Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Οι σχέσεις των δυο φύλων και οι σχέσεις δυο φίλων


Image result for εικόνες ζευγάρι 

Ανάμεσα στα δυο φύλα αγεφύρωτο εσαεί χαίνει το χάσμα της πνευματικής λειτουργίας και της ψυχολογικής στάσης στην αντιμετώπιση των βιοτικών προκλήσεων. Κι ας μιλάνε για μηδενικές διαφορές οι φεμινίστριες. Η ιστορία και η ανθρωπολογία μας έδειξε τους παράγοντες που επέδρασαν στα δυο φύλα, έτσι ώστε βαθμιαία να διαμορφωθεί ο τρόπος που τα δυο φύλα φέρονται και αντιδρούν -αναλόγως και διαφορετικά- σε κάθε βιοτική περίσταση. [Δείτε το χαρακτηριστικό βίντεο με τον σύμβουλο γάμου που προσπαθεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τις διαφορές μας, για καλύτερη κατανόηση μεταξύ ανδρών και γυναικών. πηγή]

Σαν μεγαλώνεις τα μωρά σου, αγόρια και κορίτσια, προσπαθείς να μεγαλώσεις ανθρώπους ελεύθερους και υπεύθυνους. Αυτόνομους, αλληλέγγυους, συμπονετικούς, συντροφικούς, με κοινωνικότητα. [Ζητούμενο είναι, δεν είναι γεγονός! Κι αυτό, φαίνεται από τις σχέσεις νέων ζευγαριών που βλέπουμε να καταρρέουν και να φυλλορρούν, και μετά ψάχνουμε να βρούμε το γιατί].

Αυτό βέβαια συμβαίνει όταν ένα τέτοιο σύστημα κανόνων διέπει και την ζωή των γονέων. Πώς αλλιώς; Δεν θα μπορούσε κάποιος να διαπαιδαγωγήσει στον σεβασμό και την ελευθερία, αν δεν διέπεται από αυτά. Δεν θα μπορούσε ο γονιός να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά του, στην υπευθυνότητα και την κατανόηση του άλλου, αν ο ίδιος δεν τα σαρκώνει ως πράξη ζωής. Και δεν φτάνει να εμφανίζεται κανείς ως "καλός άνθρωπος" όταν με πάρα πολλές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του προς τους άλλους, δείχνεται ουσιαστικά αδιάφορος και περιφρονητικός.

Κάποιος, σαν παιδί, μπορεί να μην διδάχθηκε την κατάλληλη συμπεριφορά, γιατί οι γονείς του βρέθηκαν άτυχοι, να μην γνωρίζουν, ή αμελείς, που δεν φρόντισαν να μάθουν. Όμως ο άνθρωπος, καθώς ενηλικιώνεται, και φεύγει από το σπίτι του, βρίσκεται στην ανάγκη να ζήσει μόνος και να δημιουργήσει σχέσεις με άλλους. Συμμαθητές, συνεργάτες, συναδέλφους. Σε κάθε χώρο εργασίας και συνύπαρξης, δεν μπορεί να μην του δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσει την ανάγκη για προσαρμογή, ή για επικράτηση. Να αντιληφθεί τέλος πάντων, ότι πρέπει να κάνει μια επιλογή, διαφορετική ααπό εκείνα που μέχρι τότε γνώριζε. Να αλλάξει.

Έτσι, βλέπουμε συχνά, οι σχέσεις δυο παιδιών που συναντιούνται και συγκληρώνουν την ζωή τους, να είναι ετεροβαρείς. Συχνά μάλιστα, βλέπεις, σε μια τέτοια σχέση, να μην υπάρχει φιλία! Να μην υπάρχει, το θεμελιώδες: ελευθερία και ευθύνη "ομοθυμίας". Μιλάμε για σχέσεις με μονομερείς υποχρεώσεις και υποχωρήσεις στις βιοτικές ανάγκες της καθημερινότητας και των απαραίτητων κοινωνικών συμβάσεων. Ναί, και των κοινωνικών συμβάσεων, γιατί το ζευγάρι δεν ζει έξω από τον κόσμο.

Και θα μου πείτε, "ποιός κρατάει το μέτρο"; Σίγουρα, όχι οι μαμάδες τους! [Αν και πολλές μαμάδες, το επιδιώκουν. Αυτές, συνήθως, ασχολούνται με το να κρατάνε τα παιδιά τους δεμένα στο ζωνάρι τους, υπαγορεύοντας και στενά καθοδηγώντας ακόμα και συμπεριφορές. Σαν να θέλουν να διορθώσουν ή να αντιγράψουν το μοντέλο που σάρκωσαν οι ίδιες!]

Αχ! Η ζωή κρατάει το μέτρο! Η ζωή αναδεικνύει κάθε δυσαρμονία, που, ασφαλώς, δεν θα αργήσει να δημιουργήσει προβλήματα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλεγε πως μέσα στον γάμο, όσο περισσότερο προσφέρεις, τόσο περισσότερο απολαμβάνεις. [Και τούτο έχει, ασφαλώς, την έννοια της προθυμίας, της αγάπης. Κι όχι -μόνο-και-κυρίως-της εξουσίας ή της υποταγής σε διαταγές]. Εδώ όμως, στον κόσμο, άλλα λένε οι μαμάδες στα παιδιά τους [βλ. προηγούμενο σημείωμα εδώ με τίτλο "Μαμάδες, κόρες και γιοί".]

Πόσο λάθος κάνουν εκείνοι που νομίζουν πως φέρονται "έξυπνα και σωστά" καθώς φέρονται με επιτηδειότητα, και ανελεύθερα, ανέντιμα και ανειλικρινώς μεθοδεύουν την εξουσίαση του συντρόφου τους. Αυτοί που είναι πρόσφοροι να φορτώνουν στον άλλο κάθε ατυχές περιστατικό και κάθε μικροθέλημα της καθημερινότητας, ενώ τεχνηέντως ξεφορτώνονται τις "ενοχλητικές" δράσεις κι αποφάσεις.

Και καλά, αν ο ευτυχής αφελής και σκλάβος δεν το καταλάβει ποτέ! Τί θα συμβεί όμως αν κάποια μέρα αποκαλυφθεί ότι ο αληθινός χαρακτήρας του συντρόφου και φίλου, κυριαρχείται από φιλαυτία, φυγοπονία, αδιαφορία και ανευθυνότητα; Ακόμη κι αν εξακολουθήσουμε να κρατάμε την σχέση, ξέρουμε πια πως ο άλλος δεν είναι αυτό που νομίζαμε.

Έτσι καταρρέουν οι σχέσεις και οι φιλίες.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Nεκρός Ταξιδιώτης

Image result for εικόνες νεκρός ταξιδιώτης παπαδιαμάντης 

Αφορμή για την αναζήτηση του "νεκρού ταξιδιώτη" στάθηκε ένα μικρό, αλλά εξαιρετικό, βιβλιαράκι του Π. Δ. Μαστροδημήτρη, που έπεσε στα χέρια μου. Τίτλος του "Η Εκκλησία ως τέλος και ως αποκάλυψη στον Παπαδιαμάντη και στον Πεντζίκη" (από τις εκδόσεις Δόμος), όπου ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και επικαλείται για τον γονιμώτατο προβληματισμό του, τον "νεκρό ταξιδιώτη" (1910) του Παπαδιαμάντη,  και  από το έργο του Πεντζίκη αναφέρεται στο διήγημα "ο νεκρός και η ανάσταση" (1944), .

 Εδώ, σήμερα, ο "Νεκρός Ταξιδιώτης", του Aλ. Παπαδιαμάντη.

"Ὅταν εὑρέθη ὁ πνιγμένος, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.

Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.

Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου».

Καὶ ψηλὰ εἰς τὸ πλάγι, σιμὰ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ἵστατο ἀκόμη ὀρθὸς ὁ χιλιετὴς πεῦκος, ὁποὺ εἰς τοὺς κλάδους ἐπάνω, ἀνάμεσα στοὺς κλῶνάς του, εἶχεν εὑρεθῆ ἕνα καιρὸν αἰωρουμένη ἡ λαμπρὰ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. Ὁ πεῦκος ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπον ὁποὺ δὲν ἐκάρη τὴν κόμην εἰς ὅλην τὴν ζωήν του. Ἀπὸ τριακοσίων χρόνων καὶ πλέον κανεὶς δὲν ἐξάμωσε* νὰ κόψῃ φύλλον ἀπὸ τὸ γιγαντιαῖον δένδρον. Ὅλοι οἱ κωνίσκοι, οἱ καρποὶ τοῦ πεύκου, μυριάδες ἀναρίθμητοι, ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐκρέμαντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κλῶνάς του. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖ ἐπάνω εὑρέθη μίαν πρωίαν, εἰς τὰ χίλια ἑξακόσια τόσα, ἡ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. Ἦτο ζωγραφισμένη ὡς προτομὴ παιδίσκης, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν βρέφος εἰς τὰς ἀγκάλας της, καὶ διὰ τοῦτο ἐσχετίσθη μὲ τὰ Εἰσόδια, ὅταν προσεφέρθη «ὡς τριετίζουσα δάμαλις» εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ μικροῦ ἀσκητηρίου, ὅπως ἦτο τότε τὸ ὕστερον κτισθὲν μοναστήριον, ἐτιμᾶτο ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Εἰσοδίων. Ἡ εὑρεθεῖσα παραδόξως τότε εἰκών, ἐφάνη εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς τότε ὡς νὰ ἦτο ἀθῴα κόρη εὐαίσθητος, ἥτις ἐνέδωκεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κάμῃ κούνια, νὰ λικνισθῇ αἰωρουμένη ἐπὶ τῶν κλάδων τοῦ δένδρου· καὶ διὰ τοῦτο ἐπωνομάσθη Παναγία ἡ Κουνίστρα ἢ Κ᾿νιστριώτισσα.

*
* *
Ἐκεῖνο τὸ παλαιὸν ἀσκητήριον, τὸ ὁποῖον ἀσπροβολᾷ ἀνάμεσα εἰς τὴν βαθεῖαν πρασινάδαν τῆς κοιλάδος, εἰς ὅλην τὴν παραθαλασσίαν φάραγγα τὴν πολυσχιδῆ ἀπὸ τὶς ράχες καὶ τὶς ρεματιές, ἀντίκρυζεν ὁ πνιγμένος νεκρός, ὅταν ἀρμένιζεν ἐπὶ ἡμέρας διὰ νὰ πλεύσῃ ἀπὸ τοὺς κρημνώδεις αἰγιαλοὺς τῶν ὑπωρειῶν τῆς Ὄσσης καὶ τοῦ Πηλίου εἰς τὴν βάσιν τοῦ θαλασσίου λόφου, ὅπου λευκάζουν τὰ Μνημούρια τῆς μικρᾶς πατρίδος του, ἐκεῖ ὅπου προσκυνεῖ τοὺς βράχους τὸ μόλις δαμασθὲν μετὰ γογγυσμῶν καὶ ὑλακτοῦν κῦμα. Καὶ τὸ μικρὸν πλοῖόν του, βάρκα μεγάλη, σκαμπαβία φορτηγός, ἔπλεεν ἀπὸ Σαλονίκης εἰς Ζαγορὰν καὶ ἔμπαλιν, φορτωμένον καὶ ξαναφορτωμένον. Ἦσαν οἱ δύο ἀδελφοί, ὁ Γιάννης κι ὁ Κωσταντὴς τοῦ Σταματάκη, καὶ μαζί των ἐπέβαινεν ὁ ἔμπορός των. Μῆλα καὶ πατάτες καὶ κάστανα ἐκόμιζον πρὸς τοὺς Ἑβραίους τῆς Σαλονίκης, διὰ νὰ τοὺς ξαναφορτώσουν οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖθεν ἄλλα εἴδη, λ.χ. ὄσπρια ἀνακατωμένα, ὀλίγα πρόσφατα τῆς χρονιᾶς, ὅσον διὰ δεῖγμα, καὶ πολλὰ περυσινὰ ἢ προπέρσινα σαπρακωμένα.

Ἡ βάρκα ἦτον ἰδιοκτησία τοῦ Γιάννη, τοῦ νεωτέρου ἀδελφοῦ, ὅστις καὶ ἐπλοιάρχει. Αὐτὴ ἦτον ἡ περιουσία του εἰς τὸν κόσμον. Ὅσον διὰ τὸν Κώσταν, οὗτος δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ποτὲ τίποτε. Εἶχε λάβει γυναῖκά ποτε, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει ἓν παιδίον. Εἶτα τὸ παιδίον ἀπέθανεν εἰς τὸν μαζὸν τῆς μητρός του, ἡ δὲ γυνὴ ἐφονεύθη, νομίζω, πεσοῦσα ἀπὸ τοῦ ἐξώστου, ἐν ἐκστάσει φρενῶν. Ἔκτοτε ἔμεινεν ἐλεύθερος, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ νὰ μὴ τὴν ἀπεμπολήσῃ πλέον. Ἔκυπτε τὴν κεφαλήν, ἐκάπνιζεν, ἔπινε καφέ, καὶ δὲν ὡμίλει. Ποτὲ δὲν ἔβγαζε λόγον ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἦτο πλέον ἢ πενῆντα ἐτῶν, κ᾿ ἐσυντρόφευε τὸν νεώτερον ἀδελφόν του, κ᾿ ἐθαλασσοπνίγετο προθύμως μαζί του, ἐν ἄκρᾳ ὑπακοῇ. Ὁ Γιάννης ἦτο ὀλιγώτερον τῶν πενῆντα ἐτῶν τὴν ἡλικίαν, εἶχε δὲ οἰκογένειαν, σχεδὸν μισὴν δουζίνα παιδιά.

Ἦσαν καὶ αὐτοὶ θύματα τῆς τοκογλυφίας τῶν 36 τοῖς ἑκατόν, καὶ «τὸ διάφορο κεφάλι»*, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι. (Τὸ ὁμοιοτέλευτον δὲν τὸ ἔκαμα ἐκ προθέσεως.) Ὁ τοκογλύφος, βίαιος ἐπαίτης, (καὶ ἐνίοτε ὁ ἐπαίτης, ὕπουλος τοκογλύφος· ― ποῖον ἐκ τῶν δύο θηρίων εἶναι τὸ χαλεπώτερον;) μὲ τὰ «θαλασσοδάνεια», καὶ μὲ τὸ 36 τοῖς %, εἶχε καταστρέψει πρὸ πολλοῦ τὸ ναυτικὸν τοῦ τόπου των, καὶ εἶχεν ἐξανδραποδίσει ὅλον τὸν λαόν. Κλῆρος καὶ μοῖρα καὶ προορισμὸς τῶν δύο ἀδελφῶν, ὅπως καὶ τόσων ἄλλων, ἦτο νὰ θαλασσώνουν, νὰ παραδέρνουν, νὰ βασανίζωνται χειμῶνα καιρὸν μὲ τὴν ψυχὴν στὰ δόντια, νὰ «θανατοῦνται ὅλην τὴν ἡμέραν, ὡς πρόβατα σφαγῆς». Τέλος… ἐσώθηκαν τὰ βάσανά του. Μίαν νύκτα, τὴν προτελευταίαν τοῦ Νοεμβρίου, ἡμέραν τοῦ φεγγαριοῦ, ὁποὺ ἦτο φοβερὰ ταραχὴ καὶ τρικυμία… καὶ τὸ μὲν πρῶτον κῦμα ἐσάλευσεν ἐκ βάθρων, δηλ. ἐκ τῆς τρόπιδος, τὴν βάρκαν, τὸ δεύτερον κῦμα τὴν ἐγέμισε νερά, διὰ νὰ πλέῃ ἴσα μὲ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης, τὸ δὲ τρίτον κῦμα, τὸ σφοδρότερον, τὴν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ τῆς ἔδωκεν τὸν τελειωτικὸν κτύπον, τὴν κατεπόντισε.

*
* *
Δὲν ἀπεῖχε μίλια ἀπὸ τὴν στεριὰν τὸ μέρος ὅπου κατεποντίσθησαν. Ὁ Γιάννης ἦτο δεινὸς κολυμβητής. Μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν «σκελέαν» ἔπλευσεν, ἔπλευσε, κ᾿ ἔφθασεν εἰς τοὺς βράχους τοῦ γιαλοῦ, εἰς μίαν ἀπότομον ἀκτὴν τῆς Ἀγυιᾶς. Ἐκτύπησεν, ἐμωλωπίσθη, ἐπρήσθη, καὶ μισοπνιγμένος, παγωμένος, ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ἦτο λυκαυγὲς ἤδη. Ἀφοῦ ἐβυθίσθη ἡ βάρκα, ὕστερον ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ ὁ οὐρανός, διὰ νὰ «μετανοήσῃ ὅποιος ἐπνίγη», ἢ ἴσως, διὰ νὰ φωτισθοῦν τὰ ναυάγια. Ὁ Γιάννης ἐκοίταξε παντοῦ, δεξιά, ἀριστερά, πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὰ κάτω· δὲν εἶδε πουθενὰ καλύβην, οὔτε ἄνθρωπον. Μισοπαγωμένος, ζαλισμένος ὅπως ἦτον, ὡς ἀλλόκοτον ὄνειρον αἰσθανόμενος τὴν ζωήν, μὴ βλέπων ἀλλοῦ που δρόμον οὔτε μονοπάτι, ἤρχισε ν᾿ ἀναρριχᾶται τὴν κρημνώδη ἀκτήν. Ἐγλίστρα, ἐπιάνετο μανιωδῶς ἀπὸ τοὺς θάμνους, ἔπιπτεν, ἐσηκώνετο. Τέλος ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς. Οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι εἶδαν ὕστερον τὰ ἴχνη του, διὰ νὰ πιστεύσουν ὀφθαλμοφανῶς εἰς τὴν ἀπεγνωσμένην ἀναρρίχησίν του, ἔκαμναν τὸν σταυρόν των. Εἷς δὲ νεαρὸς διδάσκαλος τοῦ γείτονος χωρίου, συγκινηθείς, ἔκλαιε μετὰ λυγμῶν. Ὁ ἴδιος ὁ σωθεὶς ναυτίλος ἔβλεπε τὰ ἴχνη τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ του καὶ δὲν ἐπίστευεν.

Εὗρε φιλανθρώπους βοσκοὺς καὶ ξενίαν πρόθυμον εἰς τὴν καλύβην των. Τὸν ἔθαλψαν, τὸν ἀνεζωογόνησαν, τοῦ ἔδωκαν μίαν κάπαν καὶ βλαχόκαλτσες καὶ τσαρούχια. Οἱ καλοὶ ἄνθρωποι ἔψαξαν εἰς ὅλους τοὺς γείτονας αἰγιαλούς, μήπως εὕρωσι πτῶμα ναυαγοῦ ἢ ναυάγιον, ἢ ἄνθρωπον ζῶντα ἀκόμη. Πουθενὰ τίποτε. Ὁ ἔμπορος τοῦ φορτίου, ὁ κὺρ Στάθης ὁ πραματευτής, «οὔτε ἦτον, οὔτ᾿ ἐφάνη». Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιάννη, ὁ Κώστας, ἦτο καλὸς ναύτης, σχεδὸν ὅσον καὶ ὁ ἀδελφός του, κ᾿ ἐκολύμβα ἐξ ἴσου καλά. Πῶς δὲν ἐφάνη; Κατὰ ποῦ ἔβαλε πλώρην τάχα; Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἂν τυχὸν ἐπνίγη, κ᾿ ἐσώθη αὐτός (διελογίζετο ἀκουσίως, θρηνῶν μέσα του, ὁ Γιάννης ὁ διασωθείς) ἡ θάλασσα φαίνεται νὰ ἔκαμεν ἐπιεικῶς καλὴν κρίσιν τὴν φορὰν αὐτήν· διότι αὐτὸς εἶχε γυναῖκα καὶ πέντε ἢ ἓξ παιδιά, κ᾿ ἐκεῖνος δὲν εἶχε «κανένα στὸν κόσμον!» Τὸν συλλογισμὸν δὲ τοῦτον ἔκαμαν μεγαλοφώνως πλέον ἢ χίλιοι ἄνθρωποι, ὕστερον, ὅσοι ἤκουσαν τὸ δρᾶμα, κ᾿ ἐγνώριζον τὰς περιστάσεις τῶν προσώπων.

*
* *
Ὅταν, μετὰ ἐννέα ἢ δέκα ἡμέρας, ἐπέστρεψεν ὁ ναυαγὸς εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ἀπήλαυσεν, ὡς «ὑστερόποτμος», οἱονεὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμον ἐρχόμενος, τὸ θάλπος τῆς πτωχικῆς του ἑστίας, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, πρὸς ἑσπέραν, πρᾶγμα ὁπωσοῦν παράδοξον συνέβη.

Ὁδοιπόροι διαβάται, ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς ἐπανερχόμενοι, περνῶντες τὴν μακρὰν ἄμμον, πέραν τοῦ δυτικοῦ ναυπηγείου, καὶ κάτω ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ Κοιμητηρίου τῆς πολίχνης, εἶδαν νεκρὸν πνιγμένον, πτῶμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον ἀπὸ τὴν ἅλμην, καὶ ὄχι πολὺ ὀδωδός. Ποῖος ἦτο; Ξένος τις, ἄγνωστος; Ὄχι. Ἦτο πατριώτης, γνωστός· ὅλοι οἱ ἰδόντες τὸν ἀνεγνώρισαν. Ἦτον ὁ Κωσταντής, υἱὸς τοῦ Σταματάκη, ἀπὸ τὸν Ἐπάνω Μαχαλάν.

Ἐπῆγαν καὶ εἶπαν τὴν εἴδησιν εἰς τοὺς ἀδελφούς του· εἰς τὸν Γιάννην, τὸν μόλις ἀνασωθέντα ναυαγόν, κ᾿ εἰς τὸν νεώτερον Γιώργην τὸν ἐσχάτως παλιννοστήσαντα ἐκ τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ἄνθρωποι ἔτρεξαν, τὸν ἀνεγνώρισαν, τὸν ἔκλαυσαν. Ἔκειτο ἐπὶ τοῦ ρηχοῦ αἰγιαλοῦ, σιμὰ εἰς τοὺς χαμηλοὺς βράχους τῆς ἀκτῆς· οἱ πόδες του εἶχον ἀναπαυθῆ ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ στῆθός του ἐλικνίζοντο ἀκόμη εἰς τὸ κῦμα. Ἔστειλαν εἴδησιν εἰς τὰς ἀρχάς, πρὶν τὸν θίξουν, παρήγγειλαν εἰς τοὺς οἰκείους των νὰ φέρωσι σινδόνια καὶ φορέματα διὰ νὰ συστείλωσι τὸν νεκρόν.

Τέλος ἦλθαν ὁ Νωματάρχης τῆς ἀστυνομίας, κι ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου. Καὶ πλῆθος περιέργων, ἢ καὶ ἐνδιαφερομένων ἠκολούθησε τοὺς ἐν τέλει. Τότε ἤρχισεν ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὰς εἰκασίας του. Μήπως ὁ Γιάννης ὁ ἀδελφός του εἶχε φέρει τὸν νεκρὸν μαζί του, ὅταν ἔφθασε χθὲς πρωί, μὲ τὸ βαποράκι τὸν «Καφηρέα», καὶ τὸν εἶχε ρίψει λάθρᾳ ἐκεῖ εἰς τὸν αἰγιαλόν; Πρώτη ἄτοπος ὑπόθεσις. Δευτέρα πιθανὴ ὑποψία· κάποιος ναυβάτης, ἁλιεὺς ἢ πορθμεύς, μὲ πέραμα ἢ μὲ βάρκαν, κάποια ψαροπούλα ἢ τράτα, θὰ εὗρεν ἴσως τὸν πνιγμένον πλέοντα εἰς τὸ πέλαγος, μίλια μακράν, τὸν ᾤκτειρε, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ, διὰ νὰ τύχῃ χριστιανικῆς ταφῆς ὁ ἀτυχὴς ποντοπόρος. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔφερεν ἕως ἐδῶ, τὸν ἄφησε σιμὰ εἰς τὸν γιαλόν, ἔκθετον. Ἰδοὺ καὶ νεκρὸς ἔκθετος, ὡς νὰ ἔλεγέ τις, βρέφος νόθον διὰ τὸν ἄλλον κόσμον.

Καὶ διατί νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ, κ᾿ ὕστερα νὰ τὸν ἀφήσῃ λαθραίως καὶ νὰ φύγῃ; Τί εἴδους λαθρεμπόριον ἦτον αὐτό; Προφανῶς, κατὰ τὴν συλλογιστικὴν μέθοδον τῶν οὕτω σκεπτομένων, διότι ἐφοβεῖτο μὴν εὕρῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν μπελά του μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας ποὺ ἔχομεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν· «Ἔλα δῶ, βρέ. Καὶ ποῦ τὸν ηὗρες αὐτόν; Καὶ πῶς τὸν ἔφερες ἐδῶ; Καὶ τί ξέρεις νὰ μᾶς πῇς; Καὶ ἀπὸ τί θάνατον πάει; Καὶ εἰς ποῖον μέρος τὸν εἶδες, ἀκριβῶς; Δὲν ηὗρες ἄλλο τίποτε; Καὶ μὴν τὸν ἔψαξες; Τί ηὗρες ἐπάνω του; Δὲν εἶδες ἄλλον ἄνθρωπον ἐκεῖ κοντά; Μήπως τὸν ἐσκότωσε κανείς; Ἄλλο τίποτε ξέρεις;… Μὰ πῶς τὸν ἔφερες ἐδῶ, ἐπὶ τέλους;» Ὅλαι αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐρωτήσεις θὰ ἐφαίνοντο νὰ κρύπτουν περίπου τὴν ἐνδόμυχον σκέψιν· «Μὴν τὸν ἐσκότωσες, ἢ μὴν τὸν ἔπνιξες;… καὶ τώρα μᾶς τὸν ἐκουβάλησες ἐδῶ διὰ νὰ βγῇς λάδι;… Κοίταξε καλά. Μὴ θαρρῇς πὼς θὰ μᾶς γελάσῃς. Ὅλοι Ρωμιοὶ εἴμαστε», κτλ.

*
* *
Ἡ ἀπορία δὲν ἐλύθη. Ὅλοι οἱ πονηρευόμενοι δὲν ἐπείσθησαν. Τὸ γνησιώτερον μέρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ ἐπίστευσεν εἰς τὸ θαῦμα. «Καλὸς ἄνθρωπος ἦτον. Μέγα πρᾶγμα δὲν ἐζήτησε. Καθὼς ἐπνίγετο, παρεκάλεσε μόνον τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς πατρίδος του, καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν φᾶν τὰ ψάρια. Κ᾿ ἡ Παναγία, ἡ θαματουργιά, ὁποὺ ἀντίκρυζεν ὁ πνιγμένος τὸ παλαιὸν μοναστηράκι της, καὶ τὸν βαθυπράσινον λόφον μὲ τὰ πεῦκα τὰ γιγαντιαῖα ὅπου τὴν εὗρόν ποτε ἐπὶ αἰώρας, νὰ λικνίζεται ὡς ἀθῴα παιδίσκη, τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημά του».

Ὁ ἄνθρωπος ἀφῆκε τὴν τελευταίαν πνοὴν ὑπὸ τὸ κῦμα, ὅπου ἐβυθίσθη κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα τὸ νεκρὸν σῶμα ἀνέδυ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, κ᾿ ἔβαλε πλώρην, καθὼς εἶπεν ὁ ἀδελφός του, φερόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, κατὰ τὴν νοτιάν· καὶ ἀρμένισεν, ἀρμένισε πολλὰ μίλια ἑωσότου ἔφθασεν εἰς τὸ θαλάσσιον τρίστρατον, τὸν πλατὺν πορθμόν, τὸν μεταξὺ τοῦ Ἀρτεμισίου, τῆς Σηπιάδος ἄκρας τοῦ Παγασαίου κόλπου, καὶ τῶν Σποράδων. Ἐκεῖ ἐταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε ἀπὸ τὰ ρεύματα, πότε ὠθούμενον ἀπὸ τ᾿ ἀπόγεια τῆς ξηρᾶς καὶ ἀπὸ τὰς θαλασσίας αὔρας, τέλος ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν λεβάντην καὶ τὸν σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ ὑποβρύχιος. Τὰ κύματα ὡς νὰ ᾤκτειρον τὸν ποτὲ ναύτην, μαλακὰ μαλακὰ τὸν προέπεμπον εἰς τὸν πένθιμον δρόμον του. Τὰ ψάρια τοῦ ἀφροῦ ἐπήδων τριγύρω του, ἐδοκίμαζον νὰ τὸν πλησιάσουν, καὶ πάλιν, ὡς νὰ ἠλαύνοντο ἀπὸ ἀόρατον δύναμιν, ἔφευγον μακράν του. Τὰ δελφίνια τὸν παρέκαμπτον εὐλαβῶς, αἱ φῶκαι ἐκρύπτοντο εἰς τὰ ὑποβρύχια ἄντρα των, τὰ σκυλόψαρα ὑπεχώρουν εἰς τὴν διάβασίν του. Ὁ θαλασσοπόρος νεκρός, ὡς νὰ εἶχεν ἀκόμη πυξίδα καὶ πηδάλιον εἰς αὐτὸ τὸ σκέλεθρόν του, δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ἀκόμη ὀκτὼ ἢ δέκα μίλια, ὅλον τὸ νότιον πλάτος τῆς μικρᾶς νήσου του, καὶ εἶτα ἐστράφη πάλιν. Ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν βορρᾶν, καὶ ἤρχισε νὰ εἰσπλέῃ τὸν λιμένα τῆς πατρίδος του…

Εἶχε διανύσει περὶ τὰ σαράντα μίλια, εἰς τόσας πολλὰς ἡμέρας. Δὲν ἦτο ταχύς, ἀλλὰ βραδὺς εἰς τὸν πλοῦν του. Δὲν ἐβάδιζεν εἰς τὴν χαράν του, ἔβαινεν εἰς τὴν κηδείαν του. Καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ προσεγγίσῃ εἰς καμμίαν μεμακρυσμένην θαλασσίαν ἀγκάλην, δὲν ἐπῆγε νὰ σταματήσῃ εἰς κανένα ἀπόκεντρον ὅρμον, εἰς κανένα ἔρημον αἰγιαλὸν τῆς νήσου του. Δὲν ἐστάθη ν᾿ ἀναπαυθῇ εἰς καμμίαν ὕφαλον, εἰς καμμίαν σύρτιν ἢ ἄμμον. Ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς τὸν θαλάσσιον λόφον τοῦ Κοιμητηρίου εἰς τὰ δυτικὰ τῆς πολίχνης, καὶ προσωρμίσθη εἰς τὴν μικρὰν ἀκτήν, κ᾿ ἐκεῖ ἔμεινε. Ἡ ζωή του ἀθόρυβος, ταπεινὴ καὶ μετριόφρων. Εἰς τὸν θάνατόν του δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ κόπον εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τί νὰ τὸν κουβαλοῦν εἰς οἰκίαν, εἰς ἐκκλησίαν, καὶ νὰ τὸν πομπεύουν διὰ τῆς ἀγορᾶς; Ἀγοραίαν κηδείαν δὲν ἤθελεν. Ἤρκει νὰ εὑρεθοῦν δύο χριστιανοὶ νὰ τὸν ἀνεβάσουν ὀλίγα βήματα παραπάνω, ἤρκει νὰ σκάψουν δυὸ τρεῖς σπιθαμὰς εἰς τὸ χῶμα νὰ τὸν καλύψουν, καὶ θὰ εὕρισκον τὸ ἔλεος εἰς τὴν ψυχήν των. Ἂν ὁ παπα-Στάμος ἢ ὁ παπα-Γληόρης ἢ καὶ ὁ πάτερ Ἰωακεὶμ ἀκόμη, ὁ μοναχὸς ὁ περιπλανώμενος, ἤρχετο νὰ εἴπῃ τὸ Μετὰ πνευμάτων, καλῶς θὰ εἶχεν· ἄλλως ὁ Θεὸς τὰ ἤξευρε.

*
* *
Ἐντούτοις, ἀφοῦ μετεφέρθη ὁ νεκρὸς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν Μνημάτων, αἱ ἀρχαὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο περὶ δύσιν ἡλίου, δὲν ἦτο καιρὸς νὰ γίνῃ νεκροψία, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτο πράγματι πνιγμένος ὁ νεκρός. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὅλην τὴν νύκτα ἄταφος μέχρι τῆς πρωίας.

Τὴν νύκτα, εἰς τὸ καφενεδάκι τοῦ Ἀλέξη τοῦ Μπαρμπαδήμου μία παρέα εὔθυμος συνεζήτει περὶ τάφων καὶ νεκρῶν. Ὁ Ντάκης τοῦ Ἀγγούδη ἔβαλε στοίχημα μὲ τὸν Τάκην τοῦ Πατάκη, ἂν ὁ πρῶτος ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑπάγῃ περὶ τὰ μεσάνυκτα εἰς τὸ Νεκροταφεῖον, νὰ εἰσέλθῃ ὁλομόναχος, καὶ νὰ μείνῃ ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς τὸ ὕπαιθρον, πλησίον τοῦ πνιγμένου, τοῦ ἀτάφου νεκροῦ. Διότι ὁ ἄτυχος εἶχε, βλέπετε, μετὰ θάνατον τὴν μοῖραν τοῦ Αἴαντος τοῦ Μαστιγοφόρου. Μετὰ τὸ δρᾶμα τοῦ θανάτου, νέον δρᾶμα ἐπλέκετο περὶ τῆς ταφῆς. Εὐτυχῶς ἡ παρέα ἦτο ἀπὸ ἐκείνας ὁποὺ μέχρι λόγων φθάνουσιν, ἀλλὰ καὶ δὲν νοοῦσιν ὁπόση ἀσέβεια ἐνυπάρχει εἰς τοὺς λόγους.

Τέλος ἀνέτειλεν ἡ πρωία, κ᾿ ἐπῆγαν οἱ ἰατροί… «Μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι;» Μάτην διεμαρτύροντο οἱ οἰκεῖοι τοῦ νεκροῦ, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ θανάτου ἦτο ἐδῶ φανερά, αὐταπόδεικτος καὶ μεμαρτυρημένη.

Μετὰ δύο ὥρας ἔλαβε τέλος τὸ ἀνωφελὲς βάσανον, καὶ ὁ νεκρὸς ἀπεδόθη εἰς τὴν γῆν. Ἐτάφη εἰς τὴν ἐσχάτην γωνίαν τοῦ περιβόλου, τὴν πλησιεστέραν πρὸς τὴν θάλασσαν.

Μή μ᾿ ἄκλαυτον, ἄθαπτον ἰὼν ὄπιθεν καταλείπειν…
σῆμά τέ μοι χεῦαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης."
(1910)

Πηγή 

Νίκος Καρούζου: Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος

                    Image result for εικόνες Σκιάθος

Θαμνώδη ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινα τῆς γλώσσας.
Μεγάλος ἄνθρωπος κι ἀνέσπερος ποὺ κράτησε
τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος
ἀγνοώντας καὶ δημοτικισμοὺς καὶ μαρξισμοὺς καὶ μόδες
ἀγνοώντας τὰ ἑκάστοτε μορμολύκεια
τὴν ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων
ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας
ὁ ἀνοξείδωτος.
Ἤδη τὰ θύματα τῆς προόδου ποὺ πρόωρα σκουριάζει
πᾶνε στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο
κι ἀγοράζουν ἐλπίζοντας οἰκόπεδα
πᾶνε γιὰ λίγο ἀεράκι, γιὰ λίγη θάλασσα καὶ φρέσκο φεγγάρι.
Μὰ εἶν᾿ ἀδύνατο νὰ κοροϊδέψουμε τὴ ρημαγμένη φύση
μὲ ξυπόλητα Σαββατοκύριακα καὶ μὲ τροχόσπιτα.
Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος
ἐκεῖνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
καὶ τὸ κεράκι μας ἀκόμη δὲν τὸ θέλει.
(1972)

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Ο στοιχειώδης και ο πολιτικός αναλφαβητισμός. Σκέτη απελπισία!


Image result for εικόνες στην συμπαράταξη 

Μετά τον πρώτο γύρο των εκλογικών διαδικασιών της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και την ανάγνωση των πρώτων αποτελεσμάτων, είναι, νομίζω, η ώρα να πούμε τις εντυπώσεις μας. Σιωπήσαμε για να τηρηθεί το ανεπηρέαστο της κρίσης των εκλογέων που συμμετείχαν στην διαδικασία αυτή, αλλά, τώρα πια, δεν τίθεται τέτοιο θέμα.

Η δημοκρατική συμπαράταξη, ως ιδέα-ιδεολογία-ονομασία έρχεται να αντιπαρατεθεί με όλους τους άλλους πολιτικούς σχηματισμούς του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, διαχωρίζοντας απολύτως την θέση της.

Κατ' αρχήν, αυτοαποκαλούμενη "δημοκρατική" και όντες όλοι οι εταίροι της προηγουμένως μέλη του "συνταγματικού τόξου", μας ξεκαθαρίζει πως θεωρεί ότι οι άλλοι δεν είναι δημοκρατικοί. Και πως κάποιοι, κείνται πέραν του "συνταγματικού τόξου", γιατί  τάχα δρούν και αποσκοπούν σε στόχους ενάντια στο Σύνταγμα.  Ή μήπως όχι;

Περαιτέρω, χρησιμοποιώντας τον όρο "συμπαράταξη", νομίζω πως παρίσταται αναγκαίο, να μας διευκρινίσει το όραμά της, αυτό που απευθύνει σε όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες, και που  θα συσπειρώσει τον κόσμο γύρω από αυτήν. Και τούτο, γιατί κάτι τέτοιο δεν έγινε καθόλου φανερό, ή τουλάχιστον δεν το αντιληφθήκαμε, πέρα από την ολοφάνερη προσπάθειά της να αποκτήσει μια υπολογίσιμη κοινωνική βάση, με δεδομένο ότι το παλαιό ΠαΣοΚ και οι άλλοι πολιτικοί εταίροι έχασαν σχεδόν ολοσχερώς τον κόσμο τους.

[Για την ακρίβεια ο πολιτικός κόσμος του ΠαΣοΚ -όπως και άλλων αποτυχημένων κομμάτων- μετακόμισε σε άλλη πολιτική στέγη, ισχυροποιώντας πολιτικούς πένητες και καθεστοποιώντας τους.  Αναδείχθηκε ωστόσο, και ευάριθμη ομάδα κομματαρχών.  Το σίγουρο είναι ότι οι "πολιτικοί αυτοί μετανάστες και πρόσφυγες" φαίνεται πως επιθυμούν να παλιννοστήσουν στην παλαιά τους στέγη, ή να ενταχθούν σε άλλη, περισσότερο πιασάρικη και λιγότερο φθαρμένη στα μάτια του λαού]. 

Η κοινωνία έμεινε άναυδη από την κινητικότητα αυτλων των πολιτικών. Οι πολιτικοί εκφραστές του νέου φορέα, επιδιώκουν την δημιουργία μιας στέγης-"υπεραγοράς"! Στέγη που να τα προβάλλει όλα και να καλύπτει όλες τις πολιτικές αναζητήσεις! σαν τα κινέζικα one size, ή σαν τα  γαλλικά pret a porter. Όμως, εμείς, είμαστε κοινωνία ιστορική, ανοργάνωτα-οργανωμένη, με ριζωμένες απόψεις, σχέσεις, στόχους, νόημα ζωής, οράματα και όνειρα. Εμείς δεν επιθυμούμε στοκατζίδικο ιδεών και υπεραγορά ευκαιριών, επιζητούμε ουσιαστική πολιτική πρόταση, από υπεύθυνους και ικανούς ανθρώπους για να τους αναθέσουμε την εξουσία της "Πόλης" μας.

Κάποιος από αυτούς, που αγωνίζονται να αναδειχθούν ηγεμονεύοντες στη δημοκρατική συμπαράταξη, είπε "εγγυάμαι προσωπικά την ενότητα και την ανανέωση".

Και δεν προβληματίζομαι τόσο για το "εγγυάμαι", γιατί αυτό, είναι προφανές, πως είναι αδύνατο*.

Αλλά, προβληματίζομαι για την ενότητα και την ανανέωση. Δηλαδή, τί μας λέει ο ποιητής, ότι η δημοκρατική συμπαράταξη θα ξαναγίνει εκείνο το ΠαΣόΚ που ξεκίνησε με εθνικά και κοινωνικά οράματα μέχρι να πάρει την εξουσία και κατέληξε με ονειρώξεις όταν την πήρε; Και πώς -αλλά και ποιός- θα ανανεωθεί; με μια νέα -και ασφαλώς εκ των υστέρων!- πολιτική μετακόμιση,  για να ξαναζήσουμε την κωμωδία της πολιτικής και την τραγωδία της εθνικής και κοινωνικής μας ζωής;

Αχ! Στα χρόνια που οι άνθρωποι δεν πήγαιναν στο σχολείο έμεναν αναγκαστικά αναλφάβητοι. Όμως πολλοί είχανε την θέληση, και δεν έμεναν έτσι, αναλφάβητοι, γιατί το θεωρούσαν μεγάλη κοινωνική αναπηρία, να είναι αποκλεισμένοι από την γνώση. Και μάθαιναν γράμματα, ακόμη κι απ' τα παιδιά τους!

Στα χρόνια μας, όμως, παρατηρούμε το φαινόμενο, άνθρωποι που γράφτηκαν στο σχολείο, που πήγανε και παρακολούθησαν τα μαθήματα, να έχουν μείνει απέξω, και από την στοιχειώδη ακόμη γνώση της γλώσσας και της έκφρασης σκέψεων. Αυτό, σίγουρα, δεν έχει να κάνει με το σχολείο. Έχει να κάνει με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Γι' αυτό, προβληματίζομαι πολύ, όταν βλέπω κάποιους που δεν φρόντισαν εγκαίρως για τα στοιχειώδη (που αφορούσαν τους ίδιους), και αναρωτιέμαι: πώς να τους εμπιστευτούμε να καταπιαστούν με εκείνα που αφορούν όλους εμάς και το μέλλον της πατρίδας;

Κύριοι, σοβαρευτείτε: Δεν μας χρειάζεται μια ακόμη κρατικά επιχορηγούμενη επιχείρηση (πολιτικό κόμμα) προς τακτοποίηση ανεπάγγελτων και αδοκίμαστων στην ζωή! Μας χρειάζονται πολιτικοί, με παιδεία, και με αρχές. Και, απαραιτήρως, με γνώση ιστορική, διπλωματική, οικονομική, με ήθος και λόγο τιμής! Και ασφαλώς, να μιλάνε καλά, τουλάχιστον την ελληνική γλώσσα!
  • Να μπορούν να... εγγυηθούν στον καθένα μας και σε κάθε πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής, 
  • να ξέρουν πως η Μυτιλήνη δεν είναι άλλο νησί από την Λέσβο, αλλά πως είναι μια πόλη του νησιού, 
  • και πως ο Οδυσσέας δεν είναι αυτός πέρασε τις συμπληγάδες, αλλά ο Ιάσονας με την Αργώ!
  • Ακόμη, να ξέρουν πως και η θάλασσα έχει σύνορα! κ.α.

* Σημείωση: Είναι γνωστό σε όσους γνωρίζουν ελληνικά, ότι δεν υφίσταται ρηματικός τύπος "εγγυάμαι" σε καμμία μορφή της ελληνικής γλώσσας. Υπάρχει το ρήμα εγγυά-ομαι, που -συναιρούμενο (α+ο τρέπεται σε ω)- ακούγεται/γίνεται: εγγυώμαι . Ακολούθως, το ρήμα, κατά την κλίση του,   (εγγυά-εσαι, εγγυά-εται , το α+ε τρέπεται σε α ) γίνεται: εγγυάσαι, εγγυάται κλπ. κατά το τιμάω-τιμώ.


Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Υποβόσκω και Υποφώσκω


Picture of Ελληνική γλώσσα 

Ετούτες οι λέξεις, πόσο όμοιες και πόσο ανόμοιες!  μπορεί να σε μπερδέψουν, μπορεί να σε πλανέψουν, και να σε κάνουν να χάσεις το "δρόμο" σου! Δείτε τί αντέγραψα για χάρη του ιστολογίου, ώστε να μάθουμε την αληθινή σημασία των όρων αυτών και για να μιλάμε χρησιμοποιώντας εκείνες τις λέξεις που το νόημά τους ανταποκρίνεται σ' αυτό ακριβώς που θέλουμε να πούμε.

 Λέει ο Μπαμπινιώτης :
υποβόσκει

(αρχαία λέξη ὑποβόσκω<ὑπό + βόσκω, αρχική σημασία «τρώω κρυφά» που απαντά μόνο ως ὑποβόσκομαι [χρησιμοποιείται μόνο σε γ΄ πρόσωπο και και μόνο σε Ενεστώτα και Παρατατικό]
= υποκρύπτεται, κάτι (μη επιθυμητό) γίνεται κρυφά. π.χ. «Στην υπογραφείσα συμφωνία υποβόσκει απύθμενο μίσος που πηγάζει από την ιστορία των σχέσεων των δύο χωρών»
 Με την σημείωση:  Προσοχή ! Συχνά η λέξη υποβόσκει συγχέεται με το υποφώσκει που είναι τελείως διαφορετικό ετυμολογικά και σημαίνει «αρχίζει να φωτίζει, αχνοφέγγει»)

Αλλού πάλι (liberal.gr/arthro/64752/) διαβάζω: Ας ξεκαθαρίσουμε σήμερα τι υποβόσκει και τι υποφώσκει, μια που οι δυο λέξεις, επειδή ακούγονται ίδιες, συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Τις συναντάμε στα νέα ελληνικά στο γ' ενικό πρόσωπο, μόνο στον ενεστώτα και παρατατικό και θα μιλήσουμε λίγο γι' αυτές και για την ιστορία τους.

Το ὑποβόσκω, σύνθετο από την πρόθεση ὑπό και το βόσκω, στην Αρχαία Ελληνική απαντούσε μόνο στον μεσοπαθητικό τύπο ὑποβόσκομαι. Είχε την έννοια τρώω κρυφά. Μεταφορικά, όταν εμείς το χρησιμοποιούμε στο γ' πρόσωπο, εννοούμε ότι κάτι βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση. Υποβόσκει ο κίνδυνος, μια διαμάχη. Δηλαδή, δεν έχει φανεί ακόμη, λανθάνει, σοβεί, υφέρπει.

Το ρήμα ὑποφώσκω, πάλι, υπήρχε επίσης από παλιά. Απαρτίζεται κι αυτό από την πρόθεση ὑπό και το ρήμα φώσκω, που σημαίνει φέγγω, χαράζω. Η πιο συνηθισμένη έκφραση στην οποία συχνά βλέπουμε την λέξη είναι η γενική απόλυτη: ὑποφωσκούσης ἕω. Η φράση αυτή αποδίδεται στα νέα ελληνικά ως εξής: καθώς χάραζε η αυγή, ενώ χάραζε ή μόλις που χάραζε, την αυγή κ.λ.π., ανάλογα με το ύφος που θέλει να δώσει κανείς στον λόγο του. Το ίδιο ρήμα έχει και την μορφή ὑποφαύσκω με την σημασία του αχνοφέγγω, αχνοχαράζω. Το ὑποφαύσκω έγινε ὑποφώσκω ακριβώς λόγω της επίδρασης του ουσιαστικού φάος – φῶς.

Σήμερα το ρήμα υποφώσκω, εύχρηστο στο τρίτο πρόσωπο πάντα, διατήρησε από το φέγγω αμυδρά, λίγο φως, μια αχνή λάμψη, για να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά.

Υποφώσκει σήμερα ό, τι αρχίζει να φαίνεται. Υποφώσκει μια ασθένεια, ένα πρόβλημα. Υποφώσκει και η ελπίδα για την εξεύρεση λύσης σε όλες τις δυσκολίες ή τουλάχιστον σε μερικές.

Εδώ (liberal.gr/arthro/64752/) πάλι, δίδονται 

1.  Τα παρακάτω παραδείγματα: (...)

"Υπέβοσκε η οικονομική κρίση, κρυβόταν πίσω από μια εικονική ευημερία, αλλά όλοι λίγο πολύ την καταλαβαίναμε, όταν βλέπαμε να υιοθετεί ο κόσμος έναν πολυτελή τρόπο ζωής, χωρίς να έχει τα ανάλογα μέσα να τον συντηρήσει. Ζούσαμε πλουσιοπάροχα με τα δανεικά. Κι έτσι οι δυσκολίες υπέβοσκαν και υπέβοσκαν και υπέβοσκαν. Μέχρι που κάποια μέρα τις είδαμε να ξεπροβάλουν, δειλά – δειλά, να υποφώσκουν, όπως μάθαμε σήμερα. Στην πορεία των χρόνων, από το 2008 και μετά, όχι απλώς υποφώσκουν, έχουν μόλις ανατείλει, αλλά έχουν μεσουρανήσει και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν γιγαντωθεί."

"Δεν πτοούμαστε. Στα φωτισμένα μυαλά των ιθυνόντων σίγουρα υποβόσκουν, εμφωλεύουν, καλές ιδέες που θα μας βοηθήσουν να δούμε την πολυπόθητη ανάπτυξη να υποφώσκει."

2. Πρόσθετες γλωσσολογικές πληροφορίες 
-Αντώνυμο του υποβόσκω το φανερώνομαι και του υποφώσκω το φεγγοβολώ. Και  

3. Περαιτέρω παραδείγματα

-Σε καλοκαιρινή ρομαντική διάθεση ευχόμαστε να απολαύσετε πρωινή δροσιά καθώς η αυγή υποφώσκει.

(ΠΗΓΗ) 

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Οι δρόμοι των παιδιών μας


Image result for εικόνες πουλιά 

Εκείνο το σπουργιτάκι που κρατούσαμε στην αγκαλιά μας, εύθραυστο, αδύναμο κι ανήμπορο να πετάξει, ήρθε ο καιρός να φύγει από κοντά μας, ν' ανοίξει τα φτερά του στη ζωή, και να βάλει τα δικά του στοιχήματα. Να δοκιμάσει και να δοκιμασθεί.

Εφόδιο για τούτο το ξεκίνημα, η ευχή μας, κι ο κόπος της καρδιάς που βάλαμε κάθε μέρα κοντά στο κάθε παιδί. Πότε αγρυπνώντας για την υγεία και την ζωή του, πότε μιλώντας για τους κινδύνους και για τα "πρέπει". Για εκείνα τα πρέπει που έχουν να κάνουν με τα όρια. Τα όρια  που δεν πρέπει να ξεπεραστούν, και για 'κείνα τα όρια που είναι τιποτένια για να ζει κανείς κάτω από αυτά.

Μεριμνώντας αδιάκοπα. Πότε για να τα ενθαρρύνουμε και πότε για να αποθαρρύνουμε. Να τα ενθαρρύνουμε στην ελευθερία, την πρόοδο και την ευθύνη και να τα αποθαρρύνουμε από την αναίδεια, την επιπολαιότητα, την ανευθυνότητα και την αλαζονεία.

Μα σε κάθε του πέταγμα, η καρδιά μας χτυπάει. Από ανησυχία κι  αγωνία για τους κινδύνους που το περιζώνουν, κι από λαχτάρα να βγεί νικητής, δυνατός, μαθός, μέσα από τις δοκιμασίες, τους κινδύνους και τα λάθη του. Γιατί ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μέσα στην αγκαλιά της μάνας του. Δεν προοδεύει, δεν δοκιμάζεται, δεν γίνεται υπεύθυνος, ούτε μπορεί να ετοιμασθεί και να αντιμετωπίσει  την ζωή και να προστατέψει όσους, η ζωή, θα του χαρίσει.

Σαν κάθε μάνα, που έχει την τύχη, την ευτυχία και την ευλογία, να ζήσει ετούτο το αδήριτο πέταγμα, νοιώθω την ίδια αγιάτρευτη  αγωνία, κάθε φορά που το βλέπω να γίνεται με τα αγαπημένα παιδιά των αγαπημένων μου φίλων. Νοιώθω τις μανούλες, που για μια στιγμή ο κόσμος φεύγει από μπροστά τους, σαν το σπλάγχνο τους ξελευτερώνεται από την αγκαλιά τους για να πετάξει, καθώς ο δικός του ο δρόμος, ανοίγεται μπροστά του. Σ' έναν κόσμο που και το ίδιο το παιδί μας, θα ζήσει, με τον δικό του τον τρόπο, με τα δικά του τα όνειρα. Με τις δικές του, τις κατά-δικές του, δυνάμεις.

Μα πώς να του πεις για τους κινδύνους της ζωής, ετούτη την ώρα, πώς να του πείς για την δική σου την αγωνία. Εκείνο, που πρέπει να 'χει στον νου του, είν' ο αγώνας του, και η μεγάλη του προσπάθεια. Για τον στόχο του.

Μονάχα, σαν φεύγει, να του πείς, πως τ' αγαπάς, θα βλέπεις και θα νοιάζεσαι, όπου κι αν είσαι, θα χαίρεσαι και θ' αγρυπνάς, και σαν πονέσει, τότε, κι εσένα, η καρδιά σου θα πονέσει. Γιατί εμείς, οι μάνες, το ξέρουμε καλά, πότε πονάνε τα παιδιά μας. Και ξέρουμε, πρέπει να ξέρουμε, πότε, να "μην μας νοιάζει". Πότε να μην μπερδευόμαστε στα όνειρά του. Σαν που η κάθε μια μας, θέλει να μεγαλώσει έναν άνθρωπο ελεύθερο, γεμάτο αγάπη και δύναμη θέλησης, που ξέρει και θέλει να κουράζεται, να δίνει, να στέκεται και να παρηγορεί, να προσπαθεί, να πετυχαίνει. Να ευχαριστεί και να ευγνωμονεί. Γιατί ξέρουμε, πως η ζωή είναι δική του, κι όλα τούτα πρέπει να του τά 'χουμε μάθει..

Εμείς πάντα θα θέλουμε να είναι καλά στην υγεία του, σπουδαίος και ικανός άνθρωπος, να μην λυπηθεί ποτέ του, να μην στερηθεί, να μην κουραστεί και να μην λυγίσει. Όμως, η ζωή είναι δική του, και δεν πρέπει να την ζήσουμε εμείς για λογαριασμό του. Εμείς θα είμαστε πάντα εκεί που μας χρειάζεται. Με τον λόγο,  με την καρδιά μας. Με την ευχή μας.

Αλέξανδρε, στο καλό και στην ευχή μας. Στην ευχή όλων, εκείνων που σε περιμένουν.

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Ελευθερία και ευγένεια. To πρόσωπο και το άτομο


Image result for εικόνες ελευθερία


Η ελευθερία είναι ο τρόπος να υπάρχει ο άνθρωπος. Γιατί δεν νοείται να υπάρχεις καθ' υπαγόρευσιν, ή καθ' υποβολήν. Δέσμιος ή χειραγωγούμενος.

Ο άνθρωπος υπάρχει όταν νοιώθει πως θέλει, αλλά και όταν δημιουργικά αρνείται, όταν δημιουργεί κι έχει πρωτοβουλίες, ευθύνες. Όλη αυτή η εσωτερική πληρότητα και δύναμη της θέλησής του καθρεφτίζεται και προς τα έξω.

Ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι πρόσχαρος, και γι' αυτό ευειδής, προσηνής, ευτυχής, μεγαλόθυμος, συγχωρητικός, ευγνώμων, στοργικός, αλληλέγγυος, υπεύθυνος. Και ευγενικός. Ανεξαρτήτως μορφώσεως και πανεπιστημιακών διπλωμάτων. Είναι ένας άνθρωπος με συναισθηματική νοημοσύνη.

Ο ελεύθερος άνθρωπος, ακόμα κι όταν είναι μόνος του, ξέρει καλά πως δεν έχει να κάνει μόνο με τον εαυτό του. Αλλά, μέγιστη φροντίδα του είναι η σχέση του με τους άλλους, το ίδιο όπως και η ευθύνη του απέναντί τους. Γιατί, ελευθερία χωρίς σχέσεις και ευθύνη δεν υφίσταται.


Στον αντίποδα του ελεύθερου ανθρώπου στέκεται το "απελευθερωμένο άτομο".  Και τούτο, γιατί στην περίπτωσή του δεν συντρέχουν οι ίδιοι όροι. Εδώ, δεν μιλάμε για πρόσωπο.

Ένα απελευθερωμένο άτομο, είναι ευτυχισμένο όταν συντρέχουν όσα θέλει. Αλλιώς, είναι δυσαρεστημένο, και η δυσαρέσκεια αυτή διαποτίζει ό,τι βρίσκεται κοντά του. Το άτομο αυτό, είναι κατά κανόνα εγωκεντρικό. Έχει απαιτήσεις από όλους τους άλλους, και για κάθε δική του υστέρηση, [φταίνε άλλοι, αλλά στην εσχάτη των περιπτώσεων που δεν βρίσκεται κάποιος άλλος να φταίει], το άτομο αυτό βρίσκει πάντα (τις κατάλληλες και αθωωτικές) δικαιολογίες.

Το απελευθερωμένο άτομο, (θεωρεί πως) έχει πάντα δικαιώματα και ποτέ υποχρεώσεις. Για ευθύνες δεν γεννάται λόγος! Οι σχέσεις του είναι πάντα σχέσεις δοσοληψίας και τα λογιστικά του ισοζύγια είναι στην πρώτη γραμμή.  Δεν επιθυμεί να υστερεί σ' εκείνα που λαμβάνει, έναντι εκείνων, των ολίγιστων, που προσφέρει, ή αναγκάζεται να ανταποδώσει.

Οι σχέσεις του (απελευθερωμένου ατόμου) διατηρούνται μόνο για όσο χρόνο τις χρειάζεται, και βιάζεται να απομακρυνθεί από αυτές όταν εξαντληθούν οι εξ αυτών "εισροές".

Γι' αυτό και δεν του περισσεύει ευγένεια. Η ευγένειά του εξαφανίζεται και εμφανίζεται μόνο όπου υπάρχει ανάγκη. Δεν είναι εγγενής, ούτε επίκτητη ιδιότητα. Είναι εργαλείο, και χρησιμοποιείται κατά περίπτωση.

Ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι πηγή χαράς και γνώσης. Η σχέση μ' έναν τέτοιον άνθρωπο είναι εμπειρία ζωής.

Στον αντίποδα, η συντροφιά μ' ένα απελευθερωμένο άτομο, είναι μια τραυματική εμπειρία, γιατί σε κάνει να νοιώθεις πόσο ξερή και στερημένη από ανθρωπιά, διδαχή, αγάπη, δημιουργικότητα, αλληλεγγύη, κατανόηση και σχέση με τον πλησίον,  μπορεί να είναι μια ψυχή που, αγαπώντας αποκλειστικά τον εαυτό της, έχει αποκλείσει  όλους τους άλλους, και ζεί στην (ατέλειωτη, έως θανάτου μοναξιά, ερημία και) αυτοπάθεια, ακόμη κι αν χιλιάδες "χρειαζούμενοι" γύρω του συνωστίζονται, που σίγουρα, κι αυτούς θα τους σχολάσει όταν τελειώσει η παράσταση.