Ήτανε αργά την άνοιξη, που είχαμε εγκατασταθεί με τα μικρά μου στο εξοχικό της γιαγιάς. Το σπίτι μας ήτανε μικρό και δεν είχαμε χώρο για παιχνίδια και για όλα όσα έπρεπε να κάνουμε κάθε μέρα. Έτσι, από ενωρίς την άνοιξη καταφεύγαμε για τα 2-3 προσχολικά τους χρόνια στο εξοχικό, και γυρίζαμε πίσω Οκτώβρη!
Ένα από αυτά τα ανοιξιάτικα πρωϊνά αποφάσισα να εισαγάγω τους μικρούς μου στον Παπαδιαμάντη!
Έστρωσα το τραπέζι για το πρωϊνό τους, κι έβαλα πάνω ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς! Φρούτα, κρέμες, μαρμελάδες, πορτοκαλάδες, τόστ, και τόσα άλλα!
Σκέφτηκα ότι τα παιδιά, ηλικίας 4-6 ετών θα άκουγαν την αργή ανάγνωση του διηγήματος τρώγοντας και πίνοντας κι ευελπιστούσα έτσι να φτάναμε ως το τέλος!
Αρχίσαμε λοιπόν την ανάγνωση, αργά και με στόμφο, επεξηγώντας όπου χρειαζόταν, ώστε να καταλάβουν τα μικρά την ιστορία!
Διαβάζοντας το διήγημα φτάσαμε στο τέλος!
Διαβάσαμε και τις τελευταίες γραμμές:
"Τέλος, αναποδογύρισε την βάρκαν; Έπνιξε τους επιβάτας; Την έσωσεν εκείνην;
Δεν ισχύει τηλαισθησία ούτε τηλεπάθεια, διά να ζητήσωμεν τας ψήφους των αναγνωστών, νοερώς, ακαριαίως, ουδέ Κοινοβουλίου τέμενος είναι παρ' ημίν ιερόν, αλλά ναός Ευβουλίας. Πας συγγραφεύς υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την μέσην κρίσιν και το μέσον αίσθημα των αναγνωστών του. Δεν την αναποδογύρισε, δεν τους έπνιξε. Ολίγον ακόμη ήθελε διά να το κάμη, αλλά το ολίγον αυτό έλειψεν.
Έξαφνα είδε νοεράν οπτασίαν, την μορφήν της μητρός του της Μπούρμπαινας, εναέριον, παλλομένην. Ετράβα τα μαλλιά της κλαίουσα και του έλεγε: “Αχ! γυιέ μου! γυιέ μου! Τ' είν' αυτό που θα κάμης;”
Έκαμε κρυφά το σημείον του σταυρού επί της καρδίας, από μέσα από το υποκάμισον του. Ενθυμήθη και είπε τρεις φορές το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, οπού του το είχε μάθει, όταν ήταν μικρός, η μήτηρ του, και αυτός έκτοτε το είχε ξεχάσει. Είπεν: “Ας πάγη, η φτωχή, να ζήση με τον άνδρα της! Με γεια της και με χαρά της!”
Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη, έκλαυσε κ' εφάνη ήρως εις τον έρωτά του — έρωτα χριστιανικόν, αγνόν, ανοχής και φιλανθρωπίας."
Οι πιτσιρικάδες, μείνανε με το στόμα ανοιχτό, σταματήσανε να τρώνε και να πίνουν, και ρωτήσανε: έχει κι άλλο τέτοιο παραμύθι μαμά;
Εκείνη την ώρα το σπουδαίο για μένα ήταν που τα μωρά μου αγαπήσανε τον γέροντα Παπαδιαμάντη και θέλανε να τον ξανακούσουν να λέει και άλλα "παραμύθια"!
Αλλά μου διέφυγε κάτι άλλο σημαντικότερο: Πως ο γέροντας Παπαδιαμάντης μας διδάσκει και μέσα από τον ενδοιασμό που γεννήθηκε στην καρδιά του ήρωα, από την νοερά οπτασία της οδυρομένης μάνας του, που θρηνούσε για το κακό που ετοιμαζότανε αυτός, το παιδί της, να κάμει, και από το πως τραβούσε τα μαλλιά της, προσπαθώντας με τον σπαρακτικό τρόπο της να τον συγκρατήσει, να μην του επιτρέψει -με την στάση της- να πραγματοποιήσει το κακό που σχεδίαζε.
Σήμερα γνωρίζω, πως είναι αναγκαίο να εκφράζει την αποθάρρυνσή του ο γονιός, στα κυοφορούμενα ατοπήματα των παιδιών του και μάλιστα είναι ευχής έργον να κάμει ώστε το παιδί να αποκτήσει την ικανότητα από μόνο του να ξεχωρίζει και να αποφεύγει το κακό και κάθε βίαιη, βλαπτική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Γιατί οι συμβουλές και οι παραινέσεις μας στο καλό, ισχύουν πολύ περισσότερο για την στιγμή που τα παιδιά μας δεν θα έχουν γονείς για να τα προφυλάσσουν και να τα συμβουλεύουν! Κι αυτό το μάθημα πρέπει να το έχουν μάθει καλά πριν χρειαστεί να το εφαρμόσουν!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου