Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Ενα καινούργιο πλάνο για τη ζωή μας: Μπορούμε να το φέρουμε σε πέρας;



Ακούγοντας τον νέο Πρωθυπουργό να διατυπώνει τις Προγραμματικές Δηλώσεις της Κυβέρνησής του, αισθάνθηκα κι εγώ, όπως πολλοί Έλληνες, μια βαθειά ανακούφιση.

Το γκρίζο που μας είχε επιβληθεί, και το γκρίζο που καθημερινά διαφημιζόταν και προπαγανδιζόταν από τα μμε, φάνηκε να ξασπρίζει...

Ετούτη η εξέλιξη, δεν είναι όμως η πανάκεια των προβλημάτων που μαστίζουν τον τόπο. Γιατί η πολιτική βούληση και η πολιτική απόφαση, θέλει κι έναν κόσμο που να θέλει και να μπορεί το προχώρημα και τη δράση τη δημιουργική. Πολιτικός δεν είμαι, για να καταρτίσω προτάσεις, προγράμματα και στόχους απώτερους, αλλά σαν πολίτης, μελετώ ό,τι βλέπω γύρω μου και προβληματίζομαι.

Κι ο προβληματισμός μου ξεκινάει από τη φαινομένη συναίσθηση του καθενός μας, από το νόημα που ο καθένας μας δίνει στις καθημερινές του δράσεις και τη συμπεριφορά. Γιατί όλη τούτη η ατμόσφαιρα, μαρτυράει ένα είδος παιδείας. Ένα είδος ζωής, και ασφαλώς, το αποτέλεσμα -που από αυτήν προσδοκάται- θα είναι ανάλογο. Και ξεκινώ από τα μηνύματα που παίρνουν τα παιδιά μας από εμάς, τους γονείς τους. Γιατί αυτοί θα είναι οι αυριανοί πολίτες της δράσης, της δημιουργίας και της παραγωγής, της ευθύνης και της απόφασης.

Απ' τα μικρά χτίζονται τα μεγάλα. Γι' αυτό, θεμέλια πρέπει να 'χουνε γερά, για να κρατούνε τα βάρη και ν' αντέχουν στις δυσκολίες... 

Απέναντι από το σπίτι μου, χωμένο στη φυλλωσιά του λόφου, το σχολειό, μελίσσι πραγματικό, βουΐζει στο διάλειμμα. Χαρούμενες φωνούλες δονούν την ατμόσφαιρα, και κάπου-κάπου το κουδούνι σηματοδοτεί την εναλλαγή των δράσεων: Μάθημα, ανάπαυση/ψυχαγωγία. Μάθημα...

Κάθε πρωΐ περνούν μπροστά από την πόρτα μου μανούλες που συνοδεύουν τα μικρά τους μέχρι το σχολειό. Οι πιο πολλές, είναι φορτωμένες με τη σχολική τσάντα του παιδιού, ή και των δυο παιδιών καμμιά φορά, και τα βλασταράκια τους περπατάνε ξέγνοιαστα, παρέες-παρέες, παίζοντας, πειραζόμενα και γελώντας. Έτσι φτάνουν στο σχολειό! Οι μάνες, παραδίδουν τις τσάντες, χαιρετούν τα παιδιά τους και γυρίζουν πίσω. Σαν τελειώσει το σχολειό, οι μανούλες πηγαίνουν ξανά στο σχολειό, για να παραλάβουν τα παιδιά τους. Παραλαμβάνουν μαζί και τις τσάντες, και φορτωμένες γυρίζουν στο σπίτι. Καμμιά φορά, τις βλέπω που -κατ' απαίτηση του παιδιού- του αγοράζουν και διάφορα φαγώσιμα, άχρηστα από τη σκοπιά της διατροφής και της διαπαιδαγώγησης, λίγο πριν φτάσει το παιδί στο σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό.

Ετούτο λοιπόν το πράγμα, να φορτώνονται οι μάνες την σχολική τσάντα του παιδιού τους, με παραξενεύει και πιστεύω πως είναι λάθος. Είναι λάθος, γιατί εκπέμπει λάθος μηνύματα στον εκκολαπτόμενο πολίτη. Το μήνυμα πως δεν είναι άξιος και ικανός να αυτοεξυπηρετηθεί ακόμη και στα στοιχειώδη. Ή το μήνυμα πως είναι τόοοοσο σπουδαίος και κάνει κάτι τόοοοοσο σπουδαίο, που η μεγαλωσύνη του χρειάζεται και υπηρέτες, χρειάζεται βαστάζους!

Είτε πρόκειται για μήνυμα ηττοπάθειας και ανικανότητας, είτε πρόκειται για μήνυμα «μεγαλοπρέπειας» του νεαρού βλαστού μας, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ταυτόχρονα εκπέμπουμε κι ένα μήνυμα ότι προσφερόμαστε να μας υποτιμούν και να μας εκμεταλλεύονται, να μας περιφρονούν και να αδιαφορούν για εμάς. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το υπερβολικό ενδιαφέρον, είναι διττά αρνητικό, για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού μας.

Οι υπερβολικές μητρικές εξυπηρετήσεις δημιουργούν στο παιδί την εικόνα ότι είναι ο μόνος δικαιούχος τιμών και υπηρεσιών. Και το παιδί, στη συνέχεια, τέτοιες εξυπηρετήσεις τις περιμένει και τις ζητάει σαν να τις δικαιούται, και σαν να είναι οι άλλοι υπόχρεοι για να τις προσφέρουν.

Εκτός από όλα τούτα, αυτές οι υπερβολικές μητρικές εξυπηρετήσεις, δίνουν ένα «άλλοθι» στην ανεπαρκή μητέρα, πως κάνει ό,τι μπορεί για το παιδί της, γιατί του προσφέρει ό,τι θέλει, κι ό,τι -αυτή νομίζει πως εκείνο- χρειάζεται. Και είναι σίγουρο, πως το παιδί δεν χρειάζεται να νιώθει ανίκανο, ούτε χρειάζεται να χαλάμε την υγεία και το χαρακτήρα του, δημιουργώντας του -από επιπόλαιη και άσκεφτη συνήθεια- την πεποίθηση ότι είναι σωστό, πριν από το φαγητό στο σπίτι, να σπαταλάει χάριν γούστου χρηματικά ποσά για ανθυγιεινα τερψιλαρύγγια.

Ύστερα από όλα τα παραπάνω, πρέπει να λάβουμε θέση για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Τη θέση μας στο ζήτημα αυτό θα την πάρουμε de facto, είτε τη σκεφτούμε συνειδητά, είτε δράσουμε τυχαία. Το ζήτημα έγκειται στο «ότι έχουμε χρέος να ετοιμάσουμε το παιδί μας για τη ζωή του». Κι αυτό πρέπει να το κάνουμε σε συγκεκριμένο χρόνο, γιατί μετά δεν μπορεί -τουλάχιστον εύκολα- να γίνει. Και πρέπει, γιατί το παιδάκι μας, θα ζήσει πολύ καιρό χωρίς εμάς, και θα αντιμετωπίσει πολλούς και πολύ κακόπιστους ή αδιάφορους απέναντί του, που θα το βρίσκουν ανέτοιμο και ανίκανο να επωφεληθεί από τις ευκαιρίες που θα του προσφέρει η ζωή του, ή αδύναμο να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που θα παρουσιαστούν στη ζωή του, στη δουλειά, τις σχέσεις του και τις ευθύνες του.

Επίσης, είναι απαραίτητο να γνωρίζει το παιδί μας ότι η συμπόρευση με άλλους προϋποθέτει σεβασμό και αλληλεγγύη. Και πρέπει, ακόμη, να του δώσουμε την ευκαιρία να γνωρίζει, ότι δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος στη ζωή μας που θα σηκώσει τα δικά μας τα βάρη και τις ευθύνες, χωρίς τη δική μας απόδοση προς αυτόν -τουλάχιστον- της δέουσας τιμής και ευχαριστίας γι' αυτή του την βοήθεια και την συμπαράσταση.

Η αγάπη μας προς το παιδί μας, μας επιβάλλει να του δείξουμε το δρόμο, να αναδείξουμε τις προκλήσεις της ζωής, να τονίσουμε τις ευθύνες όλων, τις ανάγκες όλων, τις υποχρεώσεις όλων. Σκόπιμα δεν μιλώ για δικαιώματα. Γιατί το δικαίωμα είναι κάτι τόσο δα μικρό κι ασήμαντο, που αν πρέπει να διεκδικείς από τους άλλους την ζωή σου, πρέπει να αλλάξεις τους όρους της ύπαρξής σου.

Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι τόσο υπεύθυνος, είναι τόσο ικανός και δραστήριος, που η ύπαρξή του γεμίζει και εκπληρούται στον αγώνα του. Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν ζητάει κάτι από την ελευθερία του άλλου. Η δική του η ελευθερία ακτινοβολεί και πλουτίζει τον ίδιο και τους άλλους. Παράγει, δημιουργεί, διευκολύνει, αναπληρώνει ελλείψεις και καλύπτει ανάγκες. Ακτινοβολεί. Η ελευθερία του είναι η ζωή του, και μέσα σ' αυτήν δημιουργεί, εργάζεται, σχετίζεται. Βιώνει.

Ο δικαιούχος μερίσματος ελευθερίας και δικαιώματος, ως δικαιούχος μιας θεσμοποιημένης αξιοπρέπειας, ικετευτικά, σαν επαίτης, διαρκώς θα έχει ένα αίτημα: επιείκειας, άφεσης, αναγνώρισης, συμμετοχής, απόλαυσης. Ο δικαιούχος, θα περιμένει πάντα την παραχώρηση από τους άλλους, και από την κοινωνία. Γι' αυτό ο δικαιούχος είναι ανεύθυνος. Και γραφειοκράτης. Γιατί θεωρεί ότι το δικαίωμά του είναι «υψηλή αξία», και ότι η παραχώρηση σ' αυτόν μιας τέτοιας δικαιωματικής τιμής, είναι επιβεβαίωση. Ικανοποιημένος από την αναγνώριση που του γίνεται, περνάει τη ζωή του -και καμμιά φορά συμβαίνει- να μην έχει βιώσει τίποτε.

Στη χώρα μας, σήμερα που η αξιωσύνη μετρήθηκε με τις αέναες κοινοβουλευτικές θητείες, και μάλιστα ανθρώπων που δεν έμαθαν άλλη δουλειά, δεν δούλεψαν και δεν αγωνίστηκαν ποτέ τους να δοκιμάσουν τις δυνάμεις και τις αντοχές τους στο επιχειρείν ή σε ό,τι άλλο, ανθρώπων με κομματικές και συνδικαλιστικές ταυτότητες, που ο διορισμός ή η πρόσληψη είναι η μόνη μέθοδος ανέλιξης ή ανάληψης εργασίας, παρατηρώ τις όμορφες ώρες στα γεμάτα συνοικιακά καφέ, τους νέους να ροματζάρουν το δείλι (ή να παίρνουν το πρωϊνό τους στις 11), αδιόριστοι και άνεργοι, ξέγνοιαστοι και γελαστοί, χαλαροί να κάνουν πλάκα και να αναταλλάσσουν μηνύματα με τα ακριβά κινητά τους. Είναι άραγε ώριμοι, ικανοί κι έτοιμοι να οραματιστούν και να πραγματώσουν το μέλλον τους, που σήμερα είναι αβέβαιο, ή απλά περιμένουν το διορισμό τους;

Θα ήθελα, κ. Πρωθυπουργέ, να είχαμε πολύ κόσμο για να συμπράξει και να κάνουμε πράξη, εκείνη την εθνική υπηρεφάνεια και την αξιοπρέπεια του ελεύθερου Έλληνα, που μπορεί να αντιμετωπίσει όλα τα δεινά και να βγεί νικητής της μιζέριας και δημιουργός του μέλλοντος.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Λαϊκισμός: Με αφορμή αντιπολιτευτικές αντιδράσεις στα μέτρα της νέας κυβέρνησης


 

Στους καιρούς που ζούμε, όπου πολλά πράγματα (σκοποί, εξαγγελίες, δράσεις, μέτρα, μέθοδοι, διαδικασίες) έχουν χάσει το νόημά τους, ας γνωρίζουμε τουλάχιστον το περιεχόμενο που έχουν κάποιες στοιχειώδεις λέξεις, άσχετα από αυτούς που τις εκστομίζουν και τις χρησιμοποιούν.  (Για την εξυπηρέτηση ή για την παραπλάνησή μας)

Γιατί το περιεχόμενό τους νοηματοδοτεί τη ζωή μας και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ίσως και τον τρόπο, που θα μπορούσαμε αν όχι να αλλάξουμε τον κόσμο, τουλάχιστον να τον καταλάβουμε και να βελτιωθούμε, ώστε, να βελτιωθεί κι ο κόσμος μας.

Ας ξεκινήσουμε από τη βασική λέξη – τη λέξη Λαός- για να ανιχνεύσουμε τις έννοιες των παραγώγων από αυτήν.

Λαός: Με τη λέξη αυτή, που είναι θεμελιώδης στο Συνταγματικό Δίκαιο (γιατί είναι συστατικό στοιχείο του ορισμού του Κράτους), νοούμε το σύνολο των πολιτών ενός Κράτους, ανεξαρτήτως της εθνικής αυτών προελεύσεως. Με άλλα λόγια, ως λαό, εννοούμε το έμψυχο στοιχείο ενός Κράτους.

Στα χρόνια των σπουδών μου, μαθαίναμε -στο Συνταγματικό Δίκαιο- ότι λαός, δεν είναι μονάχα όσοι ζουν στα εδαφικά όρια του Κράτους σε δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά κι οι γενιές που ζήσανε παλιά, κι όσες ακόμα μέλλει νά 'ρθούνε μετά από εμάς.

Τό 'λεγε και ο Αριστοτέλης (στα Πολιτικά, βιβλ. Γ', κεφ. 1): “Την αυτήν είναι φατέον πόλιν, καίπερ αεί των μεν φθειρομένων των δε γινομένων, ώσπερ και ποταμούς ειώθαμεν λέγειν τους αυτούς, και κρήνας τας αυτάς, καίπερ αεί του μεν επιγιγνομένου νάματος του δ' υπεξιόντος”.  Όλο τούτο θα ειπεί πως "μιλάμε για την ίδια πόλη (=πόλη-κράτος), παρόλο που πάντοτε άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται, όπως ακριβώς συνηθίζουμε να μιλάμε για τα ίδια ποτάμια και τις ίδιες κρήνες (βρύσες), παρόλο που διαρκώς άλλο νερό έρχεται κι άλλο φεύγει από αυτά".

Έτσι λοιπόν, ο λαός αποτελεί την ιστορική ενότητα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και στο μέλλον, η οποία (ενότητα) σε δεδομένο χρονικό σημείο εμφανίζεται μ'όσους ζούνε στο συγκεκριμένο αυτό χρόνο.

Λαϊκός: Το επίθετο αυτό, έχει την έννοια πως το προσδιοριζόμενο (ουσιαστικό) όνομα ανάγεται, ανήκει, αναφέρεται ή αφορά τον λαό.

Λαϊκισμός: Η λέξη αυτή (από τον τρόπο παραγωγής της, δηλ. ουσιαστικό με κατάληξη -σμος,) έχει την έννοια μιας ενέργειας, ή πράξης  που προέρχεται ή κατευθύνεται προς τον λαό.

Λαϊκίζω: Θα ειπεί πως ενεργώ, ή δρώ προς χάριν, εξυπηρέτηση, ή υπεράσπιση των στόχων, των αναγκών, των οραμάτων, των θελημάτων κλπ. του λαού.

Ασφαλώς, η προσχηματική και αναποτελεσματική εξαγγελία και μάλιστα χωρίς καμμιά υπέρ του λαού δράση, οδηγεί  στην αναίρεση της ουσίας -του αληθούς σκοπού- του λαϊκίζειν, δηλ. της εξυπηρέτησης του λαού.

Το κακό είναι, πως η μακρά πολιτική πρακτική, με τις ψεύτικες υποσχέσεις και τις προσχηματικές εξαγγελίες, είχε σαν αποτέλεσμα ο όρος λαϊκίζω, να είναι αρνητικά φορτισμένος και να μη σημαίνει: πρόσκειμαι, υπηρετώ  κλπ. τον λαό, αλλά ακριβώς το αντίθετο: Προσποιούμαι, υποκρίνομαι κλπ ότι υπηρετώ το λαό! Η επανειλημμένη αυτή πολιτική συμπεριφορά και πρακτική, κατέφθειρε τους όρους Λαϊκός-λαϊκισμός και λαϊκίζω, σε σημείο που  η ακριβής έννοια αυτών, είναι ανάγκη να δηλώνεται σαφώς κάθε φορά.

Όλα αυτά τα γράφω σήμερα πάλι, γιατί έχουμε στον τόπο μας μια νέα κυβέρνηση, που εκλέχτηκε μ' ένα πρόγραμμα ανακούφισης του λαού και δικαιοσύνης. Τα γράφω γιατί οι αντίπαλοί της είδαν με κακό μάτι τις πρώτες δράσεις της που ήταν σύμφωνες με τις προεκλογικές της εξαγγελίες, κι έσπευσαν σε αρνητικούς σχολιασμούς, μήπως και χαλάσει η μακρά ακολουθία των πολιτικών αθετήσεων!


Γιατί, είπαμε, μέχρι σήμερα Λαϊκισμός, είχε καταντήσει να σημαίνει ότι υποκρίνεσαι πως θα υπηρετήσεις τον λαό, μέχρι που να υφαρπάξεις την εντολή του για εξουσία. Το επόμενο  είναι -στην καλύτερη περίπτωση- ενδοτισμός στους επικυρίαρχους (πράγμα που ακολούθησε τις προηγούμενες εκλογές, κι όλοι το νιώσαμε  καλά στο πετσί μας).

Λαϊκισμός είναι και η δήθεν στοργική προειδοποίηση ότι θα πάμε χαμένοι, με τις πολιτικές, τις ενέργειες και τα μέτρα της νέας κυβέρνησης, που προτίθεται να τηρήσει τις προεκλογικές της εξαγγελίες. Κι αυτό το λένε πριν καν αυτή ορκιστεί!

Ας ξαναποκτήσουν οι όροι της γλώσσας την παλιά τους σημασία: Όταν, χάριν του λαού,  η νέα κυβέρνηση τηρεί τις δεσμεύσεις της, αυτό θα είναι συνέπεια και αξιοπιστία. Και δεν είναι λαϊκισμός.

Θα ήταν μεγαλοθυμία των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης η συστράτευση στο όραμα αποτίναξης της ελεγκτικής τυραννίας των ξένων και της φτωχοποίησης του λαού, ώστε να αναστήσουμε όλοι μαζί την ελπίδα για το αύριο. Και αυτό θα ήταν ουσιαστικός και αληθής Λαϊκισμός, κι όχι φθαρμένος.


Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Ο όρκος στο δημόσιο βίο




Ξεσηκώθηκε το ερώτημα: Γιατί ο Πρωθυπουργός δεν ορκίστηκε θρησκευτικά;

Ο όρκος του, εθιμικά, είναι απαραίτητος. Θα ήταν απαραίτητος, ακόμη κι αν ήταν εγνωσμένα αναξιόπιστος, επίορκος και ψεύτης.Θά 'χε όμως τότε, και καμμιά αξία;

Είναι σημαντικό πράγμα η συνέπεια του Χριστιανού, και κανείς χριστιανός δεν αρνείται τη δέσμευση στη συνείδησή του. Ναί, στο όνομα του Χριστού, δεν θα ψευσθώ, θα είμαι και θα φέρομαι ειλικρινώς και με συνέπεια, γιατί με υποκινεί η εντολή του Χριστού.

Την ίδια αξία έχει και η συνέπεια και η εντιμότητα. Συνεπώς, σημασία έχει όχι μόνο «το έξω του ποτηρίου».

Ας προσέξουμε τον ηλίθιο και σοφιστή και ψεύτη, που αρνείται τον όρκο, και επικαλείται το ατομικό του δικαίωμα για νά 'ναι ελαστικός με τον εαυτό του, και ειδικά μάλιστα όταν αυτός λαϊκίζει και διατυπώνει κατηγορίες για τον άλλο -ως προς την παράλειψη του όρκου- ώστε να 'ναι ελκυστικά «σωστός», με τους πολλούς.

Συνηθέστατα, ασμένως ασπάζεται την ορκοδοσία, ακόμη και ο ασυνείδητος, ο δόλιος, όταν πιστεύει ότι έτσι -ορκιζόμενος- θα σε καθησυχάσει, γιατί στο βάθος, προτίθεται να σε ξεγελάσει. Και δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί που το έκαναν με αυτόν τον τρόπο.

Στην παρούσα περίσταση δεν φαίνεται να συντρέχει κάτι τέτοιο, γενικά, ούτε γι`αυτούς που ορκίστηκαν, ούτε για κείνους που διαβεβαίωσαν στην τιμή και τη συνείδησή τους.

Ένας έντιμος άνθρωπος, άσχετα από το αν έχει ή όχι, χριστιανική πίστη, έχει ηθικό πρόβλημα να κάνει κάτι που δεν το πιστεύει.

Ένας απολύτως ενάρετος άνθρωπος, ακόμη κι αν δεν ορκιζόταν ποτέ θρησκευτικά, θα μπορούσε να σκεφτεί: «κι άμα ορκιστώ τί θα γίνει;»

Ενώ, ένας ευσεβής και θρησκευόμενος άνθρωπος, εύλογο είναι να σκεφτεί «αν η ζωή μου δεν σου φτάνει, σου φτάνει ο λόγος μου;»

Ας μην είμαστε απόλυτοι. Ο δογματισμός για τον άνθρωπο (δηλαδή για το ποιός είναι ο άλλος άνθρωπος), δεν είναι μέσα στην χριστιανική μας πίστη. Ίσα- ίσα, είναι η διάκριση.

Απόλυτοι μπορούμε να είμαστε με τις απαιτήσεις από τον εαυτό μας: Αυτό δεν το κάνω! Εκείνο δεν το λέω! Εκείνο δεν το ακούω! Δεν απαντώ! Δεν ερίζω, δεν ασχημονώ. Δεν εξαπατώ για να επωφεληθώ, δεν εκμεταλλεύομαι για να βολευτώ. Δεν λουφάρω (αφήνοντας για τους άλλους τη δουλειά, ή εγκαταλείποντας τον άλλο στην ανάγκη του). Δεν κάνω τον έξυπνο υποτιμώντας τους άλλους.

Και όλα αυτά απολύτως! Γιατί, για εμάς, τους χριστιανούς, η Θεία Ευχαριστία είναι ο όρκος μας. Η συμμετοχή μας στο αγαθό και την ανυπόκριτη αγάπη.

Στην αντίθετη περίπτωση, παριστάνουμε κάτι που δεν είμαστε. Φτιασιδώνουμε τον εαυτό μας σαν σπουδαίο, και μόνο ικανό για να κρίνει τους άλλους, να βάλει τους άλλους στη δουλειά, κι ο ίδιος να καρπωθεί τον κόπο των άλλων. Καμμιά φορά μάλιστα νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα, τα μπορούμε όλα, πως εμείς ξέρουμε τα σπουδαία, κι ότι οι άλλοι είναι χαζοί, βλάκες, βαστάζοι μας, κλπ. κλπ....Και τούτο είναι αλαζονεία, κομπορρημοσύνη, μεγαλαυχία, κενοδοξία και -κατά περίπτωση- καταλαλιά!

Για να είμαστε συνεπείς όλοι μας, με την πίστη μας, και με την ηθική συνείδησή μας, ας είναι -ο καθένας μας- απόλυτος με τις απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό του: σε εντιμότητα, σε φιλοπονία, σε αλληλεγγύη, σε εργασία, σε συμβολή και προσφορά, σε ταπεινότητα και μετριοφροσύνη, κι ας εργαστούμε για το κοινό και αμοιβαίο συμφέρον...

   Γιατί, άν όλοι το θέλουμε πολύ, να αλλάξουμε το ζόφο που μας τυλίγει,   
   μπορεί και να ... «συνωμοτήσει» για χάρη μας, ακόμη και το σύμπαν (!) σε 
   τούτο μας τον πόθο, ή ... να «οικονομήσει» ο Κύριος, και να μας δείξει τους  
   καρπούς της ομόνοιας και της αγάπης!

   Ο Κύριος είπε: «'Εγώ δε λέγω ὑμῖν μή ὁμόσαι ὄλως. Ἔστω δέ ὁ λόγος ὐμῶν 
   ναί ναί, οὔ οὔ» (Ματθ. ε’, 34). 

   Το τυπικό και παραδοσιακό έθιμο, δεν υπερισχύει της Ευαγγελικής εντολής.

   Μην κατατρωγόμαστε με δευτερεύοντα.

   Άλλα είναι τα πράγματα, που δεν είναι δευτερεύοντα. Ίδωμεν...


    Σημείωση: Η φωτογραφία έχει ληφθεί από εδώ

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Σήμερα, είναι η μέρα των Δασκάλων!


30 Ιανουαρίου: Μνήμη Τριών Ιεραρχών


Τη μέρα τούτη, η Εκκλησία μας τιμά τους Τρείς Ιεράρχες (τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο) ως μεγάλους Δασκάλους, λόγω του πολύτιμου παιδαγωγικού τους έργου. Γι'αυτό η σημερινή μέρα, ιστορικά, είναι μια μέρα αφιερωμένη από την Εκκλησία μας, στα γράμματα και στη “μόρφωση” του ανθρώπου. Είναι αφιερωμένη στην εκπαίδευση, τους δασκάλους και τους μαθητές.

Το έργο των Τριών Ιεραρχών δεν είναι μόνο τα πολυσήμαντα γραπτά τους, αλλά και το παράδειγμα που μας άφησαν με τη ζωή τους. Όλοι τους αφοσιώθηκαν στην τήρηση της διδασκαλίας του Χριστού, με μια αγάπη και μια πληρότητα που φωτίστηκε όχι μόνο από την αγάπη τους για τον  Χριστό, αλλά και από την λεπτή σκέψη, την ομορφιά και τα υψηλά νοήματα που διατυπώνονται στα έργα των προγόνων μας, των αρχαίων Ελλήνων, τα οποία οι Ιεράρχες είχαν μελετήσει και σπουδάσει. Οι Τρείς Ιεράρχες ένωσαν την καθαρότητα της διδασκαλίας του Χριστού, με τις αξίες και τις αρχές που αναδύονται μέσα από όλη την Ελληνική Γραμματεία και φιλοσοφία, για τη ζωή του ανθρώπου, για το θάνατο, αλλά και για τη σχέση του ανθρώπου με τους άλλους ανθρώπους και μ' όλη την πλάση.

Οι Τρείς Ιεράρχες, που η μνήμη τους τιμάται τη μέρα τούτη, υπήρξαν πρότυπα ήθους, χαρακτήρα και έργων. Αυτοί, αφού ενετρύφησαν στις διδαχές τόσο τις θείες, όσο και τις ανθρώπινες, απέκτησαν μεγάλη σοφία, γνώση και διάκριση.

Με την ικανότητα της διάκρισης που απέκτησαν από την τόσο μεγάλη τους σπουδή στις Γραφές και στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, μας μεταβίβασαν και τη γνώση τους, πως η Ελληνική Γραμματεία συναντιέται με τη διδασκαλία του Χριστού, και συμπορεύεται μαζί της ειρηνικά και δημιουργικά. Και μάλιστα τόσο δημιουργικά, που οι μεγάλες και πανανθρώπινες ιδέες και αξίες της Ελληνικής Γραμματείας επιβεβαιώνονται ως τέτοιες και από τη διδασκαλία του Χριστού. Από την άλλη μεριά, με τη βάσανο των φιλοσοφικών εργαλείων της Ελληνικής Γραμματείας, αναδεικνύεται ότι η διδασκαλία του Χριστού είναι τόσο δυναμική και τόσο αποκαθαρμένη από λεκτικές παγίδες, λογικές αντιφάσεις και ανακολουθίες, ώστε καμμία λογική ή ηθική ασυνέπεια δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει στο δόγμα της Χριστιανικής διδασκαλίας.

Αντίστοιχα με όλα αυτά, είναι και τα Αναγνώσματα της ημέρας. Τόσο το Αποστολικό, όσο και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα. Δείτε τα, παρακάτω. Ανάμεσα στ' άλλα, λένε:

Το προσωπικό παράδειγμα που μας δίνουν οι γονείς κι οι δάσκαλοί μας, αφήνει έντονα τα ίχνη του στη ζωή μας, για το λόγο αυτόν οφείλουμε να θυμόμαστε και να ευγνωμονούμε τους γονείς και τους δασκάλους μας και να ακολουθούμε τα καλά τους παραδείγματα, όπως και το παντοτεινό άριστο παράδειγμα του Χριστού μας.

Η καρδιά μας να ζεί με την αγάπη του Χριστού κι όχι με αναζητήσεις εδεσμάτων και φθαρτών αγαθών και απολαύσεων. Ο άνθρωπος δεν είναι παντοτεινός. Παντοτεινά όμως είναι τα έργα και ο βίος του. Με αυτά διδάσκει, προς μίμησιν ή προς αποφυγήν. Να επιζητούμε την αξιομνημόνευτη και αθάνατη πολιτεία μας. Κι όχι την επίμεμπτη, αποτρόπαιη και απωθητική. Να επιζητούμε δηλαδή, την αρετή και τη δοξολογία του Θεού, και να μην ξεχνούμε την αγαθοεργία και την συμμετοχή μας στον ανθρώπινο πόνο. Αυτά είναι έργα ευχάριστα στο Θεό.

Ο κάθε άνθρωπος είναι παράδειγμα για τους άλλους. Όπως μια πόλη που βρίσκεται πάνω σε λόφο: όλοι την βλέπουν. Όπως μια λάμπα: όταν την ανάβουμε, δεν την κρύβουμε, αλλά την τοποθετούμε ψηλά για να φωτίζει όλους μέσα στο σπίτι.

Η έλευση του Χριστού στον κόσμο δεν έγινε για να καταργήσει με τη διδασκαλία του τον νόμο, τους μεγάλους δασκάλους και σοφούς, αλλά για να συμπληρώσει τους ορισμούς και τις διδαχές τους.

Κι ο άνθρωπος που θα δώσει το κακό παράδειγμα παραβιάζοντας τις θείες εντολές και τους ηθικούς νόμους, ελάχιστος και τιποτένιος θα είναι, ενώ μέγιστος και σπουδαίος, εκείνος που θα τις τηρήσει και θα τις διδάξει.

Επιστολή Παύλου, προς Εβραίους (κεφ. ιγ, εδ. 7-16)

7 Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. 8 ᾿Ιησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. 9 διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες. 10 ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες· 11 ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ῞Αγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· 12 διὸ καὶ ᾿Ιησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. 13 τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· 14 οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. 15 δι' αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ' ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. 16 τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.


Κατά Ματθαίον (κεφ. ε, εδ. 14-19)


14 Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μή νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν..


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα ανοιχτό προς τον νέο πρωθυπουργό





 

Αγαπητό μου παιδί, Αλέξη,

Λυπάμαι, που εμείς, οι γονείς σας, η γενιά του πολυτεχνείου, σας “παραδίνουμε “ έναν κόσμο, τέτοιον που αυτός είναι σήμερα.

Το “παραδίνουμε”, δεν είναι σωστό. Δεν σας τον παραδώσαμε ακριβώς, αλλά κλείσαμε την πόρτα πίσω μας, αφήνοντας σκοτεινό το ρημαδιό που κάναμε με τις πολιτικές, που -δεχθήκαμε ίσαμε σήμερα να- εφαρμόζονται στον τόπο μας. Και πια, μονάχοι και ξυπόλυτοι έπρεπε να μπείτε μέσα στο σπίτι. Σαν ορφανά του πολέμου.

Καιρό σε παρακολουθώ, με κάποια δυσπιστία. Συνηθίσαμε, βλέπεις, στη δυσπιστία, με τόσες επιπολαιότητες και μετά από τόσες προδοσίες...

Με την ματιά στο αύριο, για τη νεότητα, θέλω να πετύχει τούτη η προσπάθεια. Το θέλω πολύ, αλλά είναι δύσκολο. Γιατί η διανόηση της εποχής μας, που θα μπορούσε να παραστέκει, με τα φώτα της, και να φανερώνει τις παγίδες πριν πέσουμε ξανά μέσα, έχει αποστασιοποιηθεί αρκετά από ό,τι σηματοδοτεί τον Ελληνικό τρόπο. Έχει αποστασιοποιηθεί από την Ιστορία, τις παραδόσεις, τις διδαχές και τις αξίες που ο ελληνισμός και η ελληνικότητα έχουν αναδείξει ως πανανθρώπινες, και η Χριστιανική διδασκαλία, στεφάνωσε, με κήρυγμά της τον αγώνα τον καλό, τον αγώνα για την αρετή και την αλήθεια, ενάντια στα πάθη της ανθρώπινης απληστίας, της αγνωμοσύνης, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας.

Βγήκαμε στο προσκήνιο της Ιστορίας και ξαναγίναμε ελεύθεροι, δυστυχώς, υπό κηδεμονία. Όλοι οι καλοί μας φίλοι, αγωνίστηκαν να μας επιβάλουν τη “βοήθειά” τους, με ατέλειωτο τόκο και με ελευθερία παρακολουθούμενη και στρατευμένη στα συμφέροντά τους. Κι εμείς δώσαμε. Και τους ατέλειωτους τόκους, και την αναφορά μας στις εντολές τους. Και σκοτώσαμε τον Κυβερνήτη μας, που θα μας οδηγούσε να γίνουμε κι εμείς λαός μαζί με άλλους λαούς αυτεξούσιους, ελεύθερους και κοινωνούς των αγαθών που απολάμβαναν όλες οι τότε οργανωμένες κοινωνίες. (Για φαντάσου! Εμείς, δεν ευκαιρήσαμε ούτε να συμμετάσχουμε στις τιμές που -προσφάτως- του απέδωσε η ευγνώμων Ελβετία!).

Η μοντέρνα διανόηση ισχυρίζεται πως γίναμε έθνος με μια συνθήκη. Κι ίσως με μια άλλη, πάνε να μας καταργήσουν.

Η δική μας όμως η ζωή, η ιστορία και τα χώματά μας, μας λένε πως έθνος ήμασταν από πάντα. Γιατί αυτό που θέλαμε πάντα, ήτανε η ελευθερία, η αυτοτέλεια και η συνεργασία των αυτόνομων Ελληνίδων κοινοτήτων και πόλεων, η πατρίδα μας, το ηγείσθαι, το γνώναι τον κόσμον, τα δαιμόνιά μας, ο άγνωστος Θεός μας, οι εκκλησιές και τα μοναστήρια μας. Ο Οδυσσέας, ο Λεωνίδας, κι ο Παλαιολόγος. Ο Δαβάκης, ο Ρίτσος, ο Θεόφιλος, ο Κόντογλου, ο Ελύτης, ο Θεοδωράκης κι ο Μάνος Χατζηδάκης. Ο Τσαρούχης κι όλοι οι μεγάλοι τεχνίτες του χρωστήρα και του λόγου, που ασταμάτητα γεννάει ετούτος ο μικρός τόπος. Κι όλα τούτα είναι Ελλάδα. Ελλάδα δεν είναι μόνο εφιάλτες. 'Εχει κι απ' αυτούς.

Και η Ελλάδα προχωράει στον κόσμο, και γίνεται ένα μ' αυτόν, στη γνώση, στο εμπόριο, στις τέχνες. Συμμετέχει, και συχνά οδηγεί. Αλλά, οι Έλληνες ταξιδευτές, ξεχνάνε καμμιά φορά τον τρόπο τον Ελληνικό, που είναι η προσαρμογή στα πράγματα, κι ο συνταιριασμός τους με άποψη, και ιδιοπροσωπία στο οράν τον κόσμο, και στο μετέχειν του γίγνεσθαι. Είναι φυσικό, ως ένα βαθμό. Θα έχουμε και απώλειες. Είναι κι αυτό ένας πόλεμος.

Καθώς πολλοί ταξιδέψαν και ζήσαν αλλού, το μυαλό τους κι ο τρόπος τους έγινε σαν των άλλων. Περιπλανήθηκαν για χρήμα, εξουσία και δύναμη. Κι όσοι απ' αυτούς χάσανε την ψυχή τους, μπορεί να φέρανε χρήμα και δύναμη και γνωριμίες, μα όλα τούτα τα κράτησαν για πάρτη τους.

Τελειώσαν οι Συγγροί, οι Βαρβάκηδες, οι Βαλλιάνοι, οι Ζάππες. Πολλοί γύρισαν για τις τιμές, τα οφίτσια, τις αμοιβές και τις παράτες. Χωρίς ποτέ να καταλάβουν ότι μεγάλα πανηγύρια στήνουν οι μεγάλες τσέπες.

Κι αγωνιστήκαμε να κάνουμε γιορτές της ζωής μας όχι τους ιστορικούς μας θριάμβους στην τέχνη, τα γράμματα, τον αθλητισμό, την επιχειρηματικότητα και, γενικά, τη δημιουργία και τις αρετές, αλλά στην ασυδοσία, την αγυρτεία, την επίδειξη, την κατανάλωση, την αρχομανία, την αυθαιρεσία, την καταστροφή, τη λεηλασία του εθνικού πλούτου και την αχρήστευση των πλουτοπαραγωγικών μας πόρων με την αδιαφορία, τη νωθρότητα και την επιλήψιμη προμήθεια για κάθε υπηρεσία.

Όσο υπάρχουν άστεγοι, σε έσχατη ένδεια, και σχολειά χωρίς δασκάλους, τόποι χωρίς γιατρό, δρόμοι με τρύπες, και μονοπάτια αντί για δρόμοι, όσο δεν υπάρχουν λειτουργικοί θεσμοί για όλες τις ανάγκες του λαού, δεν έχουμε περιθώρια για πολυτελείς ελευθερίες. Γιατί στον Ελληνικό τρόπο εκείνο που κυριαρχεί είναι το καλό του τόπου. Κι όσοι τον κρατούμε τον τρόπο ετούτο, μας πονάει το καλό της τσέπης του άρχοντα, που γίνεται με το κακό της ζωής του πολίτη.

Στη χώρα με τα πολλά θύματα υπέρ της ελευθερίας, καταντήσαμε να κατηγορούμε την ελευθερία στη σκέψη των Ελλήνων και να ονειδίζουμε τις ιδέες. Να ντρέπονται οι Έλληνες χριστιανοί στο χριστιανικό τόπο τους και να μεριμνούμε για ξενόφερτα δόγματα που βαθμιαία εισβάλλουν στη χώρα και στη ζωή μας και απειλούν ακόμη και τη ζωή μας, με επανειλημμένες ειδεχθείς επιθέσεις σε ανύποπτα και αδύναμα θύματα. Εχθρούς και δράστες αξιόποινων πράξεων, που τους υποστηρίζει μέρος της διανόησης και οι επαγγελματίες της αποδιοργάνωσης του Ελληνικού τρόπου. Εχθροί που αποθρασύνονται. Κι είναι ακόμη ενωρίς. Ο κατεστημένος πολυ-πολιτισμός, πουθενά δεν ευδόκησε. Τον δέχονται εκεί που δεν μπορεί να κάνουν αλλιώς. Και τον επιβάλλουν όσοι επιδιώκουν μη φανερά προγράμματα.

Να τιμάς τον πολιτικό σου αντίπαλο και να τον εξουδετερώνεις με το δημιουργικό σου και επωφελές για την πατρίδα πολιτικό έργο. Γιατί τα άλλα μέσα, είναι άλλου πολιτισμού. Είναι εργα πολέμου. Άθλιου, κακοήθους. Πολέμου που στρέφεται κατά της μερίδας του λαού που εκπροσωπείται από αυτόν. Κι αυτό το τμήμα του λαού, το μετατρέπεις σε πολιτικό σου αντίπαλο.

Από τούτα που βλέπω, στις λίγες ώρες που είσαι πρωθυπουργός, θαρρώ πως σε φοβούνται γι' αυτό που νομίζουν ότι κομίζεις. Μακάρι να το κομίζεις. Τό 'δειξες κιόλας, με το πρώτο σου “ΟΧΙ”.

Ξεκίνησαν τηλεοπτικές επιθέσεις στο ενδεχόμενο να διαφέρεις. Κάποιοι, ταπεινοί και σώφρονες περιμένουν, τουλάχιστον, πρώτα να μιλήσεις. Να ορίσεις. Να αποφανθείς.

Παιδί μου,

Να τιμήσεις τις ρίζες σου. Να τιμήσεις την ευθύνη που ο Ελληνικός λαός σου ανέθεσε, και να δημιουργήσεις μες στην αγάπη για την πατρίδα μας, εκείνο που θα σου παραχωρηθεί να δημιουργήσεις, με την ευχή και τη συμπαράσταση όλων.

Εκπροσωπείς μια αθώα γενιά. Μια γενιά που δεν έφταιξε, για το παρόν που της φτιάξαμε. Εμείς, η πιο τυχερή γενιά, η γενιά που δεν γνώρισε πόλεμο, έχουμε στήσει πόλεμο ανάμεσά μας. Πόλεμο από εγωϊσμό, πλεονεξία, αυταρέσκεια και αυταρχισμό, ναρκισισμό και έλλειψη ταπείνωσης.

Ετίμησες τους πεσόντες στο όνομα της ελευθερίας, από το βόλι της γερμανικής μεγαλαυχίας και του αυταρχισμού. Ετίμησες το ελεύθερο ελληνικό πνεύμα και τη θυσία υπέρ της αρετής.

Οι δανειστές που σου ζητάνε να πληρώσεις τα συμφωνημένα, δεν έχουν πάρει ποτέ την απάντηση, πως “συμφωνημένο ήταν κι εκείνο που οφείλει ακόμη η Γερμανία». Κι αν είναι ανήθικη η μη τήρηση της συμφωνίας που έκανε ο οφειλέτης με το δανειστή του, αυτό ισχύει για όλους τους οφειλέτες.

Κι επί πλέον, είναι άλλο πράγμα να σε αναγκάζουν να δανείσεις, από το να παραινείς και να ενθαρρύνεις κάποιον για να τον δανείσεις. Και είναι ακόμη χειρότερο πράγμα να περιάγεις τον άλλον σε κατάσταση δανεισμού, με τα μοντέλα που απαιτείς να εφαρμόζει, προκειμένου να τον κάνεις παρέα. Αλλά εκείνο που, κυρίως, βαρύνει τη δική μας κυβέρνηση είναι η ευθύνη να προβλέπει τις μεθοδεύσεις και τις διαδρομές της δημιουργίας αδιεξόδων. Και μερικοί υπήρξαν, μέχρι τώρα, ανύποπτοι.

Οι δανειστές μας χρειάζεται να ξέρουν ότι είναι αισχρό, να δανείζεις τον επαίτη, γιατί είναι προφανές ότι τον εκμεταλλεύεσαι. Εμείς, εδώ, τους τέτοιους, τους λέγαμε τοκογλύφους και μαυραγορίτες, στα χρόνια της κατοχής, όπου οι έχοντες, δάνειζαν ή πουλούσαν πανάκριβα στους ενδεείς. Κι οι κινηματογραφικές ταινίες μας, αυτούς, τους παριστούν ως γλοιώδεις φυσιογνωμίες με απεχθή μούτρα, κι όχι σαν συμπαθείς κι ευπρεπείς ανθρώπους με καλογυαλισμένα κι αστραφτερά στολίδια, ευχάριστους και καλοδεχούμενους.

Να μην ξεχνάς, ακόμη, τα “ατυχήματα” που μπορεί να συμβαίνουν κάθε τόσο, αποτρεπτικά για κάποιες πολιτικές σου, ή προειδοποιητικά για κάποιες επιλογές σου, στα οποία θα λανθάνει -ατυχής ή επιτηδευμένη- συμβολή των υποκρυπτόμενων “εταίρων” ή “συμμάχων”.

Στην κατάσταση που βρίσκεται η χώρα, οι προσδοκίες του λαού μπορεί να είναι μικρές, αλλά οι ανάγκες του είναι μεγάλες. Δε θα σου πώ για την πρωτοφανή ένδεια που έχει ενσκήψει στον τόπο μας, που δεν την βλέπαν οι διαχειριστές με τα πανάκριβα γούστα και τις καλοπληρωμένες ανέσεις. Γιατί φαίνεται πως τα ξέρεις.

Ας είναι γιορτή, η δουλειά για προκοπή, κι η αγάπη για το αύριο της πατρίδας μας και της νεότητας, κι όχι οι αυτάρεσκες συνεστιάσεις και τα λαμπερά και σπάταλα πάρτυ.

Ας είναι γιορτή κάθε τί που ενώνει όλους τους Έλληνες, κι ας είναι ελευθερία κάθε τί που δεν εμποδίζει, δεν προσβάλλει, δεν ξεχωρίζει δυσμενώς κανέναν μας.

Ας φροντίσουμε το μέλλον της πατρίδας, κι ας σταθούμε άνθρωποι στους ανθρώπους. Να έχουμε συνεργασίες με όσους έχουμε αμοιβαία συμφέροντα, και φιλίες μ'όσους έχουμε κοινό τον τρόπο και το νόημα της ζωής. Να έχουμε καλές σχέσεις με όλον τον κόσμο. Και να μη δεχόμαστε την σύμπραξη στο κακό, ούτε την προδοσία των φίλων μας. Γιατί οι φίλοι είναι σημαντικότεροι από τους εταίρους.

Η αρετή είναι ασπίδα. Γιατί όταν το κακό του άλλου, προσκαίρως μας ευνοεί, να είμαστε σίγουροι, πως θάρθει ο καιρός, που το κακό το δικό μας θα ευνοεί κάποιους άλλους. Και τότε αυτοί δεν θα διστάσουν να μας προκαλέσουν το κακό που τους εξυπηρετεί.

Όσο για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που τ' όνομά του θα πρέπει να 'ναι στολίδι στην Πολιτεία μας, υπάρχει -κατά τη γνώμη μου- ένα όνομα, πάνω από όσα έχω ακούσει μέχρι τώρα, που τιμά το λαό μας, την επιστήμη του και την Χώρα, και το ήθος του είναι από μόνο του, οχυρό. Που η διαδρομή του, τόσο η επιστημονική, όσο και η Πολιτική, διαπνέεται, εγνωσμένως, από ήθος και ακεραιότητα.

Και αυτός είναι ο Καθηγητής κ. Γιώργος Κοντογιώργης, γνωστός, και ικανός να περιποιήσει τιμή στη Χώρα, στους Έλληνες και στην Δημοκρατία μας.

Συγχώρησέ μου την τόλμη και τις μητρικές υποδείξεις. Έγιναν από αγωνία για το μέλλον, κι από λαχτάρα για την ευόδωση της ελπίδας που χαράζει, με τούτη την ευοίωνη συγκυρία.

Σου εύχομαι κάθε επιτυχία στο έργο σου, για το καλό του τόπου και του λαού μας.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

27 Ιανουαρίου: Μνήμη Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


 

Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (που έγινε το έτος 438).

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος άσκησε με καταπληκτικό θάρρος δριμύτατο έλεγχο και κριτική στην αυτοκράτειρα Ευδοξία για τον τρυφηλό της βίο και τη ματαιοδοξία της, τις παρανομίες και τις αδικίες της, γι' αυτό και εξορίστηκε κατ' επανάληψη. Υπέκυψε, μάλιστα, κατά τις μετακινήσεις του από εξορία σε εξορία, και ετάφη στα Κόμανα της Καππαδοκίας.

Ο Χρυσόστομος εκοιμήθη την 14 Σεπτεμβρίου του έτους 407, αλλά η μνήμη του, από το έτος 628 και μετά, μεταφέρθηκε την 13 Νοεμβρίου, επειδή από τότε -τη μέρα αυτή- εορτάζουμε την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Μετά το θάνατο της Ευδοξίας, επί αυτοκράτορος του Βυζαντίου (που ήταν ο γιός της) Θεοδοσίου Β' του Μικρού, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου. Την ανακομιδή των λειψάνων εζήτησε ο Αρχιεπίσκοπος Κωσταντινουπόλεως Πρόκλος, ο οποίος και έπεισε τον αυτοκράτορα για τούτο. Το λείψανο έγινε δεκτό με μεγάλες τιμές στην Κωνσταντινούπολη, ενώ πολλά ήταν τα θαυμαστά γεγονότα που συνόδεψαν την ανακομιδή, σύμφωνα με τον Συναξαριστή. Τελικά, το λείψανο του Αγίου αποθησαυρίστηκε στο Ναό των Αγίων Αποστόλων.

Υπήρξε πολυγραφότατος σε βαθμό που 18 -από τους 161- τόμους της Ελληνικής Πατρολογίας του Migne, περιέχουν τα άπαντα του Χρυσοστόμου (Πραγματείες, Ομιλίες, Λόγους και Επιστολές).

Ανάμεσα στο πλήθος των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε ο Άγιος, ξεχωρίζουν δυο μεγάλες αλήθειες της Χριστιανικής διδασκαλίας. Η αρετή της αφιλαργυρίας και εκείνη της ταπεινοφροσύνης. Γι' αυτές τις αρετές εκτενώς αναφέρεται στις ομιλίες του, οι οποίες αποτελούν -μέχρι σήμερα- μεγάλο οπλοστάσιο ιδεών και μεθοδολογίας για τη διαπαιδαγώγηση στην Αρετή.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έχει τεράστια πνευματική προσφορά, αφού το έργο του, με την ποιητικότητα και την εκφραστικότητά του, έχει παγκόσμια απήχηση.

Όλα τούτα τα θεία χαρίσματα του Αγίου αποτυπώνονται στο Απολυτίκιο και στα διάφορα Κοντάκια που η Εκκλησία μας, δια των εμπνευσμένων Υμνωδών της, αναμέλπει στη μνήμη του, αποκαλώντας τον: Στόμα Θεού, Αξιάγαστο, Καθηγητή, Ιεραρχικώτατο, Θεηγόρο, Θείο Χρυσόστομο, κ.ά.. Ανάμεσα στα πολλά Κοντάκια, ένα -ενδεικτικά- έχει ως εξής: «Τα χρυσότατα της καθαράς σου γλώττης έπη/ως θησαύρισμα εκ ψυχικών ταμείων φέρων,/ την οικουμένην κατεπλούτισας, Χρυσόστομε/ποικίλλων αυτήν αντί σμαράγδων ταις γνώμαις/και θέλγων ημάς εις βασιλείας πόθον των ουρανών/ Ιεραρχικώτατε/ αλλά τω Κυρίω υπέρ ημών αδιαλείπτως ικέτευε».

Το προσωπικό παράδειγμα του Χρυσοστόμου, που είναι η ενάρετη ζωή και η τοποθέτηση -με προσωπικό και επώδυνο κόστος- απέναντι στην “αμαρτία”, φωτίζει τη ζωή του. Και αυτό ακριβώς είναι η διδασκαλία του Χριστού. Γιατί ενώ η επιλογή της ενάρετης ζωής είναι ένας προσωπικός δρόμος, η διαπαιδαγώγηση στην αρετή είναι ένας οδυνηρός δρόμος.

Στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της ημέρας, καθρεφτίζεται η σημασία που έχει η απόλυτη καθαρότητα της καρδιάς. Αυτήν, που είχε και διαρκώς αναζητούσε, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Όποιος εμφορείται από σκέψεις δυσπιστίας, προκατάληψης και αμφιβολίας, μπορεί να μη βλέπει ακόμη και τα προφανή. Αυτό πραγματικά έγινε και στην περίπτωση της θεραπείας του τυφλού: Ο Χριστός με έναν τρόπο, που για Εκείνον, ήταν εύκολα δυνατό, θεράπευσε τον τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ωστόσο, οι διώκτες και κατήγοροί του, δυσπιστούσαν στο θαύμα τούτο. Κι όμως, ο Χριστός, μ' έναν απλό τρόπο, με επάλειψη πηλού, θεράπευσε την τυφλότητα. Αν κι οι διώκτες του, αντί για καχυποψία και άρνηση, είχαν στην καρδιά τους αγάπη, θα έβλεπαν το θαύμα.

Αυτός είναι ο τρόπος για να βλέπουμε τα πράγματα: με αγάπη. Ίσως έτσι, βλέπουμε καλύτερα, κι ίσως προσελκύσουμε κι άλλους σε τούτο τον τρόπο του θεάσθαι τον κόσμο. Και τότε, ίσως να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο.

**********************************
Σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από το:


Κατά Ιωάννην (κεφ. ι, εδ. 9-16)

9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 13 ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.



Σημείωση: Σε τούτες τις γραμμές, αρωγός στάθηκε, το «Ορθοδοξίας Θησαύρισμα» του καθηγητή κ. Θ. Ζήση, εκδ. «ΑΣΤΗΡ», 1998.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Γράμμα απ' τα ξένα


 



 

Ετούτο το σημείωμα, είναι για ένα γράμμα, που έλαβα σήμερα, από έναν ξενιτεμένο. Γιατί βλέπετε, η απόσταση δεν είναι απουσία, κι ο θάνατος δεν είναι κατάργηση. 
 
Αυτά που ζήσαμε, αυτά που ειπώθηκαν, σφραγίδες εγίνανε στης καρδιάς τον τόπο, για να δίνουν ζωή  και να σβήνουν την ερημιά. Όπου βρεθούμε, όπου σταθούμε, τα όσια και τα ιερά, τις ρίζες, τη γλώσσα και την ιστορία να κρατούμε. Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει ποιός είναι, πούθ' έρχεται, πού πάει.
 
 
 Το γράμμα λέει τα εξής (κατ' αντιγραφήν από έναν ιστότοπο*):
 
«Το δέ τήν πόλιν σοί δοῦναι οὔτ’ ἐμόν ἐστί οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινή γάρ γνώμη πᾶντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καί οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.»

Κωνσταντίνος ΙΑ΄Παλαιολόγος προς τον Μωάμεθ Β΄




«Είναι εύνοια να γεννιέται κανείς,

Έστω κι ως ένας θάμνος στο χώμα σου…

Και το όνομα Ελλάδα, δεν είναι λέξη, αλλά λόγος·

Όλες οι λέξεις που ονομάζουν το φως.

Κι είχε πήξει το φως , κ’ είχε γίνει το μάρμαρο.

Και εκλήθης εσύ να μπορέσεις το θαύμα.

Κ’ έκαμες πάλι το μάρμαρο φως.

Κ’ ήταν δείχτες οδών προς τα πάνω οι κολώνες σου.


Απαρχής του καιρού, νόμισμά σου το αίμα σου.

Και μ’ αυτό εξαγόραζες, όργος όργος,

κάθε τόσο το χώμα που ήταν δικό σου.

Αλλά εκεί που όλα έδειχναν ότι έγινες έρημος

«με ολίγο χορτάρι» ακουγόντουσαν ψίθυροι… Ακλουθούσαν τα κλεφτοφάναρα·

κ’ οι Ακαδημίες του Πλάτωνα λειτουργούσαν κανονικά.

Κι οι τύραννοι έσερναν στο κριτήριο τα παιδιά σου.

Τους παζάρευαν την ψυχή, αλλά δεν την πουλούσανε…

Και σηκώνανε τα μαστίγιά τους, τι βλέπαν πως ήταν το πνεύμα τους απαράδοτο.

Ωστόσο το μέγα φως δεν ξεχτίζονταν.

Ο καθένας τους είχε κι από ένα μικρό Μεσολόγγι στο στήθος του.

Και θα ‘λεγε μάλιστα κανένας πως φτιάχτηκαν και τα βουνά σου εξεπίτηδες έτσι απόκρημνα κ’ υψηλά, να τ’ ανεβαίνουν οι Έλληνες και ν’ αποθέτουνε στις κορφές την κιβωτό με το Έθνος.

Όλους τους αέρες του κόσμου

Τους αρμύρισαν με τα δάκρυά τους.
δεν είναι δικό μου,
Σμίγαν τους στεναγμούς τους και σχημάτιζαν έπος.

Και φτιάχναν παντού νησάκια του έθνους, που ξεχώριζαν εύκολα, απ’ το ένα σημείο τους

που ήταν το φως.

… Όλα μαζί ήταν το έθνος.

Πώς πεθαίνει ένα έθνος; Πώς πεθαίνει ένα έθνος, όταν όλες οι θύελλες καταιγίζονται απάνω του, δίχως να βρίσκουν το σώμα του;

Πώς πεθαίνει όταν όλα είναι το έθνος;

Αν χτυπούσεν η σάλπιγγα, σαλευόνταν η γης και σηκώνονταν όρθιοι, δεν θα βρίσκανε τόπο να σταθούνε οι μάρτυρες. Δεν θα φτάναν τα δέντρα σου ν’ ακουμπήσουν τις πλάτες…

Και απ’ όποιο σημείο κι αν θεόταν τον όγκο τους, θ’ απορούσε κανείς: πως απόμεινε μήτρα, πώς απόμεινε μάτι, πώς απόμεινε πόδι, πώς απόμεινε χέρι, να σηκώνει του Έθνους σου τη σημαία ανάμεσα στις σημαίες των Ενωμένων Εθνών.

Ουκ εάλω η ρίζα! Ουκ εάλω το φως!

Ενυπάρχει στο φως η ψυχή σου,

στη ρίζα το σώμα σου.

Ουκ εάλω η Βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων».

Νικηφόρος Βρεττάκος

«Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη» 
 
Αφού το διάβασα, ταξίδεψα μαζί του κι εγώ, στον κόσμο της ποίησης. Δεν έχω πια λόγο να παρηγορήσω για την ερημία της ξενητειάς του τον αποστολέα της επιστολής, γιατί φάνηκε η ξενητεία της ερημιάς του. 
 
Είναι μακριά μας, αλλά δεν λείπει.