Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Συντηρήσεις και κατασκευές. Τεχνίτες κι Επιτηδευματίες.



Ο σεισμός που πρόσφατα τράνταξε ξανά τα εφτάνησα, προκάλεσε ζημιές, σε πράγματα που «μυστικά» διατηρήθηκαν, ως μάρτυρες μια εποχής που αμετάκλητα έφυγε, και οικογενειακών στιγμών που είχαν ζωντανέψει στις διηγήσεις του Παππού, από τα χρόνια που καινούργιος μπαμπάς, έλεγε παραμύθια στο μικρό του αγόρι.

Ο μεγάλος σεισμός του 1953, είχε πάρει πάνω από το κεφάλι τους ολόκληρη τη στέγη του σπιτιού εκείνο το Αυγουστιάτικο καταμεσήμερο, και σαν άφησε το μωρό έκθετο στον ουρανό, εκείνο κατάπληκτο άσπρισε από το φόβο του.

Ο Παππούς, συμμάζεψε τα συντρίμμια, και φύλαξε σε μια πρόχειρη παραγκο-κατασκευή ό,τι περισώθηκε κι ό,τι δεν ήταν ανεπανόρθωτα κατεστραμμένο.

Ανάμεσα σε τούτα ήταν και η λάμπα «η καλή». Ετούτη η λάμπα έφεγγε στην κυρά δασκάλα, την πεθερά μου, να ετοιμάζει -τις χειμωνιάτικες νυχτιές- τα μαθήματα της επομένης μέρας και να διορθώνει τα γραφτά των μαθητών της. Δίπλα της διάβαζε κι ο μικρούλης της, σαν που ήταν μοναχός, κι άλλονε δεν είχε για να παίζει και να τον συντροφεύει στις σκανταλιές του.

Ετούτη η λάμπα, περισώθηκε από τα ρίχτερ του 1953 και τη σκοτώσανε τα ρίχτερ του 2014! Τοποθετημένη πάνω στη μικρή βιβλιοθήκη της κυρά δασκάλας, εδέσποζε στο μεγάλο δωμάτιο, δίπλα στους αγέλαστους γέροντες, τα γονικά του Παππού, και δίπλα στο χάρτη του Νείλου. Ένα χάρτη που ο Παππούς τον έφερε στα 1952 από την Αίγυπτο, σαν γύρισε για πάντα από εκεί. Τον έφερε για να κρατάει ζωντανές τις μνήμες από τις θαυμάσιες περιηγήσεις του, και να μας δείχνει το απίστευτα μακρύ ταξίδι του γονιμοποιού θεού της Αιγύπτου. Εκεί, ανάμεσά τους, η λάμπα, έστεκε ακούραστος θεατής και μάρτυρας της ζωής του σπιτιού.

Η λάμπα η καλή. Α! Η λάμπα! Χωνευτή σε μια κολονάτη και σκαλιστή -σαν πλεκτή- μαντεμένια βάση, μια γυάλινη μπάλα γεμάτη φωτιστικό πετρέλαιο, αναπαυότανε, ετοιμοπόλεμη, για κάθε ξαφνική συσκότιση. Φαινόμενο, καθόλου ασυνήθιστο. Άπειρες φορές, μας είχε διώξει μακριά τα σκοτάδια, και μας είχε χαρίσει ευκαιρίες να ξανανιώσουμε παιδιά, όπως τότε, που ηλεκτρικό φώς δεν υπήρχε ακόμη στα χωριάτικα σπίτια μας. Κάτι τέτοιες φορές, που χειμώνα βρεθήκαμε εκεί χωρίς ηλεκτρικό, με τη λάμπα ξανανιώσαμε παιδιά, και σαν να περιμέναμε τις μάνες μας για να διώξουν το φόβο του σκοταδιού και να στρώσουνε το βραδινό τραπέζι. Μα γρήγορα, ξαναρχόταν το ηλεκτρικό, κι οι φόβοι μεριάζαν, οι παιδικές οι μνήμες χάνονταν, και ξανά μεγάλοι, συνεχίζαμε από εκεί που είχαμε σταματήσει.

Μα στην πρώτη -μετά τον τελευταίο μεγάλο σεισμό- επίσκεψή μας στο νησί, με οδυνηρή έκπληξη είδαμε τη λάμπα πεσμένη στο πάτωμα. Συντετριμμένη από τον καινούργιο χαλασμό, σπαράγματα ασυμάζευτα, μας πόνεσε ο χαμός της. Εφυγε ο Παππούς, έφυγε η κυρά δασκάλα, εμείς γερνάμε, οι νέοι φευγάτοι. Κανείς δεν μένει να την χρειάζεται, να την θυμάται και να την προστατεύει. Να βλέπει στο φώς της, να βλέπει την ομορφιά της, να νιώθει την ιστορία της, και να θυμάται πόσους είχε βοηθήσει να ιδούν στο σκοτάδι της νύχτας. Πόσες γιορτές είχε φωτίσει και πόσες θλίψεις είχε συντροφέψει! Στις λίγες μέρες του καλοκαιριού, εξαντλείται πια η συντροφιά της.

Στην επιστροφή μας εδώ, στην μεγάλη την πόλη, που όλα τα έχει κι όλα τα βρίσκεις, την πήραμε μαζί μας, έτσι τσακισμένη, ανάπηρη και πονεμένη. Σκεφτήκαμε, πως εδώ θα βρεθεί κάποια θεραπεία. Και πράγματι. Μια μέρα περπατώντας, συναπάντησα ένα όμορφο μαγαζί στην οδό Αθηνάς. Με γυαλικά, με κάθε λογής γυαλικά, για λάμπες και για φωτιστικά. Παλιά και καινούργια. Κι εκεί, στοχάστηκα πως θα μπορούσε να βρεθεί μια λύση! Και μπήκα.

Βρέθηκα, σ' ένα φιλόξενο εργαστηριακό χώρο, που τον κρατούν δυο κυρίες, με μεγάλη αγάπη και μεράκι, με ενδιαφέρον και με γνώση για κάθε σχετικό πρόβλημα.

Η Ελένη και η Βιβέτα. Δυο ζωντανές ψυχές, δυο δημιουργοί, τεχνίτριες και καλλιτέχνες. Όχι μόνο επισκευάζουν, όχι μόνο αποκαθιστούν, αλλά και μετατρέπουν, και διακοσμούν!

Το θέμα μου ήταν πολύπλοκο, γιατί όχι μόνο η λάμπα είχε θρυμματιστεί, αλλά και η μαντεμένια της βάση είχε βαρειά τραυματιστεί. Τα κορίτσια, έφτιασαν κατ' αρχήν την βάση, και στη συνέχεια με φυσητό γυαλί έφτιασαν την γυάλινη μπάλα που την είχε καταθρυμματίσει ο σεισμός, καθώς πέταξε την λάμπα κάτω από τη βιβλιοθήκη. Διατηρήσαμε την ίδια μηχανή, και με ένα καινούργιο γυαλί, που το ίδιο το μαγαζί διέθετε, η λάμπα η καλή ξαναμπήκε στη μάχη! Ετοιμοπόλεμη ξανά, όχι μόνο για να φωτίζει, αλλά και να ιστορεί.

Κομβικής σημασίας η συμβολή του Χρήστου, του μάστορα και τεχνίτη κατασκευών από γυαλί, που έδεσε στο φυσητό γυαλί, την μηχανή με το φιτίλι της λάμπας. Ο Χρήστος ο Τομπροντής, παλιός γείτονας, μεγάλος τεχνίτης υαλίνων κατασκευών, κάθε είδους και μορφής, διατηρεί στα Πετράλωνα δραστήρια επιχείρηση, όπου μπορείς να κάνεις κάθε είδους και μεγέθους γυάλινη κατασκευή. Αυτός είναι που «έδεσε» στη γυάλινη μπάλα τη μηχανή για να ξαναλειτουργήσει η λάμπα η καλή.

Πόσο όμορφα ένιωσα, σαν  -με ακατάβλητη μέριμνα- κατάφερα να βρώ τους κατάλληλους ανθρώπους, κι εκείνοι να αναστήσουν κάποια από εκείνα τα λίγα που ο καλός μου κουβαλάει από τα παιδικά του τα χρόνια. Και τούτο είναι σημαντικό, μια που μονάχος του βρέθηκε, να σαρκώνει τη γενιά του, και τις οικογενειακές του μνήμες, για να τις παραδώσει στα παιδιά μας.

Σε τούτη την ιστορία, εκείνο που πιο πολύ με κάνει να αισθάνομαι ωραία, είναι όλοι οι τεχνίτες, που με την επιδεξιότητα μάστορα, το μεράκι και την επιμέλεια ενός καλλιτέχνη, συνέβαλαν στην αναδημιουργία της λάμπας, από τα λιγοστά απομεινάρια της.

Αυτοί οι τεχνίτες, κι η δουλειά τους, είναι ο λόγος που γράφεται τούτη η ιστορία. Γιατί τέτοιες δραστηριότητες είναι εξαιρετικής σημασίας στους καιρούς που ζούμε. Στην Ελλάδα του σήμερα. Οι άνθρωποι αυτοί, με τη δουλειά τους, με την δημιουργική πνοή τους, δίνουνε σάρκα και οστά στη λιμώττουσα κοινωνία μας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν περιμένουνε κανέναν διορισμό για να φάνε και δεν πουλάνε τίποτε καταναλωτικό για να κάνουνε τζίρο. Οι υπηρεσίες τους λύνουνε προβλήματα, καλύπτουν ανάγκες και δημιουργούν οικονομική κίνηση και κρατικά έσοδα. Οι άνθρωποι αυτοί, οι τεχνίτες, είναι εκείνοι που θα σώσουν τις οικοσκευές μας από τη χωματερή, και θα λιγοστέψουνε την εθνική δαπάνη για ευτελή μικροέπιπλα εισαγωγής. Τέτοιοι μερακλήδες τεχνίτες θα συμβάλουν στην διατήρηση και την συντήρηση των παραδοσιακών μας ξυλόγλυπτων επίπλων. Έτσι θα βρεθούν εστίες απασχόλησης και δημιουργίας. Θεραπευτικής και παιδαγωγικής. Γιατί όταν κανείς εργάζεται με ευθύνη, σκέφτεται δημιουργικά, επινοεί και σιγά-σιγά πρωτοπορεί.

Δεν αρκεί η επιχειρηματικότητα με αντικείμενο τα καφενεία, τα μπάρ, τα τυροπιτάδικα, τις πωλήσεις ευτελών μικροαντικειμένων εισαγωγής, που προορίζονται για εντυπωσιασμό ή θεραπεία μέσω της αγοράς. Η δραστηριότητα αυτή δεν είναι ούτε δημιουργική ούτε έχει προοπτικές. Γιατί η παραμονή και η διατριβή σ' αυτούς τους χώρους, δεν σου καταναλώνει μόνο το χρήμα, σου καταναλώνει και το μυαλό.

Γιατί, εκεί, συνήθως αργολογείς και φλυαρείς, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, ... στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία...

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Το «Χτύπα σαν άντρας» και η οικογένεια «ουράνιο τόξο»: διαφορές και ομοιότητες!


 



Ακούγοντας στις ειδήσεις την απαγόρευση -ως σεξιστικής- της φράσης «χτύπα σαν άντρας», φράση που περιέχεται σε μια διαφήμιση δώρων με την ευκαιρία του Πάσχα, διαπίστωσα γι' ακόμη μια φορά, πως οι άνθρωποι που ορίζουν πολλά από τα σημαντικά πράγματα της καθημερινής ζωής μας, δεν έχουνε καθόλου γούστο!

Να φανταστείτε ότι απαγορεύουν το «χτύπα σαν άντρας», επειδή θεωρούν ότι προσβάλλει κάποιους. Τί είναι, αλήθεια, εκείνο που προσβάλλει; το γένος του προσώπου, ή η αποδοχή της -κατά τα συνήθη- μυικής υπεροχής των ανδρών; Προφανώς, βαίνομεν προς κατάργησιν αμφοτέρων των φύλων, για να μην ενοχλείται κανένας, και φαίνεται ότι θα εγκαθιδρύσουμε το ουδέτερον γένος των ανθρώπων, ώστε να μην «προσβάλλονται» κάποιοι. Ετούτο μου ακούγεται σαν τη ζήλεια των πιτσιρικάδων, που ο καθένας θέλει το παιχνίδι του άλλου, ή θέλει να μην υπάρχει καθόλου ένα παιχνίδι, αν δεν ανήκει σ' αυτόν! Αλήθεια, πιστεύω πως δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά.

Αν βαδίζουμε έτσι, το επόμενο βήμα μας θα είναι η αποδυνάμωση του συνόλου των ανθρώπων, ώστε κανείς να μην μπορεί να «χτυπήσει δυνατά». Κι έτσι πετυχαίνουμε πολλούς στόχους, που υπερβαίνουν το πρόσωπο και αφορούν μόνο την εξουσία! Την κάθε εξουσία, που θέλει να διαχειρίζεται... όλα τα πρόσωπα! Κι εκείνα που καταλαβαίνουν, κι εκείνα που δεν καταλαβαίνουν! Και δυστυχώς, χρήσιμοι -για την κάθε εξουσία- βρίσκονται πολλοί ηλίθιοι.

Η ομοιογένεια είναι ίδιον ανώμαλων μυαλών και νοοτροπιών. Αυτά, είναι αντίθετα στη φύση των πραγμάτων και στην ελευθερία του προσώπου. Ομοιογένεια προϊόντων επιδιώκουν οι βιομήχανοι για να έχουν εύκολη και φτηνή παραγωγή. Και οι εξουσίες. Για να ανταποκρίνεται ο εξουσιαζόμενος πληθυσμός -χωρίς αντιδράσεις και παρενέργειες- στο μοντέλο της εξουσίασης που εφρμόζεται.

Αλλά εμείς, που είμαστε πρόσωπα, με άποψη, με λογική, με πίστεις και οράματα, δεν είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε πως επειδή υπάρχουν κάποιοι που για οποιοδήποτε- φυσικό ή αφύσικο- λόγο έχασαν ένα μέλος ή την λειτουργία ή την ύπαρξη κάποιου οργάνου του σώματός τους, θα πρέπει για λόγους «ψυχικής... υγείας» αυτών, να υποστούμε εμείς οι υπόλοιποι ακρωτηριασμό, λοβοτομή, ή οποιεσδήποτε άλλες κοινωνικής φύσεως «σωματικές ή διανοητικές ποινές» ισότητας»! Πολύ περισσότερο αν αυτό είναι αποτέλεσμα προσωπικής απόφασης κάποιου! Είναι προφανές, πως, χωρίς να το ξέρουν (στην καλύτερη περίπτωση), με υποχρεώνουν να πάσχω, απλά και μόνο επειδή συνέβη και πάσχει κάποιος. Αυτό όμως (το να συμπάσχει κάποιος), αν δεν είναι ζήτημα προσωπικής απόφασης και στάσης, είναι βασανιστήριο! Κι έχουμε δεχτεί, πως τα βασανιστήρια απαγορεύονται! Ή μήπως δεν απαγορεύονται, όταν τα μετέρχονται οι εξουσίες και οι ισχυροί;

Αυτά τα πράγματα τα επιδιώκουν οι φασίστες, οι ναζιστές, και όσοι άλλοι (κομμουνιστές, διεθνιστές, καπιταλιστές, κλπ. οργανωμένα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα) επιδιώκουν να επιβάλλουν την δική τους τάξη σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά, είπαμε: δυστυχώς, χρήσιμοι για την κάθε εξουσία βρίσκονται πολλοί ηλίθιοι.

Και δεν σταματάνε! διαβάζοντας εδώ (για τα χρηματοδοτούμενα από δημόσιους κι ευρωπαϊκούς πόρους(!) «βιβλία των οικογενειών ουράνιο τόξο») είδα πως οι κρατούντες και οι συν αυτοίς, ονοματίζοντας ως «οικογένεια ουράνιο τόξο» ομόφυλα άτομα που συμβιούν τάχα ως σύζυγοι [και τα οποία -ομόφυλα συμβιούντα άτομα- είχαν ή απέκτησαν τέκνα], θεωρούν πως η προσομοίωση αυτή δεν θίγει την πραγματικότητα, κι ότι πραγματικά το παιδί απολαμβάνει την οικογενειακή «θαλπωρή». Μα ετούτο το φρούτο ευδοκιμεί στης μάνας την αγκαλιά, αρχετυπικά, όσο το άλλο, η ασφάλεια, ευδοκιμεί στο φρόνημα και τη στάση του πατέρα. Η διάθεση για στρέβλωση των προτύπων, δεν σημαίνει πως θα το πετύχουμε κιόλας, γι' αυτό ας μην αρχίσουμε τις ποινές, με τα διάφορα «αποφασίζουμε και διατάζουμε».


[Για φανταστείτε, αν τα ουράνια αυτά οικογενειακά τόξα, φωτίσουν τις ζωές μας, και λυτρώσουνε την ψυχή μας απ' όλα της τα βάσανα, στο τέλος, έτσι φωτισμένοι και λουσμένοι στο φώς, αν δεν κάψουμε όλες μας τις ψυχικές και διανοητικές ασφάλειες, πάντως θα γλυτώσουμε από την δαπάνη του ηλεκτρικού! Κι όπως πάει, θα κλείσει, γιατί θα μείνει άχρηστη, η ΔΕΗ!]


Αφού πρέπει να ξανα-ορίσουμε τα πάντα στη ζωή μας, υπό μια αριστερά διακυβέρνηση [που κάθε μέρα ολισθαίνει προς τα δεξιά, αλλά εξακολουθεί να προσποιείται την αριστερά], θα δεχτούμε να το υποστούμε κι αυτό; Θα δεχτούμε να καταργήσουμε φράσεις και έννοιες της γλώσσας μας, με μακρά θητεία στην καθημερινή μας ζωή, εν όψει των -ερήμην μας- κυβερνητικών και πολιτικών αιτημάτων της εποχής; Και θα διασχίσουμε ανάντη τον ρού της ιστορίας, ξαναπλάθοντας την γλώσσα μας από την αρχή, απλά και μόνο επειδή η νέα τάξη πραγμάτων θέλει να αντιστρέψει τους όρους της ζωής μας, ώστε να μας έχει υποχείριους ευκολώτερα και ακίνδυνα για τις δομές και τις επιδιώξεις της;


Ορισμένοι [υποκινητές της αποδόμησης της κοινωνίας μας], βαφτίσανε την χώρα μας ελεύθερη πολιτεία, μόνο και μόνο επειδή της αφαιρέσανε τα σύνορα και αγωνίζονται να της αλλάξουνε τον εθνικό της -και όχι μόνο- προσανατολισμό. Προσκάλεσαν (αλήθεια, γιατί;) εδώ τους πάντες, και στη συνέχεια προστατεύουν από τους κινδύνους εσωτερικών αναταραχών, τις χώρες όλων των όμορων «φίλων και εταίρων» μας, πληρώνοντας για τους εισβολείς από εκείνα που ο λαός δικαιούται να απολαμβάνει και δεν δύναται πλέον διαρκώς και ατελευτήτως να καταβάλλει. Αυτοί που υποσχέθηκαν ότι θα σταθούν -κι εμείς τους εμπιστευτήκαμε, τί απρονοησία!-  φύλακες, προστάτες και διαχειριστές των εθνικών μας υποθέσεων, τώρα θέλουνε να μας κάνουνε, σαν μια οποιαδήποτε άλλη κοινωνία! Αρκεί να μην είμαστε αυτοί που υπήρξαμε στην ιστορική μας διαδρομή!


Μας λένε, ότι «η αριστερά θα αλλάξει τον κόσμο»! Ακόμη να καταλάβουν, παρά την τόση λογοτεχνία, την πολιτική και την ιστορία, πως ο κόσμος έχει ένα δρόμο, που δεν τον αλλάζουνε οι άνθρωποι και τα κόμματα! Οι ηγέτες μας δεν έχουν καταλάβει ότι αυτός που αλλάζει είναι ο άνθρωπος. Κι αυτός μετά, μπορεί, ενδέχεται, να προκαλέσει αλλαγές και σε άλλους ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, γιατί ο κόσμος δεν ανήκει σε κανέναν. Ένας άνθρωπος, όμως, μπορεί να κάνει μεγάλο κακό στον κόσμο που ζούμε!


Βρισκόμαστε πια σε βαρειά αιχμαλωσία, γιατί οι άρχοντες του κόσμου, παραμένουν δέσμιοι των εμμονών τους. Κι όσο οι κυβερνήτες μας υποκύπτουν στους  άρχοντες του κακού, τόσο πιό πίσω πηγαίνει ο κόσμος, και τόσο πιο βαρειά είναι η αιχμαλωσία και η τυραννία μας, από τις αυθαιρεσίες του κακού.

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Το μακρύ και αδιέξοδο ταξίδι μας, στην εισαγόμενη πολιτική. Η ύβρις του οικονομικού και πολιτικού διεθνισμού, στη βάση της εξουσίασης του ανθρώπου.


Image result for εικόνες γιανναράς 

Διαβάζω και δείτε αυτούσιο εδώ, το άρθρο του καθηγητή κ. Χ. Γιανναρά, με τίτλο «οι θύελλες σαρώνουν την χαρτοκοπτική», και για πρώτη φορά, μετά από καιρό ενθουσιάζομαι.

Ενθουσιάζομαι, γιατί η ανάλυση του κ. Γιανναρά είναι για όλους! Μπορεί να την αντιληφθεί και ο τελευταίος μαθητής Γυμνασίου!

Με λίγα λόγια μας λέει ότι τόσο ο καπιταλισμός όσο και ο μαρξισμός,   έχουνε για κοινό τους χαρακτηριστικό τον διεθνισμό, σε οικονομική βάση, αν και  από διαφορετική σκοπιά!

Και πως όλοι εμείς  δεχόμενοι να σκεφτόμαστε και να πολιτευόμαστε με αυτά τα συστήματα σκέψης «αγνοούμε προαποφασισμένα, κάθε στοιχείο ιδιαιτερότητας, ιδιομορφίας, ή διαφοράς που μπορεί να εμφανίζει μια οργανωμένη συμβίωση ανθρώπων», και, ασφαλώς και, η δική μας κοινωνία.

Επισημαίνει ο κ. Γιανναράς, ότι το  δίπολο μαρξισμός - καπιταλισμός, είναι ξενόφερτο και ότι μας δημιούργησε πολλά προβλήματα: όπως

1. ότι η οικείωση του διπόλου αυτού από την ελληνική κοινωνία ήταν μιμητική, μεταπρατική.

2. Oλα τα κόμματα του πολιτικού μας φάσματος αναζητούν μια ταυτότητα  (αριστερά -κέντρο-δεξιά) αλλά αδυνατούν να βρουν μια προγραμματική ιδιαιτερότητα που να ταιριάζει στην ελληνική κοινωνία. Το  αντίθετο μάλιστα, όλα τα κόμματα θεωρούν πως η ελληνική κοινωνία είναι σαν μια οποιαδήποτε κοινωνία. Και σχεδιάζουν να την κυβερνήσουν σαν να είναι μια οποιαδήποτε άλλη.

3. Τα «προγράμματα» των κομμάτων, ακόμα και όταν αυτά αναφέρονται στην «παιδεία» και στον «πολιτισμό», δεν προβλέπουν τίποτε που να αφορά τον Ελληνισμό, ως τέτοιον που είναι.

4 Τόσο ο κομματικός λόγος όσο και τα κυβερνητικά έργα είναι υποταγμένα σε οικονομικές προτεραιότητες, σε απόλυτο βαθμό.

5. Ακόμα και οι κυβερνητικές αποφάσεις από τις οποίες κρινόταν η ίδια η ιστορική συνέχεια ή ασυνέχεια του Ελληνισμού, πάρθηκαν με κριτήριο τις οικονομικές σκοπιμότητες και προτεραιότητες, όπως:
  • Η επιβολή της μονοτονικής γραφής). 
  • Η διάλυση της μικρής, αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας. 
  • Η καταστροφή και ο αφανισμός του απαρόμοιαστου ελληνικού τοπίου . 
  • Η δραματική υποβάθμιση και απαξίωση των γλωσσικών μαθημάτων στα σχολεία για χάρη της προτεραιότητας «παραγωγικών» γνώσεων. 
  • Η προπαγανδιστική παραχάραξη της Ιστορίας, προκειμένου να προαχθεί η «πολυπολιτισμικότητα» που διευκολύνει την παγκοσμιοποίηση των αγορών – και μύρια όσα ανάλογα.
6. Τα Κόμματα και οι διαχειριστές της εξουσίας δεν συζητούν προβλήματα στρατηγικής για την εξασφάλιση ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. 
  • Συνεχώς αμφισβητούνται (πολλαχόθεν) τα σύνορα του κρατιδίου . 
  • Το πολιτικό προσωπικό σε μεγάλο βαθμό είναι  κοινωνικά ή ηθικά στιγματισμένοι ως φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί εγκλημάτων του κοινού Ποινικού Δικαίου. 
  • Επαίσχυντο είναι και το επίπεδο και η διάλεκτος των διαπληκτισμών του πολιτικού προσωπικού – κι όμως αυτό το ανθρώπινο υλικό, υπό αυτές τις συνθήκες,  διαχειρίζεται το ψωμί μας, τις ελπίδες μας και την αξιοπρέπειά μας, ημών των Ελλήνων.

Αλλά, ευτυχώς, που οι ανάγκες των ανθρώπων σαρώνουν τις πρακτικές διακυβέρνησης και εξουσίασης ερήμην των λαών!

Κύριε Γιανναρά, σας ευχαριστούμε για την τόσο διεξοδική και διαφωτιστική ανάλυσή σας. Συγχωρήστε μου την «αντιγραφή», και τα λίγα «φτιασιδώματα» για τις ανάγκες της παρουσίασής της εδώ. Δεν οικειοποιούμαι την ανάλυσή σας, την ασπάζομαι εξ ολοκλήρου, γι' αυτό την αναπαράγω εδώ.

Γιατί πρέπει, επί τέλους, κάποτε να σκεφτούμε και να πράξουμε Ελληνικά. Όπως μόνο εμείς μπορούμε να νιώσουμε, κι όπως μόνο εμείς μπορούμε να υπηρετήσουμε τον τόπο μας.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Λιαντίνης: Μελέτη θανάτου. Και συναφείς έριδες και διάλογοι.

liantinis2 

Για τούτο το σημείωμα αφορμή υπήρξε ένα άρθρο του Κ. Παπαχρήστου, που δημοσιεύτηκε εδώ. Με γεμάτη τη φαρέτρα του, ο Παπαχρήστου, στοχεύει τα Λιαντίνεια «ρήματα».

Αλλά, ο εκλιπών φιλόσοφος, που αδιαφορεί γι' αυτήν την αμφισβήτηση, αφήνει - με τη διδασκαλία του- σε άλλους, τη σχετική συζήτηση.

Οι δυο άνδρες, είναι προφανές, ότι δεν ανήκουν στην ιδια φιλοσοφική «σχολή».

Μη αποζητώντας δάφνες φιλοσόφου, ποιητή, ή διανοούμενου, αλλά απλώς ανήσυχου και προβληματιζόμενου -για τα βασικά εσωτερικά ζητήματα- ανθρώπου, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσες τις θέσεις του Κ. Παπαχρήστου, και καταπιάνομαι να συ-σκεφθώ και να ελέγξω τις περιπλανήσεις μου, προσμένοντας δημιουργικές πνευματικές αντιπαρα-θέσεις.

Στα παρακάτω (1-6) σημεία της διάλεξης, που στέκεται ο Κ. Παπαχρήστου, αντιστοίχως παραθέτω, με κάθε καλή πρόθεση, τα σχόλιά μου:

1. Την Αττική Τραγωδία γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. ... οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.

Σχολιάζω: Ελευθερία ή θάνατος, μολών λαβέ, μαρτύριο, πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών....κ.ο.κ., έτσι ήταν σε όλη μας την ιστορία. Οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν, οι δραματικοί ήρωες δρούν πολλαπλώς...έτσι είναι. Αυτή είναι η διαφορά της τραγωδίας από το δράμα, πως έχει νεκρούς στο «τέλος» (τέρμα ή/και σκοπό), είτε από ύβρη είτε από αφοσίωση! Το δράμα έχει ταξίδι και περιπέτεια, έχει πολύ «παρόν»!


2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!

Σχολιάζω: Θα συμφωνήσω, πως, ναί, (αν και όχι) το μόνο, βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο στο Σύμπαν είναι ο θάνατος, και πως,  ο «εαυτού» θάνατος απασχολεί τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, γιατί είναι αναπότρεπτη η μετά από αυτόν πλήρης υλική αδυναμία και ανυπαρξία του ανθρώπου. Και  -επί πλέον- γιατί είναι αναπότρεπτος για όλους. Όμως, ενώ ως «αθανασία» μας, ως προς τους άλλους νοείται μόνο η υστεροφημία μας, η «αθανασία» ενός εκάστου δι' εαυτόν δεν είναι παρά η εσωτερική γαλήνη ή/και η «βασιλεία των ουρανών». Και η ζωή του καθενός μας (=συνειδητότητα, ευθύνη, αρετή, ή η αδιαφορία προς όλα αυτά) είναι προσωπική του υπόθεση, αφού ο ίδιος αγωνίζεται να την κάνει σύμφωνη με τα όνειρά του, και ασφαλώς, κάποια στιγμή θα πάψει να έχει αυτήν την ευκαιρία/δυνατότητα, είτε εκουσίως, είτε ακουσίως.

Γι' αυτό και όλη η αγωνία του ανθρώπου, να προσεγγίσει αυτόν τον «παράδεισο». Εξάλλου, τα  πάντα έναν (ψευτο)παράδεισο, μας υπόσχονται! Με χιλιάδες μορφές -επί αδρώ τιμήματι- ο σύγχρονος διαχειριστής του μυαλού, των αναγκών και του χρήματός μας, αγωνίζεται να γίνει ο αποκλειστικός κι αδιαμφισβήτητος καθολικός κι ολοκληρωτικός κύριος, εξουσιαστής και δεσπότης μας (βλ. για παράδειγμα διαφημίσεις με σλόγκαν «γιά πάντα», «όπως μας αρέσει», «τα έχει όλα», «σας πάει παντού» κλπ).


3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»). .........

Σχολιάζω: Ας μην ξεχνάμε ότι ο φιλόσοφος, όλες του τις αναζητήσεις, τις κάνει επειδή θέλει να απαντήσει, ή να διατυπώσει το ερώτημα, πρίν από «την στιγμή που δεν θα δύναται πλέον»!

Μαζί με το «Γνώθι σαυτόν», λοιπόν, «Γνώθι και τον κόσμο γύρω σου». Λογικό είναι ο καθένας να ξεκινάει από τις παραδοχές του, να μελετά την δική του θέση, άρνηση κ.ο.κ. επί του θέματος του θανάτου και κυρίως του δικού του θανάτου. Να προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του, και να (καταφέρει να) έχει καλλιεργηθεί και αναπτυχθεί πνευματικά και ψυχικά, μέχρι το τέλος της ζωής του, όπως θα ήθελε. Ο πνευματικός άνθρωπος, λογικό είναι να θέλει να βλέπει τη ζωή του από το τέρμα της. Εκεί όπου θα ήθελε πνευματικά να έχει εγκαίρως φτάσει πριν να πληρωθεί ο χρόνος ζωής, ώστε να νοηματοδοτείται (=να έχει ο ίδιος διαπιστώσει ότι πράγματι είχε νόημα) ό,τι και όσα εβίωσε, έπραξε, επέλεξε, άφησε.

Κοι οι πνευματικοί γέροντες που απευθύνονται στους εραστές της βασιλείας του Χριστού, το ίδιο λένε: «έχε μνήμη θανάτου  στην πορεία προς τη θέωση, για να μην αποκλίνεις από αυτήν,.. κλπ»].

Κι ας μην ξεχνάμε,  η «σκέψη», και η πνευματικότητα, δεν έχει ... ισότητα! Ο καθένας σκέφτεται ανάλογα με το «εργαλείο» που έχει, και ανάλογα με το χρόνο που έχει. Κι όχι όσον χρόνο προώρισται να ζήσει, αλλά όσον ο ίδιος εν συνειδήσει αφιέρωσε προς τούτο.


4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και το σκοπό.  Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στο θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).

[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]

Κι εγώ σχολιάζω: Τί άλλο θα μπορούσαμε να επιδιώκουμε; Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν  στο τέλος μας. Ο θάνατός μας είναι ο -απώτερος και ανεξάρτητος από εμάς τους ίδιους- σκοπός της ζωής μας, που θα πραγματοποιηθεί για όλους ανεξαιρέτως. Δεν μπορούμε να έχουμε για πάντα τον διαρκή παράδεισο, που ακριβά μας διαφημίζουν οι πάσης φύσεως υπηρεσίες του σύγχρονου ληστρικού κόσμου. Αν η οικοδομή του επιθυμητού εαυτού (κι εδώ χωράει πολύ νερό!) δεν συνιστά συστηματική επιδίωξη, μόνη η πάροδος του χρόνου, ακόμη και όταν θεωρείται «βίωση του παρόντος», δεν είναι παρά κενός χρόνος. Χρόνος που δεν τον έζησε κανείς. Νεκρός είναι ο χαμένος χρόνος, όχι ασφαλώς ο χρόνος αναψυχής, κι ο χρόνος ο προσωπικός.

Το να ζής κυρίως στην απόλαυση του τώρα, σημαίνει να ζής στην κατανάλωση και στην ακηδία. Ας μην ξεχνάμε και την εντροπία...

Οι γέροντες, λένε πως ο πνευματικός αγώνας είναι ασταμάτητος και είναι αναγκαία η ακοίμητος «φυλακή νοός».

Τέλος, είναι το τέρμα [που υπάρχει για όλους] και τέλος είναι κι ο σκοπός. Το τέλος είναι ένας σκοπός που για άλλους έχει (χειραγωγημένα) τεθεί, και άλλοι τον έχουν θέσει οι ίδιοι στον εαυτό τους.

Γνωρίζοντας ότι όλοι θα έχουμε ένα φυσικό τέλος, άλλοι επιλέγουν -πριν να φτάσουν ακουσίως εκεί- να έχουν ικανοποιήσει κάποιο τέλος/στόχο. Άλλοι επιλέγουν να περάσουν το χρόνο τους μέχρι τότε, χύμα, ανυποψίαστοι, αδιάφοροι κι όπως τύχει, χωρίς κάποιον σκοπό, χωρίς κάποιο στόχο. Και φτάνουν στο φυσικό τους «τέλος» χωρίς κανένα «τέλος». Κι αυτό είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Ζήσανε χωρίς να επιδιώξουνε να καταλάβουνε γιατί ζούνε.

Αν η ζωή μας δεν είναι το μέσον για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τις δυνάμεις και τις δυνατότητές μας, αν δεν επιθυμούμε την καλύτερη κατανόηση του κόσμου και του ανθρώπου, αν δεν επιθυμούμε την εξάλειψη των παθών μας και την ενάρετη βιοτή, δεν θα συναντήσουμε τον «χαριτωμένο άνθρωπο» που μπορεί να μας αναπαύσει και να μας χαρίσει ένα «τέλος/σκοπό» που να υπερβαίνει το φυσικό μας τέλος/τέρμα, το τέρμα του φυσικού μας βίου.

Καμμιά φορά ομόγλωσσοι και όμαιμοι, μιλάμε «ξένες μεταξύ μας γλώσσες», γιατί μεσολάβησε μεγάλη γωνία «απόκλισης της οδού εν η επορεύθημεν αφ' ης οδού εκκινήσαμεν..».!

Και γιατί στο δρόμο, άλλοι γευτήκαμε ξένα μυρωδικά, άφθονα μυρωδικά, ενώ άλλοι κοιτάζαμε τ' αστέρι που έδειχνε το τέλος/τέρμα και αχνοφέγγιζε ένα μυστήριο, κατ' αρχήν άγνωστο, αλλά (υπό πολλών εν επιγνώσει) επιδιωκόμενο, μοναδικό «τέλος», που ήταν σκοπός αιωνίου -ενδεχομένως- ζωής.

5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από το φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος…» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από το φόβο του θανάτου.

[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]

Κι εγώ σχολιάζω: Η ανθρώπινη ζωή και η πορεία δεν έχει αντιφάσεις. (Αντιφάσεις έχει μια ανόητη ζωή, γεμάτη παλιμπαιδισμούς κι «ετσιθελισμούς»). Η ζωή έχει, ασφαλώς, αναιρέσεις. Και αυτοαναιρέσεις. Γιατί χαρακτηρίζεται από διαρκείς επιλογές. Ο άνθρωπος με τον ψυχικό και διανοητικό του δυναμισμό, διαρκώς αναμετριέται με το τώρα και το αύριο, μ' ετούτο και μ' εκείνο, και διαρκώς τα ανασχεδιάζει. Γιατί η σκέψη δεν σταματάει, ούτε η γνώση. Ο στόχος του καθενός, τίθεται κι αλλάζει. Κι άλλοτε, τίθεται και δεν αλλάζει, μέχρι που να εγγίσει το τέλος. Ετούτο, ή εκείνο. Το τέρμα, μας περιμένει όλους. Άλλοι το επιδιώκουν, άλλοι το αποφεύγουν. Κι άλλοι δεν θέλουν να το λογαριάζουν καθόλου.

Είμαστε κομμάτια του κόσμου τούτου, κι όμως, μπορούμε συνειδητά να δράσουμε και να καταργήσουμε τούτη την συνειδητή ενότητά μας με τον κόσμο. Ξεχωρίζοντας τον εαυτό μας από τον κόσμο, ας μη θαρρούμε πως εξουσιάζουμε τον κόσμο ή τον εαυτό μας. Εξουσιάζομε μόνο την πρόθεσή μας για μια συγκεκριμένη απόφαση. Λίγο προσωπικό χρόνο εξουσιάζουμε, όσο χρειάζεται για να κάνουμε αυτό ή εκείνο...Η παγίδα του αναπότρεπτου λάθους, του άκρατου εγωϊσμού, της πλάνης ή της ύβρεως, δεν απέχουν πολύ.

Ζωντανοί και δημιουργικοί, καταστρεπτικοί και άπληστοι, ή άπνοοι και πεθαμένοι, πάλι ένα κομμάτι του κόσμου είμαστε, ακόμη κι οταν βρισκόμαστε μέσα στη λογική μας, στη μονομερή οπτική μας και στην λατρεία και την απαρασάλευτη δύναμη του προσωπικού μας σύμπαντος. Μόνο ο εγωϊσμός μας, παριστά ψευδώς και απατηλά ότι είμαστε ξεχωριστοί. Είμαστε απλώς, το συγκεκριμένο κομμάτι του κόσμου. Και τότε η άκρα λογική καθίσταται, άκρως, παραλογισμός. Κι ο υβριστής κι ο υβριζόμενος, πάντες, έν. Εντός του κόσμου. Κι ο ταπεινός, κι ο αλαζών. Αδιέξοδη η υπεροχή και η εξαίρεση.

6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!

[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας…]

Κι εγώ σχολιάζω: Δυστυχώς, είναι ολωσδιόλου αλήθεια! Πόσες φορές έχω ιδεί ηλικιωμένους που δεν συνοδεύουν φίλους τους στην τελευταία τους κατοικία γιατί «αποφεύγουν συγκινήσεις», αλλά και για να μη σκέφτονται δυσάρεστα πράγματα! (Έξω από μας, μακριά από μας κλπ.!). Κι ακόμη χειρότερα, εκείνοι που συνοδεύουν μεν σωματικά, πνευματικά όμως είναι απόντες, ιδιαίτερα όταν χασκολογούν απροκάλυπτα! Το χειρότερο; μπορεί να είναι και πολιτικοί!  Το, ακόμη χειρότερο; νέοι, που  δεν θέλουν να συμμετάσχουν σε μια τέτοια στιγμή, και που στέκονται φοβισμένοι, αδέξιοι κι ανυποψίαστοι για το δικό τους το θάνατο, που μπορεί και νά 'χει φτάσει στην πόρτα της ψυχής τους. [Σε κάτι τέτοιες στιγμές αναθυμάμαι μια γυναίκα, που πήρε την διάγνωση για κάποιες συγκεκριμένες ευπάθειες, για όσες είναι μητέρες, που είπε -μεγαλόφωνα- προφανώς ανακουφισμένη: «ευτυχώς, εμένα το παιδί μου δεν έζησε!». Το άτομο αυτό ασφαλώς δεν θα το λογαριάσω για συνομιλητή, σε καμμιά μου «φιλοσοφική αναζήτηση ή σκέψη», αλλά θερμά θα προσευχηθώ γι' αυτό].

Κι όσο για το ερώτημα για το πώς θα εκληφθεί από τους άλλους μια σκληρή και άκαμπτη ή απόλυτη, αλλά αληθής και ρεαλιστική, άποψή μας, έχω να παρατηρήσω πως αυτό, (αν το τηρούμε), μαρτυρά υψηλό επίπεδο συναισθηματικής νοημοσύνης,  που λέει ο σύγχρονος κόσμος, και συμπλέει με την ηθική συμβουλή την κρυμμένη μέσα σ' εκείνο το -αποκηρυγμένο από τους «σύγχρονους και πολιτισμένους», που όμως (εξακολουθεί να) λέει ο παλαιός κόσμος- αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν, ή ό συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις, κλπ.

Πάντως, το πώς οι άλλοι εκλαμβάνουν τα λεγόμενά μας, είναι ένα ζήτημα που όλοι μας πρέπει να το εξετάζουμε, ιδιαίτερα όταν θέλουμε να «κατατροπώσουμε» όσους έχουν αντίθετη από τη δική μας άποψη, και κυρίως όταν θέλουμε να εξουδετερώσουμε κυριολεκτικά και απολύτως, όσους έχουν αντίθετα προς τα δικά μας συμφέροντα. [Και τούτο, το τελευταίο γίνεται συστηματικά, ανενδοίαστα κι εγκληματικά από τους ισχυρούς του κόσμου, αλλά και αηδιαστικά αναντίρρητα, από τους υποταγμένους].

Η σπουδαιότητα του ανωτέρω θέματος, έγκειται στην προστασία των άλλων από τις ιδιοτέλειές μας κι όχι από τις αλήθειες που πρέπει να ειπωθούν και που όλοι μας πρέπει να μπορούμε να τις σκεφτούμε και να τις ξέρουμε...

Περαιτέρω, ας μην μας διαφεύγει, ότι οι προσωπικές ευαισθησίες του καθενός, υπόκεινται σε ειδική προστασία και ειδική αντιμετώπιση, κυρίως από εκείνους που βρίσκονται κοντά στα πρόσωπα με τις ειδικές αυτές ευαισθησίες και ανάγκες, γιατί οι ξένοι και οι άσχετοι με τα πρόσωπα αυτά, δεν μπορεί να γνωρίζουν.

Τέλος, το ότι ο Λιαντίνης, στη διάλεξη «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» δεν έδωσε ορισμό για τον θάνατο,  δεν σημαίνει πως το βασικό αντικείμενο της διάλεξης «δεν καθορίζεται απόλυτα». Γιατί αντικείμενο ήταν ο προβληματισμός γύρω από το θάνατο, κι όχι το γεγονός του θανάτου. Ενός θανάτου. Αλλά του δικού μας -εκάστου- θανάτου. Για τον οποίο. μιλάμε υποθετικά, μελλοντικά, εικάζοντες και φανταζόμενοι. Όλο το θέμα του, λοιπόν, μόνο το θάνατο αφορούσε, και δεν νομίζω, πως έχει ιδιαίτερη σημασία η μη ύπαρξη ορισμού. Γιατί κι ο ορισμός, είναι -ένα άλλο- επίσης, φιλοσοφικό, θέμα. Και τότε θα μπορούσαμε να λέγαμε πως ο ορισμός (του Λιαντίνη) δεν είναι εντάξει.


Εξ άλλου, ο θάνατος, μπορεί -ανάλογα με το forum της συζήτησης- να ορίζεται ιατρικά, βιολογικά, φιλοσοφικά, ποιητικά, φυσιο-λογικά, υλικά,  κ.ο.κ. Σαν μιλάει ένας φιλόσοφος για το θάνατο, ακόμη κι αν αφήσει ανοιχτό τον ορισμό του θανάτου, είναι λογικά παραδεκτό, να θεωρείται ότι εκείνος τοποθετείται στο θέμα του θανάτου «επαγγελματικά»: δηλαδή φιλοσοφικά. Πράγμα που θα ειπεί, πως όταν ένας φιλόσοφος, μιλάει για θάνατο, φυσικό είναι να μιλάει για πνευματική «ακινησία και απραξία», και για το πώς ο ζών άνθρωπος αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει την μελλοντική του αυτή κατάσταση και στάση.

Στην φιλοσοφία και στην ποίηση τα πράγματα αλλάζουν. Η προσέγγιση έχει μια ευρύτητα, μια ανοχή, μια ελευθεριότητα. Ή μια «ποιητική» ελλειπτικότητα.


Μέρες προσευχής. Η προσωπική σχέση με τον Θεό

Τούτες τις μέρες που διανύουμε, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μέρες ψυχικής και πνευματικής ετοιμασίας για να δεχτούμε στη ζωή και στα έργα μας, την Ανάσταση του Χριστού, μια συγκλονιστική ομιλία, εδώ και καιρό γυρνάει στο μυαλό μου. Μια ομιλία του Μητροπολίτη της Λεμεσοῦ, Σεβασμιώτατου κ. Ἀθανασίου.

Μικρά αποσπάσματα  απ' αυτήν ανθολόγησα, για να κοινωνήσω μαζί σας, κάποιες από τις σωτήριες και πολύτιμες διδαχές που περιέχει. [Την ομιλία ολόκληρη θα τη βρείτε εδώ: http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2014/02/blog-post_1936.html]. Ιδού, λοιπόν, κάποια σπαράγματα:

»Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία. Αὐτοὶ οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι ἐπικίνδυνοι.

»Διότι θρῆσκος ἄνθρωπος σημαίνει μία προσωπικότης διεστραμμένη ἡ ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τὰ καθήκοντά της ἀπέναντί Του, ἀλλὰ καμιὰ σοβαρὴ σχέση δὲν εἶχε, γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν λέει σ' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τίποτε.

»Ἦταν πάντοτε οἱ πρῶτοι (σε) ὁμιλίες, ἀγρυπνίες, βιβλία, (αλλά) ὅταν ἦρθεν ἡ ὥρα ποὺ τὸ παιδὶ τους μέσα στὴν ἐλευθερία του, ἀποφάσισε ἕναν δικό του δρόμο, τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔγιναν τελείως (...) ἀντίθετοι καὶ ἀπέδειξαν ὅτι γιὰ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε μιλήσει ποτὲ μὲς τὴν δική τους τὴν καρδιά. Ἁπλῶς ἦταν θρῆσκοι ἄνθρωποι. Γιὰ αὐτὸ οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο εἶδος μεσ' τὴν ἐκκλησία. Γιατί ξέρετε κάτι. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι (...) δὲν θὰ θεραπευθοῦν. Γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί (...) αὐτοὶ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Γιὰ αὐτὸ ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ πᾶν στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶπε στοὺς Φαρισαίους: Ἐσεῖς, ἐσεῖς ποὺ εἴσαστε θρῆσκοι δὲν θὰ πάτε ποτὲ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί οὐδέποτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε τὴν καρδιά τους. Ἁπλῶς ἀρκοῦνταν στὴν τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων.

»Ἔτσι λοιπὸν ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὸν ἑαυτόν μας νὰ καταλάβομε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο ποὺ μᾶς θεραπεύει, μᾶς κάνει νὰ ἀγαποῦμε τὸν Χριστὸν καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία φλόγα ποὺ ἀνάβει μεσ' τὴν καρδιά μας καὶ (...)  νὰ ἐξετάζομε τὸν ἑαυτό μας ἐὰν βρισκόμαστε στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

»Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ εἶσαι γεμάτος χολὴ ἐναντίον τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διαβάζεις τὸ εὐαγγέλιο καὶ νὰ μὴν δέχεσαι τὸν ἀδερφό σου. (...) τὸ ἄλφα τῆς πνευματικῆς ζωῆς (...) εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι τὸ νὰ ὑπομένεις τὸν ἀδερφό σου, νὰ κάνεις λίγο ὑπομονὴ. Μὲ τὸ νὰ μὴν τὸ δέχεσαι σημαίνει τίποτα δὲν ἔκαμες.

»Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ πεῖ γιὰ τὶς παρθένες ἐκεῖνες ὅτι δὲν εἶχε καμιὰ σχέση μαζί τους. Τοὺς πέταξε ἔξω ἀπὸ τὸν νυμφώνα παρ' ὅλα ποὺ 'χαν ὅλες τὶς ἀρετὲς, γιατί δὲν εἶχαν τὴν ἀγάπη.

»Διότι ἤθελε νὰ τοὺς πεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχετε ἀρετὲς ἐξωτερικὲς , μπορεῖ νὰ μείνατε παρθένες, μπορεῖ νὰ κάματε χίλια πράματα ἀλλὰ δὲν κατορθώσατε τὴν οὐσία αὐτοῦ ποὺ εἶχε σημασία ἀπ' ὅλα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ καταφέρεις τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα ὅλα; Τί τὰ θέλω ἐγὼ τώρα ἂν τρώω λάδι σήμερα καὶ δὲν τρώω λάδι. Μπορεῖ νὰ μὴν τρώω λάδι, ἂς ποῦμε καὶ νὰ τρώω τὸν ἀδερφό μου ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὴ νύχτα.

»Ἔλεγαν εἰς τὸ Ἅγιο Ὅρος, μὴν ρωτᾶς ἂν τρώω ψάρι. Τὸν ψαρὰ νὰ μὴν φάγεις καὶ ψάρι φάε.

»Τὸ νὰ φάεις τὸν ἄλλον (ἀπὸ τὴν γλώσσα) εἶναι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ φᾶς μία κουταλιὰ λάδι. Καὶ ὅμως στέκομεν ἐκεῖ.

»Καταλαβαίνετε πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τὰ πράγματα καὶ μᾶς κοροϊδεύουν καὶ οἱ δαίμονες ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐκτὸς ἐκκλησίας. Καὶ ὅταν μπαίνουν κοντά μας ἀντὶ νὰ βλέπουν τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐκκλησίας μεταμορφωμένους σὲ Χριστὸ Ἰησοῦ, νὰ 'ναι γλυκεῖς ἄνθρωποι καὶ νὰ 'ναι ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι, ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι ἁρμονίας ἂς ποῦμε μέσα τους, μᾶς βλέπουν δυστυχῶς μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη μας καὶ ὅλες ἐκεῖνες τὶς ξινίλες μας καὶ λένε: E, νὰ γίνω ἔτσι; Καλύτερα νὰ μοῦ λείπει.

»Ἐσὺ ποῦ πᾶς στὴν ἐκκλησία τί σὲ ὠφέλησε ἡ ἐκκλησία; Πῆγες στὰ προσκυνήματα, εἶδες τοὺς πατέρες, εἶδες τὰ ἅγια λείψανα, εἶδες τὸ Ἅγιον Ὅρος, τὴν Παναγία τῆς Τήνου ὅλα αὐτὰ πήγαμε, ἤρθαμε. Ποιὸ τὸ ὄφελος τελικὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα; Μεταμορφώθηκε ἡ καρδιά μας; Γίναμε πιὸ ταπεινοὶ ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ γλυκεῖς ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ πραεῖς ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι μας εἰς τὴν οἰκογένειά μας στὸ μοναστήρι μας; Ξέρω ‘γῶ ἐκεῖ ποὺ ἐργαζόμαστε. Αὐτὸ ἔχει σημασία. Ἐὰν δὲν τὰ καταφέραμε αὐτὰ τὰ πράγματα τουλάχιστον ἂς γίνομεν ταπεινοί.

»Ἐὰν οὔτε καὶ αὐτὸ τὸ καταφέραμε τότε εἴμαστε ἄξιοι πολλῶν δακρύων. Εἴμαστε γιὰ κλάματα. Διότι δυστυχῶς ὁ χρόνος περνᾶ καὶ χάνεται καὶ ἐμεῖς μετροῦμε χρόνια.

»Ἔλεγε ὁ γέρων Παίσιος ὅταν τὸν ρωτοῦσαν: Γέροντα πόσα χρόνια ἔχεις ἐσὺ στὸ Ἅγιο Ὅρος; Λέει: Ἐγὼ ἦρθα τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἦρθε τὸ μουλάρι τοῦ γείτονα. (...) Ἔχομε τὰ ἴδια χρόνια στὸ Ἅγιο Ὅρος, ἀλλὰ τὸ καημένο, ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο ἔμεινα. Δὲν ἄλλαξα. Λοιπὸν λέμε πολλὲς φορὲς ἐγὼ ἔχω σαράντα χρόνια καὶ τὸ λέμε ἐμεῖς οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἔχω σαράντα χρόνια στὸ μοναστήρι. Μὰ τὰ χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου.

»Ὁ Θεὸς θὰ σοὺ πεῖ: Σαράντα χρόνια καὶ ἀκόμα δὲν κατάφερες νὰ γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια. κι ἀκόμα θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς, ἀκόμα ἀντιστᾶσαι...;

»Ἔχεις σαράντα χρόνια καὶ δὲν ἔμαθες τὸ ἄλφα, τὸ πρῶτο πράγματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νὰ κάμω τὰ χρόνια σου;

»Τί νὰ σὲ κάμω ἂν ἔχεις πενήντα χρόνια (...) καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις στὸν ἄλλον μὲ ἕναν καλό σου λόγο...

Και πόσα άλλα δεν είναι κρυμμένα ανάμεσα στα λόγια του Γέροντα ...

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Και τώρα τί θ'απογένουμε, μονάχοι μας, μ' ένα μπαλτά;

Image result for εικόνες φάμπρ παλλόμενα πέη
 
Είπανε, πως η οικονομία μας,
ανάκαμψη χρειάζεται.

Είπανε ακόμη, πως η ανάπτυξη
θέμα πολιτισμού είναι μονάχα,
μια που άλλο πράγμα εδώ,
ποτές του δεν παράγεται.

Μα πώς, με τί μυαλό,
και τί να παραχθεί
αφού η οικονομία,
ψυχολογία είναι,
και η λιτότητα
μας κόβει την ανάσα

Σαν ύστατη προσπάθεια ανάπτυξης,
τον Φάμπρ καλέσαμε,
με τα ανορθωμένα,
τα παλλόμενα τα πέη του
λιγάκι να μας ξεσηκώσει
να πάρουμε κι εμείς τα πάνω μας!

Μα είναι κακό το ριζικό μας
κι όλοι ζηλεύουμε,
όλοι φθονούμε το καλύτερο
μίζεροι και ομοφοβικοί
σκιαχτήκαμε πως τάχα
θα μπορούσανε κι εδώ
ανορθωμένα
και παλλόμενα τα πέη ν' αρμενίζαν!

Πώς τάχα δεν σκεφτήκαμε
ότι ο Τόμσεν, μόνος,
μας ήταν αρκετός,
κι ο Φάμπρ, δεν χρειαζότανε καθόλου!
Έχουμ' εμείς πολιτισμό!

Μ' ένα μπαλτά στο χέρι,
σχολειά, πανεπιστήμια,
θέατρα, τουρισμό,
σου τα λιανίζω, εγώ στο χέρι,
φτερό στα κάνω στο λεπτό!

Κι έτσι αποφεύγουμε
μια και για πάντα
τις ενοχλητικές τις δοξασίες,
τις ιστορίες
και τους εθνικούς μας μύθους,
να μας εξευτελίζουν...

μες στην καλή συνάφεια 
του ξένου κόσμου,
στων διεθνών σκηνών τις αγορές 
και των φτωχών λαών τις πουλησιές...