δίδω). Λέμε δηλαδή στα αρχαία ελληνικά:  δίδωμι τινί τι (και στα νέα ελληνικά δίδω σε κάποιον κάτι).

14. - «15 Σεπτεμβρίου» ή «15 του Σεπτέμβρη» (και όχι: «15 Σεπτέμβρη»).

15. -Η λέξη λάθος είναι ουσιαστικό και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: π.χ. λέμε «λανθασμένη έκφραση», αλλά  όχι: «λάθος έκφραση».

16. - «Έχω απαυδήσει» (και όχι: «έχω απηυδήσει», αλλά: «απηύδησα», «είμαι απηυδισμένος»).

17. - «Γενετικό υλικό» και όχι γεννητικό. Αλλά «προγεννητικός έλεγχος» και όχι προγενετικός.

18. - Εξοκέλλω και όχι εξοκείλλω. Αλλά εξώκειλα, θα εξοκείλω, έχω εξοκείλει (συνηθέστερα σε γ’ πρόσωπο).

19. - Αποτείνομαι, μέλλοντας θα αποταθώ (και όχι: αποτανθώ).

20. - «Η λέξη αυτή απαντά συχνά στον Όμηρο» (και όχι: απαντάται).

21. - «Στο βιβλίο του πραγματεύεται το θέμα των κοινωνικών θεσμών» (και όχι: διαπραγματεύεται). Αλλά: «Ο Υπουργός Εξωτερικών διαπραγματεύεται τους όρους της ειρήνης».

22. - «Απολαύει της εμπιστοσύνης» (και όχι: απολαμβάνει).

23. - Το ρήμα προοιωνίζομαι δεν έχει ενεργητική φωνή. Π.χ. «Η τακτική αυτή προοιωνίζεται την ήττα» (και όχι «προοιωνίζει την ήττα»).

24- Το «αυξάνω» χρησιμοποιείται πολύ συχνά λανθασμένα: «Τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνονται» (και όχι: «τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνουν», αλλά: «η κυβέρνηση αυξάνει τα τέλη κυκλοφορίας»). Ομοίως, «αυξάνονται οι συντάξεις» (και όχι: «αυξάνουν οι συντάξεις», αλλά «τα ταμεία αυξάνουν τις συντάξεις»). Χρησιμοποιούμε μέση φωνή με σημασία ενεργητικής και ενεργητική φωνή για την παθητική σημασία.

25. - Τα ρήματα διαρρέω και λειτουργώ είναι αμετάβατα: «διέρρευσε από πολιτικούς κύκλους η πληροφορία ότι...» ή: «πολιτικοί κύκλοι φρόντισαν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι...» (και όχι: «πολιτικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία ότι...»). «Θα θέσω το μηχάνημα σε λειτουργία» (και όχι: «θα το λειτουργήσω»).

26. - Ασχολούμαστε,( ασχολούμαι στον ενεστώτα), ασχολούμασταν είναι τύπος του μέσου παρατατικού (ασχολιόμουν ο παρατατικός της νέας ελληνικής και ησχολούμην ο παρατατικός την αρχαίας ελληνικής. Ο χρόνος αυτός της καθομιλουμένης, είναι πολύ αδόκιμα σχηματισμένος στα ρήματα αυτής της κατηγορίας. Για παράδειγμα ο τύπος "ασχολούμουν" είναι πολύ κακόηχος και γι' αυτό δεν συνηθίζεται. Αντί αυτού χρησιμοποιείται άλλος σχηματισμός. Ασχολιόμουν. ασχολιόσουν, ασχολιόταν, ασχολούμασταν, ασχολούσασταν, ασχολούντο), θα ασχοληθώ ο μέσος μέλλων και ασχολήθηκα ο παθητικός αόριστος( με σημασία μέσου αορίστου), έχω και είχα ασχοληθεί οι παρακείμενος και υπερσυντέλικος.

27. - «Αυτός επανέλαβε (αόριστος) την προσπάθεια χτες» - «Εσύ επανάλαβε (προστακτική) την προσπάθεια αύριο». Οι προστακτικές δεν παίρνουν χρονική αύξηση. Ομοίως, «παρήγγειλα ένα ποτό» - «παράγγειλέ μου ένα ποτό» (ποτέ στην προστακτική: παρήγγειλε ένα ποτό), «αυτός αντέγραψε τις σημειώσεις» - «αντίγραψέ μου τις σημειώσεις», «αυτός απέρριψε την πρότασή του» - «εσύ απόρριψε την πρότασή του».

28. - Επαναλαμβάνω (και όχι: ξαναεπαναλαμβάνω).

29. - Πριν από την έναρξη (και όχι: πριν την έναρξη).

- Οποιοσδήποτε, ο,τιδήποτε (και όχι: ο οποιοσδήποτε, το οτιδήποτε).

30. - Τέως πρόεδρος: ο μέχρι πρότινος πρόεδρος, ο προηγούμενος (από τον σημερινό) πρόεδρο. Πρώην πρόεδρος= ο πριν από πολύ καιρό πρόεδρος.

31. - Το άρα δεν είναι σωστό να συνοδεύεται από το λοιπόν(όχι: «άρα λοιπόν») ούτε υποκαθίσταται από το άραγε(!).

32. - Δεν χρησιμοποιείται το «κύριος» ή το «κυρία» για πρόσωπα που έχουν πεθάνει (παρατίθεται απλώς το όνομα ή προηγείται το «αείμνηστος» ή «μακαρίτης», αν χρειάζεται). Δεν χρησιμοποιούμε το «κύριος» ή το «κυρία» όταν παρουσιάζουμε τον εαυτό μας (και όχι: «γεια σας, είμαι ο κύριος Βάγγος»). Η μόνη εξαίρεση του κανόνα που είναι ανεκτή είναι όταν μιλάμε σε μικρά παιδιά.  Το «κ.κ.» χρησιμοποιείται μόνο στο γραπτό λόγο . Γράφουμε «οι κ.κ. ομιλητές» αλλά εκφωνούμε «οι κύριοι ομιλητές» (και όχι: «οι κύριοι κύριοι ομιλητές»).

33. - Το «μέσα» μπροστά από «σ» γίνεται «μες» (αλλά όχι απαραίτητα, μπορεί να μείνει «μέσα»), ποτέ όμως «μεσ’». Π.χ. «Μεσ’ από το δάσος», αλλά «μες στο δάσος» ή «μέσα στο δάσος».

34. - Ψιλή κυριότητα (νομικός όρος. Ψιλή εδώ σημαίνει απογυμνωμένη από τις εξουσίες και τους καρπούς του πράγματος) και όχι υψηλή κυριότητα.

35. - Προσοχή στη διάκριση «σαν» και «ως»: το «σαν» χρησιμοποιείται για παρομοιώσεις , ενώ το «ως» χρησιμοποιείται για πραγματικές ιδιότητες. Έτσι για παράδειγμα όταν αναφερόμαστε σε ενέργειες δικηγόρων, γιατρών κ.λπ. που έχουν σχέση με την άσκηση του επαγγέλματός τους, τότε λέμε «ενήργησε ως δικηγόρος», «θεωρεί, ως γιατρός». Για ανάλογες ενέργειες ατόμου που δεν ασκεί το επάγγελμα χρησιμοποιούμε το «σαν» : «μίλησε σαν δικηγόρος» (χωρίς να είναι), «τον φρόντισε σαν γιατρός». Σημειωτέον ότι το «ως» ακολουθείται από κατηγορούμενο που πρέπει να μπει στην κατάλληλη πτώση, π.χ. «η εκλογή του ως καθηγητή» (και όχι: «ως καθηγητής»), «οι ενέργειές του ως δικηγόρου», «η γνωμάτευσή του ως ιατρού».

Η Γλώσσα μας ως γνώρισμα της εθνικής μας ταυτότητας


Image result for εικόνες ελληνική γλώσσα 

Η παρακάτω "αλιευθείσα" ομιλία είναι στην καρδιά του θέματός μας.

[Ομιλία, του Δημητρίου Μίχου, Φιλολόγου, Διευθυντή της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής για την Γλώσσα ως γνώρισμα της Εθνικής Ταυτότητος. Η ομιλία εδόθη την 10/9/2013].

"Το θέμα που θα προσπαθήσω να διαπραγματευθώ είναι: "Γλωσσική συνείδησι και Εθνική Ταυτότητα" - πώς μέσα από την γλωσσική εμπειρία και γνώσι διαμορφώνεται και η Εθνική μας ταυτότητα.

Βέβαια το θέμα για μας τους Έλληνες είναι πολύ μεγάλο και αγγίζει ευαισθησίες Πατριωτισμού , περιούσιου Πολιτισμού που φώτισε όλο τον κόσμο, αλλά και διχαστικές κρίσεις, εκτιμήσεις για το Γλωσσικό Ζήτημα περί καθαρευούσης ή δημοτικής, ή για πιο σύγχρονα θέματα όπως για την λεξιπενία, τον λειτουργικό αναλφαβητισμό , τα Γκρίνγκλις κλπ.

Σήμερα επέλεξα να μην αναφερθώ καθόλου σ' αυτά, επειδή έκρινα πως το παρουσιαζόμενο Θέμα : Γλώσσα και εθνική ταυτότητα θα ταίριαζε ως προϋπόθεσι και εισαγωγή για να κατανοηθή καλύτερα κάποιο από αυτά.

Επίσης για το σημερινό μας θέμα - και λόγω χρόνου- θα αρκεσθώ μόνο στην διαδρομή της γλωσσικής εμπειρίας που οδηγεί στην Εθνική συνείδησι, χωρίς να θίξω προβληματισμούς γύρω από έθνος και κράτος και το αν η γλώσσα στην σημερινή νεωτερική εποχή θεωρείται βασικό χαρακτηριστικό της εθνικότητας ενός λαού.

Αν ανοίξουμε ένα λεξικό θα βρούμε έναν ορισμό της γλώσσας που πιθανόν να είναι του τύπου: Γλώσσα είναι το σύνολο των λέξεων που διέπονται από ορισμένους κανόνες και το οποίο μεταχειρίζονται όσοι άνθρωποι ανήκουν σε μια ομάδα ή σε ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ή στο ίδιο Έθνος.

Επίσης μπορούμε να βρούμε και έναν περισσότερο συστηματικό ορισμό της μορφής: Γλώσσα είναι ο ουσιαστικότερος τρόπος επικοινωνίας των ατόμων μιας κοινωνίας που βασίζεται σε ένα σύστημα ηχητικών φθόγγων που εξυπηρετεί τον προφορικό λόγο και σε ένα άλλο αντίστοιχο αποκωδικοποιημένων γραπτών σημείων όπου πειθαρχώντας σε γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, διαμορφώνεται ο λειτουργικός μηχανισμός για να πραγματώνεται η επικοινωνία μέσω γραπτού λόγου.

Οι περισσότεροι γλωσσολογικοί ορισμοί προβάλλουν την γλώσσα ως ένα όργανο επικοινωνίας, ως ένα εργαλείο όπου μέσα από φωνολογικά, μορφολογικά, συντακτικά ή σημασιολογικά επίπεδα εξυπηρετούν τις πρακτικές ανάγκες μιας κοινότητας μικρής ή διευρυμένης: την παρέα μας δηλαδή μέχρι και ολόκληρο το Έθνος θέση που πρέσβευε ο θετικισμός τον 19ο αιώνα.

Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω πως παρ' ότι ασχολούνται εξειδικευμένα και ξεχωριστά επιστημονικοί κλάδοι της γλωσσολογίας για αυτά τα επίπεδα, είναι όμως η μια πλευρά της γλώσσας. Η πλευρά αυτή - όσο σημαντική και χρήσιμη και αν είναι (που είναι),- μοιάζει να ασχολείται με το σώμα , το εξωτερικό περίβλημα, τον τύπο και όχι με το ουσιαστικό περιεχόμενο που κρύβεται μέσα της, δηλαδή με την ψυχή της.

Συγκεκριμένα αν θεωρήσουμε ότι η μικρότερη αυτοτελής γλωσσική πληροφορία του λόγου μας (προφορικού και γραπτού) είναι η λέξι, τότε αυτή πέρα από την διαδοχή φθόγγων που την συνέθεσε και την παρήγαγε, και πέραν από το ότι αναγνωρίζεται από τα άτομα που την χρησιμοποιούν , ότι δηλώνει μια συγκεκριμένη σημασία, εκφράζει ως περιεχόμενο πολύ περισσότερα και ουσιαστικά πράγματα.

Αυτό πρώτος το διατύπωσε ο Πλάτων όπου θεωρούσε τη γλώσσα όργανο της κοινωνίας γιατί προσδιόριζε τους όρους συμβίωση και συνύπαρξη "Ομοίων" δρώντας μέσα στην συλλογικότητα της πόλης με πνευματικό και ψυχικό δεσμό. Η γλώσσα δηλαδή γίνεται όργανο και της σκέψης και της εσωτερικής ζωής των ανθρώπων (μορφή = ιδέα).

Όταν για παράδειγμα λέμε άνθρωπος δεν εννοούμε απλώς την εικόνα του την μορφή του, τις αναλογίες του, ούτε αν θέλετε το φύλο του. Εμπλουτίζεται και με την εσωτερική του περιγραφή: με τον πνευματικό δηλ. και τον ψυχικό του κόσμο. και ο ένδον αυτός κόσμος προβάλλεται με άλλους γλωσσικούς σχηματισμούς πχ λογιστικόν, θυμοειδές , επιθυμητικόν (λογική- συναίσθημα- βούληση).

Ο Γ. Μπαμπινιώτης στο βιβλίο του « Γλωσσολογία και Λογοτεχνία» ανακεφαλαιώνονται ερευνητική εμπειρία ετών, γράφει πως κάθε λέξi πρέπει να θεωρηθή αυτόνομη, μοναδική και πλήρoυς νοήματος.

Αυτό αποδεικνύεται διότι δεν υπάρχουν δύο λέξεις που να συγκεντρώνουν ταυτόχρονα: ομοηχία, ομογραφία και ομοσημία

Λέμε πχ. Πήρα (αόριστος του παίρνω), πήρα (το σακούλι), πείρα (η εμπειρία), πυρά (η φωτιά)

- υπάρχει ομοηχία, - δεν υπάρχει όμως ομογραφία, - και φυσικά δεν έχουμε ομοσημία.

Επίσης η κάθε λέξη έχει δύο σκέλη: το γνωστικό και το βιωματικό ή συγκινησιακό. Το πρώτο κρύβει την γνώσι, το νοηματικό περιεχόμενο και το δεύτερο τον ξεχωριστό ψυχικό κραδασμό, την συγκίνησι, αλλά και τον εσωτερικό ιδιότυπο τρόπο που εισπράττει το άτομο κάτι, λειτουργώντας την συνείδησι του , το συναίσθημά του ή την βούλησι διαφορετικά από κάποιον άλλον. Για πχ. Η λέξι :

· Στρατιώτης: ο υπηρετών την θεσμοθετημένη θητεία στον στρατό – αυτός που έχει ταχθεί να υπηρετήσει την πατρίδα (γνωστικό επίπεδο-καθολικώς αποδεκτός όρος)

· Ο ίδιος ο υπηρετών: το θεωρεί ή πατριωτικό καθήκον, ή αγγαρεία που του κλέβει χρόνο για την επαγγελματική του καριέρα (βιωματικό επίπεδο)

· Ο πατέρας: βάσανο διαπλοκής επειδή πρέπει να πάρει γνωστούς να τον φέρουν στην γειτονιά του

· Η μάνα : την λεξι την εισπράττει ως άγχος, και αγωνία που δεν έχει μάθει ο «κανακάρης» της - για παράδειγμα- να τρώει μη σπιτικό φαγητό.

· Η ερωμένη με το σύνδρομο της απουσίας του ή της στέρησης του.

(αυτά δημιουργούν την λογοτεχνία και τον προσωπικό χαρακτήρα στις τέχνες).

Έτσι μπορούμε να πούμε πως η μοναδικότητα της κάθε λέξεως αποκαλύπτει και την μοναδικότητα του κάθε υποκειμένου, (ατόμου-προσώπου), μάλιστα με μια αμφίδρομη και διαλεκτική σχέσι.

Η λέξη δηλαδή νοηματοδοτεί, ενσαρκώνει στο περιεχόμενό της, την γνώσι, την εμπειρία, το βίωμα, την προσπάθεια, τον σκοπό, το όραμα, το όνειρο, τον πόνο, την χαρά, την ευτυχία, την αγωνία, τον κανόνα συμπεριφοράς, το ήθος, την δραστηριότητα, την ατομική και συλλογική δράσι, την ευθύνη, τον νόμο, την ελευθερία, την πολιτική πράξι, την μορφή, την εικόνα του περιβάλλοντος, τον προβληματισμό, το ιερό, το ωραίον , τον έρωτα, τον θάνατο, τη ζωή, την ιδέα, την αξία, την αρετή, την τάξι, την αρμονία. κλπ.

Γι αυτό κάθε λέξη δεν είναι απλώς μια αλληλουχία φθόγγων, ένα σύμβολο, δεν είναι απλώς τεχνικός όρος, αλλά μια οντότητα του κόσμου, της πραγματικότητας, είτε είναι συγκεκριμένη είτε αφηρημένη, είναι μια πνευματική κατάκτησι, μια εσωτερική νοητική σύλληψι του κόσμου από τον ανθρώπινο νου.
Δύο παραδείγματα:

Ελλην > Σελλός > Ελλην -με δασεία
ενθουσιασμός,(εν+θεός+ουσία)
Κάλλος= (κρύβει στο περιεχόμενο της : αρμονια συμμετρία, ρυθμό, γνώσι και βίωσι της ωραιότητας και ταυτόχρονα επίγνωσι της φθοράς, του θανάτου )

Γι' αυτό η Ελληνική γλώσσα σύμφωνα με την άποψι αμετρήτων μελετητών της, είναι εκείνη που κρύβει: υψιπετή σοφία, αρμονία και μουσικότητα, σαφήνεια και ακριβολογία, πλαστικότητα και πολυσημία, υποχρεώνοντας τον Κικέρωνα να ψάλλει: η θαυμαστή αυτή γλώσσα των Ελλήνων είναι η γλώσσα των θεών «Ει θεοί διαλέγονται την των Ελλήνων γλώττη χρώνται».

Αυτά αποδεικνύουν ότι όπως ο ανθρώπινος νους που νοηματοδοτεί αυτά και τα σφραγίζει με τον αξιολογικό δικό του πλούτο, από την δική του υπόστασι, από την φυσιογνωμία του περιβάλλοντος χώρου, από την δημιουργικότητα του χρόνου και την δράσι του και από την ενεργό "συμμετοχικότητα" με ρόλο και σκοπό στην κοινωνία που εγκαταβιοί, έτσι και η γλωσσική έκφρασι γίνεται κοινός τόπος εμπνεύσεως, συγκινήσεως, γνώσεως, βιώματος, τρόπου και σκοπού ζωής, και γίνεται και η-απολύτως ιδιότυπος, μοναδική και ξεχωριστή -  ψυχοσύνθεσι των μελών όλης της κοινότητος που διακρίνεται από κάθε άλλη.

Και τότε φυσικά αυτή η γλωσσική συνείδησι και η νοηματική και ηθογραφική-πολιτιστική ιδιοσυστασία διαμορφώνει την ταυτότητα της ομάδος που φθάνει μέχρι τον Εθνικό αυτοπροσδιορισμό και εκφράζει έτσι αυτό που ονομάζομαι «Εθνική ταυτότητα».

Οι λέξεις πλέον, συμπυκνώνουν την διαχρονική πορεία ενός λαού, την Ιστορική του δηλαδή διαδρομή στον χρόνο, την θρησκεία του, τα ήθη και τα έθιμα του, την φιλοσοφία του, τον τρόπο διαβίωσής του, γενικότερα όλο του τον Πολιτισμό.

Ο Ηρόδοτος βάζει τους Αθηναίους να εξηγήσουν στους απεσταλμένους της Σπάρτης γιατί δεν θα πρόδιδαν ποτέ την Ελλάδα στους Πέρσες: γιατί έχουν κοινή κληρονομιά αίματος (το όμαιμον), κοινή γλώσσα (ομόγλωσσον) και κοινά ήθη και έθιμα και τρόπο ζωής (ομότροπον). Η φυλετική συγγένεια και καταγωγή, η θρησκευτική λατρεία, και η κοινή πολιτιστική αξία και συνείδησι της γλώσσας που ενσωματώνει στον λεκτικό της πλούτο όλα αυτά, διαμορφώνουν την συνείδησι της εθνικής ταυτότητος των Ελλήνων.

Το επαναλαμβάνουν έκτοτε πολλοί: ας αρκεσθούμε στους νεώτερους όπως είναι ο Κων/νος Παπαρηγόπουλος το 1853, ορίζοντας πως «Ελληνικόν Έθνος ονομάζονται όλοι οι άνθρωποι, όσοι ομιλούσι την Ελληνικήν γλώσσα ως ιδίαν αυτών γλώσσαν» θεωρώντας ως αποκλειστικό κριτήριο και ως «διαγνωστικόν σημείον της ιδιοπροσωπείας» όπως έλεγε ο Σπυρ. Ζαμπέλιος μόνο την γλώσσαν.

Βέβαια τότε ήταν μια αντίληψι που εξέφραζε ο λεγόμενος «Ρωμαντικός Εθνικισμός στην Ευρώπη» και ας μη ξεχνάμε πως όταν προέκυψε η αμφισβήτησι στις αρχές του 20ου αιώνα της Εθνικής μας υποστάσεως ως προς καθαρότητα της Φυλής μας: Ο Γ. Χατζηδάκης προάσπισε το ομόγλωσσον, ο Κων/νος Παπαρηγόπουλος το όμαιμον με την ιστορική συνέχεια και ο Ν. Πολίτης το ομότροπον με την λαογραφία και καταγραφή δημοτικών τραγουδιών και ηθών και εθίμων.

Για όλα αυτά η Ελληνική Γλώσσα θεωρείται η ποιοτικότερη γλώσσα του κόσμου και δεν το λέμε από πατριωτικό ή Εθνικιστικό οίστρο.

Πρέπει να προβάλλονται τα γνωρίσματά της όπως είναι η οικουμενικότητα και η διαχρονικότητα της, που δυστυχώς τα αναλύουν και τα ερμηνεύουν περισσότερο οι ξένοι γι αυτό και σπουδάζεται σ' όλα τα Πανεπιστήμια του κόσμου ενώ στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες διδάσκεται καλύτερα και μεθοδικότερα από μας, στα Γυμνάσια και στα Λύκειά τους.

Η οικουμενικότητα της Ελληνικής – επισημαίνει ο Γ. Μπαμπινιώτης – οφείλεται στο υψηλό γόητρο που απέκτησε διεθνώς μέσα από τα κείμενα της επιστήμης, της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας και του εν γένει στοχασμού της αρχαιότητος.

Οφείλεται επίσης στη λειτουργία της, επί Μ. Αλεξάνδρου, ως διεθνούς γλώσσας του πολιτισμού και του εμπορίου, στο κύρος της ως γλώσσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας στον Μεσαίωνα, στην αίγλη της ως γλώσσας του πνεύματος στην Αναγέννησι, στην καθιέρωσί της ως γλώσσας της διεθνούς επιστημονικής ορολογίας και στην ισχύ που απέκτησε ως επίσημος γλώσσα της νέας Πίστεως, του χριστιανισμού, όπου μέσω της Εκκλησίας ομιλείται , ψάλλεται , βιώνεται μέχρι σήμερα, αποκαλύπτοντας και την διαχρονικότητα αλλά και την μυστήρια λειτουργικότητά της στην συνοχή της κοινωνίας .

Με τον όρο ενιαίο χαρακτήρα της Ελληνικής γλώσσας εννοούμε ότι ο ίδιος λαός, οι Έλληνες, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, την Ελλάδα, μιλάει χωρίς διακοπή 40 αιώνες τώρα και επίσης γράφει -με την ίδια γραφή (από τον 8ο π.Χ. αι.) και την ίδια ορθογραφία (από το 400 π.Χ.)- την ίδια γλώσσα, την Ελληνική.

Από τότε λέμε : θάλασσα , άριστος, ημέρα, τέλος, ολετήρας και χιλιάδες άλλες.
Μπορεί να μη λέμε πια  πίμπρημι > λέμε όμως εμπρησμός
                                      αλίσκομαι > λέμε όμως άλωσι
                                      αιρώ > λέμε όμως αίρεση, αφαίρεσι, διαίρεσι, αιρετός
                                      αίρω > λέμε όμως άρσι βαρών, έπαρσι σημαίας, μετέωρα, αορτή,
                                                                αυθαίρετο, άρτος ζωής κλπ

Δεν υπάρχει ρήμα Ομηρικής ή κλασσικής περιόδου που να μην έχει παράγωγες λέξεις στην Νεοελληνική μας διάλεκτο.

Βέβαια υπάρχουν πάμπολλα που λειτουργούν αυτούσια κατά κυριολεξία και με τα παράγωγά τους π.χ. το συνηθέστατο έχω: ακούστε μερικά παράγωγα: έξι, σχέσι, σχολείο, εξής, μέθεξι, ευεξία, αλλά και κατοχή, συνοχή , εξοχή, εκδοχή , αποδοχή, υποδοχή, μέτοχος, υπέροχος, ηνίοχος, οχυρό, σχέδιο, σχήμα, εκεχειρία, εχέμυθος, εκτός, Έκτωρ, ανεκτός, ακάθεκτος, συνεχής, πολιούχος, νουνεχής, ραβδούχος, άσχετος. Για αναλογισθείτε, υπάρχει κάποια από αυτές τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε σήμερα;

Η γλώσσα λοιπόν επιβιώνει ετυμολογικώς ως προς την δομή της: αυτούσια, ενιαία και αδιαίρετη μέχρι και σήμερα, καθώς και στην πρακτική λειτουργικότητά της, σε αντίθεσι με την Λατινική για παράδειγμα. Επομένως, είναι δυνατόν να μην αναφωνούμε την γλώσσα που ομιλούμε και γράφουμε από τον Όμηρο μέχρι σήμερα ως Εθνική και να μην της αναγνωρίζουμε ότι μας προσδιορίζει όλη την Ιστορική και Πολιτιστική μας διαδρομή;

Για να μη σας κουράζω αναφερόμενος σε πολλά, θα μου επιτρέψει η ανοχή σας και το εξής: Η Ελληνική γλώσσα αποτελεί την πρώιμη έκφρασι φιλοσοφικού και μεταφυσικού προβληματισμού του ανθρώπινου πολιτισμού και προηγμένων μορφών σκέψεως με τον συνακόλουθο φυσικά βαθύ στοχασμό.

Αναφέρομαι εδώ μόνο στον Ελληνικό Μύθο, που θεωρείται ότι είναι η πλέον οργανωμένη αφηγηματική σκέψι που προσπαθεί να διεισδύσει στον μακρόκοσμο και μικρόκοσμο του πνεύματος και της ψυχής και να δώσει ερμηνεία με συμβολικό, αλληγορικό τρόπο, αλλά και σύλληψι-ερμηνεία θεμάτων που δεν φθάνει η λογική: σε ό,τι αφορά την σχέσι του ανθρώπου με το Θείον, με την Φύσι και με την ίδια την Ψυχή του.

Για την οικονομία του χρόνου θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα που μάλλον είναι γνωστό σε όλους σας: Το Ομηρικό εφεύρημα - για την ερμηνευτική του διάστασι - του Κύκλωπα Πολύφημου:. Θέλει να τονίσει ο Όμηρος την ενστικτώδη πρωτογονική βία του ανθρώπου που τον εκβαρβαρώνει γιατί δεν γνώρισε την καλλιέργεια από την πίστι στο Θεό, δεν έχει τον εξευγενισμό από την εμπειρία ηθικών αρχών και αξιών και κυρίως δεν έχει την συνείδησι της Αιδούς και της Δίκης, το ήθος των οποίων αποκτάς από την εμπειρία της Κοινωνίας. Ο Πολύφημος παρουσιάζεται: ως Α-θεος , Α- κοινώνητος, που τον διαμορφώνει σε Α-λογη οντότητα Α-πάνθρωπη. Δεν ανήκει στην ανθρώπινη κοινωνία που απαιτεί σεβασμό μεταξύ των μελών, αναγνώρισι γραπτού και ηθικού δικαίου, τα οποία όλα μαζί καθορίζουν τα όρια της ελευθερίας των μελών μιας Κοινότητας.

Και επειδή κάνουμε λόγο για τον Όμηρο -τελειώνοντας - να σας αναφέρω και το εξής: Όταν ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη και απάλλαξε την σύζυγό του Πηνελόπη από τους ενοχλητικούς μνηστήρες στο "Παλάτι" τότε η Πηνελόπη μόλις αναγνώρισε τον σύζυγό της, έτρεξε προς αυτόν με ανοικτές τις αγκάλες της και του είπε «κύσον με» δηλ. «φίλησέ με». Ακριβώς όπως θα έλεγε κάποια σήμερα στην Αγγλική γλώσσα «Kiss me», : είναι μια από τις 42.000 Ελληνικές λέξεις που έχουν ενσωματωθή στην Αγγλική γλώσσα!

Όλος ο πνευματικός μας πλούτος είναι η γλώσσα μας γιατί έχει ενσωματώσει όλη την Ιστορία μας , όλη την Πίστι μας, όλη την Παράδοσί μας , όλη την κλασσική παιδεία , όλον τον Βυζαντινό Πολιτισμό και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, όλο τον Λαϊκό πολιτισμό με τα έθιμά μας, τους θρύλους, τους μύθους, τα παραμύθια μας. Γλώσσα εν τέλει είναι η Υπόστασί μας, η ύπαρξί μας, η αυτοσυνειδησία μας.
Συμπυκνώνω τα ανωτέρω με τις ρήσεις τριών μεγάλων λογοτεχνών μας:
Σολωμός: «μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα»
Ν. Καζαντζάκης: «Η γλώσσα είναι η πατρίδα μου»
Οδ. Ελύτης: «Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου» «... το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε καμπύλη πρύμνης πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια». ....Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω». («Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», Εν λευκώ 339-340).

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

1. Η βάσανος των φημών σχετικά με την εθνική συνείδηση


Ο άνθρωπος, όπου και να βρεθεί, εύλογα κάποια στιγμή θα αναρωτηθεί: πού βρίσκομαι; Δεν αναρωτιόμαστε βέβαια, όταν είμαστε στο σπίτι μας, στο γραφείο μας, στο χωράφι μας, στο σχολείο μας. Το ερώτημα αυτό, γεννιέται, μονάχα σαν τύχει να έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα στα μέρη αυτά τα οικεία και γνώριμα, ή νά 'χουμ' εμείς αλλάξει, ώστε η σχέση μας με τον τόπο και τα πράγματα δεν είναι πια όπως εκείνη που ήταν πρωτύτερα.

Ερωτήματα, αυτονόητα και σχετικά με τα παραπάνω, είναι και τούτα: Τί άνθρωπος είμαι; γιατί θέλω αυτό κι όχι εκείνο, τι παραμύθια και ιστορίες, τι διδαχές άκουσα, τί μαθήματα ζωής, πίστης και ιστορίας έλαβα, και γιατί αυτά και όχι άλλα;

Όλα τούτα αποτελούν την καλλιέργεια που έλαβε με την ανατροφή του ο μικρούλης άνθρωπος, καθώς τον κρατούσαν αγκαλιά τα γονικά και οι παπούδες του, οι αγαπημένοι οικογενειακοί φίλοι και οι αγαπητοί συγγενείς, και του μαθαίνανε να φέρεται, να ζεί με τους άλλους σε συνεργασία και με αγάπη. Εκεί που του μαθαίνανε να τρώει, να ευχαριστεί, να δίνει, να υποχωρεί, να διεκδικεί, να ζητάει και να δέχεται, να μελετάει, να μην υποχωρεί, να πιστεύει, να έχει πλαίσιο αρχών και ορίων για να ενεργεί, να υποχωρεί και να παραχωρεί. Οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τη συνείδηση που οι ίδιοι έχουν.

Κι η καλλιέργεια του μικρού ανθρωπάκου συμπληρώνεται αργότερα στο σχολειό, από τους σπουδαίους -για όλη του τη μετέπειτα ζωή- πρώτους δασκάλους του. Αυτοί, θα τον μάθουν την σωστή ομιλία της γλώσσας του με όλους τους κανόνες, και για τη ζωή έξω από το σπίτι, θα τον μάθουν και πως να εργάζεται σε έργα ανάλογα με την ηλικία του. Το σχολειό, μέχρι πριν από κάμποσα χρόνια, τη συνείδηση αυτή την επιβεβαίωνε με τις διδαχές των σχετικών μαθημάτων.

Και καθώς η ζωή περνάει, η καλλιέργεια του ανθρώπου αυξαίνει σε εύρος και βάθος, ιδιαίτερα σήμερα μάλιστα, που στη χώρα μας το σχολειό (και μάλιστα όλα πια τα σχολειά, από το πρώτο μέρχρι το ανώτατο) έχει πολλά παιδιά, παιδιά που τα γονικά τους έρχονται σαν πρόσφυγες ή μετανάστες από ξένες πατρίδες. Έτσι, οι συνήθειες κι οι παραδόσεις διαφόρων χωρών, de facto ανακατεύονται, καθώς τα παιδιά περνάνε πολλές ώρες καθε μέρα μαζί στο σχολειό. Κι εκτός από τούτο, καινούργιες διδακτικές μέθοδοι εισάγονται και αλλάζει ο τρόπος διδασκαλίας ή καταργείται η (παλιά) απαίτηση να γνωρίζουν τα παιδιά όσα θα έπρεπε να διδάσκονται. Εύλογο είναι λοιπόν, κάποια στιγμή να αναρωτηθεί ο μικρός μαθητής, ο νέος άνθρωπος: Εγώ σήμερα τί θέλω; θέλω να κρατήσω ό,τι έμαθα για τις ρίζες και τους δικούς μου, θέλω να τους μοιάσω στα όνειρα και στην πορεία, ή να ξεχάσω όσα πίστεψα και να αλλάξω εκείνα που θα με προσδιορίζουν σαν άνθρωπο, από 'δώ κι εμπρός; Έτσι τίθεται θέμα εθνικής συνείδησης.

Τί να είναι άραγε η εθνική συνείδηση; Δεν είναι η συναίσθηση πως ανήκουμε στην ίδια ομάδα και στο ίδιο σύνολο (προς τα πίσω στο χρόνο και εμπρός προς το μέλλον), η συναίσθηση όλων ημών που έχουμε τον ίδιο τρόπο στη ζωή, τις ίδιες γιορτές και μνήμες, τις ίδιες ιστορίες για τα παιδιά μας, τα ίδια όνειρα για τον τόπο μας και την ιστορία του, τους τάφους των γονιων και των προγόνων μας, καθώς και για το λόγο του ιστορημένου θανάτου τους; Δεν μας δένει και η κοινή μας χιλιομιλούμενη γλώσσα, οι κοινοί μας ένδοξοι και νικηφόροι αγώνες για ελευθερία και σκέψη, αλλά και οι διαχρονικά ατιμωτικές κι επιπόλαιες ήττες μας από κατώτερους αλλά δόλιους εχθρούς; Δεν μας δένουν οι αξίες και οι αρχές που διδαχθήκαμε στο διάβα του χρόνου από τα έργα των μεγάλων Ποιητών της αρχαιότητας, και η αποδοχή του κηρύγματος του Ευαγγελίου που γράφτηκε στη γλώσσα μας, (προς δόξαν Κυρίου); Δεν μας διαπνέει η ίδια φιλοσοφική διάθεση για τη ζωή και η τάση, όπως εκείνη -η τάση- των μεγάλων πνευμάτων που ζήσανε σε τούτα χώματα και μιλήσανε την γλώσσα που οδήγησε τη σκέψη της ανθρωπότητας σε πρωτόγνωρους προβληματισμούς, και στην ευρηματική απάντηση σε κάθε εμφανιζόμενο πρόβλημα προς λύσιν;

Πολλοί σύγχρονοι μελετητές έχουνε μια τοποθέτηση, όπως εκείνη του συγγραφέα του προηγούμενου (ανα-)δημοσιεύματος εδώ, στη Filareti.gr.

Λέγει, λοιπόν, στην τοποθέτησή του ο κ. Πιζάνιας:
Οι διαμάχες οι σχετικές με την εθνική υπόσταση ενός πληθυσμού έχουν πάντοτε μια πρωταρχική ιστορική αναφορά η οποία λειτουργεί ως καθρέφτης για την αναγνώριση όλων των μελών της εν λόγω κοινωνίας μεταξύ τους.
Αδιάφορο αν η ιστορική αυτή αναφορά είναι πλήρως ή μερικώς επινοημένη.
Σημασία έχει ότι είναι κοινά αποδεκτή, για την ακρίβεια αυτονόητη για τον καθένα και την καθεμία.

Κι εμείς σχολιάζουμε-παρατηρούμε-ρωτάμε:
Διαμάχες έχουμε άμα υπάρχουν αμφισβητήσεις εθνικής ταυτότητας, δηλ. διεκδικήσεις επικράτειας ή πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Οι αμφισβητήσεις αυτές προβάλλονται εναντίον συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, και υποβάλλονται σε συνεργασία με άλλες ομάδες... Ή μήπως όχι;

Εθνική υπόσταση ενός πληθυσμού συνιστά η οργάνωση ενός πληθυσμού με κοινούς δεσμούς, σε κοινωνία με θεσμούς, συνηθέστατα με "κρατική" οργάνωση, όργανα και διαδικασίες για τη διοίκηση και διαχείριση, την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών των μελών, την ολοκλήρωση κοινωνικών και προσωπικών και σχέσεων μεταξύ των μελών τους και μεταξύ των μελών αυτών με άλλους, και για την υλοποίηση οραμάτων. Και δεν συνιστά εθνική υπόσταση η απόφαση για τη δημιουργία εθνικής υπόστασης. Αυτό δεν αποφασίζεται σε μια μέρα, ή από κάποια συμφέροντα. Γιατί είναι αλληλουχία διαδικασιών, έργων και οραμάτων των  ανθρώπων και λόγος του θανάτου

Ο πληθυσμός αυτός, με τα κοινά χαρακτηριστικά και τους στενούς, μακρούς και διηνεκείς δεσμούς και που αναφέρεται ως πρώτος ιστορικά υπάρξας, κατοικών και αδιάσπαστα συνδεδεμένος με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή έχει συνείδηση της ύπαρξής του και όραμα συνέχισης και βελτίωσης της ύπαρξής του. Και αυτό λειτουργεί ως απόλυτα φυσική απεικόνιση του πληθυσμού αυτού στη συγκεκριμένη γή-περιοχή-χώρα, και λειτουργική συμβίωση των μελών της πληθυσμιακής αυτής ομάδας στον ίδιο τόπο, ακόμη κι αν κάποια μέλη έφυγαν από εκεί προσωρινά, ή τελικά για πάντα, για λόγους προσωπικούς και κυρίως οικονομικούς.

Το δημοσίευμα θέλει απλώς μια πρώτη ιστορική αναφορά. Δεν ενδιαφέρεται η πρώτη αυτή ιστορική αναφορά να είναι αλήθεια. Δηλ. η πρωταρχική αναφορά δεν είναι αναγκαίο να είναι -πλήρως ή έστω εν μέρει- αλήθεια, αρκεί μάλιστα κάποιος να το επινόησε (ψέμματα και φαντασίες δηλαδή). Δεν χρειάζεται να προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της ιστορικής έρευνας, δηλαδή από τις πηγές, τα κείμενα και τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα!. Και μετά από αυτή την "επιστημονική θεώρησση" των πραγμάτων, οι προβάλλοντες τέτοιες θέσεις επιθυμούν να τις ασπαστούμε εμείς και να συμμορφωθούμε σε ό,τι αυτοί επιδιώκουν: Δηλαδή, την ανυπαρξία μας ή την υποδούλωσή μας, όταν εμφανιστεί κάποιος που ισχυρίζεται πως ο τόπος μας είναι δικός του και πως εμείς είμαστε περαστικοί καταληψίες!

Αυτό που ο συγγραφέας θεωρεί σημαντικό είναι αυτή η επινοημένη πρώτη ιστορική αναφορά να είναι γενικά αποδεκτή και αυτονόητη. Δηλαδή αναντίρρητη! Δηλαδή σου παίρνουνε όλα σου τα προσωπικά και εθνικά δεδομένα, τα χαρίζουν σε κάποιον, σε εξαφανίζουν κυριολεκτικά και σου λένε να συμφωνείς κι εσύ ο ίδιος! Να μην προβάλλεις αντιρρήσεις!

Πριν σε λοβοτομήσουν με το νυστέρι, το κάνουν με την αλλοίωση του περιεχομένου των πηγών και με την σχετική προπαγάνδα. Φαίνεται πως η λοβοτομή με αυτόν τον τρόπο είναι λιγώτερο δαπανηρή γιατί γίνεται μαζικά!

Αλλά αυτό προϋποθέτει ότι στην περίπτωση που ένας λαός, οικειοποιείται τον τόπο και την ιστορία του κάποιου άλλου λαού, ο τελευταίος θα το δεχτεί (δηλαδή θα το ανεχτεί, σαν λοβοτομημένος, σαν δεμένος χεροπόδαρα, σαν αιχμάλωτος, σαν ο άλλος νά 'χει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω του), και ότι οι άλλοι λαοί της ανθρωπότητας (σαν εγκληματίες και συνωμότες που σκυλεύουν πτώματα, θα ωφεληθούν από μια τέτοια παγκόσμια συμπαιγνία και) θα μείνουν σιωπηλοί και αμέτοχοι σε αυτή την κατάργηση της ιστορίας και της ζώσας πραγματικότητας. Ακριβώς, όπως συνέβη στην περίπτωση της Κύπρου εδώ και 40 χρόνια.

Αυτές οι νέες επιστημονικές θέσεις είναι τα οχήματα, με τα οποία επιτυγχάνεται η σταδιακή απο-μόρφωση των λαών και των κοινωνιών τους, προκειμένουν να εδραιωθεί μια νέα τάξη πραγμάτων κι ένα αλλιώτικος συσχετισμός των εξουσιαστικών δυνάμεων.

Έτσι γίνεται η απο-συνειδητοποίηση. Η απο-σύνδεση από το παρελθόν μας. Η απο-σύνδεση από την ελληνικότητά μας. Κι αφού αυτό μας απο-κόπτει από τη συνέχεια, τις ρίζες και την ιστορία μας, στη συνέχεια επιτυγχάνεται (προς όφελος εκείνων που την προκάλεσαν), ελεύθερα και ακώλυτα η απεμπόληση των εθνικών μας δικαίων, είτε γιατί οι δικοί μας υπεύθυνοι ξεγελάστηκαν, ή ρέμβαζαν ή γιατί αδιαφορούσαν την ώρα που εξυφαίνονταν οι συνωμοσίες για τον έλεγχο και τον εξουσιασμό μας.

Πρέπει να το πούμε και να το διακηρύξουμε: Η ελληνική εθνική συνείδηση εξακολουθεί να υφίσταται, γιατί όσο και να λιγοστεύουν οι έλληνες, πάντα μένει και μαγιά, που είπε κι ο Μακρυγιάννης. Ας λένε στη FYROM ότι εκείνοι είναι οι απόγονοι του Αλεξάνδρου, κι ας λένε οι Τούρκοι πως η Μικρά Ασία είναι χώρα τους. Τα χώματα της Μικρασίας ζυμωθήκανε με αίμα μαρτύρων, ηρώων, φιλοσόφων και καλλιτεχνών που μιλούσαν τη δική μας τη γλώσσα, και πιστεύαν στους δικούς μας Θεούς, που δεχτήκανε το κήρυγμα του Χριστού στη γλώσσα μας και μεγαλώσανε τα παιδιά τους με ελληνική γλώσσα, με ελληνικά αναγνώσματα και διδαχές και με χριστιανική διδασκαλία.

Λέγει, περαιτέρω, στην τοποθέτησή του ο κ. Πιζάνιας:
Η εθνική ιδεολογία, πολιτική ανακάλυψη της ευρωπαϊκής διανόησης της νεότερης ιστορικής περιόδου, συστηματοποιήθηκε από τον γαλλικό διαφωτισμό και την επανάσταση, και θεμελιώθηκε σε ορισμένους από τους ωραιότερους μύθους που δημιούργησαν ποτέ οι άνθρωποι. Οι εθνικοί μύθοι επιδιώκουν την επιβεβαίωση μιας ιστορικής συνέχειας του πληθυσμού: οι Αγγλοι από τον βασιλιά Αρθούρο και στον αντίποδα οι Σκωτσέζοι με τους δικούς τους πατριαρχικούς αρχηγούς, οι Γάλλοι από τους Γαλάτες, από τους δίδυμους γιους της λύκαινας και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία οι Ιταλοί, οι Σύριοι από τους Φοίνικες, από τον Μωυσή οι Ισραηλινοί και φυσικά εμείς από τους αρχαίους Ελληνες, φανούς της οικουμένης, κ.ο.κ.

Κι εμείς σχολιάζουμε-παρατηρούμε-ρωτάμε:
Είναι εύλογο να ανακαλύπτει η ευρωπαϊκή διανόηση της νεότερης ιστορικής περιόδου την εθνική ιδεολογία. Θα πρέπει όμως ο συγγραφέας να μας δώσει στοιχεία για την πρωταρχική ιστορική αναφορά των συγκεκριμένων ευρωπαϊκών λαών στους τόπους που διεκδικούν και τα πολιτιστικά τους επιτεύγματα στους τόπουςαυτούς. Ο γενεσιουργός λόγος του γαλλικού διαφωτισμού πόσους και ποιούς άραγε πληθυσμούς αντιπροσώπευε. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες δεν έζησαν σε καθεστώς φεουδαρχίας. Έζησαν σε καθεστώς ελευθερίας, δημιουργίας και μυψίστης ακμής, αλλά και  κατάκτησης και υποταγής.

Σαν τί άραγε να είναι η εθνική ιδεολογία και τί σχέση έχει αυτή με την εθνική συνείδηση; Ένας λαός δεν μπορεί να φτιασιδώνει το ιστορικό του πρόσωπο. Γιατί το πρόσωπο δεν είναι προσωπείο, ώστε να αλλάζει σύμφωνα με την παράσταση ή τους στόχους. Το ιστορικό πρόσωπο ενός λαού είναι το λείψανό του. Είναι εκείνο που έμεινε από τη ζωή και τη δημιουργία του. Αν δεν μπορεί πια να τον ωφελήσει η κληρονομιά του, αυτό σημαίνει ότι η κληρονομιά του ήταν άχυρα.

Λέγει, ακόμη ο κ. Πιζάνιας:
Ολοι αυτοί οι μύθοι, αν και αποτελούν σημαίνοντα και εξαιρετικά περίπλοκα πολιτισμικά δημιουργήματα των ανθρώπων, έχουν το κοινό νόημα της δήλωσης μιας διαρκούς, αδιάλειπτης παρουσίας των εκάστοτε πληθυσμών στο διεκδικούμενο σημείο του πλανήτη. Πρόκειται για τη θεμελίωση του δικαιώματος πλήρους ελέγχου της εκάστοτε γεωγραφικής περιοχής, που μέσα από διαδικασίες επαναστατικές, ή πολιτικές διεργασίες το συνηθέστερο, θα οριστεί ως εθνική επικράτεια.

Κι εμείς σχολιάζουμε-παρατηρούμε-ρωτάμε:

Το στοιχείο της εξουσίας στο χώρο για τους Έλληνες δεν ήταν το σημαντικό. [Αποικίες, Μεγάλη Ελλάδα, Μ. Αλέξανδρος,κλπ]. Ασφαλώς από κάπου ξεκίνησαν. Αλλά κατέκλυσαν τον κόσμο και εξάπλωσαν τη γνώση, τη σόφία, την πίστη, την Τέχνη. Όπου πήγαν μετέφεραν δημιουργική πνοή, επιχειρηματική, καλλιτεχνική και πνευματική ευημερία, δράση και ακμή. Γιατί αυτό που χαρακτηρίζει τους έλληνες είναι η δημιουργία, η ελευθερία, η δράση και η αρετή. Και ένα τέτοιο πνεύμα, δυνατό σαν τον Ήλιο και καθαρό σαν τον ουρανό, ζωογόνο όπως ο άνεμος κι ασίγαστο όπωςένα πάθος κυβερνάει τη ζωή τους.

Σήμερα μπορεί ακόμη και οι έλληνες να διεκδικούν. Διεκδικούν να μη χάσουν τις εστίες τους.

Και παρακάτω στην τοποθέτησή του, λέγει ο κ. Πιζάνιας ότι:
Οι αυξομειώσεις της κάθε εθνικής επικράτειας με πολέμους ή με πολυμερείς συμφωνίες, και αυτές στους θεμελιωτές μύθους θα αναφερθούν, με αυτούς πρωτίστως θα επιδιωχθεί να νομιμοποιηθούν προς εαυτούς και άλλους, ανεξάρτητα αν το εκάστοτε τελικό αποτέλεσμα το καθορίζει ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα δυνάμεων που ορίζουμε κάπως αμήχανα ως συσχετισμό.

Κι εμείς σχολιάζουμε-παρατηρούμε-ρωτάμε:
Οι σύγχρονες αυξομειώσεις των εδαφικών ορίων κάθε εθνικής επικράτειας, είναι γνωστό με ποιόν τρόπο γίνονται. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε την Κύπρο και την Γερμανία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ούτε τις παλαιότερες εκστρατείες του Ναπολέοντα, και τις ακόμη παλαιότερες των Ισπανών και των Πορτογάλλων. Ό,τι και να είπανε γι' αυτές τις πρακτικές εν καιρώ, ποτέ δεν μπορέσανε να δικαιολογήσουνε ή να νομιμοποιήσουνε και να πείσουνε για τα εγκλήματά τους.

Καλά κάνουνε λοιπόν, και νιώθουνε αμήχανα με αυτό το περίπλοκο σύστημα του συσχετισμού των δυνάμεων. Γιατί είναι ένα τέχνασμα προκειμένου να σφάζονται οι λαοί και να καίγονται οι πολιτείες τους μέχρι που να υποταχτούν στους ισχυρισμούς. Θα πρέπει, για τα εγκλήματα, να υπάρχει τουλάχιστον η ντροπή του εγκληματία.

Αλοίμονο, το χειρότερο όπλο για τούτο το ανοσιούργημα είναι ο κοντυλοφόρος, η αμοιβή και το βραβείο του.

Σημείωση: 
  Εθνική συνείδηση
     Όταν μιλούμε σήμερα για ελληνική παράδοση, βάζουμε στο νου μια πνευματική και ηθική εξέλιξη μακρόσυρτη και πολυποίκιλη, με πλήθος διακλαδώσεις που μπλέκονται αναμεταξύ τους και συχνά αντιστρατεύονται η μία στην άλλη, μα δημιουργούν ωστόσο ένα σύνολο ενιαίο, με θαυμαστό πλούτο μορφών. Φτωχός λοιπόν μας φαίνεται ο ζήλος των διανοητών που πασχίζουν να περιορίσουν την παράδοσή μας σ’ ένα μικρό διάστημα χρόνου, έξαφνα στις τρεις γενεές του 5ου αιώνα π.Χ., όσο κι αν είναι περίλαμπρη και καταπληκτική και μοναδική στην ιστορία του κόσμου η πνευματική συγκομιδή της κλασσικής εποχής. Φτωχός και άγονος, γιατί στηρίζεται σε μια θεωρητική αφαίρεση, σε μια σύλληψη εργαστηριακή, αντίθετη στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου μας, που, εξόν από το πολύδοξο κλασικό ιδανικό, περιέχει, στη μνήμη της και στις κληρονομικότητές της, το θρύλο του Μεγαλέξανδρου, το απέραντο άνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούργιο κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σ’ ενότητα οργανική. Μέσα σε τούτη τη ζωντανή, τη ζεστή ενότητα της ελληνικής παράδοσης ζει και το κλασικό ιδανικό σαν ένα μέλος της αναπόσπαστο, που την επηρεάζει ανέκαθεν και βαθύτατα, μα και επηρεάζεται ολοένα απ’ αυτήν. Η προσπάθεια να χωριστεί το ιδανικό τούτο από κάθε οργανική του συνέχεια, να απομονωθεί και να υψωθεί στη θέση δόγματος που να μονοπωλήσει το πνεύμα, αναιρώντας όλη την εξαίσια ποικιλία των ελληνικών μορφών ζωής και δημιουργίας, έγινε πολλές φορές και με διάφορες προφάσεις από τους λογίους της χώρας μας και πάντα καταστάλαξε στα νεκρά βάλτα του σχολαστικισμού.
     Δεν σταματά όμως στην ιδιαίτερη παράδοσή μας, όσο κι αν είναι η παράδοση αυτή πολυσύνθετη και πλατύχωρη, η σημερινή συνείδηση του Ελληνισμού. Σαν μέλη του λαού αυτού, ανήκουμε στην Ευρώπη γεωγραφικά, οικονομικά κοινωνικά, πολιτικά, συμμετέχουμε στη ζωή της, πάσχουμε μαζί της, χανόμαστε μαζί της και σωζόμαστε, πάλι μαζί της. Όλα ταύτα, σήμερα δεν χρειάζονται βέβαια παραπομπές για να τ’ αποδείξει κανείς. Αλλά και η πνευματική μας αλληλεξάρτηση με τη Δύση είναι μια ατράνταχτη πραγματικότητα της ύπαρξής μας, από τα βάθη κιόλας των Μέσων Χρόνων, πραγματικότητα που εδραιώθηκε κατά πρώτο λόγο ακριβώς στο τεράστιο γόητρο του κλασικού ιδανικού. Η Ευρώπη ολάκερη, με τα βιβλία της, με τις ιδέες της, τα σύμβολά της, είναι κομμάτι του σημερινού εαυτού μας, καθώς και τα αρχαία γράμματα, το ρωμαϊκό δίκαιο κι ό,τι άλλο συντέλεσε στο να γίνουμε αυτό που είμαστε. Είναι κάτι που μας έπλασε και προσέτι είμαστε κι εμείς, μ’ όσες δυνάμεις έχουμε, κάτι που την πλάθει αυτήν, ένα μικρό μα ζωντανό μόριο της δικής της ζωής.
      Ούτε, ωστόσο, και στο σημείο αυτό σώνεται η νεώτερη ελληνικότητά μας, γιατί όσο βαθιά και σφιχτά κι αν ανήκουμε στην Ευρώπη, υπάρχει πάντα μια πλευρά του εαυτού μας που ακουμπά στην Ανατολή, μία πλευρά που οι παλιότεροί μας με την κάποια νεοπλουτική ξιπασιά που χαρακτηρίζει συνήθως τις καινούργιες κοινωνίες, ντρεπότανε να τη φανερώσουν, αλλά κι εμείς, ωριμότεροι και πιο σίγουροι στα πόδια μας, τη νιώθουμε σαν ένα πλουτισμό της ζωής μας και δεν θέλουμε να τη χάσουμε. Συνεννοούμαστε με το Γάλλο, όμως συνεννοούμαστε και με τον Αρμένη και με τον Άραβα. Ζούμε στο ρυθμό της δυτικής ζωής, είμαστε μέρος της Ευρώπης, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πολυσύνθετη ιδιοσυγκρασία μας ανήκει ταυτόχρονα και σε κάποιαν Ανατολή που δεν είναι ωστόσο η μεγάλη Ασία, αλλά μια Ανατολή πιο κοντινή, ήμερη και οικεία. Και τούτος ο κόσμος περιέχεται στην πραγματικότητα της ζωής μας και θα ήταν ασυλλόγιστος αυτοακρωτηριασμός και στένεμα των οριζόντων μας το να θελήσουμε να εξουδετερώσουμε τα στοιχεία του πνευματικού εαυτού μας που βρίσκονται σε επαφή κι ανταπόκρισή μαζί του.
       Μα κι ύστερα απ’ όλην αυτήν τη διαδρομή που κάναμε με λιγοστές φράσεις στο χώρο και το χρόνο, μεγάλη θα ήταν η αφέλεια μας αν νομίζαμε ότι χαράζαμε τα τελειωτικά όρια της ελληνικότητας, ότι βρήκαμε τάχα το βασικό δόγμα που δεν μπορεί να το παραβεί η πνευματική ζωή της Ελλάδας δίχως ν’ αναιρέσει τον εαυτό της. Γιατί ο Ελληνισμός ζει, άρα ολοένα αλλάζει σύσταση και μορφή, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται σε καινούργιες περιστάσεις, αφομοιώνει καινούργιες επιδράσεις, ανακαλύπτει δρόμους που δεν περίμενε, φτιάνει έργα πρωτότυπα, διαμορφώνει αντιπροσωπευτικούς τύπους αλλιώτικους από κείνους που ήξερε. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε θα υπάρξει όσο ο Ελληνισμός είναι ζωντανός, σύστημα κανόνων που θα ρυθμίζει οριστικά πότε ένα έργο είναι ελληνικό και πότε δεν είναι. Ο μόνος κανόνας της ελληνικότητας που σηκώνει η δική μου τουλάχιστον συνείδηση είναι τούτος: ελληνικό είναι κάθε έργο που βγαίνει με ειλικρίνεια από τη ζωή, την καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους μας.
      Συλλογιστείτε τώρα, σ’ αυτά τα διακόσια περίπου χρόνια που αποτελούν την καθαυτό νεοελληνική ιστορία, από το ξύπνημα του γένους που σημειώθηκε στα μισά του 18ου αιώνα και δώθε, ποιοι διαλεχτοί άνθρωποι εκπροσώπησαν πιο έντονα και πιο παραστατικά την πνευματική και ηθική ζωή μας. Ο Ρήγας Φεραίος, ο Κοραής, ο Μακρυγιάννης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Ψυχάρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σικελιανός. Τι ποικιλία στις ιδιοσυγκρασίες, στις νοοτροπίες, στις τάσεις, στους τρόπους της έκφρασης! Ποικιλία μάλιστα που μπορεί, στο πρώτο κοίταγμα, να είναι και κάπως ανησυχητική και να κάνει τους βιαστικούς παρατηρητές ν’ αναρωτιούνται αν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στις τόσο διαφορετικές αυτές μορφές. Και, ωστόσο, το κάτι το κοινό, που πραγματώνει ανάμεσά τους την ενότητα, το νιώθουμε αναμφισβήτητα. Είναι ο αέρας, ο τόνος, η υφή, η ψυχή του Νεοελληνισμού. Είναι ο Νεοελληνισμός, όχι δόγμα, σύστημα, διδασκαλία, σχολή, νόμος απαράβατος, αλλά ίσια-ίσια ζωή, κίνηση, αντίφαση, αναζήτηση, ταξίδι, θάλασσα ανοιχτή….
 
[από Γ. Θεοτοκάς, Πνευματική Πορεία – περιέχεται ως κριτήριο αξιολόγησης στο βιβλίο των Γιώργου Μπατζίνα – Δημήτρη Λούλου ΕΚΦΡΑΣΗ-έκθεση Γ΄ Λυκείου σελ. 135]
 εδώ: http://ta4mx.blogspot.gr/2011/02/blog-post_20.html

[Και θα συνεχίσουμε την ανάλυση και την αντίρρηση. ]

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Πώς διαμορφώθηκε η εθνική μας συνείδηση

Αυτούσιο το ομώνυμο άρθρο του κ. Π. Πιζανια, καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, που έχει δημοσιευθεί στις 26/03/2000 στην εφημ. "ΤΟ ΒΗΜΑ" (βλ. κατωτ. "πηγή"), και το οποίο έχει -κατά λέξη- ως εξής:
Το κίνημα του ελληνικού διαφωτισμού, έχοντας αφανείς ρίζες κάπου στον 15ο αι., συστηματοποιεί ως τις αρχές του 19ου αι. την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για τους πληθυσμούς των πάλαι ποτέ ελληνικών επικρατειών.


Πώς διαμορφώθηκε η εθνική συνείδηση
Η γέννηση ενός έθνους
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  26/03/2000 00:00
Πώς διαμορφώθηκε η εθνική συνείδηση

Οι διαμάχες οι σχετικές με την εθνική υπόσταση ενός πληθυσμού έχουν πάντοτε μια πρωταρχική ιστορική αναφορά, η οποία λειτουργεί ως καθρέφτης για την αναγνώριση όλων των μελών της εν λόγω κοινωνίας μεταξύ τους. Αδιάφορο αν η ιστορική αυτή αναφορά είναι πλήρως ή μερικώς επινοημένη. Σημασία έχει ότι είναι κοινά αποδεκτή, για την ακρίβεια αυτονόητη για τον καθένα και την καθεμία.
Η εθνική ιδεολογία, πολιτική ανακάλυψη της ευρωπαϊκής διανόησης της νεότερης ιστορικής περιόδου, συστηματοποιήθηκε από τον γαλλικό διαφωτισμό και την επανάσταση, και θεμελιώθηκε σε ορισμένους από τους ωραιότερους μύθους που δημιούργησαν ποτέ οι άνθρωποι.
Οι εθνικοί μύθοι επιδιώκουν την επιβεβαίωση μιας ιστορικής συνέχειας του πληθυσμού: οι Αγγλοι από τον βασιλιά Αρθούρο και στον αντίποδα οι Σκωτσέζοι με τους δικούς τους πατριαρχικούς αρχηγούς, οι Γάλλοι από τους Γαλάτες, από τους δίδυμους γιους της λύκαινας και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία οι Ιταλοί, οι Σύριοι από τους Φοίνικες, από τον Μωυσή οι Ισραηλινοί και φυσικά εμείς από τους αρχαίους Ελληνες, φανούς της οικουμένης, κ.ο.κ.
Ολοι αυτοί οι μύθοι, αν και αποτελούν σημαίνοντα και εξαιρετικά περίπλοκα πολιτισμικά δημιουργήματα των ανθρώπων, έχουν το κοινό νόημα της δήλωσης μιας διαρκούς, αδιάλειπτης παρουσίας των εκάστοτε πληθυσμών στο διεκδικούμενο σημείο του πλανήτη. Πρόκειται για τη θεμελίωση του δικαιώματος πλήρους ελέγχου της εκάστοτε γεωγραφικής περιοχής, που μέσα από διαδικασίες επαναστατικές, ή πολιτικές διεργασίες το συνηθέστερο, θα οριστεί ως εθνική επικράτεια.
Οι αυξομειώσεις της κάθε εθνικής επικράτειας με πολέμους ή με πολυμερείς συμφωνίες, και αυτές στους θεμελιωτές μύθους θα αναφερθούν, με αυτούς πρωτίστως θα επιδιωχθεί να νομιμοποιηθούν προς εαυτούς και άλλους, ανεξάρτητα αν το εκάστοτε τελικό αποτέλεσμα το καθορίζει ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα δυνάμεων που ορίζουμε κάπως αμήχανα ως συσχετισμό.
Ο θεμελιωτής μύθος
Οι δικοί μας πρόγονοι ήταν εύλογο να επιλέξουν την ελληνική αρχαιότητα ως πρότυπο ιστορικής αναφοράς. Αρχής γενομένης από τους ελάχιστους και χωρίς καμία επιρροή διανοουμένους του ύστερου Βυζαντίου που κατασκεύασαν αμήχανα τα πρώτα υποτυπώδη ιστορικά στοιχεία της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τον 15ο αιώνα, ως τους επιγόνους τους επαναστάτες των ευρωπαϊκών στοών των αρχών του 19ου αιώνα, όλοι είχαν προδιαγεγραμμένη επιλογή.
Τα τρία μεγάλα κρατικά συστήματα της εποχής στην ευρωπαϊκή ήπειρο, το βυζαντινό, το οθωμανικό και το ρωμαιοκαθολικό, απορρίπτονταν από τους υστεροβυζαντινούς λογίους για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετική ένταση.

Αυτοί πρώτοι, ενώπιον του πολιτικού και πολιτισμικού αδιεξόδου που δημιουργούσε η οθωμανική κατάκτηση, αναγκάστηκαν να στραφούν στην ιστορία προκειμένου να αυτοπροσδιοριστούν. Αργότερα, στις παραμονές της επανάστασης επαναβεβαιώνονται οι ίδιες επιλογές, κατά πολύ συστηματοποιημένες και επιπλέον πολιτικοποιημένες.
Ο οικουμενισμός του Πατριαρχείου και η ταύτισή του με το σκοταδιστικό Βυζάντιο αρχικά και την οθωμανική τυραννία στη συνέχεια αποτέλεσαν μαζί με το ρωμαιοκαθολικό πρότυπο αντικείμενα σκληρής πολεμικής αλλά και πραγματικών μαχών στη διάρκεια της επανάστασης.
Ιδεολογικά οι διανοούμενοι του ελληνικού διαφωτισμού είχαν εντάξει την υπόθεση των Ελλήνων στον ευρωπαϊκό εθνικισμό ήδη από τον 18ο αιώνα. Η ελληνική αρχαιότητα νομιμοποιούσε τόσο την αδιάλειπτη ιστορική παρουσία των Ελλήνων στα εδάφη τους, αλλά και τον ορθό λόγο, την ελεύθερη ατομική δράση και επιτέλους την πολιτική. Αυτά δηλαδή που οι αναδυόμενοι οργανικοί διανοούμενοι της εθνικής ιδέας είχαν συστηματοποιήσει με τη συνεχή δράση τους στη διεθνή αγορά, στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, στις επαναστατικές στοές.
Και η Ρώμη, αυτή αναπαριστούσε τον κατ' εξοχήν τόπο πολιτικής οργάνωσης του πληθυσμού, το κράτος, οργανωμένο όμως με βάση τον λόγο του Νόμου.
Πολλοί ιστορικοί ισχυρίστηκαν ότι οι έλληνες διαφωτιστές απλώς αντέγραψαν, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Πρόκειται φυσικά για ισχυρισμό που είναι αποτέλεσμα διανοητικής νωχέλειας, δεδομένου ότι οι αντιγραφές δεν οδηγούν σε επαναστάσεις και δημιουργία εθνών αν δεν υπάρχουν ισχυρότατα εσωτερικά ερείσματα.
Το κίνημα του ελληνικού διαφωτισμού, έχοντας αφανείς ρίζες κάπου στον 15ο αιώνα, συστηματοποιεί ως τις αρχές του 19ου αιώνα την ιδέα της εθνικής ταυτότητας για τους πληθυσμούς των πάλαι ποτέ αρχαίων ελληνικών επικρατειών. Και όσο ρευστές ήταν αυτές γεωγραφικά τόσο ρευστός υπήρξε και ο καθορισμός της ελληνικής επικράτειας αργότερα.
Οι συγγένειες των ελλήνων διαφωτιστών με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό υπήρξαν οριζόντιες και επιλεκτικές. Ωστόσο, όπως σε όλους τους εθνικιστές επαναστάτες της εποχής εκείνης, οι κοινές αρχές ήταν η ελευθερία και η ισότητα, με την αδελφοσύνη να διαμορφώνει την αναγκαία αλληλεγγύη στη διάρκεια του αγώνα τους για αυτές τις αξίες, αλλά ιδίως την αδελφοσύνη που απορρέει από τον κοινό εθνικό αυτοπροσδιορισμό.
Για τους έλληνες διαφωτιστές, γιακωβίνους και μετριοπαθείς, το πρόταγμα για τη σύσταση έθνους είχε απόλυτη προτεραιότητα. Και με βάση αυτή την προτεραιότητα οργάνωσαν το ούτως ή άλλως ασύστατο παρελθόν.
Οσα δεν άρμοζαν με τα εθνικά κριτήρια, όπως η αυτοκρατορική τυραννία και ο εκκλησιαστικός σκοταδιστικός οικουμενισμός, αποδίδονταν στον αντίπαλο. Και ορθώς. Ενώ η αδιάλειπτη παρουσία των ελληνικών πληθυσμών και το κλέος της αρχαιότητας εντάχθηκαν στον εθνικό σχεδιασμό της ιστορίας. Με την αναγωγή ενός ακατέργαστου παρελθόντος σε σύστημα ιστορικής εξέλιξης, θεμελίωσαν οι δημιουργοί του διαφωτιστές διανοούμενοι μια φαντασιακή, αρχικά, ταυτότητα-κοινότητα, τους Ελληνες.
Η ιστορία στην υπηρεσία της πολιτικής στρατηγικής μεγάλης εμβέλειας, περί αυτού πρόκειται. Ετσι, η σύνταξη του παρελθόντος σε ιστορία με προεξάρχον κριτήριο το έθνος διαμόρφωσε μια δύναμη παραγωγής έθνους χωρίς προηγούμενο. Αυτή ήταν η ηθική και η ψυχική κινητήρια δύναμη της πολιτικής δράσης τους πριν και κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.
Οι ανατροπές της επανάστασης
Με το πρόταγμα Ελληνες-ανεξάρτητο έθνος, που αποτελούσε ένα αδιαίρετο σύνολο ιστορίας και πολιτικής στρατηγικής, αλλά και κοινωνικά ως εκπρόσωποι της εμπορικής τάξης, οι διαφωτιστές διανοούμενοι συνάπτουν συμμαχίες με άλλες άρχουσες διακεκριμένες ομάδες, ιδίως τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, τους προεστούς των ναυτικών νησιών και τους άκρως προβληματικούς από πολιτική άποψη κλεφταρματολούς. Η πολιτική ηγεσία της επανάστασης σχεδόν ταυτίζεται με τις κατά τόπους ελίτ των ελληνικών πληθυσμών, άρχουσες πολύ πριν από το 1821.
Αυτές οι ποικίλες ελίτ αποτέλεσαν την άκρως αντιφατική ηγεσία της επανάστασης, και όταν απείχαν οι χωρικοί και οι ποιμένες ­ όπως συχνότατα συνέβαινε ­ οι ελίτ ήταν αυτές οι ίδιες κοινωνική βάση.
Η επανάσταση ξεκίνησε από μηδενική θεσμική βάση. Οι υφιστάμενοι κρατικοί θεσμοί ήταν υποτυπώδεις και πάντως απορριπτέοι. Ολα έπρεπε να δημιουργηθούν εξαρχής με κριτήριο αυτό που υπήρχε, το πρόταγμα έθνος. Φαίνεται πως η δύναμή του ήταν μεγαλύτερη από όση φανταζόμαστε. 
Οταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση, η Ιερή Συμμαχία στην Ευρώπη απέκλειε και συχνά καταδίωκε την παραμικρότερη ανατρεπτική δράση. Αλλά ο συμβολισμός του γεγονότος «οι Ελληνες επαναστάτησαν» ήταν τόσο ισχυρός που αναζωογόνησε ιδεολογικά και οργανωτικά πολλά ευρωπαϊκά επαναστατικά δίκτυα, οργανώσεις και μεμονωμένα άτομα. Η επανάσταση των Ελλήνων ­ που φάνταζε σαν να είχαν ξεσηκωθεί τα ίδια τα επαναστατικά σύμβολα της Ευρώπης ­ επέστρεψε στους ευρωπαίους ομοϊδεάτες τις ιδεολογικές οφειλές των ελλήνων διανοουμένων, και οι Ευρωπαίοι αντεπέστρεψαν σε όλους τους Ελληνες την αρχή της αδελφότητας οργανώνοντας το γνωστό κύμα αλληλεγγύης που αποκαλέσαμε φιλελληνισμό.
Η εθνική συνείδηση δεν είναι αναγκαστικά η αντανάκλαση κάποιων υλικών (βλ. οικονομικών) συνθηκών. Ανακαλύφθηκε πολύ προτού διαμορφωθούν οι υλικές συνθήκες, και σε κάποιο βαθμό συνέβαλε στην παραγωγή τους. Δηλαδή, στον βαθμό που διακεκριμένες ομάδες των ελληνικών πληθυσμών βαθμιαία αναγνωρίζονταν στην εθνική ταυτότητα, τότε διαφοροποιούνταν πολιτισμικά από τους υπόλοιπους, Ελληνες και μη. Και το γεγονός αυτό τους επέτρεπε να ανοίγονται σε καινούργιες δραστηριότητες οικονομικές, διοικητικές και μορφωτικές προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώσουν το νέο τους κοινωνικό είναι και τα δέοντα που απορρέουν από αυτό. Στο μέτρο που οι καινούργιες δραστηριότητες πετύχαιναν, οι εν λόγω ομάδες διευρύνονταν κοινωνικά και μπορούσαν να βλέπουν τον εαυτό τους καθώς και να διεκδικούν τη θέση ισχύος τους από ένα άλλο, υψηλότερο κατώφλι. Αντιπροσωπευτικοί της διαδικασίας αυτής οι γνωστοί πλέον έμποροι και καραβοκυραίοι. Ιδίως οι πρώτοι, ακολουθώντας κυριολεκτικά τη διεύρυνση της διεθνούς αγοράς ως «κατακτητές βαλκάνιοι έμποροι», έφτασαν στο σημείο να διαφοροποιηθούν από τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς σε βαθμό τέτοιο ώστε να αποκτήσουν ανάγκες διευρυμένης αναπαραγωγής. Ετσι προέκυψαν τα διάφορα σχολεία και η χρηματοδότησή τους, και οι κοσμικοί διανοούμενοι διαφωτιστές, όλοι σχεδόν προερχόμενοι από τις ομάδες των εμπόρων. Και η επιρροή τους ήταν τέτοια ώστε στο κίνημα του διαφωτισμού κατάφεραν να κερδίσουν κληρικούς, είτε ως πολιτικά στελέχη όπως ο Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος είτε ως παραγωγούς ορθολογικής γνώσης του κόσμου όπως οι Δημητριείς. Κληρικούς οι οποίοι ασπάστηκαν την εθνική ιδέα αρνούμενοι την αυτοκρατορική τυραννία και τον πολιτικά δίδυμο πατριαρχικό οικουμενισμό.
Από την ανακάλυψη της ταυτότητας Ελληνες τον 15ο αιώνα ως το πρόταγμα για ανεξάρτητο ελληνικό έθνος κάπου στο μεταίχμιο 18ου και 19ου αιώνα και από αυτό ως την καθιέρωση του ελληνικού έθνους το 1832 παρακολουθούμε μια μεγάλη πορεία όπου ιστορία, πολιτική και πολυσχιδής εκπολιτιστική δράση σχεδόν ταυτίζονται. Θα ήταν πολύ μίζερο να δεχθούμε ότι ο ιστορισμός του διαφωτισμού αποτελεί ιδεολογική χρήση της ιστορίας ή καθαρό υποκειμενισμό. Θα ήταν ορθότερο να δεχθούμε πως πρόκειται για τη συμβολική αναπαράσταση του κοινωνικού είναι και του ιδεολογικού δέοντος ελληνόφωνων ελίτ που επικρατούν πολιτικά με την επανάσταση και διαχέουν βαθμιαία τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό τους στις κοινωνικά χαμηλές ομάδες του υπόλοιπου πληθυσμού, ενσωματώνοντάς τες αργά στο εθνικό πρότυπο.

Το κράτος και η ιστορία
Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος εξέφρασε το δεύτερο κατά σειρά συμβολικό σύστημα αναπαράστασης του έθνους, το οποίο διαφοροποιείται σημαντικά από εκείνο του διαφωτισμού. Στο μεταξύ το ελληνικό κράτος, από γενικός στόχος που ήταν για τον διαφωτισμό, έχει γίνει η κυρίαρχη πολιτική πραγματικότητα του έθνους, και η Εκκλησία αυτοκέφαλη, αποσπασμένη από τον οικουμενισμό του Πατριαρχείου, εθνικοποιήθηκε. Δύο μείζονα θεσμικά κέντρα ισχύος αναδεικνύουν τη δική τους συμβολική αναπαράσταση του έθνους διά του σχήματος που διατύπωσε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος. Η τρισχιλιετής συνέχεια παρουσιάζεται στο εξής σαν θεσμική και κατά το δυνατόν ορθόδοξη εντάσσοντας σε αυτήν τους αυτοκρατορικούς θεσμούς του Βυζαντίου και το οικουμενικό Πατριαρχείο. Η διάδοση αυτής της άποψης θα πρέπει επίσης να συσχετιστεί και με την επικράτηση της στρατηγικής της διεύρυνσης της εθνικής επικράτειας.
Οι πολιτικές προτεραιότητες του έθνους εύλογα είχαν αλλάξει σε σχέση με την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο. Είχαν αλλάξει οι δυνάμεις που συνέθεταν το έθνος, άλλαξε συνεπώς και η κρατούσα ιστορική αναπαράστασή του. Και ακόμη, ήρωες (βλ. ηθικά δικαιωμένοι) δεν ήταν πλέον οι διανοούμενοι, τα πολιτικά στελέχη, αλλά τα παλικάρια, οι κλεφταρματολοί. Δεν έχει σημασία ότι αυτοί ακριβώς είχαν την πλέον απόμακρη σχέση με την εθνική ιδέα. Σημασία έχει ότι οι νέες ανάγκες, στα πρότυπα του ιστορισμού του κράτους, αναδεικνύουν τα ιστορικά τους σύμβολα: πολεμιστές για το έθνος. Σύμβολα μονοσήμαντα, συρρικνωμένα, συχνά αντίθετα από την ιστορική αναφορά τους.
Γενικότερα ο συμβολισμός του ιστορισμού του κράτους και της Εκκλησίας τον οποίο εξέφρασε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ήταν πολύ αδύνατος για να αντέξει στις ραγδαίες πολιτικές αλλαγές του τελευταίου τρίτου του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Ηδη στην εποχή του Βενιζέλου η συμβολική του ιστορισμού ήταν απολύτως επικουρική. Στους πολέμους του ελληνικού κράτους μιλούσε πλέον ανοιχτά το εθνικό συμφέρον.
Το τρίτο σύστημα αναπαράστασης του ελληνικού έθνους, αυτό που διατυπώθηκε επί Μεταξά και κυριάρχησε ως και τη χούντα, δηλαδή ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ήταν πλέον άκρως εργαλειακό και κοινωνικά πολωτικό. Λειτούργησε απλώς ως ένα ιδεολογικό τείχος προς αποκλεισμό των κάθε είδους ετεροδόξων ή ως ευθέως προσχηματική αναφορά για τη νομιμοποίηση μιας τυφλής καταπίεσης των αριστερών.
Διακόσια χρόνια μετά την πολιτικοποίηση του ελληνικού διαφωτισμού και 179 χρόνια μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης, οι διαδοχικοί συμβολισμοί του ιστορισμού για το έθνος είναι άχρηστοι ή καταδικασμένοι. Καταδικασμένοι είτε επειδή ταυτίστηκαν με τον Μεταξά, τον εμφύλιο και τη χούντα, ή απλώς άχρηστοι επειδή το ελληνικό έθνος έχει πλέον ικανή θεσμική και πολιτική αναγνώριση διεθνώς, και μια ικανοποιητική εσωτερική ανάπτυξη ώστε αυτού του είδους οι συμβολισμοί του ιστορισμού να τονίζουν τη σχετική πολιτιστική του καθυστέρηση απλώς. Ωστόσο οι ποικίλοι θεμελιωτές μύθοι θα είναι πάντοτε αναγκαίοι. Το ίδιο και η αναπαράσταση του έθνους, που εκκρεμεί να ανακαλυφθεί ξανά αλλά με σημερινούς όρους. Αλλά η δραστικότητα του ιστορικού συμβολισμού του έθνους εξαρτάται όλο και περισσότερο από μια ρεαλιστική και οπωσδήποτε σύνθετη ιστορική γνώση. Και η κριτική ιστορική σκέψη έχει να συμβάλει σημαντικά σε αυτό.

Εθνογένεση.
Ενας περιγραφικός όρος παλαιός, ξεχασμένος, που επανέρχεται προφανώς για να εκφράσει ανάγκες επαναπροσδιορισμού ενός ελάχιστου συλλογικού εαυτού στην εποχή της ιστορικής εξάντλησης παλαιών συλλογικών αναφορών και των αναδυόμενων μαζικών ατομικοτήτων.
Ευκαιρία λοιπόν για τους ιστορικούς ­ και φυσικά όχι μόνον αυτούς ­ να διευρύνουν τη δράση τους, κατά το δυνατόν τη θεματολογία τους και ακόμη καλύτερα την προβληματική τους, με στόχο να δώσουν νέες αναπαραστάσεις του παρελθόντος εκείνου που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συνθήκες του παρόντος.
Η ιστορική σκέψη είναι και αυτή ένας από τους πάμπολλους τρόπους πραγματοποίησης του παλαιότατου ονείρου των ανθρώπων να ελέγξουν το επιστητό, με τεχνικές, εργαλεία, γνώση και πολιτική και όπως αλλιώς μπορούμε. Η ιστοριογραφία, όταν δεν αναλώνεται στην απλή αναπαραγωγή του ομοιώματός της (που είναι ο κανόνας), αποτελεί έναν θαυμάσιο δρόμο λογικής πρόσβασης στο επιστητό. Με αποκλειστικό ρόλο να οργανώνει το χάος του παρελθόντος, επιλέγει από αυτό ό,τι θεωρεί άξιο, δηλαδή σημαντικό για την κοινωνική και ατομική ζωή των ανθρώπων στο εκάστοτε παρόν. 
 Οι φορείς της ιστορικής επιστημονικής σκέψης αναφέρονται στο εκάστοτε παρόν και αποκλειστικά σε αυτό, σε αυτό στοχεύουν και σε αυτό επιβεβαιώνονται ή καταπίπτουν οι επιλογές και οι συστηματοποιήσεις που έχουν κάνει στις διαδρομές τους στον χώρο του ακατέργαστου παρελθόντος.
Οι ποικίλες και μεταξύ τους ανταγωνιστικές λειτουργίες της ιστοριογραφίας, λειτουργίες νομιμοποίησης, κριτικής ή και ριζικής αμφισβήτησης, δηλώνουν ότι ο εκάστοτε συμβολισμός που παράγεται από την ιστορική επιστήμη έχει ιδιαίτερη πολιτισμική σημασία και μάλιστα σημασία για την πολιτική. Γι' αυτό και η τελευταία θέλει συχνά να εποπτεύει την ιστοριογραφική παραγωγή ή τουλάχιστον να έχει λόγο για αυτήν.
Οι εκάστοτε ιστοριογραφικές ερμηνείες του παρελθόντος συστήνουν έναν ιδιότυπο θεσμό με ιδιαίτερη σημασία για το εκάστοτε παρόν, θεσμό σχετικά ανεξάρτητο από τους εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς αντίστοιχους. Και από τις προσπάθειες προσδιορισμού του νοήματος αυτού του θεσμού απορρέουν οι σκληρότατες διαφωνίες ή και οι επιστημονικές συγκρούσεις για την ορθότητα της μιας ή της άλλης μεθόδου, της μιας ή της άλλης ιστορικής ερμηνείας, η διεκδίκηση του επιστημονικά ορθού ή ακόμη και της αλήθειας για ζητήματα φαινομενικά τελειωμένα.
Τελειωμένα και όμως τόσο ζωντανά ώστε να προκαλούν όλες αυτές τις διαμάχες στο εκάστοτε παρόν.

Πηγή

Σημείωση: Δεν τηρήθηκε η παραγραφοποίηση που είχε κάνει ο συγγραφέας στο κείμενο, για λόγους που ανάγονται στην ανάλυση και μελέτη του άρθρου, και η οποία θα ακολουθήσει.

Η εθνική μας συνείδηση και οι δοκιμασίες της.


Είναι εντελώς τετριμμένο να τοποθετηθώ στο ζήτημα "της ελληνικότητας και της ιστορικότητας της εθνικής μας συνείδησης". Να τοποθετηθώ δηλ. για την ιστορική ύπαρξη, παρουσία και δράση των Σπαρτιατών, των Αθηναίων, των Θηβαίων, του Φιλίππου, του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της αυτοκρατορίας του, της υποταγής των ελληνικών και ελληνιστικών βασιλείων στους Ρωμαίους, της Ανατολικής ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της "Χριστοφρόνησης" του ελληνισμού, του Βυζαντινού κόσμου και του εν αυτώ ελληνικού πνεύματος, της άλωσης της Πόλης και της προσφυγιάς των ρωμιών, της μακραίωνης τουρκοκρατίας, της ηθελημένης (από τον τούρκο ή κι όποιον άλλο κατακτητή), προσχηματικής ή τυχαίας διείσδυσης όλων των γειτονικών λαών και εθνοτικών φύλων στα τουρκεμένα και κουρσεμένα ελληνικά εδάφη από όλους αυτούς τους εισβολείς και τυράννους.

Αφού, πράγματι, συνέβησαν όλα αυτά, τα οποία ασφαλώς η εγχώρια και η παγκόσμια ιστορική έρευνα έχει καταγράψει και εξετάσει λεπτομερώς και τα έχει αποτυπώσει σε χιλιάδες βιβλία και αρχαιολογικά αποδεικτικά στοιχεία, είναι αναγκαίο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, να γνωρίζουμε συνειδητά όλοι μας, όχι απλά "το μύθο μας", αλλά να γνωρίζουμε ότι βαθμιαία επιδιώκεται (και ήδη συμβαίνει) αλλοίωση του "μύθου μας".

Για ποιό λόγο αλήθεια, επιδιώκεται η αλλοίωση του μύθου μας; Ποιός τάχα να ενοχλείται από το μύθο μας; Και ποιός άραγε ωφελείται από μια τέτοια αλλοίωση; Ποιός θα ήθελε να πετύχει την εθνική μας "απο-συνείδηση" και πώς θα μπορούσε να το πετύχει; Ποιός θα ήταν ο καλύτερος βοηθός του, αν όχι η επιστήμη, τα ΜΜΕ και άνθρωποι δικοί μας, δηλαδή, άνθρωποι μέσα από την ίδια μας την -ελληνική- κοινότητα;

Αν θέλουμε να διακριβώσουμε τί ακριβώς συμβαίνει, και για μπορέσουμε αποτελεσματικά να προφυλαχτούμε από ενδεχόμενες πολιτικές και στρατηγικές κακοτοπιές σε βάρος μας, καλό είναι να γνωρίζουμε και τους εντός των τειχών φορείς, που έχουν επιφορτισθεί με την αλλοίωση του μύθου μας, για να μην τρέφουμε φίδια στον κόρφο μας, που μας πάνε αλλού, κι όχι εκεί που θέλουμε εμείς να πάμε.

Κι όλα αυτά για να τα κατανοήσουμε δυστυχώς πρέπει να σταθούμε. Να σταθούμε και ν' ακούσουμε πολύ προσεκτικά, κάποιες φωνές, που στο μισοσκόταδο των παιγνίων, των συσχετισμών, των στρατηγικών σχεδίων επέκτασης και επικράτησης των ισχυρών του κόσμου, ψιθυρίζουν συστηματικά, εκμαυλίζοντας -και εκπειράζοντας- με ανταλλάγματα μισθούς και θέσεις επιστημονικές και πολιτικές, τους σύγχρονους πολιορκητικούς κριούς.

Και στις φωνές αυτές, πρέπει να απαντήσουμε, χωρίς περιστροφές, χωρίς ανοχή, και χωρίς καμμιά χάρη στον πλούτο ή στο δίπλωμα ή στη δύναμή τους. Το ψέμμα τους θα είναι πάντα ψέμμα. Το ατομικό τους συμφέρον και η ατομική τους επιθυμία δεν θα καταστήσουν το ψέμμα τους αλήθεια. Και το συμφέρον αυτών των πλεονεκτών, δεν μπορεί να διαγράψει τους κώδικες ηθικής που νοηματοδοτούν τη ζωή μας, χιλιάδες χρόνια τώρα. Τη ζωή όλων ημών που ζούμε σε αυτά τα χώματα, με τα ίδια, και κάθε εποχή περισσότερα, πνευματικά και υλικά νάματα. Έστω κι αν τα σημερινά νάματα είναι άθλια. Τα μεν προσφερόμενα πνευματικά, είναι απνευμάτιστα, τα δε υλικά είναι νοθεμένα και δήθεν.
Όμως η Ελληνική Αρετή δεν μολύνεται από το ψέμμα και από το πρόσχημα, γιατί τίποτε δεν ακμάζει μέσα αυτά. Από την άλλη, το Ελληνικό Πνεύμα δεν σκιά-ζεται. Γιατί η ελληνική αρετή είναι λόγος για να ζης και το ελληνικό πνεύμα είναι ο τρόπος να ζης.

Οι σύγχρονοι κατακτητές, ξεκινάνε με το ποθούμενο και προχωράνε σαν μικρά παιδιά, σπάζοντας τα εμπόδια και χτυπώντας όποιον αντιστέκεται στις επιθυμίες τους. Ενώ θα έπρεπε να ξεκινάνε μ' εκείνο που έχουνε, και να προχωράνε προς εκείνο που μπορεί να γίνει με βάση τις προσδοκίες που υπάρχουν.

Με όπλο τους την επιστήμη, οι σύγχρονοι κατακτητές, έχει διακριβωθεί ότι "ρίχνουν" στον αντίπαλο, ακόμη κι αρρώστειες, κι όχι μόνο βόμβες, για να τον εξουθενώσουν. Θα μπορούσαν ακόμη και μετεωρολογικό πόλεμο να κάνουν εναντίον των αντιπάλων τους. Ας μην ξεχνάμε (στην εποχή μας) και την πιό ακραία -αλλά επιστημονικά άρτια και αποτελεσματική- μορφή εξουδετέρωσης των αντιπάλων: τους γερμανικούς θαλάμους αερίων!

Ο άνθρωπος φαντάζεται ό,τι θέλει και, καμμιά φορά, νομίζει πως μπορεί να γίνει ακόμη και Θεός! Ξεχνάει, ότι κι αυτός θα πεθάνει μια μέρα.

Για την εθνική μας συνείδηση λοιπόν, όλοι μας πρέπει να έχουμε κατά νου, όλα τα ερωτήματα και όλες τις εκδοχές που "κυκλοφορούν" σχετικά με το πώς και από ποιόν αυτή διαμορφώθηκε, πότε δημιουργήθηκε, πώς συστηματοποιήθηκε, πώς επηρεάστηκε, πότε άλλαξε, αν άλλαξε, αν κάποιοι θέλουν να μας την αλλάξουν, γιατί άραγε, ποιό στοιχείο της ενοχλεί τους φίλους μας και ποιο τους ευχαριστεί και αντίστοιχα τους εχθρούς μας, ποιοί και γιατί είναι φίλοι μας μας και αντίστοιχα εχθροί μας κλπ.

Γιατί αν κάτι μας ξεχωρίζει από πολλούς, είναι που θέλουμε εμείς οι ίδιοι να είμαστε τα αφεντικά του εαυτού μας. Ακόμη και στην πείνα, και στην ανεργία και στην ανελευθερία μας. Θέλουμε να το έχουμε αποφασίσει εμείς! "Γνώθι σαυτόν", λοιπόν!

Θα εξακολουθήσουμε αυτή την αναζήτηση, για να φτάσουμε και στο παραγωγικό αίτιο της συνείδησης της από πάντα ελληνικότητάς μας, όπως αυτή δυναμικά εξελίχτηκε μέσα στο χρόνο, κόντρα σ' εκείνους που θέλουν να έχουν την επιθυμία, την ευχέρεια και την εξουσία -όποτε θέλουν- να δημιουργούν έθνη, κι όχι μόνο τα διάφορα κατά περίπτωση βολικά και ζητούμενα έθνη, αλλά (να ισχυρίζονται ότι δημιούργησαν) ακόμη και το πολλών-πολλών χιλιετηρίδων δικό μας!

'Ομως, για να καταλαβαινόμαστε, θα πρέπει να σημειώσουμε και να ξεκαθαρίσουμε σιγά-σιγά μερικούς πολύ σημαντικούς και μοντέρνους όρους, που θα τους συναντήσουμε στην περαιτέρω συλλογιστική και την αναζήτησή μας. Να τους ξεκαθαρίσουμε για τους εαυτούς μας πρωτίστως. Για να καταλαβαίνουμε αυτά που μας λένε οι άλλοι και για να ελέγχουμε κάθε φορά, αν αυτό που μας ζητάνε συμφωνεί με αυτό που συμβαίνει, καθώς και μ' εκείνο που εμείς θέλουμε.

Αν με ρωτάτε, γιατί; σας απαντώ: μα για να αποφύγουμε να γίνουμε σαλτιμπάγκοι, πίθηκοι, δούλοι, δήμιοι, ή υπηρέτες για χάρη των άλλων, απογυμνωνόμενοι ύπουλα και σιγά-σιγά από τις αξίες, τα ιδανικά, τις αρετές και το πνεύμα, με τα οποία η χιλιόχρονη ιστορία και ο πολιτισμός μας αγλάϊσε τις ζωές τις δικές μας (και όσων θέλουνε να λέγονται πολιτισμένοι) και λάμπρυνε με τόσα κατορθώματα και άθλους τις ψυχές μας, όσο κανενός άλλου.

Κάποιοι από τους όρους αυτούς, βρίσκονται (αποτυπωμένοι με έντονα στοιχεία) στο επόμενο δημοσίευμα. Ένα κείμενο που υπηρετεί την καινούργια γνώση. Αυτή που μας σερβίρουν, σαν μια ουσία από εκείνες που χορηγούνται για την πρόκληση αποπροσανατολισμού ή σύγχυσης.