Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

Στρατή Μυριβήλη: Η Ηλιογέννητη


 


ΓΙΑ την ομορφιά και την παιδαγωγική του ευστοχία, μεταφέρω εδώ, για τους φίλους της Φιλαρέτης, τούτο το διήγημα:

"Μέσα στην καυτερήν ηλιοκαταιγίδα που έδερνε το χωράφι στο καταμεσήμερο, έπεσε – ολότελα φυσιολογικά, – μι’ αχυρουλή φρέσκη καβαλίνα. Είτανε τέλεια στη φόρμα της, ολόξανθη, σαν ένας βώλος χρυσάφι, και κάπως ρωμαντικιά, σαν πούναι λίγο πολύ όλες οι ξανθιές αναιμικές ντεμουαζέλες του καλού κόσμου. Κοίταξε ένα γύρο το χωράφι, που θροούσε ευχαριστημένο κάτω απ’ τη φλογερή πύρα, καμάρωσε και τη χρυσαφάδα τη δικιά της, και γοητεμένη αφαιρέθηκε να κοιτάει τον καταρράχτη του φωτός, που χυνότανε απ’ τη κορυφή τουρανού.
― Πού βρέθηκα εδώ;… πώς βρέθηκα εδώ; Αναρωτιότανε κάπως χαζά, και συλλογιότανε μεγαλόφωνα, σα δραματική ηρωίδα του παλιού καλού θεάτρου.
Ένας μπόμπιρας, που βούιζε πάνωθέ της, την άκουσε και της απάντησε με πολύ σοβαρό ύφος αξιωματικής κριτικής:
― Μα δεν το ξέρετε; Πέσατε από ψηλά. Πέσατε εκ των άνω!
Κι αυτή τόδεσε σε καλό πανί, κατακαμάρωσε, κι ένιωθε την κατάξανθη αριστοκρατική καρδούλα της νανεγαλλιάζει από την ευτυχία της αξίας της.
― Είμαι το λοιπόν, Ηλιογέννητη… είμαι ένας βώλος χρυσάφι, ατόφιο χρυσάφι, που έσταξε από το μεγάλο άστρο. Τι χάρη που την έχουμε, λέω ωστόσο, εμείς τα ευγενή μέταλλα…
Μια παρέα κοντόφαρδες ντομάτες, που ωρίμαζαν ήσυχα λίγο παρέκει, καταπίνοντας ήλιο και μεταβάλλοντας τον σε μπελτέ, άκουσαν την ανακραβγή της Ηλιογέννητης που έτρεμε από συγκίνηση και περηφάνεια, και τις έπιασε ένα τέτοιο τρανταχτό γέλιο, που τα πληθωρικά τους μάγουλα, τα χωριάτικα, τσίτωσαν να σκάσουν.
Είπαν μ’ ένα στόμα.
― Σιγά τον πολυέλαιο!
Η Ηλιογέννητη τις έρριξε μια ματιά λοξή, γεμάτη ευγενική συγκατάβαση και ψιθύρισε.
― Έχουνε δίκιο να γελάνε έτσι πρόστυχα οι φτωχές. Αυτές είχανε την κακοτυχιά νάναι από γεννήσο τους χυδαία υποκείμενα. Δεν είναι βολετό να μ’ αισθανθούν και να με νιώσουν. Είναι άλλο πράμα να πέσει κανένας απ’ τον ουρανό, εκ των άνω. Νάναι μια χοντρή στάλα ολόχρυση απ’ τη μαλαματένια καρδιά του Ήλιου, που έλυωσε ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι…
Και μονομιάς ξεχείλισε η ξανθιά καρδούλα της από ασυγκράτητη ευγνωμοσύνη προς τον ένδοξο γονιό της, κι ένιωσε ένα κύμα δακρυσμένου αλτρουισμού και συμπόνιας να την πλημμυράει για όλα τα φτωχά και ταπεινά πράματα του κόσμου. Είταν ένα αληθινό φιλανθρωπικό ταλέντο, που μπορούσε να σίγουρα να κάνει πολύ καλό σε τούτο τον ντουνιά για νανακουφίσει τη δυστυχία των παρακατιανών. Και ποιος ξαίρει πόσο συγκινητικά θα τέλειωνε τούτη η ιστορία, α δε λάχαινε κείνη την ώρα ίσα-ίσα, να περνάνε δίπλα της δυο μαύροι βρωμοκάνθαροι.
Είταν ακάθαρτοι και χοντροί μέσα στα ράσα τους τα λασπωμένα, σαν αγιορίτες καλογέροι, και κάνανε μεγάλες χαρές μόλις μυριστήκανε το κελεπούρι. Την πασπάτεψαν από δω, την πασπάτεψαν από κεί με τα βρώμικα ποδάρια τους και σαν τήνε βρήκαν αρκετά στρογγυλή και καλοφορμαρισμένη, ακούμπησαν τα μπροστινά τους χάμου, και βάλθηκαν σπρώχνοντας με τα πίσω πόδια τους, α και α, να την κυλάνε προς τη φωλιά τους, με πολύ κουράγιο.
Η καβαλίνα αχνίζοντας από ιερήν οργή, φώναξε:
― Καλέ, πού με κυλάτε έτσι δα, βρωμοζωύφια; Εμένα, ένα κομμάτι καθαρό χρυσάφι; Πρώτη φορά θα σας έτυχε να βρεθήτε μπροστά σ’ ένα «ψήγμα» ατόφιο μάλαμα!
Οι βρωμοκάνθαροι σταμάτησαν ιδρωμένοι και κοίταξαν κοροϊδευτικά το «ψήγμα». Ύστερα της είπανε μένα στόμα:
― Εμείς βρωμοζωύφια; Πόσο μας αδικείς, κυρά μου! Εμείς; Μα δε μας γνώρισες, το λοιπόν πως είμαστε τραπεζίτες που καταλάβαμε την αξία σου και σε πάμε ίσια στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής; Ορίστε. Κοίτα και τις ρεντικόττες μας!
Και με μιαν αποτυχημένη ρεβεράντσα, της γύρισαν πάλε τις ράχες, φτύσανε μια στις φούχτες τους, και όλο καρδιά ξαναμπήχτηκαν στη δουλειά τους τραγουδώντας παράφωνα το «βαρκάρη του Βόλγα»".


ΠΗΓΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου