Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύνταξη και Γραμματικη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύνταξη και Γραμματικη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Το πολυτονικό σύστημα, ποτέ δεν πέθανε!


Image result for εικόνες γραμματική σχολείο 

Η Γλώσσα ευνουχίζεται συστηματικά. Και καλά, τα ουσιαστικά έχουν τρία γένη. Χάθηκε να αναφέρεται ότι τρία γένη έχουν και οι αντωνυμίες και τα επίθετα και τα αριθμητικά επίθετα;

Και μη μου πείτε ότι μιλάμε σε μικρούς! Γιατί αν πούμε ότι τα γένη των ονομάτων είναι τρία, είμαστε σαφείς και ακριβολόγοι. Αφού, όνομα είναι το ουσιαστικό, όνομα είναι και το επίθετο, αλλά και αντί ονόματος χρησιμοποιείται η αντωνυμία, όπως προκύπτει ακόμη και από τον όρο που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη κατηγορία των λέξεων.

Προφανώς, το μονοτονικό ήταν η αρχή. Δείτε το αφιέρωμα του περιοδικού «Ευθύνη»:

Τὸ μονοτονικὸ μετὰ 20 χρόνια

[Ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ Εὐθύνη, τεῦχος 365, Μάϊος 2002, σελ. 243-248]

Γιάννης Β. Κωβαῖος: Οἱ 26χρονοι καὶ οἱ ἄλλοι.

Ὅσα Ἑλληνόπουλα πρωτοπῆγαν στὸ σχολεῖο τὸ 1982 εἶναι σήμερα 26 χρόνων. Οἱ νεαροὶ αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ νεότεροί τους διδάχτηκαν ἀποκλειστικὰ τὸ μονοτονικό. Ἀποτελοῦν, λοιπόν, τὴν «τυχερὴ» γενιὰ Ἑλλήνων, ποὺ κατὰ τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ ἑνὸς τόνου θὰ ἀποκτοῦσε οὐσιαστικότερη παιδεία χωρὶς τὸν «βραχνά» τῆς περισπωμένης, τῆς ψιλῆς καὶ τῆς δασείας, τοῦ «μακρὸν πρὸ μακροῦ» καὶ τὰ τοιαῦτα.
Τα παιδιὰ τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ἤδη ἐπαγγελματίες· δημοσιογράφοι πολλοὶ ἀπὸ αὐτά, ἐκπαιδευτικοί, δικηγόροι. Μεταχειρίζονται γραπτὸ λόγο στὰ «κοινά», πληκτρολογοῦν κείμενα στὸν ὑπολογιστή τους, κρατοῦν —ἔτσι κι ἀλλιῶς— κάποιες πρόχειρες σημειώσεις γιὰ τὴ δουλειά τους ἢ γιὰ τὰ ψώνια. Κι ὅμως· τὰ γραπτά τους αὐτὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι παρουσιάζουν καλύτερη εἰκόνα ὡς πρὸς τὸν τονισμό τους ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν προηγούμενων, «ἄτυχων» καὶ «τυραννισμένων» γενεῶν τοῦ πολυτονικοῦ!
Εἶναι ἐμπειρικὴ ἡ διαπίστωσή μου, ὡς φιλολόγου ἐπὶ μία εἰκοσαετία ἀλλὰ καὶ ὡς ἀναγνώστη —ἐπὶ σχεδὸν σαράντα χρόνια— ἐφημερίδων, ἀφισῶν ἀκόμη καὶ σχολικῶν βιβλίων! Μὲ πλήρη ὅμως ἐπίγνωση καταθέτω ὅτι (στατιστικὰ) τὰ σφάλματα τονισμοῦ στοὺς κάτω τῶν 26 εἶναι συχνότερα ἀπὸ αὐτὰ τῶν μεγαλυτέρων, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σύστημα τονισμοῦ ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ δεύτεροι! Καί, ἐπιτέλους, ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ ἀναλάβει κάποιος ἁρμόδιος φορέας (Ἀκαδημία, Πανεπιστήμιο, Παιδαγωγικὸ Ἰνστιτοῦτο, Κέντρο Ἑλληνικῆς Γλώσσας;) νὰ διεξαγάγει μιὰ συστηματικὴ ἔρευνα, ποὺ θὰ τὸ ἐπιβεβαίωνε αὐτὸ καὶ θὰ μᾶς προσανατόλιζε ὑπεύθυνα καὶ ἐπιστημονικά. Παίρνοντας δεῖγμα γραφῆς ἀπὸ τὸν Τύπο, τὶς διαφημίσεις, τὰ σχολικὰ βιβλία καὶ μαθητικὲς ἐκθέσεις τοῦ 1980, φερ᾽ εἰπεῖν, καθὼς καὶ ἀντίστοιχο τοῦ 2000, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ καταγράψει μιὰ τέτοια ἔρευνα μεγαλύτερο ἀριθμὸ λαθῶν στοὺς τόνους σήμερα ἀπὸ ὅ,τι πρὸ εἰκοσαετίας. Θὰ τὸ τολμήσει κανείς;
Τίτλοι ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν «βγάζουν μάτι» μὲ λάθη τοῦ μονοτονικοῦ, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ ἔχει ἕναν κανόνα ὅλο κι ὅλο, μὲ τρεῖς-τέσσερις ἐξαιρέσεις, σὲ σχέση μὲ τοὺς δέκα καὶ πλέον κανόνες τοῦ πολυτονικοῦ! Σχολικὰ ἐγχειρίδια ποὺ ἐκδίδονται τὰ τελευταῖα χρόνια ἐμφανίζουν πλῆθος τέτοιων σφαλμάτων ἀναγκάζοντας τουλάχιστον τοὺς φιλολόγους καὶ τοὺς δασκάλους νὰ διεξάγουν... διμέτωπο ἀγώνα, γιὰ νὰ διδάξουν πειστικὰ τὸν τονισμὸ στὴν τάξην. Καί, προτοῦ ὁρισμένοι σπεύσουν νὰ ἐπιρρίψουν, παρ᾿ ὅλα αὐτά, τὶς εὐθύνες ὡς συνήθως στοὺς ἐκπαιδευτικοὺς γιὰ τὰ λάθη τῶν μαθητῶν, χωρὶς κι ἐμεῖς νὰ τὶς ἀποσιωπήσουμε, ἀξίζει νὰ σημειώσουμε καὶ κάτι ἀκόμη. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐπανόδου τῶν Ἀρχαίων στὸ Γυμνάσιο, οἱ γενιὲς αὐτὲς μαθητῶν δείχνουν πιὸ προσεκτικὲς στὸ πολυτονικὸ τῆς Ἀρχαίας ἀπὸ ὅ,τι στὸ μονοτονικὸ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἔκφρασή τους «πιάνονται καὶ οἱ τόνοι», δηλαδὴ βαθμολογοῦνται.. (ἐνῶ, φυσικά, ἡ ὀρθογραφία δὲν πιάνεται οὔτε στὰ Μαθηματικά, οὔτε στὰ Θρησκευτικά, οὔτε στὰ Οἰκονομικὰ κ.λπ.). Οἱ ἴδιοι φιλόλογοι δὲν διδάσκουν καὶ τοὺς πολλοὺς τόνους καὶ τὸν ἕναν;
Μήπως, λοιπόν, δικαιώνεται ἡ ἀγωνία τοῦ Νικηφόρου Βρεττάκου, ὁ ὁποῖος δήλωνε πὼς «ὑπερτιμήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι τὸ μονοτονικὸ διευκολύνει τοὺς μαθητές, κάτι πού, ἴσως, εἶναι ἀντιπαιδαγωγικό» καθὼς «τὸ παιδὶ πρέπει νὰ κοπιάζει γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἱκανός, ὥστε στὴ ζωή του ν᾿ ἀντιμετωπίσει ὅλες τὶς ἀντιξοότητες»; Μήπως, μὲ ἄλλα λόγια, δὲν μᾶς ἔφταιγαν οἱ «κακοὶ» οἱ τόνοι καὶ τὰ «κακὰ» τά... πνεύματα ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἡ ψυχολογία τῆς εὐκολίας, τοῦ «ὢχ ἀδερφέ» καὶ τὰ ποικιλώνυμα συμφέροντα; Ὅσα ὁδηγοῦσαν τὸν Vladimir Volkoff νὰ ὑποδείξει: Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει». Ἄρα, ὁ «κακός» μας ἑαυτὸς μᾶς ἔφταιγε. Καὶ αὐτὸν πῶς τὸν ἐξορκίζουμε;

Σαράντος Ἰ. Καργάκος: Περὶ μονοτονικοῦ.

Πέρασαν κιόλας 20 χρόνια ἀπὸ τὴ ζοφώδη —πνευματικὰ ἐννοῶ— νύχτα τῆς ἁμαρτίας, ὅπου μιὰ νυσταλέα Βουλή, χωρὶς τὴ νόμιμη ἀπαρτία, ἐπέβαλε πραξικοπηματικὰ τὸ μονοτονικό. Ἀπὸ τὴ νύχτα ἐκείνη τῆς 11ης ᾽Ιανουαρίου 1982, ὅπου διὰ τῆς μεθόδου τῆς «προσκολλήσεως» σὲ ἄσχετο νομοσχέδιο, ἐνσωματώθηκε ὑπὸ μορφὴ τροπολογίας (ἢ μήπως ντροπολογίας;) ἡ διάταξη ποὺ καθιέρωσε τὸ μονοτονικό, μιὰ ἀπόλυτη μονοτονία ἐκάλυψε τὸ πνευματικό μας τοπίο, εἰδικὰ τὸ τοπίο τοῦ γραπτοῦ λόγου, ποὺ χωρὶς τὴν περισπωμένη, τὴ βαρεῖα, τὴν ὑπογεγραμμένη, τὴν ἄνω τελεία καὶ κυρίως τὰ πνεύματα μοιάζει μὲ φαλακρὸ βουνό, γιὰ νὰ μοιάζει μὲ τὸ φαλακρὸ μυαλὸ αὐτῶν ποὺ τὸ ἐμπνεύστηκαν, τὸ εἰσηγήθηκαν καὶ τὸ ἀποδέχτηκαν.
Σήμερα τὸ πρῶτο ἐκεῖνο «νενικήκαμεν» ἔχει διαδεχθεῖ πολὺς σκεπτικισμός, ἕνας βαθὺς προβληματισμός: τί ἐπράξαμε; Ἁπλῶς, ὅπως πάντα, μία τρύπα στὸ νερό. Σωρεύσαμε ξανὰ μηδενικὰ ἐπὶ μηδενικῶν. Δὲν εἶναι ὅτι ἐσβήσαμε μὲ μία μονοκονδυλιὰ μιὰ δισχιλιετῆ παράδοση γραφῆς, δὲν εἶναι ὅτι ἀπογυμνώσαμε τὶς λέξεις ἀπὸ τὴν ἱστορικότητά τους, συχνὰ τὶς ἀποφορτίσαμε καὶ ἀπὸ τὸ νόημα τους: πῶς ξεχωρίζει τώρα ἡ ὥρα ὰπὸ τὴν ὤρα; Ὤρα (μὲ ψιλή) σημαίνει φροντίδα, μέριμνα, φύλαξη. Θὰ μοῦ πεῖτε ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖται σήμερα ἡ λέξη ὤρα (μὲ ψιλή). Ἔτσι μοῦ εἶχε πεῖ πολιτικὸς ποὺ πρὶν γίνει ὑπουργὸς δὲν τὸν γνώριζε οὔτε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας του, καὶ ποὺ πάντα ἔδειχνε ὀλιγωρία στὸ νὰ έμβαθύνει στὴ σοφία τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς ποὺ ἀπαιτεῖ περίτεχνη σπουδή. Διότι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ μοιάζει μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἀκτογραμμὴ ποὺ ἀπαιτεῖ ἐπιδέξιους ἀκταιωροὺς γιὰ τὸν ἐλεγχό της. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ὅ,τι οἱ Κυκλάδες, οἱ Β. καὶ Ν. Σποράδες γιὰ τὸν ἑλληνικὸ κορμό. Ἡ Κρήτη εἶναι ἡ περισπωμένη τῆς γλώσσας μας.
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀκρωτηριασμοὶ ἔγιναν ἐν ὸνόματι τῆς περιβόητης ἁπλοποιήσεως. Καὶ μένω πάντα μὲ μία εὔλογη ἀπορία: γιατί δὲν ξεκινήσαμε ἀπὸ τὴν ἁπλοποίηση τῆς γραφειοκρατίας, ἀπὸ τὴν κατάργηση τῆς ἐγγραφοκρατίας καὶ τῆς σφραγιδοκρατίας; Ποιός βασανίζει τὸν Ρωμιὸ πιὸ πολύ, ἡ περισπωμένη, ποὺ εἰς τὸ κάτω-κάτω τὸν γυμνάζει αἰσθητικὰ καὶ πνευματικά, ἢ ἡ σύνταξη τῆς φορολογικῆς του δηλώσεως; Γιατί δὲν ξεκινούσαμε ἀπὸ τὴν ἀπλούστευση αὐτῶν τῶν γριφωδῶν, ἀλγεβραϊκῶν καὶ καββαλιστικῶν ἐντύπων ποὺ εἶναι οἱ φορολογικὲς δηλώσεις μας; Ἁπλοποίησαμε τὴ γραφή μας καὶ κάναμε περίπλοκη τὴ ζωή μας. Τὸ μονοτονικὸ ἔγινε σταδιακὰ ἀτονικὸ καὶ τὸ ἀτονικό, ἐπὶ τὸ εὐρωπαϊκώτερον, ἔγινε κεμαλικὴ γραφή. Καὶ ἐπιμένω σ᾿ αὐτό. Ὁ Κεμὰλ ὑπῆρξε ὁ πνευματικός μας ὁδηγός. Αὐτὸς μᾶς ὁδηγεῖ σὲ τοῦτο τὸν ἐκτραχηλισμὸ ποὺ λέγεται προοδευτικὸς νεοσκοταδισμός. Πιστέψαμε ὅτι μὲ όρθογραφικὲς καινοτομίες, ποὺ ὅλες μεταβλήθηκαν σὲ κενοτομίες, θὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ψωροκώσταινας καὶ θὰ μποῦμε στὰ σαλόνια τῆς Εὐρωκώσταινας. Κι ὅμως παραμένουμε νήπιοι καὶ ψοφοδεεῖς. Ἕνας γλωσσότμητος λαός, ποὺ βδελύσσεται ἢ φοβᾶται τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γραφή του! Καὶ τὴν ὑπέβαλε σ' ἕνα ὀρθογραφικὸ «στριπτήζ», γιὰ νὰ τὴν μοντερνοποιήσει καὶ νὰ μοντερνοποιηθεῖ...! Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθεῖ ὅλο τὸ φάσμα τῶν παραμέτρων τοῦ κακοῦ. Ἄλλωστε αὐτὰ ἔχουν ἀναλυθεῖ στὰ παλιὰ βιβλία μου «Ἀλαλία» τοῦ 1986 καὶ «Ἀλεξία» τοῦ 1992. Θά ᾽θελα μὲ τὸ σημείωμα αὐτὸ νὰ θίξω μόνο τρεῖς ἀκόμη περιπτώσεις: πρὸ τοῦ 1982 εἴχαμε μιὰ κάποια ὀρθογραφία. Σὲ ποσοστὸ 95% ὁμοιογενῆ στὴν καθαρεύουσα καὶ σὲ ποσοστὸ 80% στὴ Δημοτική. Τώρα ἔχουμε ἀποκτήσει μιὰ Ι.Χ. ὀρθογραφία. Γράφει ὅπως θέλει ὁ καθένας: ἄλλος πολυτονικὸ χαλαροῦ ἢ αὐστηροῦ τύπου, ἄλλος μονοτονικὸ στὴν ἐπίσημη ἢ ἀνεπίσημη ἐκδοχή, ἄλλος ἀτονικὸ καὶ οἱ περισσότεροι γράφουν ὅπως τοὺς ἔρχεται. Κανεὶς σεβασμὸς πιὰ σὲ κανόνες. Τὸ δεύτερο ἀφορᾶ στὴ νέα μορφὴ διγραφίας. Κάποτε, εἴτε γράφαμε στὴ δημοτικὴ εἴτε στὴν καθαρεύουσα, μᾶς ἕνωνε ὸ ἴδιος τύπος γραμμάτων. Τώρα ἄλλοι ἀπὸ μᾶς χρησιμοποιοῦν τὴν κεμαλικὴ γραφὴ σὲ ἀγγλίζουσα μορφὴ εἴτε τὴν ἑλληνικὴ σὲ ἀβέβαιη μορφή. Τὸ τρίτο ἀφορᾶ στὴν προφορά: μετὰ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, ποὺ λειτουργοῦσαν ὡς ὁδικὰ σήματα ἢ ὡς μουσικὲς νότες στὴν ἀνάγνωση, ἡ προφορὰ τῶν νεοελλήνων, εἰδικὰ τῆς μονοτονικῆς γενεᾶς, δὲν ἔγινε ἁπλῶς μονότονη, ἀφοῦ ἔχασε τὴν τονικὴ παλμικότητά της καὶ τὴ ρυθμοποιΐα της, ἔγινε μιὰ τρεκλίζουσα καὶ μπατάλικη προφορά, ὑπόκωφη, σπηλαιώδης καὶ βρυχητική, γιατὶ ἁπλούστατα, τὸ παιδὶ δὲν ἔχει σαφῆ αἴσθηση τοῦ τόνου, ἀφοῦ μὲ ἠλίθιους «κανόνες» τοῦ ἔχει ἐπιβληθεῖ νὰ μὴν τονίζει τὶς πιὸ ἰσχυρὰ τονούμενες λέξεις, ὅπως εἶναι οἱ ἐρωτηματικὲς ἀντωνυμίες, τί καὶ ποιός καὶ ἀκόμη τὰ ἄρθρα καὶ τὰ μονοσύλλαβα ἐπιφωνήματα, ἢ νὰ τονίζει μὴ ἰσχυρὰ προφερόμενες συλλαβές. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι πὼς τὸ σημερινὸ παιδί, ἐνῶ μαθαίνει τάχα πιὸ εὔκολα νὰ γράφει, λὲς καὶ ἡ δυσκολία δὲν συνιστᾶ ἄσκηση νοός, δυσκολεύεται νὰ διαβάσει, νὰ ἀρθρώσει μιὰ λέξη. Κι αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ μαθητὲς καὶ νέους ἐπιστήμονες, ἀφορᾶ καὶ σὲ ἐκφωνητὲς καὶ νέους ἠθοποιούς. Πολλοὶ ἔχουν μία προφορὰ βατταριστική, ὡσὰν ἡ γλῶσσα τους νὰ ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ παράλυση. Ἡ παλαιὰ πολυτονικὴ γραφὴ ἔκανε τὴ λέξη γλυπτή, τετορνευμένη. Ἡ μονοτονικὴ γραφὴ ἐκανε τὴ λέξη γυμνὴ ἀπὸ τὴ μουσικότητά της. Σὲ αὐτό, ἂς προστεθεῖ καὶ τὸ γλωσσικὸ ἔγκλημα τῆς ἀκινησίας τοῦ τόνου (τὸ συμβούλιο, τοῦ συμβούλιου, τῶν συμβούλιων) ποὺ νέκρωσε τὴ λέξη καὶ τὴ μετέτρεψε σὲ «ὑπέροχο πτῶμα». Αὐτὸ ποὺ χαρακτήριζε τὴν ἀρχαία καὶ τὴ λογία ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ὁ ἀπαράβατος κανόνας: ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρὰ ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται. Π.χ. τοῦ συμβουλίου, τῶν συμβουλίων. Ὁ Φαλλμεράυερ ἀρνήθηκε τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγοντας ὅτι στὴν τρέχουσα ἑλληνικὴ δὲν ἰσχύει αὐτὸς ὁ γλωσσικὸς κανόνας, ἀπεναντίας κυριαρχεῖ γλωσσικὸς κανόνας σλαβικῆς ἐπιρροῆς. Πολλοὶ Γερμανοὶ σοφοὶ ἀποπειράθηκαν νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀσύστατο τῶν ἀπόψεών του. ᾽Εμεῖς οἱ ἀσύστατοι βαλθήκαμε —ἀκόμη καὶ μὲ συνδρομὴ κάποιων πανεπιστήμιων καὶ ἐπιστήμονων μας— νὰ τὸν δικαιώσουμε. Ἄφεριμ!

Ἠλίας Κεφάλας: 20 χρόνια μονοτονικοῦ.

Τὰ εἴκοσι χρόνια, ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴ βεβιασμένη θέσπιση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος μέχρι τώρα, δὲν ἔδειξαν καμία καλυτέρευση στὸν τρόπο ἐκμάθησης καὶ ἐμπέδωσης τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας στὰ παιδιά, οὔτε κάποια ἰδιαίτερη ἐλάφρυνση τοῦ ἐν γένει ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Τουναντίον οἱ ἀρνητικὲς ἐκτιμήσεις εἷναι πιὸ ἐμφανεῖς. Ἂς ὑπογραμιμίσουμε μερικές.
1. Χάθηκε ἠ αἰσθητικὴ τῆς πολυτονικῆς γραφῆς καὶ μαζί της ἡ σαφήνεια καὶ ἡ ἀμεσότητα τοῦ νοηματισμένου λόγου. Τὰ μέρη τοῦ λόγου μπερδεύονται μεταξύ τους εὔκολα καὶ γιὰ νὰ τὰ ξεχωρίσεις πρέπει νὰ θέσεις νέους κανόνες, ἐνῶ ἡ πρόθεση τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι νὰ τοὺς καταργήσει.
2. Τὸ μονοτονικὸ δὲν ἔπεισε ἐξ ἀρχῆς καὶ δὲν κατάφερε νὰ παρασύρει μαζί του ὅλους τοὺς κατ᾿ ἐξοχὴν χρῆστες τῆς γλώσσας, δηλαδὴ τοὺς συγγραφεῖς. Παρατηρήθηκε ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι συγγραφεῖς καί, ἀνάμεσά τους, οἱ πλέον ἄξιοι ἐπιμένουν στὴ χρήση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Οἱ ἐκδότες ἀναγκάστηκαν νὰ ὑποκύψουν στὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν συγγραφέων καὶ νὰ ἐκδίδουν τὰ βιβλία τους σύμφωνα μὲ τὴν αἰσθητικὴ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμή, σχεδόν, ὅλη ἡ καλὴ ἑλληνικὴ λογοτεχνία ἐκδίδεται πολυτονικά.
3. Τὰ περιοδικά, σεβόμενα τὶς προτιμήσεις τῶν συνεργατῶν τους, ἄρχισαν ἤδη νὰ φιλοξενοῦν κατὰ κόρον τὶς πολυτονικὲς συνεργασίες, ἐνάντια στὴ δυσανασχέτηση τῶν τυπογράφων, οἱ ὁποῖοι προσβλέπουν στὴν ἀνευθυνότητα τῆς εὔκολης δουλειᾶς καὶ τὴν ἀκαλαισθησία τῆς γυμνότητας.
4. Φάνηκε ὅτι τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἔργο τῶν τυπογράφων καὶ δὴ τῶν νέων, ἡ ἀνάγκη τοῦ ὁποίου προβλήθηκε ὅταν ἐξέλιπαν οἱ παλιοὶ μαστόροι καί, φυσικά, ὅταν μαζί τους ἔφυγε τὸ δημιουργικὸ μεράκι.
5. Ὅλο τὸ κακὸ ξεκινάει ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες; Ἡ δική τους αἴσθηση τοῦ ὡραίου, ἡ δική τους ἀνάγκη, ἡ δική τους ματαιοδοξία ἐπιβάλλει τὶς ἀποκλίσεις τῆς κοινῆς γνώμης, ἐπιφέρει ἀλλαγὲς στὶς ἐκτιμήσεις τῶν πραγμάτων, ἀποπροσανατολίζει συνειδήσεις, ἐγκαθιδρύει καταστάσεις, γκρεμίζει ἀκόμα καὶ αὐτὴ τὴ γλώσσα μας. Ἡ γλώσσα τῶν ἐφημερίδων, λοιπόν, καί, μαζί, ἡ γλώσσα τῆς διαφήμισης μᾶς παρασύρουν συχνὰ καὶ πρὸς τὸ ἀτονικὸ σύστημα. Ἀλλά, ἀνάμεσα σ' αὐτά, ἀκούστηκε ὅτι κάποια ἐφημερίδα θὰ κάνει παραχωρήσεις σὲ κάποιες σελίδες καὶ πρὸς τὸ πολυτονικό. Ἴδωμεν.

Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας: Ποιές οἱ ὠφέλεις ποὺ προέκυψαν;

Τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἐπιβλήθηκε κατὰ τρόπο βίαιο, ὑπο δημοκρατικὸ ὅμως μανδύα, στὴ μεταμεσονύχτια συνεδρίαση τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τῆς 11ης ᾽Ιανουαρίου 1982, αἰφνιδιαστικά, σ᾿ ἕνα ἐντελῶς ἀσχετο νομοσχέδιο, ἀπὸ ὄχι περισσότερους ἀπὸ τριάντα βουλευτὲς (μετὰ ἀπὸ ἀποχώορηση τῶν βουλευτῶν τῆς Ν.Δ.). Ἡ θεμελιακὴ αὐτὴ ἀλλαγὴ στὴ γλωσσική μας παράδοση ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα τῆς μακρόχρονης μονομανίας μερικῶν φιλολόγων ποὺ κατάφεραν νὰ πείσουν τοὺς τότε κυβερνῶντες ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετεῖτο ἡ πτροοδευτικὴ πορεία τῆς χώρας. Προσωπικὰ θὰ ἤμουνα, μὲ πολλὴ καλὴ πίστη, πρόθυμος καὶ νὰ δεχτῶ ἀκόμα ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντισυνταγματικὲς αὐθαιρεσίες ἄν, μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ εἶχε προκύψει: α) ἄνοδος τοῦ γλωσσικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ μὲ ἐξελικτικὸ ἐμπλουτισμὸ τῆς γλωσσικῆς ἔκφρασης, κυρίως ἐκείνης τῶν νέων ἀνθρώπων, β) βελτίωση τῆς ὀρθογραφικῆς ἀποτύπωσης τῶν λέξεων ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ γ) πρόοδος στὸν γλωσσικό μας πολιτισμό. Θὰ δεχόμουνα ἐπίσης νὰ συζητήσω τὸ μονοτονικὸ ἂν καὶ σ᾿ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες (π.χ., γαλλικά, ἱσπανικά) εἶχε ἐπιβληθεῖ κάτι ἀνάλογο. (Ὅμως ἐκεῖ, παρότι ὑπῆρξαν ἀκραιφνεῖς σοσιαλιστικὲς κυβερνήσεις, κανεὶς δὲν σκέφτηκε κάτι παρόμοιο· ἀντίθετα προφύλαξαν μὲ προσοχὴ τὴ γλώσσα τους.) Προσωπικά, παραμένω ἀνοιχτὸς σὲ κάθε ἀδογμάτιστη συζήτηση ποὺ θὰ ἀποδείκνυε ὅτι τὸ μονοτονικὸ συνέβαλε σὲ κάτι θετικὸ κι ὄχι μόνο στὴν ἀποπνευματοποίηση καὶ στὴν τεμπελιὰ τῆς ἤσσονος προσπάθειας. Διατελῶ πρόθυμος νὰ ἀκούσω.

Π.Β. Πάσχος

Πρὶν 20 χρόνια ξαναζήσαμε τὸ μύθο τῆς ἀλεποῦς μὲ τὴν κομμένη οὐρά, ποὺ ἤθελε νὰ παρουσιαστεῖ καὶ ὡς... δημιουργὸς μόδας καὶ ὕφους ζωῆς καὶ τέχνης. Σὲ μιὰ τέτοια κρίσιμη στιγμή, τόλμησα κάποτε νὰ ρωτήσω τὸν ἀείμνηστο φίλο καὶ σοφὸ δάσκαλο, τὸν ᾽Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ποιὰ εἶναι ἡ γνώμη του γιὰ τὸ ἔγκλημα κατεπάνω στὸ ἱερὸ σῶμα τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας· κι᾿ ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε, κοφτὰ κ᾽ ἐπιγραμματικά:
—Ἡ γλῶσσα, ὅπως κάθε φυσιολογικὸς καὶ ζωντανὸς ὀργανισμός, δὲν σηκώνει κανενὸς εἴδους βιασμό: οὔτε πρὸς τὰ μπρός, οὔτε καὶ πρὸς τὰ πίσω. Ὅποιοι καὶ ὅσοι ἐπιχειροῦν κάτι τέτοιο εἶναι ὠμοὶ βιαστὲς καὶ δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους βιαστές, τοὺς ἐγκληματίες, ὅποιο ὄνομα κι ἂν δώσουν στὸ ἔργο τους... Ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ συνάδελφοι (στὸ Πανεπιστήμιο ἢ στὴ Λογοτεχνία), ποὺ εἶναι ἀπαισιόδοξοι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Πολυτονικό, ἐγὼ εἶμαι πολὺ αἰσιόδοξος κ᾿ ἐλπίζω νὰ νικήσουν οἱ ὀρθοφρονοῦντες. Μπορεῖ τὰ ποτάμια νὰ μὴ γυρίζουν πίσω, ὅπως λέγεται, ἀλλὰ ἔχουμε καὶ τὴ ρήση «ὁ ᾽Ιορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω»! Δὲν μπορεῖ, λοιπὸν ἕνας λαός, ποὺ ἔχει τὴν ἱστορικὴ πολιτισμική του ταυτότητα καὶ τὴν ἐθνικὴ γλῶσσα του, ν᾿ ἀποφασίσει, ξαφνικά, ν᾿ αὐτοκτονήσει. Εἶναι ἀδιανόητο!
Ἡ ἐθνική του συνείδηση, ποὺ φυλάγει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία του, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ξυπνήσει, πρὶν ἀλλοιωθεῖ ἡ ψυχή του. Ὅσοι ἀγαποῦμε τὴν γλῶσσα μας μὲ πάθος, τὴ γράφουμε ὁλόκληρη, μὲ τόνους καὶ πνεύματα, καὶ τὴ μουσική της τὴ φυλάγουμε σὰν τὴν πολύτιμη ψυχή μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἴμαστε ποιηταί, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Φώτης Κόντογλου: ὁ ρήτορας ἀγαπάει τὴ γλῶσσα παίζοντας, ὅπως τὴν ἀγαπητικιά του· ὁ ποιητής, ὅμως, ἀγαπάει καὶ σέβεται τὴ γλῶσσα του σὰν τὴν ἀρραβωνιαστικιά του! Καί, γιὰ νὰ μὴ σταματοῦμε στὰ θεωρητικά, θὰ ἦταν χρήσιμο ν᾿ ἀναρωτηθοῦμε καὶ νὰ ἰδοῦμε ἀπὸ κοντὰ τί θετικὸ ἢ τί εὐεργετικὸ ἔφερε στὴν πατρίδα μας, στὴν παιδεία, στὴν τέχνη κ.λπ., ἡ ἀλλαγὴ τοῦ μονοτονικοῦ; Φοβοῦμαι, πώς, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ αἰσιόδοξοι διαφημισταὶ τῶν δῆθεν εὐεργετημάτων τῆς ἀλλαγῆς, δὲν θὰ ἔχουν σοβαρὰ στοιχεῖα νὰ προσκομίσουν· ἐκτὸς ἄν, ἡ ραστώνη τῶν διδασκόντων καὶ ἡ διευκόλυνση τῶν τεμπέληδων μαθητῶν ἢ φοιτητῶν, ἀποτελοῦν θετικὰ στοιχεῖα ἢ εὐεργετήματα, ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουμε προοδευτικὰ μάτια νὰ τὰ ἰδοῦμε! ᾽Εμεῖς, ποὺ δὲν τυπώσαμε (παρὰ τὶς διαταγὲς καὶ τοὺς νόμους) οὔτε μία σελίδα πανεπιστημιακοῦ συγγράμματος σὲ μονοτονικό. Δόξα τῷ Θεῷ!
᾽Εγὼ θὰ ἤθελα, ἀπὸ τὴν πλευρά μου, νὰ ἰδῶ τ᾿ ἀποτέλεσματα τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς στὸ Πανεπιστήμιο. ᾽Εκτὸς ἐξαιρέσεων, ποὺ εἶναι πάντα ὑπόθεση προσώπων μὲ συνέπεια καὶ ὑπευθυνότητα, ἡ ἀλλαγὴ ἔχει ἀνοίξει πληγὲς ποὺ δὲν ξέρω ἂν ποτὲ καὶ πῶς θὰ μπορέσουν νὰ κλείσουν. ᾽Ιδιαίτερα οἱ λεγόμενες καθηγητικὲς Σχολὲς τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖες βγάζουν ἀνθρώπους, ποὺ θὰ διδάξουν αὔριο στὰ Γυμνάσια, στὰ Λύκεια, στὰ Τ.Ε.Ι. καί, ἴσως, καὶ στὰ Α.Ε.Ι., ἔχουν ἕνα ἐπίπεδο ποὺ συνεχῶς κατολισθαίνει —χειρότερα ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς δρόμους, μὲ τὶς κακοτεχνίες τῶν τελευταίων χαλόνων. Μιλῶ συγκεκριμένα, γιὰ τὰ μαθήματα ποὺ δίδαξα τὰ τελευταῖα χρόνια, δηλαδὴ Βυζαντινὴ Ὑμνογραφία, Ἁγιολογία, Κριτικὴ ἔκδοση Ἀρχαίων Κειμένων, Παλαιογραφία καὶ Θεολογικὴ καὶ Φιλοσοφικὴ ἀνάλυση τῆς Λογοτεχνίας. Ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς τὸ τελευταῖο, ποὺ ἔχει νὰ κάμει μὲ νεοελληνικὰ κείμενα ἤ, ξένα, μεταφρασμένα στὰ νεοελληνικά, τ᾿ ἄλλα τέσσερα μαθήματα γίνονταν μὲ τέτοιες δυσκολίες, ἐπειδὴ ἔχουν στὴν ὕλη τους Ἀρχαῖα καὶ Βυζαντινὰ Ἑλληνικά, ποὺ στὸ τέλος ἀνέκραζα μὲ πικρία, πὼς κάθε πέρσι καὶ καλύτερα, κάθε νέα χρονιὰ κάι χειρότερα! Τὰ παιδιά μας, ἀπ᾿ τὸ Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, ἴσαμε τὸ Πανεπιστήμιο φτωχαίνουν καὶ κουτσαίνουν γλωσσικὰ κι᾿ ἔχουν σὲ τέτοιο σημεῖο ἀλαλία καἱ ἀφωνία, ποὺ εΙναι ἀδύνατο νὰ οἰκοδομήσεις ἐπάνω τους κάτι ἀξιόλογο ἀπὸ τὴν ἄποψη τῶν ἀπαραίτητων εἰδικῶν γνώσεων καὶ τῆς παιδείας γενικώτερα. Τὸ διακηρύσσουν καὶ οἱ Συνάδελφοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, τὸ ὁμολογοῦν καὶ τὰ ἴδια τὰ παιδιά μας, ὅτι αἰσθάνονται ξυπόλητα στ᾽ ἀγκάθια, καὶ πὼς πᾶνε στὸν πόλεμο τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας δίχως τὸν ἀπαραίτητο ὁπλισμό. Ἀκόμη κι ἂν ἀφιερώσω διπλάσιες ὧρες στὴ διδασκαλία τῆς Παλαιογραφίας ἢ τῆς Κριτικῆς ᾽Εκδόσεως Ἀρχαίων Κειμένων, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἔχομε τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα. Δὲν γεννᾶται, φυσικά, ζήτημα νὰ δυνηθοῦν νὰ κατανοήσουν οἱ φοιτητές μας τὰ ὑμνολογικὰ ἢ άγιολογικὰ κείμενα (ποὺ θὰ χρειαστεῖ νὰ διδάξουν αὔριο στὰ σχολεῖα τους), ἀφοῦ ἀγνοοῦν τὴ στέρεη βασικὴ δομὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, τὴ γραμματική της, τὸ συντακτικό της, κανόνες τονισμοῦ, συλλαβισμοῦ κ.λπ. Καὶ θυμοῦμαι, τώρα, ἕνα φίλο συνάδελφο στὸ Χάρβαρντ, ποὺ συναντοῦσε προβλήματα μὲ τοὺς μαθητές του (ἀνάμεσά τους καὶ μερικοὶ Ἕλληνες) στὸ μάθημα τῆς Βυζαντινῆς Παλαιογραφίας, κ᾿ ἔλεγε χαρακτηριστικὰ —καὶ τόσο ἀληθινά: «τὸ θέμα τῆς Παλαιογραφίας, κ. Συνάδελφε, εἶναι καθαρὰ θέμα βαθειᾶς ᾽Ελληνομάθειας· δίχως αὐτὴν δὲν μποροῦμε δυστυχῶς νὰ προχωρήσουμε». ᾽Εμεῖς, σήμερα, τί νὰ ποῦμε; Θὰ περιμένουμε, ἴσως μ᾿ ἐλπίδα κ᾿ αἰσιοδοξία, νὰ φτάσουμε στὸν πάτο, «στοῦ κακοῦ τὴ σκάλα» καὶ τότε, ὅταν δὲν ἔχει ἄλλο πιὸ κάτω, νὰ πάρουμε τὴν ἀνηφόρα; Ἤ, θὰ ἀνασκουμπωθοῦμε, ἀμέσως ἀπὸ σήμερα, γι᾽ ἀγῶνες τίμιους, νὰ ξανακερδίσουμε τὴ γλῶσσα μας καὶ τὴν ψυχή μας;

Κυριάκος Πλήσης: Εἴκοσι χρόνια μονοτονικό.

Ἡ καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ὑπῆρξε πράξη τραγελαφική. Οἱ ἐκσυγχρονιστὲς ὑπῆρξαν τολμητίες ἀλλὰ ὄχι ἀρκούντως τολμηροί. Ἂν ἦταν ἀρκούντως τολμηροί, ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγουν τὴ φωνητικὴ ὀρθογραφία, γιὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς μὲ τὸ τόλμημά τους. Ἅπαξ καὶ διατηρήθηκε, ἔστω καὶ ἁπλοποιημένη, ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία, ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι πράξη ἐντελῶς ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ γραπτοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς τόνους καὶ πνεύματα.
Ἡ γλώσσα δὲ σηκώνει ἄστοχους καὶ ἀνιστόρητους πειραματιομούς. Ἂν ἐπεκράτησε καὶ σωστὰ καθιερώθηκε ἡ δημοτική, εἶναι γιατὶ ἀφέθηκε νὰ ἐξελιχθεῖ φυσιολογικὰ καὶ δὲ βιάσθηκε. Οἱ δημιουργοί, κυρίως οἱ λογοτέχνες, δούλεψαν μὲ τὸ αἰσθητήριό τους τὴ γλώσσα αὐτὴ καὶ τῆς ἔδωσαν συγκεκριμένη μορφή. Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ πολιτεία, ἐκτελώντας τὸ καθῆκον της, τὴν θεσμοθέτησε.
Ἡ καθιέρωση τῆς δημοτικῆς ὑπῆρξε καὶ λογικὴ καὶ νόμιμη. Ποιά ὅμως λογικὴ ἀναγκαιότης ὑπῆρξε, ὥστε νὰ ἐξοβελισθοῦν ἀπὸ τὸν γραπτὸ λόγο οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα; Τὸ ἐπιχείρημα πὼς στὴν κλασικὴ ἐποχὴ δὲν ὑπῆρχαν τόνοι καὶ πνεύματα εἶναι ἕωλο. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατρέχουμε πρὸς τὰ πίσω μὲ ἄλματα. Ἡ γραπτὴ ἑλληνικὴ γλώσσα εἷναι αὐτὴ ποὺ διαμορφώθηκε στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη.
Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων πρέπει νὰ ἀπέβλεπε σὲ ἄλλους στόχους ἐλάχιστα πνευματικούς. Αὐτοὶ οἱ στόχοι, οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοί, δὲν ὠφελοῦν τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὰ μεγάλα κεφάλαια καὶ τοὺς ἀλληθωρίζοντες πρὸς μιὰν κεκαλυμμένη πνευματικὴ παγκοσμιοποίηση.
Εἰπώθηκε, μεταξὺ ἄλλων, πὼς μὲ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἐξοικονομήθηκε διδακτικὸς χρόνος καὶ ἔτσι βελτιώθηκε τὸ γλωσσικὸ αἰσθητήριο τῶν μαθητῶν. Αὑτὸ εἶναι καὶ ψεῦδος καὶ φενακισμός. Ἡ γλώσσα τῶν μαθητῶν ὄχι μόνον δὲ βελτιώθηκε ἀλλά, ἀντιθέτως, ἡ ὀρθογραφία τους χειροτέρεψε αἰσθητῶς. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διατηροῦνται (καὶ ὀρθῶς διατηροῦνται) τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μὲ τὴν ἱστορική τους ὀρθογραφία, οἱ μαθητὲς δυσκολεύονται πολὺ νὰ προσαρμοσθοῦν μὲ τὸ μονοτονικό, ὅταν τὴ μιὰ φορὰ γράφουν «αγαπώ» καὶ λίγο πιὸ κάτω «ἀγαπῶ».
Βέβαια, γιὰ τὴ γλώσσα δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ προβάλλουμε ὠφελιμιστικὰ ἐπιχειρήματα. Μπροστά μας ὀρθώνεται τὸ μέγα ἐρώτημα: Μποροῦμε νὰ διακόψουμε βάναυσα τὴν παράδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅπως διαμορφώθηκε στὴν ἱστορική της πορεία; Καὶ ἐπὲιδὴ τὸ ἐρώτημα δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴ γλώσσα ἀλλὰ γενικότερα στὸν πολιτισμό μας τὸ ἐπαναλαμβάνω: Εἴμαστε τόσον ὀλιγόνοες καὶ ἄσπλαχνοι ὥστε νὰ πληγώνουμε βάναυσα αὐτὸν τὸν πολιτισμὸ καὶ νὰ διακόπτουμε τὴ φυσιολογική του ἐξέλιξη; Μπορεῖ νὰ εἴμαστε «προοδευτικοὶ» σὲ πολλὰ ἄλλα; στὴ διάρθρωση τῆς πολιτείας, στὶς σχέσεις τοῦ κράτους μἐ τοὺς πολίτες, στὶς σχέσεις μας μὲ τ' ἄλλα κράτη καὶ μὲ εὐρύτερες ἑνότητες Κρατῶν, ὅμως στὰ πνευματικὰ —καὶ μάλιστα στὴ γλώσσα— ὀφείλομε νὰ εἴμαστε ἄκρως προσεκτικοί. Διαφορετικὰ μπορεῖ νὰ γίνουμε, ὅπως καὶ γίναμε, φορεῖς κακῶν ἀθεράπευτων.

Μερόπη Ν. Σπυροπούλου: Ἀπὸ ποῦ ἄραγε σχηματίζονται;

Κάποια μέρα, στὸ τέλος μιᾶς παράδοσης στοὺς δευτεροετεῖς φοιτητές μας, ἕνα κορίτσι ποὺ μὲ εἶχε παρακολουθήσει μὲ πολλὴ προσοχὴ μοῦ εἶπε: «Χρησιμοποιεῖτε μία κάπως διαφορετικὴ γλῶσσα, μὲ ὡραῖο ἦχο, γιατὶ μοῦ φάνηκε ὅτι ἔχει, κάπως, πιὸ πολλά... Φοὺ καὶ Θού». Προσπάθησα νὰ καταλάβω τί ἐννοοῦσε καὶ τῆς ζήτησα νὰ μοῦ φέρει ἕνα παράδειγμα. Νά, εἴπατε κάποιες λέξεις, ποὺ τὶς ἔχω σημειώσει κιόλας, ὅπως π.χ. ἀφαίμαξη, ἐφίδρωση, ἐφάμιλλος, καθοριστικός, αὐθαίρετος, πενθήμερο, μεθερμηνευόμενο, καὶ κάποιες ἄλλες ποὺ δὲν τὶς συγκράτησα, ἀλλὰ μοῦ ἄρεσαν. Ἀπὸ ποῦ ἀραγε σχηματίζονται αὐτὲς οἱ λέξεις;. Τῆς ἐξήγησα τὸν κανόνα γιὰ τὸ τί συμβαίνει μὲ τὸ σύμφωνο τῶν προθέσεων, ὅταν αὐτὲς ἀποτελοῦν τὸ πρῶτο συνθετικὸ μαζὶ μὲ δασυνόμενες λέξεις καί, συγχρόνως, τῆς σχολίασα τὴ σημασία τῶν ἀντίστοιχων προθέσεων. Μὲ ἄκουσε μὲ ἀπορία καί, σχεδὸν ἔκθαμβη, μοῦ εἶπε μὲ κάποια νοσταλγία φεύγοντας: «Ἄ, γι᾿ αὐτὸ ποτὲ δὲ μοῦ ἄρεσε ἡ ἔκφραση “πενταήμερη ἐκδρομή”· Τί κρίμα ἐμεῖς νὰ μὴν τὰ ξέρομε ὅλα αὐτά...». Ἀλήθεια, τί κρίμα καὶ τί ἔγκλημα νὰ σᾶς τὰ ἔχομε ἐμεῖς στερήσει ὅλα αὐτά!

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος

Τὸ γλωσσικό, μεταμεσονύκτιο, πραξικόπημα τοῦ 1982, ἐπιβάλλοντας στὴ γραπτὴ γλώσσα μας τὸ μονοτονικό, τῆς ἐστέρησε τὸν γενετικὸ κώδικα τῶν λέξεών της. Δύσκολα πλέον, σχεδὸν χρειάζεται νὰ μαντέψεις τὴν καταγωγὴ μιᾶς λέξης κι ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος —ὅσο ἁπλοποιημένος ἢ καὶ ἁπλουστευμένος κι ἂν εἶναι— κρέμεται πάντοτε ἀπὸ τὶς λέξεις του, αὐτὲς οἱ λέξεις, ὅταν δὲν γράφονται σωστά, τότε, οὔτε ὀρθὰ προφέρονται. Καὶ ὅταν δὲν ἐννοοῦνται καταγωγικά, γενετικά, οὔτε κατανοοῦνται. Παρουσιάζεται φέτος μιὰ μοναδικὴ γιὰ τὴν σκέψη καὶ τὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ τῶν Ἑλλήνων εὐκαιρία: οἱ ἄνθρωποι ποὺ νύκτωρ ἀποφάσισαν κι ἐπέβαλαν τὸ μονοτονικό, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, μὲ τιμιότητα καὶ γενναιότητα, νὰ προβοῦν σὲ ἐπανόρθωση τοῦ κακοῦ. Μόνο αὐτοὶ μποροῦν!

πηγή

Η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος. (μια ακόμη προσέγγιση)

 

Η φαντασία μερικών, που περνιούνται και για δημιουργοί κι επαναστάτες,  είναι αστείρευτη. Παράγει διαρκώς εμέσματα.

Η φαντασία αυτή, έκανε τη γλώσσα να φαίνεται σαν ένα σκουλήκι. Κάτι τέτοιοι, μετά, σκεφτήκανε, πως το το σκουλήκι το πατάς κι αυτό ξεκοιλιάζεται. Το πατάς. Νά έτσι:

«Hταν 23 Νοεμβρίου του 1981, ο πρώτος μήνας της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, όταν θεσπίστηκε με το προεδρικό διάταγμα 297/1982 (που ακολούθησε) το μονοτονικό σύστημα ορθογραφίας, τόσο στη διοίκηση όσο και στην εκπαίδευση».

[Φιλότιμες προσπάθειες γίνανε από 'κεί και μετά για να κατανοηθεί, να ιστορηθεί, να διαγνωσθεί και να εξετασθεί η ουσία, η χρησιμότητα και οι συνέπειες αυτής της «μεταρρύθμισης». Να μια εδώ:]

Σύμφωνα με αυτό καταργούνται τα δυο πνεύματα (ψιλή και δασεία, για όσους δεν τα θυμούνται) και οι δυο από τους τρεις ΕΠΙΣΗΜΟΥΣ τόνους. Στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν μόνο δυο (περισπωμένη και βαρεία λέγονταν οι τόνοι που καταργήθηκαν). Έτσι, το μόνο τονικό σημάδι παραμένει η ΟΞΕΙΑ.

Σε κάθε λέξη που έχει δυο ή περισσότερες συλλαβές υπάρχει μια συλλαβή που προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Πάνω από φωνήεν της συλλαβής που τονίζεται βάζουμε ένα σημάδι, που λέγεται ΤΟΝΟΣ. Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα. Σε μια λέξη που κλίνεται, ο τόνος δε μένει πάντα στην ίδια συλλαβή.

Ποιες είναι όμως οι παρενέργειες που δημιουργούνται από την εφαρμογή του σημερινού «μονοτονικού» συστήματος;

Δημιουργεί πρόβλημα στη μελέτη του ποιητικού ρυθμού (παραδοσιακή «μετρική»), ο οποίος, ως γνωστόν, στηρίζεται στην εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών. Κάθε φορά που κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τη μετρική, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του άλλους (τους ορθούς) κανόνες τονισμού, διαφορετικούς από αυτούς που χρησιμοποιεί στη γραφή.

Εξαιτίας της αδυναμίας του συστήματος να καλύψει κάθε πιθανή περίπτωση (για να μη γεμίσει με εξαιρέσεις) προβαίνει άθελά-του σε γλωσσική ρύθμιση. (Πού γίνεται, για παράδειγμα, διάκριση ανάμεσα στο ερωτηματικό «τί» και το σπάνιο αιτιολογικό «τι»; Προφανώς ο γλωσσικός νομοθέτης θεώρησε πως δεν είναι σκόπιμο να προσθέσει μία ακόμα διάκριση για έναν τύπο τόσο σπάνιο όσο το αιτιολογικό «τι». Στην ουσία, δηλαδή, επέλεξε να το αποσιωπήσει. Από πού άντλησε όμως αυτό το δικαίωμα;)

Δεν επιτρέπει στο γραπτό λόγο να αποδοθεί με τη φυσικότητα που θα μπορούσε, αν οι χρήστες της γραφής χειρίζονταν με άνεση τους κανόνες τονισμού. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που αφορά τα λεγόμενα «πάθη των φωνηέντων» («έκθλιψη», «αφαίρεση» κλπ.). Επειδή ο μέσος χρήστης της γραφής πολύ δύσκολα κατανοεί, θυμάται και χρησιμοποιεί τους προβλεπόμενους κανόνες(*), προτιμά να γράφει τις λέξεις χωρίς τα επισυμβαίνοντα πάθη, με αποτέλεσμα καμιά φορά να δημιουργούνται ακόμα και ενοχλητικές χασμωδίες.

Σε κάθε όμως περίπτωση, πάντως, η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος υπήρξε θετική εξέλιξη για τη γλώσσα μας, αφού μας απάλλαξε από το πλήθος των δύσκολων και πολλές φορές αντιεπιστημονικών κανόνων τονισμού (*).

Η μεταρρύθμιση ασφαλώς δημιούργησε κάποια προβλήματα, αλλά αυτά εντοπίζονται κυρίως στον χώρο εκείνων που δεν ήταν συνηθισμένοι στη χρήση της δημοτικής (*).


Το πολυτονικό και η ιστορία του

Ένα από τα πιο φλέγοντα θέματα του 20ου και του 19ου αιώνα ήταν το θέμα του πολυτονικού συστήματος

Το πολυτονικό σύστημα (βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, υπογεγραμμένη, ψιλή), δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια και τα δύο πνεύματα επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ, για να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά, καθώς η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ' ότι προφέρονται στη γλώσσα μας. Δεν έγινε για την απόδοση της νέας (κοινής) ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία Ελληνικά.

Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα Ελληνικά. 

Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια (δυστυχώς ακόμη και σήμερα) αρκετοί θεωρούν τη χρήση του επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας.

Η σκέψη για κατάργησή του άρχισε από τα την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν γενικεύτηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και ερχόταν αρωγός στο άλλο μείζον θέμα, την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής.

Πολλές διαμάχες και διαξιφισμοί έγιναν για τα δύο αυτά θέματα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διάφορα κινήματα, και ο κόσμος να αρχίσει να διαμορφώνει άποψη. Στο τέλος, φαίνεται ότι το πολυτονικό σύστημα είχε περισσότερη «δύναμη» από την καθαρεύουσα, γιατί ενώ η καθαρεύουσα καταργήθηκε το 1976, το πολυτονικό καταργήθηκε το 1982, με το Π.Δ 207/1982.

Όμως, ακόμη και σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, πολλοί συγγραφείς και φορείς εκδίδουν συγγράμματα στο πολυτονικό σύστημα και (ακόμη χειρότερα) στην καθαρεύουσα.

Η ιστορία της δασείας

Από το πολύπλοκο, δύσκολο αλλά και αχρείαστο πολυτονικό σύστημα, το μόνο, ίσως, σύμβολο - εκτός από την οξεία - που είχε κάποια χρησιμότητα και πρακτική σημασία ήταν η δασεία.

Η δασεία (spiritus asper), ένα από τα δύο πνεύματα της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, ήταν τοποθετημένη  περίπου στο 5 με 10 % του συνόλου των λέξεων της αρχαίας, ελληνιστικής (κοινής), βυζαντινής, μεσαιωνικής, καθαρεύουσας, νέας και δημοτικής Ελληνικής γλώσσας, δηλώνοντας την εκβολή μικρού ποσότητας αέρα, μιας άχνας (τουλάχιστον στην αρχαιοελληνική ομιλία) μαζί με το συνοδευτικό ήχο του γράμματος, παρόμοιο με το λατινικό h (χ)· σε μερικές, όμως περιπτώσεις, αντί του h προφερόταν ένα θολό σ ή ένα θολό β, κατάλοιπο του αρχαιοελληνικού, φοινικικής προέλευσης, F (δίγαμμα)· παραδείγματα λέξεων είναι το hαίμα -αίμα, το σερπετόν - ερπετό και το Fορώ - ορώ (βλέπω).

Η δασεία έμπαινε (εκεί όπου χρειαζόταν) πάνω από όλά τα φωνήεντα (α, ε, η, ι, ο, υ, ω) και τα δίψηφα φωνήεντα ή διφθόγγους (αι, αυ, ει, ευ, ηυ, ου, υι), αλλά και (πάντοτε) πάνω από το ρ. Η πλειοψηφία των δασυνόμενων λέξεων προφερόταν με ένα ευκρινώς διακρινόμενο h, πράγμα το οποίο οι Ρωμαίοι δεν αγνόησαν, συμπεριλαμβάνοντάς το στις λέξεις ελληνικής προέλευσης που ενσωμάτωσαν στη γλώσσα τους. Έτσι, αφού μέσα από τα λατινικά έχουν περάσει χιλιάδες ελληνικές λέξεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όταν αναφερόμαστε στον Υδη, στα αγγλικά θα γράψουμε Hades, ενώ όταν θα αναφερθούμε σε κάτι που έχει σχέση με το αίμα, θα χρησιμοποιήσουμε το πρόθεμα hema- ή haema-. Ο λόγος για τον οποίο το ρ παίρνει πάντοτε δασεία είναι γιατί, ως ινδοευρωπαϊκός φθόγγος που είναι υγρός, αποτελεί σύμφωνο με φωνηεντικές ιδιότητες, το οποίο μπορεί να ονομαστεί και συλλαβικό ρ (σερβοκροατικό Srbija).

Η προφορά του F (δίγαμμα), αν και σιγήθηκε στις αχαϊκές, δωρικές και ιωνικές διαλέκτους, μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.Χ, διατηρήθηκε στην αττική διάλεκτο μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ, έτσι πολλές δασυνόμενες λέξεις που παλαιότερα προφέρονταν με το h προφέρονταν από τους Αθηναίους με το F (Hέλενα, Fέλενα). Στο δίγαμμα οφείλεται και η δάσυνση του ρ. Λέξεις που αρχίζουν από ρ και γίνονται δεύτερο συνθετικό λέξης, διπλασιάζουν το ρ (αναδιπλασιασμός), και στο πρώτο ρ μπαίνει ψιλή, ενώ στο δεύτερο μπαίνει δασεία (Καλλιρρόη - Callirrhoe). Ακριβώς λόγω του διπλού ρ, που μοιάζει με τον ήχο που παράγει ο σκύλος όταν είναι θυμωμένος, οι Λατίνοι γραμματικοί ονόμαζαν το ρ littera canina (σκυλίσιο γράμμα).

Στο γραπτό λόγο των Αττικών το Η δήλωνε την ύπαρξη του δασέως πνεύματος, κατέχοντας την όγδοη θέση στο αττικό αλφάβητο, προερχόμενο από το φοινικικό αλφάβητο (het), ενώ στους υπόλοιπους Έλληνες δήλωνε το μακρό ε (εε), το οποίο με την πάροδο του χρόνου πήρε τη σημερινή του έννοια, του η· δηλαδή το η είναι στην ουσία δύο ε. Με την υιοθέτηση το 403 π.Χ. του αλφαβήτου της Μιλήτου από όλους τους Έλληνες, συμπεριλαμβανομένων και των Αττικών, προέκυψαν τεράστια προβλήματα και δυσκολίες για τους Αθηναίους, που διατηρούσαν το δασύ πνεύμα - δηλώνοντάς το με το γράμμα Η, που τώρα σήμαινε κάτι άλλο. έτσι μόνο το  2ο αιώνα π.Χ. κατάφεραν να το «σιγήσου»ν.

Μέχρι, όμως, να το σιγήσουν, κατέφυγαν σε μια άλλη λύση, τη διχοτόμηση του Η, όπως είχαν κάνει και οι Μεγαλοελλαδίτες, με το αριστερό τμήμα να αντιπροσωπεύει τη δασεία, πράγμα που διατηρήθηκε μέχρι και τον 9ο αιώνα μ.Χ, αναβιωμένο από το σύστημα τονισμού του Αριστοφάνη του Βυζάντιου. 

Τον 9ο αιώνα μ.Χ, με τη γενίκευση της χρήσης της μικρογράμματης γραφής, το δασύ πνεύμα πήρε τη μορφή του αριστερού πάνω τεταρτημορίου του Η, αλλά τον 11ο αιώνα, μαζί με διάφορες άλλες αισθητικές αλλαγές στο γραπτό λόγο των Βυζαντινών, πήρε το γνωστό (') στρογγυλοποιημένο σχήμα. 

Το 1982, σε μια ριζική προσπάθεια απλοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, καθιερώθηκε το μονοτονικό σύστημα, που καταργούσε, ανάμεσα σε άλλα, και τα δύο πνεύματα. Έτσι, σήμερα δεν χρησιμοποιείται πλέον η δασεία στη γλώσσα μας.

Η γνώση των δασυνόμενων λέξεων στα Ελληνικά σήμερα έχει περισσότερο έμμεση, παρά άμεση σημασία, καθώς η μόνη πρακτική σημασία που έχει η γνώση τους είναι, για σκοπούς κατανόησης, η τροπή των ψιλών συμφώνων (κ, π, τ) στα δασέα αντίστοιχά τους (χ, φ, θ) όταν αποτελούν την κατάληξη πρώτου συνθετικού με δεύτερο συνθετικό λέξη που δασύνεται. [καχεκτικός< κακό + έκτης < έξω (δασυνόμενος μέλλοντας του έχω)/ υφιστάμενος< υπό + υφίσταμαι/ ανθυπολοχαγός< αντί + υπό + λοχαγός]. Η άλλη του πρακτική χρήση είναι η ερμηνευτική διευκόλυνση λέξεων που θα μεταφράσουμε από τα ελληνικά σε ξένες γλώσσες και αντίστροφα. Έτσι, όταν αναφερόμαστε στον Υδη, θα γράψουμε Hades, επειδή δασυνόταν.

H δίκη των τόνων

Μισόν αιώνα περίπου πριν, το 1943, η κατάργηση των πνευμάτων και ο περιορισμός των τονικών σημείων σε πανεπιστημιακά συγγράμματα του καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή είχε οδηγήσει στην πειθαρχική δίωξή του από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, γνωστή ως Δίκη των Τόνων

Ήταν η γκάφα του αιώνα στο γλωσσικό; Έτος 1942, μες στη γερμανική Κατοχή, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής του Αθήνησι στέλνουν στο πειθαρχικό έναν συνάδελφό τους, τον Ι. Θ. Κακριδή, επειδή τύπωσε το βιβλίο του με μονοτονικό. Το μονοτονικό ήταν, βέβαια, το πρόσχημα, σε εποχή όπου τα πράγματα ήταν πιο καθαρά στο μέτωπο το γλωσσικό, ποιες δηλαδή οι προοδευτικές και ποιες οι αντιδραστικές δυνάμεις. 

Στο πειθαρχικό, το κατηγορητήριο ουσιαστικά κατέρρευσε, ενώ η ποινή, δύο μήνες προσωρινή απόλυση, ήταν μηδαμινή, σε σχέση με τα όνειρα για εξόντωση που έπλαθαν οι διώκτες του Κακριδή. 

Ας τους θυμηθούμε, όσους υπέγραψαν την παραπομπή, με το όνομά τους αναπόφευκτα το ένα δίπλα στο άλλο, έτσι που να μη γίνεται διάκριση ανάμεσα στους πρωτοστάτες και τους μετριοπαθέστερους: Φαίδων Κουκουλές, Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Ερρίκος Σκάσσης, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, Γεώργιος Σακελλαρίου, Γεώργιος Π. Οικονόμος, Νικόλαος Βλάχος, Αναστάσιος Ορλάνδος, Χρ. Καπνουκάγιας, Σπυρ. Μαρινάτος, Απ. Δασκαλάκης, Διον. Ζακυθηνός. Είχαν μειοψηφήσει ο Ιω. Θεοδωρακόπουλος και ο Σωκράτης Κουγέας.


Οι κανόνες του μονοτονικού συστήματος

1. Οξεία παίρνει η λέξη που έχει δυο ή περισσότερες συλλαβές. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η λέξη παρουσιάζεται ως μονοσύλλαβη ύστερα από έκθλιψη ή αποκοπή (για την ερμηνεία τους δείτε παρακάτω), όχι όμως και όταν έχει χάσει το τονισμένο φωνήεν από αφαίρεση.

2. Παίρνουν τονικό σημάδι λέξεις που παρουσιάζονται ως μονοσύλλαβες ύστερα από:  
  • έκθλιψη: λίγ' απ' όλα, ούτ' εγώ, είν' εκείνος, 
  • αποκοπή: φέρ' το, στείλ' το, δώσ' τα.

3. Ένας ρηματικός τύπος που έμεινε άτονος από αφαίρεση δεν ανεβάζει το τονικό σημάδι στην προηγούμενη λέξη: μου 'φερε, τα 'δειξε, να 'μαι.

4. Δεν τονίζονται οι μονοσύλλαβες λέξεις. Θεωρούνται μονοσύλλαβες οι λέξεις: βιος (το), γεια, για, γιος, δυο, μια, νιος, πια, πιο, (να) πιω, ποιος-ποια-ποιο [σε όλες τις πτώσεις ενικού ή πληθυντικού και σε όλα τα πρόσωπα].
Η λέξη: το  ποιόν, δεν είναι μονοσύλλαβη.

Εξαιρούνται και τονίζονται: Ο διαζευκτικός σύνδεσμος ή: Ή η Αννα ή η Μαρία. 

5. Δεν τονίζεται η μονοσύλλαβη προστακτική, ακόμα και όταν ακολουθείται από δυο εγκλιτικά: πες μου το, βρες τους τα.



6. Τα ερωτηματικά πού και πώς. Αυτά, τονίζονται είτε βρίσκονται σε ευθεία ερώτηση είτε σε πλάγια: π.χ. Πού πήγες; Μας είπε πώς τον λένε. Τα πού και πώς παίρνουν τονικό σημάδι σε περιπτώσεις όπως: πού να σου τα λέω, από πού κι ως πού, πού και πού, αραιά και πού, Πώς βαριέμαι! Κοιτάζω πώς και πώς να τα βολέψω.

7. Που και Πως: ΔΕΝ τονίζονται όταν χρησιμοποιούνται: α) το που: 
ως αντωνυμία (αυτό που σου είπα), ως επίρρημα (πηγαίνει εκεί που θέλει), ή ως σύνδεσμος [Έμαθα που ήρθες (=Έμαθα πως/ότι ήρθες)] και β) το πως: ως σύνδεσμος [Λέει πως θα φύγει (=Λέει ότι θα φύγει)].

8. Τονίζονται οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (μου, σου, του, της, τον, την, το, μας, σας, τους, τα) όταν στην ανάγνωστη υπάρχει περίπτωση να θεωρηθούν εγκλιτικές: Ο πατέρας μού είπε (=ο πατέρας είπε σε εμένα)-Ο πατέρας μου είπε (=ο δικός μου πατέρας είπε κάτι).

9. Όταν η προηγούμενη λέξη τονίζεται στην προπαραλήγουσα και ακολουθεί αδύνατος τύπος προσωπικής αντωνυμίας (που δεν είναι εγκλιτικός), τότε ΔΕΝ τονίζεται ο τύπος αυτός: Ο πρόεδρός μας αρρώστησε (=ο δικός μας πρόεδρος αρρώστησε)-Ο πρόεδρος μας αρρώστησε (=ο πρόεδρος αρρώστησε εμάς).

10. Τονίζονται οι μονοσύλλαβες λέξεις, όταν συμπροφέρονται με τους ρηματικούς τύπους ΜΠΩ, ΒΓΩ, ΒΡΩ, 'ΡΘΩ σε όλα τα πρόσωπα και τους αριθμούς. Τότε δέχονται τον τόνο τους: θά βγω αλλά θα βγω.

12. Σημειώνεται ο τόνος του εγκλιτικού, ο οποίος ακούγεται στη λήγουσα των προπαροξύτονων λέξεων : χάρισμά σου, άφησέ το. Το ίδιο γίνεται στο πρώτο από τα δυο εγκλιτικά, όταν προηγείται παροξύτονη προστακτική: δώσε μού το.

13. Οι προτακτικές λέξεις που αποτελούν ένα σύνολο με την επόμενη λέξη, με την οποία συνδέονται με ενωτικό, δεν τονίζονται: Αγια-Σοφιά, Αϊ-Δημήτρης, κυρα-Μαρία, γερο-Θανάσης, θεια-Βασίλω, παπα-Δημήτρης, μπαρμπα-Πέτρος.

14. Αντιθέτως, γράφονται ΧΩΡΙΣ ενωτικό και ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΙ: καπετάν, πάτερ, κυρ (ΧΩΡΙΣ τόνο).

Σημείωση

[Η εν λόγω ανάρτηση  βρέθηκε ανάμεσα σ' εκείνες που ασχολούνται με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος. Προσπαθώντας να κατανοήσω την ουσία του θέματος όπως το πραγματεύεται, παραθέτω αυτούσια όλα τα σημαντικά στοιχεία που έχουν συλλεγεί καθώς και τις  προσωπικές τοποθετήσεις.

Έγινε -για την καλύτερη παρουσίαση και  για λόγους ομοιογένειας και συστηματικότητας- μερικός έλεγχος και αναδιάταξη του υλικού. Χρειάζεται όμως περισσότερος και εμπεριστατωμένος έλεγχος.

Όπου δεν με βρίσκουν σύμφωνη οι απόψεις του συντάκτη, αυτό σημειώνεται με αστερίσκο (*)].

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Για την Ελληνική γλώσσα: Ασε κάτω τον μπαλτά, ας μην την τελειώσουμε με τα ίδια μας τα χέρια!

Image result for εικόνες  μπαλτά 
Εξήψε τη σκέψη μου πάνω στο θέμα της γλώσσας και της λογοτεχνίας το άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή (βλ. εδώ).

Ο αρθρογράφος, με μια μονοκοντυλιά διαγράφει ως άχρηστη την διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μέσω αποσπασμάτων, γιατί ισχυρίζεται ότι τίποτε δεν θα μείνει στο μυαλό του παιδιού καθώς θα τελειώνει το σχολείο. [Απορίας άξια είναι τούτη η θέση, γιατί στο σχολείο δεν μπορεί να αναγιγνώσκονται/διδάσκονται ολοκληρωμένα λογοτεχνικά έργα!]

Μα το παιδί, τελειώνοντας το σχολείο, κουβαλάει στο μυαλό του όλα όσα είδε και άκουσε εκεί! Και τα περισσότερα από αυτά, δεν είχαν καμμία σχέση με τη μόρφωσή του. Γιατί το σχολείο σήμερα, ασχολείται με την ευαισθητοποίηση του νέου ανθρώπου στα διάφορα τεκταινόμενα από την πολιτική.

Σήμερα τα παιδιά μας γνωρίζουν για το συνδικαλισμό, την «ελευθερία του λόγου», την λήψη αποφάσεων σε συλλογικά όργανα, την ανυπακοή, την κατάληψη των σχολείων και των δημόσιων κτιρίων, την αποχή, την αντίσταση, την διαμαρτυρία ως ελευθερία του συναθροίζεσθαι, κλπ. παρόμοια.

Από λογοτεχνήματα, δεν γνωρίζουν και πολλά, γιατί δεν κοπίασε αναλόγως η Πολιτεία μας να τους προσφέρει το αντίστοιχο «προϊόν». Όσα παιδιά και όσα πράγματα γνωρίζουν από λογοτεχνία, δεν είναι από το σχολείο που τα γνωρίζουν.

Παλαιότερα, τα βιβλία μας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είχαν την ύλη κατά κεφάλαια και περιείχαν λογοτεχνικά έργα (αποσπάσματα και μικρά διηγήματα) αντίστοιχα των θεμάτων των κεφαλαίων. Αρκετά ήταν τα κεφάλαια του δημοσίου, του εθνικού, του οικογενειακού βίου. Μαζί και ο επαγγελαματικός βίος και η φύση και η πατρίδα. Συνεπώς, αρκετά και τα λογοτεχνικά κείμενα και οι συγγραφείς. Περιώνυμοι, σπουδαίοι, αντιπροσωπευτικοί. Τότε. Σήμερα εξόριστοι από τη νεοελληνική λογοτεχνία των σχολικών βιβλίων.


Τελειώνοντας το σχολείο, σίγουρα δεν είναι σε θέση ο μαθητής να εκτιμήσει την «αξία ενός λογοτεχνικού κειμένου». Μπορεί όμως να έχει εντυπωσιασθεί από ένα λογοτεχνικό έργο, γιατί το θέμα του τον συγκίνησε, ή γιατί η πένα του λογοτέχνη έγραψε στην καρδιά του μαθητή.

Η απόλαυση της ανάγνωσης, συναντάει τη δίψα για έκφραση. Γι' αυτό μπορείς να απολαύσεις ακόμη και μια πρόταση. Και να την λες σαν απόφθεγμα.

Το μυθιστόρημα και το διήγημα, είναι πράγματι ανάγκη να το παρακολουθήσεις από την αρχή ως το τέλος. Αλλά αυτό έχει να κάνει με τη μυσταγωγία που θα προηγηθεί. Αν ο Δάσκαλος δεν είναι μυσταγωγός, αν δεν μπορεί να εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη στη μάθηση, κι αν ο γονιός παρκάρει το παιδί του στο σχολείο γιατί δεν το αντέχει, τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Ας μην ασχοληθούμε με τα βιβλία. Αλλά με την ιατρική.

Αλλά, εμείς, η γενιά που τέλειωσε τα σχολειά επειδή οι γονείς μας θεωρούσανε πως πρέπει να πάμε στο σχολειό για ν' ανοίξουμε τα μάτια μας, ό,τι και νά 'τανε γραμμένο στα βιβλία μας, ήτανε λίγο. Το διαβάζαμε και το ξαναδιαβάζαμε, και τελικά βρίσκαμε κάτι διαμάντια του λόγου και της σκέψης, που αυτά, από μόνα τους, μας έκαναν να ψάχνουμε περισσότερο. Βέβαια, οι γονείς μας ωθούσαν, κι οι δάσκαλοι μας βοηθούσαν. Και η κοινωνία μας δεν ήταν τόσο καταναλωτική. Ούτε οι γονείς μας τόσο ελαστικοί με τα καπρίτσια μας. (Είχανε, βλέπετε, βγεί από έναν πόλεμο, είχαν περάσει πείνα, και θέλανε να αλλάξουνε τη ζωή τους και τον κόσμο...).

Σήμερα, εμείς οι μαμάδες ζητάμε από τους δασκάλους να μη φορτώνουν τα παιδιά μας, για να έχουν περισσότερο χρόνο να παίζουν, και πολλές φορές συμβαίνει (ακόμη και) οι δάσκαλοι να μην έχουν ενδιαφέρον για την τάξη τους. Οπότε, ποιό ενδιαφέρον, και πώς να γεννηθεί για τη λογοτεχνία; Εξ άλλου το βιβλίο της γλώσσας ασχολείται με ... καφετιέρες!!! και ανθρώπους στο μπλέντερ!

Μια έωλη τοποθέτηση είναι αυτή του «φιλαναγνώστη της λογοτεχνίας που είναι μυαλό με αντισώματα στην αποστήθιση». Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί να είναι ένας μέσος μικρός μαθητής, αλλά ένας μαθητής με «θητεία» σε σχετικό περιβάλλον.

Όλοι αιτιώνται την αποστήθιση σαν κάτι το μιαρό, το αντιπαραγωγικό, το ευτελές και άχρηστο. Η άποψη αυτή είναι απλώς μια προκατάληψη και μια άχρηστη άρνηση, που θα βλάψει αυτόν που άκριτα θα την ενστερνισθεί. Γιατί η αποστήθιση είναι απαραίτητη για κώδικες, περιπτωσιολογίες, κωδικούς πρόσβασης κλπ. Ακόμη και για την προπαίδεια, την απλούστατη αριθμητική εξάσκηση, αλλά και την εκμάθηση στοιχείων της γραμματικής, προκειμένου να μάθει κανείς μια γλώσσα, ακόμη και τη μητρική του. Άκριτα, λοιπόν, και βεβιασμένα δεν προσδιορίζονται τα όρια των αποφευκτέων πρακτικών, αλλά απορρίπτονται, συνολικά, πρακτικές, και μάλιστα χρήσιμες σε σημαντική έκταση.

Είναι η λογοτεχνία συστατικό της γενικής παιδείας; Ναι η λογοτεχνία, ως τρόπος καλλιέργειας για την εκμάθηση σύνθετου, πολλαπλού και εναλλακτικού τρόπου έκφρασης και διατύπωσης της σκέψης και της ιδέας, είναι, ασφαλώς, συστατικό γενικής παιδείας. Κι όχι μόνο για την διατύπωση του λόγου του προσώπου, αλλά και για την ενσυναίσθησή του (τη συναισθηματική του νοημοσύνη).

Ως προς την εξέταση, ποιά σημασία μπορεί έχει η εξέταση ενός μαθήματος που αφορά τη λογοτεχνία: Η εξέταση μπορεί να αφορά μόνο τη γνώση τεχνικών όψεων που τις έχουν διδαχθεί οι μαθητές στο σχολείο. Η εννοιολογική προσέγγιση και πρόσληψη του λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί να γίνεται με οδηγίες, λυσάρια, αναλύσεις από άλλους για άλλους! Γιατί η λογοτεχνία, προσεγγίζεται από τον καθένα με το δικό του αισθητήριο/καλλιέργεια/διαίσθηση/βίωμα και αναζήτηση. Έτσι, εκεί δεν χωρεί «βαθμός», χωρεί αξιολόγηση του τύπου «έχει» ή «δεν έχει». Και δεν βαθμολογούμε αυτόν που δεν έχει! Γιατί αν είναι ασθενής και δεν δύναται να έχει είναι ένα ζήτημα, ενώ αν δεν έλαβε την παιδεία για να έχει, τότε «βαθμολογούμε» τους δασκάλους και την οικογένειά του.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η Γραμματική μιας γλώσσας. Η Γραμματική, δεν είναι η γλώσσα. Αντίθετα, η γνώση της γραμματικής, είναι σε μεγάλο βαθμό ικανότητα για έκφραση. Και θα προτείνω, η γραμματική να «μαθαίνεται» περίπου όπως η προπαίδεια. Γιατί αποτελεί το υλικό για να χτίσεις το λόγο. Κι όταν χτίζεις, πρέπει να ξέρεις τί δομικό στοιχείο χρειάζεσαι κατά περίπτωση.
Και θα συμφωνήσω απολύτως με τον αρθρογράφο πως «Την ελληνική γλώσσα δεν την έφτιαξαν οι Κριαράδες και οι Μπαμπινιώτηδες, με όλον τον σεβασμό. Την έφτιαξαν οι Σεφέρηδες, οι Παλαμάδες, οι Θεοτοκάδες, και οι Καβάφηδες. Αυτοί μας έδειξαν τη δυνατότητά της να μιλάει για τον κόσμο της. Αυτοί πήραν τη σκυτάλη από τη μακραίωνη Ιστορία της για να μας την παραδώσουν ολοζώντανη».

Θα ξανασυμφωνήσω με τον αρθρογράφο: «Δεν μας έχουν μείνει και πολλά να υπερασπιστούμε. Αν μη τι άλλο, ας υπερασπιστούμε αυτήν τη γλώσσα που μπορεί να είναι μικρή, έχει όμως μεγάλη ιστορία πίσω της. Και ας καταλάβουμε ότι ο ακρωτηριασμός της διδασκαλίας της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ακρωτηριασμός της» εθνικής μας ταυτότητας και συνείδησης. Γιατί η γλώσσα μας είναι η ιστορία μας και η διαδρομή μας στο χρόνο.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Ο Κτίστης του Κόσμου, τα κτίσματα και οι άκτιστες ενέργειές Του


Image result for εικόνες β νηστειών 

Αφιερωμένη είναι τούτη η Κυριακή, η Β' των Νηστειών, στο Δημιουργό των πάντων, με τη μέγιστη εξουσία επί πάντων. Αφιερωμένη είναι και στους λειτουργούς αυτού, τους Αγγέλους, που διαρκώς επιβλέπουν την προστασία των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων, καθώς και την εφαρμογή του έργου του θεού.

Η δημιουργία του κόσμου, είναι η υπέρτατη έκφραση της αγάπης του αναλλοίωτου και άχρονου Δημιουργού.  Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, όλη η δημιουργία υπόκειται σε φθορά και αλλοίωση. Η αμαρτία έφερε αυτή τη μεταβολή στην φύση, αφού ο άνθρωπος παραβαίνοντας τη Θεία εντολή, έχασε την αρμονική σχέση με τον εαυτό του, με τη φύση και με τον Θεό.

Το γεγονός ότι ο κόσμος, σε αντίθεση με το Δημιουργό του, υπόκειται σε διαρκή φθορά, έχει ως συνέπεια, ότι ο χριστιανός γνωρίζει πως ο κόσμος δεν πρέπει να υποτάσσεται στον άνθρωπο προς ικανοποίηση των ακόρεστων επιθυμιών και ιδιοτροπιών του. Αλλά, ότι ο άνθρωπος πρέπει να βλέπει τον κόσμο με σεβασμό, ως δώρο του θεού και να βρίσκεται σε αρμονία προς αυτόν.

Η χριστιανική κοσμολογία δέχεται πως είναι πεπερασμένη η ζωή και η ύπαρξη του υπάρχοντος κόσμου, ο οποίος θα παλιώσει όπως τα ρούχα του ανθρώπου.

Εσχατολογικά, διδάσκεται, πως ο κόσμος, με νέα πράξη του Δημιουργού του θα ανακαινισθεί, θα μετασχηματισθεί καλύτερος από πρώτα, κι όλα τα φθαρτά του στοιχεία θα παραμερισθούν.

Σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει το μέγα Διδάσκαλο της ανακαίνισης του Κόσμου, τον Αγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η διδασκαλία του οποίου μας δείχνει ότι όλη η ζωή του Χριστιανού και ο πνευματικός του αγώνας σε τούτο ακριβώς αποβλέπουν: στην ανακαίνιση του Κόσμου, προς Δόξαν Κυρίου.

Διαβάζω, ανάμεσα σε άλλα, εδώ, ότι:

«Οι απόψεις του (του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά), αποτελούν σύνοψι και έκφρασι της εμπειρίας και της παραδόσεως της Εκκλησίας. Το κλειδί της θεολογίας το κατείχε στ' αλήθεια ο θείος Γρηγόριος, επειδή είχαν διανοιγεί τα μάτια του από το Άγιο Πνεύμα.
Εδίδασκε ότι ο Θεός δεν είναι μόνον αμέθεκτος αλλά και μεθεκτός. Την ουσία του Θεού ουδείς και ουδέποτε ούτε στον παρόντα ούτε στον μέλλοντα αιώνα θα ιδούμε, τις άκτιστες όμως ενέργειες του Θεού μπορούμε να κοινωνήσουμε, ημών θεουμένων, κάτω από κατάλληλες πνευματικές προϋποθέσεις. Αυτές δηλαδή αποτελούν το μέσον και την γέφυρα που συνδέει τον άκτιστο Θεό με τα κτίσματα. Άλλο είναι η ουσία του Θεού και άλλο οι θείες ενέργειές του».


************** **************************
Επιστολή Παύλου, προς Εβραίους (κεφ. α, εδ. 1- κεφ. β, εδ. 3)

10 καί· σὺ κατ' ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· 11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, 12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. 13 πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 14 οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν; Β´\ΔΙΑ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν. 2 εἰ γὰρ ὁ δι' ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, 3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, 

Κατά Μάρκον (κεφ. β, εδ. 1- 12)

Και εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι᾿ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας — λέγει τῷ παραλυτικῷ. 11 σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 12 καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.



Υπόμνημα: Η Καινή Διαθήκη και η Ελληνική Γλώσσα


Σημείωση 1: Τί βαθύ νόημα αλήθεια, στη φράση «ἔνδικος μισθαποδοσία»!
Ας το σκεφτούμε με τους όρους που διατυπώνεται: ένδικος= εν+δικαίω, δηλ. μέσα στους κανόνες της δικαιοσύνης, σε πνεύμα δικαίου, χωρίς να προσκρούει στην ιδέα της δικαιοσύνης, ακριβής, δίκαιος.
Κι αλλιώς ένδικος= εν+δίκη δηλ. μετά από κρίση, κάτω από εξέταση, υπό όρους.
Και στις δυο περιπτώσεις, η έννοια είναι ίδια, αφού ο όρος δίκη έχει την ίδια ρίζα με τον όρο δίκαιος.
Μισθαποδοσία=μισθός+απόδοση δηλ. καταβολή αμοιβής έναντι υπηρεσίας. Και εδώ ο όρος μισθαποδοσία, αναφερόμενος στην αμοιβή που καταβάλλεται σε περίπτωση παρακοής και παράβασης, έχει την έννοια της απόδοσης αντίστοιχου τιμήματος.

Σημείωση 2: Ενας (δύο του αυτού είδους, στην ουσία, άλλά συνεπτυγμένοι στην αυτή απόδοση) γοητευτικός υποθετικός λόγος, ιδού!
«εἰ γὰρ ὁ δι' ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,  πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας...»; Εδώ η υπόθεση εισάγεται με το ει+εγένετο/(ει+) ελαβεν και η (κοινή αυτών) απόδοση εκφράζεται με το «εκφευξόμεθα».

Αν θυμηθούμε τους υποθετικούς λόγους, ενδεχομένως να δυσκολευτούμε από το τυπικό τους να κατατάξουμε αυτόν εδώ σε ένα συγκεκριμένο είδος. Εγώ, τον συγκεκριμένο, θα τον κατέτασσα στο πρώτο είδος. Εσείς;


Σημείωση 3.: Σε έναν υποθετικό λόγο διακρίνουμε α) τόν όρο που τον ονομάζουμε Υπόθεση ή Ηγούμενο και ο οποίος εισάγεται με τα υποθετικά μόρια/συνδέσμους: ει, εάν, αν, ην +ρήμα και β) τον όρο που τον ονομάζουμε Απόδοση ή Επόμενο και ο οποίος είναι στην ουσία η πρόταση που δείχνει ποιό είναι το συμπέρασμα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται με το πρώτο μέρος του υποθετικού λόγου.

Σημείωση 4. Ο υποθετικος λόγος 1ου είδους εισάγεται με οριστική, ο του 2ου είδους εισάγεται με οριστική ιστορικού χρόνου/ ο του 3ου είδους εισάγεται με υποτακτική και ο του 4ου είδους εισάγεται με ευκτική.
.
Συγκεριμένα:
1. Στο πρώτο είδος, που εκφράζει το πραγματικό, δηλ. βέβαιο/αντικειμενικό, έχομε:
Υπόθεση με ει+οριστική και απόδοση με ό,τιδήποτε εκτός από δυνητική οριστική και ευχετική ευκτική, π.χ. «εἰ τοῦτο ποιεῖς, τὴν πόλιν βλάπτεις» [=Ζημιώνεις τη χώρα αν κάνεις τέτοιο πράγμα].

2. Στο δεύτερο είδος (που εκφράζει το αντίθετο προς το πραγματικό) έχομε:
Υπόθεση με ει+Οριστική ιστορικού χρόνου και απόδοση με δυνητική οριστική ιστορικού χρόνου ή οριστική ιστορικού χρόνου απρόσωπων ρημάτων και εκφράσεων, π.χ. «εἰ μὴ πατὴρ ἦσθα, εἶπον ἄν σε οὐκ εὖ φρονεῖν» [=αν δεν ήσουνα μεγάλος (=πατήρ, γονιός)  θά έλεγα ότι δε σκέφτεσαι καλά].

3α. Στο τρίτο είδος (που εκφράζει το προσδοκώμενο) έχομε:
Υπόθεση με εάν, αν, ην + υποτακτική και απόδοση με οριστική μέλλοντος/προστακτική/ δυνητική ευκτική ή άλλη έκφραση με έννοια μέλλοντος, π.χ. «ἐὰν τοῦτο ποιήσῃς, τὴν πόλιν βλάψεις» [= Στην περίπτωση που θα το κάνεις αυτό, θα ζημιώσεις τη χώρα].
3β. Στο τρίτο είδος (που εκφράζει αόριστη επαναληψη στο παρόν ή το μέλλον) έχομε
Υπόθεση με Εάν, αν, ην + υποτακτική και απόδοση με οριστική ενεστώτος ή γνωμικό αόριστο, πχ. «Ἤν ἐγγύς ἔλθῃ θάνατος, οὐδείς βούλεται θνήσκειν» [=Εάν πλησιάσει η ώρα του θανάτου, κανείς δεν θέλει να πεθάνει] .

4α. Στο τέταρτο είδος (που εκφράζει την απλή σκέψη του λέγοντος) έχομε:
Υπόθεση με ει + ευκτική και απόδοση με δυνητική ευκτική ή με απλή οριστική ενεστώτος ή μέλλοντος, π.χ. «ἔλθοιτε ἄν, εἰ τὸν Ἅλυν διαβαίητε» [= αν περνάγατε τον Άλυ (ποταμό), θα μας προσεγγίζατε].
4β. Στο τέταρτο είδος (που εκφράζει αόριστη επανάληψη στο παρελθόν) έχομε
Υπόθεση με ει + ευκτική επαναληπτική (που εννοιολογικά θα το αποδίδαμε στη νέα ελληνική με παρατατικό+αν) και απόδοση με οριστική παρατατικού +αν ή αορίστου +αν, ή με οριστική απλού υπερσυντέλικου, π.χ. « εἴ τις τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων  δοκείη αὐτῷ βλακεύειν, ἐκλεγόμενος τὸν ἐπιτήδειον ἔπαισεν ἄν» [=αν διαπίστωνε ότι κάποιος από αυτούς που είχαν οριστεί για το συγκεκριμένο έργο έκανε ανοησίες, διαλέγοντας τον κατάλληλο, θα τον έδερνε/θα τον χτυπούσε].

Μεγάλη βοήθεια στη μελέτη της γλώσσας θα βρείτε εδώ. 

Ελπίζω να διασκεδάσατε!