Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Γειτονιές της Αθήνας: Κουκάκι



 

Όταν σπουδάζεις σε μια πόλη, μακριά από το σπίτι σου, συνηθίζεις να ζεις σαν ξένος ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους άνθρώπους. Και υπάρχουν κάποια μέρη, κάποιες γειτονιές, που φιλόξενα σ' αγκαλιάζουν, και βρίσκεις τη ζεστασιά που άφησες πίσω σου, σαν έφυγες από τ' αγαπημένα χώματα.

Πέρασα από πολλές γειτονιές της Αθήνας στη διάρκεια των σπουδών μου. Στην κάθε μιά τους βρήκα κάτι, που αιχμαλώτισε την καρδιά μου, τη δρόσισε και την παρηγόρησε. Σε κάποιες, δεν θέλω να ξαναβρεθώ. Μι' ανατριχίλα μ' αποτρέπει.

Ανάμεσα στις πρώτες, εντυπωσιακά φιλόξενες γειτονιές, ήταν το Κουκάκι.

Στο Κουκάκι ζούσε με τους γονείς του ο καλός μου, κι εγώ συχνά τον συναντούσα εκεί, στη γειτονιά του, που ήταν τόπος πρόσφορος για συντροφιές νέων, στις αρχές της δεκαετίας του '70. Από τότε η Δράκου, που δεν ήταν ακόμη πεζόδρομος, έσφυζε από ζωή, όνειρα για ζωή, δημιουργία, επιστήμη, τέχνη, επανάσταση που θα αλλάξει τον κόσμο. Όμως, ο κόσμος είναι ο ίδιος ακόμη, όπως τότε, με όλες του τις αντιφάσεις, ματαιότητες, κακίες κλπ. Αρα, άλλο είναι εκείνο που πρέπει να αλλάξει.

Εκεί, στη Δράκου, η Σοφία (δηλαδή οι γονείς της) είχε το περίπτερο. Η Σοφία! Η μορφή της, ακόμη, στολίζει τις σελίδες στο άλμπουμ του γάμου μου. Τί ομορφιά, τί κορμί, τι παιδί-γυναίκα, τί παιδί-παιδί! Δεν της άρεσε το σχολείο, της άρεσε η δράση, η ζωή. Τί κρίμα! έφυγε στα 25 της. Απέραντη και απέθαντη θλίψη. Μακαρία η οδός... Έγινε άγγελος, νωρίς. Έμεινε στις καρδιές μας παιδί, όπως τότε.

Ο Νίκος, είχε το ραφτάδικο. Ρίζωσε στη γειτονιά. Έγινε παππούς και επιχειρηματίας, με καταστήματα στη γειτονιά! 40 χρόνια ίδιος είναι!

Πόσες φορές η Diva, η θεϊκή πίτσα, δεν μας ελυσε τα προβλήματα σίτισης, κατά τη διάρκεια των μεγάλων και μάταιων μαχητικών προσπαθειών για τη λύση των πολιτικών προβληματων της εποχής ανά τον κόσμο!

Ο Αλέκος κι ο αδερφός του, μηχανικοί κι οι δυό. Καιρό τώρα, τους έχω χάσει. Κι η αδερφή τους, η ευγενική Ευγενία, που εργαζόταν στο Ευγενίδειο. Η γυναίκα του φαρμακοποιού της γειτονιάς. Διάβασε όλα μου τα βιβλία της Νομικής και πήρε δεύτερο πτυχίο.

Ένας άλλος Νίκος, κι ο Μπάμπης, αδέρφια, αγωνιστές κι οι δυό, ο ένας, μάλιστα, λίγο περισσότερο (αγωνιστής). Ο Νίκος απαθανάτισε το γάμο μου, και χάρις σ' αυτόν βλέπω τον εαυτό μου, σε στιγμές «μεγάλου θάρρους»!

[Ναί, ήθελε πολύ θάρρος, αφέλεια και πολύ μεγάλο έρωτα, να παντρευτείς στα 25 σου, μόλις πτυχιούχος νομικός, έναν μόλις πτυχιούχο μηχανικό, με μεγάλες επιστημονικές ανησυχίες που ήθελε να κάνει διδακτορικό! Ούτε που το φανταζόμουν τί θα ακολουθούσε, και είμαι ααπέραντα ευγνώμων στη σκιά του Κυρίου που επέβλεπε το δρόμο μου.]

Κι ύστερα, συχνά-πυκνά πήγαινα στη γειτονιά εκείνη να δώ τα πεθερικά μου. Και μετά για να πάω τα παιδιά να δουν τον παππού και την γιαγιά τους. Και μετά, που έφυγε ο παππούς, κι έφυγαν και τα παιδιά, πήγαινα για να κάνω συντροφιά και να δώ την πεθερά μου, που γερόντισσα πια, πάντα αποζητούσε παρέα. Αλλά σαν (αυτοκρατόρισσα) δασκάλα, δεν συμβιβαζόταν με διαρκείς παρουσίες (ούτε αυτή ούτε εγώ), κι η φιλοξενία μας ήταν κάποιες Κυριακές στο σπίτι μου, ή κάποιες ώρες εγώ στο δικό της. Σαν είμαστε οι δυό μας, περνούσαμε πολύ καλά. Μα σαν εμφανιζόταν ο γιός της, η αγάπη του μας χώριζε. Άλλαζε η όψη της. Άλλαζε κι η στάση του κορμιού της. Δεν ήταν Μάνα. Ήταν Κυρία. Κι εγώ χαιρόμουνα που λάβαινε η γερόντισσα τούτη τη χαρά -που την αποζητούσε- γιατί ήμουνα σίγουρη πως ο γιός της τώρα αγαπούσε εμένα τόσο, όσο αγαπούσε αυτήν κάποτε. Τώρα την προστάτευε από τους φόβους των γηρατειών της. Της κρατούσε το χέρι μια μέρα, κι εκείνη κοιμόταν αποκαμωμένη από τους φόβους αυτούς, κι ύστερα από κάμποσες ώρες, έτσι, απλά, έφυγε.

Και μετά, που έφυγε κι η γιαγιά, εγώ πήγα στο σπίτι. Τί να κάνεις με ένα σπίτι, γεμάτο από τόσες ζωές. Που το επισκέφτηκα για πρώτη φορά, κοριτσάκι, και μού 'κανε μεγάλη εντύπωση γιατ' ήταν καταστόλιστο, με τόσες ζωγραφιές και φωτογραφίες. Τόσα πρόσωπα, σε τόσες και διαφορετικές περιστάσεις: Τραυματίες πολέμου, γαμήλιες σκηνές, αναμνηστικές πόζες αδελφών, γονέων, τέκνων, εγγονών, από σεισμούς, από επισκέψεις σε Μουσεία, Παλάτια, Πυραμίδες. Πανέμορφες Κυρίες-θείες με γούνες και με καπέλλα, στολισμένα με φτερά. Ένα σπίτι όπου μεγαλώσανε τα παιδιά μου στην αγκαλιά μεσηλίκων που γεράσανε. Πώς να αδειάσεις ένα σπίτι γεμάτο μνήμες. Ένα σπίτι γεμάτο ζωή και φροντίδα.

Ο καλός μου, μ' αφήκε μονάχη σε τούτο το έργο. Δεν γινόταν να αδειάσει τη ζωή των γονιών του, μια που μονάχος του είχε απομείνει. Για χάρη του, εγώ, μάζεψα, φύλαξα, διάλεξα ό,τι γραμμένο απ' τα χέρια τους ήταν: συμβουλές, αναμνήσεις, εικόνες ζωής και την ιστορία της αγάπης τους, όποια ήταν.

Πόσα ενθυμήματα! πόση φροντίδα! ετούτη τώρα είναι η οικογένεια και η ιστορία του. Αυτά που απόμειναν στο σπίτι, είναι τ' αδέρφια του, κι η συνέχειά του με το ξεκίνημά του. Συλλογιέμαι, ώρες-ώρες, πόσο βαρύς είναι ο κλήρος του ανθρώπου που δεν έχει αδέρφια. Δεν έχει κάποιον να μοιραστεί την ιστορία του, μαζί και των γονιών του, το ξεκίνημά του, την εφηβεία του, τους παιδικούς τσακωμούς του, τις ευθύνες για τους γερόντους του, τη μοναξιά του μετά το χαμό τους! Ο καλός μου είναι τυχερός, που βρέθηκε μέσα στα τόσα αδέρφια μου να είναι ο μικρός! Όλοι τον αγαπούνε και τον τιμούνε, και πιστεύω, πως τον αγαπούνε πιο πολύ γιατί δεν έχει δικά του αδέρφια. Η μάνα μου τον «πονούσε» πολύ γι' αυτό, και μου τόλεγε συχνά-πυκνά: «μίλα στα παιδιά σου να προσέχουνε τον πατέρα τους, γιατί είναι μονάχος!»

Όλα τούτα τα χρόνια στο Κουκάκι, ένας  ολόκληρος κόσμος, είναι κι ο Κοσμίδης, που από πάντα γλύκαινε -με τις θαυμαστές ζαχαροπλαστικές δημιουργίες του- κάθε μας χαρά, γιορτή κι επέτειο. Δεν άλλαξε γειτονιά, αν και άλλαξε τις εστίες του.

Σε τούτη τη γειτονιά, πάντα μια νέα καρδιά θα χτυπάει. Μια καρδιά με ξεχωριστό στίγμα. Το "καινούργιο" περίπτερο, του Νίκου [εδώ και δέκα περίπου χρόνια!], είναι πια θεσμός. Δυναμικός, κοινωνικός, ο Νίκος κι όλο του το επιτελείο από δυναμικές γυναίκες, παρηγορούν, στέργουν και ανακουφίζουν τις στερήσεις μας: σε καπνό, τύπο, αναψυκτικό. Όλες τις ώρες της ημέρας, και πολλές από τις ώρες της νύχτας. Τις ώρες της επιστροφής από τον κάματο της δουλειάς. Γιατί, τούτη την ώρα, της επιστροφής, τί δώρο να αγοράσεις, για να "δωροδοκήσεις" εκείνον που σε περιμένει μέσα στη νύχτα; Στο Νίκο, πάντα κάτι θα βρείς, για να υποστηρίξει την "απολογία" της αργοπορίας σου. Κι αν δεν βρείς κάτι ν' αγοράσεις, θ' ακούσεις κάτι, από κείνα που δεν το πιστεύεις πως μπορεί να τα μάθεις σ' ένα περίπτερο.

Εδώ, στο Κουκάκι, έχει την εστία του και ένας ακοντιστής της "αιχμής",  (aixmi.gr) ο Κ. Παπαχρήστου, που κονταροχτυπήθηκα μαζί του, για χάρη του Λιαντίνη.

Τέλος, σε τούτη τη γειτονιά, από πάντα, Πυρσός, να τη φωτίζει, να τη λαμπρύνει, να τη βοηθάει, να τη συντρέχει, να τη «στοιχειώνει» και να τη «μεταστοιχειώνει», στάθηκε το βιβλιοπωλείο του Σωτήρη. Από το 1970. Ο Σωτήρης, ένας νέος επιχειρηματίας, έφερε -θαρρείς- τον «Ελευθερουδάκη» στη γειτονιά! Τί ήθελες και δεν τό βρισκες! Τα πάντα, έρχονταν άμεσα στη διάθεσή σου. Ψυχή, νούς και σώμα, όλος ο Σωτήρης, αφοσιωμένος. Διευρύνθηκε η επιχείρηση, διευρύνθηκε και η οικογένεια του Σωτήρη, όπως και όλων μας.

Ο Σωτήρης δεν μας έφερε μόνο τον Πυρσό του να μας φωτίσει. Έκανε και πρωτοπόρους αγώνες για την πεζοδρόμηση της Δράκου. Του χρωστάμε την δροσογόνο πηγή του καλοκαιριού στην γειτονιά. Του χρωστάμε ότι ζώντας στην πόλη, μπορούμε να σταθούμε κάτω από τα δέντρα και να γευτούμε τις εποχές. Να ζήσουμε το κιτρίνισμα των φύλλων στα δένδρα, το στροβίλισμά τους στο φθινοπωρινό αεράκι και το μακρινό τους ταξίδι από το δένδρο στο ρυάκι και στην αναγεννητική φθορά! Να ζήσουμε το λουλούδισμά τους την άνοιξη, και την ολόδροση πνοή τους το καλοκαίρι!

Η Ελένη η -δασκάλα- γυναίκα του Σωτήρη, υπήρξε μαθήτρια του Λιαντίνη, κι η μακεδόνισσα ψυχή της, αφού κοινώνησε τα Σπαρτιάτικα νάματα, συνάντησε τη δική μου και μοιραστήκαμε το κάλλος της διδαχής του μεγάλου παιδαγωγού, φιλοσόφου και Δασκάλου. [Οι διδαχές του Λιαντίνη, κι ο αγώνας του στη δημιουργία Δασκάλων με ήθος, γνώση και συναίσθηση του κοινωνικού τους ρόλου, την έχουν στοιχειώσει. Και τούτο είναι πια -και για τις δυό μας- μεγάλης σημασίας αξία και αρχή, παρόλο που εγώ δεν υπήρξα μαθήτρια του Λιαντίνη. Ο Σπαρτιάτης Λιαντίνης, έχοντας πίσω του καστροπολιτείες, Παλαιολόγο και Λεωνίδα, δεν είχε άλλον τρόπο να υποστηρίξει εκείνα που καίγαν την ψυχή κι όλο το είναι του, πέρα από τη ζωή του. Και τούτο είναι σπουδαίο παράδειγμα. Πέρα από λόγια κούφιας διδαχής.]

Παραλίγο, δεν γίναμε κουμπάροι με τον Σωτήρη, αλλά είμαστε παντοτινοί φίλοι, αφού μας ενώνουν και κοινές αγωνίες, αναζητήσεις, ερωτήματα, στόχοι: τί θα γίνει στην πατρίδα μας, τί φταίει, τί μπορούμε εμείς να κάνουμε, και πώς θα αποτρέψουμε μια αθεράπευτη βλάβη στο μέλλον του έθνους και της πατρίδας μας. Και κυρίως, ποιό είναι το ατομικό μας χρέος, γιατί δεν μπορούμε ν' αδιαφορούμε γι' αυτό. Μας ενώνει ο χρόνος που έφυγε.

Στο χρόνο που έρχεται, μαζί μας θά 'ναι κι ο γιός του, που παρέλαβε τον Πυρσό. Τώρα πια, έχει πολυστέψει η παρέα μας και χαιρόμαστε στο πρόσωπο του  Αλεξανδρου τη νεότητα που σκέφτεται, οργίζεται, διαφωνεί, επαναστατεί και τολμά να επιχειρεί. Εδώ, σε τούτη τη γειτονιά.

Το Κουκάκι, μου έγινε πια, μια νέα εστία και πατρίδα, γιατί εκεί έχω ρίζες, μνήμες, σχέσεις, φίλους με κοινές διαδρομές και απορίες ζωής.

1 σχόλιο:

  1. Ένα νοσταλγικό αριστούργημα που τιμά τη γειτονιά μας! Ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή