Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Το κουδούνι του σχολείου ξαναχτυπάει. Τί μνήμες!




Άνοιξαν και πάλι τα σχολειά και τα παιδιά ξαναμαζεύτηκαν στις αυλές των σχολείων. Παλιοί φίλοι  ξανασυναντήθηκαν, κι οι νέοι μαθητές θα βρούν φίλους και συντροφιές για να μοιράζονται τις ώρες  και τις αγωνίες του σχολείου.

Γυρίζω πίσω σε χρόνια περασμένα, τότε που μικρό παιδάκι, πήγα κι εγώ για να καταταχτώ στους ανήσυχους που μαθαίνανε τα θαυμαστά του κόσμου. Στους ανήσυχους που «πράγματα- σπουδάγματα» θα γέμιζαν τα κενά και νέα κενά θ' ανοίγονταν στον κόσμο του απείρου και του αγνώστου.

Εκείνα τα χρόνια, το σχολειό ήταν πηγή ζωής, σημείο συνάντησης, τόπος ελευθερίας για τους ελεύθερους και (ακόμη και τότε) δυναστείας για τους αλαζόνες, τους αδιάφορους και κακομαθημένους. Ήταν και τόπος που διαφόριζε εκείνους που το αγαπούσαν, από εκείνους που τα μυστικά του μέναν κλειστά και ξένα, για λόγους που σαν παιδί αδυνατούσα να καταλάβω. Ακόμη σήμερα, δεν μπορώ να κατανοήσω, πώς μπορεί ένας χώρος με ομηλίκους, με παρόμοιες ανάγκες σε όλα τα επίπεδα, με πολύ παρόμοιες πραγματικές δυνατότητες, να μην είναι χώρος χαράς.

Μονάχα οι μικρότητες των μεγάλων, οι ματαιοδοξίες, οι κακίες, τα συμφέροντα και η καχυποψία ή οι απώτεροι στόχοι τους και οι πολιτικές τους μπορεί να δημιουργούν ανισότητες, αντιπάθειες, αναποτελεσματικότητες και άρνηση για το σχολείο.

Σαν έρχονταν γιορτές και διακοπές, και κλείναν τα σχολεία για λίγες μέρες, ή για το καλοκαίρι, οι παρέες χωρίζαν, τα παιχνίδια μας κι οι παρεϊστικες ανησυχίες μας σταματούσαν. Το κουδούνι του σχολείου σιωπούσε, κι οι αυλές του χορταριάζανε άδειες, απ' το αεικίνητο μελίσσι, που πηγαινοερχόταν στα διαλείμματα, παίζοντας και κυνηγώντας.  Τα παιδιά μαζεύονταν στα σπίτια, κι όλοι μας, ξαναμπαίναμε στις οικογενειακές δραστηριοτητες. Ο καθένας ό,τι μπορούσε έκανε. Μικραίναν οι συντροφιές και λιγοστεύαν οι παρέες. Μονάχα οι γειτονιές γεμίζανε ξεγνοιασιά και παιχνίδια. Τα δικά μου παιχνίδια της σχολικής ηλικίας ήταν πάλι τα βιβλία, των μεγαλύτερων αδελφών μου.

Το πρώτο μου σχολείο, στο χωριό μου, ήταν ένα μεγάλο κτίριο, με αποθηκευτικούς χώρους στο ισόγειο και ένα πρώτο όροφο, με τέσσερις μεγάλες αίθουσες,  (τότε) τρείς για διδασκαλία και μια για τελετές. Ήταν θά 'λεγες χωρισμένο κατά μήκος με έναν εξώστη για κάθε ζευγάρι αιθουσών. Στον έναν εξώστη, στέκονταν οι δάσκαλοι και από ψηλά θεωρούσαν την πρωϊνή μας συγκέντρωση. Από εκεί μας έκαναν τις ανακοινώσεις που αφορούσαν όλες τις τάξεις. Ο εξώστης είχε  -αμφίπλευρα-  κλίμακες για τη διευκόλυνση του πλήθους των μαθητών να ανέβουν στις δυο από τις τέσσερις αίθουσες διαδασκαλίας. Στην άλλη άκρη ένα άλλος εξώστης, μας ανέβαζε στις άλλες δυο αίθουσες. Αργότερα πολύ, οι δυο εξώστες ενώθηκαν, και ένα πρόστηλο μπαλκόνι σκιάζει τις προσηλιακές αίθουσες απ' άκρη σ' ακρη, όπως φαίνεται εδώ. Όμορφο, όπως είναι στην καρδιά μου, μέχρι σήμερα.

Στις ισόγειες αποθήκες του σχολείου, φυλάσσονταν διάφορα χρήσιμα πράγματα, σκεύη, εργαλεία, έπιπλα ημιτελή ή κατεστραμμένα κλπ.

Σε αυτές τις αποθήκες, φυλάσσονταν και τα εργαλεία μαγειρικής και καθαριότητας. Οι νεώτεροι πρέπει να ξέρουν ότι τα σχολεία δεν ήταν πάντα όπως τα ξέρουν σήμερα. Πρέπει να ειπώ ότι παλαιότερα, όλες οι μαθήτριες από την τρίτη τάξη και πάνω, και οπωσδήποτε όλες οι μεγαλύτερες με τη σειρά, είχαμε την ευθύνη να κάνουμε μερικές εργασίες για την καλή λειτουργία του σχολείου μας. Και όχι μόνο. Πρόφτασα την προετοιμασία και την παρασκευή-διανομή πρωϊνού ροφήματος (ένα ποτήρι γάλα για κάθε παιδί και μια φέτα κίτρινο τυρί).  
Βλέπετε  μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό, είχε ερημώσει, φτωχύνει και ρημάξει η πατρίδα μας. Ακόμη κι οι ξένοι (προφανώς με το αζημίωτο, τώρα το ξέρουμε!) βοήθησαν, έδωσαν. [Ξέρετε για τη φιλοπατρία του αθλητή Στέλιου Κυριακίδη, και την επισιτιστική συνεισφορά που αυτός προκάλεσε;  μπορείτε να μάθετε από εδώ].

Τί εμπειρία όλη αυτή η διαδικασία! Κόπος, δυσκολία, προσπάθεια, καθυστέρηση, ευθύνη, διεκπεραίωση, τακτοποίηση, καθαριότητα, τόσα πράγματα από τόσο μικρά παιδιά! κι όμως γίνονταν!

Άλλο σημαντικό θέμα, η καθαριότητα του προαυλίου! Τί έργο και τούτο! τιτάνιο! για τις μικρές μαθήτριες, που έπρεπε να το σκουπίσουμε κάθε πρωί, ιδιαίτερα το φθινόπωρο, και το χειμώνα, για να μαζευτούν τα σκουπίδια των απρόσεχτων μαθητών και τα άπειρα χλωμά φύλλα του φθινοπώρου που οι ακακίες, τα λουλούδια, και τα δέντρα έρριχναν στο χώμα.  Ένα προαύλιο, σωστό γήπεδο, από πλευράς έκτασης (μα ήταν χρήσιμο τόσο μεγάλο, γιατί ήμασταν πολλά παιδιά. Στα χρόνια μου περίπου 150. Στα χρόνια των μεγαλυτέρων 200!). Εκεί για πρώτη φορά ένιωσα ότι κάθε τι όμορφο έχει ένα κοπιώδες τίμημα.

Ήταν τόσο όμορφο όλο το σχολείο μου, με το προαύλιό του, τον κήπο του, με τις μεγάλες και ψηλοτάβανες αίθουσές του, με τα πολλά μεγάλα παράθυρα, που το φώτιζαν, και το έκαναν ένα τόπο ευάερο και ευήλιο. Το τεράστιο πεύκο του,  γέρικο πια,  κουνούσε νωχελικά τα κλαδιά του. Ανάμεσά τους δεκάδες χελιδονοφωλιές την άνοιξη φιλοξενούσαν τους νέους κατοίκους τους. Τα τιτιβίσματα της χελιδόνας που κουβαλούσε στα μικρά της τροφή, μαζί με τις ψαλιδωτές βουτιές της στον αέρα, ήταν ανοιχτή συναυλία και θέατρο μαζί.

Πιο κεί ο γέρο φοίνικας, πιο ψηλός κι από το  καμπαναριό, κουνούσε στην ανάσα του ανέμου καταφατικά το ανάερο κεφάλι του, που το κρατούσε, με τρόπο θαυμαστό ένας πανύψηλος και λεπτός κορμός, και τούτος έγερνε αριστερά-δεξιά στο φύσημα του αγέρα κι έλεγες πως πάντα έτσι θα τον κουνάει του σχολειού μου το αγέρι και πάντα εδώ θά 'ναι τούτα τα στοιχειά να σημαίνουνε την κίνηση εκείνων που έρχονται κι εκείνων που φεύγουν από την αγκάλη αυτής της φωλιάς. Της φωλιάς που στεγάζει και μορφώνει, της φωλιάς που σπίτωσε και φιλοξένησε  κυνηγημένους και ξεριζωμένους. Αυτής της φωλιάς που γέννησε και φύλαξε τις μεγάλες φιλίες μας για πάνω από μισόν αιώνα τώρα! Μέσα εκεί κουρνιάσαμε αδέρφια μαζί, για χρόνια, μετά της μάνας μας την αγκαλιά, και φίλοι γενήκαμε μ' άλλους, που πορευτήκαμε καιρό πολύ τον ίδιο δρόμο στη ζωή και για πολύ περισσότερο, με κάποιους ακόμη, στη σκέψη, τα αισθήματα, τις ιδέες και τα όνειρα.

Στην άλλη άκρη του προαυλίου ένας τεράστιος ευκάλυπτος, με τα λιγνά και τεράστια κλαδιά του πηγαινοερχόταν ολόκληρος στον δυνατό χειμωνιάτικο  αγέρα. Σ' έναν κεραυνό που βρόντηξε άγρια κι απότομα, ένα μεγάλο κλαδί του τσακίστηκε απ' το βάρος κι απ' το στρόβιλο κι έπεσε στο χώμα. Χτύπησε ένα παιδί, μα ευτυχώς, όχι πολύ σοβαρά.  Υστερα απ' αυτό,  τον κλαδέψανε για να μας προστατέψουν.

Σε τούτη την πλευρά (τη δυτική του προαυλίου) έχουν φυτευτεί από χρόνια τώρα,  δυο τρείς νέοι φοίνικες κι ένα καινούργιο πεύκο. Τα παλιά τα δέντρα, το πεύκο (που ήταν δίπλα στο φοίνικα της φωτογραφίας) και τον ίδιο αυτό το φοίνικα, της εποχής μου, τα πήρε ο χρόνος μαζί του.

Ο κήπος του σχολειού και τι δεν είχε! απ' όλα τα άνθη! Η αισθητική και η συντήρηση του κήπου ήταν έργο των μαθητών υπό τις εντολές και την εποπτεία των δασκάλων. Σήμερα εκείνος ο κήπος έγινε παιδική χαρά για τα νήπια και τα μικρά παιδιά. Εκείνα τα σχολεία είχανε ψυχή. Τη δική μας. Είχανε όνειρα. Τα δικά μας. Οι δάσκαλοί μας, συχνά ήτανε σπουδαίοι άνθρωποι. Κι όσο πιο παλιά, τόσο πιο σπουδαίοι.

Ήταν ένα πολύ όμορφο κτίριο, που η κατασκευή του ήταν δωρεά του Αντωνίου Αποστολάκου, που ήταν και μακρινός θείος της μητέρας μου, Αρετής, το γένος Αποστολάκου. Το σχολειό μου, προς τιμήν του δωρητή πήρε το όνομα «Αποστολάκειο Διδακτήριο». Ένα σχολείο, που για την εποχή του αποτελούσε  κόσμημα (όχι  για την περιοχή, γιατί ο θείος αυτός είχε χρηματοδοτήσει την κατασκευή και άλλων τέτοιων σχολείων στην περιφέρειά μας, αλλά) για ολόκληρη την χώρα. Ακόμη λειτουργεί το σχολείο αυτό. Σ' αυτό πήγε ως μαθητής ο πατέρας μου, και σ' αυτό φιλοξενήθηκαν οι πρώτοι πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής. Ένα κτίριο με ιστορική σημασία, από κάθε πλευρά. Και για μένα, με οικογενειακή σημασία και σχέση.


Τα σημερινά σχολεία δεν φαίνεται νά 'χουνε ψυχή, γιατί δεν έχουνε ανθρώπους που να θέλουνε να μάθουνε κάτι. Ούτε ανθρώπους που να θέλουνε να διδάξουνε ζωή, κι όχι χαρτιά. Δεν έχουνε δασκάλους,  στη γενικότητα, κι όχι στις εξαιρέσεις. Σήμερα τα σχολεία έχουνε συμβούλια, συλλόγους, έχουνε ομάδες  που διεκδικούν την πολιτική καθοδήγηση των μαθητών -από ενωρίς-  προς το λούκι του κομματισμού, για τη συστράτευση στον πολιτικό τους αγώνα, τη διοίκηση, τη διασπορά φωταδιστικών ανιστορικοτήτων.  Πάνε εκεί για να αποκτήσουν  άλλοι πελατεία, κι άλλοι δουλειά. Σπάνια συμβαίνει διδακτικό έργο. Και τούτο με το αίμα κάποιου φιλότιμου Δασκάλου. Συχνά χωρίς μαθητές μ' ενδιαφέρον,  με ενάντιους τους γονείς, κι αδιάφορη την πολιτεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου