Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Η ουσία του εκλογικού μας δικαιώματος


Image result for εικόνες μπεν χούρ 

Στο άρθρο του Κ. Παπαχρήστου με τίτλο «Το σύνδρομο Μπεν-Χουρ και το πολιτικό σύστημα» εδώ αναφέρεται η φράση: «Τα μάτια σου είναι πλημμυρισμένα από μίσος. Αυτό είναι καλό για σένα! Το μίσος κρατά έναν άντρα ζωντανό. Του δίνει δύναμη.»

Ετούτη η φράση, μαζί και κάποιες από τις απόψεις του αρθρογράφου, με βάλανε σε πολλές σκέψεις.

Σιγά-σιγά ξετυλιχτήκανε οι ενδοιασμοί κι οι προβληματισμοί μου: Πρώτα, για το μίσος, το αλγοφόρο πάθος της ψυχής, το ίδιον ακαλλιέργητου, υστερόβουλου, κακού και αδίστακτου πνεύματος και ανωρίμου χαρακτήρα. Που αποτελεί ιδιαίτερο κίνητρο  για τον μοχθηρό, τον μνησίκακο, τον εκδικητικό και τον ... αδιόρθωτο! Γιατί λειτουργεί, για τον φορέα του, ως κίνητρο για να βλάψει κάποιον άλλο, ο οποίος αποτελεί εμπόδιο στα σχέδιά του, ή μέτρο σύγκρισης που τον αφήνει πίσω...Ή γιατί ο εμφορούμενος θέλει να ανταποδώσει ένα κακό, ακόμη κι εκ λάθους ή για λόγους νόμιμης, δικαίας και λογικής αντίστασης γενόμενο! Ή γιατί ο εμφορούμενος από μίσος, το θεωρεί  μέσο αποτελεσματικό για την προσπάθειά του να επικρατήσει και να επιβληθεί, αυτός που (θεωρεί ότι) υπερτερεί έναντι πάντων, ως προς τη δύναμη, ή τη σοφία, ή την εγγενή βιολογική ικανότητα, κλπ!

Το μίσος ως φθόνος για την ανωτερότητα του άλλου ή για τη δυναμικώτερη θέση του άλλου, ή απλώς γιατί ο άλλος εκφράζει την αντίθεση ή την αντίρρησή του, αυτό που ωθεί τον μισούντα (και τον επιθυμούντα να υπερτερεί ή/και να επικρατεί), όχι μόνο στην απαξίωση του άλλου, με προσβολές και με οργανωμένες πλεκτάνες σε βάρος του, αλλά και στην διαστρέβλωση των όσων απεικονίζουν την αληθή αξία του αλλου. Θα κάνει τα πάντα που συμβάλλουν στην πλήρη εξουδένωση του άλλου έναντι του οποίου υστερεί. Η κατασυκοφάντηση δεν είναι άμοιρος συμμετοχής σε ένα τέτοιο έργο.

Σε προσωπικό και ατομικό επίπεδο το μίσος είναι μοχλός προσπάθειας, σε έναν κόσμο που μόνο οι τρίτοι φταίνε ή είναι εμπόδιο. Δεν είναι η δική μας πλεονεξία ή ανικανότητα.

Ναί το μίσος κρατά τη μυική δύναμη ζωντανή, αλλά έχει πωρώσει την ψυχή κι έχει σκληρύνει την καρδιά του εμφορουμένου από αυτό.

Σε πολιτικό επίπεδο, δεν είναι το μίσος, αλλά το πολιτικό συμφέρον του αγωνιώντος να επικρατεί και να παραμένει στην εξουσία, που τον ωθεί να μα μισεί, να ψεύδεται και να συκοφαντεί εναντίον του αντιπάλου του, προκειμένοιυ να προσελκύσει οπαδούς και να απομειώσει την ισχύ του αντιπάλου του, με τον οποίο αυτός θα εξακολουθήσει να συνεργάζεται και να συνυπάρχει [γιατί αμφότεροι γνωρίζουν ότι με την κατάλληλη συνμπεριφορά το μαγαζί της πολιτικής θα το μονοπωλήσουν αυτοί, διαρκώς οι ίδοι, πότε πάνω πότε κάτω!]. Συχνά βλέπουμε περιστασιακές πολιτικές και προσωπικές συμπλεύσεις των πολιτικών μας στην Βουλή κατά την άσκηση της νομοθετικής τους αρμοδιότητας, προς εξυπηρέτηση των κοινών πολιτικών τους συμφερόντων. Το μίσος που δείχνει αυτή η ... συνομοταξία των όντων, διοχετεύεται τεχνηέντως σε άλλους, είναι δηλαδή απλώς ένα εργαλείο!

Γι' αυτό συχνάκις βλέπουμε αγαστή συνεργασία ακόμη και ολόκληρων πολιτικών κομμάτων, όταν με τις κυβερνητικές πολιτικές δεν θίγονται ή -πολύ περισσσότερο- όταν ευνοούνται έτι περαιτέρω τα κεκτημένα τους

Νομίζω πως η θέση «...παθογένειες του ελληνικού χαρακτήρα ... η στα όρια της διαστροφής εχθροπάθεια του Έλληνα, που τον ωθεί να αναζητά διαρκώς «εχθρούς», ...», αδικεί εκείνον (τον οιονδήποτε) εναντίον του οποίου λέγεται. Και τούτο διότι εάν μεν επανειλημμένως βάλλεται ο συγκεκριμένος, η ενθάρρυνσή μας να χαλαρώσει και να μην είναι διαρκώς εν εγρηγόρσει και επιφυλακή, ενδέχεται να τον ωθήσει με δική μας πια υπαιτιότητα να υποστεί την εσχάτη ήττα και προσβολή. Για σκεφτείτε: δεν θα πρέπει ο λαός να αναρωτιέται γιατί κακοτυχεί και να μην εξετάζει τις πιθανές αιτίες, ούτε να δοκιμάζει κάτι αλλιώτικο από το κακό το ριζικό του
  • Αν διαρκώς μας ζητάνε κι επιτίθενται και απειλούν και δοκιμάζουν εισβολή οι Τούρκοι στα νησιά του Αιγαίου, 
  • Αν οι Ευρωπαίοι τη μια φορά μας ζητάνε (και συμφωνούμε μαζί τους) να ξεριζώσουμε τα δέντρα μας για να γίνει κατανομή των καλλιεργειών, και εν συνεχεία επιτρέπουν σε κάποιους να καλλιεργούν αυτά τα πατροπαράδοτά μας που εμείς κακώς έναντι άμεσης καταβολής ενός πινακίου φακής και διαρκούς οδυνηρής απώλειας ξεριζώσαμε, 
  • Αν (με τις πιεστικές ευλογίες της ΕΕ) δεχόμαστε την ονομασία φέτα που έχουμε εμείς στα παγκοσμίως γνωστά και προσφιλή τυριά μας να την την έχουν και οι Καναδοί, κι οι Τσέχοι κλπ.
  • Αν (με τις πιεστικές ευλογίες της ΕΕ) εμείς επιβάλλουμε υψηλούς φόρους σε ό,τι μας είναι προσοδοφόρο, ενώ οι γείτονες θα έχουν αντιστοίχως πιο προσιτές στον καταναλωτή τιμές, με συνέπεια να χάνουμε την πελατεία μας, 
  • Αν (με τις πιεστικές ευλογίες της ΕΕ) εξωνούνται ή υποτάσσονται οι πολιτικοί μας
  • αν
  • αν..;
Η φράση «θαρρείς για να δικαιολογήσει την ίδια του την ύπαρξη μέσα στην Ιστορία», στο βαθμό που αναφέρεται στον Έλληνα, πόσο πολύ τον πληγώνει! Γιατί η θέση του Έλληνα είναι ιστορημένη μέσα στην παραγωγή μεγάλου πνευματικού και ηθικού πολιτισμού, άσχετα από την πρόσφατη,  οργανωμένη και πολιτικά εκφυλισμένη παρουσία και διαχείριση της τύχης του!

Αλήθεια, πόσο εντοπίζεται κι επισημαίνεται η πολλαχόθεν προσπάθεια, που γίνεται σήμερα, να καρπωθούν άλλοι τον πολιτισμό που ελληνικά φύλα δημιούργησαν. Τί θα λέγατε για τα πολιτιστικά αγαθά και μνημεία της «παγκόσμιας κληρονομιάς;» Η ιδέα είναι καταπληκτική! αρκεί αυτά τα αγαθά να τα στεγάζουν οι φίλοι μας, να τα εκθέτουν αυτοί και να εισπράττουν αυτοί, δηλαδή τα καρπούνται οι φίλοι μας! Αν ο Παρθενώνας είναι «παγκόσμια κληρονομιά» που βρίσκεται εδώ, στον τόπο που δημιουργήθηκε, πώς μπορεί τα αποσπασμένα γλυπτά του, που βρίσκονται στη Μ.Βρεττανία να αποτελούν πηγή πλούτου και φήμης της για την εστία που τους παρέχει η χώρα αυτή; Και για τις άλλες εγνωσμένα ελληνικές κλεμμένες αρχαιότητες που βρίσκονται στα μουσεία του κόσμου; Αλλά, έτσι συμβαίνει: έτσι τα έχουν διευθετήσει οι ισχυροί, μας λέτε να μην διαμαρτυρόμαστε οι ανίσχυροι;

Στην ιστορία του πολιτισμού, διαρκώς κατοχυρώνεται και επιβάλλεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η ύπαρξη των εθνών και των λαών. Στις μέρες μας επιβάλλεται στον κόσμο η ύπαρξη εθνών και λαών που έχουν δύναμη και παραγωγή μηχανών και μηχανισμών ολέθρου του ανθρώπου, και των έργων του πολιτισμού και του πνεύματος. Δεν βλάπτει να βλέπουμε με ποιούς είμαστε. Με τους ολετήρες ή με τον πολιτισμό. Γιατί κι αυτοί που είναι με την πλευρά του πολιτισμού κινδυνεύουν από τους ολετήρες, ενώ οι τελευταίοι δεν κινδυνεύουν και τόσο από τους πρώτους!

Σε οργισμένες αντιδράσεις πάντοτε ξεσηκώνονταν οι λαοί, γιά διάφορους λόγους. Είτε υποκινούμενοι πολεμικά, εναντίον άλλων λαών, είτε πολιτικά εναντίον άλλων πολιτικών σχηματισμών. Οι επαναστατικές εξεγέρσεις και σπίθες πολιτικής και πνευματικής, εθνικής ή ηθικής φωτιάς δεν μπορεί να θεωρούνται επίμεμπτες αντιδράσεις, γιατί αφορούν μια παναθρώπινη αξίωση διατήρησης αξιών και ταυτότητας, παγκόσμιας εμβέλειας.

Αντίθετα, ταξικά και ατομικά προνόμια και διεκδικήσεις θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι είναι περισσότερο ελεγκτέα, διότι βάλλουν την συνοχή μιας δεδομένης κοινωνίας, χωρίς να επιφέρουν κοινωνική ισότητα και ισορροπία. Συνεπώς, αν συμφωνούσα με την άποψη για «τα συλλαλητήρια και τη γενικότερη εθνική υστερία των αρχών της δεκαετίας του ’90 όταν,τη στιγμή που οι χώρες της ηπείρου έθεταν τα θεμέλια της ενωμένης Ευρώπης, η τότε ελληνική κυβέρνηση επέλεξε εκούσα - άκουσα να απασχολεί μονομανώς τις θεσμικές διαδικασίες με ένα ήσσονος σημασίας τοπικό βαλκανικό ζήτημα» θεωρώ πως θα μπορούσε να παρέχεται περιθώριο στον κίνδυνο να «χτίζονται γύρω μας τείχη» κι εμείς ανύποπτοι να συνεργούμε! Η συνειδητότητα και η σταθερότητα δεν είναι διαστροφή.

Η τοποθέτηση ότι «είναι ακόμα δυσκολότερο να ξεχάσει κανείς τις πιο πρόσφατες εθνικές ψυχώσεις μας, που έφτασαν στο σημείο να παραβάλλουν τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές μας με τους... ναζί κατακτητές της Κατοχής» με βρίσκει κατάπληκτη! Πώς θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε κοσμίως, σε μια εξαιρετικά προσβλητική απαίτηση, σε μια μεθόδευση οικονομικής καταδολίευσης; Δυστυχώς, αυτό συνέβη, εκ των υστέρων: αφού είχαμε ήδη επιτρέψει την ανέγερση πέριξ ημών υψηλών και αδιαπέραστων τειχών χρέους και εξάρτησης μέσω των επανειλημμένων δανεισμών μας! Ασφαλώς και είναι κατακριτέα ή μη πληρωμή χρέους, αλλά το δίκαιο που... κανονίζει τις εξουσίες, ορίζει ότι για κάθε χρέος δεν ευθύνεται μονάχα ο δανειζόμενος, αλλά ... και ο δανείζων, ιδιαίτερα μάλιστα όταν μπορεί να γνωρίζει ότι η είσπραξη της απαίτησής του είναι επισφαλής! Ο οικονομικός εκμαυλισμός και η παραπλάνηση, ακόμη και σε τούτον τον κόσμο έχει τίμημα, άσχετα που κάθε μέρα πλησιάζουμε, όλο και πιο πολύ, στην ατιμωρησία των ισχυρών,

Όταν ζητείται το ανέφικτο, με τίμημα την εξαφάνιση, δεν συντρέχει καμμιά απολύτως ψύχωση του ... υπό εξαφάνιση, όταν ο τελευταίος αρνείται να συμμορφωθεί στην ... εξαφάνισή του! Ας μην του αρνηθούθμε το δικαίωμα της αυτοσυντήρησης. Ας του επιτρέψουμε να συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και τί παθαίνει. Κι αν προσπαθήσει να αποκαλύψει ότι το προτεινόμενο είναι αδόκιμο και αναποτελεσματικό, ας μην τον κατηγορήσουμε που ανοίγει τα μάτια του. Να τον κατηγορήσουμε όταν θέλει να κάνει «κόλπα».

Να μην κατηγορήσουνε τον πάσχοντα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι προτείνοντες την «θεραπευτική μέθοδο», έχουν μετέλθει, ιστορικά, αρκετές φορές, απατηλές μεθόδους προς επίτευξη ιδιοτελών σκοπών, αντίθετων με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, και την καλή συνεργασία των λαών. Αν πιάσουμε το μαχαίρι που μας δίνει, θα κοπούμε. Το περιτύλιγμα του μαχαιριού, απλώς προστατεύει εκείνον που μας λέει ότι ότι μέσα στο περιτύλιγμα βρίσκεται μια καλή διαδικαστική μέθοδος!

Δυστυχώς, είναι απολύτως ισχυρές και αληθείς οι ολέθριες διαπιστώσεις του αρθρογράφου ότι «η εθνικά διχαστική εχθροπάθεια ήταν πάντα το καύσιμο που συντηρούσε τα κόμματα εξουσίας», κι ότι «το μότο των ελληνικών κομμάτων που διεκδικούν την κατάκτηση ή τη διατήρηση της εξουσίας, είναι τόσο τετριμμένα αυτονόητο που μοιάζει γελοίο: «Ψηφίστε εμάς για να μην έρθουν (ή να μη μείνουν) στην εξουσία οι άλλοι!»

Εντυπωσιακά εύστοχη είναι και η παραίνεσή του «αν αναζητούμε στ’ αλήθεια εθνικούς μειοδότες, ας τους ψάξουμε ανάμεσα σε εκείνους που χειρίζονται επιδέξια το ιδιαζόντως εχθροπαθές θυμικό του Έλληνα, οδηγώντας το λαό στο διχασμό και, όπως ευελπιστούν οι ίδιοι, τους εαυτούς τους στην εξουσία».

Κι όσο για την απάντηση που οφείλεται στην καταληκτική -επίσης εύστοχη- αποστροφή του Κ. Παπαχρήστου, ότι «ο θυμός που οδηγεί στον εθνικό διχασμό είναι απλά συνταγή αυτοχειρίας! Εν τούτοις, η κομματική επιβίωση προέχει της εθνικής ευθύνης σε τούτο τον τόπο. Και κάποιοι θα προτιμούσαν να κυβερνούν μια κοινωνία που χαροπαλεύει, παρά να μην κυβερνούν καθόλου. Είναι, θα λέγαμε, μια μορφή πολιτικής διαστροφής», αυτή είναι η απάντησή μου:

Επειδή η χώρα και ο λαός δεν μπορούν πια να συντηρούν πολιτικά κόμματα για να «εργάζονται για το μαγαζί τους», θα πρέπει να βρούνε (ο λαός και η χώρα) τον τρόπο, και να λάβουν τις αποφάσεις που χρειάζονται, για να πείσουν τα πολιτικά αυτά κόμματα τί χρειάζεται να κάνουν για τον λαό και την χώρα.

Για όλα τα παραπάνω, ας αρχίσουμε εγκαίρως, δηλαδή πριν να έρθει η ώρα των εκλογών, να σκεφτόμαστε το περιεχόμενο του δικαιώματος του εκλέγειν, και την εν αυτώ εξουσία του, προκειμένου να το εκφράσουμε αποτελεσματικά και δημιουργικά, τόσο για εμάς τους ίδιους, όσο και για το μέλλον των παιδιών μας και της πατρίδας μας.

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

Εθνική αυτογνωσία. 3. «Οικογενειακή μακροοικονομία».


1%20(2).jpg 

Σε μια ανάλυση του παρελθόντος, καλό είναι να εισφέρει ο καθένας μας την εμπειρία του, ώστε να συμβάλει στην εθνική μας αυτογνωσία. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, προς στιγμήν, η χρήση του (ιδιοκατασκευασμένου και -συνεπώς- συνιστώντος νεο-λογισμό) όρου «οικογενειακή μακροοικονομία», το περιεχόμενο του οποίου θα γίνει κατανοητό από την (αμέσως παρακάτω) διήγηση, μιας πραγματικής ιστορίας, για όσα διαδραματίστηκαν στο πλαίσιο βιοπορισμού μιας ελληνικής οικογένειας της υπαίθρου, μέσα σε 45 χρόνια. Χρόνια γεμάτα πόλεμο για την επιβίωση, πόλεμο στρατιωτικής εισβολής, με θανάτους, μ' εμφύλιο πόλεμο και μ' επί πλέον θανάτους, πόλεμο από ασθένειες κι από επιχειρηματικές ατυχίες, πόλεμο της φύσης με θεομηνίες και καταστροφές καλλιεργειών, αλλά και διαταραχές από επαγγελματικές διαφωνίες και αντισυμβατικές συμπεριφορές. Και τόσα άλλα!

Αντιγράφω την μαρτυρία-κατάθεση ως συμβολή στην εθνική μας αυτογνωσία και για την ιστορία:

»Όταν ένιωσα για πρώτη τον φορά εαυτό μου, ο πατέρας μου είχε ήδη έξι παιδιά από δυό γάμους, και με πολλά θανατικά να βαραίνουν όλους τους συζύγους, ζωντανούς και πεθαμένους. Θανατικά του πολέμου και της ζωής. Δεν ήταν ο μόνος φτωχός με πολυμελή οικογένεια, στο περιβάλλον του και στην εποχή του. Τα παιδάκια του, χρειάζονταν απ' όλα, όπως όλα τα παιδάκια, πάντοτε. Κι οι μεγάλοι τα χρειάζονταν όλα, μα έπρεπε να ζήσουν με όσα είχαν, και να παράγουν συνέχεια καινούργια, για να καλύπτουν τις ανάγκες της οικογένειας που δημιούργησαν.

»Και θυμάμαι ανθρώπους πολλούς, να έχει στη δούλεψή του ο αγρότης κι ανήσυχος επιχειρηματίας πατέρας μου. Θυμάμαι να τους μιλάει όμορφα, και να τον νιώθουνε άρχοντα στους τρόπους, μα πιο φτωχό απ' αυτούς. Και θέλανε όλοι τους να συμμετέχουνε στις δουλειές, μ' όποιον τρόπο μπορούσε ο καθένας τους, όταν τους το ζητούσε ο πατέρας μου. Γιατί το θεωρούσανε τιμή τους να εργάζονται για έναν άνθρωπο σαν το αφεντικό τους, που ήτανε μαζί και στοργικός τους φίλος.

»Θυμάμαι πως ο μπαμπάς, μέτραγε τον τρόπο που θ' απασχολούσε τον καθένα που έπαιρνε στην δουλειά του. Οι αγροτικές δουλειές έχουνε πολύ κόπο και δυσκολία. Αλλά όλες πρέπει να γίνουν. Ο πατέρας μου έλεγε, πως οι άνθρωποι δεν είναι αναλώσιμοι. Πρέπει να είναι σεβαστοί. Κι ακόμη, πως ο άνθρωπος που έχεις στη δουλειά σου, «είναι ο Χριστός», εννοώντας πως ο αυτός που βρίσκεται στις διαταγές σου, πρέπει να λογαριάζεται σαν ο καθένας για τον οποίο θα απολογηθείς, γιατί όλοι είμαστε αναγκεμένοι, εμείς από την εργασία του κι εκείνος από την αμοιβή της. Θυμάμαι μια αδύναμη και πολυκουρασμένη εβδομηντάχρονη γιαγιά-εργάτρια, που ο μπαμπάς μου την έβαζε να του φτιάχνει τον καφέ του. Είχε αποκαλυφθεί -τυχαία, σ' εμάς-, πως αυτή ήταν τροφός του, σαν, όταν ήτανε μωρό, η μάνα του δεν είχε γάλα για να τον θηλάσει. Το μεροκάματό της ήταν η ευγνωμοσύνη του.

»Οι επιχειρήσεις δεν ήτανε πάντα αποδοτικές, αλλά πολλοί άνθρωποι είχανε διαρκώς μεροκάματο. Κι η οικογένειά μας διαρκώς μεγάλωνε με τους φίλους-εργάτες που έρχονταν, ακόμη κι από μακρινά χωριά, ολόκληρες οικογένειες, για να δουλέψουν εποχικά, πότε στους ορυζώνες, πότε στην συλλογή του βαμβακιού. Γιατί οι σοδειές αυτές απαιτούσαν πολλά χέρια, σε λίγο χρόνο, αφού δεν ήξερες, το φθινόπωρο, πότε θα σου φέρει τα πρωτοβρόχια, που θα κάνουνε την καταστροφή στα έτοιμα, απλωμένα στον κάμπο, εισοδήματα.

»Στα πρώτα του χρόνια, ο επιχειρηματίας μπαμπάς, είχε ορυζώνες. Μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλες αποτυχίες. Κι έτσι, οι καλλιέργειες άλλαξαν. Μετά την φριχτή αποτυχία των ορυζοκαλλιεργειών και την μεγάλη χρεωκοπία, ο μπαμπάς αποφάσισε να κάνει βαμβακοκαλλιέργειες και σιτηρά.

»Αυτήν την περίοδο θυμάμαι εμφατικά, και ξαναβλέπω το μελίσσι των ανθρώπων να μπαινοβγαίνει στο σπίτι και να μαζεύεται στα χωράφια. Εκεί θυμάμαι και πανηγύρια, γιορτές και χαρές, τραγούδια και φαγητά, που τώρα ξέρω πως ήτανε λαογραφικές εκδηλώσεις της ζωής της υπαίθρου, παράλληλα και με την ευκαιρία της δουλειάς. Βλέπετε, βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος λέγανε οι παλαιότεροι.

»Ακολούθησε μια άλλη περίοδος που εξαιτίας των αποτυχιών, ο μπαμπάς αποφάσισε να αλλάξει και να ασχοληθεί με την καλλιέργεια κηπευτικών. Όλη τη βδομάδα οι άνθρωποι που δουλεύανε μαζί του, είχανε μεροκάματο και φροντίδα. Όλοι μαζί, κι εμείς τα πιτσιρίκια, που κουβαλάγαμε νερό για να πιούνε οι διψασμένοι, που φέρναμε ότι χρειάζονταν οι δουλευτάδες, ήμασταν μια μεγάλη ομάδα. Την Κυριακή, που συνήθως γινότανε η συγκομιδή των κηπευτικών, οι άνθρωποι της δουλειάς, δουλεύανε για την «επιχείρηση». Και σε ανταπόδοση, όλοι τους παίρνανε για την εβδομάδα τους, όσα θέλανε, από τα δεύτερης ποιότητας κηπευτικά που ο έμπορος δεν τα θεωρούσε άξια να πάνε στην πόλη. Η μέρα τέλειωνε νωρίτερα, και κατάφορτοι, κατάκοποι, γυρνούσανε όλοι μαζί, με τους δικούς μου, στα σπίτια τους.

«Στην επόμενη φάση του ο επιχειρηματίας μπαμπάς μου αποφάσισε να αλλάξει τόπο δράσης. Όχι αυθαίρετα και τυχοδιωκτικά, Αλλά προγραμματισμένα και γιατί η ανάγκη το επέβαλε. Ισορροπίες στο πλαίσιο συμφωνιών. Έφυγε από τα χωμάτινα εδάφη κι εγκαταστάθηκε -για καλλιέργειες- σε αμμώδες και ανώμαλο έδαφος. Πρώτα-πρώτα για μήνες ολόκληρους, από το πρωϊ μέχρι το βράδυ, ισοπέδωνε η μπουλντόζα, κι έριχνε κάτω αμμόλοφους ύψους 2 και 3 μέτρων ή γέμιζε κοιλότητες, οριοθέτησε και τη μικρή λιμνούλα που κρατούσε και μάζευε νερό. Αυτό ήταν και η αρδευτική πηγή του νέου χωραφιού.

»Νέος κύκλος δοκιμασιών, με το έδαφος, το κινούμενο και διάφανο έδαφος! Που δεν κρατούσε το νερό για να χορτάσει τα φυτά. Τα κακόμοιρα, διψούσαν κι ο καύσωνας του καλοκαιριού τα σκότωνε, τα εξαντλούσε, και δεν είχανε πια τη δύναμη να καρποφορήσουν. Ο μπαμπάς, δεν δίστασε, έπρεπε να κάνει κάτι για να «δέσει τον άμμο»! Σκέφτηκε-σκέφτηκε, κι αποφάσισε να αρχίσει την κτηνοτροφία βοοειδών, προκειμένου να συλλέγει την κοπριά τους, και να τη σκορπίζει στο χώμα. Άπειρη δουλειά, για πολλά χρόνια, και πολλή κούραση. Ασταμάτητη δουλειά μυρμηγκιού, για να αλλάξει η σύσταση του εδάφους, για να πυκνώσει η άμμος και να αναμιχθεί με υλικό που θα την έδενε, να μην είναι τόσο ρευστή, να μην στραγγίζει το νερό και να μη χάνεται, αλλά να γίνεται η καλλιέργεια και να παράγονται καρποί, να υπάρχει εισόδημα, για να ζήσουμε. Να πάμε στο σχολείο, στο γιατρό, να ντυθούμε, να φάμε. Να γιορτάσουμε. Να προκόψουμε.

»Πρώτα-πρώτα έσπειρε σε μεγάλη έκταση του νέου χωραφιού κριθάρι και τριφύλλι, ώστε να έχει χόρτα για να τρέφονται τα ζώα. Χόρτα είτε χλωρά, τρυφερά, είτε θερισμένα κι αποξηραμένα για το χειμώνα. Τα βοοειδή χρειάζονταν ενάμισυ χρόνο μέχρις ότου μπορούν να αποδώσουν. Γι' αυτό ήταν ανάγκη να υπάρχει κι άλλη πηγή εισοδήματος.Έτσι, ένα άλλο μέρος του χωραφιού, το καλλιεργούσε για χρόνια με κηπευτικά για άμεσο εισόδημα.

»Και ξεκίνησε την κτηνοτροφία βοοειδών. Στην αρχή αγόρασε 3-4 μάνες. Μαζί με τα δικά τους, μεγάλωναν παράλληλα άλλο ένα η κάθε μια, για τρεις μήνες. Μετά, τα ζωάκια ρίχνονταν στο τρυφερό χορτάρι και τον καρπό, αλεσμένο καλαμπόκι ή αλεσμένο σιτάρι. Στη συνέχεια δυο ακόμη μοσχαράκια ρίχνονταν για τρείς ακόμη μήνες στη «μάνα», καμμιά φορά κι άλλα δυο. Όταν η αγελάδα κυοφορούσε ήταν σαν τη βασίλισσα. Τα είχε όλα, και χώρο και περιποίηση. Ήταν αξιοσέβαστη γιατί κουραζόταν για εμάς. Ο μπαμπάς, τους είχε δώσει ονόματα. Σε όλα τα ζώα του είχε ονόματα, ανάλογα με τα χρώματα, τα καπρίτσια τους, ή την σχέση που είχε μαζί τους. (Η Κανέλλα, η Κοντούλα, ο Μπούλης, κλπ). Τα φρόντιζε να μεγαλώνουν σωστά, και δεν κορόϊδευε με τις τροφές τους. Ήτανε γνήσιες και υγιεινές. Κοστίζανε πολύ, μα έτσι ήτανε το σωστό, «για να πάρεις πρέπει να δώσεις», έλεγε. Κι όσο καιρό τα μοσχαράκια θηλάζανε από την μάνα τους, ή την ξενομάνα τους, δεν μας επέτρεπε να πάρουμε γάλα, ούτε για να πιούμε! Καμμιά φορά η μάνα μας ξέκλεβε κανένα κιλό για να μας κάνει μια γαλατόπιτα, κι ο μπαμπάς τη μάλωνε, γιατί τα «παιδιά έχουνε τη μάνα τους, και ζητάνε ό,τι θέλουνε, αλλά τα μοσχαράκια σε ποιόν να πούνε ότι θέλουνε κι άλλο γάλα αν η ξενομάνα τους δεν έχει να τους δώσει;» της έλεγε.

»Η διαδικασία της καθημερινής τους φροντίδας ήταν μακρά, επίπονη, ανθυγιεινή και επαχθής. Έπρεπε να βρίσκεται εκεί κάποιος όλη την ημέρα, από το πρωϊ. Να μοιράσει δυο τουλάχιστον φορές σε όλα τα ζώα τροφή, νερό και να ξεμπερδέψει τα μπερδεμένα. Και, κυρίως, πρωί και απόγευμα να καθαρίσει τα σταύλο, όπου ολημερίς στέκονταν τα ζώα, από τα περιττώματά τους. Αυτές οι βρωμιές, ήταν και ο λόγος δημιουργίας της κτηνοτροφικής μονάδας. Λόφοι κοπριάς μαζεύονταν κάθε βδομάδα και τόνοι ολόκληροι σκορπίζονταν μια φορά το μήνα σε όλη την έκταση του χωραφιού. Ένας πραγματικός άθλος, από πλευράς ολοήμερου κόπου, δαπάνης, μεγάλου χρονικού διαστήματος, και απέραντης υπομονής.

»Και το απίθανο έγινε πραγματικότητα. Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς «ο άμμος έδεσε». Πύκνωσε, Έγινε καρποφόρα και δυναμική γή που έκανε όλους τους καρπούς γευστικούς, αρωματικούς, χυμώδεις και σαρκώδεις.

»Και τότε ο μπαμπάς άλλαξε αντικείμενο. Αποφάσισε να καλλιεργήσει εσπεριδοειδή. Το χωράφι ήταν καλά προετοιμασμένο για την άμεση δενδροφύτευση εσπεριδοειδών! Οικογενειακή υπόθεση το φύτεμα. Σε μια μεγάλη και πολυήμερη γιορτή, με κάποιους εργάτες και πολλά μέλη από την οικογένεια, φυτεύτηκαν τρείς χιλιάδες δέντρα.

»Η δενδροφυτεία είχε διαφορετικές ανάγκες, από εκείνες που είχαν τα μικρά ποώδη, -στην ουσία μονοετή ή ολίγων μηνών- φυτά με μικρό και περιορισμένο ριζικό σύστημα. Απαιτούσε συστηματικό και σε βάθος πότισμα για να δημιουργηθούν ρίζες ικανές να θρέψουν ένα μεγάλο φυτό. Ο μπαμπάς υιοθέτησε το σύστημα ποτισμού ανά φυτό, με σωληνώσεις σε όλο το χωράφι. Στην αρχή με σύστημα τεχνητής βροχής, που όμως βρέθηκε να επηρεάζει τους ανθούς και να καταστρέφει την καρπόδεση. Το σύστημα αυτό άλλαξε, σε σύστημα ποτίσματος ανά ρίζα.

»Κι όλα αυτά τα σκέφτηκε τα οργάνωσε και τα υλοποίησε ένας άνθρωπος μόνος, ολιγογράμματος, φτωχός, με πολλά βάρη και λίγα μέσα στη διάθεσή του. Και κυρίως χωρίς μεγάλα και δικά του κεφάλαια.

»Σε λίγα χρόνια τα φυτά μεγάλωσαν, κι άρχισαν πια να δίνουν εισόδημα. Κι ύστερα, πριν καλά-καλά το χαρεί, ο μπαμπάς, ένα βράδυ, αφού έκανε απολογισμό ζωής, κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε. Κι εμείς ακόμη δεν το πιστεύουμε πως έφυγε έτσι, κι ας έχουνε περάσει τριάντα χρόνια. Ο άνθρωπος που δεν σταμάτησε ποτέ να σκέφτεται, να επιχειρεί, να φροντίζει την οικογένεια, να είναι ευγνώμων, να είναι συνεπής, έφυγε. Αλλά, αυτός είναι ο άνθρωπος, πρόσκαιρα τα έργα του, χωρίς αθανασία. Μόνη μνήμη, το παράδειγμα, το ήθος του, η αγάπη που άφησε πίσω του, η εργατικότητα και η παροιμιώδης δημιουργικότητά του. Μας εδίδαξε, με τον τρόπο του».

Τόσες αλλαγές, τόσες δράσεις, από έναν μόνο επιχειρηματία! Οι λεπτομέρειες και η καθημερινότητα της ζωής αυτής ασφαλώς υπήρξε θησαυρός εμπειριών, αδαπάνητος μάλιστα, για όσους έζησαν μέσα σε αυτό το κλίμα και το περιβάλλον, γιατί συμμετείχαν -εκ των πραγμάτων- και διαπαιδαγωγήθηκαν από ανθρώπους συνεργάσιμους, φιλόπονους και δημιουργικούς.

Ολοκληρώνοντας την διήγηση αυτής της ιστορίας, το συμπέρασμα είναι πως αν αυτή είναι  -σε αδρές γραμμές- η επιχειρησιακή διαδρομή ενός ανήσυχου, δραστήριου, ευρηματικού κι εργατικού ανθρώπου, που ήθελε να ζήσει και να δημιουργήσει, η δράση και η κινητικότητα αυτή παρέχει ικανοποιητικό παράδειγμα προς μίμηση για ν' αλλάξει η κακή σημερινή οικονομική κι επαγγελματική συγκυρία στην πατρίδα μας, από τη δική μας δράση και κινητικότητα. Είναι ανάγκη να αντιδράσουμε στην στασιμότητα και τον κατήφορο. Την ουσιαστική ακυβερνησία και την θεληματική αποδόμηση και παράδοσή μας στους αφανείς πολιορκητές της γής και του μέλλοντός μας.

Έχοντας κατά νού το παραπάνω συγκεκριμένο ατομικό παράδειγμα, που ασφαλώς δεν είναι μεμονωμένο, και βλέποντας σήμερα, και μάλιστα εδώ και τόσα χρόνια, πολλούς ειδικευμένους και ειδικευόμενους στο να πολιτεύονται και να διοικούν την χώρα, είναι απορίας άξιο που δεν μπορέσανε όλοι αυτοί να κάνουνε κάτι καλό για την πατρίδα μας, κι όχι μόνο άκαρποι, αλλά και ζημιογόνοι αποδείχθηκαν οι πολιτικοί τους αγώνες. Κανείς από αυτούς δεν  ωφέλησε την χώρα, στο τέλος! Το αντίθετο μάλιστα: ο κάθε νέος που ανεβαίνει στην εξουσία κάνει κάτι χειρότερο από τον προηγούμενο! 

Είναι λυπηρό φαινόμενο η αναξιότητα των πολιτικών μας και η πάντα επικρατούσα και διαρκώς διευρυνόμενη, αλλά και ηθελημένα ασυναίσθητη, ανευθυνότητά τους.

Ας προσέξουμε όμως, γιατί την ευθύνη για την κατάντια μας και τον εκφυλισμό μας, θα την έχουμε αποκλειστικά όλοι εμείς, αν εξακολουθούμε να επιτρέπουμε να μας κυβερνούν ανόητοι κι ανίκανοι.

Ελευθερία και Φρόνηση. Προτύπων Ήθος


Image result for εικόνες κεντρικό κτίριο πανεπιστημίου 

Η τακτική  αποχώρηση ενός καθηγητή, (πανεπιστημιακού), από την ενεργό υπηρεσία, μου έδωσε την αφορμή να αναπολήσω την ιστορία μιας ακούσιας αποχώρησης και θριαμβευτικής επιστροφής, ενός άλλου πανεπιστημιακού (και δη συνταγματολόγου), πολλές-πολλές δεκαετίες πρίν.

Τό 'χει η μοίρα των συνταγματολόγων να αφήνουν ανεξίτηλες πολιτικές σφραγίδες με το πέρασμά τους. Είναι που το αντικείμενό τους, συνυφασμένο με την ουσία της εξουσίας όσο κανένα άλλο επιστημονικό αντικείμενο, τους σφραγίζει. Κι αυτούς, για την γνώμη τους, κι όλους εμάς, τους πολίτες, με τις συστάσεις τους προς την εξουσία.

Αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, τυπικό ή άτυπο, τους συμβούλους της Εξουσίας, για τον τρόπο που (θα) πολιτεύεται. Ή και τους απολογητές της, όταν η εξουσία καταχράται τη δύναμή της. Μερικών συνταγματολόγων το όνομα συνυφάνθηκε με θλιβερή παρουσία. Άλλων με θαυμαστή.

H ιστορία έχει καταγράψει μορφές συνταγματολόγων απαράμιλλου ήθους. Αλλά έχει καταγράψει και θλιβερές μορφές. Για τις τελευταίες δεν υπάρχει λόγος μνείας, παρά μόνο προς αποφυγήν μιμήσεως του παραδείγματός τους.

Τις πρώτες όμως, τις μορφές απαράμιλλου ήθους, εκείνες που δεν έχουνε πια ζώντα λόγο, αλλά μας άφησαν άληστη μνήμη έργου και ήθους, είναι σημαντικό να τις ξαναμνημονεύουμε. Για να γνωρίζουν οι νεώτεροι, τους αγώνες που αυτοί έδωσαν, εναντίον επίβουλων εχθρών, αλλά και το τίμημα που οι πνευματικοί αυτοί αγωνιστές επλήρωσαν, καθώς και το έργο που άφησαν πίσω τους. Μια από αυτές τις μορφές, ήταν εκείνη του καθηγητή Ν. Σαριπόλου. Του καθηγητή που δημιούργησε στην χώρα μας το Δίκαιο οργάνωσης της Πολιτείας και άσκησης των πολιτειακών εξουσιών, το Συνταγματικό καλούμενο σήμερα Δίκαιο.

Για λόγους παιδαγωγικούς, δηλαδή για τη διαπαιδαγώγηση της γενιάς που θα αλλάξει τα πράγματα, και θα διασώσει τη χώρα από τον εξευτελιστικό της κατήφορο, το παράδειγμα του Δασκάλου αυτού αποτελεί σοβαρή κι ελπιδοφόρα υποθήκη.

Το ιστορικό πλαίσιο: Ο Ν. Σαρίπολος, αφοῦ εἶχε ἀναγορευθῆ, τό 1844, διδάκτωρ τῆς Νομικῆς Σχολῆς, μέ πρόσκληση τοῦ πρωθυπουργοῦ τότε Κωλέττη, ἔγινε ἰδαίτερος γραμματεύς του. Τό 1846 διωρίσθηκε καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν στήν ἕδρα τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου. Τό 1852 ὅμως ἀπολύθηκε ἀπό τήν πανεπιστημιακή θέση του ὡς ἀντιανακτορικός. (...) Τό 1862 μέ τήν ἐκθρόνιση τοῦ Ὄθωνος ἀναδιορίσθηκε στήν ἕδρα «Φιλοσοφίας τοῦ Δικαίου καί τοῦ Ἐθνικοῦ Δικαίου». Την 5ην Νοεμβρίου 1862 ἐκφώνησε ἐναρκτήριο μάθημα, πού οἱ πρῶτες σελίδες του ἀποτελοῦν μνημειακή ἔκφραση τῆς ἠθικῆς ἀνεξαρτησίας καί τῆς πνευματικῆς εὐθύνης τοῦ πανεπιστημιακοῦ διδασκάλου. Το πλήρες κείμενο της ομιλίας [δείτε το εδώ] εξαπλουστευμένο σχεδόν στο σύνολό του, έχει ως εξής:

Απολυμένος από την φοβισμένη εξουσία, που στάθηκε «κακόνους πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὴν παρρησίαν τῆς διδασκαλίας μισοῦσα, διότι ἐλευθέρους» παρεσκεύαζε (ο ίδιος, μέσω των μαθημάτων του)  «πολίτας καὶ οὐχὶ ταπεινοὺς καὶ ἐθελόδουλους ὑπηκόους», απευθύνεται στους μαθητές του, δέκα χρόνια μετά από αυτήν την προσχηματική απόλυση, όταν πια οι αλαζόνες βασιλείς έχουν διωχθεί από την Ελλάδα, κι ο ίδιος έχει αποκατασταθεί στην πανεπιστημιακή του έδρα. Εξηγεί στους μαθητές του ότι οι (εκπεσμένοι πια) Βασιλείς «τοὺς ἐλευθέρους ἄνδρας ἀπεχθανόμενοι περὶ αὐτοὺς αὐτοδούλους συνήθροιζον» (επειδή μισούσαν τα ελεύθερα πνεύματα, μάζευαν τριγύρω τους όσους από μόνοι τους υποτάσσονταν στην εξουσία).

Ο Δάσκαλος, πιστεύει πως « μόνοι (...) οἱ ἐλεύθεροι καὶ τότε καὶ νῦν τὴν ἀλήθειαν κηρύττουσιν, οἱ αὐτοὶ δ' ἀείποτε μένουσιν οἰκτείροντες καὶ οὐχὶ ταῖς μεγάλαις αὐτῶν συμφοραῖς ὑβρίζοντες» (μόνοι οι ελεύθεροι άνθρωποι λένε πάντα την αλήθεια, κι αυτοί μένουνε πάντα οι ίδιοι, λυπούνται χωρίς να γίνονται σκληροί και υβριστές όταν τους βρίσκουνε μεγάλες συμφορές).

Τώρα θα θυμηθούνε οι έκπτωτοι βασιλείς, τα λόγια που τους είπα όταν ακόμη ήμουν καθηγητής, «φιλομειδῶς παραινούμενος ἐπὶ τῆ ἐλευθερίῳ διδασκαλίᾳ μου» (σαν ειρωνικά σχολιάσανε την ελευθεριότητα στη διδασκαλία μου).

Κι αμέσως, (τότε που τον ειρωνεύτηκαν ή τον απείλησαν, ποιός ξέρει;) τους είπε τα παρακάτω λόγια, σημαντικά/δηλωτικά της αγάπης του και της φροντίδας του για την Ελευθερία: «εἴ περ ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τῆς οἰκουμένης ἁπάσης ἐδιώκετο, ἤθελε διασωθῆ ἐν Εὐρώπῃ. Εἰ δ' ἀπὸ τῆς Εὐρώπης πάσης ἐφυγαδεύετο, ἔδει αὐτὴν εὑρεῖν καταφυγὴν ἐν τῇ κοιτίδι αὐτῆς, τῆ ὡραίᾳ ἡμῶν Ἑλλάδι. Εἰ δ' ἀπὸ ταύτης ἐξωθεῖτο, τὸ ἱερὸν τοῦτο τοῦ Πανεπιστημίου ἕδος ἄξιον αὐτῆς ἤθελε γενῆ κρυπτήριον καὶ κρυφιομῦσται αὐτῆς οἱ ἐν αὐτῷ τῆς σοφίας λειτουργοὶ. Εἰ δὲ τέλος καὶ ἐνταῦθα ὁ ἀπηνὴς διωγμὸς κατελάμβανεν αὐτήν, ἤθελον παραλάβει αὐτήν, ἐγὼ τουλάχιστον, ὑπὸ τὴν Καθηγητικὴν τήβεννόν μου καὶ καταβῆ μελανείμων τὴν ἕδραν ταύτην ὡς διοπετὲς τι παλλάδιον κατακρύπτων αὐτὴν μεχρισοῦ αἰσιώτεραι ἐπιλάμψωσιν ἡμέραι, ὅπως τὴν φυγάδα ἀποδώσω τῆ Πατρίδι»(1).

Και συνεχίζει την ομιλία του ο Δάσκαλος: «Τώρα θα θυμηθούνε οι έκπτωτοι βασιλείς, πως όταν παρουσιάστηκα σε ακρόαση ενώπιον της Βασίλισσας, και διαπίστωσα πως δεν ήταν ζητούμενο η απαλλαγή μου από την προσχηματική συκοφαντία, αλλά η ταπείνωσή μου, θυμωμένος της εδήλωσα ότι θεωρούσα ιερώτατο τον όρκον μου προς την Πατρίδα, κι ότι δεν μπορούσα να είμαι καθηγητής ανδραπόδων, ούτε κόλακας της εξουσίας (2). Μάλιστα τους εσυμβούλευσα να προσέχουν καθώς κυνηγάνε την ελευθερία των Ελλήνων, γιατί μάλλον τον θρόνο τους ταρακουνάνε. Τους προείπα δε, ότι αν δεν αλλάξουν τακτική, θα 'ρθει μέρα που εξόριστοι από εδώ θα γυρίσουνε στην πατρίδα τους».

Και στη συνέχεια: «Ναί, τὴν ελευθερία καταδιώξανε κι εμένα με φιμώσανε, αλλά την ελευθερία εκπέμπει κάθε ανάσα αυτής της μακάριας γής, που τη γέννησε ευγενή και ωραία, κι έθρεψε από τότε με το γάλα της μια ολόκληρη γενιά. Αυτή η γενιά, εν ριπή οφθαλμού ανέτρεψε σκηπτροῦχον Βασιλέα, ο οποίος αντί να παραλάβει τη χώρα που του παραδόθηκε μαζί με την ελευθερία της, προτίμησε να κλείσει την τελευταία σε μπουντρούμια».

«Περάσανε δέκα ολόκληρα χρόνια, και μέσα σ' αυτά τρεις φορές άλλαξε ο κόσμος των φοιτητών. Κι όμως εγώ,  έρχομαι σαν να ξαναβρίσκομαι ανάμεσα σε παλιούς φίλους, και σας βλέπω γύρω μου μαζεμένους, γιατί μέσα σας ζούσα, και σεις μαζί μου, κι όλοι μαζί ελπίζαμε στον Κύριο, και, με πίστη, απ' Αυτόν ακόμη περιμένουμε την κατάλυση των δεσμών μας και την επιβεβαίωση των πόθων μας, ότι ο Θεός αγαπάει την Ελλάδα κι ενώθηκε η αγάπη Του μαζί μας και βοήθησε στην απελευθέρωσή μας, όπως λέγει και ο άγιος λόγος ότι : «ὁ Κύριος τὸ πνεῦμα ἐστίν, οὗ δὲ τὸ πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ ἐλευθερία ».

(...)

«Τέλος, με μια σκέψη μαζί σας, την σκέψη της ελευθερίας, και μια καρδιά «καρδίᾳ ὅλως Ἑλληνική», θ' αναζητήσω στην επιστήμη τους νόμους του ανθρώπου και της πολιτείας. «Χαίρετε λοιπόν, φίλτατοι ὁμιληταί! Ὁ περὶ τῆς γενέσεως τῆς Ἀθηνᾶς μῦθος τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων ἐπραγματοποιήθη ἐν ὑμῖν σήμερον» όπως εκείνοι, πάνοπλη έπλασαν την Αθηνά να ξεπετιέται από το κεφάλι του Δία, μ'ένα χτύπημα απ' του Ηφαίστου τον πέλεκυ, έτσι κι εσείς, απ' τη στιγμή που ο πέλεκυς «τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας βαρεῖαν κατέφερε τὴν πληγὴν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς δημοβόρου(3) βασιλέως», που νόμιζε πως βασιλεύει σε τιποτένιους, αναπηδήσατε οπλισμένοι με ό,τι είχε ο καθένας. Κι η πατρίδα σήμερα περηφανεύεται, καθώς βλέπει πως είστε έτοιμοι να την υπερασπιστείτε μέ κάθε τρόπο. (...)

«Θα μελετήσουμε τί περισσότερο αξίζει για τον άνθρωπο και για την Πολιτεία μας. Συνεπώς, είναι ανάγκη, να αποκαταστήσουμε στις ομηγύρεις των πολιτών  πολύ μεγάλη προσοχή (την βαθεία ευλάβεια με την οποία προσήρχοντο στα μυστήρια οι πρόγονοί μας). Κι εγώ που αξιώθηκα να έχω και πάλι την τιμή να λάβω την έδρα «τοῦ ἱεροφάντου τῆς ἐπιστήμης», επιλέγω να ανακοινώσω σε όλους εσάς που θέλετε να «συμμετέχετε στα «μυστήρια», ελάτε όλοι, αλλά «Ἔρρε βέβηλος»! (μακριά οι ποταποί). Ας σταθεί μακριά μας κάθε βέβηλος λογισμός. Αγαπούμε την επιστήμη «ὡς θεόσδοτον δώρημα μηδέποτε δὲ μιάνωμεν αὐτὴν». Ας είναι ανάμεσά μας «φωταγωγός»(4) λαμπάδα, για να βρούμε τις αληθινές δυνάμεις του λαού και της Πολιτείας.

Η ελευθερία είναι ανεξαρτησία της ζωής, αλλ' ας μην ξεχνάμε πως η φρόνηση  η ίδια είναι η δύναμη που δημιουργεί την ευδαιμονία. Αποκτήσαμε την ελευθερία μας με απαράμιλλη ανδρεία, ας την συντηρήσουμε λοιπόν με αξιοθαύμαστη φρόνηση. Μια μικρή μόνο νίκη στην καταπίεση του συστήματος, πολύ απέχει από το να ολοκληρώσει «τὸ μέγα τῆς παλιγγενεσίας ἡμῶν ἔργον».

«Ἡ νεαρὰ ἡμῶν ἡλικία, κρατοῦσα ὑμᾶς μακράν τοῦ πρακτικοῦ πολιτικοῦ βίου, χρησιμευσάτω εἰς συλλογὴν ἐφοδίων διὰ τὸ μέλλον. Ἡ γῆ ἐφ' ἱκανὸν χρόνον ἐν τοῖς κόλποις αὐτῆς κατακρύπτει τὸν σπόρον , βλαστήσας δὲ οὗτος ἀπὸ τῆς ἰκμάδος τοῦ οὐρανοῦ δροσίζεται καὶ ὑπὸ τὸ θάλπος τοῦ ἡλίου ζωοποιεῖται ἐπὶ πολὺν ἔτι καιρὸν πρὶν ἤ καρποφορήσῃ».

Ο Δάσκαλος, μίλησε ακόμη για τις παρακαταθήκες που έχουμε από τους προγόνους μας, έναντι των οποίων οφείλουμε να είμαστε αντάξιοι, και σεμνυνόμενοι γι' αυτούς, να προσπαθούμε όπως οι νέοι σπαρτιάτες να γινόμαστε διαρκώς καλύτεροι.

«Ἡ ἐπιστήμη διδάξει ὑμᾶς τὸ μέτρον πρὸς ὅ πρέπει νὰ ἐξαίρωμεν τάς ἐλπίδας ἡμῶν. Τὸν μάταιον κουφότερον ἡ ἐπιτυχία κατασταίνει, τὸν δὲ φρόνιμον σύννουν κατασκευάζει τῆς τύχης ἡ εὐμένεια. Δεῦρο δή, φίλτατοι ὁμιληταί, ἔλαιον ἐν ταῖς λαμπάσιν ἡμῶν ἔχοντες, γρηγορῶμεν μεχρισοῦ, ἐλθών ὁ νυμφίος, ὃς οὐκ ἴσμεν ἐν ἧ ἂν ἐλεύσεται ὥρᾳ, εἰσαγάγει ἡμᾶς εἰς τὸν νυμφῶνα».

Διείδε και την πάλη των ιδεών στην Οκτωβριανὴ επανάσταση. Αλλά και το χρέος των διανοητών: Μπορεί ο λαός να θέλει να έχει την ελευθερία της ευημερίας που μπορεί με το εμπόριο, τη γεωργία, την βιομηχανία και την ναυτιλία να πετύχει, εσείς όμως -οι νέοι του πανεπιστημίου- θα ετοιμάσετε για την πατρίδα «τὴν ἀπὸ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες εἰσὶ τῶν ἐπιστημῶν καὶ καλῶν τεχνῶν καὶ φιλολογίας ἡ γένεσις, δόξαν».

Και κλίνει την ομιλία του ο σεβαστός Δάσκαλος με τα παρακάτω:

«Ὧ θεσπέσιον τοῦ Ἕλληνος ὄνειρον ἀπὸ τῆς ἐκ «ξεστῶν κεράων» (5) ἐξελθὸν πύλης! Ὅταν ὁ Θεὸς εἰς ἐν ὁλόκληρον ἔθνος τάς αὐτάς ἐμβάλλῃ ἰδέας καὶ τὸ φρόνημα αὐτοῦ ἀναπτεροῖ, αἱ ἰδέαι αὕται διὰ τοῦ χρόνου λαμβάνουσι σάρκα καὶ πραγματοποιοῦνται καί, πρᾶγμα γενόμεναι, εὑρίσκονται ὑπερακοντίσασαι τὸ τεθὲν εἰς τάς ἐλπίδας τέρμα».
                              *******************************

Ύστερα από όλα τα παραπάνω υπάρχει κάποιος που ν' αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να μην αποτελεί ο Δάσκαλος αυτός, φάρο για την σοφία, το ήθος και την πνευματική δύναμη του λόγου του;

Σημειώσεις:

1.  Δηλαδή, πως αν κάποτε, σ' ολόκληρο τον κόσμο, η ελευθερία καταδιωκόταν, αυτή θα διασωζόταν στην Ευρώπη. Αλλά πως, κι αν απ' την Ευρώπη εξοριζόταν, θά 'πρεπε αυτή νά βρει καταφύγιο στην ωραία μας πατρίδα, την Ελλάδα. Αλλά πως αν κι απ' την Ελλάδα την διώχνανε, η ιερή πανεπιστημιακή έδρα του συνταγματικού δικαίου, απαραβίαστο καταφύγιο αυτής θα γινόταν και «κρυφιομύσται» της ελευθερίας, οι πανεπιστημιακοί, οι λειτουργοί της σοφίας. Τελικά, αν ο αμείλικτος εναντίον της διωγμός την εύρισκε ακόμη και στο Πανεπιστήμιο, τότε αυτόςεγώ θα την έπαιρνα κάτω από την καθηγητική μου τήβεννο και μαυροντυμένος θα κατέβαινα από την έδρα, σαν πεταλούδα, φυλάσσοντας την κρυμένη, «μεχρισοῦ αἰσιώτεραι ἐπιλάμψωσιν ἡμέραι» για να ξαναδώσω την κυνηγημένη Ελευθερία στην Πατρίδα.

2. Μια στάση που δείχνει ένα εγάλο Δάσκαλο. Άνθρωπο άψογο, ακέραιο, υπεράνω μικροτήτων, μεγαλόψυχο, αρχέτυπο ήθους. ως πέρπει να είναι οι Δάσκαλοι, και μάλιστα οι Ακαδημαϊκοί. Γιατί τους διδάσκουν όλους. Και την εξουσία και τους υπηκόους. Διδάσκουν με τον τρόπο που μιλούν, με τον τρόπο που επιπλήττουν, με τον τρόπο που ζητούν, με τον τρόπο που υπομένουν, με τον τρόπο που απέχουν, με τον τρόπο που παρίστανται και με τον τρόπο που

αποχωρούν.

3. δημοβόρος κατά το σαρκοβόρος
   ετυμολογικά από το δήμος+βορά κλπ (φαγητό από θήραμα)

4. φωταγωγός= φως, φωτισμός + άγω

5. «ξεστῶν κεράων» = η φράση υπάρχει -και εξηγείται από τα συμφραζόμενα-
    στο απόσπασμα (ραψωδία Τ, στίχοι 560-569), της Οδύσσειας, που παρατίθεται

    σε μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη:
     Ἔχουμε, ὦ ξένε, ὀνείρατα ζαβά, μὲ κούφια λόγια,
     κι ἀπ' ὅσα ὀνειρευόμαστε, σωστὰ δὲ βγαίνουν ὅλα.
     Δυὸ θύρες τ' άλαφροΐσκιωτα τὰ ὄνειρα ἔχουν πάντα·
     μὲ κέρατο φτιαστὴ τὴ μιά, μὲ φιλντισὶ τὴν ἄλλη·
     Ὅσα ὄνειρ' ἀπὸ τὸ φιλντισὶ τὸ πριονιστὸ διαβαίνουν,
     χαμένα εἶναι κι ἀνώφελα, καὶ τοὺς θνητοὺς γελᾶνε·
     πάλε ὅσα ἀπ' τὰ καλόξεστα τὰ κέρατα περάσουν,
     ἀληθινὰ τοῦ βγαίνουνε τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὰ βλέπει.
 
6. Το σημείωμα τούτο, δημοσιεύθηκε εδώ στο πρωτότυπο του κειμένου της ομιλίας του καθηγητή Ν. Σαρίπολου. Σήμερα παρουσιάζεται στην Φιλαρέτη, σε γλώσσα απλουστευμένη, για όλους τους φίλους, τους μικρούς και τους μεγάλους. Διατήρησα κάποια -ιδιαίτερα- σημεία του κειμένου, γιατί η έκφραση του καθηγητή ήταν τόσο όμορφη, πλαστική και γλαφυρή, που θεώρησα ασέβεια την παρέμβασή μου.




Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Εθνική αυτογνωσία. 2. Αλλάξαμε όσα μας χαρακτήριζαν και υιοθετήσαμε όσα μας καταστρέφουν.


Image result for εικόνες διαδηλώσεων 

Ο κόσμος δεν ζούσε από πάντα με τον παρασιτικό διορισμό. Ούτε με μισθό. Ούτε με δανεικά. Κι οι φτωχοί «άλλαζαν τον κόσμο» με την εφευρετικότητά τους και με την εργατικότητά τους, με τη φιλοδοξία τους και την εξυπνάδα τους.

Και τα κεφάλαια παλαιότερα, τα βρίσκανε με εκτεταμένες συνεργασίες για το αμοιβαίο καλό, κι όχι με τη συνωμοσία πολλών για την καταστροφή του εχθρού, κάποιων. Ή τα βρίσκανε με μεγάλες συμφωνίες, που υπογραφές ήτανε η χεροδοσιά της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Και πάνω από όλα, η συνέπεια και το δέσιμο των ανθρώπων, που χτίζανε όλοι μαζί μια επιχείρηση, που έδινε ψωμί σε όλους.

Αυτό γινότανε από πάντα σε τούτον τον τόπο, που αναπτύχθηκε κι επέζησε, σε κοινότητες. Από τα αρχαία ακόμη χρόνια. Εδώ δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις, με την έννοια που υπήρχαν αλλού. Όταν η έννοια -για τις κοινωνικές τάξεις- που υπήρχε αλλού, μεταφέρθηκε και στην πατρίδα μας, τότε άρχισε η αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας.

Οι ταξικοί εχθροί δεν μπορούσαν πια να συμπράξουν. Δεν μπορούσαν να έχουν μεταξύ τους αλληλεγγύη. Δεν απέβλεπαν στην δημιουργία καλύτερης ζωής και της συντροφικότητας όλων στα πλαίσια της ζωής τους και της δημιουργικότητας των χαρακτήρων τους, των δυνατοτήτων τους και των ικανοτήτων τους.

Μας διαφεύγει, αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάμε πως κύριος μοχλός σκέψης και κανόνας δράσης εδώ, στο ελληνικόν ήθος και τον τρόπο, ήταν η φιλοσοφία και η πίστη.

[Ξεχνάμε πως όταν κανόνας της δράσης και της ζωής, έγινε ο νόμος, ήτανε που οι Ρωμαίοι έπρεπε να ρυθμίσουνε τις σχέσεις της εξουσίας τους με τους κατακτημένους. Αυτοί ονομάζανε τους δούλους «πράγματα αυτοκινούμενα» (res automobili), κι είχανε επ' αυτών δικαίωμα «ζωής και θανάτου» (necisque vitae). Γιατί αυτό είναι ο νόμος. Εκφράζει το ποιός έχει την εξουσία και την δύναμη να διατάξει, να επιβάλει, να υποχρεώσει και να εξαναγκάσει τον άλλο.]

Η φιλοσοφία με την ετυμολογική σημασία του όρου (αγάπη προς την γνώση), διείπε τη ζωή και τη δράση των ανθρώπων και η πίστη στο θέλημα (θετικό ή αρνητικό) του δημιουργού των όντων, αποτελούσε το όριο των εκζητήσεων του έλληνα. Μετά επερχόταν η απόδοση της δικαιοσύνης. Που δεν ήταν εξουσία των ανθρώπων, αλλά έκφραση της εικαζομένης βούλησης του δημιουργού των όντων.

Εθνική αυτογνωσία. 1. Είναι αδήριτη ανάγκη.

Image result for εικόνες  διαδηλώσεις 

Για να καταλάβουμε το σήμερα, πρέπει να ιχνηλατήσουμε από την ανάποδη τον δρόμο που διανύσαμε, ώστε να βρούμε τα λάθη, ή τις αστοχίες μας, γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που πρέπει να εξετάσουμε, να συνειδητο-ποιήσουμε και να αναθεωρήσουμε.

Είναι ανάγκη να «ανατομηθούμε» μονάχοι μας. Να βρούμε πώς βγήκαμε από το δρόμο της δημιουργίας και βρεθήκαμε μεσοστρατίς στην έρημο. Η πατρίδα, δεν ήταν πάντα, όπως είναι σήμερα. Μπορεί αυτά να είναι βαρετά για τους πολλούς, μα εγώ το χρωστώ στα παιδιά μου, να τους πώ για την διαπαιδαγώγηση της γενιάς μου. Και αυτό είναι χρέος μου αμεταβίβαστο, και υποχρέωση αμετάθετη.

Πρέπει να τους πώ, πως μια φορά κι έναν καιρό, είχε πια τελειώσει ο πόλεμος που οι γερμανοί ξεκινήσανε, και με τις καταστροφές που κάνανε, όχι μόνο καθώς έρχονταν μα και καθώς φεύγανε, αφήσανε πίσω τους, τον τόπο και τους ανθρώπους, κομμάτια. Και πέντε και δέκα χρόνια μετά, το ίδιο ήτανε. Βοήθησε κι ο άλλος πόλεμος, που έγινε «για να αλλάξει ο κόσμος, με μπροστάρη την Ελλάδα». Που άλλαξε την Ελλάδα. Και την έκανε τόπο του μίσους, της αντέγκλησης, της εξορίας, των φονικών, της πολιτικής βεντέτας, της μνησικακίας και της μανιοκαταθλιπτικής εμμονής στην αλλαγή των άλλων.

Εδώ είμαστε σήμερα. Που δεν κάνουμε τίποτα εμείς και περιμένουμε να κάνουν οι άλλοι. Που η δημοκρατία μας είναι κενός λόγος, και η ελευθερία μας φάντασμα. Που η παραγωγή είναι όνειρο, και η δαπάνη πραγματικότητα.

Που η αλήθεια είναι σχετική και η αυθαιρεσία της απατηλής εξουσίας απόλυτη.

Εδώ και χρόνια, μονότονα ακούμε πως τα πράγματα είναι άσχημα. «Διορισμοί δεν γίνονται, θέσεις δεν υπάρχουν, λεφτά δεν υπάρχουν, δάνεια δεν δίνονται...»

Μα καλά, πώς ήταν ο κόσμος πρίν να γίνουμε όλοι μας υπάλληλοι ή συνταξιούχοι ενός κράτους που μας πληρώνει με δανεικά; Πώς πορεύονταν οι φτωχοί άνθρωποι;

Πώς επιχειρούσαν οι φιλόδοξοι φτωχοί; Ποιοί άνθρωποι ήταν τότε στην εξουσία και ποιά ήταν τα οράματά τους; Ποιά ήταν τα οράματα των φτωχών και ποιά των πλουσίων;

Οι Δάσκαλοι; τί άνθρωποι ήταν οι δάσκαλοι; Η πνευματική ηγεσία; ποιό ήταν το έργο της;

Η οικονομία της χώρας, πώς ήταν; Και τα οικονομικά «της κοινωνίας», πώς ζούσε η κοινωνία; Πώς μοίραζε το κράτος την πίτα του εθνικού προϊόντος;

Η οικονομία! Αλήθεια τί ακριβώς είναι η οικονομία; Είναι μια νέα επιστήμη, είναι μια νέα μέθοδος, αλλά... για ποιό πράγμα ακριβώς;

Είναι «η αθέατη όψη της μπουκαμβίλιας» που μ' έκανε να τα σκεφτώ. Γιατί όσα έζησα, στη μικρή κοινωνία που με μεγάλωσε, μόνο μικρά δεν ήταν. Και το βλέπω τώρα καλύτερα από ποτέ.

Πρέπει να νιώσουμε ό,τι χάσαμε, μήπως και το ξαναβρούμε, μήπως και το ξαναφτιάξουμε εμείς με τις ιδέες μας, με τα χέρια μας, καλύτερο.

Αρκεί να εγερθούμε, να ξυπνήσουμε, να αυτενεργήσουμε, αλλά κυρίως, να ενωθούμε στον ίδιο σκοπό.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Μια Κυριακή στην Κοίμηση της Παναγίας, στο Somerville, ΜΑ, των ΗΠΑ.


Image result for εικόνες somerville 

Η Κοίμηση της Παναγίας στο Somerville είναι μια Εστία. Ελληνισμού. Κι όταν λέμε Ελληνισμός, το εννοούμε, με όλη τη σημασία της λέξης: Έλληνες και Χριστιανοί. Γιατί, άμα απομακρυνθεί κανείς από τα χώματά του, θέλει κάτι να τον κρατάει, να του δίνει καθημερινό κι αταλάντευτο, αναλλοίωτο, ανεξίτηλο, χαροποιό κι ελπιδοφόρο σημάδι, για νά 'χει διαρκώς στο νού όσα άφησε πίσω του. Για παράδειγμα την πατρίδα! αυτή είναι κάτι που υπερβαίνει τους γέρους και τα μωρά, ή τους νέους, που θα μεγαλώσουνε και θα γεράσουνε, ή -το χειρότερο- που θα αλλάξουνε γνώμη, και που πια μπορεί και να μη τους γνωρίζεις, σαν τους ανταμώσεις ξανά!

Κι επειδή η ζωή, όπου και να τη σαρκώνεις, «ξενητεία» είναι, έτσι κι αλλιώς [αφού ο άνθρωπος που ήρθε, θα φύγει οπωσδήποτε], η Εκκλησιά μας, στέκει λιμάνι κι εφαλτήριο. Κι εκεί, στην ξενητειά, όπως κι εδώ! Για νά 'χουμε, έναν ώμο ν' ακουμπάμε την μοναξιά και να καταλύει την απόσταση. Κι έναν τοίχο, να ακουμπάμε σαν λυγίζουμε, ή να προστατευόμαστε και να καταφεύγουμε σαν φτάνουμε στα αδιέξοδα. Κι ένα εφαλτήριο για τα «λογικά», τα πρακτικά, τα φιλοσοφικά, τα ψυχικά, τα οικονομικά και συναισθηματικά, αλλά και τα «γνωστικά», που κάθε τόσο θαρρούν πως θα μας φράξουν το δρόμο με τα πλάγια και τα υπονοούμενα, για την αδυναμία, ή την ... παντοδυναμία του ανθρώπου!

Έ λοιπόν, εκεί στο Somerville, στην Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, δεν σου λείπει η Εστία. Οι άνθρωποι, εδώ κι εκατό χρόνια (φέτος γιορτάζουν τον αιώνα τους), στήσαν τη ζωή τους, γύρω από την Εκκλησιά τους. Την Κοίμηση της Παναγίας, Μητέρας όλων μας. Κι είχα την μεγάλη τύχη, σε ένα μικρό μου ταξίδι στον τόπο ετούτον, να αξιωθώ κι εγώ την μυσταγωγία, μιας κατανυκτικής ακολουθίας και την στοργή τούτης της φιλόξενης φωλιάς.

Ήτανε εκείνη η σημαδιακή μέρα, που ο Θωμάς, εζήτησε να βάλει τον δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων» του Χριστού, για να πειστεί πως αυτός που είδε, ήταν ο ίδιος ο Χριστός μας, που Αναστήθηκε. Κι αφού έγινε αυτό, αφού δηλαδή ο Θωμάς έψαυσε τα σημάδια που η σταύρωση άφησε στο σώμα του Χριστού, αμέσως, ο μαθητής αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»! Ετούτη η διακήρυξη, η Πανηγυρική ομολογία, η αδιάστικτη αφοσίωση και Πίστη, πίστη με αποδείξεις, έγινε κοινή ομολογία όλων μας, σε στιγμές κατάνυξης, αφοσίωσης, δέησης και ευχαριστίας: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Ο π. Κωνσταντίνος, ιερουργεί και στις δυο γλώσσες, κι αυτό κρατούσε τις ψυχές μας σε εγρήγορση. Μας «καλωσόριζε» στην Ελληνική και μας «ανοιγόταν» στην αγγλική. Κι αλλιώς: κρατούσε την παράδοση, χωρίς να αποφεύγει την προοπτική. Παλιά πρακτική της Εκκλησίας μας: ο καθένας να προσεύχεται στη γλώσσα που τον εκφράζει. (Ποιός να πεί στον εγγονό του, το μικρό αμερικανόπουλο, πώς να αισθάνεται;)

Πάντες συνηγμένοι επί το αυτό [«όπου εισίν δυο συνηγμένοι επί το αυτό, εκεί ειμί» είπε ο Χριστός], είχαμ' εκεί συναχθεί για να μνησθούμε του Θωμά, του απίστου μαθητή, και να ομολογήσουμε πανηγυρικά, μαζί του, τη μέρα τούτη «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Κι όχι μόνο! Τούτην την Κυριακή, ο κόσμος γιόρτασε και όλες τις μανούλες. Κι η Παναγία του Somerville, η Dormition, γιόρτασε και τίμησε τις μανούλες όλες! Μας τίμησε με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο την καθεμιά μας! Με πόση χαρά, όλες οι μανούλες, καρφώσαμε στο πέτο μας τ' όμορφο τριαντάφυλλο, κατακόκκινο σαν τη χαρά, δροσάτο σαν το μάγουλο μωρού, στολίδι μας, όπως και τα παιδιά μας. Κι αίμα πικρό, για όσες με μαύρη την καρδιά ήτανε μάνες, χωρίς τα παιδιά τους.

Μας φιλοξένησαν εγκαρδιότατα, στη μεγάλη κι όμορφη αίθουσα των συχνών εκδηλώσεών τους, κι εμείς χαρήκαμε την συντροφιά και την κοινότητά τους, στην οποία συμμετέχουν ενεργά πέρα από τους παλαιότερους και πολλοί νέοι, καθώς και γονείς με τα παιδάκια τους. Φαίνεται πως θέλουν να κουβαλάνε και να νιώθουν πως είναι κομμάτι της αρχέγονης πατρίδας και σε τούτον τον τόπο, στην νέα τους πατρίδα.

Η πατρίδα μας το αξίζει να τη θυμούνται και να την παρασταίνουν τα τέκνα της, όπου και να βρίσκονται. Σαρκώνοντάς την όπου γής, είναι ευγνώμονα και άξια παιδιά της.

Δεν μπορώ να φανταστώ ετούτη την κοινότητα χωρίς την παπαδιά της. Την κ. Άννα, την πρεσβυτέρα. Αυτός ο χαρούμενος, δραστήριος, φιλότιμος, κι εργατικός άνθρωπος, είναι «η ψυχή» μιας μεγάλης και δημιουργικής συντροφιάς, που επικουρεί επάξια το έργο του π. Κωνσταντίνου. Εκτός από την ιδιότητα της πρεσβυτέρας -που η κ. Άννα την φέρει με την μεγίστη αξιωσύνη και τυπικότητα- δεν θα την ακούσεις ποτέ κουρασμένη ή νωχελική, αδιάφορη ή αμέριμνη. Είναι απορίας άξιο, πώς γίνεται να χωράει τόση μέριμνα και δράση, και τόση προσοχή για τόσο πολλούς ανθρώπους, σε ένα τόσο λεπτοκαμωμένο άνθρωπο. Αλλά ο Κύριος ήξερε. Γι' αυτό και της ανέθεσε το ρόλο της πρεσβυτέρας.

Από τον π. Κωνσταντίνο,
ως γονείς ζητούμε να ευλογεί τα παιδιά μας, που ως νοσσία έρχονται στους κόλπους της ενορίας, για να ζήσουν όλοι μαζί το μυστήριο και την κοινωνία με την Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού μας, και ως αποδέκτες της θερμής φιλοξενίας της ενορίας (της DormitionChurch.org), παρακαλούμε να δεχθείτε τα ευχαριστήριά μας, γι' αυτήν την φιλοξενία και την τιμή που μας αποδώσατε, κατά τη σύντομη παρουσία μας στο Somerville.

Τέλος, μαζί με τις ευχές μας, για σας προσωπικά και για την οικογένειά σας, π. Κωνσταντίνε, σας ευχόμαστε καλή δύναμη, με την ευλογία του Κυρίου, στο σημαντικότατο και πολύτιμο έργο σας, και καλή υπομονή σε κάθε δυσκολία που συντυχαίνει όλα τα ανθρώπινα έργα.

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Μάνες...


Image result for εικόνες χάρβαρντ πλατεία


Και ξανά πίσω! Στους τέσσερις τοίχους της μοναξιάς μου, στις ώρες της μνήμης, στις ώρες που σου μιλούσα,  που ατέλειωτα, και για όλα σου μιλούσα,  που ρωτούσες, που διάβαζες, που γυρνούσες και σε περίμενα, και που κάθε μέρα φρόντιζα για να μεγαλώσεις! για να γίνεις άξιος να ανοίγεις τα φτερά σου. Και να φύγεις!

Πόσο γρήγορα περάσανε οι μέρες που ήμουνα κοντά σου, εκεί στα μακρινά τα ξένα. Περάσανε χωρίς να το καταλάβω! Και δεν ήθελα να με τρέχεις από εδώ κι από εκεί, για να μη χάνεις την ώρα σου. Αλλα ήθελα να είμαι μαζί σου, για να σε χορτάσω. Κάτι ήθελα να κάνω για σένα, και πια δεν μπορούσα! Πόσο λίγα πράγματα είναι η αγάπη, η τρυφερότητα κι η έγνοια, όταν έχουνε δοθεί, και πόσα πολλά, φαντάζομαι, όταν λείπουν!

Και πώς να σε ευχαριστήσω για ό,τι έκανες για μένα, όσο ήμουν κοντά σου, για τη φροντίδα σου σε όλες μου τις ανάγκες, για να έχω όλες ευκολίες και τις ανέσεις, και για την έγνοια σου σε κάθε μου ζήτημα!

Νιώθω στα χέρια σου αρχόντισσα, τιμώμενη, σεβάσμια. Μα νιώθω και παιδάκι, γερόντισα και άρρωστη. Και νιώθω πως, παρ' όλα αυτά, εσύ με ονειρεύεσαι νέα και ικανή και δυνατή κι ακούραστη. Μα να ξέρεις, πως όσο και να προσπαθήσω να μείνω η μαμά που ήξερες, όσο κι αν γίνω κάποια άλλη, αδύναμη και κουρασμένη, εσύ εκείνην -την μαμά που ήξερες- θα θυμάσαι.

Όμως, παιδί μου, χωρίς να θέλω να σε απογοητέψω, όχι πώς θέλω να γεράσω,  ή να λυγίσω, αλλά, να, πώς να στο πώ: Η ζωή μας είναι μάθημα, κι η νιότη είναι ευκαιρία, είναι κλήρος, για να κάνουμε εκείνα που στον καθένα μας πρέπουν, ταιριάζουν κι αξίζουν. Για να μη χάσουμε την ευκαιρία να μάθουμε, να προσπαθήσουμε, να αποφασίσουμε, να διαλέξουμε, να τολμήσουμε, να ζυγίσουμε, να διορθώσουμε, να αποκαταστήσουμε και να "πληρώσουμε".

Και προσεύχομαι, να μ' αξιώσει ο Κύριος να με βλέπεις, όπως θα είμαι πάντα, για σένα. Μαμά, στην ώρα μου. 
Κι εγώ θα σε βλέπω, πάντα, όσο μακριά μου και νά 'σαι, κι όπου και νά 'μαι, όπως την πρώτη μέρα, που σε περίμενα να ρθείς: αδέξια! και θα συνεχίσω να είμαι, όπως είμαι όλες τις μέρες, που κάθε τόσο πετάς μακριά μου: σε αναμονή!

Καλή σου μέρα, με την ευχή μου παιδί μου, στην άκρη του κόσμου!