Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Σκέψεις για να διατηρούμε την αισιοδοξία μας

 

Είναι καλύτερα να περπατάς μόνος, παρά με συντροφιά που τραβάει τη λάθος κατεύθυνση...


Δεν μπορεί ναέχεις μια θετική ζωή, κάνοντας παρέα με ανθρώπους που έχουν αρνητική ενέργεια....

Ένα ζευγάρι ρωτήθηκε πώς κατάφεραν να ζήσουν μαζί για 65 ολόκληρα χρόνια! Κι αυτοί απάντησαν πως τ' αποφάσισαν όταν ακόμη οι άνθρωποι διόρθωναν κάθε τι που χαλούσε, και δεν το πετούσαν για να πάρουν καινούργιο!

Να ζείς με κάποιον που νοιάζεται για την ευτυχία σου, όσο και για τη δική του!

Μη χάνεις την ελπίδα σου, ποτέ δεν ξέρεις το αύριο τί θα φέρει!

Αν ένα παραφορτωμένο γραφείο δείχνει ένα μυαλό παραγεμισμένο, τί θα σημαίνει ένα άδειο γραφείο;

Οπωσδήποτε θά 'χεις κι εσύ κάποτε ν' αντιμετωπίσεις το δυσκολώτερο δίλημμα της ζωής: Να φύγεις μακριά ή να προσπαθήσεις σκληρά!

Μουσική είναι ο ήχος των αισθήσεων!

Η λογική αντικαθιστά ό,τι η καρδιά αρνείται να διαγράψει.

Η δυσκολία στην ευτυχία υπάρχει γιατί ο νους αρνείται να πετάξει ό.τι μας κάνει δυστυχείς!

Τίποτε δεν είναι η ομορφιά του προσώπου, μπροστά στην ασχήμια της καρδιάς!

Άνθρωποι με πνευματικές εμπειρίες ή πνευματικά όντα με ανθρώπινες εμπειρίες;

Κάποιοι είναι γέροι στα 18 τους, ενώ άλλοι είναι ακόμη νέοι στα 80 τους!

Να είσαι ευγνώμων για τις δυσκολίες της ζωής, γιατί σε βοήθησαν να δεις ωραία πράγματα, που ποτέ σου δεν είχες προσέξει!

Σημείωση: οι όμορφες πτυχές ενός ξενόγλωσσου εικονογραφημένου μηνύματος μ' έκαναν να το μεταγλωττίσω για τους φίλους μου.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Η Πόλις εάλω, η ζωή μας εάλω!

Image result for εικόνες άλωση της πόλης

Κάθε που έρχεται ο Μάης, κάτι την καρδιά μου κεντάει σαν που αναλογίζομαι του Μάη τις γιορτές, τις θλίψεις, τις μνήμες. Τις ωραίες και τις μοιραίες ώρες! Τις μνήμες και τα ερωτήματα για την ζωή, τους ανθρώπους και την Ιστορία τούτου του τόπου και του μέλλοντός μας.

Μικρό παιδάκι στο σχολειό, με θαυμασμό άκουγα πώς χίστηκε η Πόλη, με μαλάματα, με τέχνης έργα, με θησαυρούς και άγια πνεύματα. Κι απ' όλες τις γωνιές του κόσμου, όπου είχανε βιός πνευματικότητας και πολιτισμού, ήρθανε τέτοια δείγματα σαν πολύτιμα δώρα, για να κοσμήσουν την Πόλη που θά'ταν πια η παρουσία του κάλλους στη γή. Νέα Ρώμη, αλλά και Νέα Ιερουσαλήμ.

Έδρα της εξουσίας του κόσμου και εστία της αναμόρφωσής του. Μάθαινα πως ετούτη η Πόλη, φιλοδοξούσε να γίνει το κέντρο του κόσμου σε κάλλος και αρετή. Eδώ πρωτοιδρύθηκε η Πολιτεία που ο κυβερνήτης της ώρισε για έργο της Πολιτείας του τη σάρκωση του λόγου του Θεού. «Ίνα πάντες έν ώσιν».

Εδώ μεταφέρθηκαν πάμπολλα λείψανα αγίων, και τα προσωπικά αντικείμενα της Παναγίας. Κτισθήκανε στη Χάρη Της πολλοί ναοί. Ιδρύθηκαν και πάμπολλα Μοναστήρια όπου, οι μοναχοί με την ασίγαστη προσευχή τους καλούσαν τη Χάρη του Κυρίου κοντά στους πολίτες και τους άρχοντες, για να εγκαθιδρυθεί- κι εδώ στη γη- ο κόσμος της αγάπης, «η Βασιλεία των Ουρανών».

Αλλά όπου υπάρχουν άνθρωποι, εκεί υπάρχουν και τα ανθρώπινα πάθη. Κι όπου υπερτερούν τα πάθη βλέπουμε σε λίγο και τις συνέπειές τους.

Μακρινές πολιτείες, και ξένοι αρχόντοι ζηλέψαν το κάλλος, τη θέση, τον πλούτο και την ιστορία της Πόλης και θελήσαν να την ξεριζώσουν. Ένας ήθελε την καρδιά της, άλλος ήθελε τη φωνή της, άλλος ήθελε την ομορφιά της, κι αλλος ήθελε ν' αποκτήσει την αξία που η Πόλη είχε για όλον τον κόσμο. Και «μπήκαν στην Πόλη οι οχτροί» (1204). Κι έκαναν ώστε να διασκορπιστούν τα ιμάτιά της στους τέσσερεις ανέμους και να χωριστεί σε μικρά ευάλωτα βασίλεια.

Δεν ξαναβρήκε πια τις δυνάμεις και το σκοπό της. Χιλιόχρονη μετρώντας ιστορία, κι έχοντας δώσει σπουδαία δείγματα μεγάλης πνευματικής δραστηριότητας κι επιτευγμάτων σε όλους τους τομείς, αδύναμη στρατιωτικά, και οικονομικά και χωρίς φίλους, η Πόλη κουρσεύτηκε σε μια νυχτιά, κι έπεσε βαρειά χτυπημένη, στα χέρια του πορθητή. Μονάχος ο κύρης της, δεν άρκεσε να την προστατέψει, κι άγγελος Κυρίου τον κοίμησε, για να μη δεί το αίμα του λαού του, ποτάμι να κυλάει στις ρύμες και τις λεωφόρους. Να μη δεί τα ιερά να βεβηλώνονται, τα πλούτη να γίνονται λάφυρα, και τη δόξα της Πόλης, από ύμνος και θρύλος να γίνεται κοπετός και μοιρολόι.

Τούτη η κρύα νύχτα, η ματωμένη, η νύχτα του πόνου και της οδύνης, αιώνες τώρα, μας ματώνει κι εμάς, και ένας κόμπος στο λαιμό πνίγει τη φωνή με το δάκρυ. Όχι της ήττας (γιατί ο άνθρωπος με τα έργα του είναι γραφτό να ηττηθεί), αλλά της πτώσης (δηλαδή της συνέπειας που έχει η ολιγωρία). Όχι της απώλειας (γιατί τίποτε δεν είναι δικό μας), αλλά της προσωπικής μας ευθύνης (δηλαδή της δικής μας απόφασης και πράξης).

Γιατί από κείνη τη μέρα, και κάθε μέρα που περνάει χωρίς να αποκτoύμε τη συναίσθηση της προσωπικής μας ευθύνης, και του ατομικού του καθενός μας χρέους, βλέπουμε να ξαναγίνονται τα ίδια και τα ίδια. Βλέπουμε, ότι σαν ο καθένας μας επιδιώκει το δικό του συμφέρον, καλεί «ξένους φίλους» για να τον βοηθήσουν στους σκοπούς του (με το αζημίωτο βέβαια, και με δαπάνες της πατρίδας -ασφαλώς σε βάρος των μελλοντικών γενεών) αδιαφορώντας μάλιστα για όλους τους άλλους!

Ακόμη παραμένουμε ασυναίσθητοι, αναίσθητοι, και αδιάφοροι. Ένας ανακάλυψε την ελευθερία της μη πληρωμής, άλλος ανακάλυψε την ελευθερία της διαπλοκής, τρίτος την ελευθερία της αντίδρασης σε όλα, ένας άλλος την ελευθερία της καταστροφής δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, οι ειδικοί εισήγαγαν την διαστρέβλωση της Ιστορίας μας (με σκοπό τη δημιουργία νέου είδους πολιτών, άχρωμων και άσχετων προς τις ρίζες τους). Και οι πολιτικοί μας ταγοί εξήγγειλαν: ο ένας «Ανατροπή της πολιτικής τάξης» χάριν άλλου μοντέλου διακυβέρνησης, ο άλλος, την εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας έναντι δανεικών για την καλοπέρασή μας και για την πελατεία μας, ο άλλος μιλάει-μιλάει χωρίς να κάνει καμμιά πρόταση δημιουργική και παραγωγική, καμμιά πρόταση για την ανασύνταξη της χώρας, και μείς καθόμαστε κι απλώς ακούμε!

Κανείς δεν νοιάζεται για το μέλλον και την προοπτική αυτού του τόπου, την ζωή του κόσμου, την διδαχή του κόσμου, την θεραπεία του κόσμου, την σφυρηλάτηση πνεύματος γενναιότητας και ακεραιότητας, προσφοράς και αλληλεγγύης ανάμεσα στους πολίτες της χώρας.

Κύριος οίδε, πόσο πολύ θέλουμε να δούμε φιλοπάτριδες πολιτικούς να αναπτύσσουν τις δυνατότητες της χώρας μας και να υψώνουν τείχος ήθους έναντι των ηγετών άλλων χωρών που προσπαθούν να επαναλάβουν μια παλιά ιστορία, (υποταγής/εξαναγκασμού/πίεσης και υποχώρησης) ξαναπαιγμένη άπειρες φορές, που γι' αυτό δεν είναι ξεχασμένη.

Είμαστε στου κακού τη σκάλα! Στο στερνό το σκαλοπάτι! κι όλοι μαζί σπαράζουμε το κορμί της Πόλης μας, της Πατρίδας μας, της ζωής μας και των παιδιών μας. Για να δανειζόμαστε προς εξόφληση των δανείων!

Εντάξει. Δεν μπορούμε να πούμε, σαν άλλοι Σπαρτιάτες, πως είμαστε τούτη την ώρα γενναίοι/σπουδαίοι/ικανοί. (Για να παρηγορηθούμε μονάχα, λέμε πως είναι γεγονός ότι κάποτε υπήρξαμε).

Είναι αδύνατο άραγε σήμερα, να πούμε/να σκεφτούμε/να αποφασίσουμε και πάλι πως θέλουμε/μπορούμε να γίνουμε (πολύ) καλύτεροι;

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μ. Μητσάκη: Το φίλημα [Μνήμη Παπαφλέσσα]


…Εἰς τό Μανιάκι, ἐπί τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου, ἐκ τῶν τριακοσίων μαχητῶν δέν ἀπέμεινεν οὔτε εἷς ζωντανός.

Ὁ ἥλιος, προβάλλων ἀπό τάς χιόνας τῶν βουνῶν, τούς ἐχαιρέτισεν ὀρθίους ὅλους.

Ἐφώτισε τάς λευκάς φουστανέλλας. Ἐχάιδευσε τάς μαύρας κόμας των. Ἀπήστραψεν εἰς τούς φλογερούς ὀφθαλμούς των. Ἐχρύσωσε τάς λαβάς τῶν ὅπλων των. Καί τώρα, δύων ἐκεῖ κάτω, μέσα εἰς τό πέλαγος, τούς ἀποχαιρετίζει λυπημένος νεκρούς, σκορπισμένους ἐπάνω εἰς τό χῶμα. Καί χάνεται ἀργά – ἀργά καί σβήνει, ὡσάν νά θέλῃ νά ρίψῃ ἀκόμη τελευταῖον βλέμμα πρός τούς γενναίους.

Ὅλην τήν ἡμέραν, ἄσιτοι καί ἄποτοι, ἐπάλαισαν πρός τήν θύελλαν τῶν ἐχθρικῶν σφαιρῶν, ἀντέστησαν εἰς τήν χάλαζαν τῶν βομβῶν. Κατῄσχυναν τήν βροχήν τῶν μύδρων. Ἐχλεύασαν τήν ὁρμήν τῆς ρομφαίας καί τήν βίαν τῆς λόγχης. Ἀφοῦ ἔφαγον τήν πυρίτιδα μέ τήν φούκταν· ἀφοῦ καί τό τελευταῖον σπυρί της ἐσώθη εἰς τάς παλάσκας των· ἀφοῦ ἐρραγίσθη καί τοῦ τελευταίου ὅπλου των ἡ κάννη· ἀφοῦ καί τό τελευταῖον γιαταγάνι ἔσπασεν εἰς τάς χεῖρας των, ἔπεσαν. Ἄψυχοι ναί, ἡττημένοι ὄχι.

Καί εἰς τό μέσον αὐτῶν ὁ Παπαφλέσσας, ὁ πρῶτος ἀρχίσας τήν σφαγήν καί τελευταῖος σταματήσας, εὑρίσκετο ἐξηπλωμένος μέ πλατεῖαν πληγήν ἐπί τοῦ στήθους. Κρατεῖ ἀκόμη μέ σφιγκτά δάκτυλα τό θραυσμένον καί αἱμοστάζον γιαταγάνι του.

Καί ὁ Αἰγύπτιος ἀναβαίνει μέσῳ τοῦ καλπασμοῦ τῶν ἵππων καί τοῦ ἤχου τῶν τυμπάνων καί σαλπίγγων, ἐνῷ τα μισοφέγγαρα ἀστράπτουν ἐπί τοῦ καθαροῦ ὁρίζοντος τῆς δύσεως. Ἐπί τῆς ὑγρᾶς ἐκ τῶν αἱμάτων γῆς οἱ Ἄραβες βαδίζουν μέ πολύν κόπον καί τά πέταλα τῶν ἀλόγων γλιστροῦν. Ἀλλ’ ἡ χαρά διά τήν ἀνέλπιστον νίκην εἶναι τόση, ὥστε φέρει αὐτούς ταχεῖς πρός τόν ἀνήφορον, ταχεῖς αὐτούς εἰς τήν ράχιν.

Ἤδη ὁ ἀρχηγός των ἔφθασεν εἰς τήν κορυφήν τοῦ λόφου· ἀνέβη, καί ἐκεῖ ἐστάθη. Περιέφερε τό βλέμμα. Ἐκοίταζε τό κοκκινίσαν ἔδαφος, τό ὁποῖον πίνει λαιμάργως τό αἵμα τῶν ἀνδρείων. Παρετήρησε τόν ἀνερχόμενον στρατόν.
Εἶδε τούς πεσόντας. Καί μέ ἀνοικτόν τό ὄμμα ἀναμετρεῖ τούς ὑψηλούς κορμούς των καί τά εὐρέα στέρνα των, τά μέτωπά των τά ἀγέρωχα.

– Κρῖμα νά χαθοῦν τέτοιοι λεβέντες, συλλογίζεται.

Καί βλέπει πέριξ, βλέπει θαυμάζων, βλέπει ἀπορῶν, ὡσάν νά μή πιστεύῃ ὅτι ἐχάθησαν τοιοῦτοι ἄνδρες. Φαίνονται ὡσάν νά κοιμῶνται μόνον, διά νά ἐξυπνήσουν πάλιν φοβερώτεροι.

– Ποιός εἶναι ὁ Παπαφλέσσας;

Οἱ ὁδηγοί του ἔσπευσαν, ἔδειξαν τό πτῶμα, περιβρεχόμενον ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ ἀγῶνος, μέ κατερρακωμένα τά φορέματα, μαῦρον ἀπό τόν καπνόν.

– Σηκῶστε τον, πάρτε τον… πλύντε τον… Πλύντε τό παλληκάρι…

Δύο ἄνδρες ἔλαβον αὐτόν ἀπό τῶν μασχαλῶν, τόν ἐσήκωσαν, τόν ἔστησαν ἐπάνω εἰς τούς πόδας του καί ἐβάδισαν διευθυνόμενοι πρός τήν πλησίον πηγήν. Ἐκεῖ τοῦ ἔπλυναν τάς χεῖρας καί τό πρόσωπον. Τόν ἐκαθάρισαν ἀπό τόν πηλόν καί τόν ἱδρῶτα καί ἀπό τόν κονιορτόν. Τόν ἐσπόγγισαν, ἐτακτοποίησαν τά σχισμένα του ἐνδύματα καί ἐγύρισαν ὀπίσω φέροντες αὐτόν.

– Στῆστε τον ἐκεῖ ἀπό κάτω.

Οἱ ἄνδρες, κρατοῦντες αὐτόν ἑκατέρωθεν, ἐπροχώρησαν πρός τό δένδρον πού τούς ἔδειξεν ὁ Ἰμπραήμ, τόν ἀπέθεσαν παρά τήν ρίζαν, τόν ὕψωσαν. Καί τόν ἀκούμβησαν, τόν ἐστερέωσαν, τόν ἰσορρόπησαν, ὡσάν ζῶντα. Ἔπειτα ἀπεμακρύνθησαν καί τόν ἀφῆκαν μόνον, βασταζόμενον ἀπό τήν ἰδίαν δύναμιν.

Τό πτῶμα ἐναπέμεινε ἀκίνητον, εὐθύ, στήριζον ἐπί τοῦ κορμοῦ τήν ράχιν. Ὁ θώραξ ἦτο προτεταμένος, αἱ χεῖρες κρεμάμεναι μέ ἀναπόσπαστον τήν λαβήν τοῦ σπασμένου χαντζαριοῦ, τά σκέλη ἀνοικτά καί ἡ κεφαλή ὑψηλά.

Τότε ὁ Ἰμπραήμ πλησιάζει βραδέως πρός τό δένδρον. Στέκεται καί προβλέπει σιγηλός τό ἄπνουν σῶμα τοῦ ἀντιπάλου. Καί ὑπό τό φῶς τῆς σελήνης, ἥτις ἀνέτειλε τήν ὥραν ἐκείνην αἱματόχρους, ὡσάν νά εἶχε βαφεί ἀπό τό αἵμα τῆς μάχης, φιλεῖ μέ θερμόν φίλημα τόν ὄρθιον νεκρόν….

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Ένα Χερουβικό, αλλιώτικο από τά άλλα

Image result for εικόνες άγγελοι


«Οι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες,
και τη ζωοποιώ Τριάδι τον Τρισάγιον ύμνον προσάδοντες,
πάσαν νυν βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν,
ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι,
ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Αλληλούϊα»

Τούτη την Κυριακή ο Χερουβικός Ύμνος ήταν αλλιώτικος. Όχι πως είχε άλλα λόγια, μα εγώ τον αισθάνθηκα αλλιώς.

Ακούγοντας τον καλό μας τον Ψάλτη, να ψάλλει τον Ύμνο, βήμα-βήμα θαρρείς, μια σάλπιγγα μας δίνει ρυθμό, αγγελικά να φερθούμε, κι αφήνοντας κατά μέρος τις βιοτικές μας έγνοιες, να δοξολογήσουμε τον Τριαδικό Θεό, και να τον υποδεχτούμε σαν που αόρατα έρχεται κοντά μας συνοδευόμενος από τάγματα Αγγέλων...

Την ώρα τούτη, η σκέψη, φευγάτη από δουλειές και έγνοιες της καθημερινής βιοτής, σ' άλλους κόσμους τρέχει, και μετουσιώνει την πραγματικότητα. Μεταφέρει την ψυχή στον κόσμο της ειρήνης, της γαλήνης, εκεί όπου δεν υπάρχει ταραχή, αγωνία και φροντίδα για το αύριο.

Εδώ θαρρείς έρχεται, τον βλέπεις, ο Σιναΐτης με την Κλίμακά του, κι οι Γέροντες με τις «ασκήσεις» και τις αρετές τους. Γαλήνια μας προσκαλούν στο ουράνιο συμπόσιο της αγάπης και μας παρακινούν σε ευχαριστία και κοινωνία μαζί με τους αγγέλους, στη δοξολογία του Κυρίου...

Τούτη η αίσθηση, η κατάνυξη, είναι μια χάρη, μια δωρεά, που τη λαβαίνει κανείς σπάνια. Τη λαβαίνεις καμμιά φορά αθώος κι ανοχύρωτος, σαν να προκαλείσαι, για να την γνωρίσεις καλύτερα. Και μπορεί να συμβεί επίμονα ν' αποζητάς να την ξανανιώσεις.Ή, τη λαβαίνεις, σαν με πολύ κόπο κι άσκηση την αποζητάς. Κι είναι πια η «αμοιβή» της προσευχής και της ταπεινοφροσύνης σου.

Σ' ευχαριστούμε Κύριε, για τις ευκαιρίες που μας δίνεις, Εσύ, που «ουδένα θέλεις απωλεσθήναι πριν εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

Κάνε Κύριε, να μην τελειώνει το έλεός σου, και να μας καλείς ξανά και ξανά, όλους εμάς τους ταπεινούς και αναξίους, για να γευόμαστε τον παράδεισο της ειρήνης μεσα στους κόλπους Σου.

Σχόλιο: Ετούτο το σημείωμά μου, είναι αφιερωμένο, σ' ένα Δάσκαλο, που μαθήτρια Γυμνασίου τον άκουσα, κι ο λόγος του σφράγισε την πίστη μου. Γιατί κι η ζωή του Δασκάλου μου ήταν τέτοια, που έκανε το λόγο του σφραγίδα. Ζωντανή, ίσαμε σήμερα, είναι η διδασκαλία του μέσα στην ψυχή μου, μαζί με τη γαλήνη της διδαχής και της φωνής του.

Σεβαστέ μου Δάσκαλε κ. Θεόδωρε Γεωργόπουλε,

Σε ευχαριστώ, που αξιώθηκα να ακούσω τον κατηχητικό σου λόγο κι έτσι να ριζώσει η ψυχή μου στον λόγο του Χριστού μας. Γιατί σαρκώθηκε το παράδειγμα που έλαβα στους κόλπους της οικογενείας μου, από τη  διδακτική σου επιβεβαίωση, που επακολούθησε.

Παρόλο που έφυγα μακριά από τις διδαχές σου καλέ μου Δάσκαλε, και από τις γονικές νουθεσίες, τίποτε δεν μπορούσε να με κρατήσει οριστικά μακριά από το ύδωρ ζωής.

Και ξαναγύρισα εκεί, στο φρέαρ ύδατος ζωής, όπου παιδιόθεν με είχαν οδηγήσει σεπτοί γονείς και διδάσκαλοι, χάρη στη διδαχή και το παράδειγμα της ζωής τους.

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Ευγνωμοσύνη








Image result for εικόνες άγγελοι
Η έκφραση της ευγνωμοσύνης είναι πράξη
που υποδηλώνει ότι αυτός που είναι ευγνώμων
έχει συνείδηση της δωρεάς και της ευλογίας που έλαβε.

Η ωραιότερη έκφραση ευγνωμοσύνης που έχω βρεί
είναι εκείνη του Βασιλέως Δαβίδ,
όπως την διατυπώνει στον 22ον Ψαλμόν,
τον λεγόμενο και Ψαλμό της Ευγνωμοσύνης.

Εχει δε, ο Ψαλμός αυτός, ως εξής:

»Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει.

»Εις τόπον χλόης, εκεί με κατεσκήνωσεν
»επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με,
»την ψυχήν μου επέστρεψεν.

»Ωδήγησέ με επί τρίβους δικαιοσύνης,
»ένεκεν του ονόματος αυτού.

»Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου,
»ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’εμού ει
»η ράβδος σου και η βακτηρία σου αυταί με παρεκάλεσαν.

»Ητοίμασας ενώπιόν μου τράπεζαν εξεναντίας των θλιβόντων με
»ελίπανας εν ελαίω την κεφαλήν μου,
»και το ποτήριόν σου μεθύσκον με ωσεί κράτιστον.

»Και το έλεός σου καταδιώξει με
»πάσας τας ημέρας της ζωής μου,
»και το κατοικείν με εν οίκω Κυρίου εις μακρότητα ημερών.

Που εγώ  έτσι τον νιώθω, 
σαν που λαβαίνω μια δωρεά:

«Κύριε,που με καθοδηγείς,
(το ξέρω), τίποτε δε θα μου στερήσεις.

Σε τόπο χλοερό μ’ εγκατέστησες,
μ’ ολόδροσο νερό μ’εξέθρεψες,
τρυφερά κράτησες την ψυχή μου.

Σε δικαιοσύνης μέρη μ’αγάπη με οδήγησες.

Τώρα λοιπόν, κι αν πορευθώ μές σε σκιά θανάτου,
δεν θα φοβάμαι το κακό, γιατ’είσαι Συ μαζί μου.
Τ’άστρο Σου θα με οδηγεί, και ο λόγος Σου εδώ στη γή
θα ‘ναι το στήριγμά μου.

Μού ‘δωσες όλα τ’αγαθά, σε πείσμα των εχθρών μου
Μ’έκανες ομοτράπεζο,
και ο λόγος Σου με μέθυσε σαν άριστο κρασί.

Κύριε,
η χάρη Σου θα μ’ ακολουθεί
όλες τις μέρες της ζωής μου
ώρες ατέλειωτες θα ζώ, μ’αιώνια χαρά
στον οίκο της πνοής Σου!»



Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Κοσμητική: Γυναίκες!


Image result for εικόνες μοντέλα και  μόδα 


Ο Ληξίαρχος ισχυρίζεται ότι η Κατερίνα δεν είναι πια στην πρώτη της νεότητα. Όμως αυτό δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο. Οι ισχυρισμοί του Ληξιάρχου, περί του αντιθέτου, δεν επαρκούν.

Η Κατερίνα είναι μια ακούραστη, συνεπής και σπουδαία σύζυγος, μητέρα και επιμελής εργαζόμενη γυναίκα. Οι απέξω, βλέπουμε πιο πολύ τα τρία τελευταία. Τα άλλα προκύπτουν από την ωραία οικογένειά της.

Σαν βγαίνει η Κατερίνα για να κάνει τις καθημερινές της εργασίες, επαγγελματικές και οικιακές, ο δρόμος αστράφτει από τη χάρη της. Μ' ένα λαμπερό χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της θα σου πεί κάθε φορά την «καλημέρα» της, ακόμη κι αν δεν σταθεί στιγμή, ούτε για μια κουβέντα.

Πάντα θα είναι ντυμένη Γυναίκα. Νεανικά, όχι αταίραστα πάνω της, και τούτο λόγω της «κοψιάς της». Γιατί η Κατερίνα με τόσο καλλίγραμμο και ευσταλές, έντονα θηλυκό, κορμί, ντύνεται με ρούχα και μακιγιάζ που αναδεικνύουν τα χαρισματικά της στοιχεία. Tην προσωπικότητα και το χαρακτήρα της. Ντύνεται με πολύ καλό γούστο και πρό πάντων κομψά, ταιριαστά. Θα έλεγα υπερβολικά κομψά.

Αλλά, πώς να μην υπερβείς το όριο, και πώς θα γίνει να αναδείξεις, χωρίς γραμμές, εκείνα τα μάτια, που το βλέμμα τους είναι φωτιά; Γιατί να χαμογελούν τα καλογραμμένα της χείλη αν τα μάτια της δεν είναι όλο φώς; Και τί θα πεί πως είναι γυναίκα αν δεν λικνίζεται στις γόβες της αναδεικνύοντας τη χάρη και τη θηλυκότητά της; Και τί θα ειπεί «κοσμητική» αν δεν αναδεικνύεται η Γυναίκα;

Όλα τούτα, μπήκαν σιγά-σιγά στη σκέψη μου, καθώς μιλάμε, εκεί που η Κατερίνα με φροντίζει. Εκεί μια μέρα, μιλώντας για τους γονείς μας, η Κατερίνα, μου είπε για τον αθώο και πολυαγαπημένο της υπερήλικα μπαμπά, που της ζήτησε να του κάνει κι αυτού τα μάτια, «σαν τα δικά της, που μοιάζουνε με του ζαρκαδιού»! Γελάσαμε γλυκά κι οι δυό μας, με τη γεροντική αφέλεια κι αθωότητα, με την γνησιότητα και την χάρη που έβλεπε ο γέροντας νά 'χουν της κόρης του τα μάτια.

Άλλη μια μέρα, μιλώντας για το χορό, μου έλεγε πως το οριεντάλ είναι ο χορός που της αρέσει και την εκφράζει. Απόλυτα. Πως χορεύει και ξεσηκώνει, πως ντρέπεται τα μπράβο, αλλά πως μόνο έτσι ξέρει και θέλει να χορεύει. Όταν χορεύει η Κατερίνα, καλό είναι να μελετάμε την ιεροτελεστία που τελείται στην ψυχή του χορευτή. Γιατί κανένα μέλος του σώματος δεν κινείται χωρίς την πνοή της ζωής.

Το άλλο σημαντικό με την Κατερίνα, είναι που συμβαίνει να μιλάμε και για ζητήματα πέρα από το σήμερα και το αύριο. Που δεν είναι μόνο πρακτικά ζητήματα, ή ζητήματα γούστου. Αλλά ζητήματα αρχών, αξιών, παιδαγωγικής, κοινωνικής συμπεριφοράς και στάσης. Είναι όταν μιλάμε για ανθρωπιά, για την ανοησία και τον εγωϊσμό που εμφιλοχωρεί στις προσωπικές σχέσεις και τις ρημάζει, γκρεμίζει σπιτικά και καταρρακώνει ψυχές.

Η Κατερίνα, είναι άνθρωπος της συγγνώμης, της άφεσης, της συμπαράστασης, της αγάπης και της στοργής, του σεβασμού των γερόντων και της προσοχής στα παιδιά. Του σπιτιού και της οικογένειας. Της συνεπούς συνεργασίας και της λεπτομερούς συνεννόησης. Η εσωτερική ανησυχία της για την ακρίβεια στην εκπλήρωση των αναληφθεισών υποχρεώσεών της, είναι εντυπωσιακά ασυνήθιστη, γιατί καταβάλει τη μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε να αποδώσει το καλύτερο αποτέλεσμα.

Αχ! Κατερίνα, μή χάσεις την χάρη και την θηλυκότητά σου, όσα χρόνια κι αν περάσουν, κι άσε το Ληξίαρχο να λέει! Αντίπαλος καμμιάς δεν πρόκειται να γίνεις, γιατί την ομορφιά σου την έχεις μονάχα για τους ανθρώπους σου, που σε καταλαβαίνουν και σε καμαρώνουν. Επιβεβαιώνεις το ότι είσαι Γυναίκα, παραμένοντας ωραία μητέρα στοργική θυγατέρα και άψογη σύζυγος.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Ο Αίολος και τα ερωτήματά του

Η γνώση της γλώσσας είναι ένα στοιχείo από εκείνα που θα τα χαρακτηρίζαμε αναγκαία (sine qua non) για τη διατύπωση των σκέψεων και των προβληματισμών μας, των συναισθημάτων και των ονείρων μας. Ακόμη και των προτάσεών μας για λύση ζεόντων προβλημάτων ή των προβλέψεων για επερχόμενα δεινά, από επιπολαιότητα, αμέλεια, αδιαφορία ή κακή πρόθεση, και αβελτηρία περί την έγκαιρη μέριμνα και επιμέλεια των υποθέσεών μας.

Το σημείωμα τούτο γράφεται γιατί έτυχε να συναντήσω έναν «αίολο» προβληματισμό. Ο γνώστης της γλώσσας θα έγραφε «έωλος» προβληματισμός.

Η εποχή της ηλεκτρονικής γραφής, βλέπετε, και κυρίως της «διόρθωσης ημαρτημένων» (δηλαδή της διόρθωσης των τυπογραφικών λαθών από άγνοια ή παραδρομή), έχει και παρενέργειες! Γιατί ο ηλεκτρονικός διορθωτής, δεν είναι "όσο εκπαιδευμένος απαιτείται", για να έχει την πλήρη κατάρτιση επί της Ελληνικής γλώσσας. Μία από τις παρενέργειες αυτές είναι και ο «αίολος» προβληματισμός.

Μια έρευνα, πέραν της αυτονόητης αίσθησης, επί του θέματος, καταδεικνύει ότι η τοποθέτηση «αίολος προβληματισμός» είναι τουλάχιστον αδόκιμη, ακόμη κι αν δεχτούμε το «κατά συνεκδοχήν» γνωστό σχήμα λόγου. Γιατί; Μα διότι θα έχουμε απαλείψει λέξεις με εννοιολογικό ρόλο στο σχηματισμό του ουσιαστικού νοήματος.

Εξηγούμαι:

Αίολος, στην ελληνική μυθολογία είναι ο γνωστός μας Θεός των Ανέμων. Με γιούς του όλους τους άγριους και δυνατούς ανέμους, και κόρες του τις ήπιες αύρες.

Από το όνομα του Θεού Αιόλου, κατά το Μπαμπινιώτη, έγινε κι η κοινή λέξη «αίολος». Μεγάλη κουβέντα γίνεται γι' αυτό και παραπομπές ικανοποιητικής τεκμηρίωσης θα βρείτε εδώ https://sarantakos.wordpress.com/2011/12/16/eolos/ όπου θα βρείτε κι άλλες παραπομπές.

Αιόλος όμως, κι όχι αίολος, είναι η αρχαία λέξη-επίθετο που απαντάται στα παλαιά κείμενα (βλ. δοθείσα παραπομπή).

Και τούτο είναι εν μέρει λογικό και συνεπές προς την παραγωγή επιθέτων από ονόματα. (Τουλάχιστον έτσι μαθαίναμε στα παλιά τα χρόνια, βλ. Τζάρτζανος, Αρχαία Ελληνική Γραμματική, Μέρος Τρίτον, Ετυμολογικόν, Κεφ. Ι, Α.Παραγωγή, 3.παράγωγα επίθετα, β. Εξ ονομάτων παρ. 272.4. Με τας καταλήξεις (...) -λός (...).

Η λέξη που παράγεται έτσι, παίρνει έννοιες που υποδηλώνουν καταστάσεις που δημιουργούνται από τον άνεμο και την κίνησή του, τις συνέπειες ή τις ιδιότητές του (γρήγορος, ευκίνητος, ευμετάβλητος, που γυαλίζει-γυαλιστερός, που ποικίλει, που ξεγελάει κλπ).

Δηλαδή, οι λέξεις που παράγονται κατά τον τρόπο αυτόν έχουν την έννοια της αφθονίας και της πλησμονής με ό,τι υποδηλώνει το πρωτότυπο (απάτη-απατηλός, πάχος-παχυλός κλπ).

Στην περίπτωσή μας, όμως υπάρχει πρόβλημα: Η νέα λέξη είναι αιόλος (ανεξάρτητα από τον νεολογίζοντα Μπαμπινιώτη που λέει αίολος), κι όχι -το κατά τους κανόνες- αιολός! τί να συμβαίνει άραγε;

Μήπως, ο μη τονισμός της νέας λέξης στην λήγουσα (συλλαβή), σημαίνει και απώλεια ή αναίρεση της έννοιας του πρωτοτύπου;

Μήπως αυτή η ατόνιστη παραγωγική κατάληξη προσδίδει την έννοια όχι του πνέοντος κατά το ρεύμα/πνεύμα/δυνάμεις ή συνέπειες και ιδιότητες του ανέμου, αλλά του άσχετου από το συναφές «αερικό» περιεχόμενο; Μήπως είναι κάτι σαν το αγγλικό -less; Οι γνώσεις μας δε φτάνουν πάρα πέρα.


[Η αίσθησή μας όμως, μπορεί να τρέχει και να ερευνά, να ονειρεύεται και να ψυχανεμίζεται..]

Ως προς την αλλη λέξη, τη λέξη «Έωλος»:
Η νέα λέξη, η παραγόμενη από τη λέξη Έως (= αυγή, χάραμα, ξημέρωμα, και συνεκδοχικά: ανατολή, νέα ημέρα, νεότητα, φρεσκάδα, επικαιρότητα, ζεστασιά, μυρωδιά, και τόσα άλλα) και την παραγωγική κατάληξη -λός, (που και στην περίπτωση αυτή δεν τονίζεται στη λήγουσα, σύμφωνα με τα υπάρχοντα παλαιά κείμενα) έχει την έννοια, σύμφωνα με την παραπάνω εκφρασθείσα άποψή μας, εκείνου που πια δεν είναι φρέσκος, δεν είναι νέος, δεν είναι καινούργιος, δεν είναι ζεστός, δεν έχει άρωμα, δεν είναι επίκαιρος, είναι πολυκαιρισμένος, έχει βρωμίσει, έχει μαραθεί, είναι ξαναειπωμένος, ξαναειδωμένος, είναι μπαγιάτικος κλπ.

Συνοπτικά θα λέγαμε:

Τί θα μπορούσε να είναι ή να σημαίνει ένας αιόλος  (= γρήγορος, ευκίνητος, ευμετάβλητος προβληματισμός,  ένας προβληματισμός, που θαμπώνει-ποικίλει-ξεγελάει) προβληματισμός; Μάλλον τίποτε από όλα όσα υπονοούνται εδώ δεν έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα! Το οποιοδήποτε νόημα κείται πέραν των όρων «αίολος/αιόλος προβληματισμός», γιατί η φράση αυτή, νοηματοδοτείται επειδή προσωποποιεί την αίσθηση που προσδίδει η -όπως φυσάει ο άνεμος- εναλλαγή των σκέψεων επί των τιθέμενων ερωτημάτων, διλημμάτων, ζητουμένων κλπ. και άρα μια τέτοια χρήση είναι αδόκιμη.

Ενώ ένας έωλος προβληματισμός, είναι ένας χιλιοειπωμένος, ανεπίκαιρος, αδύναμος προβληματισμός που αστοχεί, δεν ευοδώνεται, δεν αποδίδει. Είναι ένας προβληματισμός στείρος.

Και ένα έωλο επιχείρημα είναι ένα χωρίς δύναμη, χωρίς ουσία και σημασία, ένα άκαρπο, τελικά, επιχείρημα.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Γειτονιές της Αθήνας: Κουκάκι



 

Όταν σπουδάζεις σε μια πόλη, μακριά από το σπίτι σου, συνηθίζεις να ζεις σαν ξένος ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους άνθρώπους. Και υπάρχουν κάποια μέρη, κάποιες γειτονιές, που φιλόξενα σ' αγκαλιάζουν, και βρίσκεις τη ζεστασιά που άφησες πίσω σου, σαν έφυγες από τ' αγαπημένα χώματα.

Πέρασα από πολλές γειτονιές της Αθήνας στη διάρκεια των σπουδών μου. Στην κάθε μιά τους βρήκα κάτι, που αιχμαλώτισε την καρδιά μου, τη δρόσισε και την παρηγόρησε. Σε κάποιες, δεν θέλω να ξαναβρεθώ. Μι' ανατριχίλα μ' αποτρέπει.

Ανάμεσα στις πρώτες, εντυπωσιακά φιλόξενες γειτονιές, ήταν το Κουκάκι.

Στο Κουκάκι ζούσε με τους γονείς του ο καλός μου, κι εγώ συχνά τον συναντούσα εκεί, στη γειτονιά του, που ήταν τόπος πρόσφορος για συντροφιές νέων, στις αρχές της δεκαετίας του '70. Από τότε η Δράκου, που δεν ήταν ακόμη πεζόδρομος, έσφυζε από ζωή, όνειρα για ζωή, δημιουργία, επιστήμη, τέχνη, επανάσταση που θα αλλάξει τον κόσμο. Όμως, ο κόσμος είναι ο ίδιος ακόμη, όπως τότε, με όλες του τις αντιφάσεις, ματαιότητες, κακίες κλπ. Αρα, άλλο είναι εκείνο που πρέπει να αλλάξει.

Εκεί, στη Δράκου, η Σοφία (δηλαδή οι γονείς της) είχε το περίπτερο. Η Σοφία! Η μορφή της, ακόμη, στολίζει τις σελίδες στο άλμπουμ του γάμου μου. Τί ομορφιά, τί κορμί, τι παιδί-γυναίκα, τί παιδί-παιδί! Δεν της άρεσε το σχολείο, της άρεσε η δράση, η ζωή. Τί κρίμα! έφυγε στα 25 της. Απέραντη και απέθαντη θλίψη. Μακαρία η οδός... Έγινε άγγελος, νωρίς. Έμεινε στις καρδιές μας παιδί, όπως τότε.

Ο Νίκος, είχε το ραφτάδικο. Ρίζωσε στη γειτονιά. Έγινε παππούς και επιχειρηματίας, με καταστήματα στη γειτονιά! 40 χρόνια ίδιος είναι!

Πόσες φορές η Diva, η θεϊκή πίτσα, δεν μας ελυσε τα προβλήματα σίτισης, κατά τη διάρκεια των μεγάλων και μάταιων μαχητικών προσπαθειών για τη λύση των πολιτικών προβληματων της εποχής ανά τον κόσμο!

Ο Αλέκος κι ο αδερφός του, μηχανικοί κι οι δυό. Καιρό τώρα, τους έχω χάσει. Κι η αδερφή τους, η ευγενική Ευγενία, που εργαζόταν στο Ευγενίδειο. Η γυναίκα του φαρμακοποιού της γειτονιάς. Διάβασε όλα μου τα βιβλία της Νομικής και πήρε δεύτερο πτυχίο.

Ένας άλλος Νίκος, κι ο Μπάμπης, αδέρφια, αγωνιστές κι οι δυό, ο ένας, μάλιστα, λίγο περισσότερο (αγωνιστής). Ο Νίκος απαθανάτισε το γάμο μου, και χάρις σ' αυτόν βλέπω τον εαυτό μου, σε στιγμές «μεγάλου θάρρους»!

[Ναί, ήθελε πολύ θάρρος, αφέλεια και πολύ μεγάλο έρωτα, να παντρευτείς στα 25 σου, μόλις πτυχιούχος νομικός, έναν μόλις πτυχιούχο μηχανικό, με μεγάλες επιστημονικές ανησυχίες που ήθελε να κάνει διδακτορικό! Ούτε που το φανταζόμουν τί θα ακολουθούσε, και είμαι ααπέραντα ευγνώμων στη σκιά του Κυρίου που επέβλεπε το δρόμο μου.]

Κι ύστερα, συχνά-πυκνά πήγαινα στη γειτονιά εκείνη να δώ τα πεθερικά μου. Και μετά για να πάω τα παιδιά να δουν τον παππού και την γιαγιά τους. Και μετά, που έφυγε ο παππούς, κι έφυγαν και τα παιδιά, πήγαινα για να κάνω συντροφιά και να δώ την πεθερά μου, που γερόντισσα πια, πάντα αποζητούσε παρέα. Αλλά σαν (αυτοκρατόρισσα) δασκάλα, δεν συμβιβαζόταν με διαρκείς παρουσίες (ούτε αυτή ούτε εγώ), κι η φιλοξενία μας ήταν κάποιες Κυριακές στο σπίτι μου, ή κάποιες ώρες εγώ στο δικό της. Σαν είμαστε οι δυό μας, περνούσαμε πολύ καλά. Μα σαν εμφανιζόταν ο γιός της, η αγάπη του μας χώριζε. Άλλαζε η όψη της. Άλλαζε κι η στάση του κορμιού της. Δεν ήταν Μάνα. Ήταν Κυρία. Κι εγώ χαιρόμουνα που λάβαινε η γερόντισσα τούτη τη χαρά -που την αποζητούσε- γιατί ήμουνα σίγουρη πως ο γιός της τώρα αγαπούσε εμένα τόσο, όσο αγαπούσε αυτήν κάποτε. Τώρα την προστάτευε από τους φόβους των γηρατειών της. Της κρατούσε το χέρι μια μέρα, κι εκείνη κοιμόταν αποκαμωμένη από τους φόβους αυτούς, κι ύστερα από κάμποσες ώρες, έτσι, απλά, έφυγε.

Και μετά, που έφυγε κι η γιαγιά, εγώ πήγα στο σπίτι. Τί να κάνεις με ένα σπίτι, γεμάτο από τόσες ζωές. Που το επισκέφτηκα για πρώτη φορά, κοριτσάκι, και μού 'κανε μεγάλη εντύπωση γιατ' ήταν καταστόλιστο, με τόσες ζωγραφιές και φωτογραφίες. Τόσα πρόσωπα, σε τόσες και διαφορετικές περιστάσεις: Τραυματίες πολέμου, γαμήλιες σκηνές, αναμνηστικές πόζες αδελφών, γονέων, τέκνων, εγγονών, από σεισμούς, από επισκέψεις σε Μουσεία, Παλάτια, Πυραμίδες. Πανέμορφες Κυρίες-θείες με γούνες και με καπέλλα, στολισμένα με φτερά. Ένα σπίτι όπου μεγαλώσανε τα παιδιά μου στην αγκαλιά μεσηλίκων που γεράσανε. Πώς να αδειάσεις ένα σπίτι γεμάτο μνήμες. Ένα σπίτι γεμάτο ζωή και φροντίδα.

Ο καλός μου, μ' αφήκε μονάχη σε τούτο το έργο. Δεν γινόταν να αδειάσει τη ζωή των γονιών του, μια που μονάχος του είχε απομείνει. Για χάρη του, εγώ, μάζεψα, φύλαξα, διάλεξα ό,τι γραμμένο απ' τα χέρια τους ήταν: συμβουλές, αναμνήσεις, εικόνες ζωής και την ιστορία της αγάπης τους, όποια ήταν.

Πόσα ενθυμήματα! πόση φροντίδα! ετούτη τώρα είναι η οικογένεια και η ιστορία του. Αυτά που απόμειναν στο σπίτι, είναι τ' αδέρφια του, κι η συνέχειά του με το ξεκίνημά του. Συλλογιέμαι, ώρες-ώρες, πόσο βαρύς είναι ο κλήρος του ανθρώπου που δεν έχει αδέρφια. Δεν έχει κάποιον να μοιραστεί την ιστορία του, μαζί και των γονιών του, το ξεκίνημά του, την εφηβεία του, τους παιδικούς τσακωμούς του, τις ευθύνες για τους γερόντους του, τη μοναξιά του μετά το χαμό τους! Ο καλός μου είναι τυχερός, που βρέθηκε μέσα στα τόσα αδέρφια μου να είναι ο μικρός! Όλοι τον αγαπούνε και τον τιμούνε, και πιστεύω, πως τον αγαπούνε πιο πολύ γιατί δεν έχει δικά του αδέρφια. Η μάνα μου τον «πονούσε» πολύ γι' αυτό, και μου τόλεγε συχνά-πυκνά: «μίλα στα παιδιά σου να προσέχουνε τον πατέρα τους, γιατί είναι μονάχος!»

Όλα τούτα τα χρόνια στο Κουκάκι, ένας  ολόκληρος κόσμος, είναι κι ο Κοσμίδης, που από πάντα γλύκαινε -με τις θαυμαστές ζαχαροπλαστικές δημιουργίες του- κάθε μας χαρά, γιορτή κι επέτειο. Δεν άλλαξε γειτονιά, αν και άλλαξε τις εστίες του.

Σε τούτη τη γειτονιά, πάντα μια νέα καρδιά θα χτυπάει. Μια καρδιά με ξεχωριστό στίγμα. Το "καινούργιο" περίπτερο, του Νίκου [εδώ και δέκα περίπου χρόνια!], είναι πια θεσμός. Δυναμικός, κοινωνικός, ο Νίκος κι όλο του το επιτελείο από δυναμικές γυναίκες, παρηγορούν, στέργουν και ανακουφίζουν τις στερήσεις μας: σε καπνό, τύπο, αναψυκτικό. Όλες τις ώρες της ημέρας, και πολλές από τις ώρες της νύχτας. Τις ώρες της επιστροφής από τον κάματο της δουλειάς. Γιατί, τούτη την ώρα, της επιστροφής, τί δώρο να αγοράσεις, για να "δωροδοκήσεις" εκείνον που σε περιμένει μέσα στη νύχτα; Στο Νίκο, πάντα κάτι θα βρείς, για να υποστηρίξει την "απολογία" της αργοπορίας σου. Κι αν δεν βρείς κάτι ν' αγοράσεις, θ' ακούσεις κάτι, από κείνα που δεν το πιστεύεις πως μπορεί να τα μάθεις σ' ένα περίπτερο.

Εδώ, στο Κουκάκι, έχει την εστία του και ένας ακοντιστής της "αιχμής",  (aixmi.gr) ο Κ. Παπαχρήστου, που κονταροχτυπήθηκα μαζί του, για χάρη του Λιαντίνη.

Τέλος, σε τούτη τη γειτονιά, από πάντα, Πυρσός, να τη φωτίζει, να τη λαμπρύνει, να τη βοηθάει, να τη συντρέχει, να τη «στοιχειώνει» και να τη «μεταστοιχειώνει», στάθηκε το βιβλιοπωλείο του Σωτήρη. Από το 1970. Ο Σωτήρης, ένας νέος επιχειρηματίας, έφερε -θαρρείς- τον «Ελευθερουδάκη» στη γειτονιά! Τί ήθελες και δεν τό βρισκες! Τα πάντα, έρχονταν άμεσα στη διάθεσή σου. Ψυχή, νούς και σώμα, όλος ο Σωτήρης, αφοσιωμένος. Διευρύνθηκε η επιχείρηση, διευρύνθηκε και η οικογένεια του Σωτήρη, όπως και όλων μας.

Ο Σωτήρης δεν μας έφερε μόνο τον Πυρσό του να μας φωτίσει. Έκανε και πρωτοπόρους αγώνες για την πεζοδρόμηση της Δράκου. Του χρωστάμε την δροσογόνο πηγή του καλοκαιριού στην γειτονιά. Του χρωστάμε ότι ζώντας στην πόλη, μπορούμε να σταθούμε κάτω από τα δέντρα και να γευτούμε τις εποχές. Να ζήσουμε το κιτρίνισμα των φύλλων στα δένδρα, το στροβίλισμά τους στο φθινοπωρινό αεράκι και το μακρινό τους ταξίδι από το δένδρο στο ρυάκι και στην αναγεννητική φθορά! Να ζήσουμε το λουλούδισμά τους την άνοιξη, και την ολόδροση πνοή τους το καλοκαίρι!

Η Ελένη η -δασκάλα- γυναίκα του Σωτήρη, υπήρξε μαθήτρια του Λιαντίνη, κι η μακεδόνισσα ψυχή της, αφού κοινώνησε τα Σπαρτιάτικα νάματα, συνάντησε τη δική μου και μοιραστήκαμε το κάλλος της διδαχής του μεγάλου παιδαγωγού, φιλοσόφου και Δασκάλου. [Οι διδαχές του Λιαντίνη, κι ο αγώνας του στη δημιουργία Δασκάλων με ήθος, γνώση και συναίσθηση του κοινωνικού τους ρόλου, την έχουν στοιχειώσει. Και τούτο είναι πια -και για τις δυό μας- μεγάλης σημασίας αξία και αρχή, παρόλο που εγώ δεν υπήρξα μαθήτρια του Λιαντίνη. Ο Σπαρτιάτης Λιαντίνης, έχοντας πίσω του καστροπολιτείες, Παλαιολόγο και Λεωνίδα, δεν είχε άλλον τρόπο να υποστηρίξει εκείνα που καίγαν την ψυχή κι όλο το είναι του, πέρα από τη ζωή του. Και τούτο είναι σπουδαίο παράδειγμα. Πέρα από λόγια κούφιας διδαχής.]

Παραλίγο, δεν γίναμε κουμπάροι με τον Σωτήρη, αλλά είμαστε παντοτινοί φίλοι, αφού μας ενώνουν και κοινές αγωνίες, αναζητήσεις, ερωτήματα, στόχοι: τί θα γίνει στην πατρίδα μας, τί φταίει, τί μπορούμε εμείς να κάνουμε, και πώς θα αποτρέψουμε μια αθεράπευτη βλάβη στο μέλλον του έθνους και της πατρίδας μας. Και κυρίως, ποιό είναι το ατομικό μας χρέος, γιατί δεν μπορούμε ν' αδιαφορούμε γι' αυτό. Μας ενώνει ο χρόνος που έφυγε.

Στο χρόνο που έρχεται, μαζί μας θά 'ναι κι ο γιός του, που παρέλαβε τον Πυρσό. Τώρα πια, έχει πολυστέψει η παρέα μας και χαιρόμαστε στο πρόσωπο του  Αλεξανδρου τη νεότητα που σκέφτεται, οργίζεται, διαφωνεί, επαναστατεί και τολμά να επιχειρεί. Εδώ, σε τούτη τη γειτονιά.

Το Κουκάκι, μου έγινε πια, μια νέα εστία και πατρίδα, γιατί εκεί έχω ρίζες, μνήμες, σχέσεις, φίλους με κοινές διαδρομές και απορίες ζωής.

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Στη γιορτή της Μητέρας


Image result for εικόνες γιορτη της μητέρας 

Πέρασε κι η γιορτή της μητέρας!
Η δύση έκανε μια γιορτή για το κάθε τι, σε μια ορισμένη μέρα. Εμπορευματοποίηση. Τις άλλες μέρες μπορούμε να ξεχνάμε τη μάνα μας, το σύντροφό μας, το δάσκαλό μας, το περιβάλλον κ.ο.κ.

Τούτο τον καιρό, με την ευκαιρία που μιλάω με τις μαμάδες φιλενάδες μου για την ημέρα, ένιωσα -κι είναι αλήθεια- πρώτη φορά, μόνο μάνα!

Αναλογίστηκα τους κόπους, τις αναμονές, το θάρρος, τις περιστασιακές ματαιώσεις της....

Η μάνα μου, ήτανε Μάνα και για τα εγγόνια της. Τρυφερή, στοργική, παιδαγωγός, ακούραστη, χαρούμενη, ευτυχής, παρηγορήτρα, μάνα.

Θυμάμαι ιδιαίτερα, όταν της πήγαινα τα παιδιά στο χωριό. Τα δικά μου τα θεωρούσε καλομαθημένα (παρόλο που δεν ήταν) και τα φιλοξενούσε σα μοναχοπαίδια. Τα κρατούσε μέρες καλοκαιριάτικες συνήθως.

Κι εκεί στις 10 το πρωϊ, που ήταν η ώρα για το αυγό τους, έκανε τόσα πράγματα για να τα ευχαριστήσει, που δεν θυμάμαι νά 'κανε για μας κάτι παρόμοιο.

Έβαζε λοιπόν, το μελάτο αυγό σ' ένα ποτήρι, και πρόσθετε τόσα πράγματα μέσα, που γινόταν ολόκληρο γεύμα. Μερικά από αυτά: αλατοπίπερο, τριμμένη-λυωμένη φέτα τυρί, ρίγανη, λάδι και ψίχα ψωμιού! Τους τό 'δινε με το κουτάλι το μεγάλο!

Αργότερα που μεγαλώσανε θέλανε κι άλλα.

Τους έφτιαχνε, λοιπόν, πότε πιτούλες από το ζυμάρι του ψωμιού, γαλατόπιτες, χορτοπιτάκια στο τηγάνι, σαλάτα και τυρί, και ελιές! Ως προς τις ελιές, θεωρούσε πως έπρεπε να τους βγάζει τα κουκούτσια, για να μη της πνιγούν τα “πρωτευουσιανάκια τα άμαθα”! Όχι πως χρειαζόταν, αυτοί ήταν τσακάλια! Αλλά εκείνη που τα 'βλεπε για λίγο, ήθελε να τα περιποιείται πολύ! Τέτοια ψυχή!

Τέτοιες εικόνες, ολοκληρωτικής αφοσίωσης και φροντίδας, κρατάνε στην καρδιά τους τη μνήμη της γιαγιάς τους ζεστή κι ολοζώντανη. Και σκέφτομαι ότι (τα καθάρματα) για να τη βάλουνε να τρέχει περισσότερο για χάρη τους, δεν ήθελαν από τις ίδιες ελιές! ο ένας ήθελε μαύρες ξυδάτες, κι άλλος πράσινες λεμονάτες!

Κι εκείνη τους έκανε το χατήρι, με γλυκόλογα, κι αγάπες.
Για τούτο κι η μνήμη της αγάπης της, είναι γι' αυτούς πολύ δυνατό στοιχείο της παιδικής τους ηλικίας, και της καρδιάς τους, ίσαμε σήμερα. 
Ξέχωρα από τα παραπάνω, να μην ξεχάσουμε τα δεκάρικα που ήθελαν σχεδόν κάθε μέρα για να αγοράζουν βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, για την καθημερινή τους ψυχαγωγία!

Το “κακό” για τη μάνα μου ήταν πως διαβάζανε γρήγορα! -Δεν τους προφταίνω! μου έλεγε με χαμόγελο, με ξεφραγκίσανε! 
Μαμά μη τους κάνεις όλα τα χατήρια! της έλεγα, κι εκείνη:
-Καημένη μου, πόσες μέρες θα είναι εδώ; του χρόνου θα τα ξαναδώ! μέχρι του χρόνου θα τα 'χω ξαναμαζέψει τα λεφτά μου! έχει ο Θεός!

Αχ! μάνα! 
Σημείωση: Ετούτο  το κείμενο μνήμης (με λίγη επεξεργασία σήμερα) πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ.