Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανική Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανική Πίστη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Το Μυστήριο της Βάπτισης

Μαζευτήκαμε όλοι, μια λαμπρή φθινοπωρινή μέρα, για την βάφτιση της μικρής Αριάδνης. Πάνδημη η μικρή μας κοινωνία συνάχτηκε για τούτο. Συνελθόντες άπαντες επί το αυτό.  Το πρώτο εγγονάκι του φίλου μας! Μια γλυκειά μικρούλα που μας δίνει χαρά μόνο και μόνο που υπάρχει! Και δίνει χαρά όχι μόνο στους δικούς της η μικρή Αριάδνη, αλλά σε όλους! Είναι τόσο σπάνιο πια να γεννιούνται παιδιά! Σε ευχαριστούμε καλέ μας φίλε, για τούτη την ευκαιρία, να μαζευτούμε τόσοι άνθρωποι για κάτι τόσο χαρούμενο! Να ζήσεις φίλε μας, να καμαρώσεις την εγγονή σου μεγάλη, και να χαίρεσαι τις αρετές και τις χάρες της!  Τα έργα της και την καρδιά της! 

Λίγα λόγια για την Βάπτιση, ενημερωτικά για τους γονείς και για τον ανάδοχο, αλλά και για όσους θέλουν να εννοήσουν το τυπικό, τα ειωθότα και τον συμβολισμό πολλών από τα τεκταινόμενα, πριν αλλά και στη διάρκεια του Μυστηρίου και της Ιεράς Ακολουθίας του Βαπτίσματος, μας απευθύνει ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης, ο Σεβασιώτατος κ. Συμεών. Είναι πολύ ενδιαφέροντα και θα τα βρείτε εδώ: https://agiafoteinins.gr/?page_id=690. Δείτε τα!

Κυρίως, θα βρούμε πληροφορίες για την ετοιμασία και την παρουσία του Αναδόχου, ώστε να διεξαχθεί η Κατήχηση ορθά και για να  γνωρίσει και να εκπληρώσει από την πλευρά του (ο ανάδοχος) όλες τις πνευματικές του υποχρεώσεις. Δείτε, σχετικά παρακάτω, όπως αναφέρονται στις σελίδες της Αγίας Φωτεινής (https://agiafoteinins.gr/?page_id=690).

Το Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος

Νηπιοβαπτισμός

Ἡ Βάπτιση ὑπῆρχε σάν μεμονωμένη πράξη ἀπό τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλά σάν θεσμός ἐπικράτησε ἀπό τόν 6ο αἰῶνα.  

Τα παιδιά δέν πρέπει νά μένουν ἤ καί νά πεθαίνουν ἀβάπτιστα, ἀφοῦ γιά τήν ἐκκλησία εἶναι εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀναπόσπαστα μέλη της.  

Το θέμα ὅτι τό μυστήριο τῆς βάπτισης γίνεται ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἐπιθυμία τούς ἀντιμετωπίζεται μέ τή βάσιμη θέση ὅτι τό βάπτισμα σάν γέννηση εἶναι χάρισμα, καί θεραπεύει τή φύση καί ὄχι τή βούληση τοῦ ἀνθρώπου.

Ἔτσι ἔχουμε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐν Χριστῶ ἀναγέννηση μας νά γίνεται χωρίς τήν συμβολή τῆς δικῆς μας θέλησης, ὅπως ἀκριβῶς ἔτσι γίνεται καί ἡ φυσική μας γέννηση πού καί αὐτή πάλι γίνεται χωρίς τήν δική μας θέληση.  

Βέβαια ἡ ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ εἶχε καί ἀρνητικές ἐπιπτώσεις στή σωστή τέλεση καί κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς βάπτισης

Ἡ σημασία τοῦ ὀνόματος 

Ἡ ὀνοματοδοσία δέν ταυτίζεται καί δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό βάπτισμα. Θυμίζει τήν παλιά πράξη τῆς ἐκκλησίας στήν ὁποία οἱ κατηχούμενοι σάν ἔνδειξη ἀποκοπῆς ἀπό τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου, ἔπαιρναν τό ὄνομα μέ τήν ἐγγραφή τούς στούς καταλόγους αὐτῶν πού πρόκειται νά βαπτιστοῦν στήν κατ’ ἐξοχή ἡμέρα πού γινόταν οἱ βαπτίσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τό Πάσχα. Ἀκόμη ἀποτελεῖ μίμηση τοῦ Χριστοῦ, πού πῆρε τό ὄνομα Ἰησοῦς τήν ὄγδοη μέρα μετά ἀπό τήν γέννηση του.  

Το ὄνομά μας, τό ὁποῖο ἁγιάζεται ἀπό τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι δηλωτικό τῆς προσωπικότητας μας καί τῆς χριστιανικῆς μας ταυτότητας.  

Σημαίνει ἀκόμη ὅτι ἡ ἐκκλησία μᾶς ἐντάσσει στήν κοινωνία τῶν ἁγίων, τῶν ὁποίων ὁ κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς φέρει καί ἕνα ὄνομά τούς, καί θέτει σάν στόχο καί ὅραμα τή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς μας καί τήν προοπτική τῆς ὄγδοης μέρας πού εἶναι καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι κάθε φορά πού γιορτάζουμε τό ὄνομά μας ἀνανεώνουμε συγχρόνως καί αὐτή τήν ἐλπίδα.

Ὁ ρόλος τοῦ ἀνάδοχου 

Ἡ ἐκκλησία πάντοτε προετοίμαζε καί προετοιμάζει ὅλους ὅσους πρόκειται νά βαπτιστοῦν.  

Με τήν κατήχηση μυεῖ τούς βαπτιζόμενους στίς ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστης.  

Με τούς ἐξορκισμούς ἐπιτιμᾶται ὁ μισάνθρωπος καί θεομάχος διάβολος νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό βαπτιζόμενο ἄτομο.  

Με τήν ἀπόταξη καί τή στροφή πρός τή δύση, πού εἶναι σύμβολο σκότους, ἀπορρίπτεται ἔτσι ἡ εἰδωλολατρία καί ἐπιτυγχάνεται ἡ διάλυση τῆς συνθήκης μεταξύ τοῦ διαβόλου καί τοῦ Άδη.  

Με τή σύνταξη καί τή στροφή πρός τήν ἀνατολή, πού εἶναι τό σύμβολο τοῦ Χριστοῦ, τονίζεται τό γεγονός τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου στό Χριστό καί τόν παράδεισο.  

Ἡ ὁμολογία τῆς πίστης συνιστᾶ τήν ἐπίσημη πράξη τῆς συνθήκης μέ τόν Χριστό.

Προετοιμασία γιά το βάπτισμα σημαίνει κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου.

Προετοιμασία γιά το βάπτισμα σημαίνει προετοιμασία γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Λάδι ἐξορκισμοῦ  

Το λάδι ἁγιαζόμενο γίνεται ἐξορκιστικό μέσο. Θεραπεύει τά τραύματα τῆς ἁμαρτίας, φυγαδεύει τίς ἀόρατες δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ, θωρακίζει τά σώματα τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Το ἐπορκιστό ἔλαιο θεωρεῖται σάν ἀποκοπή ἀπό τήν ἀγριέλαιο τῆς ἁμαρτίας καί μπόλιασμα στήν «καλλιέλαιο» τοῦ Χριστοῦ. (άγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων)

Νερό – βάπτιση 

Το νερό εἶναι σύμβολο τοῦ καθαρισμοῦ λόγω τῆς φυσικῆς του ἰδιότητας νά καθαρίζει, σύμβολο τῆς ζωῆς, γιατί χωρίς αὐτό ζωή δέν ὑπάρχει, καί σύμβολο τοῦ θανάτου, ἐπειδή πνίγει, σκοτώνει καί ἐκμηδενίζει.

Στο βάπτισμα μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος γίνεται πνευματικό καί ἅγιο, ἱκανό νά ἁγιάζει, εἰκόνα τοῦ θανάτου καί τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, «τάφος καί μήτηρ». Ἔτσι μέ τίς τρεῖς καταδύσεις συνθάπτεται ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Χριστό συμβολικά. Με τίς τρεῖς καταδύσεις συνανασταίνεται μαζί του συμβολικά.  

Ἡ σωτηρία ὅμως εἶναι πραγματική. Πεθαίνει στό νερό ὁ παλαιός ἄνθρωπος καί ὅπως στήν πρώτη δημιουργία τοῦ κόσμου μέσα ἀπό τό νερό ξεπήδησε ἡ ζωή, ἔτσι καί στό βάπτισμα, πού εἶναι ἡ δεύτερη δημιουργία, μέσα ἀπό τό νερό, μέ τή δύναμη καί τή χάρη τῆς ἁγίας Τριάδας στό ὄνομα τῆς ὁποίας βαπτιζόμαστε, ξεπηδᾶ ἡ νέα ἐν Χριστῶ ζωή.

Ἡ χάρη ὅμως τοῦ βαπτίσματος δίδεται κατά τό μέτρο τῆς καθαρότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Μύρο – Χρίσμα 

Εἶναι ἡ εὐωδιά τοῦ Χριστοῦ καί ἡ σφραγῖδα τῆς δωρεάς τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Χρισμένοι τό ἅγιο μύρο πλέον, μετέχουμε στό χρῖσμα τοῦ Χριστοῦ πού χρίσθηκε μέ τό ἅγιο Πνεῦμα καί μέ τήν πνευματική σφραγῖδα τυπώνονται στήν ψυχή μας τά θεία δῶρα, πού μαρτυροῦν ὅτι εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ.

Με τή χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶναι δυνατή ἡ νέα ζωή καί ἡ ἔνταξη μας στήν κοινωνία τῶν πιστῶν, τήν Ἐκκλησία.

Στην ὀρθόδοξη παράδοση ἡ σειρά τέλεσης τῶν μυστηρίων εἶναι: Βάπτισμα, χρῖσμα. Θεία εὐχαριστία.

Οὐδέποτε τέθηκε θέμα διάκρισης τούς, ὅπως σέ ἄλλες χριστιανικέ ὁμολογίες.

Ἐνδύματα 

Τα βαπτιστικά ἐνδύματα, τά φωτικά, πρέπει νά ἔχουν μεταξύ τῶν ἄλλων καί λευκό χρῶμα.  

Το λευκό χρῶμα συμβολίζει τή λαμπρότητα τῆς ψυχῆς. Στο λευκό χρῶμα ἡ Ἐκκλησία βλέπει τή λευκή στολή τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων στό παράδεισο, τά λευκά ἐνδύματα τῶν ἀγγέλων στήν ἀνάσταση καί τήν ἀνάληψη, τά ἱμάτια τοῦ μεταμορφωμένου Χριστοῦ τόν ὁποῖο ντύνεται ὁ νεοφώτιστος.

Σταυρός 

Ἐκφράζει τό «Χριστῶ συνεσταύρωμαι», τό πνεῦμα τῆς θυσίας καί τῆς αὐταπάρνησης πού συνεπάγεται ἡ νέα ἐν Χριστῶ ζωή.

Λαμπάδα 

Εἶναι τό σύμβολο τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Χριστοῦ, μαρτυρία τῆς αἴγλης καί τῆς δόξας πού δεχόμαστε ἀπό τό Θεό.

Εἶναι ἡ λαμπάδα τῆς πίστης Με τήν ὁποία θά συναντήσουμε τό νυμφίο Χριστό.

Κύκλος γύρω ἀπό τήν κολυμβήθρα 

Εἶναι ἡ παλιά πομπή τῶν νεοφώτιστων ἀπό τό βαπτιστήριο στόν κυρίως ναό γιά τήν ἔναρξη τῆς θείας λειτουργίας μέ τήν ὁποία ἦταν συνδεδεμένο τό βάπτισμα.  

Καί αὐτό γιατί ἡ θεία εὐχαριστία στήν ὁποία συμμετέχει ὁ νεοφώτιστος εἶναι τό πλήρωμα τῶν μυστηρίων.

Ὁ Χριστός μᾶς γεννᾶ καί μᾶς τρέφει γιά νά ζοῦμε στή χαρά τῆς δικῆς του ἀνάστασης.

Ἀπόλαυση 

Ἀποβάλει ὁ νεοφώτιστος τά εμφώτια ἐνδύματα καί ξεπλένεται στά μέρη πού χρίστηκε μέ τό μύρο, παίρνοντας ἀπό τήν Ἐκκλησία τήν εὐχή καί τήν ἐνθάρρυνση τά σημάδια πού ἀποβάλλονται νά γίνουν πράξη στή ζωή, ἀγῶνας κατά τοῦ κακοῦ καί μαρτυρία Χριστοῦ.

Τριχοκουρία 

Το κούρεμα τῶν μαλλιῶν γίνεται σάν προσφορά καί θυσία στό Θεό, σάν τρόπος εὐχαριστίας στόν ἀριστοτέχνη δημιουργό πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο.

Με τή συνεχόμενη μυστηριακή ζωή καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ὁ νεοφώτιστος νά ζεῖ «ἐν καινότητι ζωῆς» καί νά ἀνανεώνει τίς δυνάμεις πού πῆρε ἀπό τό βάπτισμα.

Το Μυστήριο τοῦ Χρίσματος

α. Το νόημα τοῦ Μυστηρίου

Ἤ ἀναγέννηση τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι πλήρης, Ἀλλά ὅ νεοφώτιστος εἶναι «νήπιος ἐν Χριστῶ» καί ἔχει ἀνάγκη βοηθείας, που δίδεται σ’ αὐτόν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα κατά τήν τέλεση τοῦ Χρίσματος. Το ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό νεοφώτιστο, εἶναι ἤ εἰδική καί ποικίλη χάρη, πού ἀρχίζει σάν «Σφραγῖδα δωρεάς Πνεύματος Ἁγίου».

β. Σύσταση τοῦ Μυστηρίου

Στήν Καινή Διαθήκη δέν ὑπάρχει ρητή μαρτυρία παραδόσεως τοῦ Μυστηρίου ἀπό τόν Κύριο. Οἱ Ἅγιοι Άπόστολοι ὅμως μᾶς παρέδωσαν τήν πράξη καί μᾶς μιλοῦν γι’ αὐτό σάν ἰδιαίτερο Μυστήριο: «Καί ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπό τοῦ Ἁγίου, καί οίδατε πάντα» (Α’ Ίω. β’, 20), «ἐν ῷ καί ύμεΐς… πιστεύσαντες έσφραγίσθητε τῷ Πνεύματι τῷ Άγίω ὅς ἐστίν ἀρραβών τῆς κληρονομίας ἡμῶν» (Ἐφ. α’, 13-14). Ἐπίσης ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων φαίνεται καθαρά ὅτι ὑπῆρχαν βαπτισμένοι (ἀπό τούς Διακόνους) χωρίς νά ἔχουν λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁπότε οἱ Ἀπόστολοι «ἐπετίθουν τάς χεῖρας έπ’ αὐτούς καί ἐλάμβαναν Πνεῦμα Ἅγιον» (Πράξ. ἡ’, 17). Γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁμιλεῖ καί ὅ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στό κεφ. ζ’ 39, τό ὁποῖο θά ἐλάμβαναν κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου «οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν», ἐνῶ οἱ πρῶτοι πού ἔλαβαν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι οἱ Ἀπόστολοι κατά τήν Πεντηκοστή.

γ. Τα αἰσθητά σημεῖα τοῦ Μυστηρίου

Τα σημεῖα αὐτά εἶναι τέσσερα:
(1) Το ἅγιο Μύρο – ἔλαιον ἀπό σαράντα ἀρώματα, πού δηλώνουν «αἰσθητά» τά ποικίλα χαρίσματα τοῦ Ἅγιου Πνεύματος.
(2) Ἡ εὐχή τοῦ Ἱερέα.
(3) Ἡ χρίση τῶν κυρίων μερῶν τοῦ σώματος καί
(4) Τα λόγια τοῦ Ἱερέα: «Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν».

Με τά «σημεῖα» αὐτά ὅ Ἱερέας δέν «τελεῖ» τό Μυστήριο αὐτό ὅπως τ’ ἄλλα, ἀλλά μεταδίδει τό Ἅγιο Πνεῦμα.

δ. Ἡ εἰδική χάρη τοῦ Μυστηρίου

Ἡ χάρη τοῦ Χρίσματος εἶναι τά ποικίλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. ε’, 22-23 καί Α’ Κορ. ιβ’4 καί 8-11), τά ὁποία λαμβάνουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ βαπτισμένοι. Ἐάν τά διατηροῦν ἤ ἐάν τά αὐξάνουν, μέ τή δύναμη πάλι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἕνα μεγάλο θέμα ποῦ συνδέεται καί μέ τήν προαίρεση τοῦ καθενός. Πάντως τό Χρῖσμα δέν ἐπαναλαμβάνεται. Ἐξαίρεση γίνεται ἐάν κάποιος ὀρθόδοξος πλανηθεῖ καί ἀκολουθήσει ἄλλη θρησκεία, ἐφ’ ὅσον μετανοήσει, μπορεῖ νά γίνει δεκτός ξανά στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ τή χρίση (πάλι) τοῦ Ἁγίου Μύρου. Τα χαρίσματα γίνονται ἐνεργά μέ τή μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία.

 

Όσο για την ακολουθία, είναι μια ξεχωριστή γιορτή, μια πανδαισία ευχών, που έχει ως έπεται: 

Η Ακολουθία του Βαπτίσματος

Εισέρχεται ο Ιερεύς, και αλλάσσει λευκήν Ιεράτικήν στολήν, ήτοι επιτραχήλιον και φελώνιον και απτομένων πάντων των κηρών, λαβών θυμιατόν, απέρχεται εν τη Κολυμβήθρα, και θυμια κύκλφ και αποδούς το θυμιατόν, προσκυνεί.

Είτα λέγει ο Διάκονος.

Ευλόγησον Δέσποτα.

Ο Ιερεύς, εκφώνως·

Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, έλέησον. Μεθ’ εκάστην δέησιν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Υπέρ της άνωθεν ειρήνης, και της σωτηρίας των ψυχών ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ευ­σταθείας των αγίων του Θεού Εκκλησιών, και της των πάντων ενώσεως, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αγίου Οίκου τούτου, και των μετά πίστεως, ευλάβειας και φόβου Θεού εισιόντων εν αυτώ, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του Αρχιεπισκόπου ημών (του δεινός), του τιμίου πρεσβυτερίου, της εν Χριστώ διακονίας, παν­τός του κλήρου και του λαού, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο, τι επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύμα­τος, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του καταπεμφθήναι αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδανού, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του καταφοιτήσαι τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργειαν, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του φωτισθήναι ημάς φωτισμόν γνώσεως και ευσέβειας, δια της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύ­ματος, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αναδειχθήναι το ύδωρ τούτο αποτρόπαιον πάσης επιβουλής ορατών και αοράτων εχθρών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του άξιον (αξίαν) γενέσθαι της άφθαρτου βασι­λείας τον (την) εν αυτώ βαπτιζόμενον (βαπτιξομένην), του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του νυν προσερχόμενου (της νυν προσερχομένης) τω αγίω Φωτίσματι και της σωτηρίας αυτού (αυτής), του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του αναδειχθήναι αυτόν (αυτήν) υιόν (θυγατέρα) φωτός και κληρονόμον των αιωνίων αγαθών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του γενέσθαι αυτόν (αυτήν) σύμφυτον και κοινωνόν του θανάτου και της αναστάσεως Χριστού του Θεού ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του διαφυλαχθήναι αυτώ (αυτή) την στολήν του Βαπτίσματος, και τον αββαβώνα του Πνεύματος, άσπιλον και αμώμητον εν τη ημέρα τη φοβερά Χριστού του Θεού ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του γενέσθαι αυτώ (αυτή) το ύδωρ τούτο λουτρόν παλιγγενεσίας, εις άφεσιν αμαρτιών, και ένδυμα αφθαρσίας, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του εισακούσαι Κύριον τον Θεόν φωνής της δεήσεως ημών, του Κυρίου δεηθώμεν.

Υπέρ του ρυσθήναι αυτόν (αυτήν) τε και ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης, του Κυρίου δεηθώμεν.

Αντιλαβού, σώσον, ελέησον, και διαφύλαξον ημάς, ο Θεός, τη ση χάριτι.

Της Παναγίας, αχράντου, ύπερευλογημένης, εν­δόξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και αειπαρθένου Μαρίας μετά πάντων των αγίων μνημονεύσαντες, εαυτούς και αλλήλους, και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα.

Και του Διακόνου λέγοντος ταύτα, ο Ιερεύς λέγει καθ’ εαυτόν την Ε υ χ ή ν ταύτην μυστικώς.

Του Κυρίου δεηθώμεν.

Ο εύσπλαγχνος και ελεήμων Θεός, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, και τα κρύφια των αν­θρώπων επιστάμενος μόνος· ου γαρ εστί πράγμα αφανές ενώπιον σου, άλλα πάντα γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς σου· ο γινώσκων τα κατ’ εμέ, μη βδελύξη με, μηδέ το πρόσωπον σου αποστρέψης απ’ εμού, αλλά πάριδέ μου τα παραπτώματα εν τη ώρα ταύτη, ο παρορών ανθρώπων αμαρτήματα εις μετάνοιαν, και απόπλυνον μου τον ρύπον του σώματος, και τον σπίλον της ψυχής, και όλον με αγίασον ολοτελή τη δυνάμει σου τη αοράτω και πνευματική δεξιά· ίνα μη, ελευθερίαν άλ­λοις επαγγελλόμενος και ταύτην παρέχων πίστει τη ηρτημένη της σης αφάτου φιλανθρωπίας, αυτός ως δούλος αμαρτίας αδόκιμος γένωμαι. Μη, Δέ­σποτα, ο μόνος αγαθός και φιλάνθρωπος, μη αποστραφείην τεταπεινωμένος και κατησχυμένος· άλλ’ εξαπόστειλόν μοι δύναμιν εξ ύψους, και ενίσχυσόν με προς την διακονίαν του προκειμένου σου Μυστηρίου, του μεγάλου και επουρανίου. Και μόρφωσόν σου τον Χριστόν εν τω μέλλοντι (εν τη μελλούση) αναγεννάσθαι δια της εμής ελεεινότητος· και οικοδόμησον αυτόν (αυτήν) εν τω θεμελίω των Αποστόλων και Προ­φητών σου· και μη καθέλης, αλλά φύτευσον αυτόν (αυτήν) φύτευμα αληθείας εν τη αγία σου Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και μη εκτίλης. Όπως προκύπτοντος αυτού (προκοπτούσης αυτής) εν ευσέβεια, δοξάζηται και δι’ αυτού (αυτής) το πανάγιον όνομά σου, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δεϊ δε ειδέναι, ότι καθ’ εαυτόν λέγει και την Εκφώνησιν και το, Αμήν.

Μετά δε το συμπληρωθήναι τα Ειρηνικά, άνευ Εκφωνήσεως, λέγει ό Ιερεύς την Ευχήν ταύτην μεγαλοφώνως και μετά φόβου Θεού και εξ όλης ψυ­χής και συντετριμμένης καρδίας.

Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα  σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου (τρις). Συ γαρ βουλήσει εξ ουκ όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα, τω σω κράτει συνέχεις την κτίσιν, και τη ση προνοία διοικείς τον κόσμον. Συ εκ τεσσάρων στοιχείων την κτίσιν συναρμόσας, τέτταρσι καιροίς τον κύκλον του ενιαυτού εστεφάνωσας. Σε τρέμουσιν αι νοεραί πάσαι Δυνάμεις· σε υμνεί ήλιος· σε δοξάζει σελήνη· σοι εντυγχάνει τα άστρα· σοι υπακούει το φως· σε φρίττουσιν άβυσσοι· σοι δουλεύουσιν αι πηγαί. Συ εξέτεινας τον ουρανόν ωσεί δέρριν· συ εστερέωσας την γην επί των υδάτων· συ περιετείχισας την θά­λασσαν ψάμμω· συ προς αναπνοάς τον αέρα εξέχεας. Αγγελικοί Δυνάμεις σοι λειτουργούσιν, οι των Αρχαγγέλων χοροί σε προσκυνούσι, τα πολυόμματα Χερουβίμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ, κύκλω εστώτα, και περιϊπτάμενα, φόβω της απροσ­ίτου σου δόξης κατακαλύπτεται. Συ γαρ, Θεός ων απερίγραπτος άναρχος τε και ανέκφραστος, ήλθες επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· ου γαρ έφερες, Δέσποτα, δια σπλάγχνα ελέους σου, θεάσθαι υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων, αλλ’ ήλθες και έσωσας ημάς. Ομολογούμεν την χάριν, κηρύττομεν τον έλεον, ου κρύπτομεν την ευεργεσίαν. Τας της φύσεως ημών γονάς ηλευθέρωσας, παρθενικήν ηγίασας μήτραν τω τόκω σου, πάσα η κτίσις ύμνησέ σε επιφανέντα. Συ γαρ, ο Θεός ημών, επί της γης ώφθης και τοις ανθρώποις συνανεστράφης· Συ και τα Ιορδάνεια ρείθρα ηγίασας, ουρανόθεν καταπέμψας αυτοίς το Πανάγιόν σου Πνεύμα, και τας κεφαλάς των εκείσε εμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων. Αυτός ουν, φιλάνθρωπε Βασιλεύ, πάρεσο και νυν δια της επιφοιτήσεως του Αγίου σου Πνεύ­ματος και αγίασον το ύδωρ τούτο (τρις). Και δος αυτώ την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου. Ποίησον αυτό αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. Φυγέτωσαν απ’ αυτού οι επιβουλεύοντες τω πλάσματί σοι· ότι το όνομά σου, Κύριε, επεκαλεσάμην, το θαυμαστόν και ένδοξον και φοβερόν τοις υπεναντίοις.

Και εμφυσά το ύδωρ τρις· και σφραγίζει τη δεξιά τρίτον και επεύχεται, λέγων:

Συντριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του τύπου του τιμίου Σταυρού σου πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις (τρίς). Υποχωρησάτωσαν ημίν πάντα τα εναέρια και αφανή είδωλα, και μη υποκρυβήτω τω ύδατι τούτω δαιμόνιον σκοτεινόν, μηδέ συγκαταβήτω τω βαπτιζομένω (τηβαπτιζομένη), δεόμεθά σου, Κύριε, πνεύμα πονηρόν, σκότωσιν λογισμών καί ταραχήν διανοίας επάγον. Αλλά συ, Δέσποτα των απάντων, ανάδειξον το ύδωρ τούτο, ύδωρ απολυτρώσεως, ύδωρ αγιασμού, καθαρισμόν σαρκός και πνεύματος, άνεσιν δεσμών, άφεσιν παραπτωμάτων, φωτισμόν ψυχής, λουτρόν παλλιγγενεσίας, άνακαινισμόν πνεύματος, υιοθεσίας χά­ρισμα, ένδυμα αφθαρσίας, πηγήν ζωής. Συ γαρ είπας, Κύριε· Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε, αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών. Συ εχαρίσω ημίν την άνωθεν αναγέννησιν, δι’ ύδατος και Πνεύματος. Επιφάνηθι, Κύριε, τούτω· και δος μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον (βαπτιζομένην),εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν· ίνα, γενόμενος (γενομένη) σύμφυτος τω ομοιώματι του θανάτου σου δια του Βαπτίσματος, κοινωνός και της αναστάσεως σου γένηται και φυλάξας (φυλάξασα)  την δωρεάν του Αγίου σου Πνεύματος και αυξήσας (αυξήσασα) την παρακαταθήκην της χάριτος, δέξηται το βραβείον της άνω κλήσεως, και συγκαταριθμηθή τοις πρωτοτόκοις, τοις απογεγραμμένοις εν ουρανώ, εν σοι τω Θεώ και Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ. Ότι σοι πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, άμα τω ανάρχω σου Πατρί, και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω πνεύματί σου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Τας κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Σοι Κύριε.

Και εμφυσά ο Ιερεύς εις το αγγείον του ελαίου, βασταζόμενον υπό του Διακόνου και σφραγίζει δια της χειρός τρις τούτο, ήτοι το έλαιον.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, ελέησον

ΙΕΡΕΥΣ

Δέσποτα, Κύριε, ο Θεός των Πατέρων ημών, ο τοις εν τι κιβωτώ του Νώε περιστεράν αποστείλας, κάρφος ελαίας έχουσαν επί του στόματος, καταλλαγής σύμβολον, σωτηρίας τε της από του κατακλυσμού, και το της χάριτος μυστήριον δι’ εκείνων προτυπώσας· ο και της ελαίας τον καρπόν εις πλήρωσιν των αγίων σου Μυστηρίων χορηγήσας, ο δι’ αυτού και τους εν νόμω Πνεύματος Αγίου πληρώσας και τους εν χάριτι τελειών· Αυτός ευλόγησον και τούτο το έλαιον, τη δυνάμει και ενεργεία και επιφοιτήσει του Αγίου σου Πνεύματος, ώστε γενέσθαι αυτό χρίσμα αφθαρσίας, όπλον δικαιοσύνης, ανακαινισμός ψυχής και σώματος, πάσης διαβολικής ενερ­γείας αποτρόπαιον, εις άπαλλαγήν κακών, πάσι τοις χριομένοις αυτό εν πίστει, ή και μεταλαμβάνουσιν εξ αυτού.

Εις δόξαν σην, και του μονογενούς σου Υιού, και του παναγίου και αγαθού και ζωοποιού σου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.  

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Πρόσχωμεν.

Ο δε Ιερεύς, λαβών το αγγείον του ελαίου καταχέει εξ αυτού εν τη κολυμβήθρα, ποιων σταυρούς γ’ και ψάλλων εν εκάστω σταυρώ το Αλληλούια (γ’).

Είτα εκφωνεί·

Ευλογητός ο Θεός, ο φωτίζων και αγιάζων πάντα άνθρωπον, ερχόμενον εις τον κόσμον, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Και προσφέρεται ό βαπτιζόμενος. Ο δε Ιερεύς λαμβάνει εκ του αγίου ελαίου δια των τριών δα­κτύλων της δεξιάς και ποιεί Σταυρού τύπον επί του μετώπου, και του στήθους, και των μεταφρένων του βαπτιζομένου, λέγων·

Χρίεται ο δούλος (η δούλη) του Θεού  (ο ή η δείνα), έλαιον αγαλλιάσεως, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Και σφραγίζουν αυτού (αυτής) το στήθος και τα μετάφρενα, λέγει·

Εις μεν το στήθος·

Εις  ίασιν  ψυχής  και  σώματος.

Εις δε τας ακοάς·

Εις ακοήν πίστεως.

Εις τους πόδας·

Του πορεύεσθαι τα διαβήματα σου.

Εις τας χείρας·

Αι χείρες σου εποίησαν με, και έπλασαν με.

Και όταν χρισθή εκ του ελαίου όλον το σώμα υπό του Αναδόχου, βαπτίζει αυτόν ο Ιερεύς, όρθιον αυτόν κατέχων και βλέποντα κατά ανατολάς και λέγων·

Βαπτίζεται ο δούλος (δούλη) του Θεού   (ο ή η δείνα) εις  το όνομα του Πατρός, Αμήν· και του Υιού, Αμήν· και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν. (εκάστη προσρήσει κατάγων αυτόν και ανάγων).

Και λούει αυτού ο Ιερεύς, όλον το σώμα καλώς.

Είτα λαμβάνει αυτόν ο Ανάδοχος εκ της αγίας Κολυμβήθρας δια των χειρών του Ιερέως υπτίαις χερσί, σαβάνου (σινδονίου] λευκού πρότερον εφαπλωθέντος εν ταις χερσίν.)

ΧΟΡΟΣ:

Ψαλμός λα’ (31)

Μακάριοι, ων αφέθησαν αι ανομίαι, και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι (εκ γ’). Μακάριος ανήρ, ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν, ουδέ εστίν εν τω στόματι αυτού δόλος. Ότι εσίγησα, επαλαιώθη τα οστά μου, από του κράζειν με όλην την ημέραν. Ότι ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ’ εμέ η χειρ σου, εστράφην εις ταλαιπωρίαν εν τω εμπαγήναι μοι άκανθαν. Την ανομίαν μου εγνώρισα και την αμαρτίαν μου ουκ εκάλυψα. Είπα· Εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω, και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. Υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος, εν καιρώ ευθέτω. Πλην εν κατακλυσμώ υδάτων πολλών, προς αυτόν ουκ εγγιούσι. Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με· το αγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με. Συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδώ ταύτη η πορεύση, επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου. Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έστι σύνεσις· εν κημώ και χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς σε. Πολλαί αι μά­στιγες του αμαρτωλού, τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει. Ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε, δίκαιοι, και καυχάσθε πάντες οι ευθείς τη| καρδία.

Και μετά τούτο λέγει ο Ιερεύς την Ευχήν ταύτην·

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, έλέησον.

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΥΡΟΥ  

Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός ο Παντοκράτωρ, ή πηγή των αγαθών, ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο λάμψας τοις εν σκότει φως σωτηρίας, δια της επι­φανείας του μονογενούς σου Υιού και Θεού ημών και χαρισάμενος ημίν τοις αναξίοις την μακαρίαν κάθαρσιν εν τω αγίω Βαπτίσματι, και τον θείον αγιασμόν εν τω ζωοποιώ χρίσματι· ο και νυν ευδοκήσας αναγεννήσαι τον δούλον σου τον (την δούλην σου την) νεοφώτιστον δι’ ύδατος και Πνεύματος, και την των εκουσίων και ακουσίων αμαρτημάτων άφεσιν αυτώ (αυτή) δωρησάμενος· Αυτός ουν, Δέσποτα παμβασιλεύ εύσπλαγχνε, χάρισαι αυτώ και την σφραγίδα της δωρεάς του αγίου και παντοδυνάμου, και προσκυνητού σου Πνεύματος, και την μετάληψιν του αγίου Σώματος, και του τι­μίου Αίματος του Χριστού σου. Φύλαξον αυτόν (αυτήν) εν τω σω αγιασμώ· βεβαίωσον εν τη Ορθοδόξω πίστει ρύσαι από του πονηρού, και πάντων των επιτηδευ­μάτων αυτού, και τω σωτηρίω σου φόβω, εν αγνεία καί δικαιοσύνη την ψυχήν αυτού (αυτής) διατήρησον ίνα, εν παντί έργω και λόγω ευαρεστών (ευαρεστούσα) σοι, υιός (θυγατέρα) και κληρονόμος της επουρανίου σου γένηται βασιλείας.

Εκφώνως

Ότι συ ει ο Θεός ημών, Θεός του ελεείν και σώζειν, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Και μετά την Ευχήν, χρίει τον βαπτισθέντα ο Ιερεύς τω αγίω Μύρω, ποιών του Σταυρού τύπον επί του μετώπου, των οφθαλμών, των μυκτήρων, του στόματος, των δύο ώτων, του στήθους, των χειρών και των ποδών, λέγων·

Σφραγίς δωρεάς Πνεύματος Αγίου. Αμήν.

Είτα ενδύων αυτόν τον χιτώνα λέγει.

Ενδύεται ο δούλος (δούλη) του Θεού (ο ή η δείνα) χιτώνα δικαιοσύνης, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

ΧΟΡΟΣ:

Και ψάλλεται Τροπάριον εις ήχον πλ. δ’.

Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν, ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον, πολυέλεε Χριστέ ο Θεός ημών.

Ο Ιερεύς νιψάμενος, θυμιά την Κολυμβήθραν, περιερχόμενος αυτήν γύρωθεν μετά του Αναδόχου, κατ’ ενώπιον ισταμένου και βαστάζοντος το νέοφώτιστον βρέφος και ψάλλων εις ήχον α’.

ΙΕΡΕΥΣ:  Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε,  Αλληλούια   (εκ  τρίτου).

ΧΟΡΟΣ: Δόξα. Και νυν. Χριστόν  ενεδύσασθε.   Αλληλούια.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Δύναμις.

ΧΟΡΟΣ: Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούια.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Πρόσχωμεν.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ:

Προκείμενον.  Ήχος γ’.

Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου.

Στίχ. Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Σοφία.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ: Προς Ρωμαίους επιστολής Παύλου το Ανάγνωσμα.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Πρόσχωμεν.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

(Κεφ.  στ΄ 3-11)

Αδελφοί, όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν. Συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα, ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν. Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της ανα­στάσεως εσόμεθα, τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς, τη αμαρτία. Ο γαρ αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας. Ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός, εγερθείς εκ νεκρών, ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει. Ο γαρ απέθανε τη αμαρτία, απέθανεν εφάπαξ, ο δε ζη, ζη τω Θεώ. Ούτω και υμείς λογίζεσθε εαυτούς νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία, ζώντας δε τω Θεώ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη σοι τω αναγινώσκοντι.

ΧΟΡΟΣ: Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Σοφία ορθοί· ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω πνεύματι σου.

ΙΕΡΕΥΣ:  Εκ του κατά Ματθαίον αγίου Ευαγγελίου το Ανάγνωσμα.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Πρόσχωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

ΙΕΡΕΥΣ:

(Κεφ. κη΄ 16-20)

Τω καιρώ εκείνω, οι ένδεκα Μαθηταί επορεύθησαν εις την Γαλιλαίαν, εις το όρος, ου ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς. Και ιδόντες αυτόν, προσεκύνησαν αυτώ· οι δε εδίστασαν. Και προσελθών ο Ιησούς ελάλησεν αυτοίς, λέγων· Εδόθη μοι πάσα εξου­σία εν ουρανώ και επί γης. Πορευθέντες ουν, μαθη­τεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην ημίν και ιδού, εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας, έως της συντέλειας του αιώνος. Αμήν.

ΧΟΡΟΣ: Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

ΕΥΧΑΙ  ΤΗΣ ΑΠΟΛΟΥΣΕΩΣ

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω πνεύματί σου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Σοι, Κύριε.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, έλέησον.

ΙΕΡΕΥΣ

Ο λύτρωσιν αμαρτιών, δια του αγίου Βαπτίσμα­τος, τω δούλω (τη δούλη) σου δωρησάμενος, και ζωήν αναγεννήσεως αυτώ (αυτή) χαρισάμενος· Αυτός, Δέσποτα Κύριε, τον φωτισμόν του προσώπου σου εν τη καρδία αυτού (αυτής) εναυγάζειν δια παντός ευδόκησον·τον θυρεόν της πίστεως αυτού (αυτής) ανεπιβούλευτον εχθροίς διατήρησον· το της αφθαρσίας ένδυμα, ο περιεβάλετο, αρρύπωτον εν αυτώ (αυτή) και αμόλυντον διαφύλαξον· άθραυστον εν αυτώ (αυτή) την πνευματικήν σφρα­γίδα τη χάριτί σου διατηρών, και ίλεως αυτώ (αυτή) τε και ημίν γενόμενος, κατά το πλήθος των οικτιρμών σου. Ότι ηυλόγηται και δεδόξασται το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, ελέησον.

ΙΕΡΕΥΣ:  Δέσποτα Κύριε, ο Θεός ημών, ο δια της κολυμβήθρας την ουράνιον έλλαμψιν τοις βαπτιζομένοις παρέχων· ο αναγεννήσας τον δούλον (την δούλην) σου τον (την) νεοφώτιστον δ’ ύδατος και πνεύματος, και την των εκουσίων και ακουσίων αμαρτημάτων άφεσιν αυτώ (αυτή) δωρησάμενος, επίθες αυτώ (αυτή) την χείρα σου την κραταιάν, και φύλαξον αυτόν (αυτήν) εν τη δυνάμει της σης αγαθότητος· άσυλον τον αρραβώνα διαφύλαξον και αξίωσον αυτόν (αυτήν) εις την ζωήν την αιώνιον, και εις την σην ευαρεστίαν. Ότι συ ει ο αγιασμός ημών, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω Πνεύματι σου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Τάς κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Σόι, Κύριε.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε,  ελέησον.

ΙΕΡΕΥΣ

Ο ενδυσάμενος (η ενδυσαμένη) σε, τον Χριστόν και Θεόν ημών, σοι υπέκλινε συν ημίν την εαυτού (εαυτής) κεφαλήν ον διαφύλαξον αήττητον αγωνιστήν διαμείναι κατά των μάτην έχθραν φερομένων κατ’ αυτού (αυτής) τε και ημών τω δε σω αφθάρτω στεφάνω μέχρι τέλους νικητάς πάντας ανάδειξον.

Ότι σον εστί το ελεείν και σώζειν ημάς, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Ο Ιερεύς λύει το ζωνάριον του παιδίου και το σάβανον (μυρόπανον) και, ενώσας τας άκρας αυ­τών, βρέχει μετά ύδατος καθαρού αυτάς και ραίνει το παιδίον, λέγων·

ΙΕΡΕΥΣ:  Εδικαιώθης, εφωτίσθης.

Και λαβών σπόγγον καινόν ή βάμβακα μεθ’ ύδατος, αποσπογγίζει το πρόσωπον αυτού, συν τη κεφαλή, και το στήθος και τα λοιπά, λέγων·

ΙΕΡΕΥΣ:  Εβαπτίσθης, εφωτίσθης, εμυρώθης, ηγιάσθης, απελούσθης εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΤΡΙΧΟΚΟΥΡ1ΑΝ

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε, ελέησον.

ΙΕΡΕΥΣ

Δέσποτα Κύριε, ο Θεός ημών, ο τη εικόνι σου τιμήσας τον άνθρωπον, εκ ψυχής λογικής και σώματος ευπρεπούς κατασκευάσας αυτόν, ως αν το σώμα εξυπηρετήσαι τη λογική ψυχή· κεφαλήν μεν επί των υψηλοτάτων θείς, και εν αυτή τας πλείστας των αισθήσεων καθιδρύσας, μη παρεμποδιζούσας αλλήλαις· ταις δε θριξί την κεφαλήν οροφώσας, προς το μη βλάπτεσθαι ταις μεταβολαίς των αέρων, και πάντα τα μέλη αυτώ χρησίμως εμφυτεύσας, ίνα δια πάντων ευχαριστή σοι τω αριστοτέχνη. Αυτός, Δέσποτα, ο δια του σκεύους της εκλογής σου Παύλου του Αποστόλου εντειλάμενος ημίν πάντα εις δόξαν σήν ποιείν, τον προσελθόντα (την προσελθούσαν) δούλον (δούλην) σου απαρχήν ποιήσασθαι κείρασθαι την κόμην της κεφαλής αυτού (αυτής), ευλόγησον, άμα τω αυτού (αυτής) αναδόχω· και δος αυτοίς πάντα μελετάν εν τω νόμω σου και τα ευάρεστά σοι πράττειν.

Ότι ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΙΕΡΕΥΣ: Ειρήνη πάσι.

ΧΟΡΟΣ: Και τω πνεύματί σου.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Τας κεφάλας ημών τω Κυρίω κλίνωμεν.

ΧΟΡΟΣ: Σοι, Κύριε.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ: Του Κυρίου δεηθώμεν.

ΧΟΡΟΣ: Κύριε ελέησον.

Ο Ιερεύς κρατών την δεξιάν αυτού επί την κεφαλήν του βαπτισθέντος επέυχεται·

ΙΕΡΕΥΣ

Κύριε ο Θεός ημών, ο εκ του πληρώματος της κολυμβήθρας δια της σης αγαθότητος αγιάσας τους εις σε πιστεύοντας, ευλόγησον το παρόν νήπιον, και επί την κεφαλήν αυτού η ευλογία σου καταβήτω. Και ως ευλόγησας δια του προφήτου Σαμουήλ, Δαυίδ τον βασιλέα, ευλόγησον και την κε­φαλήν του δούλου (της δούλης) σου (τουδε ή τηςδε), δια χειρός εμού του αμαρτωλού, επιφοιτών αυτώ (αυτή) τω Πνεύματί σου τω Αγίω, όπως προκόπτων (προκόπτουσα)  εν ηλικία και πολιά γήρως, δόξαν σοι αναπέμψη, και ίδη τα αγαθά Ιερουσαλήμ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού (αυτής).

Έκφώνως

Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Ο Ιερεύς κείρει την κόμην της κεφαλής του παιδίου σταυροειδώς, λέγων·

ΙΕΡΕΥΣ

Κείρεται ο δούλος (η δούλη) του Θεού (δείνα) την κόμην της κεφαλής αυτού (αυτής), εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Ελέησον ημάς ο Θεός, κατά το μέγα έλεος σου, δεόμεθά σου, επάκουσον, και ελέησον.

ΧΟΡΟΣ:. Κύριε ελέησον.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Έτι δεόμεθά υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγίειας και σωτηρίας των δούλων σου, του (της) νεοφώτιστου (του ή της δείνος),του αναδόχου (του ή της δείνος), και παντός του περιεστώτος λαού.

ΙΕΡΕΥΣ:  Οτι ελεήμων, και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

Ειθ’ ούτως η Απόλυσις, του Βαπτίσματος ως ακολούθως·

ΙΕΡΕΥΣ:  Δόξα σοι, ο Θεός, η ελπίς ημών, δόξα σοι.

ΔΙΑΚΟΝΟΣ:  Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι. Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Κύριε, ελέησον Κύριε, ελέησον Κύριε, ελέησον. Πάτερ άγιε, ευλόγησον.

ΙΕΡΕΥΣ:  Ο εν Ιορδάνη υπό Ιωάννου βαπτισθήναι καταδεξάμενος δια την ημών σωτηρίαν, Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, ταις πρεσβείαις της παναχράν­του και παναμώμου αγίας αυτού Μητρός, του τι­μίου, ενδόξου προφήτου, προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, (του αγίου ου το όνομα έλαβεν ο ή η νεο­φώτιστος), και πάντων των Αγίων, ελεήσαι και σώσαι ημάς ως αγαθός και φιλάνθρωπος.

Δι’ ευχών των αγίων…

ΧΟΡΟΣ: Αμήν.

  Πηγή για το Τυπικό της Ακολουθίας του Βαπτίσματος


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Η εξόδιος ακολουθία


Η νεκρώσιμη ακολουθία είναι ποίημα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Εκκλησίας αλλά και ένας από τους σπουδαιότερους θεολόγους όλων των εποχών. Η νεκρώσιμη ακολουθία αποτελεί την συμπύκνωση, με ανυπέρβλητο ποιητικό τρόπο, της χριστιανικής διδασκαλίας περί του θανάτου και της ζωής. "Όντως φοβερότατον το του θανάτου μυστήριο" γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Αλλά το φαινόμενο του θανάτου είναι μυστήριο, όσο μυστήριο είναι και το φαινόμενο της ζωής. Είναι γνωστά τα υπαρξιακά ερωτήματα "γιατί υπάρχουμε, από πού ξεκινάμε, που πηγαίνουμε". Ο χαρακτήρας της νεκρώσιμης ακολουθίας είναι διφυής. Από τη μια τονίζεται η ματαιότητα των εγκοσμίων και η μηδαμινότητα του ανθρώπου. Όμως ο τάφος αναδίδει την αληθινότητα του όντος. Δηλαδή το γεγονός του θανάτου βοηθεί τον άνθρωπο να έλθει σε αυτοσυναίσθηση και αυτογνωσία. Η συμφιλίωση με το θάνατο είναι δείγμα μεγάλης σοφίας και αυτό είναι πράγμα δύσκολο. Με το θάνατο ραγίζει βέβαια η καρδιά του ανθρώπου, και αυτού ακόμη του πιστού, όμως δεν κυριεύει την ψυχή του η απελπισία. Διότι, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος, οι Χριστιανοί δεν είναι όπως και οι λοιποί "οι μή έχοντες ελπίδα". Το γεγονός της Αναστάσεως είναι αυτό που συνέχει τον πιστό. Ο άγιος από αυτή τη ζωή βιώνει εμπειρικά το γεγονός της Αναστάσεως και αυτό είναι που δίνει την άλλη διάσταση στη νεκρώσιμη ακολουθία. "Ο θάνατός Σου Κύριε αθανασίας γέγονε πρόξενος". "Μακαρία η οδός, ή πορεύει σήμερον, ότι ητοιμάσθη σοι τόπος αναπαύσεως". Τα λόγια αυτά απευθύνονται στο νεκρό και ψάλλονται στον χαρμόσυνο τρίτο ήχο. Το σώμα θα εναποτεθεί στο μνήμα αλλά η ψυχή θα εξακολουθεί να ζει και μετά τη νέκρωση του σώματός της.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αν κάποιος πεθάνει κατά τη διάρκεια της Διακαινήσιμης εβδομάδας, η Εξόδιος Ακολουθία θα τελεσθεί μέσα στο κλίμα της αναστάσιμης χαράς. Αντί των νεκρωσίμων ιδιομέλων ψάλλονται οι καταβασίες του Πάσχα και το εξαποστειλάριον "Σαρκί υπνώσας ως θνητός", αντί δε του "Δεύτε τελευταίον ασπασμόν", ψάλλεται το "Αναστάσεως ημέρα". ΠΗΓΗ





Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Ὁ Ἄμωμος. Ψαλμὸς ριη´ (118).


ΣΤΑΣΙΣ Α´. Ἦχος πλ. β´.

 

Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, Ἀλληλούϊα.

 

Εὐλογητὸς εἶ Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. Ἀλληλούϊα.

Ἐπεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. Ἀλληλούϊα.

Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας, βεβαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. Ἀλληλούϊα.

Κλῖνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν. Ἀλληλούϊα.

Ἀθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν, τῶν ἐγκαταλιμπανόντων τὸν νόμον σου. Ἀλληλούϊα.

Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε, καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου. Ἀλληλούϊα.

 

ΣΤΑΣΙΣ Β´. Ἦχος πλ. α´.


Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ὅτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἀπὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα, ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὰ δίκαιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν. Ἐλέησόν με, Κύριε.

Καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν τὸν νόμον σου. Ἐλέησόν με, Κύριε.

 

ΣΤΑΣΙΣ Γ´. Ἦχος πλ. δ´.

Καὶ ἐλέησόν με. Ἀλληλούϊα.


Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ καὶ ἐλέησόν με, κατὰ τὸ κρῖμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά σου. Ἀλληλούϊα.

Νεώτερος ἐγώ εἰμι, καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. Ἀλληλούϊα.

Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, κατὰ τὸ κρῖμά σου ζῆσόν με. Ἀλληλούϊα.

Ἄρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου. Ἀλληλούϊα.

Ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι.

Ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.

 

Νεκρώσιμα Εὐλογητάρια. Ἦχος πλ. α´.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Τῶν Ἁγίων ὁ χορός, εὗρε πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν Παραδείσου· εὕρω κἀγώ, τὴν ὁδὸν διὰ τῆς μετανοίας· τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον ἐγώ εἰμι· ἀνακάλεσαί με, Σωτήρ, καὶ σῶσόν με.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ὁ παλάμῃ ἐκ μὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας, εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναμορφώσασθαι.


Εὐλογητός εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Εἰκών εἰμι, τῆς ἀῤῥήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων· οἰκτείρησον τὸν σὸν πλάσμα Δέσποτα, καὶ καθάρισον σῇ εὐσπλαγχνίᾳ· καὶ τὴν ποθεινὴν πατρίδα παράσχου μοι, Παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με.


Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ πάντα τὰ ἐγκλήματα.


Δόξα. Τριαδικόν.

Τὸ τριλαμπές, τῆς μιᾶς Θεότητος, εὐσεβῶς ὑμνήσωμεν βοῶντες· Ἅγιος εἶ, ὁ Πατὴρ ὁ ἄναρχος, ὁ συνάναρχος Υἱὸς καὶ τὸν θεῖον Πνεῦμα· φώτισον ἡμᾶς, πίστει σοι λατρεύοντας, καὶ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἐξάρπασον.


Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Χαῖρε σεμνή, ἡ Θεὸν σαρκὶ τεκοῦσα, εἰς πάντων σωτηρίαν, δι᾿ ἧς γένος τῶν ἀνθρώπων εὕρατο τὴν σωτηρίαν· διὰ σοῦ εὕροιμεν Παράδεισον, Θεοτόκε, ἁγνὴ εὐλογημένη.

 


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ´.

Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον, Χριστέ, τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

 


Νεκρώσιμα Ἰδιόμελα.
(Ἰωάννου Μοναχοῦ, τοῦ Δαμασκηνοῦ).

Ἦχος α´.

Ποία τοῦ βίου τρυφὴ διαμένει λύπης ἀμέτοχος; Ποία δόξα ἔστηκεν ἐπὶ γῆς ἀμετάθετος; Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα· μία ῥοπή, καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται. Ἀλλ᾿ ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου, καὶ τῷ γλυκασμῷ τῆς σῆς ὡραιότητος, ὃν ἐξελέξω ἀνάπαυσον, ὡς φιλάνθρωπος.


Ἦχος β´.

Ὡς ἄνθος μαραίνεται, καὶ ὡς ὄναρ παρέρχεται, καὶ διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος· πάλιν δὲ ἠχούσης τῆς σάλπιγγος, νεκροί, ὡς ἐν συσσεισμῷ, πάντες ἀναστήσονται πρὸς τὴν σὴν ὑπάντησιν, Χριστὲ ὁ Θεός· τότε, Δέσποτα, ὃν μετέστησας ἐξ ἡμῶν, ἐν ταῖς τῶν Ἁγίων σου κατάταξον σκηναῖς, τὸ πνεῦμα τοῦ σοῦ δούλου, Χριστέ.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Οἴμοι, οἶον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! Πρὸς τοὺς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει· πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, τῷ μεταστάντι τὴν ἀνάπαυσιν, παρά Χριστοῦ αἰτησώμεθα, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


Ἦχος γ´.

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται. Διὸ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν· Τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον, ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία.


Ἦχος δ´.

Ὄντως φοβερώτατον, τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος, βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας, καὶ τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται. Διό σε ἱκετεύομεν· Τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσον, ἐν σκηναῖς τῶν Δικαίων σου. Ζωοδότα Φιλάνθρωπε.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά. Ἀλλὰ δεῦτε βοήσωμεν τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ· Κύριε, τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν ἀξίωσον, τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν, ἀναπαύων αὐτὸν ἐν τῇ ἀγήρῳ μακαριότητι.


Ἦχος πλ. α´.

Ἐμνήσθην τοῦ Προφήτου βοῶντος· Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός· καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον· ἆρα τίς ἐστι, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός; Ἀλλὰ ἀνάπαυσον, Κύριε, μετὰ Δικαίων τὸν δοῦλόν σου, ὡς φιλάνθρωπος.


Ἦχος πλ. β´.

Ἀρχή μοι καὶ ὑπόστασις, τὸ πλαστουργόν σου γέγονε πρόσταγμα· βουληθεὶς γὰρ ἐξ ἀοράτου τε, καὶ ὁρατῆς με ζῷον συμπῆξαι φύσεως, γῆθέν μου τὸ σῶμα διέπλασας, δέδωκας δέ μοι ψυχήν, τῇ θείᾳ σου καὶ ζωοποιῷ ἐμπνεύσει. Διό, Χριστέ, τὸν δοῦλόν σου, ἐν χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς Δικαίων ἀνάπαυσον.


Ἦχος βαρύς.

Ἀνάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν ζωοδότα, ὃν μετέστησας ἀδελφὸν ἡμῶν ἐκ τῶν προσκαίρων, κράζοντα δόξα σοι.


Ἕτερον ἐκτὸς Τυπικοῦ. Ἦχος ὁ αὐτός.

Κατ᾿ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, πλαστουργήσας κατ᾿ ἀρχὰς τὸν ἄνθρωπον, ἐν Παραδείσῳ τέθεικας, κατάρχειν σου τῶν κτισμάτων· φθόνῳ δὲ διαβόλου ἀπατηθείς, τῆς βρώσεως μετέσχε, τῶν ἐντολῶν σου παραβάτης γεγονώς· διὸ πάλιν εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη, κατεδίκασας ἐπιστρέφειν, Κύριε, καὶ αἰτεῖσθαι τὴν ἀνάπαυσιν.


Ἦχος πλ. δ´.

Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον, καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, πλασθεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον, μὴ ἔχουσαν εἶδος. Ὢ τοῦ θαύματος! Τί τὸ περὶ ἡμᾶς τοῦτο γέγονε μυστήριον; Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ, καὶ συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ; Ὄντως Θεοῦ προστάξει, ὡς γέγραπται, τοῦ παρέχοντος τοῖς μεταστᾶσι τὴν ἀνάπαυσιν.


Δόξα Πατρί. Ὁ αὐτός.

Ὁ θάνατός σου, Κύριε, ἀθανασίας γέγονε πρόξενος· εἰ μὴ γὰρ ἐν μνήματι κατετέθης, οὐκ ἂν ὁ Παράδεισος ἠνέῳκτο· διὸ τὸν μεταστάντα ἀνάπαυσον ὡς φιλάνθρωπος.


Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός.

Ἁγνὴ Παρθένε, τοῦ Λόγου Πύλη, τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μήτηρ, ἱκέτευε ἐλεηθῆναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ.

 


Οἱ Μακαρισμοί.

Ἐν τῇ βασιλείᾳ σου, μνήσθητί ἡμῶν, Κύριε.

Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.

Μακάριοι οἱ πρᾳεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.


Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.

Ἦχος πλ. β´. Οἱ ὅσιοί σου Παῖδες.

Λῃστὴν τοῦ Παραδείσου Χριστὲ πολίτην, ἐπὶ Σταυροῦ σοι βοήσαντα, τὸ Μνήσθητί μου προαπειργάσω· αὐτοῦ τῆς μετανοίας, ἀξίωσον κἀμὲ τὸν ἀνάξιον.


Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεόν ὄψονται.

Ζωῆς ὁ κυριεύων καὶ τοῦ θανάτου, ἐν ταῖς αὐλαῖς Ἁγίων ἀνάπαυσον, ὃν προσελάβου ἐκ τῶν προσκαίρων, βοῶντα· Μνήσθητί μου, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.


Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.

Ὁ τῶν ψυχῶν δεσπόζων καὶ τῶν σωμάτων, οὗ ἐν τῇ χειρὶ ἡ πνοὴ ἡμῶν, τῶν θλιβομένων παραμυθία, ἀνάπαυσον ἐν χώρᾳ Δικαίων, ὃν μετέστησας δοῦλόν σου.


Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Χριστός σε ἀναπαύσοι ἐν χώρᾳ ζώντων, καὶ πύλας Παραδείσου ἀνοίξοι σοι, καὶ βασιλείας δείξοι πολίτην, καὶ ἄφεσίν σοι δῴη, ὧν ἥμαρτες ἐν βίῳ φιλόχριστε.


Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα, καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι, ἕνεκεν ἐμοῦ.

Ἐξέλθωμεν καὶ ἴδωμεν ἐν τοῖς τάφοις, ὅτι γυμνὰ ὀστέα ὁ ἄνθρωπος, σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία καὶ γνῶμεν τίς ὁ πλοῦτος, τὸ κάλλος, ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ εὐπρέπεια.


Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Ἀκούσωμεν τί κράζει ὁ Παντοκράτωρ· Οὐαί, οἱ ἐκζητοῦντες θεάσασθαι, τὴν φοβερὰν ἡμέραν Κυρίου· αὕτη γάρ ἐστι σκότος· πυρὶ γὰρ δοκιμάσει τὰ σύμπαντα.


Δόξα.

Ἀνάρχῳ καὶ γεννήσει τε καὶ προόδῳ, Πατέρα προσκυνῶ τὸν γεννήσαντα, Υἱὸν δοξάζω τὸν γεννηθέντα, ὑμνῶ τὸ συνεκλάμπον, Πατρί τε καὶ Υἱῷ Πνεῦμα Ἅγιον.


Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Πῶς ἐκ μαζῶν σου γάλα βρύεις Παρθένε; Πῶς τρέφεις τὸν τροφέα τῆς κτίσεως; Ὡς εἶδεν ὁ πηγάσας ὕδωρ ἐκ πέτρας, τὰς φλέβας τῶν ὑδάτων, διψῶντι τῷ λαῷ, καθὼς γέγραπται.

 

Ἀπόστολος 

Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α´ (δ´ 13-17).

Ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες, οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου, οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι, ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.

 

Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (ε´ 24-30).

Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με, ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται. Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ· οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί. Μή θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα, ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως. Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐδέν. Καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός.


Εὐχαὶ συγχωρητικαί.

Ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός, ὁ τὸν θάνατον καταπατήσας, τὸν δὲ διάβολον καταργήσας καὶ ζωὴν τῷ κόσμῳ σου δωρησάμενος· αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου (τοῦδε), ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός. Πᾶν ἁμάρτημα τὸ παρ᾿ αὐτοῦ πραχθὲν ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ διανοίᾳ, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς συγχώρησον· ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καὶ οὐχ ἁμαρτήσει· σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις· ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια.

Ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου(τοῦδε), Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

Τελευταῖος ἀσπασμὸς τοῦ λειψάνου. 

Ἦχος β´. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δεῦτε τελευταῖον ἀσπασμόν, δῶμεν ἀδελφοί τῷ θανόντι, εὐχαριστοῦντες Θεῷ· οὗτος γὰρ ἐξέλιπε τῆς συγγενείας αὐτοῦ, καὶ πρὸς τάφον ἐπείγεται, οὐκ ἔτι φροντίζων, τὰ τῆς ματαιότητος, καὶ πολυμόχθου σαρκός. Ποῦ νῦν συγγενεῖς τε καὶ φίλοι; Ἄρτι χωριζόμεθα, ὅνπερ ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξώμεθα.


Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν. (γ΄


Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

 

ΠΗΓΗ 

 Η κυρία Κατερίνα εκατοχρόνισε και την ξεπροβόδισαν όλοι οι δικοί της. 

Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως.

Κάθε που παρευρίσκομαι σε μια τέτοια περίσταση, ακούω την ακολουθία με προσοχή και την λογαριάζω για δικιά μου. Συμμετέχω, γιατί θέλω με την παρουσία μου ν' αλαφρώσω τον πόνο του πάσχοντος συνανθρώπου για την απώλειά του, αλλά δεν ξεχνώ πως θά'ρθει κι η σειρά μου. Θα πρέπει να είμαι εκεί, τετελειωμένη. Θα ήθελα να έχω προφτάσει εκείνα που πρέπει να έχω κάνει. Μην ξεχνιόμαστε! Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω! Κι αφού τίποτε δεν μένει ας ικετεύσουμε: Εσύ Χριστέ μου, που έκαμες πολίτη του Παραδείσου τον ληστή σαν πάνω από τον Σταυρό εβόησε το "Μνήσθητι", αξίωσε κι εμένα την ανάξια δούλη σου να μετανοήσω όπως εκείνος, αφού το ξέρω, πως "ουδένα θέλεις απωλεσθήναι, πριν εις επίγνωσιν της αληθείας ελθείν"

 

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ο Υπέροχος ΄Υμνος της Αγάπης

Ο λόγος του Αποστόλου των Εθνών, του Αποστόλου που δεν υπήρξε μαθητής του Χριστού, αλλά επελέγη -για την δύναμη της φωνής του, την ικανότητα και το πάθος του για ό,τι πίστευε- για να γίνει ο Απόστολος του Χριστού προς όλα τα Έθνη, είναι συγκλονιστικός. Όλα όσα γράφει και κηρύττει ο Παύλος, ο πρώην διώκτης του Χριστού, διακρίνονται από την βαθειά πίστη του,  την βαθύτατη κατανόηση και αποδοχή της θείας διδασκαλίας και την συνέπεια των λόγων του προς τα έργα του. 

 Ένα από τα επτά Αποστολικά Αναγνώσματα της Ιεράς Ακολουθίας του Ευχελαίου,  είναι και το παρακάτω απόσπασμα  (από την Α´ επιστολὴ Παύλου πρὸς Κορινθίους (ιβ´ 27 - ιγ´ 13):

Από το κεφ. 12.27(Αδελφοί,) ῾Υμεῖς (δέ) ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. 12.28 καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, ἔπειτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήμψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. 12.29 μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; 12.30 μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσιν; μὴ πάντες διερμηνεύουσιν; 12.31 ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ μείζονα. Καὶ ἔτι καθ᾽ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι.

Κεφάλαιο 13.1 ᾽Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. 13.2 καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, κἂν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐθέν εἰμι. 13.3 κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. 13.4 ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται ἡ ἀγάπη, οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, 13.5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, 13.6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· 13.7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. 13.8 ῾Η ἀγάπη οὐδέποτε πίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. 13.9 ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· 13.10 ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. 13.11 ὅτε ἤμην νήπιος, ἐλάλουν ὡς νήπιος, ἐφρόνουν ὡς νήπιος, ἐλογιζόμην ὡς νήπιος· ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. 13.12 βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. 13.13 νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.

 Απόδοση:

Αδελφοί, σεις οι χριστιανοί είστε σώμα Χριστού και μέλη ενός ευρύτερου συνόλου. Και άλλους μεν όρισε ο Θεός στην εκκλησία του πρώτα Αποστόλους, μετά προφήτες, τρίτον διδασκάλους. Σε κάποιους έδωσε την δύναμη να κάνουν θαύματα, σε άλλους έδωσε το χάρισμα της ίασης, σε άλλον την διακονία των πασχόντων, σε άλλους να διοικούν την εκκλησία  και σε άλλους χαρίσματα, διαφόρων γλωσσών.

Μήπως είναι όλοι απόστολοι; μήπως είναι όλοι οι προφήτες; μήπως είναι όλοι οι διδάσκαλοι; μήπως  έχουν όλοι θαυματουργικές δυνάμεις; μήπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπείας ασθενειών ή μήπως όλοι μιλούν γλώσσες; μήπως όλοι έχουν το χάρισμα να αντιλαμβάνονται και να ερμηνεύουν τις ξένες γλώσσες; 

(Ο Χριστός παραγγέλλει) να επιθυμείτε με ζήλο και να προσπαθείτε να αποκτήσετε τα ακόμη καλύτερα χαρίσματα, και υπόσχεται να σας δείξει τον μόνο και εξαίρετο δρόμο, που είναι η αγάπη!

Αδελφοί, αν μπορώ να καταλαβαίνω και να μιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη στην καρδιά μου, είμαι σαν το μέταλλο που ηχεί στο κτύπο, ή σαν το κύμβαλο που αλαλάζει χωρίς να αναδίδει μελωδία, κι αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση που μπορεί να χωρέσει στο ανθρώπινο μυαλό, αλλά ακόμη και αν έχω βαθιά πίστη ώστε με τη δύναμη της να μετακινώ βουνά,  αλλά δεν έχω αγάπη, δεν είμαι τίποτε! Κι αν πουλήσω τα υπάρχοντα μου για να θρέψω φτωχούς, κι αν μαρτυρήσω για την πίστη μου, αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν ωφελούμαι!

Η αγάπη έχει μεγαλοψυχία, ανεκτικότητα, είναι ευεργετική και ωφελεί τον πλησίον! Η αγάπη δεν ζηλεύει και δεν φθονεί, δεν έχει αλαζονεία και αυθάδεια, δεν υπερηφανεύεται και δεν ξιπάζεται, δεν κάνει απρέπειες, δεν ζητεί εγωιστικώς να υπηρετούν τα συμφέροντα της.  Δεν θυμώνει κατά των άλλων, δεν βάζει με το νου της το κακό απέναντι στους άλλους, και δεν θέλει να θυμάται το κακό που της έχει κάνει ο άλλος, δεν χαίρεται σαν βλέπει το άδικο, αλλά χαίρεται όταν βλέπει να επικρατεί η αλήθεια.

Η αγάπη σκεπάζει και δικαιολογεί όλα τα παραπτώματα του πλησίον γιατί δεν θέλει τον ευτελισμό του, πιστεύει και δέχεται με εμπιστοσύνη  και ελπίζει για το καλό! Δείχνει πάντα υπομονή στον πλησίον

Η αγάπη δεν ξεπέφτει ποτέ, αλλά μένει σταθερή και αιώνια, ακόμη και όταν το χάρισμα της προφητείας καταργηθεί και όταν όλα τα χαρίσματα πάψουν, ακόμη κι όταν η γνώση καταργηθεί. 

Στις μέρες μας, τον κόσμο μερικώς και ατελώς τον γνωρίζουμε, και μερικώς τον προλέγομε Έχουμε πολύ πτωχή και περιορισμένη γνώση, αλλά όταν θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και λάβουμε την τέλεια γνώση τότε το επιμέρους θα καταργηθεί. 

Στον καιρό της άγνοιας (όταν ήμουν νήπιο)  είχα φρονήματα και σκέψεις νηπίου και σαν νήπιο συλλογιζόμουν και έκρινα. Σαν γνώρισα όμως τον Κύριο, φωτίστηκα και δεν σκέφτομαι πια ως νήπιο.

Στην παρούσα ζωή βλέπουμε σαν μέσα σε μεταλλικό καθρέφτη, θαμπά και ακαθόριστα πολλά πράγματα, προβλήματα και απορίες, όταν όμως  έλθει το πλήρωμα του χρόνου, θα δούμε πρόσωπο προς πρόσωπο φανερά και κάθαρά. Τώρα γνωρίζω μέρος της αλήθειας τότε όμως θα αποκτήσω επίγνωση και θα λάβω καθαρή και τέλεια γνώση.

Στην παρούσα ζωή μένει λοιπόν, η πίστης, η ελπίς και η αγάπη, τα τρία αυτά! Και μεγαλύτερη ανάμεσα τους είναι η αγάπη!

*********************** 

Σημείωση: Για την απόδοση συμβουλεύτηκα την Ερμηνεία του Π. Τρεμπέλα 

Σημείωση 2: εδώ μπορείτε να ακούσετε τον Υπέροχο Ύμνο της Αγάπης καθώς τον ψάλλει ο αείμνηστος Πρωτοψάλτης, Μανώλης Χατζημάρκος.