Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Λαογραφικά κι αποκριάτικα

 

Toύτες τις μέρες κάθε χρόνο, θυμάμαι από μικρό παιδί, τις σκέψεις που διχάζανε την καρδιά μου και με κάνανε να νοιώθω ξένη ανάμεσα στα παιδιά που ντύνονταν και χάνανε την όψη και το χαρακτήρα τους για να γίνουνε άλλοι. Τυχαίοι άλλοι, ή εκ προθέσεως άλλοι. Πολύ διαφορετικοί από την πραγματικότητά τους...

Θυμάμαι χορούς και αθώα πειράγματα. Μα κυρίως θυμάμαι ευρηματικότητα στην αμφίεση. Αυτοσχεδιασμοί καταπληκτικοί. Από την ζωή, την καθημερινή, από την σάτιρα σε βάρος εκείνων που αταίραστα μεγαλοπιάνονταν, κι εκείνων που στην πραγματική τους ζωή ήτανε θλιβερές καρικατούρες τραγικών, γελοίων προτύπων.

Όλα ήτανε αστεία, μα την άλλη μέρα παίρνανε την αληθινή τους όψη, κι οι συμμετέχοντες αισθάνονταν πως είχανε πειράξει, στην καρδιά του, το σχήμα το άστοχο. Με φορεσιές που αντιστοιχούσανε σε γνωστές φυσιογνωμίες, και με ελαφρά παραλλαγή, υποδύονταν τον δανδή, τον υπερήφανο, τον αλαζόνα, τον λαίμαργο, τον πλεονέκτη, τον ψεύτη, τον συμφεροντολόγο, τον πονηρό, τον κλέφτη, τον γυναικά, κλπ. Κι όλα γίνονταν κανονικά, όχι σαν οργιαστικό γλέντι, αλλά σαν ένα σατιρικό θεατρικό. Την άλλη μέρα, η πραγματικότητα της ζωής επέστρεφε, κι άκουγες συγγνώμες για την σάτιρα, αλλά είναι σαφές, πως επρόκειτο για μια συγγνώμη που την ζητούσαν μόνο για τα μάτια του κόσμου. Αυτό που ήθελαν να πούν, το είπαν, χωρίς την φυσική συστολή που νοιώθει κάποιος σαν σε κοιτάει κατάματα και θέλει να σου πει βαρειά και πικρά πράγματα.

Σε τούτο το ξεφάντωμα δεν συμμετείχα, γιατί στο σπίτι η κοροϊδία και η υποκρισία δεν ήτανε τρόπος θεμιτός. Ούτε σαν αστείο. Η κοροϊδία πληγώνει. Το θύμα πάσχει. Κι αυτός που κοροϊδεύει, ξεγελάει ή εξαπατά, νομίζει πως είναι εξυπνότερος. Αλλά δεν είναι καλύτερος. Η υποκρισία είναι χειρότερη. Είναι αφροσύνη εκ προθέσεως. Σαν τύχει να πέφτει κανείς στο λάθος που έκρινε και σατίρισε σε βάρος άλλων, τότε παθαίνει τα ίδια, και ταπεινώνεται, εξευτελίζεται ή προσβάλλεται και χάνει τον σεβασμό και την υπόληψή του.

Μικρό παιδί δέχτηκα την νουθεσία αυτή, και την αποτροπή της μασκαράτας,
που σε βγάζει από τον εαυτό σου. Mεταμφιέζεσαι αυθαίρετα σε μια μορφή που μάλλον δεν ταιριάζει με την πραγματική σου, προκειμένου να μην αναγνωρίζεσαι, καθώς απευθύνεσαι, παίρνεις ή ζητάς από τους άλλους. Καθώς σατιρίζεις, επιτίθεσαι ή κατεδαφίζεις τον σατιριζόμενο, άνθρωπο, εξουσία ή ιδέα. Αρνήθηκα να είμαι ή να γίνομαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Αρνήθηκα να σατιρίζω με προσωπείο και να κρίνω πίσω από μια μάσκα.

Η αποκριάτικη μεταμφίεση που βλέπουμε στους καρναβαλιστές των διαφόρων εκδηλώσεων, κατέληξε να είναι στολή για έναν ρόλο, ως μέρος ενός ευρύτερου δρώμενου. Εδώ υπεισήλθε και η εμπορικότητα της γιορτής, με την δημιουργία της βιομηχανίας του καρναβαλιού. Δεν είναι κακό αυτό καθεαυτό. Κακό είναι πως η ατομική ευρηματικότητα και η δημιουργικότητα σε κοινωνικό επίπεδο έδωσαν χώρο στην εμπορευματοποίηση. Στην προσχηματική κοινωνικότητα, έναντι της δημιουργικότητας των μελών της κοινωνίας.

Το τέλος του καρνάβαλου βρίσκει την πόλη γεμάτη σκουπίδια, αποχαύνωση μετά την διασκέδαση, κι εξάντληση μετά την τόση υπερκινητικότητα των ανθρώπων.

Οι γιορτές του καρναβαλιού σήμερα στην Ελλάδα, χωρίς να συνιστούν μια πρόταση πολιτισμού, δεν αποτελούν δρώμενο με σχέση προς την παράδοση, ή την προοπτική του λαού και της χώρας. Είναι μια μόδα, φτιασιδωμένη από την παγκοσμιοποίηση, για να εξυπηρετήσει εμπορική κινητικότητα. Άλλη μια εκδήλωση με εμπορικό χαρακτήρα.

Οι μασκαράτες και η σάτιρα ξεκίνησαν από κοινωνίες που το χρειάζονταν. Όπως στην Βενετία, όπου η πόλη είναι περιορισμένη μέσα στα κανάλια της και ο πλούτος που συνέρρεε σ' αυτήν από το ακμαιότατο εμπόριο, έπρεπε να ξοδευτεί στην τέχνη (ζωγραφική μέσα κι έξω από τα σπίτια) και στην αλλαγή του καθημερινού σκηνικού στην ζωή των ανθρώπων, αλλάζοντας προς στιγμήν δουλειά, φορεσιά, εραστές κι αγαπημένους, κάτω από μια μάσκα.

Τέτοιες μασκαράτες και γιορτές, είναι άσχετες και προς τις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές που είχαν έντονο φυσικό συμβολισμό, αλλά και τις εκδηλώσεις με τις πομπές που συνέρρεαν στα Ιερά προς τιμήν των Θεών των αρχαίων Ελλήνων. Είναι άσχετες και προς τις λιτανείες των ιερών εικόνων και λειψάνων στις σημερινές θρησκευτικές μας γιορτές, όπως και προς τις παρελάσεις μας στις μεγάλες μας εθνικές μας γιορτές.

Η συνένωση τελευταίως στην Ελλάδα τοπικών εορτών και δρώμενων και του καρνάβαλου, έχει έντονα εμπορευματικό χαρακτήρα και απαλείφει την ουσία της παράδοσης, αφού καταλήγει σε έναν ευκαιριακό συνεορτασμό αντίθετων ή αυτοαναιρούμενων νοημάτων.

Απόκριες είναι η θρησκευτική ονομασία μιας περιόδου νηστείας και αποκοπής από την κρεωφαγία, που συνεπήρε και τον εορτασμό εποχικών ή συμβολικών δρώμενων. Μα πρόσφατα, οι απόκριες μετονομάστηκαν ως καρναβαλικές γιορτές, κι ενώ η ιταλική λέξη carne (από την οποία μπορεί να έλκει την καταγωγή της η λέξη καρνάβαλος) σηματοδοτεί το κρέας (και μάλλον υπολανθάνει ο αποχαιρετισμός στην κρεωφαγία), η ξενομανία μας, απέκοψε από την έννοια της λέξης, τον χαρακτήρα της νηστείας, και μετέτρεψε τις απόκριες σε καρναβαλικές γιορτές, δηλαδή σ' αυτό που γίνεται σήμερα με τους ξέφρενους χορούς, τις παρελάσεις και τα μασκαρέματα.

Στα μικρά μου χρόνια, πέρα από τις -κλασσικές και τρόπον τινα θεατρικές- μεταμφιέσεις, τις μέρες αυτές, θυμάμαι τα αγόρια να πετάνε χαρταετούς, να ανταγωνίζονται και να χαίρονται τα ύψη, τα χρώματα, τις δαντελωτές ουρές των χαρταετών και τον κυματισμό τους, τα πλήθη που σκίαζαν τον ήλιο, τις άτυχες πτώσεις, το μπέρδεμα, τις καλούμπες. Το καμάρι των αγοριών και το θαυμασμό των κοριτσιών.

Θυμάμαι, εκδρομές σ' όμορφα μέρη της εξοχής, όταν βγαίναμε την Καθαρή Δευτέρα -μέρες πρώϊμης άνοιξης- να μαζέψουμε τα πρώτα λουλούδια της εποχής. Ανεμώνες και πολύχρωμα κρινάκια, ακόμη κι όψιμα κυκλάμινα. Πότε με ουρανό συννεφιασμένο, πότε με ηλιόλουστη και φωτεινή μέρα, προμήνυμα της άνοιξης και της επερχόμενης Πασχαλιάς.

Εκτός από τη βόλτα στο ποτάμι, άλλη όμορφη βόλτα, ήτανε στην Κυανή Ακτή, από τις παραθαλάσσιες θίνες, ν' αγναντεύουμε τη θάλασσα, λαμπρό καθρέφτη του καταγάλανου ουρανού, που θάμπωνε τα μάτια, ήσυχη, αρυτίδιαστη, μια τεράστια αγκαλιά που μας περίμενε. Κι άλλοτε, μουντή εικόνα του ουρανού, ή και θυμωμένη, με τ' αφρισμένα κύματά της, να χτυπάνε τους κορμούς των δέντρων που η χειμωνιάτικη αντάρα είχε ξεβράσει στο γιαλό. Παρόχθια ή περιβολίσια δέντρα, που το ποτάμι είχε τραβήξει στο μανιασμένο πέρασμά του μέχρι την θάλασσα. Θεριά τούτοι οι κορμοί κοίτονταν γυμνοί, ξεφυλλιασμένοι, με σπασμένους βραχίονες και κλαδιά, πεταμένοι, πεθαμένοι, μεγαλοπρεπή κουφάρια, μισοχωμένοι στην άμμο.

Ο δρόμος του γυρισμού από μια τέτοια βόλτα, είχε πάντα μια θλίψη. Πόσες να κλείσουν τα μάτια, εικόνες της φύσης. Τέχνη χωρίς τεχνίτη, ομορφιά χωρίς όρια, γαλήνη απόλυτη και αδιατάρακτη. Για τον άνθρωπο μέτρο, κι ο άνθρωπος γι' αυτήν ο προορισμός.

Πώς να γινόταν ξανά μια τέτοια ώρα, μια τέτοια αίσθηση, κι η φύση να 'ναι τόσο όμορφη! Και τα μάτια, πώς να γινόταν να κρατούσαν για πάντα αυτήν την ομορφιά, ακόμη κι όταν έχει χαθεί από μπροστά τους για πάντα!

Η νέα εποχή πολύστεψε τα μέσα. Και λιγόστεψε τους τρόπους για να απολαμβάνουμε το ωραίο, το φυσικό, το απλό, το απέριττο, και να κρατάμε στο νού τα πολύτιμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου