Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

27η Απριλίου 1941: Η Σβάστικα στην Ακρόπολη και ο ήρωας Κωνσταντίνος Κουκίδης.

 



 Στην Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού – Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940 – 1941 της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού οι αναφορές για την κάθοδο των Ούννων του Γ' Ράιχ προς την Αθήνα είναι πολύ προσεκτικές. Η ιστορία του ήρωα εύζωνα Κωνσταντίνου Κουκκίδη αποτελεί ίσως μία ακόμα απόδειξη ηρωϊσμού και αυτοθυσίας για την πατρίδα, παρά την παραφιλολογία.

«Τάγμα Μοτοσυκλετιστών, που αποβιβάστηκε στην Εύβοια, διαπεραιώθηκε τη Βοιωτία και συνέχισε προς την Αθήνα, την οποία κατέλαβε χωρίς αντίσταση στις 27 Απριλίου», γράφει το σχετικό βιβλίο του ΓΕΣ.
(...)
Τα ιστορικά στοιχεία
Σχετικά με τον Κουκκίδη υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν στην ηρωϊκή αυτοθυσία του. Για παράδειγμα, στα στρατιωτικά αρχεία μπορεί να μην εμφανίζεται εύζωνας με το ονοματεπώνυμο αλλά σύμφωνα με δήλωση παλιότερου διευθυντή της ΔΙΣ, από τα ντοκουμέντα της εποχής προκύπτει ότι «ο φρουρός στρατιώτης τής σημαίας ηυτοκτόνησεν περιβληθείς ταύτην».
Επίσης, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος έγραψε στα απομνημονεύματά του «Ο Έλλην φρουρός τής Ελληνικής σημαίας επί τής Ακροπόλεως, μή θελήσας νά παραστή μάρτυς τού θλιβερού θεάματος τής αναρτήσεως τής εχθρικής σημαίας, ώρμησεν εκ τής Ακροπόλεως κρημνισθείς καί εφονεύθη. Εκάθησα στό γραφείον μου περίλυπος μέχρι θανάτου καί δακρύων...». Στις 9 Ιουνίου 1941, η εφημερίδα «Daily Mail» έγραψε: «A Greek carries his flag to the death» (Ένας Έλληνας φέρει την σημαία του έως τον θάνατο). Στο σχετικό δημοσίευμα ανέφερε: «Ο Κώστας Κουκίδης, Έλληνας στρατιώτης ο οποίος φρουρούσε το εθνικό σύμβολο των Ελλήνων πάνω στην Ακρόπολη, τυλιγμένος με την Γαλανόλευκη, εφόρμησε στο κενό και αυτοκτόνησε».
Ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου τού Κέμπριτζ, Νίκολας Χάμοντ υπηρέτησε ως αξιωματικός Ειδικών Επιχειρήσεων Καΐρου στην Ελλάδα κατά την Κατοχή. Έγραψε στο ημερολόγιό του: «Την 27ην Απριλίου 1941, λίγο προτού χαράξει, όλα ήσαν κλειστά. Τότε έμαθα ότι οι Γερμανοί διέταξαν τον φρουρό τής Ακροπόλεως να κατεβάσει το ελληνικό σύμβολο. Πράγματι, εκείνος την υπέστειλε. Τυλίχθηκε με αυτήν και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον βράχο...». Ανάλογη είναι και η αναφορά του λογοτέχνη Μενέλαου Λουντέμη στο διήγημά του «Τα άλογα του Κουπύλ», που γράφτηκε τον Οκτώβριο του 1944: «...την κατέβασε, τυλίχθηκε μέσα κι έπεσε χωρίς ηρωισμούς απ' το βράχο».
(...)
Οι μάρτυρες
Από το βιβλίο «Μυστική Ακρόπολη» του Ιωάννη Γιαννόπουλου, παρατίθενται δύο ακόμα μαρτυρίες. Ο Κυριάκος Γιαννακόπουλος, παιδί ακόμη, πουλούσε τσιγάρα στην Πλάκα, γεννημένος πριν ένδεκα χρόνια στο Θησείο. Έτυχε την στιγμή της θυσίας να στρέψει το βλέμμα του προς την Ακρόπολη.
«Την ώρα ακριβώς που έπεφτε το παιδί με την σημαία τυλιγμένο και κτυπούσε στους βράχους. Έκανα να τρέξω προς τα εκεί και δεν μπορούσα. Ναι προσπάθησα, να πάω και εγώ εκεί... Το παιδί... τρέξανε, χάλασε ο κόσμος, έγινε σεισμός εκείνη την ώρα που είδαν το παιδί, όλος ο κόσμος αναστατώθηκε. Πού να πάω εγώ παιδάκι τότε, να χωθώ, εκεί μέσα στην στοά της Ακροπόλεως, να μαζέψω... να προσφέρω τι; Απλώς πήρα τα πράγματά μου και έφυγα. Σκοτώθηκε εκείνη την ώρα. Κτύπησε στους βράχους και εκτινάχθηκε. Το θυμάμαι, το βλέπω σαν να το βλέπω τώρα. Αυτό το πράγμα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από τα μάτια μου, μόνο όταν πεθάνω!», φέρεται να αφηγήθηκε ο Γιαννακόπουλος.
Ένα άλλο παιδί που γνώριζε το περιστατικό ήταν ο Στάθης Αρβανίτης. Έδωσε τη δική του εκδοχή στον ερευνητή Γιαννόπουλο λέγοντας: «Ήμουνα τότε επτά χρονών. Μέναμε ακριβώς κάτω απ' την Ακρόπολη. Εκείνη την ημέρα στις 27 Απριλίου -μια ημέρα ηλιόλουστη με καθαρότατο ουρανό- ο πατέρας μου είχε απαγορέψει και στον αδελφό μου και στην μητέρα μου να βγούνε απ' το σπίτι. Εγώ ήμουνα στην ταράτσα και έπαιζα με το αυτοκινητάκι μου. Ξαφνικά βλέπω ένα σώμα, μάλλον πρέπει να 'τανε τσολιάς, να πέφτει από την Ακρόπολη και να χτυπιέται στους βράχους. Κατέβηκα κάτω και το ανέφερα στον πατέρα μου, ο οποίος μέσα στην σύγχυση την στιγμή που έμπαιναν οι Γερμανοί, κάπως δεν με πίστεψε. Μετά 15 ημέρες έρχεται και μου λέει: "Μικρέ είχες δίκιο. Το είπε το BBC."».
Στο σημείο που εικάζεται ότι έπεσε ο Κουκκίδης, ο Δήμος Αθηναίων συμβολικά έχει αναγείρει αναθηματική στήλη που μνημονεύει το όνομά του.
Ο αντιστασιακός Σπύρος Μήλας μίλησε στο περιοδικό «Ελλοπία» τον Μάιο του 1998. Ισχυρίστηκε ότι γνώριζε προσωπικά τον Κουκκίδη. Τον περιέγραψε ως έναν 20χρονο νέο, μάλλον κοντό κι αδύνατο, ακομμάτιστο, οικοδόμο στο επάγγελμα και κάτοικο Περάματος ή Κερατσινίου.
Λίγα χρόνια όμως αργότερα, ο 84χρονος -τότε- Μήλας σε τηλεοπτική εκπομπή (Τηλετώρα 21.4.2000) ισχυρίστηκε πως είδε με τα μάτια του την πτώση του Κουκκίδη. Λέγεται πάντως, χωρίς να επιβεβαιώνεται και να εξακριβώνεται, ότι στα αρχεία κάποιου νεκροταφείου των Αθηνών, υπάρχουν η ημερομηνία θανάτου και η ηλικία του Κωνσταντίνου Κουκκίδη.
Όπως επισημαίνουν ερευνητές που μελετούν το φαινόμενο Κουκκίδη, η δυστοκία και αναποτελεσματικότητα ως προς την εύρεση στοιχείων επιπλέον αποδεικτικών στοιχείων ή και αποδοχή των ήδη υπαρχόντων, οφείλεται εν πολλοίς στο ότι ο Κουκκίδης εμφανίζεται να ήταν μέλος της νεολαίας (ΕΟΝ) του δικτάτορα Ιωάννου Μεταξά, στοιχείο μάλλον «επιβαρυντικό» γι' αυτόν των «άγνωστο στρατιώτη» και υποδειγματικό πατριώτη.
ΠΗΓΗ

Κι εμείς, με την πολιτική ανικανότητά μας, την έλλειψη πατριωτισμού και με τα μνημόνια ξανανεβάσαμε -ΣΕ ΚΑΙΡΌ ΕΙΡΉΝΗΣ- την Σβάστικα στην Ακρόπολη,  χωρίς καμμιά αντίσταση στο ψέμμα, στην εκμετάλλευση, στην εξώνηση, στην αδράνεια και την αβουλία. Και  συναινέσαμε στην υποταγή  μας και στον εξευτελισμό του ανθρώπου από την δυναστεία του χρήματος και του εμπορίου.

Τί κρίμα, να μην μπορούμε να σταθούμε αντάξιοι της ιστορίας μας!

Μήπως, γι' αυτό αποσιωπούμε ή αμφισβητούμε τους ήρωες και τους πατριώτες;

Σημείωση: Σχετικό άρθρο υπάρχει και στη ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


Η 23η Απριλίου, δεν είναι απλά μια μέρα...

Διαβάζω:  23 Απριλίου 1821 – Η μάχη της Αλαμάνας και η ηρωική θυσία του Αθανάσιου Διάκου

Το τρίτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1821 υπήρχαν πολλές ενδείξεις και διάσπαρτες φήμες ότι οι Έλληνες θα επαναστατούσαν με κύρια εστία την Πελοπόννησο.
Στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, στην περιοχή της Λιβαδειάς καπετάνιος στο αρματολίκι της περιοχής ήταν ο Αθανάσιος Διάκος γεννημένος στην Μουσουνίτσα Φωκίδος και μυημένος στην Φιλική Εταιρεία ήδη από το 1818, όταν ήταν πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Όταν μέσω του αγγελιοφόρου και υπαρχηγού στο αρματολίκι Βασίλη Μπούσγου μαθεύτηκε η γενική εξέγερση στην Πελοπόννησο, ο Διάκος αποφάσισε να υψώσει την σημαία της Επανάστασης κάμπτοντας τους όποιους δισταγμούς και των προκρίτων της περιοχής (Λογοθέτης, Λάμπρος Νάκος, Φίλων).

Σύντομα έφτασαν στην περιοχή και τα νέα για την εξέγερση των Ελλήνων και την πολιορκία των Τούρκων στα Σάλωνα εκφοβίζοντας τους ντόπιους Τούρκους ότι κάτι τέτοιο έμελλε να συμβεί και στην επαρχία τους. Με ένα τέχνασμα ο Διάκος έπεισε τον Τούρκο βοεβόδα δήθεν ότι θα πολεμούσε τους εξεγερμένους και έτσι κατάφερε με τουρκική επίσημη γραπτή έγκριση να στρατολογήσει και να εξοπλίσει 5.000 χωρικούς. Στις 27 Μαρτίου ξεκίνησαν οι σποραδικές εχθροπραξίες και οι μεμονωμένες δολοφονίες Τούρκων, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς κατέφυγαν στο κάστρο της Λιβαδειάς.

Η απελευθέρωση της Λιβαδειάς ( 1η Απριλίου 1821)

Τη νύχτα της 28ης προς την 29η Μαρτίου οι επαναστάτες υπό τον Διάκο κατέλαβαν τον λόφο του Προφήτη Ηλία έναντι της πόλης της Λιβαδειάς και από εκεί έστειλε ομάδες οπλοφόρων και απέκλεισε τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη. Στις 30 και 31 Μαρτίου οι επαναστάτες υπό την σημαία του Διάκου (ο Άγιος Γεώργιος με την επιγραφή “Ελευθερία η Θάνατος”) προήλασαν με τόλμη και κατέλαβαν την κυρίως πόλη συντρίβοντας την μικρή τουρκική αντίσταση που συνάντησαν. Οι κάτοικοι της πόλης ήταν περίπου 10.000 και έχοντας ξεχωριστή σημαία από κάθε συνοικία (Παναγιά, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Δημήτριος) της πόλης, ενώθηκαν με τους επαναστάτες. Οι Τούρκοι περιορίστηκαν στο κάστρο της πόλης που λεγόταν “Ώρα” η “ρολόι”.

Μετά από συνεννοήσεις με τον Διάκο οι Αρβανίτες παρέδωσαν την εξωτερική πύλη του κάστρου που υπερασπίζονταν και αποχώρησαν αβλαβείς διατηρώντας τα όπλα τους. Μετά από αυτή την εξέλιξη οι Τούρκοι περιήλθαν σε δεινή θέση και παραδόθηκαν την 1η Απριλίου. Οι Έλληνες φέρθηκαν με μεγαλοψυχία  στους Τούρκους τους οποίους απλώς αφόπλισαν και τους επέτρεψαν να κυκλοφορούν ελεύθεροι στην πόλη, ενώ ο χρυσός και τα πολύτιμα αντικείμενα τους έμειναν στην κατοχή τους. Μάλιστα οι επισημότεροι των Τούρκων για την ασφάλεια τους, φιλοξενήθηκαν σε σπίτια Ελλήνων.

Εκείνη την Ιστορική ημέρα σε πανηγυρική δοξολογία στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής Λιβαδειάς, οι επίσκοποι Σαλώνων, Ταλαντίου και Αθηνών ευλόγησαν την επαναστατική σημαία του Διάκου.

Ιωάννης Δυοβουνιώτης

Ο Διάκος εκείνη την κρίσιμη στιγμή για την επανάσταση έδειξε πατριωτισμό παραμερίζοντας κάθε υλικό προσωπικό συμφέρον. Μάζεψε όλα τα όπλα που παραδόθηκαν από τους Τούρκους όπως και όλα τα λάφυρα και τα παρέδωσε στους προεστούς ώστε να χρησιμοποιηθούν για αγορά τροφών και εφοδίων για τον νεοσύστατο επαναστατικό στρατό.

Στην συνέχεια ο Διάκος συνεργαζόμενος με τον Δυοβουνιώτη απελευθέρωσαν εύκολα το Ταλάντι και την Θήβα ενώ είχαν πρόθεση να καταλάβουν την Λαμία (Ζητούνι), που ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, καθώς και την Υπάτη. Όλοι οι επαναστάτες μαζεύτηκαν στους Κομποτάδες ζητώντας την σύμπραξη του ισχυρού αρματολού Μήτσου Κοντογιάννη της περιοχής Πατρατσικίου για να επιτεθούν στο Ζητούνι (Λαμία). Ο Κοντογιάννης όμως δίσταζε να αποστατήσει και δεν απαντούσε στις δραματικές εκκλήσεις για βοήθεια. Μετά από οκτώ κρίσημες μέρες παρασυρόμενος από τους συγγενείς του, ο Κοντογιάννης ενώθηκε με τους επαναστάτες και όλοι μαζί επιτέθηκαν στην επαρχία Πατρατσικίου. Οι Έλληνες όμως δεν πρόλαβαν να καταλάβουν την πόλη καθώς την νύχτα είδαν να έρχονται από το Λιανοκλάδι χιλιάδες Τούρκοι κρατώντας αναμμένες δάδες και έτσι υποχώρησαν για να μην παγιδευτούν μέσα στην πόλη.

Η μάχη της Αλαμάνας (Θερμοπυλών) (23 Απριλίου 1821)

Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος. Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές οπλαρχηγούς Πανουργιά και Δυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στα στενά των Θερμοπυλών όπου οι Τούρκοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν το ιππικό τους και την αριθμητική τους υπεροχή. Μετά από σύσκεψη στο χωριό Κομποτάδες, στις 20 Απριλίου 1821, η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν την γέφυρα του Γοργοποτάμου με 600 άνδρες, ο Πανουργιάς το Μουσταφάμπεη με 500 άνδρες, και ο Διάκος την γέφυρα της Αλαμάνας με 500 άνδρες.

Πανουργιάς Πανουργιάς

Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους, επιτιθέμενοι αιφνιδιαστικά το πρωί της 23ης Απριλίου, χωρίς να επιτρέψουν στους Έλληνες να οργανωθούν. Η κύρια τούρκικη δύναμη υπό τον ικανότατο στρατηγό Ομέρ Βρυώνη επιτέθηκε στον Διάκο. Ένα άλλο τμήμα Τούρκων υπό τον Χασάν Τομαρίτσα επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση λόγω της αριθμητικής υπεροχής του αντιπάλου, ενώ έτερη δύναμη επιτέθηκε με σφοδρότητα στις θέσεις του Πανουργιά, οι άντρες του οποίου έδωσαν σκληρή μάχη αλλά υποχώρησαν όταν τραυματίστηκε σοβαρά ο αρχηγός τους που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Στην μάχη αυτή βρήκε ηρωικό θάνατο ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, καθώς και ο αδερφός του. Μετά τις δύο αυτές πολύ σημαντικές νίκες που απογύμνωσαν τα άκρα της ελληνικής αμυντικής διάταξης, ο Ομέρ Βρυώνης συγκέντρωσε όλη την επιθετική του ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας.
Ο Διάκος είχε τάξει 200 άνδρες υπό τους οπλαρχηγούς Μπακογιάννη και Καλύβα πάνω στη γέφυρα της Αλαμάνας, ενώ ο ίδιος με 300 άνδρες κατείχε την θέση Ποριά από όπου με αντεπιθέσεις ανακούφιζε τους συμπολεμιστές του στη γέφυρα. Όταν όμως οι δυνάμεις του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη κατέρρευσαν οι Τούρκοι ξεκίνησαν να σφίγγουν τον κλοιό γύρω από τους αμυνόμενους. Ενώ η κατάσταση γινόταν κρισιμότερη σύμφωνα με τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη, πρότειναν στον Διάκο να διαφύγει, ενώ ο ψυχογιός του, του έφερε το άλογο του προτρέποντας τον να σωθεί όσο ήταν καιρός. Αυτός όμως απάντησε “ο Διάκος δεν φεύγει” και δεν εγκατέλειψε την θέση του.

Η άνιση μάχη συνεχίζεται κι απ’ τους πρώτους νεκρούς που πέφτουν μπροστά του, είναι ο αδερφός του Κωνσταντίνος Μασαβέτας, τον οποίο ο Διάκος χρησιμοποιεί πλέον σαν ασπίδα στις επιθέσεις που δέχεται. Με μόνο 10 αγωνιστές που του έχουν απομείνει, μεταβαίνει στην εκ φύσεως οχυρή θέση Μανδροστάματα της μονής Δαμάστας, όπου οχυρώνεται και πολεμά εκεί για μια ώρα περίπου.

Τα πυρομαχικά όμως είναι περιορισμένα, ο ένας μετά τον άλλο οι περισσότεροι σύντροφοί του σκοτώνονται και ο ίδιος ο Διάκος συλλαμβάνεται ζωντανός και οδηγείται ενώπιον του Ομέρ Βρυώνη.

Ο τελικός απολογισμός της μάχης της ημέρας εκείνης, ήταν περίπου 300 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι νεκροί, ενώ αρκετοί ήταν και οι τραυματίες.

Το τραγικό τέλος του Αθανασίου Διάκου (24 Απριλίου 1821)

Ο Ομέρ Βρυώνης σεβάσθηκε αρχικά τον ήρωα και δεν άφησε να τον σκοτώσουν επί τόπου.Την νύχτα της 23ης Απριλίου 1821, αφού έφτασαν στη Λαμία, τον ανέκριναν, παρόντος και του Χαλήλ Μπέη, σημαίνοντα Τούρκου της Λαμίας και του πρότειναν να ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό με την υπόσχεση ότι θα τον έχρηζαν αξιωματικό του Οθωμανικού στρατού. Ο Διάκος όμως αρνήθηκε επίμονα όλες τις δελεαστικές προτάσεις που του έγιναν για να γλυτώσει την ζωή του, αρνούμενος κατηγορηματικά να απαρνηθεί τον χριστιανισμό και απαντώντας με περιφρόνηση στις απειλές των Τούρκων. Την επόμενη μέρα, την 24η Απριλίου, ημέρα Κυριακή και κατόπιν επίμονης απαιτήσεως του Χαλήλ μπέη, εκδόθηκε απόφαση για θανατική ποινή με ανασκολοπισμό (σούβλισμα), καθώς όπως υποστήριζε, ο Διάκος είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους και θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Ο Διάκος εξαναγκάστηκε να κουβαλήσει με τα ίδια του τα χέρια το σύνεργο της φρικτής τιμωρίας του και μαρτύρησε με καρτερία για αρκετές ώρες πριν εκπνεύσει.
 
Μετά τον μαρτυρικό του θάνατο (για την περιγραφή του οποίου υπάρχει μια ποικιλία από ανατριχιαστικές εκδοχές), οι Τούρκοι έρριψαν το λείψανο του νεκρού σε ένα χαντάκι της περιοχής. Οι χριστιανοί της περιοχής κρυφά την νύχτα βρήκαν το νεκρό σώμα του Διάκου και το έθαψαν σε μυστικό σημείο στην πόλη. Τον τάφο του Διάκου βρήκε τυχαία ο αντισυνταγματάρχης Ρούβαλης το 1881. Το 1886 έγινε το πρώτο μνημόσυνο για τον Αθανάσιο Διάκο και τοποθετήθηκε η προτομή του που σώζεται ως σήμερα. Επίσης στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη (πλησίον της πλατείας Λαού) στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει σήμερα ένα κενοτάφιο για να μας θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγματικό ήρωα. Ένα εκ των χωριών που τον διεκδικεί ως τόπος γεννήσεώς του, το χωριό Άνω Μουσουνίτσα, μετονομάστηκε αργότερα Αθανάσιος Διάκος προς τιμήν του, ενώ υπάρχει άγαλμα του Αθανασίου Διάκου στην Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας κοντά στο ύψος των Θερμοπυλών δίπλα στο άγαλμα του προγόνου του Λεωνίδα.

Βιβλιογραφία
Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, εκδόσεις Σταμούλη
Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδόσεις “Γιοβάνης”
Δημήτριος Μπόμπης, Αθανάσιος Διάκος ο πρώτος μάρτυρας του Αγώνα, περιοδικό “Στρατιωτική Ιστορία”


Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Άννα Αγγελοπούλου: Ένας ιστότοπος - κόσμημα τέχνης και παιδείας!

Γράφει η Άννα Αγγελοπούλου, και τα δικά μου τα λόγια περιττεύουν:

Ο Άγιος Γεώργιος στην τέχνη. Εικόνες της μεταβυζαντινής περιόδου

Ο Άγιος Γεώργιος στη μεταβυζαντινή αγιογραφία
Σήμερα ήταν η εορτή του Αγίου Γεωργίου, ενός αγίου ιδιαίτερα αγαπητού, ενός αγίου τροπαιοφόρου, υπερασπιστή, μαχόμενου, αγωνιστή και νικητή. Για αυτό, σκέφτηκα κάποιες εικόνες αφιερωμένες στον δημοφιλή άγιο, του οποίου το όνομα είναι ιδιαίτερο διαδεδομένο.
 
Επιλέγω τρεις εικόνες που προέρχονται από τον Ελληνισμό της περιφέρειας. Τρεις εικόνες που αναφέρονται στη δρακοντομαχία του αγίου και αφηγούνται το πιο γνωστό του θαύμα, τη νικηφόρα μάχη του με τον δράκοντα.
Νικόλαος Καντούνης (1768-1834), Άγιος Γεώργιος. Μουσείο Βυζαντινού και Χριστιανικού Πολιτισμού. Αθήνα. Οι μορφές αποδίδονται ρεαλιστικά, αλλά η ατμόσφαιρα είναι ρομαντική. Υπέροχα εκφραστικό το γλυκύτατο βλέμμα του αλόγου που κοιτάζει προς τον ουρανό.

Είναι η τυπική απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου. Ο άγιος παριστάνεται έφιππος τη στιγμή που καρφώνει με το δόρυ τον δράκοντα. Στα δεξιά του βλέπουμε ένα πύργο που θυμίζει Δυτική φεουδαρχία, ενώ στην εικόνα υπάρχουν και ενδείξεις τοπίου. Η εικόνα φέρει την υπογραφή "χειρ Νικολάου Καντούνη ιερέως". Ο Νικόλαος Καντούνης (1768-1834) ήταν Ζακύνθιος με καταγωγή από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Εργάστηκε στη Ζάκυνθο όπου ήταν Ορθόδοξος ιερέας. Ωστόσο, είναι εμφανής η επιρροή της Δυτικής τεχνοτροπίας στο έργο του. Ο ζωγράφος κινείται έξω από την ατμόσφαιρα της βυζαντινής παράδοσης. Γεγονός που δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα Επτάνησα βρίσκονταν πάντα κοντά στις πολιτιστικές επιρροές από τη Δύση, λόγω γεωγραφικής θέσης, αλλά και λόγω της Βενετοκρατίας.
     
Από μία Βενετοκρατούμενη περιοχή προέρχεται και η παρακάτω εικόνα. Από την Κρήτη.
Γεώργιος Κλόντζας, Άγιος Γεώργιος ο Δρακοντοκτόνος. Β᾽μισό του 16ου αιώνα. Μουσείο Βυζαντινού και Χριστιανικού Πολιτισμού. Αθήνα. 
Στην παραπάνω εικόνα αποδίδεται αριστοτεχνικά μία σκηνή από το μύθο του Αγίου Γεωργίου. Σύμφωνα με το μύθο, η πόλη Αλαγία βρισκόταν υπό την κυριαρχία ενός δράκοντα, ο οποίος εμπόδιζε την ύδρευσή της, γιατί είχε υπό τον έλεγχό του την πηγή της υδροδότησης. Οι κάτοικοι, για να έχουν νερό, αναγκάστηκαν να του προσφέρουν τακτικά μία νεαρή κοπέλα. Στην εικόνα ο άγιος Γεώργιος με στρατιωτική στολή και έφιππος σκοτώνει τον φτερωτό δράκοντα με το δόρυ του και διασώζει την κόρη του βασιλιά της πόλης. Στο βάθος δεξιά, βλέπουμε τον βασιλιά και τη βασίλισσα να κρατούν το στέμμα και τα κλειδιά της πόλης για να τα προσφέρουν στον άγιο από ευγνωμοσύνη. Ευγενείς και στρατιώτες συμπληρώνουν την πολυπρόσωπη σύνθεση. Τα κτίρια και κάστρο της πόλης θυμίζουν Δύση. Πιθανόν απεικονίζεται ο Χάνδακας (το σημερινό Ηράκλειο).
...Και τέλος ένα αριστούργημα, ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Ο άγιος Γεώργιος ο δρακοντοκτόνος. Χρυσοκέντητη εικόνα σε πολύτιμο οστρεοκόσμητο πλαίσιο. Από την Αργυρούπολη του Πόντου. 
Μοναχή Αγάθη, Ο Άγιος Γεώργιος ο δρακοντοκτόνος. 1729. Μουσείο Μπενάκη. 
 


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Παιδική Πασχαλιά: Από τα Πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες εορτασμός ανάστασης 
Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κομνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γρια-Κομνιανάκαινα, ἂν 〈καὶ〉 δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόμη ἡ νύμφη της, ἡ μακαρῖτις. Τὰ δύο ὀρφανά, μία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον, ἐφόρουν μαῦρα, κατάμαυρα, ὁποὺ ἐστενοχώρουν κ᾽ ἐχλώμιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορμάκια των, καὶ ἦτον καημὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. Ἐνθύμιζαν τὸ δημῶδες δίστιχον:
Βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,
γιατὶ τὰ φόρεσα κ᾽ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ᾽χα.
Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾽ ὅλην τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε», καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀποθάνῃ. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω, τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, ἐργασίας ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. Αἴφνης, ἐν μέσῳ δύο γογγυσμῶν, ἔβαλλε μίαν φωνήν, κ᾽ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην.
― Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά, χίλιες φορὲς σ᾽ τὸ εἶπα· στὸ νεροχύτη!
Κ᾽ ἐπανελάμβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγμούς, ἐπιτείνουσα μάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα, μὴ τολμῶσα νὰ εἰσέλθῃ, ἤρχετο δειλῶς μέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής.
Βεβαίως ἡ γρια-Κομνιανάκαινα ἔπασχεν, ἀλλ᾽ ἴσως ἐμεγαλοποίει τὸ πρᾶγμα. Ἔκλαιε «τὰ νιᾶτα της», ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάσῃ νὰ κάμῃ ἐφέτος Πάσχα. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κομπόδεμα», ἀλλὰ ποῦ νὰ ἐμβάσῃ μέσα καμμίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. Δὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώσῃ κάτι τι εἰς μίαν πτωχὴν γυναῖκα διὰ νὰ τὴν «κοιτάξῃ», κ᾽ ἐπέβαλλε βαρεῖαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω, ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλεν ἀγρίαν κραυγήν. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ μὲ τὸ σινδόνιον, ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἂν, ἡ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν, ὥστε ἡ μικρὰ κατετρόμαζε.
Ὁ καπετὰν Κομνιανὸς ἔλειπε μὲ τὸ γολετί, κ᾽ ἐπεριμένετο νὰ ἔλθῃ. Εἶχε μαζί του, μὲ τὸ γολετί, καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του, τὸν Γεώργην, δωδεκαετῆ παῖδα. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καημοὺς τῆς γραίας, ὅτι ἔμελλε ν᾽ ἀποθάνῃ, ὡς ἔλεγε, χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της, καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν μεγάλον, ὅστις ὡμοίαζε τόσον μὲ τὸν μακαρίτην τὸν πάππον του. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ μάτια; Αἱ ἀνεψιαί της, ὑπανδρευμέναι καὶ αἱ δύο, τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονομικὰς διαφοράς, καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισμένες, οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾽ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσμα των, ν᾽ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.
Ἰατρός, ποῦ νὰ εὑρεθῇ; Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ; Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάμνῃ οἰκονομίαν διὰ τὰ ὀρφανά, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ της εἰς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐμπιστοσύνην τώρα αὐταὶ αἱ γυναῖκες; Ὁ κόσμος ἐχάλασε, τί τὰ θέλεις; Ἔμβαζε αὐτὴ μὲς στὸ βιό της, μὲς στὰ καλά της, ξένην γυναῖκα; Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν, δι᾽ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρείσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνά της. Ξού, ξένη!
Ὣς τόσον ἐπεθύμει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυμφεύσῃ, νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος, κι ὁ κόσμος εἶναι πέλαγο, σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρμένιζε τώρα. Πῶς νὰ περάσῃ τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάμον; Καὶ τὰ ὀρφανά, καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν μητέρα, μίαν καλὴν οἰκοκυρά, ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο μάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθένειάν της. Ἀλλ᾽ ἡ γραῖα Κομνιανάκαινα, μὴ θέλουσα νὰ παραβῇ τὴν ἀρχήν της, δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν.
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δύο ὀρφανῶν, ἡ Μόρφω, ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν, ἂν δὲν ἐπεθύμει ν᾽ ἀποκτήσῃ μητέρα, ἐνθυμεῖτο κ᾽ ἐλυπεῖτο τὴν μητέρα της. Ὁ Εὐαγγελινός, νήπιον τριετίζον ἐν καιρῷ τῆς συμφορᾶς, οὔτε ἤξευρε τίποτε οὔτε ἐνθυμεῖτο. Ἔκλαιε μόνον ὅταν ἡ μάμμη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάμαυρον σάκκον του. Ἡ Μόρφω, λευκὴ καὶ ὠχρὰ μὲ τὰ μαῦρα φουστανάκια της, καὶ μὲ τὸ μαῦρον μανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της μαλλιά, ἦτο κατηφής, κ᾽ ἐνθυμεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα, ὅταν ἔζη ἡ μήτηρ της. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της, τὸ παρελθὸν θέρος, καὶ τὸ βρέφος μετ᾽ αὐτῆς. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς μητρὸς τὴν μάμμην μὲ τὴν ἀφόρητον παραξενιά της, ἥτις, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν, κεφαλή, λαιμός, χεῖρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση καὶ τὰ λοιπά, πνιγομένη δὲ ἀπὸ τὸν βῆχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας, ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρμακα, αἴφνης ἠγείρετο, ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της, ἐξήρχετο μέχρι τῆς θύρας, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσμον, κ᾽ ἔλεγεν:
― Ἄχ! τί γλυκιὰ πού ᾽ν᾽ ἡ ζωή!
* * *
Πέρυσι, ὤ! πέρυσι, τὴν Μεγάλην Πέμπτην πρωί, ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου εἶχον μεταλάβει ὅλοι, ἡ καλὴ καὶ προκομμένη μήτηρ, καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάπτῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά, μὲ ριζάρι, κιννάβαρι καὶ ὄξος. Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης, μὲ τὸν ὑψηλὸν καλάμινον σταυρὸν στεφανωμένον μὲ ρόδα εὐώδη καὶ μὲ μήκωνας κατακοκκίνους, μὲ δενδρολίβανον καὶ μὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα, μὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾽ Ὀχτωῆχι χάρτινον Ἐσταυρωμένον εἰς τὸ μέσον τοῦ σταυροῦ, καὶ μὲ ἐρυθρὸν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα τὸ ᾆσμα:
Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ μὲ κόκκινη παντιέρα;
Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστό, τὸν πάντων βασιλέα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε μητέρα μ᾽, στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα,
κ᾽ ἐμένα νὰ μὲ καρτερῇς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ·
ὅταν σημαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες,
τότες καὶ σύ, μαννούλα μου, νά ᾽χῃς χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τί χαρὲς μεγάλες τῷ ὄντι, τί χαρὲς δι᾽ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἡ καλὴ ἡ μήτηρ της προθυμότατα ἔδιδεν ἀνὰ δύο ἀρτιβαφῆ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία· δύο αὐγὰ κόκκινα, καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ μάμμη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν, καὶ ἀρκετὰ ἐτραγούδησαν, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ.
Μετὰ ταῦτα ἡ μήτηρ ἤρχισε νὰ ζυμώνῃ, καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες μετ᾽ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον, ἐπιδημοῦντα τότε, διὰ τὴν πενθεράν της, δι᾽ ἑαυτήν, διὰ τὲς κουμπάρες, ὡς καὶ μικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω, διὰ τὸν Εὐαγγελινόν, διὰ τ᾽ ἀναδεξίμια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς.
Κ᾽ ἐπειδὴ ὁ μικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε, λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη ἡ κοκώνα του, ἡ μήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἡμέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῇ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ τότε ἡ μήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σαββάτο τὸ βράδυ θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα (κρά, κρά!), νὰ φέρῃ τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί, τσί!), καὶ τότε νὰ ἰδῇς χαρὲς ὁ Βαγγελινός, σὰν ἀκούσῃ κρά, κρά! τὴν κουρούνα νὰ χτυπᾷ τὸ παραθύρι. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί, πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί, νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ μικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός, «θὰ ᾽θῇ κουούνα νὰ φέῃ τοὺ τσὶ-τσί», καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας, δακτύλους μεταξὺ δακτύλων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς μητρός, ἐμιμεῖτο τὴν εἰρεσίαν τῶν πτερῶν τῆς κουρούνας, τὸ δὲ παιδίον τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς, ἑξαετές, ἄνιπτον, ρακένδυτον, ὀκλάζον εἰς μίαν γωνίαν, κρατοῦν τὴν κοκώνα του, τὴν ὁποίαν ἐσκέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴν φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! θὰ ᾽ρθῇ ἡ κουρούνα! ἀμ᾽ δὲ θὰ ᾽ρθῇ!»
Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἡ μήτηρ ὡδήγησε τὰ δύο παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου, ἀφοῦ ἔκαμαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοῦς κουβουκλίου, ἠσπάσθησαν τὸν μυρόπνουν Ἐπιτάφιον, τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον μὲ τ᾽ ἀγγελούδια, καὶ τὸν Σταυρὸν μὲ τ᾽ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν, μεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον, ὁ δ᾽ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυμεῖτο ἡ μικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀμφορέα μὲ ὕδωρ, ἐξ ἐκείνων οὓς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασμόν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καματηρό, ἤτοι τοὺς μεταξοσκώληκας, καὶ εἰς ἄλλας χρείας, αἱ νεώτεραι μυροφόροι, γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστὸν» μένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ μεσονυκτίου, διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον, περὶ ὄρθρον βαθύν. Ὁ ἀμφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη, ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆμα ὠργίσθη, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». Τότε ἡ μήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ, ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον, πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό, ἂς εἶναι γιὰ μένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὗρε ὁ χρόνος!
Τὸ Μέγα Σάββατον δέ, μικρὸν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ μήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω, κ᾽ ἐνῷ ἐσήμαιναν διὰ μακρῶν οἱ κώδωνες, ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ μου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόμη παθητικὰ ᾄσματα. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι μὲ ἀνημμένας λαμπάδας ἐξῆλθον εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑπὸ τὸ ἀμαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης, ἐνῷ ἡ αὐγὴ ἔλαμπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή, προπέμποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον μὲ σειρὰς λαμπάδων. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέμα τοὺς πυρσούς, χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ, καὶ ἡ ἄνοιξις ἔπεμπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώματά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ Ταφέντα, ὡς νὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή, «ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ μορμύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάμβανεν, «οἴμοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!» Τὰ δὲ παιδία προπορευόμενα τῆς πομπῆς, μεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε μετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον!
Καὶ ὕστερον, ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁμίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, (ἥτις καθιστᾷ μελαψὴν μιγάδα τὴν ἡμέραν καὶ παμμέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα), ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσματα τοῦ ἀρνίου, τὸ ὁποῖον ἡτοιμάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κομνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας, ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. Τί ὡραῖον, τί ἥμερον, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πῶς ἐβέλαζε (μπέ! μπέ!) τὸ καημένο. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστημένον, διότι ἔμελλε νὰ σφαγῇ. Καὶ ἄλλος Ἀμνὸς ἄμωμος, Ἀμνὸς αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ ἄλλος ἀτίμητος Ἀμνὸς ἐσφάγη…
Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τὰς πασχαλινὰς λαμπάδας, ὡραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθῆτε ὡραίας μικρὰς λαμπάδας, μὲ ἄνθη τεχνητά, μὲ χρυσόχαρτα. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του, λέγων, ὅτι ἐκείνη εἶναι μεγαλυτέρα. Ἡ μήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ὁ μικρὸς τὴν ἔσπασε, ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε μὲ αὐτήν, ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του, καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάματα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην, ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῇ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα, ἕως τὰ μεσάνυκτα, ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Ὁ μικρὸς ἀπεκοιμήθη κλαίων καὶ χαίρων.
Μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις, καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος, ἤστραψε καὶ ἡ πλατεῖα ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων, τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν μετὰ κρότου σπίρτα καὶ μικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον, καί τινες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν μὲ μικρὰ πιστόλια, ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία μὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας, αἵτινες, μεθ᾽ ὅλον τὸν διωγμὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾽ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα κατ᾽ ἔτος οἱ ἐπίτροποι, ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην, οὐχ ἧττον ἐπέμενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά, εἰς τὴν μίαν κόγχην. Εἷς δ᾽ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας, ἄνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται, νεανίαι εἰκοσαετεῖς, ἐφοίτων κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίαν, εἰς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς, τί ἐσοφίσθη; Πιάνει καὶ ἀποσπᾷ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια, τὰ δικτυωτά, δι᾽ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι μορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. Τότε διὰ μιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ μουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρημον ψαλτῶν κ᾽ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω.
Εἶτα τὰ μικρὰ παιδία καί τινες παιδίσκαι τετραετεῖς, μὲ τὰς κομψὰς ποικιλτὰς λαμπάδας, ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν, περὶ τὰ δύο ἀναλόγια, καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον, καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι, νὰ παίζωσι, νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιμοὺς ἀλλήλων, καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές, πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφῆ, καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν, καὶ τὰ ἔπαιρνε, κατὰ τὴν συμφωνίαν, καὶ τὰ ἔτρωγε.
Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς, πενταετής, ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαμπάδα ἦτο εὐμορφοτέρα.
―Ὄχι, ἡ δική μου ἡ λαμπάδα εἶναι καλύτερη.
―Ὄχι, ἡ δική μου.
―Ἐμένα ὁ πατέρας μ᾽ τὴν ἐδιάλεξε, κ᾽ εἶναι πλιὸ καλή.
―Ἐμένα ἡ μάννα μ᾽ τὴν ἐστόλισε μοναχή της.
― Καὶ ξέρει νὰ κάμῃ λαμπάδες ἡ μάννα σ᾽;
―Ὄχι, δὲ ξέρει; Σὰν τὴ δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναί, παλιολαμπάδα;… νά!…
― Νά κ᾽ ἐσύ!
― Νά κι ἄλλη μιά!
Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων μὲ τὰς λαμπάδας των, ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάματα καὶ οἱ δύο.
Τὸ ἀπόγευμα πάλιν, ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾽ ἔγινεν ἡ Ἀγάπη, ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατεῖαν κ᾽ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. Τί ἄσχημος καὶ τί εὐμορφοκαμωμένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε μίαν χύτραν ὡς κεφαλήν, εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυμεῖτο ὅλα), ὅμοια μ᾽ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα μάμμη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐμβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχά της. Εἶχε κ᾽ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεμασμένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του. Ἐφόρει μακριά, μακριὰ φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέμασαν ὑψηλὰ ὑψηλά, ἕως ἑπτὰ ὀργυιὰς ἐπάνω, ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν ματιάζουν*, νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι, ἑωσότου τὸν ἔκαυσαν.
Καὶ ὕστερον ἡ μήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα, τὸ τυρί, ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα, καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψημένο, καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις!
Ἐφέτος, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δύο ὀρφανά, δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των, ὅστις ἔλειπεν, οὔτε ἡ μήτηρ των, ἥτις ἐπῆγε μακρύτερα ἀκόμη. Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ μάμμη, ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα. Ἀντὶ τῶν κοκκίνων αὐγῶν, ἦσαν αἱ φλέγουσαι ἐκ τοῦ πυρετοῦ παρειαί της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαμπάδων, ἦσαν οἱ δύο τρεμοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλμοί της. Ἀντὶ τῆς ἀθῴας χαρᾶς, ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα, ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα, ἡ ἀνεπανόρθωτος συμφορά.
Εὐτυχῶς ἡ γρια-Κομνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε, καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα μὲ τὸ γολετί, καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν μύστακα ἀποβλέπων εἰς δεύτερον γάμον. Ἀλλά, διὰ τὰ δύο παιδία, τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη, θ᾽ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά; Διὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως, διὰ τὴν Μόρφω ὅμως ποτέ. Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς μητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς.
Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!
Ἀλλ᾽ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννημα τῆς ἀμπέλου ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός Του, καὶ οἱ ὑμνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ! δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας Σου!»

 πηγή

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Μεγάλη Παρασκευή. Η άκρα ταπείνωση, για χάρη μας: Θεός, γυμνός και εσταυρωμένος!

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνα άκρα ταπείνωσις


Η "Άκρα Ταπείνωσις" εικονογραφείται στην παράδοσή μας. Είναι η Εικόνα που δείχνει την κατάληξη του μαρτυρίου στο οποίο υποβλήθηκε ο Χριστός από την σκληρότητα της κοσμικής εξουσίας.

Η εικόνα αυτή παρουσιάζει σε προτομή τον Χριστό νεκρό, γυμνό, σε όρθια στάση, μέσα σε σαρκοφάγο-τάφο που κρύβει το σώμα του από τη μέση και κάτω. Σπάνια εικονίζεται ολόσωμος. Τα χέρια του, αδύναμα, σταυρώνονται μπροστά ή πέφτουν ελεύθερα προς τα κάτω, κι είναι ολοφάνεροι πάνω τους οι "τύποι των ήλων". Τα μάτια Του είναι κλειστά, και το κεφάλι Του γέρνει ελαφρά ενώ τα μαλλιά του, πέφτουν στους ώμους. Φαίνεται καθαρά κι η πληγή από τον λογχισμό στην δεξιά Του πλευρά, από την οποία τρέχει ακόμη αίμα και νερό  (πηγή).

Αποτέλεσμα εικόνας για ο επιτάφιος θρήνος
Στον εσπερινό της Μεγάλης Πέμπτης μαθαίνουμε ότι "Τη αγία και Μεγάλη Παρασκευή τα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν.τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην, και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον, όν δι' ημάς εκών κατεδέξατο. έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω Σταυρώ ομολογίαν"

Πώς φτάσαμε ως εδώ! Ο φόβος από το κήρυγμα της αγάπης, οδήγησε τους άρχοντες της εποχής στην ολοκληρωτική εξουδετέρωση του διδασκάλου, που ανήγγειλε την βασιλεία της αγάπης. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τον κόσμο, που είδε την μανία των αρχόντων για την υλοποίηση της τιμωρίας και της εκδίκησης . Άλλοι από τους μαθητές του Χριστού κρύφτηκαν, άλλοι τον αρνήθηκαν. Άλλοι φανερώθηκαν, μη αντέχοντας την βία, την σκληροκαρδία και το μίσος της εξουσίας των ανθρώπων. Και διακήρυξαν με τον τρόπο τους πως το μήνυμα της αγάπης είναι αθάνατο και πως θα ζήσει, άσχετα από την μανία και την εκδίκηση. 

Εμείς, σήμερα, που αναβιώνουμε εκείνες τις ώρες μέσα από τις ακολουθίες μας, βλέπουμε πως ο κόσμος κάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη. Και οι ισχυροί πάντα θα θέλουν να κρατάνε τα ηνία του κόσμου. Ενός κόσμου από τον οποίο και αυτοί θα φύγουν. Όμως οι σπίθες της αγάπης που κήρυξε ο Χριστός δεν σβήνουν. 

Κάθε χρόνο, την νύχτα της μεγάλης Πέμπτης, και πριν να ξημερώσει η Μεγάλη Παρασκευή, γίνεται ο στολισμός του Επιταφίου στις εκκλησίες, σ' ένα συμβολισμό (στο μέτρο του ανθρώπου), κήδευσης αγαπημένου. Και το πρωί (της Μεγάλης Παρασκευής), ψάλλονται οι Μεγάλες Ώρες (πρώτη, τρίτη, έκτη και ενάτη, κατ' αναλογίαν προς την κλιμάκωση του μαρτυρίου του Χριστού), που περιέχουν ψαλμούς και  τροπάρια, Αποστολικά και Ευαγγελικά αποσπάσματα και Ευχές. Ακολουθεί ο Εσπερινός της Μεγάλης Παρασκευής και γίνεται η Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου, που τοποθετείται στο Ιερό Κουβούκλιο. [Σ' ένα ύφασμα, πάνω στο οποίο έχει κεντηθεί ή ζωγραφιστεί ο Κύριος, νεκρός, και λέγεται Επιτάφιος. (Θαυμαστή είναι και η εικονογράφηση του Επιταφίου Θρήνου, που ως ανθρώπινη στιγμή αγγίζει την ψυχή μας, κάθε φορά που θρηνούμε την απώλεια ενός δικού μας ανθρώπου)]. Ασύλληπτο, ωστόσο, παραμένει για τον ανθρώπινο νου, το Θείον Πάθος.

Η υμνολογία της Εκκλησίας είναι σχετική με την ταφή του Κυρίου από τους Ιωσήφ και Νικόδημο και την κάθοδο της ψυχής Του στα σκοτεινά βασίλεια του Άδη.
 
 "Έκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός, ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε, τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή, ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα, αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα, τὸ στόμα τὴν ἐν ὄξει κερασθεῖσαν χολὴν τῇ γεύσει, τὰ ὦτα τὰς δυσσεβεῖς βλασφημίας. Ὁ νῶτος τὴν φραγγέλωσιν, καὶ ἡ χεὶρ τὸν κάλαμον, αἱ τοῦ ὅλου σώματος ἐκτάσεις ἐν τῷ σταυρῷ, τὰ ἄρθρα τοὺς ἥλους, καὶ ἡ πλευρὰ τὴν λόγχην. Ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ παθῶν ἐλευθερώσας ἡμᾶς. Ὁ συγκαταβὰς ἡμῖν φιλανθρωπίᾳ, καὶ ἀνυψώσας ἡμᾶς, παντοδύναμε Σωτήρ, ἐλέησον ἡμᾶς".

'' Κύριε αναβαίνοντός σου εν τω σταυρώ, φόβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει. Και την γήν μεν εκώλυες καταπιείν τους σταυρούντας σε , τω δε ΄Αδη επέτρεπες αναπέμπειν τους δεσμίους είς αναγέννησιν βροτών. Κριτά ζώντων και νεκρών , ζωήν ήλθες παρασχείν και ού θάνατον , Φιλάνθρωπε δόξα σοι. ''

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ψάλλεται ο όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου και περιφέρεται ο στολισμένος Επιτάφιος στους δρόμους  εντός της Ενορίας, για να επιστρέψει τελικά στον Ναό όπου και γίνεται η προσκύνησή του από τους πιστούς.

Κατά την έξοδο του Επιταφίου [στας ρύμας (=δρόμους)  που λέει και ο Παπαδιαμάντης], ψάλλεται το:
«Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας,
και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν,
τω του Σωτήρος θανάτω,
ο Ιωσήφ θεασάμενος,
προσήλθε τω Πιλάτω και καθικετεύει λέγων˙
δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω˙
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον˙
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου το ξένον˙
δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδεν ξενίζειν τους πτωχούς τε και ξένους˙
δος μοι τούτον τον ξένον, ον Εβραίοι τώ φθόνω άπεξένωσαν κόσμω˙
δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω,
ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν που κλίναι˙
δος μοι τούτον τον ξένον,

ον η Μήτηρ καθορώσα νεκρωθέντα εβόα˙

¨"Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
και καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορώσα,
αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω".

Και τούτοις τοίνυν τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη, κατέθετο εν τάφω
τον παρέχοντα πάσι ζωήν αιώνιον και το μέγα έλεος.»

Πόσο αδέξιος και μικρός αισθάνεται ο άνθρωπος σήμερα, να μιλήσει για τούτη, την Θεία Θυσία!

Οδεύουμε προς την Ανάσταση του Χριστού, που η πρώτη της αναγγελία θα γίνει από Άγγελο στις μυροφόρες, την επόμενη μέρα.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη. Η ανθρώπινη εξουσία πάντοτε είναι ανελέητη!


Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες Μεγάλη Τετάρτη 

Μεγάλη Πέμπτη, εν "ᾗ ἑορτάζομεν τόν Ἱερόν Νιπτῆρα, τόν Μυστικόν Δεῖπνον, τήν Ὑπερφυᾶ Προσευχήν καί τήν Προδοσίαν".

Εκείνο το βράδυ, της Πέμπτης, πριν ν' αρχίσει τον δείπνο, ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, βάζει νερό στο νιπτήρα και  πλένει τα πόδια των Μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ' όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ' όλους».

Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στό Πέτρο. Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιός θα είναι πρώτος. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και υπέδειξε τον προδότη.

Κατόπιν, πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.

Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεί μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς. Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη. Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει.

Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του.

Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πεί εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε. Από 'κει και πέρα τον ταπεινώνουν ανελέητα. Τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωϊ.  (πηγή.

«Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον γυμνὸς εἰς κρίσιν ἵστατο καὶ ἐν σιαγόνι ράπισμα ἐδέξατο ὑπὸ χειρῶν ὧν ἒπλασεν• ὁ δὲ παράνομος λαὸς τῷ σταυρῷ προσήλωσε τὸν Κύριον της δόξης• τότε τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη• ὁ ἥλιος ἐσκότασε, μὴ φέρων θεάσασθαι Θεὸν ὑβριζόμενον, ὅν τρέμει τὰ σύμπαντα. Αὐτὸν προσκυνήσωμεν». (Μυριόβιβλος).

Συμμετέχουμε συντετριμμένοι καθώς περνάει από μπροστά μας ο Χριστός, πάνω στον Σταυρό του μαρτυρίου, ψάλλοντες:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.

Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.

Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις.

Ράπισμα κατεδέξατο,
ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ.

Ήλοις προσηλώθη,
ο Νυμφίος της Εκκλησίας.

Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός της Παρθένου.

Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ.

Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.

Και η ακολουθία βαίνει προς το τέλος της, αλλά όχι και προς το τέλος του πάθους. Μέχρι τώρα έπασχε ο Θεός, που διδάσκοντάς μας ταπείνωση υπέστη τα πάνδεινα από τον άνθρωπο. Σειρά μας να πενθήσουμε για την αστοργία και την αχαριστία μας, απέναντι στον συνάνθρωπό μας, πρωτίστως.

«Ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου αἵματι· τῷ σταυρῷ προσηλωθείς καί τῇ λόγχῃ κεντηθείς τήν ἀθανασίαν ἐπήγασας ἀνθρώποις· Σωτήρ ἡμῶν, δόξα σοι».

Σημείωση: Εγκυκλοπαιδικά, δείτε και το αφιέρωμα του cnn.gr, για την ζωγραφική απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου).

Μεγάλη Τετάρτη: Σήμερα, είναι η εποχή που η μετάνοια λοιδορείται και η προδοσία ευδοκιμεί!


Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες Μεγάλη εβδομάδα 

«Τη Αγία και Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ της αλειψάσης τον Κύριο μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι Θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν".

 Για την Μεγάλη Τετάρτη έχουμε προϊδεαστεί από το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής, που ψάλλεται στον εσπερινό, το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης.

Η Μέρα αυτή είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο, σε αντίθεση προς την άφρονα και εφάμαρτη συμπεριφορά του μαθητή που παρέδωκε τον διδάσκαλό του στους εχθρούς της διδασκαλίας. Σήμερα ψάλλουμε "ότε η αμαρτωλός προσέφερε το μύρον, τότε ο μαθητής συνεφώνει τοις παρανόμοις˙ η μεν έχαιρε κενούσα το πολύτιμον, ο δε έσπευσε πωλήσαι τον ατίμητον αύτη τον Δεσπότην επεγίνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο˙ αύτη τον Δεσπότην επεγίνωσκεν, ούτος του Δεσπότου εχωρίζετο˙ αύτη ηλευθερούτο, και ο Ιούδας δούλος εγεγόνει του εχθρού. Δεινόν η ραθυμία! Μεγάλη η μετάνοια, ήν μοι δώρησαι, Σωτήρ, ο παθών υπέρ ημών, και σώσον ημάς".

Και ακολούθως, "Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα, τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας, καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν, καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ' ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων, ἡ Πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα, καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με".

Η πράξη της μετάνοιας, της πνευματικής δηλ. μεταστροφής μας από την εγωϊστική και φίλαυτη συμπεριφορά, απαιτεί την ταπείνωσή μας και την συναίσθηση ματαιότητας και  καταστροφικότητας της συμπεριφοράς αυτής. Η μετανοήσασα της παραβολής αυτό μας διδάσκει.

Όσο κι αν μας είναι δύσκολο να δείξουμε μετάνοια, ειδικά σήμερα που βασιλεύει η παντογνωσία μας και η υπεροχή του εγώ μας, όσο κι αν το συνήθως ακουόμενο είναι "δεν μετανοιώνω για τίποτα", όμως ένα είναι σίγουρο: πως υπάρχουν πράγματα στην ζωή μας για τα οποία έχουμε αλλάξει γνώμη. Είτε από γνώση, είτε από συναίσθηση. Είτε και ... από "αποκάλυψη"! Αυτό θα πεί πως σίγουρα υπάρχουνε λόγοι για να αλλάξουμε συμπεριφορά. Τουλάχιστον κάποιες φορές. Η απολυτότητα δεν μπορεί να ισχύει στην ζωή και τις επιλογές του ανθρώπου, γιατί δεν θα υπήρχε ανάδραση από τις νέες του γνώσεις και ικανότητες. [Ας αφήσουμε την αλλαγή μας, που πολλές φορές μας την υπαγορεύει το στενώς εννοούμενο συμφέρον, και μάλιστα της στιγμής!

Η μετάνοια προϋποθέτει ταπείνωση του αλαζονικού μας φρονήματος, και συναίσθηση της αυθαιρεσίας μας. Συχνά, είναι αποτέλεσμα αυτοελέγχου, αυτοκριτικής και- νέου εκάστοτε- αυτοπροσδιορισμού μας [όταν δεν είναι αποτέλεσμα ολοκληρωτική ηθικής και πνευματικής ήττας]. Εάν αυτό γίνεται για εσωτερικούς λόγους και με εσωτερικά αίτια, ένας καλύτερος άνθρωπος, ήρεμα, αναδύεται από μέσα μας, ικανός να χαίρεται το δώρο της ζωής ως ύπαρξη και ως παρουσία στον κόσμο. Ικανός να χαίρεται την τιμή που απολαμβάνει να ζεί και να αποφασίζει με ελευθερία. Ας χαίρεται λοιπόν και για την ικανότητά του να επιχειρεί και να απολαμβάνει μια πνευματική πορεία εξευγενισμού του ήθους και της συμπεριφοράς του.

Στον εσπερινό της Μεγάλης Τετάρτης προετοιμαζόμαστε για τον Μυστικό Δείπνο, για την μυστηριακή δηλαδή συμμετοχή μας στην ζωή ως πνευματικών ανθρώπων. Η προσφορά, η φιλία, η αγάπη και η ευθύνη, προϋποθέτουν αυτο-ταπείνωση και φιλαλληλία για να καρπίσουν. Αυτό, τουλάχιστον, νοιώθω, αποκρυπτογραφώντας τα αποψινά ακούσματα,  και ιδιαίτερα το «Μυσταγωγών σου Κύριε του Μαθητάς, εδίδασκες λέγων. Ω φίλοι, οράτε, μηδείς υμάς χωρίσει μου φόβος· ει γαρ πάσχω, αλλ’ υπέρ του κόσμου· μη ουν σκανδαλίζεσθε εν εμοί· ου γαρ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν μου, λύτρον υπέρ του κόσμου. Ει ουν υμείς φίλοι μου εστε, εμέ μιμείσθε· ο θέλων πρώτος είναι, έστω έσχατος, ο δεσπότης, ως ο διάκονος· μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε· εγώ γαρ ειμι της ζωής η άμπελος».

Το Θείο Πάθος δεν τελειώνει εδώ.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μεγάλη Τρίτη και η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...


Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες μεγάλη τρίτη 

«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα».

Οι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε την παραβολή των Δέκα Παρθένων, μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας. Κι’ είχαν το σκοπό τους. Η συνοδοιπορία με τον Χριστό προς το Θείο Πάθος δεν αρκεί να είναι τυπική, συναισθηματική. Η ολοκληρωτική συμμετοχή μας στην εν Χριστώ πορεία, που συνοδεύεται από την ολοκληρωτική αλλαγή  της ύπαρξής μας, είναι εκείνη που δίνει αληθές νόημα στην πράξη μας.

Ιδού το περιεχόμενο της παραβολής των δέκα παρθένων: Η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με δέκα παρθένες οι οποίες πήραν μαζί τους τα λυχνάρια τους για να υποδεχθούν τον νυμφίο. Οι πέντε από αυτές, ως σώφρονες, φρόντισαν να έχουν μαζί τους απόθεμα λαδιού για τα λυχνάρια τους, ενώ οι άλλες πέντε που ήσαν αφελείς και επιπόλαιες δεν εφρόντισαν γι' αυτό. Ο νυμφίος αργούσε, η νύχτα προχωρούσε, κι έπεσαν να κοιμηθούν. Μα τα μεσάνυχτα ακούστηκε κραυγή που  ανήγγειλε τον ερχομό του νυμφίου. Οι παρθένες σηκώθηκαν για να τον προϋπαντήσουν. Οι σώφρονες παρθένες, που είχαν απόθεμα λαδιού άναψαν τα λυχνάρια τους και υποδέχτηκαν χαρούμενες τον νυμφίο, συμμετέχοντας έτσι στην περίλαμπρη γαμήλια χαρά.

Μα οι άλλες, έτρεξαν -τελευταία στιγμή- για να αγοράσουν λάδι, κι έτσι, έχασαν την άφιξη του νυμφίου, κι έμειναν "εκτός του νυμφώνος"!

Ο Χριστός τελειώνει την διήγηση της παραβολής του με τα εξής προτρεπτικά λόγια: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται»  [που τα  διασώζει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (Ματθ. κεφ. 25,εδ. 13 ) και «γρηγορείτε ουν ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται, οψέ ή μεσονυκτίου ή αλεκτροφωνίας ή πρωί, μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας» που διασώζει ο Ευαγγελιστής Μάρκος (Μάρκ. κεφ. 13, εδ. 35)].

 Η μνήμη της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια σύσταση για πνευματική άσκηση ενόψει της Δευτέρας Παρουσίας και της μεγάλης κρίσεως.

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ακούμε από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, την ιδιαίτερη τιμή, που ο Χριστός  επιφύλαξε για τους Έλληνες, καθώς υποδέχεται κάποιους που παρευρίσκονταν εκεί και είχαν την περιέργεια να δούν τί συμβαίνει. Τους καλωσόρισε, με χαρά, και τώρα μπορούμε να αντιληφθούμε την σημασία αυτού του γεγονότος. Εκείνο το "ήρθε η ώρα ίνα δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου" [Ιωάννης κεφ. 1, εδ. 12], που είπε τότε ο Χριστός, σήμερα αποκαλύπτεται τί ακριβώς εσήμαινε! Κι αυτό δεν ήταν άλλο, από το ότι οι Έλληνες με την ιδιοπροσωπία τους, και με το γεγονός πως ήσαν οι φορείς της -πιο πολυμίλητης στην περιοχή, αλλά και στον τότε εγγράμματο κόσμο- γλώσσας, θα αποτελούσαν το όχημα δια του οποίου ο λόγος Του θα απλωνόταν στα πέρατα της οικουμένης.

Η συναίσθηση της πνευματικότητας της ημέρας, που μας προετοιμάζει για την Μ. Τετάρτη ολοκληρώνεται με το "τροπάριο της Κασσιανής", της αρχοντοπούλας, που η εξυπνάδα της, της στέρησε τον θρόνο της Βασιλεύουσας. Ύστερα από αυτό ο καλύτερος νυμφίος γι' αυτήν ήταν ο Χριστός, στον οποίο αφιερώθηκε, αποσυρόμενη σε μοναστήρι για το υπόλοιπο της ζωής της.

Τη μέρα τούτη την θυμάμαι ξεχωριστά, μια που η πεθερά μου, Κασσιανή και δασκάλα, [που έφυγε στα 90 της, πλήρης ημερών και με τα λογικά της], σαν τέτοια μέρα, πήγαινε ανελλιπώς ν' ακούσει  την ακολουθία που επιστεγαζόταν με τον ύμνο της συνώνυμης υμνωδού. Συχνά χρησιμοποιούσε για τον εαυτό της, σε ώρες συγγνώμης, και σε συνειρμό με τον ύμνο, την φράση, "η περιπεσούσα εν πολλαίς αμαρτίαις...". Ας πρεσβεύει η ψυχούλα της από τον παράδεισο, για όλους εμάς, κι ας είναι ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει.

Το τροπάριο της Κασσιανής έχει ως εξής: 


«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή,
την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ•
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους Ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει•
καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις•
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους,
τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος».

Και σε απόδοση Φώτη Κόντογλου (1):


Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά
πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι,
η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε,
από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη
και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση,
ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος

(1) Πηγή