Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Λιαντίνης: Μελέτη θανάτου. Και συναφείς έριδες και διάλογοι.

liantinis2 

Για τούτο το σημείωμα αφορμή υπήρξε ένα άρθρο του Κ. Παπαχρήστου, που δημοσιεύτηκε εδώ. Με γεμάτη τη φαρέτρα του, ο Παπαχρήστου, στοχεύει τα Λιαντίνεια «ρήματα».

Αλλά, ο εκλιπών φιλόσοφος, που αδιαφορεί γι' αυτήν την αμφισβήτηση, αφήνει - με τη διδασκαλία του- σε άλλους, τη σχετική συζήτηση.

Οι δυο άνδρες, είναι προφανές, ότι δεν ανήκουν στην ιδια φιλοσοφική «σχολή».

Μη αποζητώντας δάφνες φιλοσόφου, ποιητή, ή διανοούμενου, αλλά απλώς ανήσυχου και προβληματιζόμενου -για τα βασικά εσωτερικά ζητήματα- ανθρώπου, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσες τις θέσεις του Κ. Παπαχρήστου, και καταπιάνομαι να συ-σκεφθώ και να ελέγξω τις περιπλανήσεις μου, προσμένοντας δημιουργικές πνευματικές αντιπαρα-θέσεις.

Στα παρακάτω (1-6) σημεία της διάλεξης, που στέκεται ο Κ. Παπαχρήστου, αντιστοίχως παραθέτω, με κάθε καλή πρόθεση, τα σχόλιά μου:

1. Την Αττική Τραγωδία γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. ... οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.

Σχολιάζω: Ελευθερία ή θάνατος, μολών λαβέ, μαρτύριο, πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών....κ.ο.κ., έτσι ήταν σε όλη μας την ιστορία. Οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν, οι δραματικοί ήρωες δρούν πολλαπλώς...έτσι είναι. Αυτή είναι η διαφορά της τραγωδίας από το δράμα, πως έχει νεκρούς στο «τέλος» (τέρμα ή/και σκοπό), είτε από ύβρη είτε από αφοσίωση! Το δράμα έχει ταξίδι και περιπέτεια, έχει πολύ «παρόν»!


2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!

Σχολιάζω: Θα συμφωνήσω, πως, ναί, (αν και όχι) το μόνο, βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο στο Σύμπαν είναι ο θάνατος, και πως,  ο «εαυτού» θάνατος απασχολεί τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, γιατί είναι αναπότρεπτη η μετά από αυτόν πλήρης υλική αδυναμία και ανυπαρξία του ανθρώπου. Και  -επί πλέον- γιατί είναι αναπότρεπτος για όλους. Όμως, ενώ ως «αθανασία» μας, ως προς τους άλλους νοείται μόνο η υστεροφημία μας, η «αθανασία» ενός εκάστου δι' εαυτόν δεν είναι παρά η εσωτερική γαλήνη ή/και η «βασιλεία των ουρανών». Και η ζωή του καθενός μας (=συνειδητότητα, ευθύνη, αρετή, ή η αδιαφορία προς όλα αυτά) είναι προσωπική του υπόθεση, αφού ο ίδιος αγωνίζεται να την κάνει σύμφωνη με τα όνειρά του, και ασφαλώς, κάποια στιγμή θα πάψει να έχει αυτήν την ευκαιρία/δυνατότητα, είτε εκουσίως, είτε ακουσίως.

Γι' αυτό και όλη η αγωνία του ανθρώπου, να προσεγγίσει αυτόν τον «παράδεισο». Εξάλλου, τα  πάντα έναν (ψευτο)παράδεισο, μας υπόσχονται! Με χιλιάδες μορφές -επί αδρώ τιμήματι- ο σύγχρονος διαχειριστής του μυαλού, των αναγκών και του χρήματός μας, αγωνίζεται να γίνει ο αποκλειστικός κι αδιαμφισβήτητος καθολικός κι ολοκληρωτικός κύριος, εξουσιαστής και δεσπότης μας (βλ. για παράδειγμα διαφημίσεις με σλόγκαν «γιά πάντα», «όπως μας αρέσει», «τα έχει όλα», «σας πάει παντού» κλπ).


3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»). .........

Σχολιάζω: Ας μην ξεχνάμε ότι ο φιλόσοφος, όλες του τις αναζητήσεις, τις κάνει επειδή θέλει να απαντήσει, ή να διατυπώσει το ερώτημα, πρίν από «την στιγμή που δεν θα δύναται πλέον»!

Μαζί με το «Γνώθι σαυτόν», λοιπόν, «Γνώθι και τον κόσμο γύρω σου». Λογικό είναι ο καθένας να ξεκινάει από τις παραδοχές του, να μελετά την δική του θέση, άρνηση κ.ο.κ. επί του θέματος του θανάτου και κυρίως του δικού του θανάτου. Να προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του, και να (καταφέρει να) έχει καλλιεργηθεί και αναπτυχθεί πνευματικά και ψυχικά, μέχρι το τέλος της ζωής του, όπως θα ήθελε. Ο πνευματικός άνθρωπος, λογικό είναι να θέλει να βλέπει τη ζωή του από το τέρμα της. Εκεί όπου θα ήθελε πνευματικά να έχει εγκαίρως φτάσει πριν να πληρωθεί ο χρόνος ζωής, ώστε να νοηματοδοτείται (=να έχει ο ίδιος διαπιστώσει ότι πράγματι είχε νόημα) ό,τι και όσα εβίωσε, έπραξε, επέλεξε, άφησε.

Κοι οι πνευματικοί γέροντες που απευθύνονται στους εραστές της βασιλείας του Χριστού, το ίδιο λένε: «έχε μνήμη θανάτου  στην πορεία προς τη θέωση, για να μην αποκλίνεις από αυτήν,.. κλπ»].

Κι ας μην ξεχνάμε,  η «σκέψη», και η πνευματικότητα, δεν έχει ... ισότητα! Ο καθένας σκέφτεται ανάλογα με το «εργαλείο» που έχει, και ανάλογα με το χρόνο που έχει. Κι όχι όσον χρόνο προώρισται να ζήσει, αλλά όσον ο ίδιος εν συνειδήσει αφιέρωσε προς τούτο.


4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και το σκοπό.  Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στο θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).

[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]

Κι εγώ σχολιάζω: Τί άλλο θα μπορούσαμε να επιδιώκουμε; Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν  στο τέλος μας. Ο θάνατός μας είναι ο -απώτερος και ανεξάρτητος από εμάς τους ίδιους- σκοπός της ζωής μας, που θα πραγματοποιηθεί για όλους ανεξαιρέτως. Δεν μπορούμε να έχουμε για πάντα τον διαρκή παράδεισο, που ακριβά μας διαφημίζουν οι πάσης φύσεως υπηρεσίες του σύγχρονου ληστρικού κόσμου. Αν η οικοδομή του επιθυμητού εαυτού (κι εδώ χωράει πολύ νερό!) δεν συνιστά συστηματική επιδίωξη, μόνη η πάροδος του χρόνου, ακόμη και όταν θεωρείται «βίωση του παρόντος», δεν είναι παρά κενός χρόνος. Χρόνος που δεν τον έζησε κανείς. Νεκρός είναι ο χαμένος χρόνος, όχι ασφαλώς ο χρόνος αναψυχής, κι ο χρόνος ο προσωπικός.

Το να ζής κυρίως στην απόλαυση του τώρα, σημαίνει να ζής στην κατανάλωση και στην ακηδία. Ας μην ξεχνάμε και την εντροπία...

Οι γέροντες, λένε πως ο πνευματικός αγώνας είναι ασταμάτητος και είναι αναγκαία η ακοίμητος «φυλακή νοός».

Τέλος, είναι το τέρμα [που υπάρχει για όλους] και τέλος είναι κι ο σκοπός. Το τέλος είναι ένας σκοπός που για άλλους έχει (χειραγωγημένα) τεθεί, και άλλοι τον έχουν θέσει οι ίδιοι στον εαυτό τους.

Γνωρίζοντας ότι όλοι θα έχουμε ένα φυσικό τέλος, άλλοι επιλέγουν -πριν να φτάσουν ακουσίως εκεί- να έχουν ικανοποιήσει κάποιο τέλος/στόχο. Άλλοι επιλέγουν να περάσουν το χρόνο τους μέχρι τότε, χύμα, ανυποψίαστοι, αδιάφοροι κι όπως τύχει, χωρίς κάποιον σκοπό, χωρίς κάποιο στόχο. Και φτάνουν στο φυσικό τους «τέλος» χωρίς κανένα «τέλος». Κι αυτό είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Ζήσανε χωρίς να επιδιώξουνε να καταλάβουνε γιατί ζούνε.

Αν η ζωή μας δεν είναι το μέσον για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τις δυνάμεις και τις δυνατότητές μας, αν δεν επιθυμούμε την καλύτερη κατανόηση του κόσμου και του ανθρώπου, αν δεν επιθυμούμε την εξάλειψη των παθών μας και την ενάρετη βιοτή, δεν θα συναντήσουμε τον «χαριτωμένο άνθρωπο» που μπορεί να μας αναπαύσει και να μας χαρίσει ένα «τέλος/σκοπό» που να υπερβαίνει το φυσικό μας τέλος/τέρμα, το τέρμα του φυσικού μας βίου.

Καμμιά φορά ομόγλωσσοι και όμαιμοι, μιλάμε «ξένες μεταξύ μας γλώσσες», γιατί μεσολάβησε μεγάλη γωνία «απόκλισης της οδού εν η επορεύθημεν αφ' ης οδού εκκινήσαμεν..».!

Και γιατί στο δρόμο, άλλοι γευτήκαμε ξένα μυρωδικά, άφθονα μυρωδικά, ενώ άλλοι κοιτάζαμε τ' αστέρι που έδειχνε το τέλος/τέρμα και αχνοφέγγιζε ένα μυστήριο, κατ' αρχήν άγνωστο, αλλά (υπό πολλών εν επιγνώσει) επιδιωκόμενο, μοναδικό «τέλος», που ήταν σκοπός αιωνίου -ενδεχομένως- ζωής.

5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από το φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος…» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από το φόβο του θανάτου.

[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]

Κι εγώ σχολιάζω: Η ανθρώπινη ζωή και η πορεία δεν έχει αντιφάσεις. (Αντιφάσεις έχει μια ανόητη ζωή, γεμάτη παλιμπαιδισμούς κι «ετσιθελισμούς»). Η ζωή έχει, ασφαλώς, αναιρέσεις. Και αυτοαναιρέσεις. Γιατί χαρακτηρίζεται από διαρκείς επιλογές. Ο άνθρωπος με τον ψυχικό και διανοητικό του δυναμισμό, διαρκώς αναμετριέται με το τώρα και το αύριο, μ' ετούτο και μ' εκείνο, και διαρκώς τα ανασχεδιάζει. Γιατί η σκέψη δεν σταματάει, ούτε η γνώση. Ο στόχος του καθενός, τίθεται κι αλλάζει. Κι άλλοτε, τίθεται και δεν αλλάζει, μέχρι που να εγγίσει το τέλος. Ετούτο, ή εκείνο. Το τέρμα, μας περιμένει όλους. Άλλοι το επιδιώκουν, άλλοι το αποφεύγουν. Κι άλλοι δεν θέλουν να το λογαριάζουν καθόλου.

Είμαστε κομμάτια του κόσμου τούτου, κι όμως, μπορούμε συνειδητά να δράσουμε και να καταργήσουμε τούτη την συνειδητή ενότητά μας με τον κόσμο. Ξεχωρίζοντας τον εαυτό μας από τον κόσμο, ας μη θαρρούμε πως εξουσιάζουμε τον κόσμο ή τον εαυτό μας. Εξουσιάζομε μόνο την πρόθεσή μας για μια συγκεκριμένη απόφαση. Λίγο προσωπικό χρόνο εξουσιάζουμε, όσο χρειάζεται για να κάνουμε αυτό ή εκείνο...Η παγίδα του αναπότρεπτου λάθους, του άκρατου εγωϊσμού, της πλάνης ή της ύβρεως, δεν απέχουν πολύ.

Ζωντανοί και δημιουργικοί, καταστρεπτικοί και άπληστοι, ή άπνοοι και πεθαμένοι, πάλι ένα κομμάτι του κόσμου είμαστε, ακόμη κι οταν βρισκόμαστε μέσα στη λογική μας, στη μονομερή οπτική μας και στην λατρεία και την απαρασάλευτη δύναμη του προσωπικού μας σύμπαντος. Μόνο ο εγωϊσμός μας, παριστά ψευδώς και απατηλά ότι είμαστε ξεχωριστοί. Είμαστε απλώς, το συγκεκριμένο κομμάτι του κόσμου. Και τότε η άκρα λογική καθίσταται, άκρως, παραλογισμός. Κι ο υβριστής κι ο υβριζόμενος, πάντες, έν. Εντός του κόσμου. Κι ο ταπεινός, κι ο αλαζών. Αδιέξοδη η υπεροχή και η εξαίρεση.

6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!

[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας…]

Κι εγώ σχολιάζω: Δυστυχώς, είναι ολωσδιόλου αλήθεια! Πόσες φορές έχω ιδεί ηλικιωμένους που δεν συνοδεύουν φίλους τους στην τελευταία τους κατοικία γιατί «αποφεύγουν συγκινήσεις», αλλά και για να μη σκέφτονται δυσάρεστα πράγματα! (Έξω από μας, μακριά από μας κλπ.!). Κι ακόμη χειρότερα, εκείνοι που συνοδεύουν μεν σωματικά, πνευματικά όμως είναι απόντες, ιδιαίτερα όταν χασκολογούν απροκάλυπτα! Το χειρότερο; μπορεί να είναι και πολιτικοί!  Το, ακόμη χειρότερο; νέοι, που  δεν θέλουν να συμμετάσχουν σε μια τέτοια στιγμή, και που στέκονται φοβισμένοι, αδέξιοι κι ανυποψίαστοι για το δικό τους το θάνατο, που μπορεί και νά 'χει φτάσει στην πόρτα της ψυχής τους. [Σε κάτι τέτοιες στιγμές αναθυμάμαι μια γυναίκα, που πήρε την διάγνωση για κάποιες συγκεκριμένες ευπάθειες, για όσες είναι μητέρες, που είπε -μεγαλόφωνα- προφανώς ανακουφισμένη: «ευτυχώς, εμένα το παιδί μου δεν έζησε!». Το άτομο αυτό ασφαλώς δεν θα το λογαριάσω για συνομιλητή, σε καμμιά μου «φιλοσοφική αναζήτηση ή σκέψη», αλλά θερμά θα προσευχηθώ γι' αυτό].

Κι όσο για το ερώτημα για το πώς θα εκληφθεί από τους άλλους μια σκληρή και άκαμπτη ή απόλυτη, αλλά αληθής και ρεαλιστική, άποψή μας, έχω να παρατηρήσω πως αυτό, (αν το τηρούμε), μαρτυρά υψηλό επίπεδο συναισθηματικής νοημοσύνης,  που λέει ο σύγχρονος κόσμος, και συμπλέει με την ηθική συμβουλή την κρυμμένη μέσα σ' εκείνο το -αποκηρυγμένο από τους «σύγχρονους και πολιτισμένους», που όμως (εξακολουθεί να) λέει ο παλαιός κόσμος- αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν, ή ό συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις, κλπ.

Πάντως, το πώς οι άλλοι εκλαμβάνουν τα λεγόμενά μας, είναι ένα ζήτημα που όλοι μας πρέπει να το εξετάζουμε, ιδιαίτερα όταν θέλουμε να «κατατροπώσουμε» όσους έχουν αντίθετη από τη δική μας άποψη, και κυρίως όταν θέλουμε να εξουδετερώσουμε κυριολεκτικά και απολύτως, όσους έχουν αντίθετα προς τα δικά μας συμφέροντα. [Και τούτο, το τελευταίο γίνεται συστηματικά, ανενδοίαστα κι εγκληματικά από τους ισχυρούς του κόσμου, αλλά και αηδιαστικά αναντίρρητα, από τους υποταγμένους].

Η σπουδαιότητα του ανωτέρω θέματος, έγκειται στην προστασία των άλλων από τις ιδιοτέλειές μας κι όχι από τις αλήθειες που πρέπει να ειπωθούν και που όλοι μας πρέπει να μπορούμε να τις σκεφτούμε και να τις ξέρουμε...

Περαιτέρω, ας μην μας διαφεύγει, ότι οι προσωπικές ευαισθησίες του καθενός, υπόκεινται σε ειδική προστασία και ειδική αντιμετώπιση, κυρίως από εκείνους που βρίσκονται κοντά στα πρόσωπα με τις ειδικές αυτές ευαισθησίες και ανάγκες, γιατί οι ξένοι και οι άσχετοι με τα πρόσωπα αυτά, δεν μπορεί να γνωρίζουν.

Τέλος, το ότι ο Λιαντίνης, στη διάλεξη «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» δεν έδωσε ορισμό για τον θάνατο,  δεν σημαίνει πως το βασικό αντικείμενο της διάλεξης «δεν καθορίζεται απόλυτα». Γιατί αντικείμενο ήταν ο προβληματισμός γύρω από το θάνατο, κι όχι το γεγονός του θανάτου. Ενός θανάτου. Αλλά του δικού μας -εκάστου- θανάτου. Για τον οποίο. μιλάμε υποθετικά, μελλοντικά, εικάζοντες και φανταζόμενοι. Όλο το θέμα του, λοιπόν, μόνο το θάνατο αφορούσε, και δεν νομίζω, πως έχει ιδιαίτερη σημασία η μη ύπαρξη ορισμού. Γιατί κι ο ορισμός, είναι -ένα άλλο- επίσης, φιλοσοφικό, θέμα. Και τότε θα μπορούσαμε να λέγαμε πως ο ορισμός (του Λιαντίνη) δεν είναι εντάξει.


Εξ άλλου, ο θάνατος, μπορεί -ανάλογα με το forum της συζήτησης- να ορίζεται ιατρικά, βιολογικά, φιλοσοφικά, ποιητικά, φυσιο-λογικά, υλικά,  κ.ο.κ. Σαν μιλάει ένας φιλόσοφος για το θάνατο, ακόμη κι αν αφήσει ανοιχτό τον ορισμό του θανάτου, είναι λογικά παραδεκτό, να θεωρείται ότι εκείνος τοποθετείται στο θέμα του θανάτου «επαγγελματικά»: δηλαδή φιλοσοφικά. Πράγμα που θα ειπεί, πως όταν ένας φιλόσοφος, μιλάει για θάνατο, φυσικό είναι να μιλάει για πνευματική «ακινησία και απραξία», και για το πώς ο ζών άνθρωπος αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει την μελλοντική του αυτή κατάσταση και στάση.

Στην φιλοσοφία και στην ποίηση τα πράγματα αλλάζουν. Η προσέγγιση έχει μια ευρύτητα, μια ανοχή, μια ελευθεριότητα. Ή μια «ποιητική» ελλειπτικότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου