Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα απ' τα ξένα


 



 

Ετούτο το σημείωμα, είναι για ένα γράμμα, που έλαβα σήμερα, από έναν ξενιτεμένο. Γιατί βλέπετε, η απόσταση δεν είναι απουσία, κι ο θάνατος δεν είναι κατάργηση. 
 
Αυτά που ζήσαμε, αυτά που ειπώθηκαν, σφραγίδες εγίνανε στης καρδιάς τον τόπο, για να δίνουν ζωή  και να σβήνουν την ερημιά. Όπου βρεθούμε, όπου σταθούμε, τα όσια και τα ιερά, τις ρίζες, τη γλώσσα και την ιστορία να κρατούμε. Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει ποιός είναι, πούθ' έρχεται, πού πάει.
 
 
 Το γράμμα λέει τα εξής (κατ' αντιγραφήν από έναν ιστότοπο*):
 
«Το δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.»

Κωνσταντίνος ΙΑ΄Παλαιολόγος προς τον Μωάμεθ Β΄




«Είναι εύνοια να γεννιέται κανείς,

Έστω κι ως ένας θάμνος στο χώμα σου…

Και το όνομα Ελλάδα, δεν είναι λέξη, αλλά λόγος·

Όλες οι λέξεις που ονομάζουν το φως.

Κι είχε πήξει το φως , κ’ είχε γίνει το μάρμαρο.

Και εκλήθης εσύ να μπορέσεις το θαύμα.

Κ’ έκαμες πάλι το μάρμαρο φως.

Κ’ ήταν δείχτες οδών προς τα πάνω οι κολώνες σου.


Απαρχής του καιρού, νόμισμά σου το αίμα σου.

Και μ’ αυτό εξαγόραζες, όργος όργος,

κάθε τόσο το χώμα που ήταν δικό σου.

Αλλά εκεί που όλα έδειχναν ότι έγινες έρημος

«με ολίγο χορτάρι» ακουγόντουσαν ψίθυροι… Ακλουθούσαν τα κλεφτοφάναρα·

κ’ οι Ακαδημίες του Πλάτωνα λειτουργούσαν κανονικά.

Κι οι τύραννοι έσερναν στο κριτήριο τα παιδιά σου.

Τους παζάρευαν την ψυχή, αλλά δεν την πουλούσανε…

Και σηκώνανε τα μαστίγιά τους, τι βλέπαν πως ήταν το πνεύμα τους απαράδοτο.

Ωστόσο το μέγα φως δεν ξεχτίζονταν.

Ο καθένας τους είχε κι από ένα μικρό Μεσολόγγι στο στήθος του.

Και θα ‘λεγε μάλιστα κανένας πως φτιάχτηκαν και τα βουνά σου εξεπίτηδες έτσι απόκρημνα κ’ υψηλά, να τ’ ανεβαίνουν οι Έλληνες και ν’ αποθέτουνε στις κορφές την κιβωτό με το Έθνος.

Όλους τους αέρες του κόσμου

Τους αρμύρισαν με τα δάκρυά τους.
δεν είναι δικό μου,
Σμίγαν τους στεναγμούς τους και σχημάτιζαν έπος.

Και φτιάχναν παντού νησάκια του έθνους, που ξεχώριζαν εύκολα, απ’ το ένα σημείο τους

που ήταν το φως.

… Όλα μαζί ήταν το έθνος.

Πώς πεθαίνει ένα έθνος; Πώς πεθαίνει ένα έθνος, όταν όλες οι θύελλες καταιγίζονται απάνω του, δίχως να βρίσκουν το σώμα του;

Πώς πεθαίνει όταν όλα είναι το έθνος;

Αν χτυπούσεν η σάλπιγγα, σαλευόνταν η γης και σηκώνονταν όρθιοι, δεν θα βρίσκανε τόπο να σταθούνε οι μάρτυρες. Δεν θα φτάναν τα δέντρα σου ν’ ακουμπήσουν τις πλάτες…

Και απ’ όποιο σημείο κι αν θεόταν τον όγκο τους, θ’ απορούσε κανείς: πως απόμεινε μήτρα, πώς απόμεινε μάτι, πώς απόμεινε πόδι, πώς απόμεινε χέρι, να σηκώνει του Έθνους σου τη σημαία ανάμεσα στις σημαίες των Ενωμένων Εθνών.

Ουκ εάλω η ρίζα! Ουκ εάλω το φως!

Ενυπάρχει στο φως η ψυχή σου,

στη ρίζα το σώμα σου.

Ουκ εάλω η Βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων».

Νικηφόρος Βρεττάκος

«Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» 
 
Αφού το διάβασα, ταξίδεψα μαζί του κι εγώ, στον κόσμο της ποίησης. Δεν έχω πια λόγο να παρηγορήσω για την ερημία της ξενητειάς του τον αποστολέα της επιστολής, γιατί φάνηκε η ξενητεία της ερημιάς του. 
 
Είναι μακριά μας, αλλά δεν λείπει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου