Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Η "ελευθερία" του... ολοκληρωτισμού!

Image result for εικόνες bullying


Παρακολουθώ κάποιες φορές στα δελτία ειδήσεων, και βλέπω που πολλές φορές κάποιοι -συχνά κυβερνητικοί- βουλευτές μιλάνε διαρκώς, σαν να θέλουν να πάψει ο ομιλητής που είχε ήδη αρχίσει -πριν από αυτούς- να μιλάει, ή σαν να θέλουν να μην ακουστεί αυτό που λέει.

Πόσο κακόγουστο, αντιδημοκρατικό, απογοητευτικό και προσβλητικό για τον ακροατή είναι αυτό το συνήθειο! Κι όχι μόνο. Πόσος αυταρχισμός, απαιδευσία και αλαζονεία του ομιλούντος! Πόση περιφρόνηση στο πρόσωπο του θεατή!

Βέβαια αυτό, δεν διαφέρει από  την στάση μιας ομάδας που -συνήθως ανήκει στην αριστερά, κυβερνητική ή όχι, δεν έχει σημασία και - εισβάλλει στο χώρο συνεδρίασης ενός (για παράδειγμα πανεπιστημιακού) συλλογικού οργάνου, στο οποίο δεν επιτρέπει να συνεδριάσει, να συσκεφθεί και να αποφασίσει.

Μια ενδιαφέρουσα διακήρυξη που ακούγεται τελευταίως είναι τα περί τέχνης και αριστεράς… Η τέχνη σε ένα "στούντιο προπαγάνδας", μ' ένα παραληρηματικό πολύωρο μονόλογο, μοιάζει πολύ λίγο με τέχνη. Πιο πολύ μοιάζει με στράτευση και καθοδήγηση. Η τέχνη θέλει και κάτι άλλο. Εκείνο το κάτι άλλο που είναι περίσσευμα  στη φροντίδα, την επιμέλεια, την αγάπη, τη «δωρεά ψυχής» του καλλιτέχνη, μια προσφορά που δεν χωρίζει, αλλά ασχολείται με τα πανανθρώπινα πάθη και τις πανανθρώπινες θεραπείες. Η σάτιρα καυτηριάζει τα κακώς κείμενα, όχι τον αντίπαλο του φίλου.

Είναι όλα τούτα το πλεονέκτημα της αριστεράς; Είναι το ήθος της αριστεράς; Είναι άραγε μόνο της αριστεράς; ΄Η μήπως το έχουν ενστερνισθεί όταν τους εξυπηρετεί κατά περίπτωση – και άλλοι;

Μιλάμε για μια γενικευμένη στάση για «ελεύθερη εκτέλεση» του αντιπάλου. Ή για την από κοινού, από όλους μαζί,  εκτέλεση του κοινού αντιπάλου τους. Μιλάμε δηλαδή για πολιτικό ή κομματικό  bullying,  όπως και για εθνικό  ή ευρωπαϊκό ή οικονομικό bullying.
  
Εδώ και καιρό παρακολούθησα ακόμη, που κάποιοι  επιδεικνύουν μια συμπεριφορά περιφρονητική ακόμη και επιθετική (χειροδικίες, ύβρεις ακόμη και απειλές), να γίνεται αναντίρρητα αποδεκτή. Συμπεριφορά που άγγιζε τα όρια της προσβολής και της εξύβρισης. Τέτοιες συμπεριφορές όταν επιδεικνύονται δημοσία, και μάλιστα ενώπιον αρχών με αρμοδιότητα να την ελέγχουν αυτεπαγγέλτως, θα έπρεπε να ελέγχονται αυτοστιγμεί, γιατί δεν προσβάλλεται μόνο ο συγκεκριμένος προσβαλλόμενος πολίτης, (που μπορεί και να το αξίζει, αλλά που δεν επιτρέπεται να τον "τραμπουκίζουμε" γιατί το σύστημά μας απαγορεύει την αυτοδικία). Προσβάλλεται, κυρίως, ο αρμόδιος θεσμός (Δικαστήριο ή αρχή) δηλ. το κύρος του κρατικού θεσμού.  Πέρα από αυτό,  θίγεται και η εμπιστοσύνη του πολίτη γενικώτερα, προς την Πολιτεία, και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των κρατικών οργάνων. Και θίγεται αυτή η εμπιστοσύνη, γιατί ο πολίτης αντιλαμβάνεται πως συμβαίνει, ενώπιον των οργάνων της Πολιτείας, που είναι αρμόδια για να προστατεύουν  όλους τους πολίτες, κάποιοι να απειλούν κάποιους άλλους και να χειροδικούν εναντίον τους και μάλιστα ατιμώρητα και με την ανοχή των οργάνων. Τι θα κάνει λοιπόν κάποιος που απειλείται όταν δεν προστατεύεται;

Η περιφρονητική στάση προς κάποιους, δεν επιδεικνύεται μόνο από αφελείς και απαίδευτους, από πικραμένους, πονεμένους ή αδικημένους, πράγμα που θα ήταν σε κάποιο βαθμό κατανοητό, αλλά,  πάντως -ούτως ή άλλως- ηθικά απαράδεκτο.

Μια τέτοια στάση είναι ευρύτερα διαδεδομένη και συνιστά συχνότατα πολιτική θέση και πρακτική, πολλών ημεδαπών και αλλοδαπών πολιτικών κατά αντιπάλων τους, σε συνεργασία και με τους  δημοσιογράφους που προωθούν τα προγράμματά τους, επειδή ανησυχούν για τις πολιτικές τους θέσεις, συμμαχίες και στόχους, εξαιτίας των αντιπάλων τους.

Όμως είναι μια πρακτική που εδράζεται σε μια έωλη λογική, φιλοσοφική, ηθική και πρακτική βάση. 

Η παράβαση της αρχής για  σεβασμό της προσωπικότητας του (περιφρονουμένου) άλλου, είναι ανελαστική υποχρέωση, δεδομένου ότι η υποχρέωση σεβασμού είναι αυτοτελής υποχρέωση τήρησης της νομιμότητας και δεν είναι απλώς θέμα κοινωνικής ηθικής, δηλαδή προαιρετική ανταπόδοση ευαρέσκειας.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι ακόμη κι η παράβαση της κοινωνικής ηθικής και της δεοντολογίας,  έχει κι αυτή τις συνέπειές της,  αν και αυτές είναι ηπιότερες και χωρίς δημόσιο αντίκτυπο. [Άσχετα, που πολλοί θα επιθυμούσαμε οι παραβάσειςμας να είναι ατιμώρητες και αόρατες!]

Η παρεμπόδιση ενός συλλογικού οργάνου να συνεδριάσει, να συσκεφθεί και να συναποφασίσει υπό νόμιμη απαρτία και σε αδιατάρακτη -από τρίτους- συνεδρίαση, συνιστά προσβολή της νομιμότητας από εκείνους που παρεμποδίζουν τη δράση του οργάνου και ανοχή της παρανομίας από τους αρμόδιους να ελέγξουν τους παραβάτες. Η Πολιτεία δεν έχει την εξουσία να μην ασκήσει τις τιμωρητικές αρμοδιότητές της, διότι αυτό συνιστά ανοχή της  παρανομίας και εκτροφή καταστάσεων αναρχίας, ανομίας και χάους στις σχέσεις της με τους πολίτες και de facto αχρήστευση των οργάνων της.

Μια τέτοια πολιτική στάση σημαίνει χωρίς άλλο, ότι η Πολιτεία αυτή συναινεί, συντελεί και επιτρέπει τη δημιουργία πολιτών που δεν σέβονται τη νομιμότητα και ασφαλώς, δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη. Ούτε μπορεί η Πολιτεία αυτή να δημιουργεί στους πολίτες της το αίσθημα ασφάλειας και βεβαιότητας ότι θα τους προσατεύσει σε περίπτωση κινδύνου και απειλής. Η Πολιτεία, στην περίπτωση αυτή  βαδίζει προς την αυτοκατάργησή της, με τη συναίνεσή της. Αλλά αυτό σημαίνει ότι η ηγεσία -αν δεν είναι ανόητη- ή είναι ανίσχυρη, ή ασκεί αλλότρια έργα.

Δεν θα τελειώσουμε εδώ. Γιατί το θέμα έχει περισσότερες συνέπειες, έχει κι άλλες όψεις, κι εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους. Γι΄ αυτό θα επανέλθουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου