Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Ο άνθρωπος με θέση και εξουσία: Δυνάστης, ψυχή ή ένα «πουκάμισο αδειανό»;



Μια επαγγελματική θέση για μια δραστηριότητα που είμαι ικανός να αναπτύσσω με κάνει «κάτι». Με κάνει όργανο ή στέλεχος της παραγωγικής, της εμπορικής της οικονομικής ζωής. Ωστόσο, οι ειδικές γνώσεις και οι επαγγελματικές μας δεξιότητες, δεν μας καθιστούν πολύτιμους για την ζωή των δικών μας  ανθρώπων.

Είναι εύλογο, όλοι να θέλουμε να έχουμε μια καλή θέση εργασίας, και καλές αποδοχές από αυτήν, ή μια καλή προοπτική λόγω των επαγγελματικών μας ικανοτήτων. Αλλά αυτό δεν είναι ούτε πάντα, ούτε μόνο, στο χέρι μας. Είναι και οι περιστασιακοί συσχετισμοί που έχουνε ρόλο σ' αυτό. Και πρέπει να αγωνιστούμε. Από καιρό σε καιρό αλλάζουν τα μέσα, και οι συνθήκες τετοιων αγώνων. Γιατί συχνά μπαίνει στη μέση,
 κατά τρόπο καθοριστικό, και η πολιτική.

Για κάθε ρόλο υπάρχουν και οι αντίστοιχες απαιτήσεις. Καμμιά φορά, επιδιώκουμε έναν ρόλο εργασίας, για όλα όσα αυτός προσφέρει. Ιδιαίτερα ελκυστικές είναι οι υψηλές θέσεις, με την κοινωνική αναγνώριση και ακτινοβολία που τις ακολουθεί, και τις ικανοποιητικές απολαβές και ευχέρειες που αυτές προσφέρουν, αλλά και την κοσμικότητα που ξανοίγεται ή τους κύκλους επαφών με επιφανή μέλη της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Καταντάει όμως αρρώστεια, η μανία και η επιδίωξη τίτλων και οφιτσίων, ή η (ακόμη και πολιτικά υποβοηθούμενη) πρόσδεση σ'ένα τέτοιον θρόνο, ίσα-ίσα για την ετικέτα τους. Πρόσδεση τέτοια, που κάποιος να την θεωρεί προέκταση της ύπαρξής του.

Ανατρέχω στο διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Ο κ. τμηματάρχης έρχεται!», όπου αποδίδονται αριστοτεχνικά (...) καταστάσεις και συμπεριφορές.

Σε αυτό ο Παπαντωνίου αναφέρεται σε κάποιον τμηματάρχη στο υπουργείο των Εσωτερικών, που είναι «παντοδύναμος, δυνάμενος να επικυρώνει, να ματαιώνει και να εξουσιάζει, για να νοιώθει το χάδι της ηδονικής αυτής ζέστης». Ο δε υπουργός «είναι μελιστάλαχτος μπροστά του, από το φόβο μήπως του καταφέρει καμιά σιγανή γραφειοκρατική μαχαιριά!» (βλέπετε τότε δεν υπήρχαν οι σύμβουλοι των υπουργών, να συμβουλεύουν αυτούς για ν’ αποφύγουν τις «γραφειοκρατικές μαχαιριές», και να παρεμβάλονται μεταξύ αυτών και της διοίκησης, συνιστώντας το τείχος που αποκόπτει τους μεν από τους δε, κι απομονώνει το κέντρο των αποφάσεων από το κέντρο της εισήγησής τους!..) Ο τμηματάρχης με τον τρόπο του, με το χαρακτήρα του (πάντα σοβαρός και συνωφρυωμένος, άφιλος κι ανέκφραστος), καθώς και την αυστηρότητά του, κρατούσε τον κόσμο σε αβεβαιότητα και σε προσδοκία, ενώ τους υπό αυτόν εργαζόμενους σε φόβο και υποταγή. Είχε «την ευτυχία της αναβολής», καθώς οι υποθέσεις έπρεπε «να ωριμάζουν αργά», και σε τούτο συνίστατο η δύναμή του! Κρατούσε δηλαδή, με την ερμηνεία των διατάξεων και την αναβολή, τους πάντες −συναλλασσόμενους, εργαζόμενους και πολιτική ηγεσία− σε ομηρία, σ’ ένα είδος αιχμαλωσίας. «Τα πάντα», υποστήριζε, είναι «ζήτημα ερμηνείας κι αναβολής»!

Είναι χαρακτηριστικό τούτο το απόσπασμα της αφήγησης του Παπαντωνίου: «Ο ήλιος χυνόταν τόσο ηδονικά στους φακέλους και στους κώδικες, που ο τμηματάρχης ένοιωσε να τον κυριεύει ακράτητο συναίσθημα παντοδυναμίας. Εκείνο το πρωί τιμώρησε κάποιον γεωπόνο, αποφάσισε τη στασιμότητα του υπαλλήλου Κουτσόπετρου, εματαίωσε δυο χρήσιμα έργα οδοποιΐας, είπε “βόδι” τον κλητήρα, επρόγκηξεν ένα γραφέα, κι όταν επήγε για εισήγηση στον υπουργό, του αναποδογύρισε δύο σπουδαιότατα νομοσχέδια, που είχε σχεδιάσει, επειδή τον τρόμαξε με τη χρονολογία, τα άρθρα και τα νούμερα που έβγαλε μέσα από τα χίλια συρταράκια της μνήμης του. Ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσε τόσο πολύ πως είναι απαραίτητος».

«Και τότε, ευρισκόμενος στα πελάγη αυτής της παντοδυναμίας του, εκεί «που πίστευε πως το σύμπαν τον συλλογίζεται», συνέβη το μοιραίο: ένα μικροσκοπικό αγγείο του εγκεφάλου του διαρράγη και του ήρθε συμφόρηση. Μόλις που πρόλαβε ν’ απλώσει το χέρι του και να κουδουνίσει. Οι υπάλληλοι που προσήλθαν στο κάλεσμά του φώναξαν γιατρό, ακολούθησε θεραπεία κι έκτοτε, ευρισκόμενος σε μόνιμη παραλυσία κι αδύναμος να μιλήσει και να εκφραστεί, κείτονταν στο σπίτι του. Η είδηση του συμβάντος μεταδόθηκε αστραπιαία όχι μόνο στο υπουργείο, αλλά και σε όλη την εξαρτώμενη από τον τμηματάρχη Ελλάδα. Όλοι τους δεν έκρυβαν την ανακούφισή τους για την απαλλαγή τους από τον καταπιεστικό τμηματάρχη –από τον υπουργό και τους υπαλλήλους του υπουργείου, μέχρι τους νομάρχες και δημάρχους, καθώς και τα πάσης φύσης φυσικά και νομικά πρόσωπα, τα εξαρτώμενα από αυτόν».

Για τις αντιδράσεις των υπαλλήλων στο υπουργείο, περιγράφει γλαφυρά ο Παπαντωνίου: «Η πληροφορία πως ένας τέτοιος εξουσιαστής έγινε μηδενικό σ’ ένα δευτερόλεπτο, έπεσε σαν κεραυνός στους κατώτερούς του. Ξαπλώθηκαν στις καρέκλες, ξέχασαν ανοιχτούς τους φακέλους και, ρουφώντας με το ηδονικό των σφύριγμα την τελευταία προ πολλού πιωμένη γουλιά του καφέ των, μαδούσαν την υπόληψη του προϊσταμένου που έπεσε. Η ράχη των, που γινόταν κουλούρα μπροστά του, ήταν τώρα ορθή και στα χείλη των, που τον λιβάνιζαν και τον υμνούσαν, όταν ήταν δυνατός, ανέβαιναν παρατσούκλια, σαρκαστικές ιστορίες κι αστεία για τον απόπληκτο».

«Όταν μετά από μέρες, η γυναίκα του τμηματάρχη τον κουβάλησε υποβασταζόμενο στο γραφείο του στο υπουργείο, επειδή ο ίδιος το ζήτησε, η κατάσταση είχε ριζικά αλλάξει».

Την περιγράφει ο Παπαντωνίου: «Ωχρός (ο τμηματάρχης), αδύνατος, μ’ ένα στράβωμα στο δεξί μάγουλό του από την πάρεση, αλλιώτικος, με κάτι σαν πείσμα και σαν δέηση μαζί στην έκφρασή του, με καλοστρωμένες όμως πάντα τις δέκα τρίχες του γυμνού του κρανίου, προσπαθούσε να υψώσει μέσα στο υπουργείο τη σκιά του εαυτού του, το παρελθόν του! Στο μάτι του ήταν ακόμα η απειλή και η διαταγή. Σε λίγο άνοιξε το στόμα κι ακούστηκε η άναρθρη κραυγή του: “Αααααα!, εφώναξε στον γραμματέα”».

«Ο Κουτσόπετρος, ο τιμωρημένος από τον τμηματάρχη υπάλληλος, συλλογίστηκε «τη δύναμη και την κατάντια της…». Και κατόπιν κοίταξε από το παράθυρο την προσπάθεια που έκαναν ο οδηγός και η γυναίκα του τμηματάρχη να τον βάλουν στο αυτοκίνητο για να τον πάνε στο σπίτι. Την περιγράφει ο Παπαντωνίου: «Διαρκώς τον τύλιγαν και τον συγύριζαν. Επί τέλους, κατάφεραν να συγυριστεί −και σε λίγο το αμάξι ξεκίνησε κουβαλώντας τη “Δύναμη”… Κανένας δεν έδωσε προσοχή και μόνο ο Κουτσόπετρος παρακολούθησεν από το παράθυρο την πένθιμη συνοδεία».

Αντιγράφω από το ίδιο άρθρο το ενδιαφέρον σχόλιο πως «... Η δύναμη είναι εφήμερη μπρος στα τρωτά της ζωής, που πάντα τρώγουν και καταβιβάζουν όποιον δεν τα υπολογίζει και υπερκειμένως τούτων θεωρεί ότι μπορεί να λειτουργεί, καταχρώμενος τη μεγαλοσύνη της ζωής. Η τοιαύτη στάση είναι εντέλει ύβρις της ζωής και προσβολή της κοινωνίας, η οποία σου εμπιστεύτηκε τη διοίκησή της ...».

Ο τίτλος και η θέση μας στις διάφορες τάξεις και ιεραρχίες, υποδηλώνουν  ευθύνη και δέσμευση για ικανότητα. Δεν σημαίνουν ούτε την ικανοποίηση της ευθύνης μας, ούτε την ανταπόκρισή μας στις απαιτήσεις της θέσης. Πολύ περισσότερο, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την προσωπικότητά μας, ούτε την κοινωνική και προσωπική μας λειτουργία και σχέση μας με τους αποδέκτες των υπηρεσιών μας άλλους, ούτε και με τους δικούς μας ανθρώπους!

Σημειώσεις:
1.  : Σημαντικά αποσπάσματα από το διήγημα του Ζ. Παπαντωνίου, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για σημαντικούς λειτουργούς και σπουδαία θέματα της Δημόσιας Διοίκησης Διοίκησης εδώ.
2.  Για τούτο το σημείωμα αφορμή στάθηκε Ο πολιτισμός της ετικέτας.

1 σχόλιο: