Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Eικόνες από το παλιό νοικοκυριό...(Λέμε, γιατί μπορεί να μας ξαναχρειαστεί!)


Ο Μάκης, ο αγαπημένος εξάδελφος, είναι μι' αστείρευτη πηγή. Μαζί με τα "χρόνια πολλά", με ξαναγύρισε δεκαετίες πίσω. Εκεί στο μεταίχμιο του χρόνου, της τεχνολογίας και της καθημερινής ηρωϊκής ζωής για τα τρέχοντα και -σήμερα πια- βαρετά, αλλά και τετριμμένα. Στα χρόνια που η πρωϊνή τουαλέτα προϋπέθετε ότι έχεις φέρει νερό από το πηγάδι, από την πηγή ή από ... το ποτάμι!

Τότε, που η μπουγάδα δεν ήτανε απλώς το πάτημα ενός κουμπιού, και το σιδέρωμα δεν γινόταν απλώς στο σιδερωτήριο της γειτονιάς! Και η συντήρηση του φαγητού, αν δεν ξοδευόταν άμεσα -ως συνέπεια τροφοδοσίας μεγάλης οικογένειας που το κατανάλωνε επί τόπου- χρειαζόταν επινοητικότητα. Το δροσερό νερό δεν ήταν αυτονόητη στοιχειώδης απόλαυση. Χρειαζόταν μέριμνα και προετοιμασία. Ο φωτισμός, η θέρμανση, το μαγείρεμα, λύνονταν αλλιώς, κάποτε. Ποιός ξέρει, όλα αυτά, μπορεί να μας ξαναχρειαστούν. Κι αν όχι εδώ και τώρα, στη ζωή μας, μπορεί κοντά μας, γύρω μας. 


Τα χρόνια πέρασαν και ίσως λίγοι γνώρισαν ή θυμούνται τον οικιακό εξοπλισμό του (όχι και τόσο μακρινού) παρελθόντος. Εχουμε και λέμε, λοιπόν:

https://1.bp.blogspot.com/-JI-XmpuQ-ec/WRMO6NYnujI/AAAAAAAA48I/Ce-Fqnj86hEfB8K9eyOVlW97DhoWEc-4QCLcB/s1600/2017-05-10_155947.png 
“Βρυσούλα”. Εγκατάσταση παροχής…τρεχούμενου νερού. Πλύσιμο πιάτων, χεριών, προσώπου, κλπ. με τη βρυσούλα γινόταν. Αυτή, που -χρειαζόταν συνεχώς- να γεμίζει από τη στάμνα ή άλλο σκεύος.
 


Σκάφη. Το “πλυντήριο” της γιαγιάς. Ξύλινη ή από λαμαρίνα. Μέσα, διάφορα βοηθητικά εργαλεία. Μπουγάδα με το χέρι και πράσινο ή άσπρο σαπούνι (δεν υπήρχαν άλλα απορρυπαντικά). Από τις σκληρότερες δουλειές της νοικοκυράς που δεν είχε “δούλες” (έτσι έλεγαν τις οικιακές βοηθούς) ούτε “παραδουλεύτρες”. Συχνά η σκάφη χρησίμευε και ως μπανιέρα, μιά και τα περισσότερα σπίτια δεν διέθεταν τις σημερινές λουτρικές εγκαταστάσεις και το μπάνιο δεν ήταν και καθημερινή συνήθεια. Κάθε Σάββατο και αν…


Το “βαποράκι”. Σίδερο με κάρβουνα. Πριν αποκτήσουν σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο (πολλές περιοχές συνδέθηκαν τη δεκαετία του 1970) δεν είχαν άλλο τρόπο να σιδερώνουν τα ρούχα οι νοικοκυρές, από το βαποράκι. Τα ξυλοκάρβουνα “χώνευαν” στο εσωτερικό του σκεύους και θέρμαιναν την πλάκα.

Το φανάρι. Ο πρόγονος του ψυγείου πάγου, το φανάρι έμοιαζε με το φανάρι που χρησιμοποιούσαν στα καΐκια, και όχι μόνο. Οι σίτες εμπόδιζαν τα έντομα να πλησιάσουν τα φαγητά και ο διερχόμενος αέρας δημιουργούσε κάπως καλύτερες συνθήκες διατήρησης, από τον στάσιμο αέρα του ντουλαπιού. Ο χρόνος διατήρησης δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις μερικές ώρες, άντε ένα 24ωρο!

Ψυγείο πάγου. Το ψυγείο πάγου ήταν η επανάσταση! Παγοποιεία υπήρχαν πολλά (λίγα υπάρχουν ακόμη, αλλά για άλλους σκοπούς) σε όλη τη χώρα. Οι διανομείς γύριζαν με ένα φορτηγάκι ή καροτσάκι που έσπρωχναν με τα χέρια και άφηναν συνήθως ένα τέταρτο της κολώνας (τόσο χωρούσε). Το νερό έβγαινε παγωμένο από το ντεποζιτάκι που υπήρχε στο εσωτερικό τους, αλλά η θερμοκρασία στο θάλαμο δεν πρέπει να ήταν χαμηλότερη από 10-12 βαθμούς C, στη καλύτερη περίπτωση.

Αιγινήτικο κανάτι. Εναλλακτικός τρόπος ψύξης του νερού. Πριν ακόμη την εμφάνιση του ψυγείου πάγου (αλλά και μετά) ήταν σε χρήση το Αιγινήτικο κανάτι, για να δίνει δροσερό νερό. Η μέθοδος βασίζεται στην αρχή της φυσικής, ότι όταν ένα υγρό εξατμίζεται, απορροφά θερμότητα. Τα κανάτια ήταν από πορώδες υλικό (πηλό) που επέτρεπε μιά μικρή ποσότητα νερού να βγαίνει στην εξωτερική επιφάνεια του κανατιού. Ετσι, το κανάτι “ίδρωνε” και το τοποθετούσαν σε σημεία με ρεύμα αέρα (συνήθως στα πρεβάζια των παραθύρων). Ο αέρας προκαλούσε εξάτμιση και η εξάτμιση έριχνε τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του και το νερό απλώς δρόσιζε κάπως, ώστε να πίνεται.

Λάμπα πετρελαίου. Οπου δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, υπήρχαν οι λάμπες πετρελαίου. Σε μερικές ταβέρνες χρησιμοποιούσαν και λάμπες “Λουξ” που λειτουργούσαν με υγραέριο και έβγαζαν ένα πολύ λαμπρό φως (σήμερα τις χρησιμοποιούν στις ψαρόβαρκες γρι-γρι για να προσελκύουν τα ψάρια). Η λάμπα είχε το φυτίλι, του οποίου η μία άκρη ήταν βυθισμένη στο πετρέλαιο που βρισκόταν μέσα στο δοχείο. Σηκώνοντας το φυτίλι με το χειρισμό μιά ροδέλλας δυνάμωνε η ένταση του φωτός, αλλά υπήρχε ο κίνδυνος να σπάσει το γυαλί από τη υψηλή θερμοκρασία. Πολλοί διαπρεπείς επιστήμονες των περασμένων γενιών διάβαζαν στο φως του πετρελαίου ή του κεριού, που τότε δεν ήταν αξεσουάρ πολυτελών εστιατορίων, αλλά αναγκαίο για το φωτισμό, είδος.
 
Γκαζιέρες και καμινέτα. Το μαγείρεμα γινόταν με γκαζιέρες που έκαιγαν πετρέλαιο ή βενζίνη (σπανιότερα). Ηταν πολύπλοκα εργαλεία που οι νοικοκυρές ήταν απόλυτα εξοικειωμένες μαζί τους. Τρομπάριζαν αέρα μέσα στο δοχείο του καυσίμου, ώστε αυτό να ανεβαίνει στον καυστήρα. Συχνά βούλωναν και υπήρχαν ειδικά βελονάκια για το ξεβούλωμά τους. Υπήρχαν και οι φουφούδες, μιά κατασκευή παρόμοια με το μαγκάλι, αλλά με σχάρα, για να τοποθετείται η κατσαρόλα. Ο καφές ή τα αφεψήματα ψήνονταν στα καμινέτα που έκαιγαν μπλε οινόπνευμα. Το γκαζάκι δεν υπήρχε τότε και μόνο τα σχετικά πλούσια νοικοκυριά είχαν σύνδεση με το φωταέριο. Πολυτέλεια ήταν και οι στόφες, οι κουζίνες με ξύλα που διέθεταν και φούρνο. Τα φουρνιστά τα έστελναν στο γειτονικό φούρνο που δούλευε σε φοβερούς ρυθμούς τις Κυριακές, που ο κόσμος έτρωγε κρέας ψητό, με μακαρόνια, κριθαράκι ή πατάτες.
 
Μαγκάλι. Η θέρμανση του φτωχού… Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση. Βέβαια και στα σημερινά που τη διαθέτουν, διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο έχει γίνει χρυσάφι! Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, αλλά χωρίς μεγάλη εμβέλεια. Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μιά σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ και επάνω από το μαγκάλι έψηναν κανά κοψίδι ή φέτες ψωμί. Συχνά τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς, με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) που σκότωνε ολόκληρες οικογένειες! Βέβαια υπήρχαν και οι ξυλόσομπες, οι σόμπες με κάρβουνα, καθώς και οι σόμπες πετρελαίου, αργότερα αυτές. 

Κεντρική θέρμανση διέθεταν τα πλουσιόσπιτα, αλλά καύσιμη ύλη ήταν το ξύλο ή το κάρβουνο και κάποιος (συνήθως το υπηρετικό προσωπικό) έπρεπε να κατεβαίνει κάθε τόσο στο υπόγειο, να τροφοδοτεί τη φωτιά. 

Και τα μέσα διασκέδασης, ήτανε άλλα τότε, απλούστερα, και δεν ήταν όπως οι σημερινές πολυτέλειες!

Υπήρχαν κι άλλες διαφορές στις ευκολίες, αλλά προφανώς δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για -τα ανύπαρκτα τότε- ηλεκτρονικά. 



Το επίπεδο της ζωής μας, που η τεχνολογία και η οικονομική ανάπτυξη, μας δημιούργησε, άλλαξε. Κι όλα αυτά, που ήταν καθημερινά και  δεδομένα για όλους, δεν θεωρούνται πια προνόμια όλων, αλλά των ολίγων. Κι αυτοί οι ολίγοι επιθυμούν να μας ξαναγυρίσουν πίσω, εκεί που η τεχνολογική και πνευματική ανάπτυξη δεν ήταν ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση. Να μας ξαναγυρίσουν εκεί που η καθημερινή επιβίωση, κάποτε, στέγνωνε τις δυνάμεις του ανθρώπου. 

Κι όμως, τότε υπήρχαν πολλοί που δεν αγνοούσαν ότι όλα αυτά ήταν ένα μικρό μέρος της ζωής, και ήθελαν πολλά περισσότερα. Κι υπήρχαν εκείνοι που στήριζαν, και βοηθούσαν αυτήν την αναζήτηση. Υπήρχαν οι άνθρωποι του μόχθου και του ονείρου. Σε αντίθεση με τον άνθρωπο της επιθυμίας και της απόλαυσης, που οι διαφημίσεις, μας παρουσιάζουνε σήμερα. Υπήρχαν οι μερακλήδες της δημιουργίας και της ανακάλυψης, οι φιλότιμοι εργάτες της ζωής, του πνεύματος και των τεχνών. Σε αντίθεση με τις περσόνες της καριέρας, της μίζας, του φαίνεσθαι και του λαλείν ανοήτως.

Σήμερα υπάρχουν εκείνοι που το θεωρούν προνόμιο να έχουν ευκολίες και θεωρούν αποκλειστικά δικό τους δικαίωμα, να στερούν τις ευκολίες αυτές από πολλούς άλλους. Και να απαγορεύουν -μέσω  της επιβαλλόμενης στέρησης και της υποταγής-  την πνευματική ανάπτυξη και την δημιουργική έκφραση πολλών άλλων.

Και μένει ο Σωκράτης,  (ο ταξιτζής), με το ερώτημα και την εύλογη απορία: "γιατί τόσοι μορφωμένοι άνθρωποι ψηφίζουνε και φέρνουνε για να κυβερνάνε όλον τον κόσμο τέτοιοι άνθρωποι";/! (ας μην προσδιορίσουμε το "τέτοιοι", όπως ο Σωκράτης, γιατί όλες οι λέξεις πια, είναι απελπιστικά φτωχές ώστε να μπορούν να περιγράψουν το είδος και το μέγεθος της έλλειψης των ικανοτήτων, των ονείρων, των πολιτικών οραμάτων, του ήθους κλπ., των σημερινών πολιτικών ηγετών).


Αχ! Μάκη μου, φοβάμαι πως δεν είναι παρελθόν όλα αυτά. Αλλά όποιος έζησε μ' αυτά, ίσως να μπορεί και να ξαναγεννηθεί. Γιατί ξέρει να κοπιάζει. Αλοίμονο, στους διασκεδαστές,  στους έωλους, στους εραστές του διάτρητου ήθους και του εύκολου κέρδους! Ενάντια σ' αυτούς απαιτείται να έχουμε πρόταση δημιουργίας και πράξης. Πρόταση ζωής. Πρόταση επιλογής και στάση απόρριψης. Με ήθος και λόγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου