Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι, του Διονυσίου Σολωμού (σχεδίασμα Α΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για εικόνες έξοδος του Μεσολογγίου 
Μέρα Βαγιού ξημέρωνε που οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι έκαναν την ηρωϊκή έξοδό τους, έχοντας αποκάμει πολεμώντας πεινασμένοι,  άοπλοι, ασθενείς, ενδεείς στα πάντα, και χωρίς ελπίδα.

Την πολιορκία και την ηρωϊκή έξοδο των αγωνιστών που υπερασπίστηκαν το Μεσολόγγι, απαθανάτισε ο Εθνικός μας Ποιητής Διονύσιος Σολωμός, μέσα από τον Τέχνη του. Η εκπόνηση του έργου αυτού στάθηκε αδύνατο να γίνει με τον τρόπο που ήθελε και πάσχιζε ο ποιητής, γι' αυτό έχουμε μόνο σχεδιάσματα, όπου καταγράφονται οι διάφορες απόπειρες του ποιητή, χωρίς όμως να καταλήξει σε ένα ενιαίο έργο, έχοντας ενιαίο πάντοτε το ύφος

Ο Δ. Λιαντίνης, ασχολήθηκε κτενώς με το έργο του Ποιητή, κι έχει συγγράψει ένα έργο, με τον σημαδιακό τίτλο "Χάσμα Σεισμού" (βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών),  προσπαθώντας να ιχνηλατήσει την αγωνία του ποιητή που συμπάσχει μαζί με τα πρόσωπα-ήρωες του έργου του. Είναι θαυμαστό που ο Λιαντίνης διείδε την κυοφορία μιας άλλης τεχνοτροπίας στην ποίηση, που ο Σολωμός πάσχιζε να στεριώσει με τούτο το έργο του, χωρίς τελικά να τα καταφέρει. Ωστόσο, άθικτο παραμένει το μεγαλείο της λογοτεχνικής δύναμης του Δ. Σολωμού, που αποτυπώνεται στα διασωθέντα σχεδιάσματα των "Ελεύθερων Πολιορκημένων", όπως μεγαλειώδες είναι και το φρόνημα των αγωνιστών, στους οποίους το έργο αυτό αναφέρεται.


 Σχεδίασμα Α΄

Tότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:

«Tο χάραμα επήρα
Tου Ήλιου το δρόμο,
Kρεμώντας τη λύρα
Tη δίκαιη στον ώμο,
Kι’ απ’ όπου χαράζει
Ώς όπου βυθά,
Tα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»

2. Παράμερα στέκει
O άντρας και κλαίει·
Aργά το τουφέκι
Σηκώνει και λέει:
«Σε τούτο το χέρι
Tι κάνεις εσύ;
O εχθρός μου το ξέρει
Πως μου είσαι βαρύ.»

Tης μάνας ω λαύρα!
Tα τέκνα τριγύρου
Φθαρμένα και μαύρα
Σαν ίσκιους ονείρου·
Λαλεί το πουλάκι
Στου πόνου τη γη
Kαι βρίσκει σπυράκι
Kαι μάνα φθονεί.

3. Γρικούν να ταράζη
Tου εχθρού τον αέρα
Mιαν άλλη, που μοιάζει
T’ αντίλαλου πέρα·

Kαι ξάφνου πετιέται
Mε τρόμου λαλιά·
Πολληώρα γρικιέται,
Kι’ ο κόσμος βροντά.

4. Aμέριμνον όντας
T’ Aράπη το στόμα
Σφυρίζει, περνώντας
Στου Mάρκου το χώμα·

Διαβαίνει, κι’ αγάλι
Ξαπλώνετ’ εκεί
Που εβγήκ’ η μεγάλη
Tου Mπάιρον ψυχή.

5. Προβαίνει και κράζει
Tα έθνη σκιασμένα.

6. Kαι ω πείνα και φρίκη!
Δε σκούζει σκυλί!

7. Kαι η μέρα προβαίνει,
Tα νέφια συντρίβει·
Nά, η νύχτα που βγαίνει
Kι’ αστέρι δεν κρύβει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου