Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Ένας τσαλαπετεινός θυμάται...


Image result for τσαλαπετεινός 


Σαν ήμουνα μικρό παιδάκι, άκουγα στο παραγώνι, τον πατέρα μου να μας λέει ιστορίες και παραμύθια. Όχι μόνο το χειμώνα, αλλά και κάθε εποχή, και σε κάθε περίσταση. Απλώς, ήτανε πιο «ζεστά», το χειμώνα.

 Άλλοτε για να μας διαπαιδαγωγήσει, άλλοτε για να μας μορφώσει, άλλοτε για να μας διασκεδάσει, κι άλλοτε για να μας υποβάλλει σε ένα τρόπο σκέψης, φρόνησης και ζωής. Μαζευόμασταν τριγύρω του και καθώς η μάνα μας έφτιαχνε κάτι για την όρεξη, (το χειμώνα κάστανα στη φωτιά, άλλοτε πιτούλες, ή φρούτα), εμείς τα παιδιά κοιτώντας τον προσηλωμένα, ρουφούσαμε την κάθε του λέξη.

Η αφηγηματικότητά του ήταν απαράμιλλη, ο λόγος του έρρεε σαν το νερό στο ρυάκι, και με τη γλυκειά και υποβλητική φωνή του έχτιζε σιγά-σιγά το παραμύθι του, και μας τραβούσε κοντά του, στο κέντρο της ιστορίας, να γίνουμε κι εμείς ήρωες, παλιάτσοι, μαχητές, αρχηγοί. Να διαλέξουμε πόστο.

Οι μεγαλύτεροι συχνά την είχανε ξανακούσει την ιστορία, αλλά η μυσταγωγία ήταν ανάγκη να επαναληφθεί και για τους μικρότερους. (Όποιος αδημονούσε, ή θορυβούσε υφίστατο υποχθονίως -από τον παρακαθήμενο- το επιτίμιο της ενόχλησης). Αλοίμονο, αν ο μπαμπάς έβαζε στη διήγησή του καμμιά πρόταση περισσότερο ή λιγότερο! (Αστοχία! μπαμπά ξέχασες..., όχι έτσι ακριβώς...) Μα εγώ ήμουνα από τους μικρούς, κι η μαγεία της αφήγησης δεν μ' άφηνε να σκίσω τούτο το πέπλο της ομορφιάς, και να διαπιστώσω ανακρίβειες! Ο μπαμπάς ήτανε ποιητής! Και μπορούσε να πλάθει την ιστορία του κατά την έμπνευση της στιγμής!

Μια από τις όμορφες ιστορίες που άκουγα στις τέτοιες μυσταγωγικές συγκεντρώσεις μας, ήταν η ιστορία του τσαλαπετεινού.

Ο τσαλαπετεινός είναι ένα όμορφο πουλί, που συχνά τον βλέπαμε τα καλοκαίρια που πηγαίναμε στα χωράφια μας. Τον βλέπαμε, να πετάει από δέντρο σε δέντρο και να στήνει τις συντροφιές του από εδώ κι από εκεί. Τραγουδιστής και εραστής της συντροφιάς, ο τσαλαπετεινός και η παρέα του, δε σταματούσανε το τιτίβισμα, κι άλλο δεν κάνανε παρά όπως ο τζίτζικας συνεδριάζανε όλα τα μεσημέρια στη συκιά και δε σταματούσανε ούτε για να φάνε. Ασε που σαν μαζευότανε κάποια στιγμή στο σπίτι του, άλλο δεν έκανε παρά να τσακώνεται με την κυρία του και με τα παιδιά του για τις δουλειές. Τις δουλειές που κανείς τους δεν έκανε. Και πλησίαζε και η ώρα του θερισμού!

Σαν ωριμάσανε τα γενήματά τους, ούτε και τότε δεν αφήσανε το τραγούδι. Ο τσαλαπετεινός, σαν οικογενειάρχης, ήξερε πως έπρεπε να φροντίσει. Αλλά... πώς; μόνος του; ήταν βαρειά η δουλειά! Τα παιδιά; είναι μικρά! Η κυρά του; Μα ποιός θα φτιάξει το φαΐ;

Μαζευτήκανε τότε οι φίλοι, κι αρχίσανε τα τιτιβίσματα. Ο τσαλαπετεινός τους εζήτησε βοήθεια, για να συνάξει τα γενήματά του, κι αυτοί του είπαν: αύριο!

Την άλλη μέρα, πήγε στο τιτιβισμιό (στη συκιά, όπου κάθονταν τις προηγούμενες μέρες) για να συναντήσει τους φίλους του, και να πάνε για το θερισμό, όπως του είχαν υποσχεθεί, αλλά... δεν βρήκε κανέναν εκεί! Περίμενε, περίμενε, και κάποια στιγμή, αργά το μεσημέρι φάνηκαν καμπόσοι! Συγγνώμη φίλε μου, μας πήρε ο ύπνος, του είπανε, και τώρα έπιασε ζέστη, δεν είναι ώρα για δουλειά, είναι ώρα για μπάνιο, άσε, αύριο τα λέμε!

Ο τεμπελάκος ο τσαλαπετεινός, βρήκε να 'χουν δίκιο οι φίλοι του, κάθησε μαζί τους και πέρασε την ώρα του και ξέχασε την ανάγκη του θερισμού!

Έτσι πέρασε όχι μια και δυό μέρες, αλλά όλο το καλοκαίρι!

Δεν βρέθηκε ούτε μια μέρα που να ξυπνήσανε πρωΐ, για να πάνε στο θερισμό!

Τα γενήματα μείνανε αθέριστα στο χωράφι, μέχρι που έφτασε το φθινόπωρο, κι αρχίσανε τα πρωτοβρόχια!

Η γή διψασμένη, παραδόθηκε σαν τον παράλυτο που χύνεται στο χώμα και δεν μπορεί να μαζέψει τα μέλη του.

Ο ουρανός φορτωμένος από το νερό, που εξατμίστηκε από την κάψα όλου του καλοκαιριού, άνοιξε τους ασκούς του κι έριξε ποτάμι τη βροχή του πάνω στα ξερά γενήματα, που λυγίσανε από το τόσο νερό, Σπάσανε οι καλαμιές, και πέσανε στο χώμα. Τα στάχυα, γκαστρωμένα με χοντρά κουκιά διπλές σειρές σκορπίσανε και θαφτήκανε στο χώμα. Δεν μπορούσες πια, τίποτε να μαζέψεις. Όλα χαθήκανε.

Ο τσαλαπετεινός, σαν είδε τούτη την καταστροφή, συλλογίστηκε τα παιδιά του, το χειμώνα, το κρύο, μα προ πάντων την πείνα, κι έπεσε να πεθάνει. Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε και αποφάσισε: Ως εδώ! Αυτό δεν πρόκειται να ξαναγίνει! Αχ! στερνή μου γνώση, να σ' είχα πρώτα!

Μετά από τούτο το κακό, ο τσαλαπετεινός, άρχισε να κάνει κάθε μέρα κι από κάτι για να αντιμετωπίσει τα κακά που τον είχανε βρεί. Και δε σταμάτησε να λέει στα παιδιά του, πως η πολλή κουβέντα βλάφτει αν δεν γίνεται και η δουλειά.

Όχι πως σταμάτησε να τιτιβίζει, (πρώτα η ψυχή βγαίνει και μετά το χούι), αλλά, άρχισε να το σκέφτεται, πως δεν μπορεί να αφήνει τα πράγματα στην τύχη τους. Το κατάλαβε πολύ καλά, πως δεν μπορείς να περιμένεις από τους άλλους, να δούνε την ανάγκη σου σαν να είναι δική τους,. Γιατί, τότε, εξαρτάσαι από αυτούς και πρέπει να φοβάσαι πως θα απογοητευτείς. Εσύ μονάχα έχεις την ευθύνη να φροντίζεις για τις ανάγκες σου.

Την άλλη χρονιά, μόλις τα τσαλαπετεινάκια τελειώσανε το σχολείο, ο μπαμπάς τσαλαπετεινός (που θυμότανε τα περσινά) τα πήρε και πήγανε όλοι μαζί για να θερίσουνε και να φυλάξουνε τα γενήματα, ώστε να 'χουνε τροφή για το χειμώνα.

Τα τσαλαπετεινάκια, που είχανε περάσει ένα μαρτυρικό χειμώνα, καθώς ένιωθαν να είναι αδύναμα και να κρυώνουν από την πείνα, ήταν ευχαριστημένα για το χειμώνα που θα ερχόταν, γιατί είχαν λάβει όλα τους τα μέτρα εγκαιρα.

Σημείωση: 
Για τούτη την ιστορία ο πατέρας μου αφιέρωνε ώρα αρκετή. Ωρα κατήχησης και παιδαγωγικής μυσταγωγίας. 
Η μάνα μου για τη σχετική διδαχή αφιέρωνε μόλις μια φράση: αλοίμονο σ' εκείνον που τον δέρνουν δώδεκα, κι ο νούς του δεν τον δέρνει! (= αλοίμονο αν δεν μαθαίνεις από τα παθήματά σου!)

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη: Ο Καλογιάννος (1878)



Μη με ρωτάς πούθ’ έρχομαι, μη με ρωτάς πού τρέχω·

πατρίδα εγώ δεν έχω

παρά του βάτου τ’ άγριο, τ’ αγκαθερό κλαρί·

με δέρνει τ’ ανεμόβροχο, είμαι φτωχό πουλί.

Ο λόγγος το παλάτι μου, και βιο μου είν’ η χαρά·

πετώ, κορνιάζω ξέγνοιαστος οσό ’χω τα φτερά.

*
Λίγη δροσούλα τ’ ουρανού τ’ ακούραστο λαρύγγι

μου το ξεφρύγει, όταν διψώ, και ζω μ’ ένα μυρμήγκι.

Ξυπνώ το γλυκοχάραμα· του ήλιου την αχτίδα

φορώ μαλαμοκέντητη βασιλική χλαμύδα

κι αρχίζω το τραγούδι μου. Στα σύγνεφ’ ανεμίζει

περήφανος σταυραϊτός, τον κόσμο φοβερίζει,

κι εγώ τον βλέπω και γελώ… Δεν του φθονώ την τύχη,

ούτε με σκιάζει τ’ άσπλαχνο, το φοβερό του νύχι,

γιατί δεν καταδέχεται μ’ εμένα να χορτάσει

θεριό που προς τη δόξα του βρίσκει στενήν την πλάση.

Το κράζουν αυτοκράτορα… του φόρεσαν κορόνα,

μας το ’πλασαν δικέφαλο… του γράφουν την εικόνα…

τη μια τη φούχτα να κρατεί χρυσή τού δίνουν σφαίρα,

στην άλλη του γυμνό σπαθί… κι επήρε ο νους του αγέρα!

*
Το πρώτο του φθινόπωρου που φαίνεται λουλούδι

είν’ η ξανθή μου η κυκλαμιά. Εγώ με το τραγούδι 

την ανακράζω από ψηλά κι εκείνη στη φωνή μου

γοργά προβαίνει ολόχαρη. Πιστόν προξενητή μου

το πρωτοβρόχι δέχεται στο φτωχικό κρεβάτι

και δείχνεται στο φίλο της εντροπαλή, δροσάτη…

Δεν σε ζηλεύω σταυραϊτέ! Του πριναριού μου η μάζα

αξίζει την κορόνα σου και τα χρυσά τσαπράζα.

Δεν ανεβαίνω σαν εσέ και σαν εσέ δεν πέφτω

στην αρπαγή, στο σκοτωμό, κι άλλο ποτέ δεν κλέφτω

παρά με το τραγούδι μου καμιά καρδιά καμένη.

Εσέ σε βάφουν αίματα, εμέ η δροσιά με πλένει.

Ζω με τα φύλλα τα χλωρά, με τ’ άνθη θα πεθάνω,

κι αφήνω χωρίς κλάματα τον κόσμο αυτόν τον πλάνο.

*
Μια μόνη αγιάτρευτη πληγή έχω βαθιά κρυμμένη

στην άκακή μου την καρδιά, και κάποτε πικραίνει,

διαβάτη, αυτή μου τη χαρά…

Είχ’ αγαπήσει μια φορά

στο πρώτο το ταξίδι μου μια καλογιαννοπούλα,

γκόλφι του λόγγου ατίμητο, και σαν εμέ φτωχούλα.

Σ’ ένα κλαρί παράμερο, μακρά από κάθε μάτι,

εγώ κι εκείνη εστήσαμε το νυφικό κρεβάτι,

και με τραγούδια αδιάκοπα και με τον έρωτά μας

κρυφά κρυφά αναθρέψαμε, διαβάτη, τα παιδιά μας.

Μια νύχτα που την έσφιγγα γλυκά με τα φτερά μου

κι ένιωθα μου λαχτάριζε στη φλογερή αγκαλιά μου, α

κούω που τρέμει το κλαρί και βλέπω έναν αστρίτη

που κοίταζε να καταπιεί το φτωχικό μας σπίτι.

Τα μάτια που μου κάρφωσε στην όψη το θερίο,

η γλώσσα του η διχαλωτή, το χνότο του το κρύο,

διαβάτη, με μαρμάρωσαν… εσβήστηκα… δεν είδα

τη φοβερή μας τη σφαγή… Στην πρώτην την αχτίδα

του ήλιου, που μ’ επύρωσε, ξυπνώ στη γη ριμμένο…

Μου λείπαν όλα τα παιδιά… βαρύ, κουλουριασμένο

το σερπετό εκοιμότουνε μες στη φωλιά χορτάτο

κι η μάνα ετοιμοθάνατη, που σπάραζε στο βάτο,

είχε τη σάρκα ολάνοιχτη… Ορμώ, την αγκαλιάζω·

του κάκου σκούζω, δέρνομαι, του κάκου τηνε κράζω…

Κι εκεί που της εμάλαζα τα ξεσχισμένα στήθη,

διαβάτη μου, το αίμα της στην τραχηλιά μου εχύθη.

Κι από τα τότε μὄμεινε μες στην καρδιά η πικράδα

και στο λαιμό παντοτινά γραμμένη η κοκκινάδα…

*
Αλλά… δε θέλω κλάματα· μακρά από μένα ο πόνος.

Βασιλικό παλάτι μου είναι τ’ αράμνου ο κλώνος

και βιο μου είν’ η χαρά.

Θέλω να ζήσω ξέγνοιαστος οσό ’χω τα φτερά.

 

Σημείωση
 
Η ζωή του Καλογιαννου, θαρρώ πως είναι η ζωή της Πατρίδας μας, κι η ζωή μας. 
Κι ο Καλογιάννος εμείς.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Οι μεγάλες θεωρίες για το μίσος και η χρήση τους (ΙV)


Image result for εικόνες κορνήλιος καστοριάδης 

Τελειώνοντας...

Προκειμένου να δοθεί μια απάντηση σε τούτον τον τυφώνα που περιδίνησε τη σκέψη μας, χρειάζεται ένα υπόμνημα για τους αόρατους στόχους των ανθρώπων του μίσους, που διαρκώς βάλλουν εναντίον των ορατών στοχευμάτων τους! Χρειάζεται, επί τέλους να εστιάσουμε ενάντια στην εντεινόμενη πολτοποίηση της σκέψης μας. Να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, και να απαντήσουμε στο σαφές ερώτημα:

Τί είναι αλήθεια εκείνο που μισεί ο Έλληνας; Ποιά είναι η σχέση μίσους και ισχύος, μίσους και εξουσίας; Τί σημασία έχει να σε «μισούν» οι ισχυροί και έχοντες την εξουσία, και τί σημασία έχει ο αδύναμος, μονήρης και ενδεής αντιρρησίας; Ποιός είναι, τελικά,  ο «ιδεολόγος της αγάπης» που αντιμάχεται το «μίσος μας»;

Δεν νοείται να μισεί ο Έλληνας μια κοινωνία όπου όλοι οι πολίτες έχουν ασφάλεια, περίθαλψη, σχολείο, δουλειά, ελευθερία, και προοπτικές. Δεν νοείται να μισεί ο Έλληνας να έχει πολιτικούς που να μην ψεύδονται. Πολιτικούς που υπερασπίζονται την Ελλάδα και την ανάπτυξή της. Βεβαίως θα θέλει να έχει λόγο! Αλλά, ξέρει να δέχεται τον ικανό, που δυστυχώς, πολλές φορές, ιστορικά, υπήρξε απλώς ένας καιροσκόπος ψεύτης, ιδιοτελής
και πλάνος!

Ο Έλληνας, θέλει να έχει άποψη για τη ζωή του, σήμερα και αύριο, κι αυτό δεν είναι μίσος, είναι αγάπη στην ελευθερία του και στον αυτοπροσδιορισμό του, παγιωμένη χιλιάδες χρόνια τώρα σε τούτον τον κόσμο. 

[Συνεπώς, αυτό που του έμεινε, του «μισερού Έλληνα», είναι να στήνει το αυτί του και ν' αφουγκράζεται και να ελέγχει -δις και τρις- τον πολιτικό που ευαγγελίζεται την διάφανη και συμφιλιωμένη κοινωνία, και τους σαλπιγκτές του αγώνα του. Να ελέγχει το πώς και το γιατί. Γιατί το κήρυγμα για τη διάφανη κοινωνία, που κάποτε είχε πιστέψει, πνίγηκε στα ανεξιχνίαστα-και με νόμο- πολιτικά σκάνδαλα, κι η συμφιλιωμένη από τον πόλεμο κοινωνία, έγινε κοινωνία με «μισερούς έλληνες», που βαφτίστηκαν έτσι επειδή δεν λένε ναί σε κάθε αλλοτρίωση του λαού, εκμαυλισμό σε παράδοση και εξάχνωση της εθνικής υπόστασης. Που έγινε κοινωνία με μισερούς έλληνες γιατί αντιτάσσονται σε όσους υποσκάπτουν την ανόρθωση του εθνικού αναστήματος και της εθνικής μας ανεξαρτησίας.]

Γιατί, δεν νοείται, επίσης, να υπάρχει πολιτικός, που να θέλει να θεωρείται Έλληνας, και -ταυτόχρονα-να θέλει την παράδοση της Χώρας σε αλλοεθνή συσσωματώματα, σε αλλοεθνή συμφέροντα, και τους Ελληνες πενόμενους, αβάσταχτα φορολογούμενους, αναγκεμένους στο έπακρο, γερόντους εγκαταλελειμμένους και αδύναμους, χωρίς φάρμακα, χωρίς παρηγορία, άτεκνους για οικονομικούς λόγους και θλιμμένους για την έλλειψη -και της ελάχιστης ακόμη- προοπτικής.

Πώς νοείται να μην υπάρχει στα πολιτικά μας προγράμματα η παραμικρή σκέψη για αναγέννηση της παραγωγής και των δημιουργικών τεχνών, «βαναύσων» και Καλών, προς όφελος του λαού και της Χώρας;

Είναι γνωστό πια, και είναι γεγονός. Οι περικοπές οδήγησαν ακόμη και σε κλείσιμο της «βαρειάς μας βιομηχανίας»! [Μουσείο Μπενάκη (οδός Πειραιώς) κλειστόν Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη, «λόγω περικοπών». Μουσείο Μπενάκη (οδός Κουμπάρη) κλειστόν Δευτέρα και Τρίτη, «λόγω περικοπών». Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, κλειστόν Δευτέρα, Τρίτη και Τετάρτη «λόγω περικοπών». (Υπάρχουν κι άλλα μουσεία κλειστά τη μισή εβδομάδα; Μη ρωτάμε μετά σαν τον ανίκανο και ανήξερο τσοπάνη «τί έχουνε τα έρημα (τα πρόβατα) και ψοφούνε;» Η απάντηση για τον τσοπάνη είναι μιά: «(ψοφούνε, γιατί) Μέρα τα μπάζει, μέρα τα βγάζει!» Ο καλός τσοπάνης ξέρει, πως τα ζωντανά, αξημέρωτα χρειάζεται να βγούνε για βοσκή, και με το γέρμα του ήλιου να γυρίσουν στο μαντρί. Γιατί αλλιώς δεν θά 'χουν ούτε ανάπτυξη, ούτε αναπαραγωγή. (Έτσι και τα μουσεία. Αφού, όσο να ανοίξουν- κλείνουνε, δεν υπάρχει χρόνος για ν' αποδώσουν!] Κι έτσι ρημάζουν όλα, ρημάζει κι η προοπτική εσόδων, ρημάζει κι η φήμη των αρχαιοτήτων μας!)

Ρημάξαν κι οι ψυχές μας με την απληστία του επιούσιου και του διορισμού στην προσδοκία της ανώδυνης (χωρίς κόπο) αμοιβής. Διορισμένοι, είτε στην ευρώπη, είτε στο δντ, είτε στο κανάλι της προπαγάνδας, είτε κομματάρχες, είτε γραμματείς, είτε «φαρισαίοι του ορθού λόγου και της μοναδικής αξιόλογης αλήθειας» που πάσχουν -από το βήμα κάποιου καναλιού ο καθένας τους- για να καταπείσουν τους αφελείς και να κάμψουν τις αντιστάσεις και τις όποιες αντιρρήσεις συνειδήσεώς μας...

Αλλά, είναι πια προφανές, ότι με τέτοιες απόψεις και προπαγάνδες, όπως του αρθρογράφου και άλλες παρόμοιες ανεπέρειστες και έωλες, έχετε καταφέρει, οι δημοσιογράφοι και οι λοιποί της «ενημέρωσης», να φτιάξετε μια κοινωνία όπου έλληνες προπαγανδίζουν ότι οι ελληνες είμαστε κομπλεξικοί επειδή προβληματιζόμαστε με την μπαγκλαντοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, και την εισδοχή στις εξουσιαστικές,ρυθμιστικές και πολιτικές δομές της Χώρας ατόμων χωρίς κανένα απολύτως δεσμό με την Χώρα μας, την ιστορία και την προοπτική μας. Ότι είμαστε σαχλοί που δεν συμφωνούμε στην ευρωπαἰκή κοροϊδία. Ότι είμαστε συνωμοσιολόγοι επειδή δεν βλέπουμε με καλό μάτι τις αναδιατυπούμενες «εγγυήσεις» και τις εικονικές διαβεβαιώσεις της ευρώπης. Επειδή η -εντόκως δοθείσα- αλληλεγγύη των ευρωπαίων εταίρων μας, δεν θα ξεχρεωθεί ούτε από τα δισέγγονά μας! Ή επειδή -η ηθελημένα και παρ' αυτών μεθοδευόμενη καθυστέρηση για κάποια συμφωνία- θεωρούμε ότι γίνεται για να γίνει τελικά η συμφωνία όπως τη θέλουν αυτοί, οι «θεσμοί». Και για να γίνει με όποια κυβέρνηση θέλουν αυτοί, αφού de facto εκδιώξουν την κυβέρνηση που ανέδειξε ο Ελληνικός λαός.

To Συμπέρασμά μου


Τα ερωτήματα που μου γέννησε τούτο το άρθρο, μου τα απάντησε όλα, ευσύνοπτα, ένα άλλο άρθρο, εδώ. Τούτο το τελευταίο -με θέμα του «Όταν η Τέχνη εκφράζει την πραγματικότητα»- μου αποκάλυψε πως όταν  σκεφτόμαστε δημιουργικά και κριτικά, τότε δεν θα καταπίνουμε αμάσητες όλες τις προπαγανδιστικές φλούδες περί της φιλοσοφικής μας κενότητας και περί της ψυχικής μας ανωμαλίας. Φλούδες που τις πετάνε μπροστά μας οι-ελεύθεροι ή μισθωμένοι- μπανανοπωλητές συμφερόντων εξαγοράς, υποταγής, υποδούλωσης, υπομείωσης, προσβολής και χειραγώγησής μας.

[Σε κάθε περίπτωση, για την γνώση, πάντα υπάρχει ένας δρόμος. Εάν δεν σε βοηθήσει το Σχολείο για να την αποκτήσεις, θα σε βοηθήσει το «πεζοδρόμιο», δηλ. η τριβή με τη ζωή. (Προσπάθειες, αποτυχίες, επιτυχίες, πείσμα, εμπειρία, οργάνωση, πειθαρχία, στόχοι). Πολλοί άνθρωποι, επιχειρηματίες, επαγγελματίες, επαναστάτες, πολεμιστές, ευεργέτες, δάσκαλοι, κλπ. έλαβαν με άριστα το πτυχίο του πεζοδρομίου και -είναι ιστορικό δεδομένο ότι- ωφέλησαν πολλαπλώς την πατρίδα μας.]

Τελικά, ο Κ. Καστοριάδης, όσο και να ζητούσε την αυτογνωσία και την εσωτερική ανασκόπηση, ανάλυση και αναδίφηση, μέσα από την ικανότητά μας να αυτοελεγχόμεθα, και -όσο και -να μας ενθάρρυνε στην κάθαρση της σκέψης και της πνευματικής μας δράσης από τα ζιζάνια της βλακείας, του εγωϊσμού και της άκριτης αυτοδικαίωσης, αποκλείεται να ήθελε να μας υπαγορεύσει ότι οι έλληνες είμαστε ο πιο άθλιος και μικρόνους λαός του κόσμου, πρωτίστως γιατί θα είχε διαπράξει το ατόπημα αυτό, ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του.

Και δεν πιστεύω πως του έλειπε η αυτοεκτίμηση.

Διδάσκαλοι, όλων των βαθμίδων: Μην περιμένετε μονάχα τη Θεία επέμβαση. Ο Θεός, πάντα την κάνει την δουλειά του. Δικαιώστε κι εσείς το ρόλο και την αποστολή σας, με το έργο και με το λόγο σας!

Σε αντίθεση προς τον αρθρογράφο του μίσους, θα έλεγα, μακάρι η νίκη σε τούτον τον πόλεμο της φθοράς, της εξαγοράς, του εξανδραποδισμού και της γενοκτονίας, να κερδηθεί από 'κείνους που «μισήσαν» τους πολέμους και τις διαιρέσεις, τις υποχωρήσεις και τους ενδοτισμούς στους ληστρικούς εκβιασμούς.

Γιατί, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, να συμβεί το απροσδόκητο: η ελπίδα του αυτοσεβασμού, της ανθρωπιάς και της εντιμότητας να εγκαθιδρύσει, στις σχέσεις των λαών του κόσμου, την αγάπη και την ενότητα, διαψεύδοντας τις θεωρίες του μίσους.

Έχουμε, βέβαια, πολύ δρόμο ως εκεί.

Οι μεγάλες θεωρίες για το μίσος και η χρήση τους (ΙΙΙ)


Image result for εικόνες κορνήλιος καστοριάδης 

Συνεχίζοντας...

Ζήτημα πέμπτο

Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι μόνιμος αντιπερισπασμός ασκείται από τους ανθρώπους του μίσους σε οποιονδήποτε εποικοδομητικό σχεδιασμό εξέλιξης των κοινωνιών. Με τη ρήση του αυτή, ο αρθρογράφος, προφανώς, εξειδικεύει -για τις ανάγκες του σκοπού του- τη μεθοδολογία της δολιότητας και της πλεονεξίας.

Η τοποθέτηση αυτή δεν είναι αναντίρρητη: Ο μόνιμος αντιπερισπασμός που ασκείται από τους ανθρώπους του μίσους, δεν αφορά τον εποικοδομητικό σχεδιασμό της εξέλιξης των κοινωνιών.  (Οποία ύβρις! Ονειρεύονται ως υπεράνθρωποι ή ως Θεοί ότι δημιουργούν κάθε ώρα τις δομές του κόσμου! Προφανώς, ο αρθρογράφος, γράφων ανθρωπίνως,  εννοεί κοινωνικές αλλαγές σε διαδικασίες και πρακτικές, θεραπείες, κατασκευές κλπ. σχετικά. Γιατί το άλλο, το ζήτημα «του σχεδιασμού της εξέλιξης των κοινωνιών», εμπεριέχει υπεράνθρωπες ιδιότητες, ικανότητες και εξουσίες, όχι αδύνατο να συντρέξουν, αλλά συνιστά «ύβριν» να θεωρούνται  αυτονοήτως ως δημιουργικά αγαθές και δεδομένες). Ο μόνιμος αντιπερισπασμός του αρθρογράφου μας, λοιπόν, αφορά πράγματι, την επιδίωξη της ολοκλήρωσης των σχεδίων που έχουν οι ίδιοι, οι -μισεροί- άνθρωποι της απληστίας. Οι άνθρωποι που μισούν την κατάπαυση της πλεονεξίας και της αρπαγής των αγαθών που ανήκουν σε άλλους, γιατί η αρπαγή από απληστία, είναι γι' αυτούς τρόπος και στόχος ύπαρξης και ζωής. Αυτωνών τα σχέδια, δεν ήσαν ποτέ η εξέλιξη των κοινωνιών. Αυτό το δείχνει και η ιστορία και η οικονομία, και η πολιτική. Ο μόνιμος αντιπερισπασμός που αυτοί κάνουν, είναι η διαίρεση των κοινωνιών, ο διχασμός των λαών, η συχνή διαφοροποίηση των ζητουμένων, ή η υποβάθμιση του ενός έναντι του άλλου,
και η επικράτηση του ενός έναντι του άλλου. Δεν είναι ποτέ η ένωση, η σύμπραξη, η άμβλυσνη των διαφορών. Είναι η σύμπραξη κάποιων επί σκοπώ επικράτησης αυτών των ίδιων, ή της δολιοφθοράς άλλων.

Ζήτημα έκτο

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο «Και το κομμάτι της καταστροφικότητας που απομένει, φυλάσσεται σε μια δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε «πόλεμο» μόλις απειληθεί η παγιωμένη αντίληψη «περί δικαίου» της καθαγιασμένης ιδεολογίας που επικρατεί....».

Τί ασυνεπής, και μη σύμφωνη με τη ζώσα πραγματικότητα δήλωση! Είναι άραγε αλήθεια ότι συντελείται καταστροφή όταν απειληθεί η παγιωμένη αντίληψη της καθαγιασμένης ιδεολογίας περί δικαίου; Είναι αλήθεια ότι η καταστροφικότητα φυλάσσεται σε δεξαμενή έτοιμη να εκραγεί;

Πόσο προπετής, κατασταλτική, ψευδής ως συντρέχουσα συνθήκη, όλη αυτή η τοποθέτηση! Δεν είναι ήδη ολόκληρη η ελληνική κοινωνία και χώρα πλήρως αποσυντονισμένη, ηθικά, υλικά, οικονομικά, πνευματικά, πολιτικά και οργανωτικά; Δεν κρέμεται από τα εκβιαστικά χείλη των δανειστών της, που κρατούν τιμωρητικά τη δαμόκλειο σπάθη ενός νέου μνημονίου αντί της πλήρους κατανόησης ότι οικονομική ενοποίηση σημαίνει οτι ο κάθε λαός θα συμμετέχει στην ενωνμένη Ευρώπη με ό,τι ευδοκιμεί στην ιδιοσυγκρασία, τον τόπο, την παράδοση, τον εθνικό χαρακτήρα και το πανανθρώπινο πρόταγμά του;

Είναι δυνατόν οι Έλληνες να γίνουν Γερμανοί; Οι Γάλλοι να γίνουν Εγγλέζοι; Οι Ολλανδοί να γίνουν Ισπανοί, κι οι Ιταλοί να γίνουν Λουξεμβούργιοι;

Είναι δυνατόν εμείς να ξεριζώνουμε τις ελιές μας, να πετάμε τα ροδάκινά μας, να μην προστατεύουμε τα προϊόντα μας, να αποκηρύσσουμε τους φίλους μας και να αγκαλιάζουμε αυτούς που μας εχθρεύονται και μας υποβλέπουν;

Είναι δυνατόν να απεμπολούμε τον τόπο μας, την ιστορία και τις παραδόσεις μας, για να μην προσβάλλονται όσοι μας κλέβουν και μας εξαπατούν, μας ληστεύουν, μας σκοτώνουν, γκρεμίζουν τα κτίρια και βομβαρδίζουν τις υποδομές μας, για ένα καπρίτσιο τους, και από εκδίκηση; Και, ύστερα από όλα αυτά, είναι δυνατόν να δίνουμε τη συναίνεσή μας σε κάθε πολιτικό και οικονομικό, ηθικό και εθνικό βιασμό μας;

Τελικά, πρέπει οπωσδήποτε να βρεθεί μια λύση, μια απάντηση, σε τούτη την τρικυμία εν κρανίω!

Οι μεγάλες θεωρίες για το μίσος και η χρήση τους (ΙΙ)


Image result for εικόνες κορνήλιος καστοριάδης 

Συνεχίζοντας ...

Ζήτημα δεύτερο

Η επόμενη σκέψη του αρθρογράφου είναι μια «βαθειά» διαπίστωση: «Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο».

Συχνά ακούμε μεγαλόστομες κουβέντες με περιεχόμενο που «μπορεί να εννοηθεί», μόνο από αυτούς που χειροκροτούν τους ομιλητές. Οι υπόλοιποι ή είναι βλάκες, ή δεν αξίζει να καταλαβαίνουν τέτοιας μεγάααλης σημασίας κουβέντες, (αφού αξία έχει μόνο το χειροκρότημά τους, κι αυτό το αρνούνται!).

[Ο Μιχάλης, ο φροντιστής, εξηγώντας μας κάποτε τα δύσκολα, μας έλεγε: Όταν βλέπετε «βαθυστόχαστες εκφράσεις που είναι αδύνατο να προσδιορίσετε το περιεχόμενό τους», μην αισθάνεστε βλάκες. Ούτε οι συγγραφείς των φράσεων αυτών μπορούν. Καλή του ώρα, του Μιχάλη. Το δόγμα του αυτό δεν μου έτυχε να διαψευσθεί. Μου έτυχε όμως να ακούσω τον συγγραφέα, να λέει, πως επρόκειτο για μια ατυχή ή υπερβολική φράση...]

Η διατύπωση για την «οντολογική διὰρθρωση του ανθρώπου (...») είναι μια τέτοια περίπτωση. Θα εννοούσα πως «ο ποιητής θέλει να ειπεί» για τον τρόπο που άνθρωπος σκέφτεται, ζεί και -γενικώς - δρά και αντιδρά, και για «την εκ των πραγμάτων ανὰγκη του ανθρώπου να ζήσει μαζί με -πολλούς και πολύ διαφορετικούς – άλλους. Θα εννοούσα επίσης, ότι η ανάγκη  αυτή γεννά καμμιά φορά (ή και πλειστάκις) τον «εξαναγκασμό» του (ανθρώπου) από τις κοινωνικές και πολιτικές δομές (Πολιτεία, δια του νόμου, ή από τον κοινωνικό περίγυρο μέσω μιας άτυπης πίεσης) να συμμορφώνεται. Να το δέχεται δηλαδή. Ή μήπως εννοεί κάτι άλλο ο ποιητής;

Και εκείνο το «εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση» τί άραγε υποδηλώνει; ποιός εξαναγκάζει την κοινωνική οργάνωση; Ή τί υποδηλώνει εκείνο το «εξαναγκασμούς σε κάθε πολιτικό πλάνο»; Ποιός «εξαναγκάζει» το πολιτικό πλάνο; και πώς νοείται ότι εξαναγκάζεται ένα πολιτικό πλάνο;

Ζήτημα τρίτο

Η αμέσως επόμενη σκέψη του, με τρομάζει: Λέει ο αρθρογράφος, επικαλούμενος τα γραπτά του Καστοριάδη: ότι ο άνθρωπος που μισεί «καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μια «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση συμφιλίωση».

Πρώτα-πρώτα ο αρθρογράφος μας, ο ίδιος, όρισε κατ' αρχήν κάποιον που μισεί και στη συνέχεια όρισε ότι αυτός ο μισερός άνθρωπος μισεί ανθρώπους, διαφορετικούς από αυτόν, και ότι με τον τρόπο αυτόν, στέκεται εμπόδιο σε μια κοινωνία που από μόνη της θέλει να είναι καθαρή και συμφιλιωμένη. Μάλιστα.

Καμμιά φορά ο προβληματισμός, μπορεί να ξεδιαλύνει το πνευματικό σκότος και να δώσει λύσεις σε αδιέξοδα.

Όμως η εκ προθέσεως συσκότιση των σαφών και διάφανων απαντήσεων σε σκοπίμως αδιέξοδα και σε σκοτεινά ερωτήματα, δεν γίνεται για να δοθούν λύσεις και να αρθούν αδιέξοδα.

Η καθοδήγηση της σκέψης του κοινού, συνήθως, συμβαίνει για να προκαταλαμβάνονται αντιδράσεις και αντιστάσεις και για να κατευθύνονται στην παραγωγή συγκεκριμένου αποτελέσματος οι θετικές προσπάθειες και ενέργειες. Αυτός είναι -ανάμεσα σε άλλα- και ο σκοπός της πολιτικής, οικονομικής, επιχειρηματικής κλπ. προπαγάνδας και της διαφήμισης. (Όλα, όταν δεν είναι εμπόριο, είναι πολιτική. Ή μήπως όλα είναι απλώς εμπόριο, οικονομία ή/και εξουσία;)

Είναι φενάκη, το διακύβευμα της διαφανούς και συμφιλιωμένης κοινωνίας που δήθεν κινδυνεύει από τον «μισερό» άνθρωπο, που αρνείται το αλλότριο προς αυτόν!

Γιατί στη σαθρή αυτή «φιλοσοφική» και μεγαλορρήμονα τοποθέτηση λανθάνει εντελώς η απάντηση στο ερώτημα: «Ποιός έχει -κατ' αρχήν- την ιδέα να είναι η κοινωνία διαφανής και ποιός έχει την ιδέα να είναι συμφιλιωμένη»! Δηλαδή υπό ποίου να δι-οράται το πνεύμα της κοινωνίας, να εμπνέεται η κοινωνία και τί να κυριαρχεί ως προς τις κατευθύνσεις των αναζητήσεών της, και ως προς τί -τίνα σκοπόν και τέλος- να ομονοεί η κοινωνία!

Η κοινωνία προφανώς δεν μπορεί να είναι «διαφανής» ως προς τα ζητούμενα, γιατί οιάνθρωποι είναι διαφορετικοί κι έχουν διαφορετικούς στόχους, τρόπους κλπ. Συμφιλιωμένη μπορεί να είναι η κοινωνία όταν είναι ομοιογενής πολιτιστικά (παράδοση, ιστορία, νόημα της ζωής, θρησκευτική πίστη ή έλλειψη θρ. πίστης). Και δεν αφήνω  εκτός υπολογισμού, τον οικονομικό παράγοντα.

Ζήτημα τέταρτο

Το υψηλότερο δίδαγμα που κατακτήθηκε ποτέ, από τους ακολούθους του πνεύματος μεγάλων ανδρών, κατατίθεται σήμερα, για την αναμόρφωση της ανθρωπότητας. Και είναι τούτο: Ότι «η πλήρης Δημοκρατία και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια».

Αλλά, δεν μας είπε ο αρθρογράφος μας, σε ποιόν κόσμο συμβαίνουν όλα αυτά! Το ερώτημα μου δημιουργήθηκε, λογικά και φυσικά, γιατί έτυχε να έχω υπ' όψιν μου τόπους και συστήματα, όπου οι κατάρες αυτές, είναι εξόριστες!

Είναι γεγονός, ότι εκεί όπου ο καθένας επιζητεί να καταδολιεύσει τον άλλο τόπο, άνθρωπο ή σύστημα κλπ., προκειμένου να τον εξαναγκάσει σε υποταγή και σε συμμόρφωση στα δικά του κελεύσματα και συμφέροντα, ή έχει αναλάβει να αποδιοργανωσει τον άλλο, όχι μόνο η Δημοκρατία και η αποδοχή, αλλά ούτε η επιβίωση του άλλου είναι ανεκτή.

Ετούτο δεν συμβαίνει στα διάφορα μέρη, στους τόπους, απλώς, του κόσμου. Γιατί δεν κάνουν οι τόποι τα έργα, αλλά οι άνθρωποι.

Ετούτο συμβαίνει όταν οι άνθρωποι έχουνε «χαλασμένα μυαλά». Κι αντί για δημιουργία, σύμπραξη, συμφωνία, παραγωγή, ωφέλεια, βοήθεια, ειρήνη, και «θεραπεία της ανάγκης» του ανθρώπου, κυριαρχεί στη σκέψη τους η απόκτηση αγαθών και δυνάμεων σε βάρος των άλλων και μάλιστα σε βάρος των νομίμων κυρίων και κατόχων αυτών των αγαθών. Μυαλά γεμάτα μισαλλοδοξία, αρπακτικότητα, πλεονεξία, απληστία, αρχομανία, αλαζονεία, σκότος και αδικία, που εποφθαλμιούν ό,τι ανήκει στους άλλους. Και σαν να μη φτάνουν οι δικές τους δυνάμεις και ικανότητες, εξαγοράζουν τίποτε χαμένες ψυχές, μισθώνουν αδρά όχι μονάχα εφιάλτες, αλλά, επιστρατεύουν, ακόμα κι ανθρώπους με λόγο στον κόσμο, που δεν θα το φανταζόταν κανείς ότι μπορεί να κάνουν τέτοιο υπόγειο, απάνθρωπο, και επίορκο στην ανθρωπιά «τους» έργο. Λές πως, κι αν αποκτήσουν άπειρα αγαθά και δυνάμεις, αυτό, από μόνο του, θα καταστήσει τους άρπαγες του κόσμου αθάνατους και άτρωτους!

Από το λίγο που -περιστασιακά- έζησα στην Ελβετία, παρέα στο γιό μου, μάταια προσπάθησα να μάθω για τους κυβερνήτες του τόπου. Όλα δούλευαν σε κείνη τη χώρα. Και η Δημοκρατία, και η αποδοχή. Και οι ισολογισμοί και οι απολογισμοί. Δεν ήταν στο προσκήνιο άνθρωποι βεντέτες, να φιγουράρουν ολημερίς στα κανάλια, γελαστοί και καλοντυμένοι, γελαστοί ακόμη και στις κηδείες (εδώ ευδοκιμούν τέτοια φρούτα!) ούτε πολιτικόν άνδρα με μεταμφιεσμένο ΙΧ για να γλυτώνει φόρους, και τελικά ξενιτεμένο για να μη δικαστεί! (αλήθεια τί έγινε μ' αυτόν;) Ούτε τους παίζανε θωπευτικά χαστουκάκια οι πολιτικοί άλλων χωρών κατά τη συνεργασία τους. Δεν είδα να προβάλλονται και να ξαναπροβάλλονται τα πρόσωπά τους, επίμονα. Τα πρόσωπά τους δεν είχανε σημασία. Σημασία είχε το κυβερμητικό και κοινωφελές έργο τους. Και τέτοιο υπήρχε και ήταν ζωντανό, παντού. Στο δρόμο, στη συγκοινωνία, στο πάρκο, στο σουπερ μάρκετ, στα απορρίμματα, στη θέρμανση, στη βελτίωση των δρόμων. Στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Στα μουσεία. Καθημερινά, παντού.

Εξ άλλου, ούτε η πίστη μου, με δίδαξε να μην αγαπώ τους ανθρώπους. Ούτε με δίδαξε να θέλω το δικό τους, για δικό μου. Με δίδαξε να θέλω το καλό τους, αν έχουν πρόβλημα, και να βοηθώ, όσο καλύτερα δύναμαι. Με ιλαρότητα. Η αλληλεγγύη μου δεν είναι επαχθές δάνειο, ούτε επιζητεί την ταπείνωση του άλλου. Η αλληλεγγύη «μου» είναι αποτέλεσμα της ευγνωμοσύνης μου «που μπορώ» να μοιράζομαι και να απαλύνω τον πόνο και τη στενότητα του άλλου. Χωρίς να προσμένω την ανταπόδοση ή να απαιτώ την υποδούλωση του αποδέκτη της ελευθεριότητας της καρδιάς μου.

Μίσος για το ξένο και το άγνωστο δεν είδα να νιώθουν τόσα και τόσα αγαπημένα πρόσωπα γύρω μου. Πρόσωπα, που ασχολήθηκαν με άγνωστα επιστημονικά αντικείμενα. Με ξένα, εκ πρώτης όψεως εχθρικά, σαν που ήταν κλεισμένα μυστήρια. Κι όμως, με πίστη στη δύναμη της σκέψης, επιμονή, αγάπη για την απάντηση, και αφοσίωση για τη σημασία της προσπάθειας, έδωσαν πολύτιμο χρόνο από τη ζωή τους, κι από τη δική μου, και πήραν μόνο μια πνευματική ικανοποίηση και μια ηθική επιβράβευση. Κι από κάποιους άλλους, που έβλεπαν τα πράγματα με ποσοτικά και οικονομικά κριτήρια («τοις μετρητοίς εδώ και τώρα»), εισέπραξαν ακόμη και ειρωνεία. Κι όμως, έχουν την ευχαρίστηση της απάντησης, της λύσης, που με χαρά τη μοιράστηκαν και με πολλούς άλλους.

Ξένο, άγνωστο κι εχθρικό είναι και το πρόβλημα υγείας. Όμως με πόση αγωνία οι άνθρωποι ενσκήπτουν στο πρόβλημα, για την αντιμετώπισή του! Επιστρατεύονται δυνάμεις επιστημονικές, εμπειρία και γνώση, δυνάμεις οικονομικές, ψυχολογικές, φιλικές. Η οικογένεια. Η επιστήμη. (Υπάρχουν συχνά κι «οι λύκοι», που χαίρονται στην αναμπουμπούλα. Αλλά γι' αυτούς ο κόσμος λέει, πως πέσαν σαν τα κοράκια, για να επωφεληθούν από τη συμφορά του άλλου...).
Κι ακόμη δεν τελειώσαμε... 

Οι μεγάλες θεωρίες για το μίσος και η χρήση τους (Ι)

Image result for εικόνες κορνήλιος καστοριάδης 
Εδώ υπάρχουν σοβαρά, ίσως κι επικίνδυνα, πράγματα. Ένας μεγαλόσχημος προβληματισμός, περί το μίσος, ως μύδρος εξαπολύεται επί των κεφαλών ημών, των αδαών και αφελών! Γράφει ο δημοσιογράφος:«Ο Κορνήλιος Καστοριάδης στις «Ρίζες του μίσους» παρατηρεί ότι υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλον και το μίσος για τον εαυτό μας. Αλλά και τα δύο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μια «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση συμφιλίωση. Λέει όμως και κάτι άλλο: Ότι η πλήρης Δημοκρατία και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια.

Προσωπικά, δύο πράγματα έχω κρατήσει από τον Κορνήλιο γενικώς. Το ένα είναι αυτή η σπάνια πολιτική, πολιτισμική και ψαχαναλυτική αποκάλυψη για το μίσος και το δεύτερο ο μόνιμος αντιπερισπασμός που ασκείται από τους ανθρώπους του μίσους σε οποιονδήποτε εποικοδομητικό σχεδιασμό εξέλιξης των κοινωνιών. Και το κομμάτι της καταστροφικότητας που απομένει, φυλάσσεται σε μια δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε «πόλεμο» μόλις απειληθεί η παγιωμένη αντίληψη «περί δικαίου» της καθαγιασμένης ιδεολογίας που επικρατεί....».

Αν και ο καιρός των «εξετάσεων» παρήλθε, πριν «να βγούν τα αποτελέσματα για τούτο το μάθημα», δηλαδή χωρίς ν' αφήσουμε να περάσει απαρατήρητη ή αναντίρρητη η σχετική παράδοση, ας σταθούμε να αναλύσουμε ένα-ένα τα ζητήματα και τις αντιρρήσεις, επιφυλάξεις, ή αμφισβητήσεις, που αυτό το άρθρο προκάλεσε.

Ζήτημα πρώτο

Υπάρχουν άραγε δυο -μοναχα δυο- ψυχικές εκφράσεις του μίσους; Και δεν υπάρχει μίσος για καταστάσεις; για φαινόμενα; για αντικείμενα; για στάσεις ζωής; για συμπαιγνίες και μεθοδεύσεις; για συνωμοσίες και εγκληματικές συνεργασίες;

Ετούτη η (σταχυολογημένη από τον αρθρογράφο) σοφία, μ`έχει βάλει σε πολλή σκέψη. Για φαντάσου! Μίσος και μισώ! Μίσος και μισός! Όπου υπάρχει μίσος υπάρχει απώθηση και διαίρεση, υπάρχει εχθρότητα και απέχθεια. Αντιπαράθεση και συμπλοκή. Για ποιόν άλλο λόγο; Μα για να επιβληθεί ... η ενότητα! δηλαδή... ενότητα, μέσω της υποταγής!

Ο επιθυμών μια τέτοια «ενότητα» εξ άλλου, δεν δύνανται να εννοήσει την αντίσταση (τον λόγο και την επιμονή) κάποιου ο οποίος επιθυμεί να διατηρεί τα χαρακτηριστικά που τον προσδιορίζουν ως τέτοιο που θέλει να θεωρείται και να είναι.
Ο επιθυμών μια τέτοια «ενότητα» δεν ενδιαφέρεται ούτε για το τί αισθάνεται αυτός, ο κάποιος άλλος που αντιστέκεται. Ενδιαφέρεται απλώς για την πρόοδο των πλάνων και των επιχειρήσεών του, οικονομικών, γεωπολιτικών, γεωστρατηγικών κλπ. και θα κάνει τα πάντα για αυτό. Άσχετα από τις βλάβες, ακόμη και τις καταστροφές, που θα προκαλέσει στους άλλους.

Έχει σημασία αν μισούν ή όχι όσοι έχουν ως (ατομικά ή συλλογικά) πλάνα εργασίας να ιδιοποιηθούν τους πόρους, τους τόπους και τις δυνατότητες ζωής που δημιούργησαν ή έλαβαν ή κληρονόμησαν προσωπικά ή ιστορικά κάποιοι άλλοι, πρόσωπα ή λαοί;

Αυτόματα λοιπόν, γεννάται κι ένα άλλο ερώτημα: Πώς θα χαρακτήριζε ο δημοσιογράφος μας την ενσυνείδητη και υποκριτική προσέγγιση κάποιου σε κάτι το μισερό γι' αυτόν, μόνο και μόνο προκειμένου να προσεταιριστεί τις ιδιότητες, τις ωφέλειες, τις ευκαιρίες και τα προνόμια που αυτό γεννάει και αποφέρει;

Και γιατί θα χαρακτηριστεί έμπλεως μίσους και αποτρόπαιος, ο αρνητής μισερού πράγματος, τρόπου, μέσου, σκοπού κλπ., γιατί να δέχεται αρνητικά και αποδοκιμαστικά σχόλια, μόνο και μόνο επειδή αρνείται, αντιμάχεται και δεν υποτάσσεται σ' αυτό (το μισερό το κάτι) που τον ακυρώνει και τον ματαιώνει;

Πόσο τυφλός μπορεί να είναι κανείς για να λέει το άσπρο μαύρο και να προσάπτει μομφές στο θύμα που προσπαθεί να διαφυλάξει και να διασώσει αξιοπρέπεια, ταυτότητα, πνευματική ελευθερία και ηθική ακεραιότητα. Και πόσο τυφλός μπορεί να είναι όταν όλα αυτά τα κάνει εξαγιάζοντας και δοξάζοντας τα έργα των σφαγέων, των εμπόρων της ελευθερίας, των αρπάγων του πλούτου, των πλαστογράφων της ιστορίας και μεσαζόντων του ολέθρου; Γιατί φτιασιδώνει την καταπίεση και τη σφαγή, την κατρακύλα στον αφανισμό, και την εξώνηση των παραγόντων διαμόρφωσης συναινετικού κοινωνικού κλίματος από τέτοια αρπακτικά συμφέροντα;

Και δεν τελειώσαμε...

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Εκοιμήθη ο νέος Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γεράσιμος Φωκάς




Θρήνος στη νέα μου Πατρίδα, την Κεφαλονιά: Εκοιμήθη ο νέος Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Γεράσιμος Φωκάς!

Ο Μητροπολίτης, που λίγο πριν να γευτεί τις τιμές του κόσμου του κόσμου τούτου, άγγελος τον παρέλαβε, για να τον στεφανώσει ο Κύριος μέσα σε τιμές άφθαρτες.

Σε τιμές που δε μειώνουν το εν ζωή έργο της καρδιάς του, για το οποίο ήταν τόσο αγαπητός από όλον τον κόσμο, και ξεχωριστά από το λαό της Κεφαλονιάς.

Έτσι, που καμμιά «σύγκρουση συμφερόντων» ή «άνιση μεταχείριση» να μην τον φέρει πια, σε δίλημμα, παραχώρηση ή υποχώρηση ψυχής.

Η αγάπη του κόσμου, δε θα λιγοστέψει ποτέ. Δεν γίνεται πιά. Η μνήμη του, αγαθή, θα είναι αθάνατη σε όλη τη ζωή, όλων μας.


Και με την παρρησία της χριστιανικής του ζωής, θα πρεσβεύει στον Κύριο για όλους τους ανθρώπους, και για την προστασία του ποιμνίου που ο ίδιος ο Κύριος του ανέθεσε: της πατρίδας του και των συμπατριωτών του.

Έτσι στεφανωμένος, και με δικαιωμένη κατά Χριστόν την δική του πορεία, ακατάπαυστα θα πρεσβεύει για τούτο το ποίμνιο, μέ την γνωστή πια και φλογερή γι' αυτό αγάπη του, αφού ο Κύριος δεν ήθελε να δοκιμάσει άλλο της καρδιάς του την αγαθότητα.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Μεγαλώνοντας ένα παιδί. Ευθύνη, αγωγή υπευθυνότητα.


Image result for εικόνες παιδιά θυμωμένα 

Ξεσπάσματα θυμού και νεύρων, κλάματα, ουρλιαχτά, λεκτικές επιθέσεις, ύβρεις, πανικός, μετάθεση ευθυνών και φωνές!

Είναι να μη μπλέξεις, γιατί άμα βλέπεις τέτοια πράγματα, θα πεί πως έχεις ήδη μπλέξει!

Ο άνθρωπος όταν είναι μικρό παιδί πρέπει να βρεί έναν τρόπο να πεί αυτό που θέλει, να ζητήσει αυτό που χρειάζεται, να εκφράσει τη χαρά του.

Αυτό δεν είναι πολύ εύκολο. Κι επί πλέον, έχει να κάνει με το πού βρίσκεται το παιδί αυτό. Δηλ. Έχει να κάνει με το περιβάλλον του και τις συνθήκες της ζωής του.

Δεν είναι εύκολο κατ' αρχήν, γιατί το παιδί δεν ξέρει ακριβώς ούτε τον τρόπο, ούτε έχει ούτε τα λόγια για να το εκφράσει με ακρίβεια και σαφήνεια. Το παιδί μας, θα μας δώσει να καταλάβουμε τί χρειάζεται, τί θέλει και τί έχει ανάγκη με κάθε μέσο που διαθέτει. Με το σούφρωμα των χειλιών του, με την μελαγχολία, την χαρά, ή την αναζήτηση στο βλέμμα του, με τις κινήσεις των χεριών του, και με τα όποια λογάκια του. Αρκεί να «είμαστε εκεί» για να το δούμε, να το ακούσουμε να εκφράζεται και να βρούμε τον καιρό και την διάθεση για να του απαντήσουμε.

Πόσο δύσκολο! Καμμιά φορά, πάρα πολύ. Κάποτε ίσως κι αδύνατο. Η εργασία μας, οι υποχρεώσεις μας, η κούρασή μας, τα πλάνα μας, οι διακοπές μας, οι φίλοι μας, οι διεκδικήσεις μας, ο χαρακτήρας μας, ακόμη και η αγωγή μας, όλοι αυτοί οι παράγοντες θα συμβάλλουν ο καθένας με τον ρόλο του, μαζί και με την πνευματική και ψυχική μας κατάσταση, στο είδος της προσοχής που θα δώσουμε στο παιδί μας.

Μεγαλώνοντας ένα παιδί, πρέπει να ξέρουμε ότι κάνουμε την πιο δύσκολη δουλειά. Είναι δύσκολη γιατί δεν πρέπει να κάνουμε πειράματα με την ψυχή του ανθρώπου και γιατί τέτοιες αστοχίες πιθανόν να μην μπορεί να διορθωθούν, από αυτόν που τις έχει κάνει, και μπορεί να δυσκολέψουν τη ζωή του νέου αυτού ανθρώπου που έίχε την ατυχία να είναι ο δέκτης των αστοχιών μας.

Δεν μπορούμε να αδιαφορούμε για τις ψυχικές ανάγκες του μικρού παιδιού, αλλά ούτε πρέπει να υποδουλωθούμε σε αυτό, ώστε να του παραχωρήσουμε την εξουσία να ρυθμίζει την ζωή όλων μας. Γιατί αυτό είναι μεγαλύτερο λάθος, με οδυνηρότατες συνέπειες για το ίδιο το παιδί και τη μετέπειτα ζωή του.

Όταν μεγαλώνουμε ένα παιδί έχουμε την ευθύνη της αγωγής του, ώστε να το κάνουμε ώριμο, ελεύθερο, ικανό και υπεύθυνο άτομο. Αυτό θα ειπεί ανατροφή του παιδιού κι αυτό θα ειπεί γονική φροντίδα. Πρέπει να μεγαλώνουμε τα παιδι'α μας έτσι ώστε να μπορούν να ζούν με τις επιλογές τους και να διαχειρίζονται την ελευθερία τους, τις υποχρεώσεις τους και τις ανάγκες τους.

Ο τρόπος που απευθυνόμαστε στα μικρά παιδιά, είναι εκείνος που απευθυνόμαστε σε έναν ενήλικα. Διαφέρει μόνο στην εκφραζόμενη με κάθε τρόπο στοργή και αγάπη μας προς αυτό. Ακόμη κι όταν διαφωνούμε μαζί του σθεναρά και κάθετα, η αγκαλιά μας πρέπει να είναι ζεστή και τρυφερή, αλλά η φωνή μας ακλόνητη και σαφής.

Πρέπει να είναι φανερό ότι η καρδιά μας είναι δική του, η απόφαση όμως είναι δική μας, γιατί εμείς έχουμε την ευθύνη σε τούτη τη φάση, και για τους δυό μας.

Όταν το μικρό παιδί έχει εστιαστεί εμμονικά σε κάτι επιβλαβές γι' αυτό, η κόντρα δεν θα βοηθήσει. Προτιμείστε τον... αντιπερισπασμό! Μάθετέ του ένα νέο τραγουδάκι, ή ένα καινούργιο παιχνίδι! Επιστρατεύσετε ακόμη και το χιούμορ!

Φωνές, ποινές και απόρριψη δεν έχουν θετικό αποτέλεσμα σε μια ταραγμένη στιγμή. Οι εξηγήσεις και η τιμωρία είναι λογικές αποφάσεις για λογικούς ανθρώπους, γιατί αποτελούν τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες ελεύθερης και εν επιγνώσει επιλογής.

Η απόρριψη του προσώπου είναι πάντα κατακριτέα. Απορρίπτουμε την κακή πράξη κι όχι το πρόσωπο. Μάλιστα, φιλοτιμούμε το πρόσωπο του παιδιού, έτσι ώστε να αποστρέφεται την κακή πράξη, ώστε να μη θέλει να τη διαπράττει το ίδιο.

Ξεσπάσματα και ταραχές μπορεί να είναι η έκφραση μιας έντονης ανάγκης του παιδιού σας, για να το προσέξετε. Να ασχοληθείτε μαζί του. Με τις επιθυμίες και τις ανάγκες του. Με κάποια καπρίτσια του.

Χαλαρώστε μαζί του. Διαβάστε του παραμύθια, ιστορίες, λογοτεχνία (ανάλογη με την ηλικία του ασφαλώς). Αυτή την ώρα, το παιδί, μπορεί ακόμη και να μην προσέχει τί του διαβάζετε, αλλά χαίρεται πολύ βαθειά, τη συντροφιά και την αφοσίωσή σας σε αυτό! Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Να κάνετε δηλ. μαζί, κάτι που είναι στα μέτρα του. Μετά θα κάνει κι αυτό κάτι που είναι στα δικά σας μέτρα (αργότερα, θα το πάρετε μαζί σας, να σας παρακολουθεί καθώς θα κάνετε μια δουλειά, θα του εξηγείτε τί κάνετε, και στο τέλος θα έχετε φτιάξει κάτι «μαζί»! Αυτός θα μάθει (να επιδιορθώνει, να φτιάχνει, να δημιουργεί, να μηχανεύεται κ.ο.κ.) γιατί έχει καταστεί ικανός να μαθητεύει και να προοδεύει!
Για διάφορα μικροπράγματα, το παιδί, μπορεί να αποφασίζει, να διαλέγει και να διεκπεραιώνει, στην πολύ μικρή ηλικία, κι αργότερα για περισσότερα.

Και κάποτε, το παιδί μας, θα έχει την απόλυτη τιμή να υφίσταται όλες τις συνέπειες των επιλογών του και της ελευθερίας του.

Και αυτό θα κάνει τον νέο άνθρωπο να νιώθει την ικανοποίηση πως μπορεί να διορθώνει τα λάθη του, πως μπορεί να προνοεί ώστε να αποφεύγει νέα λάθη, και να είναι ευτυχής όχι μόνο που αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες χωρίς πανικό, αλλά και γιατί είναι σε θέση να συντρέξει και κάποιους που το έχουν ανάγκη.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Για την Ελληνική γλώσσα: Ασε κάτω τον μπαλτά, ας μην την τελειώσουμε με τα ίδια μας τα χέρια!

Image result for εικόνες  μπαλτά 
Εξήψε τη σκέψη μου πάνω στο θέμα της γλώσσας και της λογοτεχνίας το άρθρο του Τ. Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή (βλ. εδώ).

Ο αρθρογράφος, με μια μονοκοντυλιά διαγράφει ως άχρηστη την διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μέσω αποσπασμάτων, γιατί ισχυρίζεται ότι τίποτε δεν θα μείνει στο μυαλό του παιδιού καθώς θα τελειώνει το σχολείο. [Απορίας άξια είναι τούτη η θέση, γιατί στο σχολείο δεν μπορεί να αναγιγνώσκονται/διδάσκονται ολοκληρωμένα λογοτεχνικά έργα!]

Μα το παιδί, τελειώνοντας το σχολείο, κουβαλάει στο μυαλό του όλα όσα είδε και άκουσε εκεί! Και τα περισσότερα από αυτά, δεν είχαν καμμία σχέση με τη μόρφωσή του. Γιατί το σχολείο σήμερα, ασχολείται με την ευαισθητοποίηση του νέου ανθρώπου στα διάφορα τεκταινόμενα από την πολιτική.

Σήμερα τα παιδιά μας γνωρίζουν για το συνδικαλισμό, την «ελευθερία του λόγου», την λήψη αποφάσεων σε συλλογικά όργανα, την ανυπακοή, την κατάληψη των σχολείων και των δημόσιων κτιρίων, την αποχή, την αντίσταση, την διαμαρτυρία ως ελευθερία του συναθροίζεσθαι, κλπ. παρόμοια.

Από λογοτεχνήματα, δεν γνωρίζουν και πολλά, γιατί δεν κοπίασε αναλόγως η Πολιτεία μας να τους προσφέρει το αντίστοιχο «προϊόν». Όσα παιδιά και όσα πράγματα γνωρίζουν από λογοτεχνία, δεν είναι από το σχολείο που τα γνωρίζουν.

Παλαιότερα, τα βιβλία μας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είχαν την ύλη κατά κεφάλαια και περιείχαν λογοτεχνικά έργα (αποσπάσματα και μικρά διηγήματα) αντίστοιχα των θεμάτων των κεφαλαίων. Αρκετά ήταν τα κεφάλαια του δημοσίου, του εθνικού, του οικογενειακού βίου. Μαζί και ο επαγγελαματικός βίος και η φύση και η πατρίδα. Συνεπώς, αρκετά και τα λογοτεχνικά κείμενα και οι συγγραφείς. Περιώνυμοι, σπουδαίοι, αντιπροσωπευτικοί. Τότε. Σήμερα εξόριστοι από τη νεοελληνική λογοτεχνία των σχολικών βιβλίων.


Τελειώνοντας το σχολείο, σίγουρα δεν είναι σε θέση ο μαθητής να εκτιμήσει την «αξία ενός λογοτεχνικού κειμένου». Μπορεί όμως να έχει εντυπωσιασθεί από ένα λογοτεχνικό έργο, γιατί το θέμα του τον συγκίνησε, ή γιατί η πένα του λογοτέχνη έγραψε στην καρδιά του μαθητή.

Η απόλαυση της ανάγνωσης, συναντάει τη δίψα για έκφραση. Γι' αυτό μπορείς να απολαύσεις ακόμη και μια πρόταση. Και να την λες σαν απόφθεγμα.

Το μυθιστόρημα και το διήγημα, είναι πράγματι ανάγκη να το παρακολουθήσεις από την αρχή ως το τέλος. Αλλά αυτό έχει να κάνει με τη μυσταγωγία που θα προηγηθεί. Αν ο Δάσκαλος δεν είναι μυσταγωγός, αν δεν μπορεί να εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη στη μάθηση, κι αν ο γονιός παρκάρει το παιδί του στο σχολείο γιατί δεν το αντέχει, τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Ας μην ασχοληθούμε με τα βιβλία. Αλλά με την ιατρική.

Αλλά, εμείς, η γενιά που τέλειωσε τα σχολειά επειδή οι γονείς μας θεωρούσανε πως πρέπει να πάμε στο σχολειό για ν' ανοίξουμε τα μάτια μας, ό,τι και νά 'τανε γραμμένο στα βιβλία μας, ήτανε λίγο. Το διαβάζαμε και το ξαναδιαβάζαμε, και τελικά βρίσκαμε κάτι διαμάντια του λόγου και της σκέψης, που αυτά, από μόνα τους, μας έκαναν να ψάχνουμε περισσότερο. Βέβαια, οι γονείς μας ωθούσαν, κι οι δάσκαλοι μας βοηθούσαν. Και η κοινωνία μας δεν ήταν τόσο καταναλωτική. Ούτε οι γονείς μας τόσο ελαστικοί με τα καπρίτσια μας. (Είχανε, βλέπετε, βγεί από έναν πόλεμο, είχαν περάσει πείνα, και θέλανε να αλλάξουνε τη ζωή τους και τον κόσμο...).

Σήμερα, εμείς οι μαμάδες ζητάμε από τους δασκάλους να μη φορτώνουν τα παιδιά μας, για να έχουν περισσότερο χρόνο να παίζουν, και πολλές φορές συμβαίνει (ακόμη και) οι δάσκαλοι να μην έχουν ενδιαφέρον για την τάξη τους. Οπότε, ποιό ενδιαφέρον, και πώς να γεννηθεί για τη λογοτεχνία; Εξ άλλου το βιβλίο της γλώσσας ασχολείται με ... καφετιέρες!!! και ανθρώπους στο μπλέντερ!

Μια έωλη τοποθέτηση είναι αυτή του «φιλαναγνώστη της λογοτεχνίας που είναι μυαλό με αντισώματα στην αποστήθιση». Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν μπορεί να είναι ένας μέσος μικρός μαθητής, αλλά ένας μαθητής με «θητεία» σε σχετικό περιβάλλον.

Όλοι αιτιώνται την αποστήθιση σαν κάτι το μιαρό, το αντιπαραγωγικό, το ευτελές και άχρηστο. Η άποψη αυτή είναι απλώς μια προκατάληψη και μια άχρηστη άρνηση, που θα βλάψει αυτόν που άκριτα θα την ενστερνισθεί. Γιατί η αποστήθιση είναι απαραίτητη για κώδικες, περιπτωσιολογίες, κωδικούς πρόσβασης κλπ. Ακόμη και για την προπαίδεια, την απλούστατη αριθμητική εξάσκηση, αλλά και την εκμάθηση στοιχείων της γραμματικής, προκειμένου να μάθει κανείς μια γλώσσα, ακόμη και τη μητρική του. Άκριτα, λοιπόν, και βεβιασμένα δεν προσδιορίζονται τα όρια των αποφευκτέων πρακτικών, αλλά απορρίπτονται, συνολικά, πρακτικές, και μάλιστα χρήσιμες σε σημαντική έκταση.

Είναι η λογοτεχνία συστατικό της γενικής παιδείας; Ναι η λογοτεχνία, ως τρόπος καλλιέργειας για την εκμάθηση σύνθετου, πολλαπλού και εναλλακτικού τρόπου έκφρασης και διατύπωσης της σκέψης και της ιδέας, είναι, ασφαλώς, συστατικό γενικής παιδείας. Κι όχι μόνο για την διατύπωση του λόγου του προσώπου, αλλά και για την ενσυναίσθησή του (τη συναισθηματική του νοημοσύνη).

Ως προς την εξέταση, ποιά σημασία μπορεί έχει η εξέταση ενός μαθήματος που αφορά τη λογοτεχνία: Η εξέταση μπορεί να αφορά μόνο τη γνώση τεχνικών όψεων που τις έχουν διδαχθεί οι μαθητές στο σχολείο. Η εννοιολογική προσέγγιση και πρόσληψη του λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί να γίνεται με οδηγίες, λυσάρια, αναλύσεις από άλλους για άλλους! Γιατί η λογοτεχνία, προσεγγίζεται από τον καθένα με το δικό του αισθητήριο/καλλιέργεια/διαίσθηση/βίωμα και αναζήτηση. Έτσι, εκεί δεν χωρεί «βαθμός», χωρεί αξιολόγηση του τύπου «έχει» ή «δεν έχει». Και δεν βαθμολογούμε αυτόν που δεν έχει! Γιατί αν είναι ασθενής και δεν δύναται να έχει είναι ένα ζήτημα, ενώ αν δεν έλαβε την παιδεία για να έχει, τότε «βαθμολογούμε» τους δασκάλους και την οικογένειά του.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η Γραμματική μιας γλώσσας. Η Γραμματική, δεν είναι η γλώσσα. Αντίθετα, η γνώση της γραμματικής, είναι σε μεγάλο βαθμό ικανότητα για έκφραση. Και θα προτείνω, η γραμματική να «μαθαίνεται» περίπου όπως η προπαίδεια. Γιατί αποτελεί το υλικό για να χτίσεις το λόγο. Κι όταν χτίζεις, πρέπει να ξέρεις τί δομικό στοιχείο χρειάζεσαι κατά περίπτωση.
Και θα συμφωνήσω απολύτως με τον αρθρογράφο πως «Την ελληνική γλώσσα δεν την έφτιαξαν οι Κριαράδες και οι Μπαμπινιώτηδες, με όλον τον σεβασμό. Την έφτιαξαν οι Σεφέρηδες, οι Παλαμάδες, οι Θεοτοκάδες, και οι Καβάφηδες. Αυτοί μας έδειξαν τη δυνατότητά της να μιλάει για τον κόσμο της. Αυτοί πήραν τη σκυτάλη από τη μακραίωνη Ιστορία της για να μας την παραδώσουν ολοζώντανη».

Θα ξανασυμφωνήσω με τον αρθρογράφο: «Δεν μας έχουν μείνει και πολλά να υπερασπιστούμε. Αν μη τι άλλο, ας υπερασπιστούμε αυτήν τη γλώσσα που μπορεί να είναι μικρή, έχει όμως μεγάλη ιστορία πίσω της. Και ας καταλάβουμε ότι ο ακρωτηριασμός της διδασκαλίας της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ακρωτηριασμός της» εθνικής μας ταυτότητας και συνείδησης. Γιατί η γλώσσα μας είναι η ιστορία μας και η διαδρομή μας στο χρόνο.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Σήμερα, ημέρα Πάντων των Αγίων!


Image result for εικόνες αγιοι πάντες 

Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου,
ως πορφύραν και βύσσον
τα αίματα,
η Εκκλησία σου στολισαμένη,
δι' αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός.
Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον,
ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι,
και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Τί όμορφο που είναι τούτο το Απολυτίκιο! Μέσα σε λίγα λόγια έχει χωρέσει την μακρά διαδρομή της Εκκλησίας του Χριστού: Διδασκαλία, διωγμοί, πίστη, σφαγές, προσευχή, αφοσίωση, αφιέρωση ζωής.

Νά τι λέει:

«Η Εκκλησία σου Χριστέ,  στολισμένη στην πορφύρα και τον βύσσο, σαν με βασιλική φορεσιά, βαμμένη στο αίμα των όπου γης απειράριθμων Μαρτύρων Σου, με τη δύναμη της δικιάς τους πίστης Σε παρακαλεί: Κύριε, σπλαγχνίσου μας! Στείλε στην πολιτεία των τέκνων Σου ειρήνη και στις ψυχές μας χάρισε γαλήνη και συχώρεση».

Ιστορικά, η εορτή αυτή άρχισε ως εορτή πάντων των Αγίων Μαρτύρων, αλλά καθιερώθηκε να εορτάζεται ως εορτή των Αγίων Πάντων επί Λέοντος του Σοφού, αφού -σύμφωνα με όσα γράφονται για το θέμα- Μάρτυρες δεν είναι μόνο αυτοί οι οποίοι υπέφεραν μαστιγώσεις, ή μόνο όσοι ρίφθηκαν στην πυρά ή υπέστησαν άλλα φρικτά βασανιστήρια, αλλά μάρτυρες είναι όλοι οι Άγιοι του Κυρίου, διότι κάθε Θεούμενος βιώνει το δικό του μαρτύριο, είτε αυτό είναι του αίματος, είτε της συνειδήσεως.

Όλοι ανεξαίρετα οι Άγιοι χαρακτηρίζονται από το θάρρος ομολογίας της πίστεως προς τον Ιησού Χριστό, την άρση του σταυρού και την απαγκίστρωση από τα επίγεια.

Τούτη τη μέρα όλοι μπορούμε  να πιστεύουμε, να ομολογούμε, να τιμούμε και να γιορτάζουμε!

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Μια βραδιά κάτω απ' τ' αστέρια...




 

Καλοκαιρινή βραδιά. Κατάστικτος ο ουρανός από ολόφωτα αστέρια. Το μικρό φεγγάρι έχει φύγει από νωρίς. Σ' ένα λιτό δείπνο, είμαστε μια μικρή παρέα. Κι εκεί, για μια στιγμή η Ελένη, χάνεται σ' ένα μελαγχολικό ρεμβασμό.

Χάθηκε σε κάτι παρόμοια βράδια, τότε που ζούσε τις τελευταίες μέρες της μαμάς της.

»Ήτανε μια όμορφη μάνα, μια γλυκειά γυναίκα, μια ωραία γιαγιά. Δεν τη χορτάσαμε. Κανείς μας. Ούτε τα παιδιά της, ούτε ο σύζυγός της. Ούτε κι ο εγγονός της. Μας έφυγε, χωρίς να μας αφήσει, και χωρίς να τη χάσουμε. Η ζωή μας είναι γεμάτη από μνήμες αγάπης και καλωσύνης.

»Είναι κάτι βραδιές, που καθώς κοιτάζω τ' αστέρια, το μυαλό μου ταξιδεύει, ταξιδεύει, μακριά, πίσω στο χρόνο. Ιδιαίτερα όταν δεν έχει φεγγάρι, γιατί τότε τ' αστέρια λάμπουν περισσότερο, και το ταξίδι έχει πιο πολλούς σταθμούς. Κάτι τέτοιες -αφέγγαρες- νυχτιές, τ' αστέρια φωτίζουν, λαμπρύνουν μνήμες, και καταργούν τη λήθη και το σκοτάδι.

»Κι άμα σκιστεί το πέπλο της λήθης, και γίνει να ξεχυθούν τα συναισθήματα που κοιμούνται, η καρδιά γλυκαίνει, καθώς θυμάμαι ν' αποκοιμιέμαι στην αγαπημένη αγκαλιά, ακούγοντας παραμύθια.

»Πέρασε τόσος καιρός! Παιδάκι ήμουνα, και χαιρόμουνα την αγκαλιά της, και τώρα ξανάρχομαι μάνα, και φέρνω το δικό μου παιδί να το βάλω στην αγκαλιά της. Πόσο ευτυχισμένη τη βλέπω ανάμεσά μας, καθώς νοσταλγεί ένα μέλλον που δεν θάρθει για 'κείνην, γιατί είναι άρρωστη. Πόσο χαίρεται την αγάπη μας και τη συντροφιά μας. Πόσο πολύ κάνει το μικρό μου να νιώθει την αγκαλιά της φωλιά! Του μετράει τ' αστέρια, του τα δείχνει, και τα ονοματίζει.

»Κι εκεί, γιατί το ξέρει καλά πως δεν θά 'ναι για πολύ ακόμη καιρό, κοντά στο μικρό της εγγονό, το νιώθω πως ένας κόμπος στο λαιμό, πνίγει τα λόγια της. Αλλά με τη ζέση της ψυχής της, εξηγεί στο μικρό βασιλιά της καρδιάς της, πως η αγάπη νικάει όλες τις αποστάσεις, και πως όταν εκείνη δεν θα 'ναι πια κοντά μας, εκείνος θα μπορεί να τη βλέπει μέσα στο φώς των αστεριών που θα φωτίζουν τον αφέγγαρο ουρανό, όπως τούτα τα καλοκαίρια, στο σπίτι στην εξοχή.

»Και τούτη η μνήμη θαρρείς πως εκτόπισε την πραγματικότητα (της πολύχρονης πια απουσίας της). Πόση γαλήνη, σου δίνει ετούτη η μνήμη. Σε κάνει να θέλεις μνήμες αγάπης πίσω ν' αφήνεις, και  ν' αποφεύγεις κάθε τι που μπορεί να πληγώσει, να λυπήσει και να ματώσει πρόσωπα ακριβά και αγαπημένα. Τους ανθρώπους μας.

»Αφού η παρουσία μας σε τούτον τον κόσμο είναι προσωρινή, άλλο δεν έχουμε από την αγάπη μας για τους άλλους. Και τούτη η αγάπη, είναι ντύμα, είναι ρούχο, είναι αγκαλιά, παρηγοριά και δύναμη. Είναι συντροφιά και συνοδοιπορία. Στην αδυναμία, στη μοναξιά και την τραγικότητά μας....

»Όλα τούτα μού 'ρχονται στο νού, γιατί η μητέρα μου, πέρα από γλυκειά γυναίκα, ήταν μια δυναμική, μια εκρηκτική προσωπικότητα με ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία. Όχι μόνο λόγω επαγγέλματος, αλλά κι άλλων δραστηριοτήτων.

»Η δυναμικότητά της προκαλούσε δέος! Ιδιαίτερα στο θέμα της (βαριάς κι ανίατης) αρρώστιας της, που την αντιμετώπιζε σαν να περνούσε μια απλή γρίππη!

»Τώρα πια, δεν ξεχνιέται τούτο το πέρασμα από τη ζωή, τούτη η σκιά,  η προστασία και το παράδειγμα, και δεν χάνεται στη λήθη του χρόνου τέτοιο αρχέτυπο!

Ο Ελληνικός τρόπος και η Δύση: Γιατί μας μισούν οι δυτικοί;


Image result for εικόνες δικες 

Δεν υπάρχει απλώς μίσος εναντίον μας, θα έλεγα ότι υπάρχει στρατηγικό σχέδιο εξαφάνισης του Ελληνικού τροπου ζωής, και του ο,τιδήποτε τον επιβάλλει, τον θυμίζει και τον συντηρεί!

Γιατί ο Ελληνικός τρόπος -παρά τα αρνητικά του- έχει και πολλά θετικά: έχει σεβασμό, ευθύνη, νέμεση και αναγνώριση της ύβρης, που όταν διαπράττεται είναι αναγκαία η τιμωρία, για να επέλθει κάθαρση.

Σε τούτο συναντήθηκε ο Ελληνικός τρόπος και με τη διδασκαλία του Χριστού. Συγγνώμη, μετάνοια, αγάπη.

Ενώ ο δυτικός κόσμος, ο κόσμος των αγορών διαπνέεται από απληστία, πλεονεξία, αυθαιρεσία, εκμετάλλευση. Δεσποτισμό, εγκληματικότητα. Συνωμοσία, κλοπή, δολοφονία του αντιπάλου, υφαρπαγή δυνατοτήτων, ευκαιριών και πόρων των λαών.

Τα θετικά της Δύσης είναι λόγια, διακηρύξεις, δικαιώματα, εικονικές δίκες και πραγματικοί βομβαρδισμοί. Βερμπαλιστική αλληλεγγύη και βιτρίνα του κλεμμένου πλούτου των λαών, περιφρονώντας την πηγή του αγαθού που απολαμβάνουν.

Και κυρίως, έχει ατιμωρησία, ακόμη και του εγκληματία σε βάρος της ανθρωπότητας!

Οι βασικές μας πολιτιστικές σταθερές είναι αντίθετες στις δικές τους!
Συνεπώς, όσοι από εμάς τις ασπάστηκαν (τις δικές τους αξίες), δεν μπορεί πια ν' ανήκουν στο ίδιο μ' εμάς κοινωνικό σώμα!

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Τη Μέρα της Πεντηκοστής...


 


Στην αρχή, μέσα από τα μισόλογα της μάνας μου, για το «έτσι πρέπει», για το «έτσι τα βρήκαμε», μετά μέσα από τον Τροβαδούρο Νίκο Ξυλούρη, ο μεγάλος δημιουργός Γιάννης Μαρκόπουλος, σφράγισε στην ψυχή μου, τις πνοές και τους καημούς μας. Τις μεγάλες απουσίες τραγουδώντας, και αποκαλύπτοντας το δέος στην προσέγγισή μας με τις ψυχές που μας έχουν στοιχειώσει. Κι όλα τούτα, πάνω στους μυσταγωγικούς στίχους του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Του ποιητή, που μας «μύρωσε» και μας κοινώνησε τα μυστήρια των παλαιότερων, που μ`αυτά κατάφεραν να μείνουν αθάνατοι -δείγματα και παραδείγματα- για τις επόμενες γενιές... Παράδοση, Τέχνη, Διαπαιδαγώγηση. Για να υπάρχει συνέχεια...

Τούτο το άρθρο, που διαβάζω στην «Κυκλαδίτικη κοινή γνώμη» (Πηγή) ήρθε να δώσει σάρκα και οστά, στη μέρα, με το άσμα, την μουσική, την ποίηση...

«Κυριακή (...) και η Μέρα της Πεντηκοστής αναβιώνει στα Ανώγεια, ένα έθιμο και μια παράδοση αιώνων, με τους νεκρούς που επιστρέφουν στον Άδη με κλάματα και λυγμούς μετά τις πενήντα μέρες που γυρνούσαν οι Ψυχές τους ανάμεσα στους ζωντανούς μετά την Ανάσταση του Χριστού.

Οι γυναίκες τιμούν τους νεκρούς στολίζοντας ένα πανέρι με τρία γλυκά κουλούρια κι ένα ανθότυρο η τυρί στη μέση, με καρυδόφυλλα… και τριαντάφυλλα και τα πηγαίνουν στην εκκλησία προσφορά για αυτούς που έχουν φύγει. Το τυρί βρίσκεται εκεί καθώς τα Ανώγεια είναι Κτηνοτροφικό χωριό ενώ τα φύλλα της καρυδιάς συμβολίζουν την πικρή και στυφή γεύση που έχουν την ημέρα αυτή οι Ψυχές, τη μέρα που οι νεκροί επιστρέφουν στον Άδη. Μάλιστα στη συνέχεια επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο στολίζουν με φύλλα καρυδιάς τους τάφους και τους πλύνουν με αυτά .Μετά την λειτουργία οι προσφορές κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην μνήμη των νεκρών.

Σύμφωνα με τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση, οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Πεντηκοστή δηλαδή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Την ώρα του γονατίσματος στην λειτουργία της εκκλησίας οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο, οι ζωντανοί κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη δουν τις ψυχές που λυπημένες γυρνούν στον Άδη. Εδώ στ’ Ανώγεια οι γυναίκες γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς γιατί συμβολίζουν την πικρία που κατέχει τις ψυχές των νεκρών την ημέρα αυτή, μιας και τα φύλλα είναι πικρά.

Στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν, ότι η καρυδιά με το βαθύ πράσινο (μαυροπράσινο) χρώμα ήταν το δέντρο του θεού Πλούτωνα, και ότι μόνο αυτό υπήρχε στον Άδη, και πως στη σκιά του ξάπλωναν και αναπαύονταν οι ψυχές τους. Άρα είναι απόλυτα συναφές με τα έθιμα για τις ψυχές των νεκρών.

Για την ημέρα της Πεντηκοστής έχει τραγουδήσει και ο μεγάλος Νίκος Ξυλούρης σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου και στίχους Κώστα Γεωργουσόπουλου.

Τη μέρα της Πεντηκοστής,
τη νύχτα της γονατιστής
πάν’ οι ψυχές και κάθονται
βουβές στα περιβόλια.
Τρυπώνουν στις κρυφές γωνιές
μαζί με τις αράχνες
και μας κοιτούν αμίλητες
αθώρητες και μόνες.

Τη μέρα της Πεντηκοστής,
τη νύχτα της γονατιστής
πάν’ οι ψυχές και κρέμονται
στα ρούχα και στο φράχτη.
Φωλιάζουν στο καλό κρασί
και στο παλιό πυθάρι
γεμίζουν τις ραγισματιές
κι ανοίγουν τους φεγγίτες.

Τη μέρα της Πεντηκοστής,
τη νύχτα της γονατιστής
μη κόψετε ξερό κλαρί
ούτε χλωρό βλαστάρι.
Μη μάσετε τ’ ασπρόρουχα
και διώξετε τσ’ αράχνες
μην πίνετε γλυκό κρασί
και φοβηθούν και φύγουν».

Σημείωση: Για την Πεντηκοστή, όπως την βλέπει η Εκκλησία μας,  βλ. ένα ωραίο άρθρο εδώ