Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Παγκοσμιοποίση: Η Νεωτερική Ιστοριογραφία Αρνείται τη Συνέχεια του Ελληνισμού. Νεο-Ελληνικό Κράτος


 

10η Συνέχεια...

Ως προς τον ισχυρισμό σχετικά με το εθνικό χαρακτήρα του ύστερου Βυζαντίου κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας, με βάση την νεωτερική άποψη ότι ο νεώτερος ελληνισμός συγκροτείται, εξ επόψεως ταυτότητας, κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (μεταξύ των 10ου και 13ου αιώνων): Αυτό δεν είναι βάσιμο γιατί η έννοια του έθνους, κατά τη φάση αυτή, παραμένει απολύτως συνδεδεμένη με την κοσμοσυστημική ιδιοσυστασία του ελληνισμού. Ο Ελληνισμός, ενεργεί ως «έθνος κοσμοσύστημα» και οι πολιτικές του προτεραιότητες φανερώνουν ότι είναι εκείνες της οικουμενικής κοσμόπολης.

Η αγωνία των μετά την άλωση του 1204 Ελλήνων και έως την τελική άλωση του 1453, εστιάζεται στην ανασυγκρότηση της οικουμενικής κοσμόπολης, όχι στην υπέρβασή της. Η περίπτωση του Γεμιστού είναι χαρακτηριστική. Το διακρίνουμε αυτό, επίσης, στην έννοια του έθνους, στις πολιτειακές αντιλήψεις και στα παλιγγενεσιακά προτάγματα της τουρκοκρατίας. Από τον Ρήγα έως τους Φαναριώτες, την Εκκλησία, τη Φιλική Εταιρεία και τον Υψηλάντη, όλοι αναφέρονται στο «έθνος κοσμοσύστημα της ελληνικής ανθρωποκεντρικής οικουμένης». Αυτό βιώνουν άλλωστε στο πλαίσιο των κοινών/πόλεων, και στοχάζονται για την ανασύσταση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, της οικουμενικής κοσμόπολης.

Ακόμη και τα Συντάγματα της Επανάστασης εμπνέονται κυριολεκτικά από το σύστημα των πόλεων/κοινών. Σε καμιά περίπτωση, δεν προσβλέπουν σε μια κοινωνία με το δεσποτικό-κρατικό χαρακτήρα της εποχής, ούτε στην ιδέα του πολιτικά κυρίαρχου, ενιαίου και πολιτισμικά ομοιογενούς κράτους έθνους, το οποίο άλλωστε θα υιοθετήσει πολύ αργότερα η Εσπερία.

Τα κράτη αυτά εθεωρείτο ότι ταίριαζαν πιο πολύ σε κοινωνίες της μετάβασης ή, έστω, σε πρωτο-ανθρωποκεντρικές κοινωνίες, όπως οι ευρωπαϊκές.

Γι’ αυτό, οι Έλληνες της εποχής, παρόλο που συνεργάζονταν και συζητούσαν με τις ευρωπαϊκές χώρες, δεν ακολουθούσαν στο πολιτειακό, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό τους διάβημα.

Είναι ασφαλές-ιστορικά- να δεχθούμε ότι η ιδέα του έθνους, μέχρι τουλάχιστον την Επανάσταση, είναι άρρηκτα προσδεδεμένη στην κοσμοσυστημική ιδεολογία του ελληνισμού, ορίζεται δηλαδή ως έθνος κοσμοσύστημα.

Αυτή η αντίληψη, αντλεί, συγκεκριμένα, το «υλικό» της από την ανθρωποκεντρική φάση της οικουμένης. Γι' αυτό και παραμένει, ως προς την ουσία της, εξαρτημένη από την καταγωγή. Και επικαλείται την καταγωγή των συγχρόνων Ελλήνων από τους προγόνους Έλληνες, χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σ’ αυτούς της κρατοκεντρικής (των πόλεων κρατών) και της οικουμενικής (ελληνιστικής, ρωμαϊκής και βυζαντινής) περιόδου.

Η καταγωγή, επομένως, εξακολουθεί να μην ανάγεται στη «ροή του αίματος», αλλά να αναφέρεται στη συνέχεια της ελληνικής ανθρωποκεντρικής παιδείας. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Ρήγας όταν χαρακτηρίζει το «λαό», που κατοικεί στον ευρύτερο ζωτικό χώρο του ελληνισμού, ως «απόγονο των Ελλήνων».

Ο λαός του έθνους αυτού (του ελληνικού κοσμοσυστημικού έθνους) απαρτίζεται από όλες τις επιμέρους εθνοτικές ή άλλες πολιτισμικές ομάδες (Αλβανούς, Βούλγαρους, Ρουμάνους κ.α.) χωρίς διακρίσεις ή εξαιρέσεις.

Για τον ίδιο λόγο, ό,τι σηματοδοτεί το χαρακτήρα του έθνους («το πολιτειακό πρόσημο του έθνους») συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ελευθερίες που ταιριάζουν στη συγκεκριμένη ιστορική φάση (οικουμενική), τις εξής τέσσερις:
  • την εθνική έναντι του «άλλου», 
  • την συνάδουσα με την πολυσημία του έθνους και, οπωσδήποτε, την προϋπόθεση όλων, την ατομική ελευθερία, 
  • σε συνδυασμό με την κοινωνική και 
  • την πολιτική ελευθερία, η οποία, η τελευταία, τέμνει το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης του έθνους, δηλαδή της ευθύνης για τα κοινά, υπέρ της κοινωνίας.
Η θεμελιώδης κοινωνία του έθνους αυτού συνδυάζει το σύστημα των πόλεων/κοινών με τη διακρίνουσα της σύνολης κοινότητας, την κοσμόπολη.

Ώστε ο νεώτερος ελληνισμός, συγκροτείται μόλις κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, με τη μετάβαση από το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας στο ομόλογο κοσμοσύστημα της μεγάλης κλίμακας, που γέννησε το έθνος κράτος.

Από ανθρωποκεντρική άποψη, δηλαδή υπό το πρίσμα της προόδου, η μετάβαση αυτή, με τον τρόπο που τελικά έγινε, ήταν αναπόφευκτο να σημάνει μια κεφαλαιώδη οπισθοδρόμηση για τον ελληνικό κόσμο: οι ελληνικές κοινωνίες που ενσωματώνονταν στο κράτος, αντί να μεταφέρουν εκεί το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο της οικουμένης, εκαλούντο να το εγκαταλείψουν και να ανασυγκροτηθούν στη βάση μιας μεταβατικής δεσποτείας και, στη συνέχεια, με πρόσημο το πρωτο-ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του νεώτερου κόσμου.

Μολονότι η μετάβαση αυτή, θα διαρκέσει ακριβώς έναν αιώνα, η νέα εθνική ιδέα θα αποκρυσταλλωθεί ιδεολογικά μετά τη μικρασιατική καταστροφή και ιδίως από τη δεκαετία του 1930.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τη σύγχυση που επικρατεί στη νεοτερική σκέψη σε ό,τι αφορά στις σταθερές και στις μεταβλητές της έννοιας του έθνους.

Χωρίς αμφιβολία το έθνος, ως έννοια και ως συνείδηση κοινωνίας, διαφοροποιείται στο χρόνο, σε συνάρτηση με τις φάσεις που διέρχεται το σύνολο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα.

  • Διαφοροποιείται, για παράδειγμα, ως προς τη βαρύτητα των πολιτισμικών στοιχείων που προσκυρώνονται στο «είναι» του.
  • Διαφοροποιείται, επίσης, ως προς το εύρος της ελευθερίας που ενσωματώνει κάθε φορά και, συνακόλουθα, ως προς το ποιος έχει την αρμοδιότητα να το ενσαρκώσει. 
  • Διαφοροποιείται, τέλος, ως προς το καταγωγικό επιχείρημα που συνάπτεται με αυτό, το ιστορικό του κεκτημένο και, μάλιστα, ως προς τις προσλήψεις του παρελθόντος ή τις κατευθύνσεις του μέλλοντος.
Όμως, οι διαφοροποιήσεις αυτές αποτελούν μεταβολές που όσο μεγάλη σημασία και να έχουν δεν αναιρούν τις θεμελιώδεις σταθερές.
  • Οι σταθερές ορίζουν την ενότητα και τη συνέχεια του έθνους/της συλλογικής ταυτότητας στο χρόνο. 
  • Οι μεταβλητές εγγράφονται ως ο δείκτης εναρμόνισης του έθνους στον κοσμοσυστημικό χρόνο, 
  • οι σταθερές βεβαιώνουν την ύπαρξή του ως συνείδησης κοινωνίας, δηλαδή ως ταυτοτικού γεγονότος. Αλλά, το φαινόμενο αυτό δεν εντοπίζεται ως ιδιαιτερότητα του έθνους.

Η «εθνική ουσία», ο τρόπος ύπαρξης,  εφαρμόζεται στο σύνολο του κοινωνικού βίου. Το πολιτικό σύστημα, η σχέση του με το κράτος, η θέση της κοινωνίας των πολιτών σ’ αυτό, η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, το οικονομικό σύστημα και, μάλιστα, ο τρόπος συγκρότησης του ανθρωποκεντρικού γεγονότος μεταλλάσσονται στον κοσμοσυστημικό χωροχρόνο, χωρίς εντούτοις να χάνουν την ιδιοσυστασία τους. 

Για να γίνει κατανοητή η επισήμανση αυτή, αρκεί να επικαλεσθώ το παράδειγμα του ανθρώπου, καθώς ισχύει γι’ αυτόν αναλογικά ό,τι και για την κοινωνία εν συνόλω. Όντως, ο άνθρωπος, από τη γέννησή του έως το θάνατο, μεταλλάσσεται και μάλιστα ουσιωδώς. Όμως, δεν παύει εξ επόψεως ταυτότητας να παραμένει ο ίδιος.

Σε κάθε περίπτωση, η επώδυνη διαδικασία της μετάβασης του ελληνισμού από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι, από το έθνος κοσμοσύστημα στο έθνος κράτος, βρίσκεται πίσω από πλήθος ζητημάτων και παρανοήσεων που εγείρει η συμβίωση του νεώτερου πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους με τις ανθρωποκεντρικές κληρονομιές της ελληνικής κοινωνίας.

Κατά τούτο, δεν είναι καθόλου τυχαία η τροπή που έλαβε η συζήτηση για το έθνος στην εποχή μας, ούτε και η αγωνιώδης προσπάθεια μια σημαντικής μερίδας της διανόησης να απομειώσει το παρελθόν και, μάλιστα, να αρνηθεί όχι μόνο την ελληνική συνέχεια, αλλά και αυτή την ύπαρξη του ελληνικού έθνους πριν από το νεοτερικό κράτος.

Προφανώς αυτό έγινε για λόγους χρηματοδοτικής εξάρτησης της νεωτερικής, και αγοραίας αυτής, διανόησης, από την Εσπερία.

Και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, αυτή η μερίδα της διανόησης είναι υπόλογη, για την ενορχηστρωμένη προσπάθεια που γίνεται προκειμένου να ενοχοποιηθεί η ελληνική κοινωνία και, κατ’ επέκταση, οι κληρονομιές της (το Βυζάντιο και η τουρκοκρατία) για την αδυναμία και, ουσιωδώς, για την άρνηση του κράτους να εναρμονισθεί με τις προσδοκίες της.

Με αυτή την προοπτική, η νεωτερική και «εκσυγχρονιστική» της ιστορίας  διανόηση, διαχωρίζει τη θέση της από τη γνωσιολογία της ιστορίας, ώστε να αναλάβει τον κατάλληλο -καταφανώς ιδεολογικό και, μάλιστα, πολιτικώς άκρως συντηρητικό- ρόλο, εχθρικό κυρίως  προς την ελευθερία του σώματος της κοινωνίας των πολιτών.

Σημ.: Ακολουθεί κι άλλο  σημείωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου