Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Μαθήματα Ζωής

 Εδώ και λίγες μέρες έλαβα ένα μήνυμα που περιείχε κάτι πολύ σημαντικό. Συνοδευόταν από μια παραπομπή σχετικά με την  πηγή από όπου αλιεύτηκε. 

Το μήνυμα ήταν το εξής:

"Τώρα έγινα ενενήντα πέντε χρονών και με ρωτάτε καμιά φορά: «Γιαγιά, πώς πέρασε η ζωή;». Πού να ξέρω, παιδιά μου, πώς πέρασε; Πέρασε. Αυτό είναι το παράξενο με τη ζωή. Όταν είσαι είκοσι χρονών, νομίζεις πως έχεις μπροστά σου έναν κάμπο και δεν βλέπεις πού τελειώνει. Λες του χρόνου, σε πέντε χρόνια, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά, όταν φτιάξουμε το σπίτι, όταν ξεχρεώσουμε, όταν παντρευτεί η κόρη, όταν πάρει ο γιος τη δουλειά. Όλο «όταν». Και μια μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι ενενήντα πέντε χρονών και λες: «Πότε έγιναν όλα αυτά;».
 
"Μη νομίζετε πως αισθάνομαι ενενήντα πέντε. Το σώμα μου το αισθάνεται. Τα γόνατα το ξέρουν καλά. Τα χέρια μου δεν κρατούν όπως κρατούσαν και για να σηκωθώ από την καρέκλα θέλω τον χρόνο μου. Μέσα μου όμως είμαι και δεκαοχτώ και τριάντα και πενήντα. Θυμάμαι τη μάνα μου να ζυμώνει και, όταν τη θυμάμαι, για μια στιγμή δεν είμαι γιαγιά. Είμαι πάλι το κορίτσι που περιμένει να του δώσει ένα κομματάκι ζυμάρι να παίξει.
Αυτό να το θυμάστε όταν βλέπετε έναν γέρο. Μη βλέπετε μόνο τα γερασμένα χέρια. Μέσα σε έναν γέρο κάθονται όλοι οι άνθρωποι που ήταν κάποτε.

"Εγώ δεν έζησα καμιά μεγάλη ζωή. Μη φανταστείτε πράγματα. Σπίτι, παιδιά, δουλειές, φαγητό, πλύσιμο, αρρώστιες, χαρές, στενοχώριες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες. Αυτά. Αλλά τώρα που τα κοιτάζω από δω, λέω πως αυτά τα «αυτά» ήταν τελικά ολόκληρη η ζωή.
Εσείς σήμερα περιμένετε συνέχεια να συμβεί κάτι μεγάλο για να χαρείτε. Ένα ταξίδι, μια επιτυχία, μια αγορά, μια γιορτή. Εμείς πολλές φορές χαιρόμασταν επειδή είχε καλό καιρό και στέγνωσαν τα ρούχα. Μη γελάτε. Όταν έχεις πλύνει σεντόνια με τα χέρια, είναι μεγάλη χαρά να έχει ήλιο.
Και όταν δεν έχεις πολλά, μαθαίνεις να βλέπεις τα λίγα.
 
"Θυμάμαι τη μάνα μου, όταν έκοβε το ψωμί, πρώτα το σταύρωνε. Δεν έκανε κήρυγμα. Έναν σταυρό έκανε με το μαχαίρι. Εγώ τότε δεν καταλάβαινα. Μετά κατάλαβα. Το ψωμί δεν ήταν δικό μας επειδή το αγοράσαμε. Είχε περάσει από χώμα, βροχή, ήλιο, χέρια ανθρώπων, μύλο, φούρνο, ώσπου να φτάσει στο τραπέζι. Γι’ αυτό δεν το πετούσαμε.
Εσείς να τρώτε ό,τι θέλετε. Δεν θα σας πω εγώ τι θα φάτε. Αλλά να μη φέρεστε στο φαγητό σαν να μην αξίζει τίποτε. Ένα πιάτο φαγητό έχει κόπο μέσα. Και όταν μαγειρεύετε για κάποιον, μη μαγειρεύετε μόνο για να φάει. Να μαγειρεύετε για να καταλάβει ότι τον περιμένατε.
Αυτό είναι το καλό φαγητό.
Μπορεί να κάνεις τα καλύτερα γεμιστά και να τα βάλεις μπροστά στον άλλον με μούτρα. Πικρά θα του φανούν. Και μπορεί να έχεις δυο αυγά και λίγο ψωμί και να του πεις «κάτσε να φάμε μαζί» και να το θυμάται είκοσι χρόνια.

"Το σπίτι δεν το κάνει το έπιπλο. Το κάνει το «κάτσε».
Να έχετε λοιπόν πάντοτε κάτι να προσφέρετε. Δεν χρειάζεται πολύ. Έναν καφέ, ένα φρούτο, ένα κομμάτι ψωμί. Να μη φεύγει άνθρωπος από το σπίτι σας και να αισθάνεται ότι σας ενόχλησε. Ο άνθρωπος ξεχνάει τι του έβαλες στο πιάτο. Δεν ξεχνάει εύκολα πώς τον έκανες να αισθανθεί όταν κάθισε στο τραπέζι σου.
 
"Και να τρώτε μαζί όσο μπορείτε.
Αυτό σας το λέω πολύ.
Το τραπέζι κράτησε οικογένειες.
Στο τραπέζι μαθαίναμε ποιος είχε στενοχώρια χωρίς να μας το πει. Έβλεπες το παιδί που σκάλιζε το φαγητό και καταλάβαινες. Έβλεπες τον άντρα σου που δεν μιλούσε και ήξερες ότι κάτι έγινε στη δουλειά. Έβλεπες τη μάνα που έλεγε «δεν πεινάω» και ήξερες ότι άφηνε το καλό κομμάτι για τα παιδιά.
Σήμερα ο καθένας τρώει μόνος του και πολλές φορές δεν ξέρει κανείς ποιος πεινάει δίπλα του.
Και δεν εννοώ μόνο από φαγητό.
Να προσέχετε ποιος δεν τρώει στο τραπέζι σας. Μπορεί να πεινάει από άλλο πράγμα.
 
"Με ρωτάτε για συνταγές. Τι συνταγές να σας πω; Το κρεμμύδι να το αφήνετε λίγο να γλυκάνει. Το λάδι να μην το φοβάστε, αλλά ούτε να πνίγετε το φαγητό. Τα όσπρια θέλουν υπομονή. Η κατσαρόλα δεν αγαπάει τη βιασύνη. Και το φαγητό, όταν το βγάλεις από τη φωτιά, άφησέ το λίγο να ησυχάσει.
Και ο άνθρωπος το ίδιο.
 
"Μην απαιτείτε απάντηση από τον άλλον την ώρα που βράζει.
Αφήστε τον λίγο να ησυχάσει.
Πολλές κουβέντες γλίτωσα στη ζωή μου επειδή δεν τις είπα την ώρα που ήθελα. Και πολλές που είπα, μετά τις μετάνιωσα. Η γλώσσα δεν έχει κόκαλα, έλεγε η μάνα μου, αλλά σπάει κόκαλα.
Να προσέχετε λοιπόν τι λέτε όταν θυμώνετε.
Ο θυμός περνάει.
Η κουβέντα μένει μέσα στον άλλον.

"Εγώ με τον άντρα μου έζησα χρόνια πολλά. Μη νομίζετε ότι επειδή παλιά έμεναν οι άνθρωποι μαζί ήταν όλα όμορφα. Αυτά είναι παραμύθια. Και τσακωθήκαμε και με στενοχώρησε και τον στενοχώρησα. Υπήρχαν μέρες που δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω.
Αλλά έμαθα κάτι.
Άλλο να θυμώσεις με έναν άνθρωπο και άλλο να τον ξεφτιλίσεις.
Αυτό να μην το κάνετε ποτέ στον άνθρωπό σας.
Αν έχετε κάτι, πείτε το όταν είστε οι δυο σας. Μη μικραίνετε εκείνον που αγαπάτε μπροστά στους άλλους για να μεγαλώσετε εσείς. Γιατί μετά θα γυρίσετε σπίτι μαζί με έναν άνθρωπο που εσείς οι ίδιοι μικρύνατε.
Και την τιμή να την προσέχετε.
 
"Και την τιμή να την προσέχετε.
 Όχι εκείνη την τιμή που λέγανε παλιά και βασάνισαν τόσους ανθρώπους για το «τι θα πει ο κόσμος». Άλλο λέω.
Την τιμή που έχει ο άνθρωπος επειδή είναι άνθρωπος.
Να μη διαπομπεύετε.
Να μη βγάζετε τα μυστικά του άλλου στον δρόμο.
Να μη χτυπάτε τον άνθρωπο εκεί όπου σας εμπιστεύθηκε ότι πονάει.
Αν κάποιος σας άνοιξε την καρδιά του και σας είπε μια αδυναμία του, αυτό το πράγμα είναι σαν να σας έδωσε κάτι γυμνό να το σκεπάσετε. Μην το παίρνετε αύριο στον καβγά και το κάνετε μαχαίρι.
Αυτό είναι ατιμία.
 
"Και να μην περιμένετε να βρείτε άνθρωπο χωρίς ελαττώματα για να αγαπήσετε. Θα πεθάνετε περιμένοντας.
Όλοι κάτι έχουμε.
Ο ένας θυμώνει.
Ο άλλος φοβάται.
Ο άλλος είναι δύσκολος.
Ο άλλος δεν ξέρει να δείχνει την αγάπη του.
Κι εσείς κάτι έχετε που οι άλλοι υπομένουν και μπορεί να μην σας το λένε.
Αυτό να το θυμάστε όταν σας πιάνει η μεγάλη δικαιοσύνη.
 
"Εγώ, όσο μεγάλωνα, τόσο λιγότερο ήθελα να δικάζω τους ανθρώπους. Όχι επειδή έγιναν καλύτεροι οι άνθρωποι. Επειδή κατάλαβα καλύτερα εμένα.
Όταν είσαι νέος, λες εύκολα «εγώ ποτέ».
Μην το λέτε.
Η ζωή ακούει.
Δεν ξέρεις πού μπορεί να βρεθείς, τι μπορεί να φοβηθείς, πόσο μπορεί να πονέσεις, τι βάρος μπορεί να κουβαλήσεις.
Να λέτε: «Θεέ μου, φύλαγέ με».
Είναι πιο ασφαλές.
 
"Και τα παιδιά σας να μην τα κάνετε ιδιοκτησία σας. Αυτό αργά το κατάλαβα.
Τα γεννάς, τα μεγαλώνεις, ξενυχτάς, τρέχεις στον γιατρό, τους βάζεις το χέρι στο μέτωπο να δεις αν έχουν πυρετό και κάπου μέσα σου αρχίζεις να νομίζεις ότι είναι δικά σου.
Δεν είναι.
Πέρασαν από σένα.
Ο Θεός σού τα έδωσε λίγο να τα κρατήσεις από το χέρι και ύστερα πρέπει να ανοίξεις το χέρι.
Δύσκολο πράγμα.
Η μάνα θέλει να κρατάει.
Η αγάπη όμως μερικές φορές πρέπει να ξέρει και να αφήνει.
Να μη φορτώνετε στα παιδιά σας τις ζωές που δεν ζήσατε εσείς. «Εγώ δεν σπούδασα, να σπουδάσεις εσύ. Εγώ δεν έκανα αυτό, να το κάνεις εσύ». Άσε το παιδί να βρει τι του έδωσε ο Θεός.
Εσύ να είσαι εκεί.
Σαν το καντήλι.
 
"Το καντήλι δεν τραβάει κανέναν από το μανίκι.
Καίει.
Και όποιος χρειάζεται φως, το βλέπει.
 
"Και με τα εγγόνια ακόμη περισσότερο. Τα εγγόνια δεν θέλουν δεύτερη μάνα και δεύτερο πατέρα. Γιαγιά θέλουν.
Να τους δίνετε εκείνο που δεν προλαβαίνουν πολλές φορές να δώσουν οι γονείς.
Χρόνο.
Να ακούσετε την ίδια ιστορία δέκα φορές.
Να δείτε το ίδιο ζωγραφάκι.
Να σας εξηγήσει το παιδί κάτι που δεν καταλαβαίνετε και να μην κάνετε πως καταλαβαίνετε.
 
"Εγώ τώρα δεν καταλαβαίνω αυτά τα τηλέφωνά σας. Όλο τα πατάτε και κάτι γίνεται. Καμιά φορά με βγάζετε και φωτογραφία χωρίς να το ξέρω. Ε, βγάλτε.
Μόνο να μη ζείτε όλη σας τη ζωή μέσα από εκεί.
Να κοιτάζετε και λίγο τον άνθρωπο.
 
"Τα μάτια δεν θέλουν φόρτιση.
Και όταν κάθεται απέναντί σας ένας άνθρωπος που αγαπάτε, αφήστε λίγο το τηλέφωνο. Δεν ξέρετε πόσες φορές ακόμη θα κάθεται απέναντί σας.
Αυτό το ξέρω τώρα.
Στα ενενήντα πέντε αρχίζεις να μετράς αλλιώς.
Δεν λες πια «του χρόνου».
Λες «αν είμαστε».
Και αυτό το «αν είμαστε» δεν είναι στενοχώρια. Είναι αλήθεια.
Πολλούς ανθρώπους τούς έχω πια στις φωτογραφίες.
Τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου.
Αδέλφια.
Συγγενείς.
Φίλες.
Τον άνθρωπό μου.
Στην αρχή, όταν φεύγει κάποιος, νομίζεις πως το σπίτι γέμισε από την απουσία του. Παντού εκείνος. Η καρέκλα, το ποτήρι, ένα ρούχο, μια συνήθεια. Μετά περνούν τα χρόνια και η απουσία αλλάζει. Δεν φεύγει. Γλυκαίνει λίγο.
Και κάποτε πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει όταν τον θυμάται.
Αυτό είναι παρηγοριά.
Μη φοβάστε να θυμάστε τους νεκρούς σας. Και να τους συγχωρείτε.
Όσο ζουν οι άνθρωποι, κρατάμε λογαριασμούς.
«Μου είπε αυτό».
«Δεν μου έκανε εκείνο».
«Με αδίκησε».
Όταν φύγουν, βλέπεις πόσο μικρά ήταν πολλά από αυτά.
Ένα άδειο παλτό μένει και λες: «Γιατί θύμωνα τόσο;».
Να το μαθαίνετε αυτό πριν αδειάσει το παλτό.
Να συγχωρείτε όσο είναι ακόμη ζεστό το χέρι.
Μην περιμένετε το κοιμητήριο για να πείτε τα καλά λόγια. Εκεί δεν τα χρειάζεται πια ο άλλος όπως τα χρειαζόταν στην κουζίνα ένα απόγευμα που ήταν κουρασμένος.
 
Και να λέτε «σ’ αγαπώ».
Εμείς δεν το λέγαμε πολύ.
Άλλες εποχές.
Το δείχναμε περισσότερο με πράξεις. Σου καθάριζε η μάνα ένα πορτοκάλι και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου έβαζε ο πατέρας βενζίνη χωρίς να του το ζητήσεις και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου άφηνε η γιαγιά το καλό κομμάτι από την πίτα και έλεγε «εγώ δεν το θέλω».
Το ήθελε.
Απλώς ήθελε περισσότερο να το φας εσύ.
Εσείς όμως να τα κάνετε και τα δύο.
Και να αγαπάτε και να το λέτε.
Τι σας κοστίζει;
Μετά έρχεται η ώρα που θέλεις να το πεις και η καρέκλα είναι άδεια.
 
"Για τα χρήματα τι να σας πω; Χρειάζονται. Όποιος λέει ότι δεν χρειάζονται, μάλλον έχει.
Να δουλεύετε.
Να μην ντρέπεστε για τίμια δουλειά.
Να πληρώνετε εκείνον που δούλεψε για σας.
Να μην κρατάτε ξένο πράγμα.
Να μην κάνετε τον έξυπνο σε βάρος του πιο αδύναμου.
Και να αφήνετε κάτι στην άκρη, γιατί η ζωή έχει χειμώνες.
Αλλά μην κάνετε τα χρήματα αφεντικό.
Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης και κακός νοικοκύρης.
Είδα ανθρώπους να έχουν λίγα και να κοιμούνται ήσυχοι και άλλους να έχουν πολλά και να φυλάνε όλη νύχτα εκείνα που νόμιζαν ότι τους φύλαγαν.
Όσα και να μαζέψεις, στο τέλος ένα κρεβάτι πιάνεις.
Και όσο μεγαλώνεις, ούτε ολόκληρο.
Μια μεριά του κρεβατιού.
Αυτό είναι όλο.
 
"Για τον Θεό τώρα.
Τι να σας πω εγώ για τον Θεό;
Δεν είμαι θεολόγος.
Εγώ ξέρω ένα καντήλι.
Το άναβα.
Άλλοτε με πίστη, άλλοτε με φόβο, άλλοτε επειδή έτσι είχα μάθει από τη μάνα μου. Άλλες φορές προσευχόμουν και αισθανόμουν πως ο Θεός είναι δίπλα. Άλλες φορές έλεγα τα ίδια λόγια και δεν αισθανόμουν τίποτε.
Τα έλεγα όμως.
Τώρα καταλαβαίνω ότι και εκείνες οι προσευχές που νόμιζα πως πήγαν χαμένες κάπου πήγαν.
Μη ζητάτε να αισθάνεστε πάντοτε τον Θεό.
Η μάνα δεν παύει να είναι στο σπίτι επειδή το παιδί κοιμάται και δεν τη βλέπει.
Έτσι το σκέφτομαι εγώ.
Και όταν σας έρθει μεγάλη στενοχώρια, μην ψάχνετε πολλά λόγια.
Πείτε «Χριστέ μου, βοήθησέ με».
Φτάνει.
Ο άνθρωπος όταν πνίγεται δεν κάνει ομιλία.
«Βοήθεια» λέει.
Και πολλές φορές αυτή είναι η πιο αληθινή προσευχή.
Εμένα ο Θεός δεν μου τα έκανε όλα όπως τα ζήτησα.
Ευτυχώς.
Τότε δεν το έλεγα «ευτυχώς».
Θύμωνα, έκλαιγα, έλεγα «γιατί;».
Τώρα κοιτάζω πίσω και βλέπω μερικά πράγματα που, αν γίνονταν όπως τα ήθελα, μπορεί να μου είχαν κάνει μεγάλο κακό.
Και άλλα ακόμη δεν τα κατάλαβα.
Δεν πειράζει.
Δεν χρειάζεται να φύγω από αυτόν τον κόσμο έχοντας καταλάβει τα πάντα.
Ένα παιδί που ταξιδεύει με τον πατέρα του δεν χρειάζεται να ξέρει όλους τους δρόμους.
Χρειάζεται να ξέρει με ποιον ταξιδεύει.
Αυτό μου φτάνει τώρα.
Και να πηγαίνετε στην εκκλησία όχι επειδή είστε καλοί.
Αυτό το λάθος κάνουν πολλοί.
«Δεν είμαι άξιος», λέει ο άλλος.
Ποιος είναι;
Πηγαίνουμε επειδή έχουμε ανάγκη.
Όταν ήμουν νέα και είχα τα παιδιά μικρά, πολλές φορές στην εκκλησία το μυαλό μου πήγαινε στο φαγητό που είχα αφήσει, στο παιδί που βήχει, στις δουλειές. Έλεγα: «Τι προσευχή έκανα τώρα;».
Τώρα λέω πως μπορεί ο Θεός να δεχόταν και εκείνο.
Γιατί κι εκείνη η έγνοια αγάπη ήταν.
Ο Θεός δεν είναι εξεταστής να κοιτάζει αν έκανες σωστά την προσευχή.
Πατέρας είναι.
Και κάτι ακόμη να σας πω για την πίστη.
Μην την κάνετε πέτρα να τη ρίχνετε στους άλλους.
Αν πιστεύετε στον Χριστό, να γίνεται ο άλλος λίγο πιο ήσυχος κοντά σας.
Αν φοβάται περισσότερο επειδή είστε εσείς εκεί, κάτι δεν κάνατε καλά.
Εγώ έτσι το καταλαβαίνω.
Το καντήλι δεν κάνει θόρυβο.
Φωτίζει.
 
"Να φυλάξετε και λίγη ντροπή μέσα σας. Όχι εκείνη τη ντροπή που τσακίζει τον άνθρωπο. Την καλή ντροπή.
Να ντρέπεσαι να πάρεις αυτό που δεν είναι δικό σου.
Να ντρέπεσαι να προσβάλεις έναν γέρο.
Να ντρέπεσαι να κοροϊδέψεις έναν αδύναμο.
Να ντρέπεσαι να αφήσεις έναν άνθρωπο που σε βοήθησε όταν πια δεν σου χρειάζεται.
Να ντρέπεσαι να κάνεις τον καλό μπροστά και να τρως τον άλλον από πίσω.
Αυτή τη ντροπή να την κρατήσετε.
Κάνει καλό.
Και να έχετε φιλότιμο.
Το φιλότιμο δεν είναι να σε βλέπουν.
Είναι να μπορείς να κάνεις κάτι καλό και να μη μάθει κανείς ότι το έκανες.
Να βρεις ένα πορτοφόλι και να το επιστρέψεις ενώ θα μπορούσες να το κρατήσεις.
Να δεις έναν άνθρωπο κουρασμένο και να του κάνεις τη δουλειά χωρίς να του πεις «κοίτα τι έκανα για σένα».
Να τηλεφωνήσεις σ’ έναν γέρο όχι επειδή έχει γιορτή αλλά επειδή σκέφτηκες ότι μπορεί να είναι μόνος.
Αυτά παίρνουμε μαζί μας, νομίζω.
Τα άλλα μένουν.
 
"Κοιτάξτε τώρα το σπίτι μου. Πόσα πράγματα μάζεψα τόσα χρόνια. Σεμεδάκια, πιάτα, ποτήρια, κουβέρτες, πράγματα που έλεγα «αυτό είναι καλό, να μην το χαλάσουμε».
Τι να μην το χαλάσουμε;
Για ποιον;
Είχαμε παλιά ένα καλό σερβίτσιο και το φυλάγαμε για τους ξένους.
Μετά κατάλαβα κάτι.
Κι εμείς ξένοι είμαστε.
Περνάμε.
Γι’ αυτό χρησιμοποιήστε τα καλά σας πράγματα.
Φορέστε το καλό φόρεμα.
Ανοίξτε το καλό κρασί όταν έρθει ο άνθρωπός σας.
Βάλτε τα καλά πιάτα στο τραπέζι.
Μην αποθηκεύετε όλη τη χαρά για μια ημέρα που μπορεί να μη φτάσει.
Αλλά ούτε να ζείτε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Να ζείτε σαν να είναι δώρο και το σήμερα και το αύριο.
Αυτό θέλει λίγο νοικοκυροσύνη στην ψυχή.
Και όταν κάνετε λάθος, να ζητάτε συγγνώμη.
 
"Μην αφήνετε τον εγωισμό να σας κλέβει χρόνια.
Έχω δει αδέλφια να μη μιλούν δέκα και είκοσι χρόνια και στο τέλος να κλαίνε πάνω από ένα φέρετρο.
Τι κέρδισαν;
Ποιος είχε δίκιο;
Άντε τώρα να το βρεις.
Δύο άνθρωποι έχασαν είκοσι Χριστούγεννα για να μη χάσει κανείς έναν καβγά.
Μεγάλη ζημιά.
Να χάνετε και λίγο.
Κάνει καλό.
Δεν χρειάζεται να κερδίζετε όλες τις κουβέντες.
Καμιά φορά κέρδισες την κουβέντα και έχασες τον άνθρωπο.
Τι το κάνεις μετά το δίκιο σου;
Το βάζεις σε κορνίζα;
 
"Και να γελάτε.
Αυτό μην το ξεχάσετε.
Ο Θεός μάς έδωσε και το γέλιο.
Να γελάτε με τον εαυτό σας. Όχι με την πληγή του άλλου.
Όποιος μπορεί να γελάσει λίγο με τα χάλια του γλιτώνει από πολλή υπερηφάνεια.
Τώρα εγώ ξεχνάω καμιά φορά πού έβαλα τα γυαλιά μου και τα έχω στο κεφάλι.
Γελάω.
Τι να κάνω;
Να θυμώσω με τα ενενήντα πέντε;
Καλά μου φέρθηκαν.
Με έφεραν μέχρι εδώ.
 
"Και το σώμα σας να το αγαπάτε χωρίς να το προσκυνάτε.
Να το πλένετε, να το φροντίζετε, να το ξεκουράζετε, να το ταΐζετε σωστά.
Σας κουβαλάει μια ζωή.
Όταν ήμουν νέα, ανέβαινα σκάλες τρέχοντας και ούτε ήξερα ότι έχω γόνατα.
Τώρα τα ξέρω ένα ένα.
Να λέτε και κανένα ευχαριστώ στο σώμα όσο δουλεύει.
Δεν είναι μηχανή.
Και όταν αρχίσει να κουράζεται, μην το μισήσετε.
Έκανε τη δουλειά του.
Τα χέρια μου τώρα είναι ζαρωμένα. Αλλά αυτά τα χέρια έπλυναν παιδιά, ζύμωσαν ψωμιά, χάιδεψαν πυρετωμένα μέτωπα, κράτησαν χέρια σε νοσοκομεία, έκαναν τον σταυρό τους πάνω από ανθρώπους που κοιμόντουσαν.
Πώς να τα πω άσχημα επειδή ζάρωσαν;
Εγώ τα ευχαριστώ.
 
"Τώρα, αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να είχα κάνει διαφορετικά, θα σας πω: να είχα φοβηθεί λιγότερο.
Πολύ φοβόμαστε στη ζωή.
Τι θα γίνει.
Τι θα πουν.
Αν θα τα καταφέρουν τα παιδιά.
Αν θα έχουμε χρήματα.
Αν θα αρρωστήσουμε.
Και τελικά ό,τι ήταν να έρθει ήρθε και κάπως περάσαμε κι από μέσα.
Έκλαψα για πράγματα που έγιναν.
Αλλά έκλαψα και για εκατό πράγματα που δεν έγιναν ποτέ.
Αυτά τα δάκρυα πήγαν χαμένα.
Γι’ αυτό εσείς να κάνετε αυτό που μπορείτε σήμερα και το υπόλοιπο να το αφήνετε λίγο στον Θεό.
Δεν κρατιέται όλος ο κόσμος με τα χέρια μας.
Κουράζονται.
Και στο τέλος αυτό έμαθα.
 
"Όλη τη ζωή μου νόμιζα ότι κρατούσα.
Κρατούσα το σπίτι.
Κρατούσα τα παιδιά.
Κρατούσα τα χρήματα να φτάσουν.
Κρατούσα τον έναν όταν αρρώστησε.
Κρατούσα τον άλλον όταν φοβήθηκε.
Κρατούσα οικογένεια, πιάτα, σακούλες, μωρά, χέρια, κλειδιά.
Τώρα δεν μπορώ να κρατήσω καλά ούτε ένα γεμάτο ποτήρι.
Και κάθομαι καμιά φορά εδώ στην καρέκλα και σκέφτομαι:
Τελικά δεν κρατούσα εγώ τόσα χρόνια τη ζωή.
Η ζωή κρατούσε εμένα.
Και πιο πίσω από τη ζωή, ο Θεός.
Αυτό θέλω να θυμάστε όταν κάποτε δεν θα είμαι εδώ.
Όχι τα πράγματά μου.
Πάρτε τα, δώστε τα, πετάξτε ό,τι δεν χρειάζεται. Μην τσακωθείτε για κανένα πιάτο και κανένα χωράφι. Αν ένα πράγμα που αφήνω πίσω μου σας χωρίσει, καλύτερα να το δώσετε σε ξένο.
 
"Να θυμάστε να τρώτε μαζί.
Να έχετε λίγο ψωμί για εκείνον που θα χτυπήσει την πόρτα.
Να μη ντροπιάζετε τον άνθρωπό σας.
Να τηλεφωνείτε στους γέρους σας.
Να ζητάτε συγγνώμη πριν γίνει πολύ αργά.
Να μη φοβάστε να πείτε «σ’ αγαπώ».
Να ανάβετε κανένα καντήλι.
Να κάνετε τον σταυρό σας πριν φύγετε από το σπίτι, όχι από φόβο, αλλά για να θυμάστε ότι δεν πηγαίνετε μόνοι.
Και όταν σας έρθει η μεγάλη στενοχώρια, μην απελπιστείτε.
Πέρασαν πολλά από αυτό το σπίτι.
Χαρές, φωνές, γέλια, αρρώστιες, γάμοι, θάνατοι.
Όλα πέρασαν από την ίδια πόρτα.
Μόνο η αγάπη, βλέπω τώρα, δυσκολεύεται να φύγει.
Μένει πάνω στα πράγματα.
Μένει σε μια συνταγή που κάνετε όπως την έκανε η μάνα σας.
Μένει σε μια κουβέντα που σας είπε κάποιος όταν ήσασταν παιδί.
Μένει στον τρόπο που σκεπάζετε το δικό σας παιδί τη νύχτα χωρίς να ξέρετε ότι κάνετε ακριβώς την κίνηση που έκανε κάποτε κάποιος πάνω από εσάς.
 
"Και όταν έρθει κάποτε και για μένα η ώρα, μη λέτε πολλά.
Ενενήντα πέντε χρόνια μού έδωσε ο Θεός. Τι παράπονο να έχω;
Μόνο να ανοίξετε λίγο το παράθυρο.
Αυτό θέλω.
Και αν είναι πρωί, να μπει μέσα λίγο φως.
Γιατί τόσα χρόνια αυτό κατάλαβα.
 
"Εμείς νομίζουμε πως όλη μας τη ζωή μαθαίνουμε να κρατάμε.
Σπίτια, ανθρώπους, παιδιά, πράγματα, το σώμα μας, τη ζωή μας.
Και στο τέλος ο Θεός μάς μαθαίνει το τελευταίο μάθημα.
Να ανοίξουμε το χέρι. 
 
Λίγα μαθήματα ζωής που γράφτηκαν από κάποιον ξένον σε  μένα, που όμως  μου μοιάζουνε λόγια της μάνας μου, γι' αυτό και τα ασπάζομαι και τα μοιράζομαι με τους φίλους μου. Που τα έχω ακούσει άπειρες φορές από τα χείλη της στη μακρά ζωή της και στην μεγάλη οικογένειά μας. Τα χρειαστήκαμε όλοι μας σε διάφορες περιστάσεις και τα εφαρμόσαμε για να προχωρήσουμε.
 
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όσους άφησαν τέτοιες παρακαταθήκες, κι ας είναι η ζωή τους γαλήνια όσους ακόμη διδάσκουν με το παράδειγμα της ζωής τους. Σαν καντήλι που καίει για να φωτίζει.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Γ.Σεφέρη: Η"μεταγραφή" της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου

Μεγάλο πράγμα η κούραση! Κι η αρρώστεια! Γιατί όταν θες να ξεκουραστείς κι όχι να τεμπελιάσεις (ή να κάνεις κάτι, αλλά δεν μπορείς), τότε ψάχνεις να βρείς κάτι πιο ξεκούραστο, πιο εύκολο και ταυτόχρονα ωφέλιμο, αλλά τέτοιο που νά 'χει παλμό, να 'χει ενθουσιασμό, να μη σε κοιμίζει και να μη σε παροπλίζει. Εδώ που βρίσκομαι, συνταξιούχος, ανοίγω το "αποθετήριο πεπραγμένων των προγενέστερων", κι   είμαι σίγουρη ότι κάτι θα βρώ, ανάλογο με την ψυχική μου προδιάθεση. Και τούτη τη φορά βρήκα! Βρήκα κάτι επαναστατικό. Που δεν το είχα ξαναδεί ποτέ μου, και δεν φανταζόμουν πως υπάρχει!

[Ο παππούς ο Αγησίλαος, μας άφησε τα βιβλία που ο ίδιος διάβασε κι αγάπησε και τα εκτίμησε ως σπουδαία, και γι' αυτό τα φύλαξε. Αγωνιστής του πνεύματος της πλήρους νοήματος καθημερινής ζωής, από τότε που τον γνώρισα, δεν ζούσε ούτε μια μέρα που να μην είναι γεμάτη ζείδωρο νόημα. Με έρευνα, με προσφορά, με συμβουλή, με συμπαράσταση, με δράση και άσκηση.]

Ετούτο το βιβλίο που βρήκα είναι κεραυνός. Είναι σημαία και οδηγός. Είναι διδαχή και παρακαταθήκη! Να λοιπόν τί έμαθα:

Ο μεγάλος μας ποιητής, Γ. Σεφέρης, ανάμεσα στα άλλα έργα του, έχει προβεί και σε "μεταγραφή" της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου, δηλαδή του τελευταίου βιβλίου της Καιινής Διαθήκης. 

Ηχεί στις μέρες μας περίεργο, παράξενο,  ανοίκειο και παράδοξο, ένας ποιητής του διαμετρήματος του Σεφέρη, μορφωμένος, καλλιεργημένος, διανοούμενος, ταξιδεμένος, πρεσβευτής, λόγιος και τόσα άλλα, να γράφει και να συγκλονίζεται από ... θρησκευτικά πράγματα που έχουν να κάνουν με πίστη και σεβασμό στο Θείο, και στις Γραφές κι από την Ελληνική γλώσσα! Πού ακούστηκε;

Οι θιασώτες των μοντέρνων καιρών μπορεί να υποθέτουν πως ο μεγάλος μας ποιητής ήτανε άρρωστος όταν το έγραφε, ή ... ότι έπασχε  από κάτι. Μπορεί και να τον είχαν ψεκάσει που λέει ο λόγος!

 Όμως, επειδή ο ποιητής έγραψε για τόσο σημαντικά πράγματα, δανείζομαι και παραθέτω για τους φίλους της Φιλαρέτης, αποσπάσματα από το "Προλόγισμα" που έχει κάνει σε τούτο το βιβλίο του. Νομίζω πως νοιώθω τον παλμό της καρδιάς του καθώς λέει πως

"η εργασία αυτή είναι ο καρπός μιας στιγμής: της αυγής της Παρασκευής 16 Σεπτεμβρίου του 1955. 

"Την παραμονή, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, "εγενόμην εν τη νήσω τη καλούμενη Πάτμω". Καθώς έπαιρνε να χαράξει ήμουν πάνω στη Χώρα. Η θάλασσα ακίνητη σαν το μέταλλο, έδενε τα τριγυρισμένα νησιά. Δεν ανασαίνει ούτε ένα φύλλο μέσα στο φως που δυναμώνει. Η γαλήνη ήταν ένα κέλυφος ολωσδιόλου αράγιστο. 'Εμεινα καρφωμένος από αυτή την επιβολή, έπειτα ένιωσα πως ψιθύριζα: "Έρχου και βλέπε". Έτσι παρασύρθηκα πάλι σε αλλοτινές αιστήσεις που μου είχε δώσει το ελληνικό φως, σε εκείνο το φοβερό μαύρο που ένιωσα πολύ έντονα πίσω από το γαλάζιο, όταν τον Οκτώβρη του ΄44 γύρισα στον τόπο μου. Ή το μίασμα του βιασμού, όταν τα όργανα του ολέθρου στον ουρανό της Κρήτης κουρέλιαζαν την άνοιξη τον λεμονανθών.

"Και όλα έγιναν άβυσσος.

 "Οι Ευμενίδες παραμόνευαν πάλι πίσω από τον ήλιο όπως τις φαντάστηκε ο Ηράκλειτος. Μια μηχανή αυτοκαταστροφής ήταν εκεί, σε κίνηση, συντρίβοντας κάθε καλή θέληση και κάθε αφιέρωση.

"Την άλλη μέρα, Όταν ξαναπήρα το καράβι, είχα κάνει το τάμα να δοκιμάσω μια μεταγραφή της Αποκάλυψης του Ιωάννη του Θεολόγου.

"Η Αποκάλυψη είναι το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης και όλων των ιερών γραφών των παραδομένων στο Χριστιανισμό. Είναι αξιοπρόσεκτο που αυτός ο μεγάλος κύκλος κλείνει με το κείμενο το περισσότερο εμποτισμένο από την προφητική έκφραση της Παλαιάς Διαθήκης. Έχει σημειωθεί η συγγένεια του με τον Ιεζεκιήλ και τον Δανιήλ.

"Χωρούν βέβαια πολλές διακρίσεις ανάμεσα στο παλαιό προφητικό είδος, και στο μεταγενέστερο αποκαλυπτικό. Θα σταματήσω μια στιγμή στο κοινό γνώρισμα τους τον προφήτη. Ο προφήτης είναι όργανο στα χέρια του Θεού. Είναι οραματιστής γεμάτος από τη Βουλή και την πνοή του θεού. Είναι έν-θεος, είναι εν-πνευσμένος. Κάποτε αρπάζεται, καταναγκάζεται από το Θεό, χωρίς ο ίδιος να το θέλει, λόγος του προφήτη είναι λοιπόν λόγος του Θεού, δεν είναι δικός του, καμιά φορά μπορεί να του μεταδοθεί χωρίς την επέμβαση της συνείδησης.

"Με την πίεση μιας τέτοιας εμπνοής είναι φυσικό να μην είναι ο λόγος του προφήτη λόγος στιλπνός με υπολογισμένον ειρμό, είναι ακατάστατος, σπασμωδικός, αινιγματικός. Εκφράζεται με τα δυσκολονόητα σύμβολα που βλέπει τα οράματα του. Και οι αριθμοί ακόμη είναι συμβολικοί. Αλλά τα σύμβολα δεν είναι η ουσία που θέλει να μεταδώσει ο προφήτης, σκοπός του είναι να μεταδώσει το μήνυμα του Θεού. Τα σύμβολα είναι αλληγορίες, τα ιδεογράμματα, αν μπορώ να πω, αυτού του μηνύματος. Και δεν θα ήταν σωστό αν σταματούσαμε μόνο σ' αυτά και αφηνόμασταν στη λογοκρατική ροπή να ερευνήσουμε την φυσικότητα τους ή την πειθώ τους.

 "Η Αποκάλυψη είναι δύσκολο βιβλίο, ίσως το δυσκολότερο των γραφών. Χρειάζεται καλή γνώση και εξοικείωση με την Παλιά Διαθήκη, αλλά και με την Καινή, χωρίς να λογαριάσω πώς από το τέλος του πρώτου αιώνα ως τα σήμερα, πρέπει να χάθηκαν τα νοήματα πολλών συμβόλων που ήταν οικεία τον καιρό εκείνο, και πως η ποιητική αντίληψη των ανθρώπων αλλάξει σημαντικά μέσα σε 20 αιώνες και ακόμα περισσότερο όταν σκεφτούμε αυτή την αντίληψη συνδυασμένη με την αφοσίωση που χαρίζει η πίστη.

"Η Αποκάλυψη καλεί αρκετά σχόλια και εξηγήσεις. Δεν αποπειράθηκα μια τέτοια εργασία. Υπάρχουν πολλές εγκυρες ερμηνείες, μπορεί εύκολα να τις αποκτήσει κάνεις. Από αυτές ερανίστηκα και εγώ τις λίγες που δίνω στις σημειώσεις μου, προσπαθώντας να τις περιορίσω στο ελάχιστο, και να μείνω στις γενικά παραδεδεγμένες, δε γύρεψα να αποσαφηνίσω την Αποκάλυψη, πράγμα που έκαναν άνθρωποι εγκυρότεροι από μένα αλλά, με την γνώση, τις ικανότητες και την προσήλωσή που αξιώθηκα να έχω, θέλησα να μεταγράψω το παλαιό κείμενο στην σημερινή λαλιά μας.

"Δε ζήτησα να αναλύσω ή να διαλύσω την έκφραση του. Απεναντίας ήμουν ευτυχής όταν μπορούσα να κρατήσω την τραχύτητα του, θα έλεγα, και το συνεπαρμό που του δίνει η θεϊκή εμπνοή.

"Η Αποκάλυψη δεν είναι κείμενο ενός καιρού και μιας γενιάς ανθρώπων, αλλά όλων των καιρών και όλων των ανθρώπων.
 

Από τεχνική άποψη


"Προσπάθησα να μείνω όσο μπορούσα πιο κοντά στο παλαιό κείμενο κρατώντας, αν μου το συγχωρούσε η γλώσσα μας, την δομή και τις λέξεις του πρωτότυπου, λέξεις κυρίως με την έννοια που έχει διατηρηθεί και από τη σημερινή μας χρήση.

"Όσο για την λέξη μεταγραφή που χρησιμοποιώ εδώ, για να υποδηλώσω την διαφορά ανάμεσα στις μεταφράσεις από τις παλιές γλώσσες μας και τις μεταφράσεις από τις ξένες, αισθάνομαι βαθύτατα ότι πρόκειται για δυο ολωσδιόλου διαφορετικές λειτουργίες.

"Μια λέξη δεν είναι ποτέ μόνη της, εκτός αν την απομονώσουμε στο πολύ χοντρό νόημά της. Απαρτίζεται από συνειρμούς που κάνουν και την αισθανόμαστε ριζωμένη με άπειρες λεπτές ρίζες στην δική της γλώσσα στο δικό της χώμα στο δικό της κόσμο και κανέναν άλλον. Βέβαια Το πέρασμα του καιρού αλλάζει πολλά σε μια λέξη, τα νοήματα γλιστρούν, μετακινούνται. Όμως όσο κι αν το πιστεύω αυτό, δεν μπορώ να πω, ότι όταν θέλω να κάνω νοητή και αισθητή στην σημερινή γλώσσα μας μια λέξη που έζησε στις διάφορες αρχαιότητες μας είτε την διατηρήσαμε είτε όχι, την αντικρίζω και την μεταχειρίζομαι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα αντίκριζα και θα μεταχειριζόμουν λέξεις από ξένες γλώσσες. Το πράγμα που με ενδιαφέρει προπάντων είναι να γίνει συνειδητό ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές μεταφραστικές λειτουργίες. Το αν θα υιοθετηθεί τελικά η λέξη μεταγραφή για την μετάφραση των παλαιών συγγραφέων είναι για μένα θέμα δευτερεύον

"Τη στιγμή που τυπώνεται τούτη η μεταγραφή, νομίζω πως έχω το χρέος να προσθέσω ότι πήρα την απόφαση γιατί πιστεύω πως η εργασία μου προσφέρει κάτι στην κοινωνία όπου με έταξε ο Θεός. Υπάρχουν ίσως άνθρωποι που δεν την χρειάζονται. Κυρίως εκείνοι που είχαν την ευλογία να καταγίνουν και να μάθουν τα παλαιότερα ελληνικά μας, ώστε να μην τους διαφεύγει καμιά απόχρωση από τα νοήματα τους. ΄Η εκείνοι που έχουν πάρει την έξη να τα διαβάζουν χωρίς να τα καταλαβαίνουν να πληρότητα και να ξαφνίζουνται αν κανείς δοκιμάσει να δώσει την ατόφια, και επομένως την σκληρή, έκφρασή τους στην σημερινή γλωσσική μας χρήση. Όμως αυτοί είναι λίγοι και το δικαίωμα να επικοινωνεί με τις γραφές, καθώς και το δικαίωμα να μαθαίνει σωστά τη γλώσσα του, το έχει πιστεύω, ο ελληνικός κόσμος ολόκληρος.

"Η εργασία μου δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σε ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση. Αλλά το θέμα, για φωτισμένη κρίση δεν είναι δουλειά ενός μόνο ανθρώπου, αλλά δουλειά γενεών. Θέλω να πω ότι κάθε ελληνική γενεά πρέπει να μπορεί να δώσει έμπρακτα την αδέσμευτη απόκριση της.

"Δυστυχώς είμαστε έτσι οργανωμένοι και έχουμε δημιουργήσει τόσες αποθαρρυντικές δυσκολίες γύρω από κάθε ανάλογη εργασία, που θα λιγοστεύουν, νομίζω, ολοένα περισσότερο οι πιθανότητες να υπάρξουν άνθρωποι για να αφιερωθούν σ' αυτές τις προσπάθειες. Η γενική κατάστασή μας, πολύ το φοβούμαι, είναι τέτοια ώστε να απονεκρώνει κάθε ενδιαφέρον και κάθε καλή θέληση. Και εγώ ο ίδιος δεν θα δοκίμαζα τούτη την απόπειρα αν δεν έβλεπα με λύπη μεγάλη πόσο χειροτερεύουν οι μεταφράσεις και παραφράσει των γραφών που ωστόσο κυκλοφορούν πλατιά. Από αυτή την άποψη η θέση μας είναι πολύ χειρότερη πάρα στον καιρό της τουρκοκρατίας.

"Δεν θέλω να κουράσω μνημονεύοντας τα πολλά παραδείγματα που υπάρχουν, αλλά όποιος ενδιαφέρεται ας παραβάλει πόσο μεγαλύτερη ζωντάνια έχει η μετάφραση που ενθαρρύνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (πρώτη έκδοση 1638) και η μετάφραση στην κοινή διάλεκτο, που διαδίδεται κατά κόρον από την βρετανική βιβλική εταιρεία και πρέπει να υπάρχει σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι πιστού, αν όχι στο εσωτερικό τουλάχιστον στο εξωτερικό.

"Χάσαμε αλήθεια πολύ καιρό. Είναι περίεργο πόσο σπαταλούμε κάποτε τα υπάρχοντα μας. Και η γλώσσα μας χάνει ολοένα ευκαιρίες για να γίνει μια γλώσσα εύρωστη, γυμνασμένη και αποτελεσματική. Θα είχε τόσα πολλά να ωφεληθεί αν αποφάσιζε να ασκηθεί πάνω σε αυτά τα κείμενα. Συλλογίζομαι άλλους λαούς. Δεν θέλω φυσικά να τους παραβάλω με τη δική μας περίπτωση, που είναι ολωσδιόλου ιδιόμορφη, και χρειάζεται ιδιαίτερη, αφανάτιστη και σοβαρή μελέτη, γιατί αυτά τα κείμενα ήταν δικά μας ή έγιναν δικά μας από την εποχή του Χριστιανισμού. Όμως κοιτάζοντας την πρόσφατη ζωή μας, στα χρόνια της παλιγγενεσίας, όπως τα ονομάζουμε, δεν μπορώ να βγάλω από το νου μου πόσο οι γραφές τους έπλασαν αυτούς τους λαούς, τους ανέπτυξαν και τους βοήθησαν να αρθρώσουν καλύτερα την δική τους γλώσσα. Είναι γνωστή η κολοσσιαία επίδραση που άσκησε τους αγγλοσάξονες η μετάφραση της Βίβλου. Και πόσο μεγάλο γεγονός ήταν για την ιστορία του κόσμου η αποστολή από το Βυζάντιο των Θεσσαλονικέων αδελφών Κυρίλλου και Μεθόδιου. Αυτοί έκαναν και την πρώτη σλαβική μετάφραση των Γραφών και δημιούργησαν το σλαβικό αλφάβητο. 

 
"Αφήνεται κανείς σε πικρές σκέψεις αν αναλογιστεί πως αν έλειπε η παρόρμηση για την μετάφραση των εβδομήκοντα, όπως λείπει και τώρα, και δεν είχε πραγματοποιηθεί εκείνο το έργο, θα είχε χάσει η γλώσσα μας ένα κείμενο βασικά αποφασιστικό για την τροπή που πήρε εξαρχής ο Χριστιανισμός, η μοίρα του ελληνισμού και ιστορία της ανθρωπότητας ολόκληρη. Έχω ακούσει την άποψη ότι η μετάφραση των γραφών μπορεί να προκαλέσει δυσχέρειες δογματικές. Αλλά ποτέ δεν υποστήριξα, ούτε το διανοήθηκα ποτέ, ότι είναι δυνατό η μετάφραση να αντικαταστήσει το πρωτότυπο, είτε όταν πρόκειται για το δόγμα, είτε όταν πρόκειται για την λατρεία.

"Αυτά τα θέματα ανήκουν αποκλειστικά στην Εκκλησία και δεν πέφτει κανένας λόγος σ' εμάς τους λαϊκούς.

" Όμως η φροντίδα για την γλώσσα μας είναι πράγμα που ενδιαφέρει τον καθένα από μας σ’ όποια γωνιά της γης κι αν βρίσκεται. Άλλωστε δημοσιεύω πλάι στην μεταγραφή μου, και το πρωτότυπο, τονίζοντας όσο μπορώ πως αυτό είναι το μόνο έγκυρο για το δόγμα και την λατρεία.

"Αυτά έχω να πώ, για την ώρα, πάνω στην ελάχιστη τούτη προσφορά μου σε μια μεγάλη υπόθεση. 

"Καταπιάστηκα με δύσκολο κείμενο ωστόσο τις δυσκολίες τις εξαγόραζε η χαρά καθώς παρατηρούσα πόσο κοντά μπορεί να είναι, ύστερα από 2000 χρόνια, με τα σημερινά μας ελληνικά, αυτός ο θεόσταλτος λόγος. Θα έλεγα ακόμη πως μολονότι, καθώς το εξήγησαν σοφοί γραμματολόγοι, πρόκειται για τα μικρασιατικά ελληνικά ενός ανθρώπου που δεν είχε σπουδαία λογοτεχνική μόρφωση κι έκαμε ανυπόφορες ασυνταξίες, ένιωσα το πρωτότυπο να στέκεται ψηλότερα και από τη δική μου απόδοση και από τις μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες που γνωρίζω. Αλήθεια τούτο με έκανε να συλλογιστώ πολλές φορές την βαθιά παρατήρηση του Συνέσιου, Επισκόπου Πτολεμαΐδας : "Πνεύμα θείον υπερορά μικρολογίαν συγγραφικήν".

Ιούνιος 1966

Γ. Σ. 


Παρατηρήσεις: Η επιλογή των αποσμάτων αποτελεί μεγάλο μέρος του Προλογίσματος του συγγραφέα. Η παραγραφοποίηση του κειμένου αφορά τους σκοπούς της Φιλαρέτης, όπως και τα bold! Αν ο συγγραφέας θεώρησε χρέος του να κάμει τούτη την μεταγραφή, με παρακίνησε κι εμένα να θεωρήσω πως είναι χρέος μου να διαδώσω όσο μπορώ, την βαθειά και  υπεύθυνη συλλογιστική και την απόφασή του. Και μαζί να συμβάλω επ' αγαθώ στο μέτρο που μου αναλογεί. Οι καιροί οι μενετοί!


Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο φόβος του θανάτου και της παρακμής ή ο φόβος για την "απώλεια εξουσίας";


Image result for εικόνες χριστουγεννιάτικες καμπάνες


Ο θάνατος σαν μια αναπότρεπτη κατάληξη της ανθρώπινης ζωής, πάντα θα αντιμετωπίζεται με δέος, κι αδύναμος ο άνθρωπος θα στέκεται μπροστά του. Μονάχα η απελπισία και η παραίτηση από την ζωή καθιστά προτιμητέο τον θάνατο, ενώ η απόθεση της ζωής στα χέρια Άλλου, καθιστά αδιάφορον ή αυτονόητον τον -ούτως ή άλλως αναπότρεπτο- θάνατο. Από αυτό και μόνο, αποκτά ανυπέρβλητη αξία η ζωή.

Συχνά υπονοείται πως η φυσική παρακμή και η ασθένεια συνιστούν αναξιοπρέπεια. Η τοποθέτηση αυτή, παραβλέπει πως η αξιοπρέπεια είναι συνειδητή επιλογή συμπεριφοράς και δράσης, στάσης και πράξης του προσώπου, στα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει, στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει και στις απαιτήσεις που καλείται να ικανοποιήσει.

Σε κατάσταση αδυναμίας και έλλειψης αυτοελέγχου, που συχνά συμβαίνουν σε ανθρώπους φυσικώς εξασθενημένους, σε υπερηλίκους και σε ανθρώπους βαρέως νοσούντες, δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε πως συντρέχει αναξιοπρέπεια των προσώπων αυτών. Συντρέχει απλώς αδυναμία.

Αξιοπρέπεια και Αξιοκρατία. Ανατρέχοντας στην σημασία των όρων, διαπιστώνουμε -από την παραγωγή των λέξεων- ότι οι όροι αποτυπώνουν το δέον και το κράτος (=ανάγκη ή δέον και δύναμη, κυριαρχία, αντιστοίχως) της αξίας. Και την αξία στα πράγματα την δίνουμε εμείς, γιατί «τα πράγματα» (τα απλά πράγματα, τα πρόσωπα, οι συμβολισμοί αυτών και οι ειδικές περιστάσεις κλπ.), «δεν έχουν αφ’ εαυτών αξία» αν δεν παρατεθούν σε συσχετισμό με κάτι άλλο. Έχουν απλώς την θέση τους στον σύμπαν. Την αξία την δίνουμε όλοι εμείς. Με την προσπάθεια και την συμπεριφορά μας. Με την σημασία που αυτά έχουν για εμάς. Με τον κόπο που κάνουμε για να τα αποκτήσουμε, να τα διατηρήσουμε, να τα διαφυλάξουμε, να τα διασώσουμε από την φθορά, την καταστροφή, τον όλεθρο, την αφάνεια ή την λήθη.

Η ανάγκη, ή ο πόνος, δεν συνιστούν αναξιοπρέπεια. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η ηθελημένη περιαγωγή (ή η ηθελημένη παραμονή του προσώπου σε άγνοια και η εντεύθεν περιαγωγή του) σε κατάσταση αδυναμίας, ένδειας ή πόνου. Κι αυτό, πολύ καλά το γνωρίζουμε σήμερα, που η καταναλωτική κοινωνία μας παρέχει ανέσεις και απολαύσεις που η στέρησή τους -βλέπουμε γύρω μας να- δημιουργεί παρόμοιες ψυχικές, πνευματικές και πρακτικές καταστάσεις.

Αναξιοπρέπεια συνιστά το ψέμμα, το έγκλημα, η αντικοινωνικότητα, η ανηθικότητα και η νωθρότητα συνειδήσεως. Όμοια, και η επιτηδευμένη προκλητικότητα, η αναλγησία, η ανικανότητα από ολιγωρία, η επιτηδευμένη οκνηρότητα, η νοσηρή περιέργεια, αλλά και η συναφής παρεμβατικότητα στην ζωή των άλλων, και τόσα άλλα παρόμοια. Το ίδιο κι ο φόβος, που δημιουργεί πανικό και οδηγεί σε δειλία και αποφυγή των αναγκαίων κόπων ή της επιβαλλόμενης και υγιούς τόλμης και της προσφοράς για την προστασία υπέρτερων αγαθών.

Δεν είναι αναξιοπρέπεια η εγγενής ένδεια, η ασθένεια, το γήρας, η αναπηρία, ο πόνος. Αυτά συνιστούν «φυσικές», συνήθεις, εν πολλοίς, καταστάσεις και περιστασιακές συγκυρίες στην ζωή του ανθρώπου. Αυτά υπάρχουν και θα υπάρχουν στην ζωή μας, και αυτά θα μας δώσουν το μέτρο του πολιτισμού ή την ατομική μας -για τον καθένα- δυνατότητα, για να δείξουμε την αξιοπρέπεια του μη-πάσχοντος- ανθρώπου.

Ο τρόπος, κι ο τρόμος του θανάτου και της παρακμής μας, είναι ανάλογος με τον τρόπο που έχουμε ζήσει κι έχουμε αξιο-λογήσει την ζωή μας, δηλαδή τον προσωπικό μας αγώνα. Το προσωπικό μας χρέος. Γιατί, αν η αξιο-λόγησή μας ήταν «έπεα πτερόεντα», τέτοια θα είναι και η στάση μας μπροστά στις δύσκολες περιστάσεις, στις οποίες αναγκαστικά θα περιέλθουμε κάποια στιγμή στην ζωή μας. Ας μην ξεχνάμε την προσωπική ευθύνη εκάστου, κι ας μην θεωρούμε πως εδώ βρεθήκαμε "για να λέμε εξυπνάδες, δωρεάν". Βρεθήκαμε για να ζήσουμε όπως ο καθένας «μπορεί», κι αυτό είναι το ρίσκο μας. Δεν βρεθήκαμε για να είμαστε εξ ορισμού σπουδαίοι, αλλά για να γίνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Επομένως, το ερώτημα, που είναι αμείλικτο, αφορά τον τρόπο της αποχώρησης του καθενός μας. Που είναι -και αυτός- αυστηρά προσωπικός, αφού αφορά το πρόσωπό μας, αλλά δεν αποτελεί, συνήθως, και προσωπική επιλογή του καθενός μας. Και σ’ ετούτο δεν χωρεί δεοντολογία, ούτε αξιολόγηση. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να πούμε «έτσι πρέπει να εγκαταλείπει την ζωή του ο άνθρωπος», ενώ μπορούμε να πούμε "έτσι αξίζει να ζεί ο άνθρωπος"!

Η τάξη στην ζωή μας, αν δεν μοιάζει με θάνατο (η απαίτηση απόλυτης τάξης είναι θάνατος), είναι διαπαιδαγώγηση στην δημιουργική έκφραση και στην πειθαρχία, αφού τίποτε δεν δημιουργείται χωρίς πειθαρχία, εργασία και πίστη. Ο θάνατος είναι, κι αυτός, μέσα στην φυσική τάξη όλων των πραγμάτων. Αλλά είναι έξω από τη φυσική τάξη της ζωής.

Δεν μπορούμε να προτείνουμε ή να υπαγορεύουμε τρόπους ή λόγους αποχώρησης και παραίτησης από την ζωή. Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη και στην περίοδο της παρακμής των δυνάμεων και της νεότητάς του, έχει ενδεχομένως να μεριμνήσει και για άλλα, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν τά ‘χε προσέξει τον καιρό της ακμής και της δύναμής του. Κι αυτά μπορεί να έχουν -αστόχως, μέχρι την συγκεκριμένη στιγμή-παραμεληθεί. Ίσως μάλιστα, να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο, ακόμη και σε τούτη την ώρα της αδυναμίας και της παρακμής, πως αυτά είναι πολυτιμώτερα από άλλα.

Όμως, ο προκαταβολικός φόβος μας για τον θάνατο και την παρακμή, μοιάζει με φόβο για την ζωή. [Ή, από άλλη σκοπιά, μοιάζει με φόβο γι' απώλεια εξουσίας! Αλήθεια, ποιάς εξουσίας;]

Ο φόβος του εγνωσμένως επερχόμενου θανάτου, μοιάζει με λύπη για τον αποχωρισμό μας από όλα τα αγαπημένα μας πράγματα και πρόσωπα. Πόσα και πόσα πρόσωπα, ίσαμε σήμερα, δεν είδα, μ’ εκείνη την θλίψη του αποχωρισμού στο μελαγχολικό χαμόγελο και τα υγρά μάτια, που προσπαθούσαν να χορτάσουν τον ήλιο και την αγάπη. Τις όψεις των αγαπημένων. Και πόσοι από αυτούς δεν περίμεναν να συναντήσουν -για ν’ αποχαιρετήσουν- τον ερχόμενο αγαπημένο, κι ύστερα, με μια μικρή πνοή, μας άφησαν κατάπληκτους, σαν είδαμε πως «δεν έφευγαν» πριν από αυτή την συνάντηση. Πως δεν αφήνονταν στην αποχώρηση, μέχρι που να γίνει η συνάντηση, που τόσο πολύ ήθελαν. Κι άλλοι, που έφυγαν, αιφνιδίως, σαν να ήξεραν πως η αποχώρησή τους δεν θα ήταν υποφερτή, για κανέναν.

Οι άνθρωποι, μας άφησαν παρακαταθήκες όχι μόνο με την ζωή τους, αλλά και με τον θάνατό τους. Ο Σωκράτης έφυγε από την ζωή, συμμορφούμενος προς (τιμώντας δηλ. και σεβόμενος) τους νόμους της Πολιτείας. Επέλεξε δηλαδή, να υπακούσει στους νόμους της πατρίδας του, αντί να αποδράσει από την φυλακή, καθ’ υπαγόρευση της (έξωθεν υποβαλλόμενης) παρόρμησης για μια ζωή, λάθρα.

Η ζωή μας, τιμάται από τα έργα μας, ενώ η στιγμή του θανάτου μας είναι σημάδι για εκείνα που επιλέξαμε και υπερασπιστήκαμε με συνέπεια.

Όμως, μέρες που είναι, παραμονές της Μεγάλης Γιορτής της Θείας Γέννησης, ας μην μελαγχολούμε με τα πεπερασμένα μας όρια, κι ας χαρούμε το δώρο της ζωής που ελάβαμε. Ας γεμίσουμε τις καρδιές μας ελπίδα, κι ας φωτιστούμε από το Χριστουγεννιάτικο αστέρι που λάμπει σε όλον εκείνον τον κόσμο, που θέλει κι αποζητάει το μήνυμα της αγάπης.