Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγήσεις και ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιηγήσεις και ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Μια Κυριακή στην Κοίμηση της Παναγίας, στο Somerville, ΜΑ, των ΗΠΑ.


Image result for εικόνες somerville 

Η Κοίμηση της Παναγίας στο Somerville είναι μια Εστία. Ελληνισμού. Κι όταν λέμε Ελληνισμός, το εννοούμε, με όλη τη σημασία της λέξης: Έλληνες και Χριστιανοί. Γιατί, άμα απομακρυνθεί κανείς από τα χώματά του, θέλει κάτι να τον κρατάει, να του δίνει καθημερινό κι αταλάντευτο, αναλλοίωτο, ανεξίτηλο, χαροποιό κι ελπιδοφόρο σημάδι, για νά 'χει διαρκώς στο νού όσα άφησε πίσω του. Για παράδειγμα την πατρίδα! αυτή είναι κάτι που υπερβαίνει τους γέρους και τα μωρά, ή τους νέους, που θα μεγαλώσουνε και θα γεράσουνε, ή -το χειρότερο- που θα αλλάξουνε γνώμη, και που πια μπορεί και να μη τους γνωρίζεις, σαν τους ανταμώσεις ξανά!

Κι επειδή η ζωή, όπου και να τη σαρκώνεις, «ξενητεία» είναι, έτσι κι αλλιώς [αφού ο άνθρωπος που ήρθε, θα φύγει οπωσδήποτε], η Εκκλησιά μας, στέκει λιμάνι κι εφαλτήριο. Κι εκεί, στην ξενητειά, όπως κι εδώ! Για νά 'χουμε, έναν ώμο ν' ακουμπάμε την μοναξιά και να καταλύει την απόσταση. Κι έναν τοίχο, να ακουμπάμε σαν λυγίζουμε, ή να προστατευόμαστε και να καταφεύγουμε σαν φτάνουμε στα αδιέξοδα. Κι ένα εφαλτήριο για τα «λογικά», τα πρακτικά, τα φιλοσοφικά, τα ψυχικά, τα οικονομικά και συναισθηματικά, αλλά και τα «γνωστικά», που κάθε τόσο θαρρούν πως θα μας φράξουν το δρόμο με τα πλάγια και τα υπονοούμενα, για την αδυναμία, ή την ... παντοδυναμία του ανθρώπου!

Έ λοιπόν, εκεί στο Somerville, στην Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, δεν σου λείπει η Εστία. Οι άνθρωποι, εδώ κι εκατό χρόνια (φέτος γιορτάζουν τον αιώνα τους), στήσαν τη ζωή τους, γύρω από την Εκκλησιά τους. Την Κοίμηση της Παναγίας, Μητέρας όλων μας. Κι είχα την μεγάλη τύχη, σε ένα μικρό μου ταξίδι στον τόπο ετούτον, να αξιωθώ κι εγώ την μυσταγωγία, μιας κατανυκτικής ακολουθίας και την στοργή τούτης της φιλόξενης φωλιάς.

Ήτανε εκείνη η σημαδιακή μέρα, που ο Θωμάς, εζήτησε να βάλει τον δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων» του Χριστού, για να πειστεί πως αυτός που είδε, ήταν ο ίδιος ο Χριστός μας, που Αναστήθηκε. Κι αφού έγινε αυτό, αφού δηλαδή ο Θωμάς έψαυσε τα σημάδια που η σταύρωση άφησε στο σώμα του Χριστού, αμέσως, ο μαθητής αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»! Ετούτη η διακήρυξη, η Πανηγυρική ομολογία, η αδιάστικτη αφοσίωση και Πίστη, πίστη με αποδείξεις, έγινε κοινή ομολογία όλων μας, σε στιγμές κατάνυξης, αφοσίωσης, δέησης και ευχαριστίας: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Ο π. Κωνσταντίνος, ιερουργεί και στις δυο γλώσσες, κι αυτό κρατούσε τις ψυχές μας σε εγρήγορση. Μας «καλωσόριζε» στην Ελληνική και μας «ανοιγόταν» στην αγγλική. Κι αλλιώς: κρατούσε την παράδοση, χωρίς να αποφεύγει την προοπτική. Παλιά πρακτική της Εκκλησίας μας: ο καθένας να προσεύχεται στη γλώσσα που τον εκφράζει. (Ποιός να πεί στον εγγονό του, το μικρό αμερικανόπουλο, πώς να αισθάνεται;)

Πάντες συνηγμένοι επί το αυτό [«όπου εισίν δυο συνηγμένοι επί το αυτό, εκεί ειμί» είπε ο Χριστός], είχαμ' εκεί συναχθεί για να μνησθούμε του Θωμά, του απίστου μαθητή, και να ομολογήσουμε πανηγυρικά, μαζί του, τη μέρα τούτη «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Κι όχι μόνο! Τούτην την Κυριακή, ο κόσμος γιόρτασε και όλες τις μανούλες. Κι η Παναγία του Somerville, η Dormition, γιόρτασε και τίμησε τις μανούλες όλες! Μας τίμησε με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο την καθεμιά μας! Με πόση χαρά, όλες οι μανούλες, καρφώσαμε στο πέτο μας τ' όμορφο τριαντάφυλλο, κατακόκκινο σαν τη χαρά, δροσάτο σαν το μάγουλο μωρού, στολίδι μας, όπως και τα παιδιά μας. Κι αίμα πικρό, για όσες με μαύρη την καρδιά ήτανε μάνες, χωρίς τα παιδιά τους.

Μας φιλοξένησαν εγκαρδιότατα, στη μεγάλη κι όμορφη αίθουσα των συχνών εκδηλώσεών τους, κι εμείς χαρήκαμε την συντροφιά και την κοινότητά τους, στην οποία συμμετέχουν ενεργά πέρα από τους παλαιότερους και πολλοί νέοι, καθώς και γονείς με τα παιδάκια τους. Φαίνεται πως θέλουν να κουβαλάνε και να νιώθουν πως είναι κομμάτι της αρχέγονης πατρίδας και σε τούτον τον τόπο, στην νέα τους πατρίδα.

Η πατρίδα μας το αξίζει να τη θυμούνται και να την παρασταίνουν τα τέκνα της, όπου και να βρίσκονται. Σαρκώνοντάς την όπου γής, είναι ευγνώμονα και άξια παιδιά της.

Δεν μπορώ να φανταστώ ετούτη την κοινότητα χωρίς την παπαδιά της. Την κ. Άννα, την πρεσβυτέρα. Αυτός ο χαρούμενος, δραστήριος, φιλότιμος, κι εργατικός άνθρωπος, είναι «η ψυχή» μιας μεγάλης και δημιουργικής συντροφιάς, που επικουρεί επάξια το έργο του π. Κωνσταντίνου. Εκτός από την ιδιότητα της πρεσβυτέρας -που η κ. Άννα την φέρει με την μεγίστη αξιωσύνη και τυπικότητα- δεν θα την ακούσεις ποτέ κουρασμένη ή νωχελική, αδιάφορη ή αμέριμνη. Είναι απορίας άξιο, πώς γίνεται να χωράει τόση μέριμνα και δράση, και τόση προσοχή για τόσο πολλούς ανθρώπους, σε ένα τόσο λεπτοκαμωμένο άνθρωπο. Αλλά ο Κύριος ήξερε. Γι' αυτό και της ανέθεσε το ρόλο της πρεσβυτέρας.

Από τον π. Κωνσταντίνο,
ως γονείς ζητούμε να ευλογεί τα παιδιά μας, που ως νοσσία έρχονται στους κόλπους της ενορίας, για να ζήσουν όλοι μαζί το μυστήριο και την κοινωνία με την Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού μας, και ως αποδέκτες της θερμής φιλοξενίας της ενορίας (της DormitionChurch.org), παρακαλούμε να δεχθείτε τα ευχαριστήριά μας, γι' αυτήν την φιλοξενία και την τιμή που μας αποδώσατε, κατά τη σύντομη παρουσία μας στο Somerville.

Τέλος, μαζί με τις ευχές μας, για σας προσωπικά και για την οικογένειά σας, π. Κωνσταντίνε, σας ευχόμαστε καλή δύναμη, με την ευλογία του Κυρίου, στο σημαντικότατο και πολύτιμο έργο σας, και καλή υπομονή σε κάθε δυσκολία που συντυχαίνει όλα τα ανθρώπινα έργα.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Δήλος: Η ποιητική αναδρομή μιας επίσκεψης

Image result for Εικόνες δήλος 

Η ιστορία τούτη βρέθηκε δημοσιευμένη εδώ. Η ομορφιά της μ' έκανε να τη μεταφέρω σ'αυτήν τη στήλη, για να μην την ξεχάσω, αλλά και για να την μοιραστώ με φίλους, όσο περισσότερους γίνεται.  Σας την μεταφέρω, όπως την ένιωσα διαβάζοντάς την!
«Σύμφωνα με δημοσιεύματα (ενωρίτερα αυτή την εβδομάδα) του Gadling η Ελληνική Κυβέρνηση ανήγγειλε πρόσφατα ότι είχε προϋπολογίσει 2 εκατομμύρια δολλάρια για την συντήρηση του αρχαίου θεάτρου , στο ιερό νησί της Δήλου. Αυτή η καλοδεχούμενη αναγγελία –κάτι σπάνια καλό προερχόμενο από αυτή την πολύπαθη χώρα την οποία αγαπώ –με επηρέασε πάρα πολύ- γιατί μια από τις πιο μαγευτικές εμπειρίες μου στην πρώιμη ταξιδιωτική μου ζωή την είχα στη Δήλο. Διαβάζοντας για το Θέατρο και την ιστορία της νήσου, ξανάζησα αυτή τη μοναδική εμπειρία, και σκέφτηκα να αναζητήσω στα γραπτά και τα σημειωματάριά μου ένα άρθρο, που έγραψα αμέσως μόλις επέστρεψα από την επίσκεψή μου στη Δήλο, πριν από καμμιά τριανταριά χρόνια. Σας το παρουσιάζω εδώ, όχι βέβαια σαν οδηγό ξενάγησης για τη σημερινή κατάσταση του τόπου –δεν ξαναγύρισα ποτέ- αλλά περισσότερο, σαν ένα φλας-μπακ στο πνεύμα του ταξιδιού, και σαν τιμή στους αλησμόνητους δεσμούς που καμμιά φορά ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να σφυρηλατήσει.

Δεν υπάρχουν ταβέρνες, ούτε ντισκοτέκ, ούτε σκάφη αναψυχής αγκυροβολημένα ούτε εκκλησιές, μύλοι ή κοπάδια κατσικιών. Η Δήλος, τρία μίλια μήκος και λιγότερο από ένα μίλι πλάτος, είναι κατάξερη, βραχώδες νησί ερειπίων, απέχει μόνο 14 μίλια από τη Μύκονο, το αιγαιοπελαγίτικο τουριστικό στέκι «of the international vagabonderie». Η Δήλος, που ήταν κάποτε το κέντρο του ελληνισμού, μένει ακατοίκητη από τον 1ο αι. μ. Χ., σε εκπλήρωση χρησμού του μαντείου των Δελφών ότι «άνθρωπος δεν θα γεννηθεί, ούτε θα αρρωστήσει, ούτε το θάνατο θα συναντήσει στο ιερό νησί».

Βρέθηκα στη Δήλο όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Ελλάδα. Μετά από τρείς κουραστικές μέρες στην περιήγηση της Αθήνας, πεζή, με λεωφορεία και με ταξί, οι συνταξιδιώτες μου κι εγώ επιθυμούσαμε πια ν’ανοιχτούμε στις θάλασσες και να βρεθούμε σ’ερημικές παραλίες. Διαλέξαμε τη Μύκονο, με την υπόδειξη ενός φίλου, που μας συμβούλεψε αφού βαρεθούμε τον ωραίο κόσμο, να κάναμε κι ένα ταξιδάκι μέχρι τη Δήλο.

Φτάνοντας στη Μύκονο, μάθαμε ότι για λιγότερο από τρία δολλάρια θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ψαροκάικο για τη Δήλο (όπου το λιμάνι είναι πολύ ρηχό για κρουαζερόπλοια) κάθε πρωί στις οχτώ με επιστροφή/και να επιστρέψουμε στη Μύκονο στη μία το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Το πρωί της 4ης μέρας μας στη Μύκονο αγνοήσαμε τη φουσκοθαλασσιά και τη δυσοίωνη συννεφιά και επιβιβαστήκαμε σ’ένα παλιό ξεφλουδισμένο σκαρί που μύριζε ψαρίλα. Μαζί με μια ντουζίνα άλλους τουρίστες, στοιβαχτήκαμε στη στενή καμπίνα του πλοίου, που ήταν κιόλας γεμάτη απ’ τις άγκυρες, τα κουπιά και ξύλινα καφάσια με άγνωστο περιεχόμενο. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του 45λεπτου ταξιδιού το ανεβοκατέβασμα των κυμάτων έγινε πολύ ενοχλητικό για κάποιους από τους επιβάτες και βγήκα έξω να με χτυπήσει η αρμύρα της θάλασσας. Καθώς περνούσαμε από τη Ρήνεια, το ηφαιστειογενές νησάκι που μοιάζει με κάλλο, και σχηματίζει φυσικό κυματοθραύστη μαζί με τη Δήλο, ο ουρανός καθάρισε κι οι ψαράδες που είχαν πιάσει στην αποβάθρα της Δήλου μας χαιρέτισαν στο δειλινό φώς.

Στο τέρμα της αποβάθρας ένας άνδρας με άσπρο μουστάκι με ναυτικό μπλέ μπερέ και ένα ξεθωριασμένο μαύρο παντελόνι, χαιρέτισε καθέναν από μας «περιοδεία στη Δήλο! Ξεναγός για τα ερείπια!»|. Λίγο πιο κάτω ένα αγόρι έτρεξε καταπάνω μας, σπρώχνοντας με χέρια και με πόδια, και μας είπε εμπιστευτικά και χαμηλόφωνα «θα σας ξεναγήσω καλύτερα και φθηνότερα»|.

Είχα διαβάσει το Δελφικό χρησμό την προηγούμενη νύχτα και απορούσα τι να έκαναν άραγε αυτοί οι άνθρωποι στο νησί. Ρώτησα το αγόρι και μου έδειξε ένα συγκρότημα σπιτιών, σ’ένα βουναλάκι, κανένα χιλιόμετρο μακριά. «Ζω εκεί. Με την οικογένειά μου».

Με την πρώτη ματιά η Δήλος φαινόταν η πεμπτουσία του ερειπίου: Σπασμένα κομμάτια από αγάλματα, βάθρα, ραγισμένες αψίδες και μεμονωμένοι όρθιοι τοίχοι. Τίποτε ζωντανό, αλλά ο ήλιος φώτιζε τα αρχαιολογικά λείψανα σαν λέπια σκορπισμένα σε μια μεγάλη πισίνα.

Κάποιες άλλες κινήσεις ζωντάνεψαν μπροστά μας μονομιάς τα δρομάκια και τους ναούς. Ο μύθος λέει ότι η Δήλος ήταν κάποτε εμπορικό κέντρο, όταν η Λητώ, η ερωμένη του Δία, κατέφθασε εδώ κοιλοπονώντας. Ο Ποσειδών αγκύρωσε το νησί στη σημερινή του θέση, όταν η Λητώ γέννησε την Άρτεμη και τον Απόλλωνα, τον Έλληνα Θεό του Ήλιου και προστάτη του φωτός και των τεχνών. Ο Απόλλων έμελλε να γίνει ο περισσότερο τιμώμενος του ελληνικού 12θεου, και η θρησκευτική αφοσίωση μαζί με την κεντρική και προστατευόμενη θέση της Δήλου, την καθιέρωσαν σαν το ακμαιότερο κέντρο του θρησκευτικού και εμπορικού Μεσογειακού κόσμου, το σπουδαιότερο μιας αυτοκρατορίας που εκτεινόταν από την Ιταλία μέχρι τη Μικρά Ασία.

Περιφερόμενοι στα ερείπια αυτής της κάποτε αειθαλούς πολιτείας, βρήκαμε ναούς απλούς και περίτεχνους, ελληνικούς και ξένους, συγκροτήματα αγορών, κρηπίδες με βάθρα όπου κάποτε ήσαν τοποθετημένα αγάλματα και τώρα πια ήταν καλυμμένα με παπαρούνες. Ένα αμφιθέατρο με ακέραια μωσαϊκά που απεικόνιζαν ηθοποιούς, και συμβολικά ζώα και ψάρια. Μια ξεραμένη λίμνη που περιβάλλόταν από φοίνικες. Ένα στάδιο και ένα γυμνάσιο. Αποθήκες και πρασιές στην προκυμαία. Κι ένα αρχαίο προάστιο, όπου ζούσαν κάποτε έμποροι και ναυτικοί: το φάντασμα μιας ελληνιστικής μητρόπολης.

Στις 12:45 ο καπετάνιος του ψαροκάϊκου εμφανίστηκε στο τέρμα της αποβάθρας και σφύριξε μια, δυο, τρείς φορές και μετά μας έκανε νόημα με τα χέρια του. Επανέλαβε το σινιάλο στις 12:50 και στις 12:55. Ο φίλος μου έφυγε, αλλά κάτι σχετικά μ’ αυτά τα εγκαταλελειμμένα ερείπια με κράτησε, κι αποφάσισα να περάσω τη νύχτα μου στο νησί. Κοίταξα από την κορυφή του όρους Κύνθος, το μοναδικό λόφο, καθώς το πλοίο απομακρυνόταν προς τα βουνά της Μυκόνου, νοτιοανατολικά στον ορίζοντα. Κοιτάζοντας γύρω μου ένιωσα ότι βρίσκομαι στο κέντρο των Κυκλάδων: προς το βορά η Τήνος, βοριοδυτικά η Άνδρος, μετά η Σύρος, η Σίφνος, η Πάρος, και η Νάξος και κάτω από αυτές η Μήλος και η Ίος, όλες δεμένες στο ιερό άρμα του Θεού Ήλιου.

Από κάτω μου, τα ερείπια απολύτως έρημα, φεγγοβολούσαν σιωπηρά στο μεσημεριανό ήλιο. Μια σαύρα γλίστρισε πάνω στη μπότα μου. Το καραβάκι έπλεε μακριά. Το αεράκι φύσηξε. Σταγόνες ιδρώτα άρχισαν να στάζουν από το μέτωπό μου.

Κατηφόρισα από το λόφο για τη σκιά στο τουριστικό περίπτερο τη μόνη τουριστική διευκόλυνση (εκτός από ένα μουσείο τριών αιθουσών) στο νησί. Μπήκα μέσα και ζήτησα από τον μαγαζάτορα έναν μεγαλόσωμο ναυτικό με μουστάκι που θύμιζε Ζορμπά, τι έχει για μεσημεριανό. Με κοίταξε έκπληκτος που ξέμεινα.
"΄Εχασες το καίκι;"
"Όχι , ήθελα να μείνω τη νύχτα εδώ."
"A," Κοίταξε κάτω από μένα, προς τα απαστράπτοντα καυτά ερείπια. "Έχουμε ρύζι, κρέας και σαλάτες."
"Έχετε κανένα ψάρι;"
"Ψάρι; Ναί."
Με οδήγησε στο πίσω δωμάτιο άνοιξε ένα καφάσι, και πήρε μέσα από αυτό πέντε διαφορετικά ψάρια, που ήταν τυλιγμένα σε πάγο.
"ποιο θέλεις;" έδειξα το ένα.
"ποτό;?"

"Μια μπύρα , παρακαλώ."

Μου ένευσε, έδειξε προς τα έξω την πόρτα για την ταράτσα με καρέκλες και τραπέζια σκορπισμένα σα χορευτές σε ντισκοτέκ στη Μύκονο και είπε "καθήστε, παρακαλώ", κατευθύνοντάς με σε μια καρέκλα.

Η ζέστη στον αέρα, κρεμόταν σαν κουρτίνα με τις πτυχές της, πάνω στους κίονες και τα βάθρα τυλίγοντας τους φοίνικες και τις καλαμιές. Κάπου – κάπου μια ανοιχτόχρωμη καφέ σαύρα γλιστρούσε από τη μια σκιά στην άλλη. Ο ιδιοκτήτης μεζεδοπωλείου έβγαινε από την κουζίνα στην ταράτσα σαν κάποιος που ποτέ δεν περίμενε ούτε ανησυχούσε για το χρόνο, καθαρίζοντας τα τραπέζια φέρνοντας ένα ποτήρι κρύα μπύρα, μετά το ψάρι, τηγανητές πατάτες και ντοματοσαλάτα.

Αργά, δυο ηλικιωμένοι άνδρες όμοια ντυμένοι, όπως αυτοί που μας χαιρέτισαν το πρωϊ ήρθαν, κουβαλώντας δυο κουβάδες με νερό. Ο ένας μπήκε μέσα και άρχισε να μιλάει δυνατά με τον ιδιοκτήτη. Ο άλλος, κάθισε στο περβάζι της ταράτσας, βούτηξε τα ροζιασμένα χέρια του κι έβγαλε έξω ένα ασπρόμαυρο χταπόδι. Το κύλησε σ’ ένα άσπρο γαλακτώδες υγρό από τον άλλο κουβά, στρίβοντας και χτυπώντας τα πλοκάμια του πάνω στο τσιμέντο μέχρι που (θεώρησε ότι ) το καθάρισε. Μετά, το άφησε στην άκρη (βούτηξε ξανά στον κουβά) και πήρε ένα άλλο γλιστερό ζωντανό. Καθάρισε πέντε χταπόδια συνολικά, και τ’ άφησε στον ήλιο να στεγνώνουν, με τα πλοκάμια τους να σπαρταράνε και τις βεντούζες τους να ζαρώνουν.

Στις 4 μ.μ. ακούστηκε ένας κόκκορας. Τι κάνει αυτός εδώ; Αναρωτήθηκα. Και το άλλο, γιατί αυτός λαλεί στις 4 μ.μ.; Το λάλημα του πετεινού έσπασε τη σιωπή με μια απόκοσμη εξαγγελία. Κοίταξα τα μπουκάλια, τις καρέκλες, τα τραπέζια, κι άκουσα τις καθησυχαστικές κουβέντες από μέσα. Κάτω και πέρα από την ταράτσα στο φώς και στην καρδιά μου, ένας άλλος κόσμος υπήρχε.

Μια ώρα αργότερα περπατούσα, ανάμεσα στα ερείπια, στη φαρδιά κεντρική λεωφόρο (την Ιερά Οδό), προς την προκυμαία, την περιοχή του Θεάτρου και τους ναούς στο λόφο. Στο διάβα μου συνάντησα κίονες με ραβδώσεις, χαραγμένους με περίπλοκα σύμβολα, χωρίς διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις. (Συνάντησα) βωμούς θυσιαστηρίων, μεγάλες στέρνες για την αποθήκευση του νερού της βροχής και του λαδιού, και εκτεταμένα δάπεδα που οριοθετούσαν αίθουσες συναντήσεων και αγορών δίπλα στα αγκυροβόλια. Εξερεύνησα τα χαλάσματα ιδιωτικών κατοικιών, περνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβω πού μαγείρευαν, πού έτρωγαν και πού κοιμώνταν οι κάτοικοί τους, ξυπνούσα από το ονειροπόλημά μου από τους ιστούς καμμιάς αράχνης, ή την ουρά καμμιάς σαύρας. Καθώς περπατούσα και ο δύων ήλιος φώτιζε τις αίθουσες και τους τοίχους με ένα πορτοκαλοκόκκινο φώς, τα ερείπια φαίνονταν να παίρνουν από μόνα τους μια παράξενη ζωντάνια.

Αυτό που είχε γίνει απόκοσμη μοναξιά έγινε μεμιάς απόλυτη αιωνιότητα, μια αίσθηση κοινωνίας με άλλους κόσμους και άλλες εποχές. Με τις μπότες μου βάδισα σε δρόμους που σανδάλια είχαν πατήσει. Τα χέρια μου άγγιξαν τα μάρμαρα που άλλα χέρια είχαν πιάσει. Όταν έφτασα στα μωσαϊκά, αυτά μου φαίνονταν ζωντανές παραστάσεις, με τις πρασινομάτες τίγρεις και τα θαλασσιά δελφίνια, τα λουλούδια με κάθε σχήμα και κάθε χρώμα, ίδια για μένα όπως και για τους αμέτρητους εμπόρους και καλλιτέχνες που τα είχαν θαυμάσει αιώνες πρίν. Συνέχισα μέχρι επάνω στο λόφο, προς τους ναούς των συριακών, των αιγυπτίων καθώς και των ελλήνων θεών και αναλογίστηκα πόσο πολλούς διαφορετικούς πολιτισμούς είχα συναντήσει σ’ αυτή εδώ κάτω τη σιωπηλή κοιλάδα.

Ενώ καθόμουν στο ναό των αιγυπτίων θεών, εμφανίστηκε μια φιγούρα που ανέβαινε στο λόφο προς το μέρος που ήμουν εγώ. Δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του εντευκτηρίου ούτε κάποιος από τουτς ψαράδες που είχα συναντήσει νωρίτερα. Αυτός ήταν ένας άνδρας με σόρτς κι ένα αμερικάνικο μπλουζάκι μ’ ένα σακίδιο κι ένα μπαστούνι. Ανταλλάξαμε χαιρετισμό και βιαστικές ματιές μέχρις ότου αυτός ήρθε κοντά και κάθισε δίπλα μου. 
"Είσαι εγγλέζος;"
"Αμερικάνος"
"Α, καλά", είπε και μού ‘δωσε το χέρι.

Ήταν Φυσικός, από την Ουγγαρία, με άδεια για δυο βδομάδες, εργαζόταν σ’ένα κρατικό ερευνητικό πρόγραμμα. «Έχω συγκεντρώσει τα έξοδά μου γι’ αυτό το ταξίδι» μου είπε, «δεν είναι θαυμάσιο; Χτές παρατήρησα όλα τα ερείπια από εδώ» μου έδειξε με το χέρι του προς το στάδιο μέχρι την άκρη της κοιλάδας «μέχρι εδώ. Σήμερα έχω κάνει το γύρο της νήσου» σταμάτησε για να πάρει ανάσα, τα μάγουλά του (ήταν) γκρίζα σαν τις πέτρες που καθόμαστε. «Δεν υπάρχουν πολλά ακόμη να ιδώ».

Τα βουνά βάφονταν μώβ πάνω από τα κατακόκκινα νερά. Τα αρχαία χάνονταν σιγά-σιγά στο ηλιοβασίλεμα. Ήθελα να εξερευνήσω κι άλλα πριν πέσει στο σκοτάδι, κι έτσι συμφωνήσαμε να φάμε μαζί για βράδυ.

Όταν έφτασα στο περίπτερο, ο ιδιοκτήτης με χαιρέτησε σαν ένα παλιό χαμένο φίλο κι έφερε έξω τρία ποτήρια και ένα μπουκάλι ούζο «να πιούμε». Ο ούγγρος εμφανίστηκε από μια άλλη πόρτα, που καθώς έμαθα αργότερα οδηγούσε στον ξενώνα του περιπτέρου, που γινόταν άριστο κατάλυμα μ’ένα στρώμα και νιπτήρα. Τελειώσαμε το ένα μπουκάλι κι αρχίσαμε ένα άλλο, μιλώντας ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά, για όλα, και γρήγορα για τίποτα. Όταν η μια γλώσσα αποτύγχανε, πιάναμε μια άλλη, μέχρι που όλοι μας μιλούσαμε τη διεθνώς γνωστή γλώσσα του σώματος.

Σε καμμιά-δυο ώρες ο ιδιοκτήτης μας ετοίμασε φαγοπότι με ψάρι, αρνί, τηγανητές πατάτες, ρύζι, ντομάτες και αγγούρια, με μπακλαβά και ρυζόγαλο για επιδόρπιο. Καθώς τρώγαμε ο Φυσικός κι εγώ συζητούσαμε. Έμαθα ότι το συγκρότημα των σπιτιών που είχα ιδεί νωρίτερα είχε ανεγερθεί από την Γαλλική Σχολή Κλασσικών Σπουδών, όταν έκανε τις ανασκαφές στη Δήλο το 1950 – 1960. Όταν και ο τελευταίος αρχαιολόγος έφυγε, ο διευθυντής του μουσείου, μετακόμισε εκεί με την οικογένειά του. Ο γιός του ήταν που συνάτησα αυτό το πρωϊ. Ο ηλικιωμένος που είχε χαιρετίσει την άφιξή μας ήταν ένας ψαράς από την περιοχή, που γινόταν ξεναγός, όταν δεν είχε ψάρεμα.

Όταν τελειώσαμε και το τρίτο μπουκάλι, προσφορά του καταστήματος, νόστιμο ρετσινάτο κρασί, ήπιαμε για καληνύχτα ένα βαρύ ελληνικό καφέ. Μετά ο Φυσικός πήγε για ύπνο στο δωμάτιό του ενώ τον ακολουθούσε η γυναίκα του ιδιοκτήτη κρατώντας ένα κανάτι κρύο νερό για (να το χρησιμοποιήσει) το πρωϊ. Ταξίδευα με κάποια εφόδια και όταν ο ιδιοκτήτης μου προσέφερε ένα δωμάτιο με 30 δραχμές (λιγότερο από ένα δολλάριο,) στη μισή τιμή από εκείνη του ξενώνα, ευχαρίστως δέχτηκα.

Ανέβηκα από τα τσιμεντένια σκαλιά στο 2ο όροφο, (και βρέθηκα) σε μια τσιμεντένια ταράτσα, με ψηλό περβάζι, σαν μεσαιωνικό φρούριο με τοίχο. Τ’ αστέρια λαμποκοπούσαν σαν νυχτερινός καθρέφτης των μαρμάρινων ερειπίων. Χώθηκα στον υπνόσακό μου σε μια προστατευμένη γωνιά, ευελπιστώντας ότι οι σαύρες δεν θα μπορούσαν να με βρουν σε τέτοιο ύψος και έψαξα στα πράγματά μου για σαπούνι, οδοντόκρεμα και οδοντόβουρτσα..

"Χρειάζεσαι αυτό;" Ο Φυσικός μου έδειξε το φακό του. "ήρθα να σου ειπώ να βιαστείς με την τουαλέτα σου, γιατί ο ιδιοκτήτης θέλει να κλείσει το ηλεκτρικό."

Αφού πλύθηκα και βούρτσισα τα δόντια μου τρέκλισα πίσω στα σκαλιά για το κρεβάτι μου, κι άκουσα βήματα, δυνατές φωνές μπροστά και πίσω, μέσα στο σκοτάδι και τα φώτα άναψαν.

Τα βήματα επέστρεψαν, μια πόρτα έτριξε και βρόντηξε κλείνοντας, καρέκλες σύρονταν. Μετά όλα ήταν σιωπηλά, Ούτε ήχοι μηχανής, ανθρώπων ή ζώων. Απόλυτη σιωπή. Είμαι ξαπλωμένος μέσα στον υπνόσακό μου και τα ερείπια κυριαρχούν στα όνειρά μου, οι παλιο-σαύρες να σέρνονται πάνω στις πέτρες, η γλυκειά ηρεμία του μαρμάρου στο ηλιοβασίλεμμα, (ενώ) το ελαφρό άρωμα της παπαρούνας έρρεε στις ραβδώσεις των λευκών θραυσμάτων.

Οι ακτίνες του ήλιου με ξύπνησαν. Γύρισα να ιδώ το ρολόι μου και με διέκοψε μια μαύρη γατούλα που είχε φωλιάσει χαμηλά, στα πόδια μου. Κι εγώ με τη σειρά μου κούνησα το ζαλισμένο μου κεφάλι (από το ούζο και τη ρετσίνα που είχαπιεί), και πλησίασα όσο πιο κοντά μπορούσα στη σκιά του τοίχου. Στις 6.45  τράβηξα την πετσέτα μου πάνω στο κεφάλι μου και προσπάθησα εις μάτην να φανταστώ το βραδινό αεράκι. Η γατούλα νιαούρισε με τον τρόπο της κάτω από την πετσέτα μου, κι άρχισε να με γλείφει στο μάγουλο, σαν να βρήκε ένα μπώλ με γάλα.

Κατέβηκα τα σκαλιά και πλύθηκα με το χλιαρό νερό της βρύσης νερό μέχρι που επί τέλους ένιωσα ικανός να στέκομαι στα πόδια μου. Πίσω από το περίπτερο μια απλώστρα ήταν στερεωμένη σε μια σκουριασμένη γεννήτρια. Κότες κορδώνονταν μέσα στο κοτέτσι, στο σπίτι του διευθυντή. Η Ρήνεια πρόβαλε μέσα από την πρωινή αχλύ.

Και πάλι περιπλανήθκα ανάμεσα στα ερείπια, που τά 'βλεπα διαφορετικά τώρα, λαμπερά στο φώς της μέρας και (με το μυαλό) στο ότι έπρεπε να φύγω. Άλλοι τουρίστες θα έρχονταν στη Δήλο, κι εγώ θα πήγαινα στη Μύκονο. Πήραμε πρωϊνό μαζί με τον Φυσικό, μετά περπατήσαμε πίσω στην Ιερά Λίμνη και την αγορά μέχρι την περιοχή των λεόντων. Στεκόμενοι ανάμεσα στους πέντε λέοντες της Δήλου, που κατασκευάσθηκαν το 7ο αι. π.Χ. για να προστατέψουν τη νήσο από τους εισβολείς, κοίταξα πάνω από τους ερειπωμένους τοίχους και τους μικρούς κίονες, προς τους ναούς στο λόφο. 
Σαν οδηγοί οι ναοί αυτοί κατευθύνουν την πορεία των τουριστών που επισκέπτονται το νησί έχοντας το νού τους να αποτυπώσουν την ανάμνηση αυτή στις κάμερες και στους ταξιδιωτικούς οδηγούς που κουβαλάνε μαζί τους. 
Καθώς το καραβάκι πλησίαζε ένας σκυφτός ναυτικός με μπλέ μπερέ, έτρεξε βιαστικά προς το ντόκο, κι ένα αγόρι με κοντά παντελόνια έτρεξε έξω από του διευθυντή το σπίτι, πίσω από τον ούγγρο, πίσω από μένα, και μέσα στα ερείπια».

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Συναντήσεις κι επί+σκέψεις...


 


Αγαπημένη φίλη, Σοφία,

Αφού σε κουράζουν οι συναντήσεις εκεί που είσαι τούτες τις μέρες, τότε δέξου τουλάχιστον την επί+σκεψή μου! 
Να είσαι καλά και να θυμάσαι πως είμαστε μόνοι όχι όταν δεν μας σκέπτεται κάποιος, αλλά όταν εμείς δεν σκεφτόμαστε κάποιον.

Αυτό σου τό 'χω ξαναπεί, μα δεν πειράζει να ξαναθυμόμαστε  ό,τι μας κάνει καλό κι ό,τι  μας γιατρεύει. Στο 'χα πεί ένα Σάββατο βράδυ, από τη Λωζάννη.
Ήτανε το πρώτο μου βράδυ εκεί. Με το γιό μου. Σε ξαναφέρνω σ' εκείνες τις μνήμες, από τη Λωζάννη, στο φιλόξενο σπίτι του παιδιού μου. Το πρώτο βράδυ μαζί του. Είχαμε περπατήσει  συντροφιά, στους ήσυχους δρόμους της πόλης, κι είχαμε φτάσει μέχρι το γιαλό (δηλαδή μέχρι τη λίμνη), απ' όπου βλέπαμε φωτισμένες τις απέναντι γαλλικές ακτές.

Περπατώντας για τη λίμνη,  αντικρύσαμε μιαν εξέδρα, στημένη για να παίζουν οι νεολαίοι τις μουσικές τους και για κάθε άλλη νεανική δραστηριότητα. Λίγο πιο εκεί, μια προτομή του Καποδίστρια. Η Ελβετία ευγνωμονούσα, απαθανάτιζε τον άνδρα, και  «η Ελλάς δολοφονούσα» εξαφάνιζε τον κίνδυνο να πραγματοποιηθεί το όραμά του και ενταφίαζε τον οραματιστή, σκέφτηκα.

Ένα καραβάκι πέρασε από μπροστά μας σκίζοντας θορυβωδώς τα νερά, κι απ' όπου περνούσε, κεντούσε, με τους αφρούς του, σα με δαντέλλες,  το ακύμαντο πέπλο της λίμνης, που πριν καθρέφτιζε τις φωτισμένες κατοικίες και τα ξενοδοχεία της ακτής.

Ήσυχη βραδιά, λίγο νησί, λίγο Μεσόγειος, λίγο καλοκαιράκι, μ ‘ όλο που η ώρα ήταν 11 το βράδυ, και η θερμοκρασία 3 βαθμοί. Το κρύο το ένιωθα γλυκό, με αναζωογονούσε. Τα πόδια μου που έκαιγαν από το ταξίδι, από την κούραση της ημέρας που είχε περάσει, και της νύχτας  που δεν είχα κοιμηθεί, άρχισαν να ζωντανεύουν και η ομοιόσταση (ιδιοτροπία του οργανισμού μας) έκανε δουλειά. Άρχισε να κουρδίζει το ρολόι του κορμιού και να το βάζει σε δουλειά. Καλύτερη κυκλοφορία του αίματος, καλύτερη λειτουργία των σπλάχνων, ξαράχνιασμα του μυαλού.

Ανεβήκαμε στα βράχια, για να αγναντέψουμε την EVIAN, την απέναντι γαλλική πόλη, κι είπαμε -κάποια μέρα- να πάμε ως εκεί με το καραβάκι, για καφέ, και να ξαναγυρίσουμε.

Ω! φιλενάδα, τι όμορφη που είναι η φύση, και πόσο όμορφη μπορεί να την κάνουν οι άνθρωποι! Όλα για όλους. Κι αλήθεια, πόσο άσχημη μπορεί να την κάνουν οι άνθρωποι όταν την οικειοποιούνται για πάρτη τους!  (ένας γιαλός μαντρωμένος, με πανύψηλο τείχος για να χαίρεται μονάχα ο καταπατητής! τό 'χουμε δει πολλές φορές στην πατρίδα μας).

Στο γυρισμό, μια πάπια έχει βγεί από τη λίμνη και περπατάει ανάμεσα στα παιδιά που μέχρι πριν λίγο έπαιζαν τη μουσική τους, τραγουδούσαν και χόρευαν. Πιο κεί, οι άσπροι κύκνοι, μέσα στη λίμνη, ησυχάζουν από της μέρας τα παιχνίδια, τα ταξίδια, την αναζήτηση τροφής. Άλλος, με διπλωμένο το λαιμό προς τα πίσω, κρύβει μέσα στις φτερούγες του το κεφάλι, άλλος ακόμη πλένεται, άλλος ορθός ψάχνει μια θέση να σταθεί. Άλλη μια συντροφιά κύκνων, αγαπημένη συνυπάρχει, περιμένοντας την επόμενη μέρα, στην αγκαλιά της φύσης, σ’ ένα τοπίο μεγάλης ομορφιάς, σ’ ένα τόπο γαλήνης, σε μια χώρα που σέβεται τους πολίτες της.
Παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού. Στη στάση του λεωφορείου είδαμε πως το λεωφορείο μας φτάνει. Έφτασε κιόλας, και βρεθήκαμε στο σπίτι μας σε 4 λεπτά έχοντας περπατήσει 40 για να κάνουμε τη βόλτα μας.

Σοφία,
Κάνε τη βόλτα μαζί μου, και βγές έξω χαρούμενη, έλα ξανά κοντά μας, ποιητικά.
Σε περιμένει το σημειωματάριό σου, κι εμείς..