Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Νόστος


 
Καθώς ο χρόνος κυλάει, κι η απόσταση από το γενέθλιο τόπο παραμένει, εκείνη της αποδημίας προς το μέλλον, η τρύπα στην καρδιά χαίνει χάσμα απλήρωτο, μ’ όσα ανταλλάγματα. Ο νόστος, που αποζητά «καπνόν αναθρώσκοντα» συνταράσσει την ψυχή, την πληγώνει αλλά και την αναζωογονεί.

Δεν αρκούνε πια οι σπουδές και η γνώση.
Δεν αρκούν οι χαρές κι οι αγάπες.
Δεν αρκούν τα ταξίδια κι οι καινούργιοι οι τόποι,
Οι δουλειές και το χρήμα.
Όλα σάβανο των ονείρων εγίνανε
Ζωντανούς να φυλάξουνε μνήμα.

Πάντα νέος γυρίζεις,
Πάντα στο όνειρο ζείς,
Κι όσα ήθελες πήρες
Μα φτωχός επαιτείς,

Εκείνες τις άνοιξες
που εσύ δεν τις είδες,
Πρωϊνά, δειλινά,
Καλοκαίρια ζεστά, φωτεινά,
Όλα εκείνα που άχαρες τα πήρανε μοίρες
Κι άδεια αφήκαν τα μάτια,
σκοτεινή την καρδιά.

Το χλιαρό το φθινόπωρο,
Ποτέ δεν το σκέφτηκες
Της ζωής αναβαθμό,
Της ζωής προεικόνισμα.
Και για τούτο κατάπληκτος
Πουθενά δε θε νά ΄βρεις
Μιας μονάχα στιγμής θλιβερό αναπαμό.

Το θέλεις τόσο πολύ παιδί να γενείς
Το τόπι να παίζεις στην πίσω αυλή
Και να μην σταματάει
Γλυκά να καλεί της μάνας φωνή

Μα, κανείς πια για σένα
Φωνή δεν θα υψώσει
στοργικά να καλεί!
Μοναχός σου θα γείρεις
Σ’ αγκαλιά
που η φαντασία σου φτιάχνει
για ζεστή μια φωλιά.

Κι εκεί μέσα γλυκά θε να κλάψεις
Την παλιά ομορφιά, τη στοργή,
Την αγάπη που πήρες,
Πανοπλία και δύναμη !

Σα στον κόσμο θα βγείς
Πειρατής και Κουρσάρος,
Ή του πόνου γιατρός
Και ψυχής λαξευτής,
Να μπορείς να σταθείς.

Του ανθρώπου είν’ από πάντα γραμμένο
Ξένος παντού να διαβαίνει.
Και μονάχα δικό του
Ένα σπιτάκι, μικρό τόσο δα.
Η καρδιά μες στα στήθεια!
Να χτυπά, κι εκεί μέσα να μένει.

Τόπους του κόσμου αδιάβατους,
Απόξενους κι άγνωρους ,
σκοτεινούς μα και άβατους
Μονάχη η καρδιά, τους διαβαίνει
Άμα θέλει μ’ αγάπη να ζήσει!
Τι έτσι το κακό λιγοστεύει,
Και μαζί, της ψυχής την ειρήνη αυξαίνει.

Της καρδιάς μου πατρίδα!
Σαν τον ήλιο σου,
ήλιον άλλον δεν είδα!
Τα βουνά, τις πλαγιές τους,
Τις πηγές, τα ποτάμια,
Την απέραντη θάλασσα
Περιβόλια, σπαρτά,
Ουρανό και το φώς σου!

Ω! ψυχή μου!
Άνοιξε για όπου θες τα φτερά,
Μα εδώ, παραδώσου!
Σημειώσεις: (1) Η εικόνα του σημειώματος είναι λεπτομέρεια από τον πίνακα «Η Σπάρτη με τον Ταΰγετο», 1840/1841, 161,9 x 205,8 εκ. Στη Νέα Πινακοθήκη (Neue Pinakothek) του Μονάχου βρίσκονται δύο μεγάλοι πίνακες(-τοιχογραφίες) που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ‘πανόραμα’ του τοπίου της Σπάρτης. Είναι ζωγραφισμένοι από τον Καρλ Ρότμαν, έναν από τους γνωστότερους τοπιογράφους των μέσων του 19ου αιώνα, και επίσημο ζωγράφο του βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α΄. Αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη, ή τουλάχιστον την πιο προβεβλημένη στην εποχή της, ζωγραφική απεικόνιση του τοπίου της Σπάρτης. Και ανήκουν σε ένα από τα πιο σημαντικά σύνολα στην ιστορία της τοπιογραφίας: σε μια σειρά τοπίων που μετέφερε το ‘ταξίδι της Ελλάδας’ όχι σε ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, αλλά μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη πινακοθήκη (πηγή).
(2) Το παρον σημείωμα αποτελεί αναδημοσίευση παλαιότερης ανάρτησης, αφιερωμένη -τούτη τη φορά- στον  Γιάγκο Αποστολάκο, μια ψυχή που έρχεται και ξανάρχεται από την άκρη του κόσμου, στον γενέθλιον τόπο, κι αντλεί και αφήνει χαρά και γαλήνη. Αγαπημένη ψυχή, από 'κείνες που η γνωριμιά έχει γίνει πρίν από την συνάντηση. Δεσμοί που χτιστήκαν χωρίς δοσοληψίες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου