Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Μια βραδιά κάτω απ' τ' αστέρια...




 

Καλοκαιρινή βραδιά. Κατάστικτος ο ουρανός από ολόφωτα αστέρια. Το μικρό φεγγάρι έχει φύγει από νωρίς. Σ' ένα λιτό δείπνο, είμαστε μια μικρή παρέα. Κι εκεί, για μια στιγμή η Ελένη, χάνεται σ' ένα μελαγχολικό ρεμβασμό.

Χάθηκε σε κάτι παρόμοια βράδια, τότε που ζούσε τις τελευταίες μέρες της μαμάς της.

»Ήτανε μια όμορφη μάνα, μια γλυκειά γυναίκα, μια ωραία γιαγιά. Δεν τη χορτάσαμε. Κανείς μας. Ούτε τα παιδιά της, ούτε ο σύζυγός της. Ούτε κι ο εγγονός της. Μας έφυγε, χωρίς να μας αφήσει, και χωρίς να τη χάσουμε. Η ζωή μας είναι γεμάτη από μνήμες αγάπης και καλωσύνης.

»Είναι κάτι βραδιές, που καθώς κοιτάζω τ' αστέρια, το μυαλό μου ταξιδεύει, ταξιδεύει, μακριά, πίσω στο χρόνο. Ιδιαίτερα όταν δεν έχει φεγγάρι, γιατί τότε τ' αστέρια λάμπουν περισσότερο, και το ταξίδι έχει πιο πολλούς σταθμούς. Κάτι τέτοιες -αφέγγαρες- νυχτιές, τ' αστέρια φωτίζουν, λαμπρύνουν μνήμες, και καταργούν τη λήθη και το σκοτάδι.

»Κι άμα σκιστεί το πέπλο της λήθης, και γίνει να ξεχυθούν τα συναισθήματα που κοιμούνται, η καρδιά γλυκαίνει, καθώς θυμάμαι ν' αποκοιμιέμαι στην αγαπημένη αγκαλιά, ακούγοντας παραμύθια.

»Πέρασε τόσος καιρός! Παιδάκι ήμουνα, και χαιρόμουνα την αγκαλιά της, και τώρα ξανάρχομαι μάνα, και φέρνω το δικό μου παιδί να το βάλω στην αγκαλιά της. Πόσο ευτυχισμένη τη βλέπω ανάμεσά μας, καθώς νοσταλγεί ένα μέλλον που δεν θάρθει για 'κείνην, γιατί είναι άρρωστη. Πόσο χαίρεται την αγάπη μας και τη συντροφιά μας. Πόσο πολύ κάνει το μικρό μου να νιώθει την αγκαλιά της φωλιά! Του μετράει τ' αστέρια, του τα δείχνει, και τα ονοματίζει.

»Κι εκεί, γιατί το ξέρει καλά πως δεν θά 'ναι για πολύ ακόμη καιρό, κοντά στο μικρό της εγγονό, το νιώθω πως ένας κόμπος στο λαιμό, πνίγει τα λόγια της. Αλλά με τη ζέση της ψυχής της, εξηγεί στο μικρό βασιλιά της καρδιάς της, πως η αγάπη νικάει όλες τις αποστάσεις, και πως όταν εκείνη δεν θα 'ναι πια κοντά μας, εκείνος θα μπορεί να τη βλέπει μέσα στο φώς των αστεριών που θα φωτίζουν τον αφέγγαρο ουρανό, όπως τούτα τα καλοκαίρια, στο σπίτι στην εξοχή.

»Και τούτη η μνήμη θαρρείς πως εκτόπισε την πραγματικότητα (της πολύχρονης πια απουσίας της). Πόση γαλήνη, σου δίνει ετούτη η μνήμη. Σε κάνει να θέλεις μνήμες αγάπης πίσω ν' αφήνεις, και  ν' αποφεύγεις κάθε τι που μπορεί να πληγώσει, να λυπήσει και να ματώσει πρόσωπα ακριβά και αγαπημένα. Τους ανθρώπους μας.

»Αφού η παρουσία μας σε τούτον τον κόσμο είναι προσωρινή, άλλο δεν έχουμε από την αγάπη μας για τους άλλους. Και τούτη η αγάπη, είναι ντύμα, είναι ρούχο, είναι αγκαλιά, παρηγοριά και δύναμη. Είναι συντροφιά και συνοδοιπορία. Στην αδυναμία, στη μοναξιά και την τραγικότητά μας....

»Όλα τούτα μού 'ρχονται στο νού, γιατί η μητέρα μου, πέρα από γλυκειά γυναίκα, ήταν μια δυναμική, μια εκρηκτική προσωπικότητα με ιδιαίτερη κοινωνική παρουσία. Όχι μόνο λόγω επαγγέλματος, αλλά κι άλλων δραστηριοτήτων.

»Η δυναμικότητά της προκαλούσε δέος! Ιδιαίτερα στο θέμα της (βαριάς κι ανίατης) αρρώστιας της, που την αντιμετώπιζε σαν να περνούσε μια απλή γρίππη!

»Τώρα πια, δεν ξεχνιέται τούτο το πέρασμα από τη ζωή, τούτη η σκιά,  η προστασία και το παράδειγμα, και δεν χάνεται στη λήθη του χρόνου τέτοιο αρχέτυπο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου