Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

«Στέλλα». Μια ταινία: Μπορούμε να πούμε πως ήταν πρόταση ζωής;

Πρόκληση για την εποχή της

Τι να πρωτοπεί κανείς για τη «Στέλλα»! Μουσική, Μάνος Χατζιδάκις με τη συνδρομή του Βασίλη Τσιτσάνη (ποιος δεν θυμάται την αισθαντική φωνή της Μελίνας να τραγουδά «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι...» σε στίχους Κακογιάννη), σκηνικά Γιάννη Τσαρούχη και ηθοποιοί -τι ηθοποιοί... -Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Φούντας, Αλέκος Αλεξανδράκης. Και στο πλευρό τους η Σοφία Βέμπο, η Χριστίνα Καλογερικού, η Βούλα Ζουμπουλάκη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Τασώ Καββαδία -για να αναφέρουμε μερικούς μόνο. Η ταινία προβλήθηκε στο 8ο Φεστιβάλ των Κανών το 1955 και την ίδια χρονιά απέσπασε τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ.

Επειδή όμως για τους νεότερους περισσότερο γνωστή είναι η διάσημη ατάκα παρά η ίδια η ταινία (ίσως κάποιοι να έχουν συγκρατήσει και τη σπαρακτική εικόνα της Μελίνας στην αγκαλιά του Γιώργου Φούντα που, συντετριμμένος, της μπήγει βαθιά το μαχαίρι), θυμίζουμε την υπόθεσή της: Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στο κέντρο «Παράδεισος» και έχει δεσμό με τον Αλέκο, γόνο πλούσιας οικογένειας. Μία ακόμη φορά, αυτή θα είναι που θα θέσει τέρμα στο δεσμό τους, πριν φθαρεί η σχέση. Ομως ο Αλέκος θα σκοτωθεί σε ένα ατύχημα. Η Στέλλα αρχικά θα αποφύγει τη στενή πολιορκία του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίλτου. Αργότερα θα υποκύψει στη γοητεία του. Αλλά θα θέσει τους δικούς της όρους προκειμένου να συνεχιστεί η σχέση τους. Ο Μίλτος δεν θα τους συμμεριστεί...

Την εποχή εκείνη (δεκαετία του '50) το μοντέλο της γυναίκας που ενσαρκώνει η Μερκούρη φαντάζει πρωτόγνωρο και άκρως προκλητικό. Θα λέγαμε πως «εκρήγνυται» στην ελληνική κοινωνία: κόντρα στους τυποποιημένους ρόλους της γλυκερής παρθένας, του «καλού κοριτσιού» από σπίτι, της χρυσοχέρας νοικοκυράς, της άμεμπτης χήρας και της άσπιλης γεροντοκόρης, που, σε κάθε περίπτωση, ποντάρουν σε ένα (πλούσιο) γάμο, η «Στέλλα», σύμβολο της γυναικείας απελευθέρωσης και ταυτόχρονα τραγική ηρωίδα, κερδίζει επιτέλους τη θέση της στον συντηρητικό ελληνικό κινηματογράφο: είναι ελεύθερη, θέλει να παραμείνει ελεύθερη και διεκδικεί με πάθος τον έρωτα. Και, κυρίως, είναι πρόθυμη να αναλάβει το κόστος που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή. Μέχρι τέλους.

Οπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης στον Χρήστο Σιάφκο, στη βιογραφία του «Μιχάλης Κακογιάννης σε πρώτο πλάνο» που κυκλοφόρησε πρόσφατα (εκδ. Ψυχογιός), μετά το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» «θα μπορούσα να συνεχίσω με τη Λαμπέτη και τον Χορν αλλά αποφάσισα πως ήθελα τη Μελίνα. (...) Ηταν μάγισσα, σε γοήτευε με τη ζωντάνια της. Οταν τη γνώρισα, φορούσε μια πλεχτή κόκκινη σκούφια που πλαισίωνε δύο τεράστια καστανόχρυσα μάτια. Σαν την Κοκκινοσκουφίτσα του παραμυθιού έμοιαζε. Με έπειθε για πολλά, για ένα μόνο δεν μπόρεσε να με πείσει μέχρι τέλους, για την περιβόητη σεξουαλικότητά της. Το έπαιζε νομίζω, της άρεσε να κάνει τη γόησσα. Ο Φιλοποίμην Φίνος έλεγε γι' αυτήν πως με το στόμα που είχε δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα. Ε, αυτό το στόμα εγώ το εκμεταλλεύτηκα απόλυτα».

Βασισμένη στο θεατρικό του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», ήταν η πρώτη ταινία της Μελίνας. Τον Φούντα, ο Μ. Κακογιάννης τον είχε δει στον κινηματογράφο. «Της τον γνώρισα κι έγινε τακτικός στα σουαρέ της (...)».

Θυμάται ακόμα τα γέλια και τις εξόδους τους με τη Μελίνα Μερκούρη. «Πηγαίναμε στα μπουζούκια στην Εθνική Οδό. Είχε πολλά τότε. Ηθελα να ρουφήξω την ατμόσφαιρα για να τη μεταφέρω στην ταινία. Ερχόταν μαζί μας κι ο Φούντας, που θεωρούσε τον εαυτό του πολύ αρσενικό».

Στα ατού της ταινίας και η Βέμπο. «Ηθελα μια γνωστή τραγουδίστρια που να μπορούσε και να παίζει. Νόμιζα αρχικά ότι είχε χάσει τη φωνή της, ενώ δεν ήταν αλήθεια. Και η Βούλα Ζουμπουλάκη είχε εξαιρετική φωνή, αλλά ντρεπόταν λιγάκι που υποδυόταν τη μπουζουκσού. Τα έκανε όλα λίγο απολογητικά. Με έπεισε να την πάρω η Μελίνα». Σε μία από τις σκηνές, «που ως συνήθως ντρεπόταν να υποδυθεί τη λαϊκή τραγουδίστρια, της παίξαμε με τον Χατζιδάκι παντομίμα το ρόλο της και παρ'ολίγον να μην γίνει γύρισμα από τα γέλια».

Το λαϊκό κέντρο ο «Παράδεισος» υπήρχε όντως στη Νεάπολη. «Ημουν πάντα της άποψης πως ήταν καλύτερο να εκμεταλλευόμαστε υπάρχοντες χώρους παρά να στήνουμε ψεύτικους».

Τοιχογραφία της Αθήνας

Οσο για το τρίστρατο που φαίνεται στο φινάλε, αγνώριστο σήμερα, σχηματίζεται από τη συμβολή των οδών Καλλιδρομίου, Πλαπούτα και Τσαμαδού. Η «Στέλλα» αποτελεί μια εξαιρετική τοιχογραφία της τότε Αθήνας.

Υπήρχε ωστόσο και μια μερίδα της κριτικής που δεν καλοδέχτηκε την ταινία: κάποιοι χαρακτήρισαν τον Κακογιάννη ως σνομπ μεγαλοαστό που δεν ήξερε το αντικείμενο το οποίο πραγματευόταν. Οπως λέει ο ίδιος στη βιογραφία του, «ανέφεραν ως παράδειγμα τους στίχους μου "τα παλικάρια παρατούνε τα ζάρια κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά", διερωτώμενοι τι γνώριζα εγώ από τα
παλικάρια, που όλη την ημέρα δούλευαν και δεν έπαιζαν ούτε τάβλι ούτε τίποτα. Γελοίες κριτικές, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, που ξεχάστηκαν εντελώς».

Η «Στέλλα» πήγε στις Κάνες και δημιούργησε σάλο -τότε μάλιστα ήταν που η Μελίνα γνώρισε τον Ντασσέν. Ή μάλλον που έσπευσε αυτός να τη γνωρίσει. Κι έλαβε διθυραμβικές κριτικές.

Η νεότατη τότε Ροζίτα Σώκου στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι με αφορμή την ταινία ο ελληνικός κινηματογράφος συζητήθηκε και θεωρήθηκε επιτέλους υπολογίσιμος παράγοντας στην ευρωπαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή.

Σύμφωνα με την Ελένη Βλάχου, «η "Στέλλα" είναι ένα καλοχτισμένο μελόδραμα που διηγείται με ευφυΐα και αίσθημα την ιστορία μιας ατίθασης, υπερήφανης και αρκετά άτακτης κοπέλας, της «Στέλλας» που ζητεί να συνδυάσει τον έρωτα και την ελευθερία και να βρει μια ευτυχία χωρίς δεσμούς».

Στην περίφημη αφίσα της "Στέλλας", του Κακογιάννη, που φιλοτέχνησε ο ζωγράφος και μάστορας της γιγαντοαφίσας Γιώργος Βακιρτζής, μέσα από έντονες εξπρεσιονιστικές πινελιές τονίζονται ο ερωτισμός, η περηφάνια και η μαγκιά της Μελίνας Μερκούρη.

Την ίδια εποχή, οι γάλλοι ομότεχνοί του προτιμούν να προβάλλουν τη φινέτσα και το πάθος της πρωταγωνίστριας με ένα κατακόκκινο μαντίλι στο λαιμό της, ενώ η ιταλική αφίσα της ταινίας έχει την αισθητική τής Τσινετσιτά.

Ο Γιώργος Πηλιχός συγκέντρωσε αυτές και πολλές ακόμα (479!) αφίσες της Μελίνας σε έναν ογκώδη, πολυτελή τόμο («Μελίνα. Κυριακή για πάντα», εκδόσεις «Κέρκυρα»).

Αντιγραφή από την Πηγή.
Το σχόλιο μου:
Όχι, η ταινία αυτή δεν συνιστά πρόταση ζωής. Είναι απλώς ένα μοντέλο ζωής, που το αναπαριστά, ωραιοποιώντας το, η Τέχνη. Αναμφισβήτητα υπάρχουν πολλά πολύ όμορφα, ποιητικά, στοιχεία στην ταινία αυτή.

 Αν με ρωτήσετε, γιατί δεν αποτελεί πρόταση ζωής, θα σας απαντήσω: Μα γιατί δεν γίνεται να επιζήσει κανείς, έχοντας τέτοιους χαρακτήρες, Στην ταινία, φαίνεται να μην επιζούν άλλοι εκτός από εκείνους που ζούν για να φοβούνται (κι έτσι να δικαιώνουν) ή για να υπηρετούν τους "αντάρτες" της ζωής! Αυτούς  που αποδρούν από το να "γεννήσουν" έναν ελεύθερο, δηλαδή έναν υπεύθυνο άνθρωπο.  Έναν άνθρωπο που δεν χρειάζεται θύματα για να δείξει το μεγαλείο" του, και που ενδιαφέρεται -το ίδιο πολύ- και για την ελευθερία του άλλου.

Η πρωταγωνίστρια παρουσιάζεται (όχι στην ταινία, αλλά στην Πηγή) ως άνθρωπος που ήθελε να προστατέψει τη σχέση της με τον πλούσιο νεαρό (Α. Αλεξανδράκης), από κάθε φθορά.

Δεν μπορεί όμως να υποστηριχθεί το ίδιο για την σχέση της με τον νεαρό ποδοσφαιριστή (Γ. Φούντας), γιατί η σχέση τους ήταν στο ξεκίνημα. Και φαίνεται πως εκείνο που ήθελε ήταν μάλλον να  διατηρήσει τα κεκτημένα της, και για τούτο, ήταν αποφασισμένη να μπεί ακόμη και στην κόλαση. Και μπήκε.  Γιατί αυτό θαρρούσε πως ήταν η ελευθερία της. Μαζί της και ο τυφλός από έρωτα Μίλτος. Γιατί αυτό θαρρούσε πως ήταν η αγάπη. Ήτανε τέτοια, πράγματι, η αγάπη του για κείνην. Πάθος-Φωτιά, θάνατος. Όπως όλα τα πάθη. Ερωτας. Όπως πάντα, στον έρωτα. Όπου ο αγώνας γίνεται για την επικράτηση και την απόκτηση της (ιδίας) βεβαιότητας και της (ιδίας) ευτυχίας. Αγώνες χωρίς κανένα δίδαγμα ζωής. Γιατί στο κέντρο αυτών των δρωμένων υπάρχει όχι ένας, αλλά πολλοί εγωϊσμοί.

[Δίδαγμα για τον παθόντα είναι η ήττα του. Στην ήττα που πεθαμένου, το δίδαγμα το παίρνουν οι θεατές των αγώνων του. Που μπορεί να θέλουν να τον ξεπεράσουν σε εγωϊσμό και θα προσπαθήσουν τα ίδια με μεγαλύτερη ένταση, ή που θα μάθουν από αυτήν την ήττα και θα αλλάξουν τα προτάγματα του αγώνα τους].

Εδώ όμως, τελειώνουν όλες οι ασύδοτες, οι ανεύθυνες και -γι' αυτό- εγκληματικές, ελευθερίες που είναι πάθη. Γιατί υπάρχει και η ελευθερία που είναι απαλλαγή από τα πάθη. Υπάρχει η ελευθερία της επιλογής του αγαθού, που τίθεται πάνω από όλα. Η ελευθερία της δημιουργίας, της ωφέλειας, της ευεργεσίας, της παραγωγής, της τέχνης και της τεχνικής. της πραγματοποίησης του εφικτού και του αναγκαίου, όχι του ιδιοτελούς και προσωρινού, του επιφανειακού, και άμεσα αναλώσιμου. Ποτέ μια ζωή δεν πρέπει να αναλώνεται. Και το "πρέπει" το ορίζει η ανθρωπιά κι η μοναδικότητα της ζωής του Ανθρώπου κι όχι η "αυθεντία του εγωϊστή". Καλό είναι να γνωρίζουμε πως "Άνθρωποι" ειναι και οι άλλοι, κι όχι μόνο εμείς! Ή τουλάχιστον πως εμείς είμαστε "Άνθρωποι", όσο είναι και οι άλλοι.

Οι αγώνες της φύσης για τη συνέχειά της, μπορεί να είναι- ή να μας φαίνονται- άλογοι, παράλογοι, ανεξήγητοι, ακατανόητοι  κι αυτόματοι. Εκεί δεν μπορεί να παρέμβει ο άνθρωπος, η λογική του κι οι στόχοι του. Αλλά, οσάκις η φύση και η βιολογία (του ενστίκτου), γίνεται όχημα για να περιβληθεί "τον μανδύα της φυσιολογίας" ο εγωϊσμός μας, η μοναξιά και ο αυταρχισμός μας, τότε αυξαίνει η εγωκεντρικότητα και η ανοησία μας, η αυθαιρεσία και η υποκρισία μας. Άλλο πράγμα το (φυσικό) ένστικτο της αυτοσσυντήρησης κι άλλο πράγμα η ερωτική άγρα και η υποταγή στον ερωτισμό. Το πρώτο έχει νόημα και ημερομηνία λήξης, το δεύτερο είναι νοοτροπία, ηθική, επαγγελματική, ψυχική. [Είναι μονομανία και εμμονή. Το πρώτο ανήκει στη φυσιολογία του όντος, το δεύτερο στην παθολογία του].

Όμως, οι αγώνες του ανθρώπου για την ευτυχία, την επικράτηση ή την αναγνώρισή του δίδονται σ' ένα στίβο, όπου η αντιπαράθεση γίνεται με ανθρώπους κι όχι με πέτρες. Με ανθρώπους που μπορεί να τους γνωρίζουμε ήδη, και να έχουμε συνυπάρξει ως φίλοι, αδέρφια, συνάδελφοι, συμμαθητές. Η παιδεία κι ο χαρακτήρας του καθενός θα σταθούν κρίσιμοι παράγοντες για το είδος της αντιπαράθεσης. Την ένταση, και τις συνέπειες.

Συνεπώς, σήμερα, δηλ. στην εποχή της διπλωματίας, των συμβάσεων, των συμφωνιών και της συγκατάνευσης στα πάντα, την εποχή της συντονισμένης κι επίμονης επιδίωξης να καταρριφθεί κάθε άρνηση κι αντίσταση για λόγους διατήρησης της ιδιοπροσωπίας, αυτή η ταινία, όχι, δεν αποτελεί πρόταση ζωής. Για τον ίδιο λόγο που "αποπέμφθηκε" και  ο "παίκτης" Βαρουφάκης, από τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους, στην υπόθεση εξευτελισμού και χρεωκοπίας -δια χιλιοδανεισμών- της πατρίδας μας. Κι ας μην κακοκολογούμε και υποτιμούμε "τον πλούσιο γάμο". Όλοι αυτόν επιδιώκουν. Μάλιστα χρησιμοποιούν την ίδια ορολογία! Κι εννοούν ακριβώς το ίδιο πράγμα: την συνένωση δυο ευκαιριών: της ικανότητας με τη δυναμικότητα, της ελκυστικότητας με την κτησιμότητα, της οικονομικής άνεσης με την επωφελή επένδυση κλπ. αντίστοιχα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον  "επαχθή" γάμο: Που -στις μέρες μας- δεν τελείται, προκειμένου να μην απολεσθούν ίδιοι πόροι (χήρες  συνταξιούχοι που ένας νέοςγάμος θα τους αποστερούσε τη σύνταξη την οποίαήδη λαμβάνουν, ή ακόμη και ...φεμινίστριες! κατά τα άλλα συνταξιούχοι, που είναι  θυγατέρες μπαμπάδων που ήσαν μεγαλο-δημοσιοϋπάλληλοι!)

Δεν βάλλεται η υποκρισία και η συνωμοσία κέρδους, αλλά η ανάγκη και η οικονομία. Βλέπετε, οι άρπαγες ήσαν πάντα συνασπισμένοι και δικαιολογημένοι, γιατί είχαν πάντα την εξουσία και τα μέσα στη διάθεσή τους. Βάλλεται σύμβαση από ανάγκη (ακόμη κι αν πρόκειται για γάμο, και δεν βάλλεται ο "γάμος" από πλεονεξία!

Οι "ιδιωτικής χρήσης" εγωϊσμοί δεν έχουνε πια λόγο ύπαρξης στη δημόσια ζωή. Γιατί έτσι χάσαμε την ζωή και την αξιοπρέπειά μας, αγωνιζόμενοι μέχρι θανάτου για την ασυδοσία μας! Πολίτες και κυβερνήτες. Εμείς βαυκαλιζόμενοι με τα περί ελευθερίας και της κοινωνικής προόδου μας, κι εκείνοι ανελλιπώς προωθούντες τα ίδια συμφέροντα: "χρήση και κάρπωση, παραμονή τους και διαιώνισή τους στην εξουσία" με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και κάθε τόσο εκβιαστικά, ψευδή κι απατηλά προεκλογικά  διλήμματα; ή εγώ ή ο  θάνατος και η καταστροφή!

Οι γόητες της πολιτικής, που αφήσανε πίσω τους ρημαδιό, ανεκπαίδευτους για πολίτες κι  ανάγωγους για πολιτικούς, αμόρφωτους για ειδικούς, κι ανεύθυνους για υπεύθυνους, που βοήθησαν τα δικά τους παιδιά και όχι τους αποσυνάγωγους -ως πολιτικούς αυτών εχθρούς- υπόλοιπους, καιρός είναι να μας αφήσουν την σκηνή, για να παίξουμε το έργο της ζωής μας, δημιουργικά, αληθινά, με συμμετοχή όλων όσων θέλουν, γνωρίζουν και μπορούν. Και τούτο δεν είναι εγωϊσμός. Είναι ανάγκη γαι την επιβίωση των κοινωνιών μας. Δεν επιτρέπεται να εκχωρούμε τις ζωές μας, για να ασχημονούν στο μέλλον και τις προοπτικές μας,  δημαγωγοί άρπαγες της εξουσίας. Πρέπει να τους πείσουμε πως είμαστε αγωνιστές της ζωής και της δημιουργίας, κι όχι του θανάτου.

Ο έρωτας και η αγάπη προς το ωραίο δεν είναι αναλώσιμα, ούτε εγωϊστικά. Δεν είναι αποκλειστικά. Είναι ενωτικά και πανανθρώπινα.

Κι είναι το ίδιο συναρπαστικά, όπως και ο έρωτας προς ένα πρόσωπο που αξίζει τον έρωτα, την αφοσίωση και τη ζωή στη σκιά και την πνοή του. Γιατί αυτό είναι ελεύθερη επιλογή μας και μας τιμά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου