Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

3. Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος και το Σύμβολο της Πίστεως


Image result for εικονες πρώτη οικουμενική σύνοδος

Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε 3 1/ 2 έτη, (και κατά τον Γελάσιο, όπως αναφέρει ο Φώτθος) 6 1/ 2 έτη, και απετελείτο από 256 Πατέρες.]

Επι είκοσι περίπου ημέρες η Α' εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος ασχολήθηκε με τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα και έλυσεν μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα,  εκτός από άλλα δευτερεύοντα και το δυσχερέστατο ζήτημα, της αίρεσης του Αρείου,  που προπροσφάτως είχε διαταράξει την Εκκλησία. Η Σύνοδος, καθιέρωσε την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, την οποία παραδέχτηκε -από τότε και μετά- η Ορθόδοξη Πίστη,  με το  "γνωστόν τοις πάσι" θείον και ιερόν Σύμβολον, όπου ο Υιός του Θεού και Λόγος, Θεός αληθινός ανακηρύσσεται ομοούσιος τω Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τω Πατρί, επομένως έχει την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αϊδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα.Το Σύμβολο της Ορθόδοξης Πίστεως διατυπώθηκε, από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο,  ως εξής:

«Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν.
 Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο τα εν τω Ουρανώ και τα εν τη Γη, τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα, και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς
 και εις το Πνεύμα το Άγιον
Τους δε λέγοντας ότι ην ποτε, ότε ουκ ην, και πριν γεννηθήναι ουκ ην, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, η τρεπτόν η αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού, τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Aποστολική Εκκλησία»

Αυτό το Σύμβολον ο μεν Ιεροσολύμων Θεόδωρος το ονόμασεν "πίστεως ορθήν ομολογίαν". Ο δε Ρώμης Δάμασος "τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου". Και για όλη την Εκκλησία αποτελεί τη χαρακτηριστική "σημαία των Ορθοδόξων", που τους ξεχωρίζει από τους ψευδαδέλφους και κακοδόξους.

H λέξη "Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων διότι σύμβολον παρ' αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων".

"Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ', και τον Α' της εν' Αντιοχεία και Συντγμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας".

Τα πρακτικά όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται ούτε Ελληνιστί ούτε Λατινιστί. "Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός -ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος- συνέγραψεν επί Ζήνωνος τω 476".

"Την του Γελασίου συγγραφήν ο μεν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Kυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108)".

Αποτέλεσμα της A' Οικουμενικής Συνόδου, ήταν η οριστική λύση του ακανθώδους θρησκευτικού προβλήματος, που διχοτόμησε την Εκκλησία σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και διατάραξε τη ζωή στην Πολιτεία.
Με την απόφαση της Συνόδου αυτής,  η Ορθοδοξία δέχθηκε το "Ιερόν Σύμβολον της Πίστεως", και  οι αντιδοξούντες εξουδετερώθηκαν θρησκευτικά και δογματικά. Και όλα αυτά χάρη στη στάση του Κωνσταντίνου. Ο  Βασιλιάς απέδειξε οτι έχει "αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Iεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικής αυτού χειρός επικυρωθέντα",  αφού εξέδωκε διατάγματα για την απαγόρευση παρόμοιων ενεργειών και θεωριών σε βάρος της Ορθόδοξης Πίστης.

[Σχόλιο: Αυτός ήταν τότε ο τρόπος για να ρυθμίζονται τα πράγματα . Σήμερα θα ήταν αλλιώς. Αλλά σήμερα δεν θα λύνονταν οι έριδες, απλώς θα ξεφτίζονταν οι αξίες μέσω της πολεμικής και της προπαγάνδας των εναντίων, και θα καταρρακώνονταν οι αλήθειες μέσω της ηθικής και φυσικής δίωξης των πιστών].

H πρώτη εν Nικαία Οικουμενική Σύνοδος με το να αποκηρύξει την διδακαλία του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμό από προφανέστατη διαστροφή. Αυτή είναι η μεγίστη ωφέλεια.  Αν δεν είχε αποκηρυχθεί  ως κακόδοξη και αιρετική, η διδασκαλία αυτή που φαινομενικά ήταν ορθολογιστική, γρήγορα θα μπορούσε να καταστεί η επίσημη  διδασκαλία της Eκκλησίας. Αυτό, παρά λίγο να συμβεί , επί της βασιλείας του Ουάλεντος (οπαδού του Αρείου). Αλλά, η Α' Οικουμενική  Σύνοδος στάθηκε με τις αποφάσεις της προπύργιο κατά των Αρειανικών προσβολών, και διαφύλαξε  τον χώρο της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως.

Στον Σωτήρα Χριστό οφείλουμε την αληθινή γνώση του Θεού, και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο οφείλουμε την υποστήριξη της γνώσης αυτής.

H συγκρότησις της Α' Οικουμ. Συνόδου ήταν Θεόσταλτη απόφαση, για να διαφυλαχθεί τέλειο  το έργο της Σωτηρίας, και λειτούργησε ως ασφαλής θεματοφύλακας που θα το παραδώση στις επερχόμενες γενεές. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες που ανέλαβαν τον αγώνα κατά του Αρείου, κι ο Μέγας  Κωνσταντίνος -και Άγιος Αυτοκράτωρ- κατά θείαν έμπνευση συγκρότησε την Αγία Οικουμ. Σύνοδο. Το Πνεύμα το θείον ήταν εκείνο που έδωσε στους Άγιους Πατέρες στόμα και σοφία, στην οποία δεν μπόρεσαν ν' αντισταθούν ούτε να προβάλουν αντιρρήσεις οι αντιμαχόμενοι αιρετικοί. Αυτό εδίδαξε τους Πατέρες "αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν".


[Παρατίθενται αποσπάσματα, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, εκδοθέν το πρώτον το 1892), αυτούσια για λόγους προσοχής στο δογματικό μέρος ή διασκευασμένα στην καθομιλουμένη για ευκολία και αμεσότητα].

2. Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Οι θέσεις του Αρείου και οι θέσεις των Πατέρων της Εκκλησίας,



(συνεχίζοντας επί της Α' Οικουμενικής Συνόδου...)

Οι θέσεις του Αρείου

Ο κατά του Αρειανισμού αγώνας της Εκκλησίας ήταν λίαν σφοδρός,  διότι η περί Θεού έννoια αυτού δεν είχε απλώς Ιουδαϊκό χαρακτήρα, αλλά  ήταν στην ουσία ανάμιξη Ιουδαϊκών και Εθνικών στοιχείων, και κατά τούτο ο Αρειανισμός απέβαινε λίαν επικίνδυνος.

Ο Άρειος με τη διδασκαλία του "έθετο φαινομένην τινά ενότητα συνάπτουσαν το εν τω Ιουδαϊσμώ και Εθνισμώ ψευδές και αποκλείουσαν το εν αυταίς αληθές. Το μεν εν τω Ιουδαϊσμώ αληθές είναι η μεταξύ Θεού και κόσμου διαφoρά το δε εν τω Εθνισμώ αληθές είναι η εσωτερική ενότης μεταξύ θεότητος και ανθρωπότητος. Τας αληθείας ταύτας αμφοτέρας περιέχει η ορθόδοξος χριστιανική Πίστις".
  • Το εν τω Ιουδαϊσμώ ψευδές είναι ο χωρισμός μεταξύ θεού και κόσμου, 
  • το δε εν τω Εθνισμώ ψευδές είναι η ανάμιξις θεότητος και ανθρωπότητος.
"Ο Αρειανισμός [αποκλείσας το εν αμφοτέροις αληθές] απεδέξατο μόνον το εν αμφοτέροις ψευδές διότι
  • αποδεχόμενος παρά του Εθνισμού την ανάμιξιν θεότητος και ανθρωπότητος 
  • αποδίδει εις την κτίσιν, εις ην κατατάσσει και τον Υιόν, ον θεωρεί ως κτίσμα, θείαν ιδιότητα και καθιστά δημιουργόν του κόσμου και αντικείμενον θείας προσκυνήσεως, 
  • παρά δε του Ιουδαϊσμού αποδεχόμενος τον χωρισμόν μεταξύ Θεού και κόσμου, ήτοι τον Δυισμόν, 
  • θεωρεί την γέννησιν του κόσμου ως όλως τυχαίαν και ούτω η μεταξύ θεού και κόσμου σχέσις στηρίζεται επί αυθαιρέτου λόγου".
Η Διδασκαλία του Αθανασίου και των επισήμων Πατέρων της Εκκλησίας

 Η διδασκαλία των Πατέρων με σοφία συνδυάζει τις δύο αλήθειες, την περιεχόμενη στον Ιουδαϊσμό αλλά και την περιεχόμενη στον Εθνισμό. Στην ανάμιξη των στοιχείων που παρέλαβε ο Άρειος από τον Ιουδαϊσμό και από τον Εθνισμό, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια, που συνίσταται στην ενότητα των στοιχείων της αληθείας που περιέχονται στον Ιουδαϊσμό και στον Εθνισμό. Την γνήσια αυτή περί Θεού έννοια της Χριστιανικής θρησκείας ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού πρώτος ο Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι μεγάλοι Πατέρες, ιδίως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός .

"Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής οτι ο Θεός, ως Θεός ζων, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού. Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού, ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον, προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού, δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν, εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τω Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού, ίνα δε ο Χριστός ήνε πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας, ανάγκη να ήνε ο εν τω Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν, επίσης τέλειος ως ο Πατήρ, διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ' όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν, το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός, διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ' αμέσως μετ' αυτού του Θεού.

"Ο Αθανάσιος και οι μετ' αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να ήναι εν εαυτώ ζων, όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού ό κόσμος".

"'Οθεν κατ' αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ' ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν, διότι κατ' αυτούς ο Θεός είναι αίδιος ζωή και κίνησις. Αλλ' ίνα ήναι ο Θεός αίδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ έξ εαυτού έχει ύπαρξιν"

"Kατ' αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά, εις δε το φως αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να ήναι και ανενέργητος, και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση".

"Eπειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή, είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού, κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν, διότι ο Θεός είναι αίδιος αιτιότης εαυτού, καθ' όσον είναι αίτιον και αιτιατόν, συγχρόνως δε, καθ' όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αίδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον".

Τ(αύτην τ)ην εν τω Θεώ αιτιότητα εαυτού, ης ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τας εν τω Θεώ υποστατικάς διακρίσεις.

"Το μεν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας".

"Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον ο Θεός δεν είναι απλή μονάς διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα ήναι κίνησις και ζωή. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας".

Κατά τον Άγιον Αθανάσιο και τον Ιλάριο"ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ' όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή ως Πατήρ ως αίτιον, ορά εαυτόν εν τω αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι. Όθεν αι διακρινόμεναι εν τω Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον άγιον Αθανάσιον".

" Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού, διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προϋποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τω Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν δια της αγάπης εις τον κόσμον".

"Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν ότι η Μονάς ίνα νοηθή ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα, διότι άλλως ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζων, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι, όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τω αγώνι των Πατέρων της Έκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν".


[Παρατίθενται αποσπάσματα, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, εκδοθέν το πρώτον το 1892), αυτούσια για λόγους προσοχής στο δογματικό μέρος ή διασκευασμένα στην καθομιλουμένη για ευκολία και αμεσότητα].

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Προ-Χριστουγεννιάτικα...


Image result for παραβολή του δείπνου εικόνες 


Αποστολικό Ανάγνωσμα: Επιστολή Παύλου προς Κολασσαείς κεφ. γ 4-11

4 ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ.
5 Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, 6 δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, 7 ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς· 8 νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν· 9 μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ 10 καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν, 11 ὅπου οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός.

Με τ' αναγνώσματα της ημέρας, καλούμεθα να νιώσουμε από τώρα την παρουσία του Χριστού ανάμεσά μας. Καλούμεθα να μην περιμένουμε τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, αλλά να τη φέρουμε εμείς, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες. Αφήνοντας, δηλαδή την καρδιά μας, στην αγάπη του Χριστού, και καταργώντας την οργή, τον θυμό, την κακία, την βλασφημία και την αισχρολογία από τις κουβέντες και την σκέψη μας. Χωρίς υποκρισία και χωρίς ψέμμα, αλλά   ν' αποβάλλουμε  την υστεροβουλία από τον τρόπο μας στ' αλήθεια, και να ομοιωθούμε προς τον Χριστό, που δεν ξεχωρίζει τα πλάσματα του, και που -σε όλα- φέρεται όμοια, και όλα-γι' αυτόν- είναι το ίδιο αγαπημένα.
Ας εργαστούμε, για την αγάπη του Χριστού,  σύμφωνα και με τον Χριστουγεννιάτικο Ύμνο: Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν αθρώποις ευδοκία!
[Δόξα στον επουράνιο Πατέρα, ειρήνη στη γή, κι ανάμεσά μας ομόνοια κι αγάπη!]


Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από το κατά Λουκάν κεφ.  ιδ εδ. 16-24 και από το κατά Ματθαίον κεφ. κβ εδ. 14

16 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.
23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου. 24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.
Ματθαίου κβ-14
14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Σε τούτη την πρόσκληση αγάπης δεν πρέπει προσχηματικά και αφιλότιμα ν' αρνηθούμε. Γιατί η αγάπη, η στοργή, η φροντίδα και η πρόνοια -που έχει ο Κύριος για όλους μας- είναι δωρεές κι η πρόσκλησή του για συμμετοχή μας και απόλαυση όλων αυτών των αγαθών  είναι τιμή στο πρόσωπό μας. Η άρνησή μας θε να ληφθεί σαν τέτοια που είναι: αγνωμοσύνη, ηθελημένη άγνοια κι αδιαφορία. Και πια δεν θα καταμετρηθούμε ανάμεσα σ' εκείνους που αξίζουν για να τύχουν εύνοια, ευλογία, άφεση, δωρεά, επιείκεια, έλεος. Θα βρεθούμε προσκεκλημένοι και μη ανταποκρινόμενοι.   Θα βρεθούμε στο "από δε του μη έχοντος και ό έχει αρθήσεται απ' αυτού". Και τούτο θα είναι επιλογή μας.

1. Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, στη Νίκαια της Βιθυνίας (325 μ.Χ.)

Image result for εικόνες πρώτη οικουμενική σύνοδος 

Με αφορμή τον Άγιο Σπυρίδωνα, που τιμήσαμε τη μνήμη του τούτες τις μέρες, ας αναφερθούμε και στην  Α' Οικουμενική Σύνοδο, που έλαβε χώρα στην Νίκαια της Βιθυνίας, της Μικράς Ασίας, στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Με διαταγή του Μ. Κωνσταντίνου, συγκεντρώθηκαν στην Νίκαια της Βιθυνίας, 318 Πατέρες της Εκκλησίας περί τα μέσα Ιουνίου του 325 μ.Χ. και συγκρότησαν τήν Α' εκκλησιαστική Οικουμενική Σύνοδο. Προϊσταντo ο Αλέξανδρος  Κωνσταντινουπόλεως, και ο γηραιός Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας  που συνοδευόταν από τον νεαρό Σύμβουλο και Διάκονό του, τον Μ. Αθανάσιο.

Τον δε Πάπα Ρώμης Σίλβεστρο και τον διάδοχο αυτού Ιούλιο, αντιπροσώπευσαν οι παρ' αυτού αποσταλέντες πληρεξούσιοι, ο 'Οσιος Κορδούβης Επίσκοπος της Ισπανίας και δύο πρεσβύτεροι, οι Βικέντιος και Βίτων.

Παρέστησαν και οι Επίσκοποι Παφνούτιος, Σπυρίδων, Νικόλαος, Ιάκωβος, Μάξιμος και άλλοι,"κεκοσμημένοι πάντες δι' αποστολικών χαρισμάτων".

Πέρα από τους Επισκόπους, παρίστατο στην Οικουμενική αυτή Σύνοδο, και πλήθος Κληρικών, Πρεσβυτέρων και Διακόνων.

Κατά την πρώτη επίσημη συνεδρία, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εξεφώνησε τον εναρκτήριο λόγο στην λατινική γλώσσα, που αυτοστιγμεί ερμηνευόταν και στην ελληνική. Ανάμεσα σε όσα -ο Βασιλέας- είπε ήταν και ότι "ο της ιεράς ταύτης θρησκείας νόμος εκ των κόλπων της Ανατολής προέκυψεν", κι αποκαλούσε τους λειτουργούς αυτής "αρχηγούς της των εθνών σωτηρίας".

Στη συνέχεια, εξετέθησαν από τον Άρειο και τους οπαδούς του οι γνώμες και οι δοξασίες τους, και αντιπαρατέθηκαν σ' αυτές "γενναίως και λογικώς" οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Η Σημασία της Α' Οικουμενικής Συνόδου.

Για να κατανοηθή η σημασία αυτής της Συνόδου, πρέπει να αναφερθεί "διά βραχέων ο φιλοσοφικός οργασμός των πνευμάτων της εποχής εκείνης, όστις έτεινε να καθυποτάξη το δόγμα εις την γνώσιν, ήτις εζήτει τρόπον τινά να άψηται τη χειρί και, ει δυνατόν ψηλαφήση παν ό, τι ο Χριστιανισμός παρέδιδεν ως μυστήριον και ως δόγμα πίστεως".

Ο Χριστιανισμός αναδείχτηκε σε "σκάνδαλον μεν τοις Ιουδαίοις, μωρίαν δε τοις Έλλησιν", και  -τόσο οι Ιουδαίοι, όσο και Έληνες- πάντες αποζητούσαν "διά των φιλοσοφικών χωνευτηρίων να αναδείξωσιν από θρησκείαν εξ' αποκαλύψεως, εις σύστημά τι φιλοσοφικόν" που περισσότερο ικανοποιεί τις απαιτήσεις μιας φιλοσοφικής τάσης του ανθρώπου που του χαρίζει αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια, παρά ανακουφίζει και υπηρετεί το θρησκευτικό αίσθημα του ανθρώπου.

Οι φιλόσoφοι περιφρoνήσανε τις απαιτήσεις της καρδιάς, που αναπαύεται στο μυστήριο της θρησκείας κι αναζητήσανε τρόπους μέσα από την απόλυτη λογική "να ικανοποιήσωσι τον νουν δι' απολύτου τρόπoυ, υποτάσσοντες αυτώ πάσαν αλήθειαν". Αδιαφορήσανε οι φιλόσοφοι για το ότι υπάρχουν κι αλήθειες, πάνω από την ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε, που "δεν γίνονται καταληπταί υπό του πεπερασμένου νοός του ανθρώπου". Με την αντιληπτική μας ικανότητα προσλαμβάνουμε τις αλήθειες αυτές. Η πραγματικότητά τους μας καταπείθει "και μαρτυρεί περί της υπερφυσικής υπάρξεως αυτών".  Θεληματικά αφελείς μόνο, δεν αντιλαμβάνονται την παρουσία, την ύπαρξη και την ενέργεια της Θείας Οικονομίας στην ζωή τους.

Όλοι αυτοί αγνόησαν ότι ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να γίνει -μονάχα ή κυρίως- φιλόσοφος, αλλά και ον θρησκευτικό.

Αν και φιλοσοφούν, αναδεικνύονται "αφιλοσόφως προς τον άνθρωπον έχοντες", διότι ο άνθρωπος "δεν είναι μόνον νους, αλλά και καρδία" κι οι  δυνάμεις αυτών των "δύο κέντρων αμοιβαίως βοηθούμεναι, αναδεικνύουσι τον άνθρωπον τέλειον και διδάσκουσιν αυτώ όσα ουδέποτε δια μέσου του νοός να διδαχθή ηδύνατο".

Εάν ο νους είναι ο διδάσκαλος του φυσικού κόσμου, η καρδία είναι διδάσκαλος του υπερφυσικού κόσμου, "του οποίου ίσως καθ' ομοίωσιν εγένετο ο αισθητός κόσμος, ούτινος τότε μανθάνομεν τα καθ' έκαστα ακριβώς, όταν δια της καρδίας διδαχθώμεν τα του υπερφυσικού κόσμου", φιλόσοφος άνευ καρδίας, ήτοι άνευ θρησκευτικού αισθήματος, είναι αφιλοσόφητος διότι δεν είδε το καθ' όλου, αλλά το κατά μέρος. (Πόσο όμορφα, κατανοητά, γλυκά και γαλήνια, ο Άγιος Νεκτάριος  μας το είπε: τότε καταλαβαίνουμε τον κόσμο γύρω μας, σαν η καρδιά μας ανοιχτεί και δεχτεί την εντολή του Κυρίου!)

Γιατί, αν ο φιλόσοφος δεν ασχοληθεί με "το καθ' όλου, ήτοι εις την καθ' όλου περί του κόσμου έννοιαν, εν η περιέχεται ό,τε αισθητός και ο υπέρ αίσθησιν κόσμος (διότι ο κατ' αίσθησιν κόσμος είναι το κατά μέρος), ουδέποτε θέλει φθάσει εις το καθ' όλου, άνευ θρησκευτικού αισθήματος διδάσκοντος την εν τω υπερφυσικώ κόσμω ύπαρξιν του καθ' όλου".

Υπό μία τέτοια  έποψη (δηλαδή υπό μερική έποψη), ανέκαθεν, εξήταζε τον χριστιανισμό, τόσο ο Ιουδαϊσμός όσο και η Ελληνική φιλοσοφία.

Ο Ιουδαϊσμός και η Ελληνική φιλοσοφία συναντήθηκαν σε κοινό στάδιο, στην Αίγυπτο και καθένα από αυτά τα κοσμοσυστήματα επωφελήθηκε από το άλλο. Διαμόρφωσαν και τα δυο, διάφορες θεωρίες και φιλοσοφικά συστήματα.

Η Αλεξάνδρεια στο μεταίχμιο τριών Ηπείρων, Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής είχε ιδρυθεί στο κέντρο του αρχαίου κόσμου, και υπήρξε "η εστία ζώσης των ιδεών επικοινωνίας και το γόνιμον έδαφος νέων συστημάτων".

Η Πυθαγόρεια φιλοσοφία, που πριν από πολλά-πολλά  χρόνια είχε περιληφθεί ανάμεσα στα παρωχημένα φιλοσοφικά συστήματα, εμφανίστηκε μετά την έναρξη της τελευταίας προ Χριστού εκατονταετηρίδος υπό την μορφή της Νεοπυθαγόρειας φιλοσοφίας.

"Οι εν Αλεξανδρεία Ιουδαίοι φρονούντες ότι δια της μελέτης της Ελληνικής φιλοσοφίας ενεβάθυνον πλειότερον εις την μυστηριώδη του Μωυσέως σοφίαν, επεδόθησαν εις αυτήν, παρήγαγε δε η επίδοσις αύτη τοιαύτην τινά πνευματικήν κίνησιν, ην συνήθως Αλεξανδρινήν θεοσοφίαν καλούσι, και ης ο χαρακτήρ συνίστατο εις σύγκρασίν τινα Μωσαϊκής θεολογίας και Ελληνικής φιλοσοφίας, ιδία δε Πλατωνικών και Στωϊκών ιδεών τούτο δείκνυται, προδήλως εν τω ωριμωτάτω της Αλεξανδρινής θεοσοφίας προϊόντι, τω του Φίλωνος συγγράμματι, εις ου την μόρφωσιν συνετέλεσεν εξ ίσου η τε Μωσαϊκή θεολογία και η Ελληνική φιλοσοφία".

"Τα φιλοσοφικά συστήματα του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους, και το της Στοάς, ευρόντα εν Αλεξανδρεία διαπύρους θιασώτας, εμβριθώς ηρευνώντο". 

Το φιλοσοφικό πνεύμα, βρισκόταν σε ζωηρό φιλοσοφικό οργασμό, "μη δυνάμενον να αναπαυθή εν τη αποδοχή της διδασκαλίας του Μονοθεϊσμού, του απολύτως υπερβατικώς προς τον κόσμον ευρισκομένου και εν ουδεμιά σχέσει προς τον κόσμον ερχομένου, μηδ' εν τη Πανθεϊστική θεωρία, καθ' ην το θείον απόλλυται εν τη φύσει", και γι' αυτό κατευθυνόταν προς την ανακάλυψη μιας κάποιας μεσαίας αρχής, που να συμβιβάζει εκατέρωθεν την αλήθεια.

Στα χρόνια αυτά εμφανίσθηκε  ο χριστιανισμός, που επαγγελλόταν την πλήρη ικανοποίηση πνευματικών απαιτήσεων. Οι οπαδοί των διαφόρων συστημάτων βρήκαν εδώ τον σύνδεσμο των μονομερών αληθειών του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού, και  εντάχτηκαν σ' αυτόν. Επειδή όμως "ο χριστιανισμός είναι σοφία εξ αποκαλύψεως, δεν αποβαίνει δε καταληπτή καθ' όλου, τοις μέτρω φιλοσοφικώ μετρούσιν αυτήν, διά τούτο δεν εγίνετο ασπαστός καθ' όλου, αλλά κατά μέρο".

Κι επειδή το μέρος δεν μπορεί να ικανοποιήση τις απαιτήσεις του φιλοσόφου, αυτός διαμόρφωνε ένα δικό του φιλοσοφικό σύστημα, στο οποίο πίστευε πως βρισκόταν η όλη αλήθεια.

Αυτό ασφαλώς η Εκκλησία το αποδοκίμαζε, ως αίρεση. Έτσι, σιγά-σιγά διαμoρφώθηκαν διάφορες αιρέσεις, που δεν ήσαν τίποτε άλλο, παρά  φιλοσοφικά συστήματα, που είχαν αντί για το φιλοσoφικό χιτώνα, "την χριστιανικήν αλουργίδα" (είχαν δηλαδή την εμφάνιση"χριστιανικής αυθεντίας". Σαν να λέμε παρουσιάζονταν με το κύρος -το ένδυμα, την πορφύρα- του ρυθμιστή-άρχοντα). Ο χριστιανικός τους χαρακτήρας ήταν απλώς η εξωτερική τους όψη, ουσιαστικά όμως ήταν γνήσια προϊόντα της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η εκτεταμένη ανάπτυξη της διδασκαλίας του Αρείου απέδειξε τον φιλοσοφικόν χαρακτήρα της διδασκαλίας τους.

Συνεπώς, η χριστιανική διδασκαλία, που πρόβαλε  σε μια εποχή πλήρη "φιλοσοφικής ζωής και πνευματικού οργασμού και υφ' απάντων πολεμουμένη", είναι βέβαιο ότι θα διαστρεφόταν και θα αλλοιωνόταν "εάν μη ευθύς εξ αρχής θείαι και ιεραί συνεκροτούντο Σύνοδοι και τας ετεροδιδασκαλίας αποτελεσματικώς μη απέκλειον της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας, και Σύμβολα, και Δόγματα, και Κανόνας, και Διατάξεις μη συνέταττον προς φρούρησιν και διατήρησιν της καθαρότητος και αγιότητος αυτής". Και αυτό έγινε.


[Παρατέθηκαν αποσπάσματα, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1892), αυτούσια, για λόγους προσοχής στο δογματικό μέρος ή διασκευασμένα στην καθομιλουμένη, για ευκολία και αμεσότητα].

Άγιος Σπυρίδων, Επίσκοπος Τριμυθούντος


Image result for εικόνες αγιος σπυρίδων 

Και σήμερα,  μνήμη του Αγίου Σπυρίδωνα! Πώς να ξεχάσω τον Άγιο τούτον, που τόσες φορές μου παραστάθηκε, είτε με συνώνυμο καλό φίλο, είτε με θαυμαστή συνδρομή στην προσευχή μου, είτε και με συναπάντημα συνώνυμης ωραίας ψυχής!

Γεννήθηκε στην Άσσια της Κύπρου, από εύπορη οικογένεια και ήταν βοσκός. Παντρεύτηκε αλλά έχασε ενωρίς τη συμβία του και παρηγορήθηκε με τη χειροτονία του και την αφοσίωση στη χριστιανική διδασκαλία.

Ο Άγιος Σπυρίδων που τη μνήμη του σήμερα τιμούμε, βρέθηκε κι αυτός, όπως κι ο Άγιος Νικόλαος, ανάμεσα στους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, το 325 μ.Χ. στη Βιθυνία της Μ. Ασίας. Για τούτο και μόνο του χρωστούμε, οι Έλληνες κι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ξεχωριστή χάρη κι ευγνωμοσσύνη.

Με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του, στην Α' Οικουμενική σύνοδο, συμμετείχε και "κατατρόπωσε" τους Αρειανούς. Έτσι,  αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ' το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Καὶ τοῦ Υἱοῦ», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.

Στην Κέρκυρα, όπου φυλάσσεται, το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο, για τ' αλησμόνητα και σωτήρια θαύματα του Αγίου. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.

Για τη ζωή και το θάνατο του Αγίου Σπυρίδωνα, πολλά περισσότερα, στον Ορθόδοξο Συναξαριστή. 

Ο Άρειος

Ο Άρειος, γεννήθηκε στη Λιβύη και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια. Η πολύπλευρη (ανάμεσα σε άλλα και φιλοσοφική)  μόρφωσή του, αλλά και η δεινότητά του, όχι μόνο η επιστημονική αλλά και η περί των θείων Γραφών, τον έκαναν πασίγνωστο αλλά και αξιοσέβαστο.

Χειροτονήθηκε, από τον Επίσκοπο (Αλεξανδρείας) Πέτρο, διάκονος της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Από τότε και μετά, αποκαλύπτεται ο ισχυρός και εμμονικός χαρακτήρας του. Άρχισε να αντιτίθεται ακόμη και στον Επίσκοπο Πέτρο σε ζητήματα Εκκλησιαστικά και κυρίως δογματικά και διαμαρτυρήθηκε, εναντίον  του  Επισκόπου του, για τα μέτρα που αυτός έλαβε. Για το λόγο αυτόν απεπέμφθη από την Αλεξάνδρεια.

 Όταν  μετά  από καιρό, απεβίωσε ο Πέτρος και τον διεδέχθη ο  -διακρινόμενος για την πρότητα των τρόπων του- Αχιλλάς, ο Άρειος ζήτησε από την Εκκλησία συγγνώμη και έγινε πάλι δεκτός από αυτήν και το  212 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος.

Το περί τριαδικού Θεού δόγμα του Χριστιανισμού, το οποίο από τον καιρό που διατυπώθηκε "σκανδάλισεν Ιουδαίους και Έλληνας", και δημιούργησε αιρέσεις και έριδες, παρέσυρε και το ορμητικό κι ανήσυχο πνεύμα του Αρείου, που δυσφορούσε για τον ανυπέρβλητο φραγμό του δόγματος, κι αναζητούσε, [με την ελευθερία του πνεύματος που αγαπά να ξεπερνάει τα διλήμματα και να υποτάσσει τα πάντα στον ίδιο έλεγχο και στην ιδία εξουσία], τρόπο ν' αρνηθεί τη δογματική τριαδικότητα του θεού, έτσι ώστε απόλυτα ελεύθερος και ανεμπόδιστος να εισχωρήσει στα βασίλεια των μυστηρίων για να τα ερευνήσει.

Ο Άρειος αφού μελέτησε πολύ καλά τις θεωρίες της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής Σχολής κράτησε από αυτές  όσα ταιριάζανε με εκείνα που ο ίδιος πρέσβευε, και τα διαμόρφωσε σε μια δική του θεωρία, μαζί και με όσα είχε προσλάβει και από πνευματικούς ανθρώπους (Ωριγένη Λουκιανό, Μελέτιο κλπ) των οποίων είχε ενστερνισθεί απόψεις και διδαχές.

Στη συνέχεια, για τη  διάδοση και την επικράτηση της διδασκαλίας του, ο Άρειος  συνέταξε διάφορα άσματα και ποιήματα και τα μοίρασε στον λαό. Η διδασκαλία του βρήκε απήχηση σε πολλούς, τόσο μεταξύ των κληρικών, όσο και ανάμεσα σε λαϊκούς. Από αυτούς άλλοι θεωρούσαν πως η γνώμη του Αρείου ήταν σωστή, κι άλλοι πως δεν μπορούσε να βλάψει την αληθινή πίστη και το  δόγμα για την τριαδικότητα του Θεού.

Η διδασκαλία του Aρείου.

Ο Άρειος δογμάτισε ότι "ο υιός και λόγος του Θεού είναι μεν προ παντός χρόνου, αλλ' ουχί και υπάρχων, «ην ότε ουκ ην» και ότι δεν εγεννήθη εκ του πατρός, αλλά θελήματι του πατρός εκ του μηδενός εκτίσθη και επομένως ήτο κτίσμα εξ ουκ όντων, ότι ο Θεός δεν ήτο πάντοτε πατήρ, ουδ' ο υιός υπήρχε πριν γεννηθή, δηλ. κτισθή, αλλ' ουδέ εκ της ουσίας του πατρός αλλά ξένος αυτού κατ' ουσίαν, και επομένως ουδέ Θεός αληθινός, αλλά μετοχή θεοποιηθείς", κι έτσι ανέπτυξε το φιλοσοφικό του σύστημα, δηλαδή την αίρεσή του, με την οποία δέχεται ότι "συμβιβάζει την Μοναρχία και Μονοθεία προς την περί Τριαδικού Θεού του Χριστιανισμού διδασκαλίαν".
 
Ο Αθανάσιος, ο Μέγας -Στιβαρός αντίπαλος

Εκείνα τα χρόνια, ανάμεσα στους κληρικούς που περιστοίχιζαν τον Eπίσκοπο Αλεξανδρείας  ήταν και ο 20ετής διάκονος, Αθανάσιος. Νους βαθύς, με αυστηρή λογική, επιστήμη ευρεία, ωραίο λόγο , και απαράμιλλη ρητορική τέχνη, επρόκειτο να αντιπαρατεθεί προς  τις νέες θεωρίες κι αμφισβητήσεις που απειλούσαν την ουσία και την προέλευση της χριστιανικής διδασκαλίας.

Ο Αθανάσιος πρακτικός, οξύννους, ευφραδής, αξιόζηλος και με τόλμη, αμέσως εννόησε περί τίνος επρόκειτο και διείδε το βάραθρο, στο οποίο κινδύνευε να πέσει η Χριστιανική Πίστη. "Ο Αθανάσιος βλέπων το ασταθές του χαρακτήρος του αντιπάλου του, το ευμετάβολον και παλίμβουλον", επείσθη οτι ο Άρειος είτε επειδή δεν τολμούσε να εξηγήση σαφώς, είτε επειδή δεν είχε συνείδηση για το  τελικό συμπέρασμα των συλλογισμών αυτού, παρ' όλα αυτά "έτεινεν εις το ν' αρνηθή την θείαν του Σωτήρος φύσιν και καταβιβάση το κήρυγμά του εις την τάξιν ανθρωπίνου δόγματος", παραδίδοντας αυτό απογυμνωμένο από την πανοπλία της θείας αποκαλύψεως, στις διάφορες -σοβαρές ή/και χυδαίες- προσβολές των εχθρών και των αμφισβητιών αυτού.

Για το λόγο αυτόν, ώρμησε σε τούτον τον αγώνα με πολλή πεποίθηση, και βγήκε θριαμβευτικά νικητής. Αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του και όλες του τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις στην υπεράσπιση του ενσαρκωθέντος Λόγου με τέτοιο ατρόμητο θάρρος, ώστε δικαίως ονομάστηκε κατόπιν «Μέγας, στύλος και υποστηρικτής της του Χριστού Εκκλησίας».

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

Στα χρόνια αυτά τα σκήπτρα του αχανούς Ρωμαικού Κράτους κρατάει ο (Μέγας και Ισαπόστολος) Κωνσταντίνος. Αυτός δυσανασχετούσε για το σχίσμα που απειλούσε την Εκκλησία, και απέστειλε στην Αλεξάνδρεια πρώτα-πρώτα επιστολή προς τον Επίσκοπον Αλέξανδρον, αλλά και προς τον Άρειο, παραινώντας τους να σταματήσουν να ερίζουν, να συμφιλιωθούν και να αποκαταστήσουν  την ειρήνη της Εκκλησίας.

Μάταιος κόπος. Διότι ο κομιστής της επιστολής, ο Επίσκοπος Κορδούβης, σαν έφτασε στην Αλεξάνδρεια, συμφώνησε με τον  Επίσκοπο Αλέξανδρο και κατεδίκασε τον Άρειο. Ο δε Άρειος, από την άλλη μεριά,  έγραψε πρός τον Κωνσταντίνο, μια επιστολή κάπως αυθάδη, παραπονούμενος για το ότι τιμωρήθηκε και του επεβλήθη  αργία.

Ο Κωνσταντίνος ως προς την ουσία του ζητήματος δεν είχε ιδίαν γνώμη και πεποίθηση, και κατ' αρχάς έδειξε κάποια αδιαφορία, επηρεασμένος ίσως και από τον Ευσέβιο (που ήταν καλός του φίλος και συμπαθούσε τον Άρειο) και γι' αυτό μάλλον δεν διέβλεψε πόσο επικίνδυνη ήταν η δοξασία του Αρείου.

Όμως, σαν επέστρεψε ο Επίσκοπος Κορδούβης άπρακτος, κι ο Κωνσταντίνος έμαθε για τις ταραχές που γίνονταν στην Αλεξάνδρεια, "καθ' ας οι όχλoι ουδέ τας εικόνας αυτού εσεβάσθησαν" τότε κατάλαβε ότι κάτι σοβαρότερο γινότανε, κι έστειλε στον Άρειο Επιστολή, καλώντας τον να 'ρθεί στη Βασιλεύουσα και να εξηγήσει ο ίδιος (ο Άρειος) στον Βασιλέα, τί ακριβώς συμβαίνει και ποιό είναι το δόγμα που αυτός πιστεύει.


Ο Άρειος παρουσιάστηκε λοιπόν μπροστά στο Βασιλιά, αλλά στη συζητήση αυτή, τόσο τον μπέρδεψε τον Κωνσταντίνο, " περί τας τοιαύτας λεπτολογίας ανεπιτήδειον (όντα)", ώστε τον έκανε να αμφιβάλει. Και πάντως, η διχόνοια και η ταραχή των πνευμάτων εξακολουθούσε, κι ούτε  φαινόταν τρόπος θεραπείας, έως ότου ο Βασιλιάς, "επενόησε το πρακτέον κατά την προκειμένην δυσχέρειαν και συνεκάλεσεν εν Νικαία της Βιθυνίας τους πανταχού Ιεράρχας της Χριστιανωσύνης εις Οικουμενικήν Σύνοδον, όπως εξετάσασα την του Αρείου διδασκαλίαν, λύση οριστικώς την μεγάλην ταύτην διαφοράν και αποδώση τη Εκκλησία την ποθουμένην ειρήνην".


[Παρατέθηκαν αποσπάσματα, από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου «Αι οικουμενικαί σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1892), αυτούσια, για λόγους προσοχής στο δογματικό μέρος ή διασκευασμένα στην καθομιλουμένη, για ευκολία και αμεσότητα].

Μνήμη Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων


Image result for εικόνες Αγιος Νικόλαος 

Μνήμη Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων.

[Ξέμεινε τούτο το σημείωμα, μα δεν ξεχάστηκε. Γιατί η μερα τούτη είναι ξεχωριστή. Ξεχωριστή για μένα. Ξεχωριστή γιατί γιορτάζω τον πολυαγαπημένο μου αδελφό, που στα χέρια του μεγάλωσα και διδάχτηκα όλα τα γράμματα, και μαζί διδάχτηκα την οικογενειακή αγάπη και φροντίδα, και γιατί σαν τούτη τη μέρα συνάντησα την αγάπη, που σ' όλη τη ζωή μου μέχρι σήμερα, μαζί με τα εφόδια που η οικογένειά μου μου έδωσε, στάθηκε η κινητήρια δύναμη για όλα όσα -κακά και καλά- μπορούσε να κάνω, να δώ, να πάθω και να μάθω, να κουραστώ, να ματαιοπονήσω, να καταλάβω, να διορθώσω. Να χάσω και να γαληνέψω. Να ηττηθώ και να παρηγορηθώ. Να χαρώ και να ευγνωμονήσω. Να Ευχαριστήσω και να Δοξολογήσω].

Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε (το 270 μ. Χ.) στα Πάταρα της Λυκίας. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια, η οποία του έδωσε πολύ καλή μόρφωση. Έχασε την οικογένειά του πολύ νέος. Αφιερώθηκε στα Θεία, κι ενωρίς, χάρη στη ζωή και το έργο του, αναδείχθηκε Επίσκοπος, στα Μύρα της Λυκίας. Έζησε και υπέστη τους διωγμούς του Διοκλητιανού, αλλά επί Μεγάλου Κωσταντίνου που ελευθερώθηκαν όλοι οι διωκόμενοι χριστιανοί, ο Νικόλαος επανήλθε στον Επισκοπικό του θρόνο, στα Μύρα της Λυκίας. Έλαβε μέρος στην Α' Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο υπό τον Μ. Κωνσταντίνο, και συνέβαλε στην αντιμετώπιση των ισχυρισμών του αιρετικού Αρείου. Κοιμήθηκε εν Κυρίω το 343 μ. Χ.

Το Απολυτίκιο του Αγίου Νικολάου (σε ήχο δ΄)
 "Κανόνα πίστεως,
 καὶ εἰκόνα πραότητος,
ἐγκρατείας διδάσκαλον,
ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου,
ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια·
διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά,
τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια.
Πάτερ ἱεράρχα Νικόλαε,
πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τη μέρα τούτη το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ια 27-30), μιλάει για την ἀποστολὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ:

"27 Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. 28 Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. 29 ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· 30 ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν".

Με πόση ταπεινότητα ο Χριστός διακηρύσσει ότι "τίποτα δεν είναι δικό του, ότι όλα όσα έχει, τα έχει παραλάβει "από τον Πατέρα". Έτσι, παρακινεί κι εμάς σε ταπεινότητα, για όσα έχουμε ή αποκτήσαμε, και σ' ευγνωμοσύνη που βρεθήκαμε εκλεκτοί κι άξιοι δωρεών και χαρισμάτων. Για όσα, δηλ.,  είχαμε την ευλογία να λάβουμε ως τιμές αλλά και ως τιμήματα. Προς γνώσιν, επίγνωσιν, αυτογνωσίαν και προς ανάπαυση του γύρω μας πόνου και της ένδειας.

Δεν υστερεί σε σπουδαιότητα κι η πρόσκλησή του "Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς". Μόνο όποιος δεν ανταποκρίθηκε σε τούτη την πρόσκληση δεν γνώρισε τη θεραπεία και την ανάπαυση, και δεν πήρε την ευλογία της εσωτερικής ειρήνης και της γαλήνης. Ο "ζυγός του Χριστού"  είναι"ζυγός" αγάπης,  επιεικείας, ελέους και αλληλεγγύης. Ο "ζυγός του Χριστού" είναι αποστολή. Μόνο προσφέρει και σε τίποτε δεν βαρύνει. Βαρύνει μόνο η αξία και η σημασία του. Για όλους τους ανθρώπους

Την ίδια μέρα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα, από την προς Γαλάτας, Επιστολή Παύλου (ε 22- στ΄2),  διαβάζουμε:

"22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. 24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. 25 Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. 26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. ΣΤ´\ΑΔΕΛΦΟΙ, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. 2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ".


Σε αγαστή σύμπνοια, συνέπεια και αρμονία ο λόγος των Αποστόλων, προς τη διδασκαλία του Χριστού. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αφού ο Χριστός διδάσκει την αγάπη και τη συγγνώμη, μ΄όποια λόγια και να μιλήσουν οι απόστολοι, για τούτο μιλάνε: Για τον καρπό του Αγίου Πνεύματος. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο τι, από αγάπη, και μάλιστα κάθε έκφανση της αγάπης. Γιατί αν ζούμε με την αγάπη του Χριστού, μ' αυτήν γινόμαστε ένα, συντασσόμαστε μ' αυτήν και την ακολουθούμε. Κι όσο για τα παραπτώματα των άλλων, αν τα αντιμετωπίζουμε με πνεύμα αγάπης, μπορεί και να ξεφύγουμε τον μέγα κίνδυνο,  να πράξουμε κι εμείς τα ίδια και χειρότερα, από την κενοδοξία και την αλαζονεία, πως τάχα, είμαστε καλύτεροι. Εντολή και παραίνεση του Χριστού είναι να βοηθούμε ο ένας τον άλλον. Και κάθε τέτοια στιγμή, θα είναι σαν να φέρνουμε τον Χριστό και την αγάπη του ανάμεσά μας.

Γένοιτο, Κύριε! 

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

2. Η εθνική συνείδηση, η εθνική ιδεολογία και η ευρωπαϊκή μας συνείδηση

Image result for εικόνες ευρώπη .  (Συνέχεια από εδώ). Όταν ο άνθρωπος αναρωτιέται «πού βρίσκομαι;» αυτό συμβαίνει μονάχα σαν τύχει να έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα γύρω του, στο σπίτι, στο γραφείο, στο χωράφι, στο σχολείο και γενικά στον τόπο του. Σε μέρη, δηλ., οικεία και γνώριμα. Ή μπορεί νά 'χει ο ίδιος αλλάξει, ώστε η σχέση του με τον τόπο και τα πράγματα να μην είναι πια όπως εκείνη που ήταν πρωτύτερα.

‘Αμα ο άνθρωπος ζεί σ’ ένα τόπο, για χρόνια και καιρούς, μαζί με την οικογένειά του, στον ίδιο τόπο που ζήσαν κι οι πρόγονοι των προγόνων του, μαζί με φίλους, συγγενείς και γείτονες, κι έχουνε όλοι μαζί τον ίδιο τρόπο στη ζωή, τις ίδιες γιορτές και μνήμες, τις ίδιες ιστορίες για τα παιδιά τους, τα ίδια όνειρα για τον τόπο τους και κοντά-κοντά τους τάφους των γονιών και των προγόνων τους, καθώς και κοινούς ιστορημένους αγώνες ζωής και θανάτου, τότε έχουνε συναίσθηση και πεποίθηση ότι βαδίζουνε τον ίδιο ιστορικό δρόμο. Αυτό είναι η κοινή εθνική συνείδηση των απλών ανθρώπων, που νοιάζονται για το πώς ζούν και θέλουν να εξακολουθήσουν πορευόμενοι μαζί, στα καινούργια ερωτήματα και στις καινούργιες προκλήσεις της ζωής.

Μια αυτονόητη ερώτηση, που θέτει ο κάθε συνειδητός πολίτης του κόσμου, είναι: Τί να είναι άραγε η εθνική συνείδηση; Γιατί ο καθένας μας λέει ότι είναι μαζί με κάποιους και όχι με κάποιους άλλους; Με ποιους θέλει να πορεύεται μαζί, στα ίδια ερωτήματα κι οράματα, τις ίδιες προτάσεις ζωής και τις απαντήσεις θανάτου;

Αυτή την ερώτηση, ακόμη κι εκείνοι που δεν τη θέτουν στον εαυτό τους, γιατί η δουλειά, η έρευνα, ή ο τυχοδιωκτισμός τους, τους ωθεί τη μια ώρα να ανήκουν εδώ και την άλλη εκεί, κάποια στιγμή θα τη θέσουν στον εαυτό τους. Γιατί όλοι κάποια στιγμή, κάνουμε τον απολογισμό μας. Απολογισμό των έργων και των παραλείψεών μας, των λαθών και των επιτυχιών μας.

Ειπώθηκε (βλ. εδώ) ότι «Οι διαμάχες οι σχετικές με την εθνική υπόσταση ενός πληθυσμού έχουν πάντοτε μια πρωταρχική ιστορική αναφορά η οποία λειτουργεί ως καθρέφτης για την αναγνώριση όλων των μελών της εν λόγω κοινωνίας μεταξύ τους. Αδιάφορο αν η ιστορική αυτή αναφορά είναι πλήρως ή μερικώς επινοημένη. Σημασία έχει ότι είναι κοινά αποδεκτή, για την ακρίβεια αυτονόητη για τον καθένα και την καθεμία».

Η τοποθέτηση αυτή που φιλοδοξεί να είναι επιστημονική, και συνεπώς φαίνεται να είναι περιβεβλημένη με το αντίστοιχο κύρος, πάσχει. Προφανώς πάσχει. Γιατί ορίζει πως ένας κόσμος «πρωταρχικά αναφέρεται», μνημονεύεται, δηλαδή, σε γραπτά κείμενα, σε ιστορικές πηγές, και ότι επειδή αναφέρεται γι’ αυτό αποτελεί δεδομένο. Και μάλιστα, δεν εξετάζει καν (αναφορά … πλήρως ή μερικώς επινοημένη), αν το δεδομένο αυτό είναι πλαστό, είναι ονειροφαντασιά ή πλάνο σχέδιο ενός μανιακού και ψεύτη, ενός δόλιου και συκοφάντη, που επιδιώκει ίδια οφέλη από αυτό. Ο συγγραφέας απατηλά ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε μια ψεύτικη ή φανταστική ιστορική αναφορά να είναι «κοινά αποδεκτή… αυτόνόητη». Αν όχι απατηλά, τότε συνωμοτικά. Ή μήπως ο συγγραφέας θεωρεί ότι θα σιωπήσουν σε τούτη τη συνωμοσία όσοι ερευνούν την ουσία και την αλήθεια των πραγμάτων, όσοι συκοφαντούνται, όσοι ιστορικά εξαφανίζονται, ή βάλλονται και προσβάλλονται από ένα τέτοιο «επιστημονικό» ψέμμα; Ή μήπως ο εσμός των παραχαρακτών της ιστορίας θεωρεί ότι θα φιμώσει την επιστήμη, θα σκιάσει την αλήθεια, και θα σβήσει τις ζωές των ανθρώπων που έπλασαν το παρελθόν κι άφησαν το ιστορικό τους αποτύπωμα και την πρότασή τους για το μέλλον;

Ο συγγραφέας (βλ. αμέσως ανωτέρω παραπομπή) λέγει ότι «Η εθνική ιδεολογία, πολιτική ανακάλυψη της ευρωπαϊκής διανόησης της νεότερης ιστορικής περιόδου, συστηματοποιήθηκε από τον γαλλικό διαφωτισμό και την επανάσταση, και θεμελιώθηκε σε ορισμένους από τους ωραιότερους μύθους που δημιούργησαν ποτέ οι άνθρωποι».

Είναι προφανές ότι ο μετασχηματισμός των κοινωνιών μελετήθηκε εκ των υστέρων, τα συμφέροντα όμως ήταν παρόντα στο χρόνο εξέλιξης των μετασχηματισμών, ήταν εκεί, και οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί υλοποιήθηκαν με βία, αντιπαλότητα, ήττες και νίκες.

Οι συσχετισμοί των αντιμαχόμενων συμφερόντων και δυνάμεων σε μια περιοχή, προοιωνίζονταν την έκβαση των αντιστοίχων διαφορών και σε άλλες περιοχές. Έτσι, προστατεύοντας τα συμφέροντά τους οι ευγενείς κι οι βασιλιάδες μιας περιοχής συμμάχησαν με τους αντίστοιχους ευγενείς και βασιλιάδες σε άλλες περιοχές, και οι διάφορες-άλλοτε εχθρικές- πλευρές περιφρούρησαν ενωμένες τα συμφέροντά τους. Ίσως έτσι να δημιούργησαν «εθνικές ιδεολογίες, δηλαδή ιδεολογίες  αλληλοϋποστήριξης», ξεχνώντας μάλιστα, πως η ζωή είναι πράξη όχι του ανθρώπου που τρωγοπίνει και διατάζει, αλλά του ανθρωπου που δουλεύει, κι είναι μαζί κι η πρότασή του για το νόημα της ζωής. Κι αυτό δεν είναι ιδεολογία, είναι φιλοσοφία.

Είδαμε παραπάνω πώς είδε η "ευρωπαϊκή διανόηση της νεότερης ιστορικής περιόδου" τους αντιφεουδαρχικούς αγώνες των πεινασμένων χωρικών [οι οποίοι -για την επιβίωσή τους- στράφηκαν ενάντια στους ευγενείς και τους φεουδάρχες που καρπώνονταν τη ζωή και τον κόπο τους] και την αντίσταση των ευγενών για τη διάσωση των κεκτημένων τους. .

Οι επιστήμονες και οι ερευνητές (ασφαλώς και) εξετάζουν λεπτομερώς, τα στάδια των κοινωνικών μετασχηματισμών, τα κείμενα που γράφτηκαν, την ένθεν και ένθεν πολεμική, την κατάσταση πριν και μετά από τέτοιες εξεγέρσεις και αντιδράσεις. Εξετάζουν ασφαλώς και τα αποτελέσματα, τα οράματα και τα καινούργια κοινωνικά προτάγματα, στις περιοχές του κόσμου που συνέβησαν όλοι οι παρόμοιοι κοσμοϊστορικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί.

Και θα είναι λάθος τα πορίσματα των ερευνών τους, αν έστω και κάποιες από τις ιστορικές αναφορές τους «είναι πλήρως ή μερικώς» επινοημένες…, για να μην πούμε ότι θα είναι (εκ προθέσεως) ψευδή, ως στηριζόμενα σε ψευδή στοιχεία…

Σύμφωνα με τον κ. Πιζάνια, «Οι εθνικοί μύθοι επιδιώκουν την επιβεβαίωση μιας ιστορικής συνέχειας του πληθυσμού: οι Αγγλοι από τον βασιλιά Αρθούρο και στον αντίποδα οι Σκωτσέζοι με τους δικούς τους πατριαρχικούς αρχηγούς, οι Γάλλοι από τους Γαλάτες, από τους δίδυμους γιους της λύκαινας και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία οι Ιταλοί, οι Σύριοι από τους Φοίνικες, από τον Μωυσή οι Ισραηλινοί και φυσικά εμείς από τους αρχαίους Ελληνες, φανούς της οικουμένης, κ.ο.κ. Ολοι αυτοί οι μύθοι, αν και αποτελούν σημαίνοντα και εξαιρετικά περίπλοκα πολιτισμικά δημιουργήματα των ανθρώπων, έχουν το κοινό νόημα της δήλωσης μιας διαρκούς, αδιάλειπτης παρουσίας των εκάστοτε πληθυσμών στο διεκδικούμενο σημείο του πλανήτη. Πρόκειται για τη θεμελίωση του δικαιώματος πλήρους ελέγχου της εκάστοτε γεωγραφικής περιοχής, που μέσα από διαδικασίες επαναστατικές, ή πολιτικές διεργασίες το συνηθέστερο, θα οριστεί ως εθνική επικράτεια. Οι αυξομειώσεις της κάθε εθνικής επικράτειας με πολέμους ή με πολυμερείς συμφωνίες, και αυτές στους θεμελιωτές μύθους θα αναφερθούν, με αυτούς πρωτίστως θα επιδιωχθεί να νομιμοποιηθούν προς εαυτούς και άλλους, ανεξάρτητα αν το εκάστοτε τελικό αποτέλεσμα το καθορίζει ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα δυνάμεων που ορίζουμε κάπως αμήχανα ως συσχετισμό».


Ύστερα από όλη αυτή τη θεμελίωση του κ. Πιζάνια, ένα τεράστιο ερωτηματικό αναδύεται μπροστά μου, φωτεινό ή σκοτεινό, δεν ξέρω, μα αδυσώπητο, απαιτητικό, ως μάχαιρα, και ως πολεμικό τελεσίγραφο. Και ποιός είναι ο θεμελιωτής μύθος που οι γάλλοι επαναστάτες επέλεξαν και τί δουλειά είχαν οι γάλλοι αποικιοκράτες εξουσιαστές στα διάφορα μέρη του κόσμου;

  • Είναι γνωστό ότι οι επαναστάτες απέρριψαν το σύστημα με τους βασιλιάδες και τους ευγενείς που τους καταπίεζαν και λυμαίνονταν τη χώρα και το λαό, 
  • απέρριψαν την αυθεντία αυτών (του βασιλιά και των ευγενών) στη ζωή και το μέλλον τους
  • απαίτησαν ισότητα, αδελφοσύνη και ελευθερία για όλους τους πολίτες
  • κατάργησαν την μοναρχία του βασιλιά,
  • κι αποκόπηκαν από την πίστη στο Θεό, αφού αυτή είχε καταστεί όχημα ασυδοσίας, εγκλημάτων κι αχαλίνωτης κοσμικής εξουσίας και πλουτισμού

Όλα τούτα δείχνουνε πως οι ευρωπαίοι, οι γάλλοι τουλάχιστον, διαφωτιστές αρνηθήκανε όλα όσα είχανε ζήσει και τον τρόπο που είχανε υπάρξει και άλλαξαν εντελώς το κοινωνικό τους πρόταγμα. Το ευτύχημα με τους γάλλους είναι ότι προτάσσουν ένα αυτοαρκαστικό χιούμορ που σπάει κόκκαλα, και σου αφαιρούν το επιχείρημα αν θέλεις να τους περιγελάσεις.

Οι διαφωτιστές, και με τη βοήθειά τους οι αλλαχού ουραγοί της σκέψης και οι κοντόφθαλμοι πολιτικοί σχεδιαστές, έχουν εγκαθιδρύσει στον κόσμο ένα μοντέλο σκέψης που ωθεί
  • στην ελευθεριότητα των επιθυμιών και προτιμήσεων,
  • και την ανελαστικότητα για κάθε ελέχγο της σκέψης και της ελευθερίας του προσώπου. 
  • Στην ανατροπή κατεστημένων κοινωνικών συμπεριφορών, 
  • και στην κυριαρχία των ατομικών επιλογών, ακόμη και σε βάρος της κοινωνίας. 
  • Στον ελιτισμό. 
  • Σε μια ουμανιστική θεώρηση του κόσμου αλλά χωρίς αγάπη, προσωπικό μόχθο και παρουσία,
  •  και στην επιβολή αθεοκρατίας στις δομές της πολιτείας και στην κοινωνική ζωή.

Όλες αυτές οι επιλογές και μαζί η αποικιοκρατία τους, δεν φανερώνουν έναν καλύτερο κοινωνικό προσανατολισμό. Φανερώνουν απλά, ότι αποκτήθηκε η γνώση και η δύναμη να ζητούν πολλά κοινωνικά αγαθά όλο και περισσότεροι άνθρωποι, αντί μόνο για τους βασιλείς και τους ευγενείς, και τούτο έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Και μ' όλα αυτά, εξακολουθεί η περιφρόνηση άλλων....

Σήμερα, η ισότητα, η αδελφοσύνη και η ελευθερία των λαών ενώθηκε ως πρόταγμα των λαών της Ευρώπης. Αλλά φαίνεται πως ετούτο το πρόταγμα, είναι ψεύτικο, εικονικό, προσχηματικό και περιστασιαακό.

Ισότητα των λαών της Ευρώπης δεν υπάρχει, και τούτο είναι προφανές από το ρόλο που κανονίστηκε για τις διάφορες χώρες. Η Ισότητα και η απαρέγκλιτη συμμετοχή απαιτείται για την πραγμάτωση του πολιτικού/οικονομικού στόχου, αλλά ακολουθεί η διαφοροποίηση στη διανομή…

Αδελφοσύνη των λαών της Ευρώπης δεν υπάρχει, αφού η αλληλεγγύη είναι δανεική και τοκοφόρος ως προς τους αδυνάτους, ενώ οι ισχυρές χώρες παίρνουν την "αλληλεγγύη" με το χέρι τους και σηκώνουν τείχη όταν ενδέχεται να θιγούν από τους συνευρωπαίους τους...

Η Ελευθερία των λαών της Ευρώπης ως διακήρυξη είναι σημαντική, αλλ’ ως πραγμάτωση του αιτήματος, σκοντάφτει στο ... δανεισμό! Ο δανειζόμενος δεν είναι ελεύθερος. Ελεύθερος είναι ο κυβερνήτης του, μόνο και μόνο για να υποκύπτει στους ανθρωποκτόνους εκβιασμούς των ισχυρών!.

Η εθνική μας συνείδηση λοιπόν, στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης, είναι κάτι που για τους ‘Έληνες, όλοι, εχθροί και φίλοι προσπαθούν και αγωνίζζονται ώστε να εκλείψει, ενώ η εθνική τους ιδεολογία, είναι χρήσιμη, προκειμένου αυτοί, οι συνασπισμένοι ισχυροί μαζί με τους ανίσχυρους δορυφόρους τους, να διαλέγουν  τους φίλους τους ώστε να εξουσιάζουν αποτελεσματικά τους υποτακτικούς τους ...

Ας ξυπνήσουμε!