Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Η "μαγεία" των Χριστουγέννων


Image result for εικόνες Η Θεία Γέννηση 
Σ

Σε κάποιες χώρες οι γιορτές των Χριστουγέννων καθιερωθήκανε μέσα από την λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τέχνη, ακόμη και την μόδα, ως οι μέρες της ευτυχίας του ανθρώπου. Θα λέγαμε πως είναι προφανείς οι λόγοι. Εξ άλλου, υπάρχουν και … ιστορικές πηγές γι' αυτό.

Όμως, σ' ετούτη τη χώρα, τα Χριστούγεννα, δεν μας τα επέβαλε κανένας απ' έξω. Εδώ, εκατοντάδες, θα έλεγα χιλιάδες, χρόνια τώρα, Χριστούγεννα, είχε στην καρδιά του, καθένας που είχε ασπασθεί το Θείο Φώς και την Άγια Ταπείνωση. Mέχρι τότε οι άνθρωποι αποφασίζανε για το δέον, το αναγκαίο και το όριο και -άλλοτε υποδειγματικά οι πολλοί, άλλοτε- ο ισχυρός επέβαλε τους κανόνες του. Και τούτο οδηγούσε πάντα σε αδιέξοδο. Πότε οι φιλοδοξίες, πότε οι ματαιοδοξίες, πότε οι πλεονεξίες του καθενός, δημιουργούσαν συρράξεις και καταστροφές, στους τόπους και στη ζωή των ανθρώπων.

Από τούτον τον ταλανισμένο τόπο, περάσανε μυριάδες κατακτητικές ορδές, διαφόρων εθνοτήτων και φύλων. Κι η καθεμιά τους ποθούσε να εξουσιάσει τον κόσμο και την γή που τώρα είναι πατρίδα μας. Συχνά τον βρίσκανε τον τρόπο για να πετύχουνε τους σκοπούς τους οι επίζηλοι κατακτητές και επίδοξοι κοσμοκράτορες.

Έτσι γινόταν και στα χρόνια του Χριστού. Ο κόσμος στέναζε κάτω από τον δεσποτισμό της ανελέητης εξουσίας. Της συχνά εγκληματικής εξουσίας. Σήμερα πια, μετά από τόσους αιώνες επανάληψης του ίδιου μαθήματος της ανθρώπινης ιστορίας στην εξουσία, μας είναι καλά γνωστό, πως κάθε εξουσία, επιθυμεί αγέραστη κι ακμαία να μένει στο θρόνο της, πολλοί να την πολιορκούνε κι όλοι να υποτάσσονται στα θέλγητρά της. Όσοι δεν συντάσσονται με την εξουσία, διώκονται, τιμωρούνται ή γελοιoποιούνται, κι όσοι συντάσσονται, άγρυπνος φρουρός τους παραφυλάει, μην και στραβοκοιτάξουν ή αμφισβητήσουν τον καθήμενο στον θρόνο. Φοβερή απειλή επικρέμεται ο θάνατος (φυσικός ή άλλος, ποιός ξέρει) επί της κεφαλής του επιόρκου.

Σαν ακούστηκε το μήνυμα του Χριστού, όσοι ερίζανε για την κυριαρχία του κόσμου, ακούσανε πως είναι μάταιη η εξουσία επί του κόσμου, άδικη, δολερή, φθονερή, λίγη, μικρή κι ασήμαντη, μπροστά στην γαλήνη που χαρίζει η αγάπη κι η αποδοχή του άλλου. Γιατί όλοι οι άνθρωποι είμαστε το ίδιο, όλοι θα ζήσουμε εδώ, και κάποτε η ζωή του καθενός μας θα τελειώσει. Όλων η ζωή θα τελειώσει, και μάλιστα χωρίς να ξέρουμε το πότε και πώς.

Το μήνυμα του Χριστού, μας έκανε να καταλάβουμε τις δυνάμεις, την προοπτική μας, τα όριά μας, την αξία των πραγμάτων και την σημασία των επιθυμιών μας. Μας έδειξε την εναλλαγή στις περιστάσεις της ζωής του καθενός μας, και κατέδειξε την ποιότητα στην ζωή που μας φέρνει η αγάπη και η προσφορά. Στιγμάτισε την εγω-τική προσήλωση, και την φιλαργυρία, την ψυχική στεγνότητα και την ανάλγητη καρδιά. Μας έδειξε την κόλαση της κρυψίνοιας και της κατά μόνας πληρότητας. Μας έδειξε πως ο άνθρωπος ζει ως πρόσωπο, πάντα σε αναφορά με τον άλλο άνθρωπο. Και τι δεν μας έδειξε! Όμως ο άνθρωπος, εξόν από εκείνους τους λίγους, που η καρδιά τους στάθηκε εύπλαστη σαν το κερί, κι η αγριότητά τους έδωσε τη θέση τους στη σπλαχνικότητα προς τον αδύναμο, δεν ασπάστηκε τούτον τον λόγο. Κι αν τον ασπάστηκε προς ώρας, σύντομα τον παραποίησε. Και φρόντισε, από κάθε του λέξη να βγάζει κέρδος. Επονείδιστο κέρδος, αντίθετο προς την ουσία του Λόγου. Και διαδόθηκε σ’ όλον τον κόσμο μια επικερδής διδασκαλία, κατάλληλη για να κερδίσουν οι επιτήδειοι. Κι ο παράδεισος της αγάπης του Χριστού, άλλαξε. Ο κόσμος γέμισε καταστήματα.

Γιατί, σαν περάσαν τα χρόνια, η εξουσία των επικρατειών δεν ήταν πια τόσο μεγάλο θέλγητρο, όσο η εξουσία επί του πνεύματος των ανθρώπων, της σκέψης τους και των αισθημάτων τους. Εκεί πια γίνεται σήμερα ο πόλεμος. Κι ήρθαν τα καταστήματα να μας παράσχουν τα πράγματα και τις ευκολίες που θα μας χαρίσουν τον επίγειο παράδεισο. Αυτόν τον παράδεισο που θα μας κάνει να ξεχάσουμε τον παράδεισο της αγάπης του Χριστού.

Καταπιάστηκε, δηλαδή στα χρόνια μας, το εμπόριο κι οι επίδοξοι εξουσιαστές του κόσμου, να μας πείσουν πως αυτοί ξέρουν τι είναι και ποιος θα μας χαρίσει τον παράδεισο που όλοι αναζητάμε, κι όλοι επιθυμούμε. Το εμπόριο που ξεκίνησε να είναι κοινωνική λειτουργία με εύλογη πρόσοδο, κατέστη μηχανισμός απίθανου πλουτισμού, και διακίνησης απίστευτων, άχρηστων και συχνά επικίνδυνων αγαθών. Διεύρυνε μάλιστα τα αντικείμενά του σε τέτοιον βαθμό, που σήμερα διαπλάθει εικονικές κι ανύπαρκτες ανάγκες μέσω της διαφήμισης. Και μας πουλάνε τα πάντα. Αρώματα για να είμαστε θελκτικοί, ποτά για να ευφραινόμαστε, παιχνίδια για να παίζουμε συνέχεια, κινητά τηλέφωνα για να μιλάμε αδιάκοπα και παντού, σπίτια με υποθήκη την ζωή μας, αυτοκίνητα με ευκολίες πληρωμής δεκαετών δανείων, είδη και μέσα καλλωπισμού για αέναη νεότητα, και τόσα άλλα, που να μη μένει χρόνος να σκεφτούμε την ανάγκη του άλλου ή το νόημα της ζωής μας. Να μην μείνει χρόνος για περισυλλογή, για αυτοκριτική, για αλληλεγγύη, για μια δεύτερη σκέψη, για εξοικονόμηση, για προοπτική. Όλα εδώ και τώρα. Γιατί μας αξίζει. Για να χαιρόμαστε, για να ευχαριστόμαστε, για να απολαμβάνουμε, είδη για να έχουμε, είδη για να δείχνουμε την αγοραστική μας δύναμη, τόπους και στέκια για να βγαίνουμε, τρόπους και μέσα για να διασκεδάζουμε, ευκαιρίες για να εμφανιζόμαστε στα κοσμικά σαλόνια, τρόπους για να καταναλώνουμε, για να μας παίρνουν κάθε ικμάδα ζωής, σκέψης, κάθε μας στιγμή, αρκεί να μην μένουμε μόνοι, αδρανείς, ήσυχοι και μη ξοδεύοντες.

Κι εμείς οι φτωχοί, οι μετρημένοι, οι πιστεύοντες στον παράδεισο της αγάπης και αρνούμενοι την κόλαση της αυτοϊκανοποίησης μέσω των χρημάτων και της επίδειξης χαιρόμασταν τα Χριστούγεννα σαν την εστία της ελπίδας, και προσκαλούσαμε μέσα μας την ενθρόνιση αυτής της ελπίδας και του παραδείσου για όλον τον κόσμο.

Αυτό μας έκανε να θαρρούμε πως τα Χριστούγεννα ήταν η γέννηση του καινούργιου στον κόσμο. Η γέννηση της αγάπης. Η γέννηση της ένωσης του κόσμου στον ίδιο δρόμο ζωής, με τις ίδιες ανάγκες όλοι μας: να αγαπάμε και να μας αγαπούν. Να συντροφεύουμε ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες της ζωής και να ευγνωμονούμε τον Πλάστη της ζωής για τούτο το φωτεινό κήρυγμα που έσκισε τα ερέβη του μίσους και της πλεονεξίας και στάλαξε ειρήνη στον κόσμο.

Αποτύπωμα αυτού κηρύγματος θυμάμαι στο Χριστουγεννιάτικο φτωχικό σπιτικό. Εκείνη τη μέρα, που μαζί με την Θεία Γέννηση, γιορτάζαμε στο σπίτι τον Πατέρα. Χωρίς στολίδια, χωρίς τρομπέτες χαράς, χωρίς παιχνίδια και δώρα, χωρίς πολυτελή εδέσματα. Η μάνα πάντα είχε έτοιμα τα τόσα και τόσα παραδοσιακά, και το τραπέζι γεμάτο μουτράκια, που περιμένανε την ολιγόλογη προσευχή (ευχαριστίας κι ευγνωμοσύνης) από τον πατέρα, για να αρχίσουμε το φαγητό μας. Η ονομαστική γιορτή του Πατέρα μαζί με τη Θεία Γέννηση ήτανε δείγμα στην παιδική μου ψυχή, της ευλογίας του Κυρίου μέσα σε τούτο το σπίτι. Κεράσματα, επισκέψεις συγγενών και φίλων, κι ευχές, αγκαλιές κι αγάπες ήτανε τα δώρα μας στον Πατέρα, κι εκείνου σ’ εμάς μια στον καθένα μας ματιά του γεμάτη αγάπη, μια αγκαλιά πάντα ήτανε ανοιχτή και μια καρδιά που χτυπούσε στη χαρά και την ευτυχία μας. Στα όνειρά του για εμάς, και στο καμάρι που ένιωθε με το μεγάλωμά μας. Μια παρουσία με τόση αγάπη, που ποτέ δεν μου λείψανε τα άψυχα δώρα. Και με την αγάπη του ετούτη οχυρό στη ζωή μου, καιμαζί «θεώρημα ύπαρξης» (που λένε και οι μαθηματικοί), έμαθα, πως ναι, μπορεί μια τόσο μεγάλη αγάπη να υπάρξει, να καρπίσει και ν΄αθανατίσει ψυχές. Ν’ αφήσει καρπούς κι αποτυπώματα στη ζωή πολλών ανθρώπων και να τους δώσει εφόδια και δύναμη ψυχής. Κι αφού γεννήθηκε στην καρδιά γονιών, τόσο ταπεινών στο φρόνημα, μπορεί να γεννηθεί και μεγαλύτερη στην καρδιά την δική μου, που μεγάλωσα από αυτούς τους γονιούς. Γιατί αυτοί ήτανε άνθρωποι με πολλές συμφορές και με πόνο πολύ, με θανάτους, πολέμους, καταστροφές κι ατυχίες. Κι όμως η ελπίδα κι η αγάπη τους, περίσσευε, και για τα παιδιά τους και γι’ άλλους ακόμη ανθρώπους. Κι εγώ ένας άνθρωπος κατάφορτος από την αγάπη τους, κάτοχος «ταλάντου» ανεκτίμητου, χρέος έχω να πολλαπλασιάσω αυτόν τον θησαυρό, το τάλαντον, κι όχι να το κρύψω στα σπλάχνα της γης μαζί με τ’ άψυχο σαρκίο μου. Γι’ αυτό φυλάσσω τούτη την αγάπη και θεωρώντας την θησαυρό ανεκτίμητο, και σκέφτομαι, πως κάθε τόσο πρέπει να ανοίγω το σεντούκι της ψυχής μου και να επενδύω στην ξόδεψή της.

Ετούτη η αγάπη, η αγάπη ανάμεσά μας, αγάπη ανυπόκριτη, άδολη, πλήρης χάριτος κι ευγνωμοσύνης, αγάπη της συνάντησης και άρση των διαστάσεων, των διαφορών, των αντεγκλήσεων και του μίσους, είναι όλη η χαρά του κόσμου. Και μόνη αυτή είναι αρκετή για να γεμίσει τις καρδιές ελπίδα, χαρά, συντροφικότητα, παρηγορία, και μόνη αυτή είναι ικανή για να μας βάλει στον ίδιο δρόμο συνοδοιπόρους, στο ίδιο έργο συνεργάτες, στον ίδιο σκοπό συντελεστές, για το καλό όλων μας.

Παρόλα αυτά, το μήνυμα της αγάπης φαίνεται πολύ ταπεινό σε πολλούς, κι ανεδαφικό. Φαίνεται «λίγο» και αφελές. Ενώ τα ιδανικά της εποχής, το χρήμα και η εξουσία, η φήμη και η αναγνώριση, θεωρούνται πολύ σπουδαιότερα. Τι κρίμα, η παναθρωπίνως ζωογόνα και ζωηφόρος αγάπη, που χαρίζει ευδαιμονία πνευματική και ψυχική, να είναι για πολλούς τόσο ασήμαντη, και το ακατάπαυστο κυνήγι του άπιαστου, φθαρτού, εφήμερου κι ατομικού ιδανικού -που χάνεται μαζί μας- να θεωρείται σπουδαιότερο, χωρίς μάλιστα οι υποστηρικτές του να φείδονται σε καθύβριση και καταγελοιοποίηση των υποστηρικτών της αγάπης του Χριστού!

Τώρα που η οικονομική κρίση μαστίζει τις τσέπες μας, κι αφού αφεθήκαμε ανεπαισθήτως να ξεγελαστούμε, επιτρέψαμε σ’ εκείνους που φρόντισαν να γεμίσουν την ζωή μας με οικονομικές απόψεις και στόχους, να μας αφαιρέσουν το μήνυμα της ελπίδας και της αγάπης και στη θέση του να βάλουν τα χρήματα και τα άλλα υλικά αγαθά, και τις διάφορες εφήμερες καταναλωτικές και ηδονιστικές υπηρεσίες. Κι εμείς εβγήκαμε στο κυνήγι τους.

Γιατί χωρίς λεφτά, Χριστούγεννα κάνεις, χωρίς ανθρώπους και αγάπη όμως, ακόμη κι αν έχεις λεφτά, Χριστούγεννα δεν μπορείς να κάνεις. Ίσως γι’ αυτό, κάποιοι, να νιώθουν άσχημα στις γιορτές. Γι’ αυτό θέλουν να τελειώνουνε γρήγορα οι μέρες αυτής της ανυπόφορης αγάπης, και ν΄αρχίσουνε οι μέρες του κυνηγιού και της δράσης.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Μια ευχή. Για τις μέρες που έρχονται...


 

Τις Χριστουγεννιάτικες. Πόσοι δεν σκεφτήκαμε μια ευχή για τους φίλους και τους αγαπημένους μας!

Ο καθένας «χρειάζεται» να κάνει ή να λάβει μια ευχή για την περίπτωσή του. Αν ό,τι ζητάμε για την ευτυχία μας, δεν έχει μέσα τους άλλους, πρέπει να ξέρουμε ότι η πλήρωση μιας εσωστρεφούς επιθυμίας μας, θα είναι για μια ευτυχία μοναχική, λίγη, πρόσκαιρη, ατελή και φευγαλέα. Μετά κάτι άλλο θα θέλουμε για να ξανα-είμαστε ευτυχισμένοι.

Η αληθινή ευτυχία, πιστεύω ότι βρίσκεται στη χαρά και στην ευδαιμονία της αγάπης για όσα ήδη έχουμε, και της ευχαριστίας για όσα ήδη μπορούμε. Και για τούτο (για ό,τι έχουμε και για ό,τι μπορούμε) πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.

Η συναίσθηση της ευγνωμοσύνης είναι «σημαντική» του γεγονότος πως έτσι αναγνωρίζεται ότι εκείνος που αισθάνεται ευγνώμων, είχε την καλή ευκαιρία να ζεί σε συνθήκες, και, κυρίως, με ανθρώπους, που τον κάνουν να αισθάνεται αγαπημένος και πλήρης. Σε αυτή την ψυχική κατάσταση ο άνθρωπος θέλει να ανταποδώσει στους δικούς του μια ευχαριστία, για την χαρά να μοιράζεται την ανθρώπινη αγκαλιά κι αγάπη. Για την συμπόρευση.

Η ευγνωμοσύνη είναι έκφραση του ενάρετου ανθρώπου για κάθε δωρεά που απολαμβάνει. Υλική ή ηθική. Λόγου ή έργου. Από τον καθένα. Αρχής γενομένης από τους δικούς του ανθρώπους. Γιατί, αν στους ξένους χρωστάμε μια ευχαριστία, έστω και τυπική, στους δικούς μας χρωστάμε την ύπαρξή μας ολόκληρη, την συντροφιά, την αγάπη και την συμπαράστασή τους. Όχι γιατί οι δικοί μας άνθρωποι καταγράφουν ό,τι μας δίνουν, και περιμένουν ανταπόδοση. Αλλά γιατί κάθε λήψη δωρεάς, μας καθιστά υποχρέους. Τουλάχιστον ευγνωμοσύνης.

Η ευγνωμοσύνη, είναι το κατώφλι της ανθρωπιάς. Και η αναγνώριση της δωρεάς, είναι το πρώτο βήμα στην πνευματικότητα και τον εξανθρωπισμό μας.

Διαβάζοντας εδώ για τις ευχές που γίνανε ηλεκτρονικά μηνύματα, αναβίωσα προς στιγμήν, δικές μου, παλιότερες μνήμες, που ήθελα να μοιραστώ την ομορφιά και το μεγαλείο τους, με πολλούς κι αγαπημένους. Κι άλλες, που θά 'θελα να θυμηθούν μαζί μ' εμένα, φίλοι και αγαπημένοι που βρίσκονταν μακριά μου.

Όσο κι αν πέρασε ο χρόνος, όσο κι αν άλλαξαν οι συνθήκες και τα μέσα, εκείνο που ποτέ δεν άλλαξε, είναι η αγάπη που μοιραστήκαμε με άλλους. Η αγάπη που επιβεβαιώθηκε χιλιάδες φορές, κι εκείνη η έκφραση της χαράς και της ευτυχίας, σαν ανταμώναμε, ύστερα από καιρό που τον ζήσαμε μακριά και γεωγραφικά χωρισμένοι.

Μα για να υπάρξει η χαρά κι η ευτυχία της αντάμωσης, και να μπορεί να αναβιωθεί, αυτό συμβαίνει επειδή κάποτε εκφράσθηκε, φανερώθηκε. Επειδή βιώθηκε, επειδή λύτρωσε κι ανάπαυσε. Θεράπευσε. Υπηρέτησε.

[«Είναι κακόν τον άνθρωπον μόνον» είπε ο Κύριος, κι έπλασε από το πλευρό του την γυναίκα. Λένε, πως γι' αυτό η γυναίκα κοιτάζει τον άνδρα, γιατί είναι από μια πλευρά του. Και πως γι' αυτό ο άνδρας κοιτάζει πέρα μακριά, γιατί ήτανε πάντα του, μέχρι τότε, μόνος.]

Οι ευχετήριες κάρτες σαρκώνουν τις στιγμές που ζήσαμε, τις ψυχικές και πνευματικές, κι όλες τις άλλες όμορφες διαδρομές που κάναμε με κάποιους μαζί, και κυρίως το βάθος των αισθημάτων που γεννηθήκανε από αυτές τις στιγμές. Οι κάρτες μου είναι συνήθως μακροσκελείς, κι ο παραλήπτης τους ζεί μαζί μου ξανά και ξανά, ωραία πράγματα που ζήσαμε κι αναζητήσαμε μαζί. Τις στιγμές ανακάλυψης κι αποκάλυψης. Αντανακλούν τα οράματα, τις αναζητήσεις, τις ενδιάθετες προτιμήσεις και αγαθές παραινέσεις ζωής. Αυτά, μπορεί κανείς να τα μοιραστεί μόνο με ακριβούς κι αγαπημένους. Κι αυτοί το νοιώθουν, κι ανταποδίδουν. Ευτυχισμένοι, σιωπηρά, ή εκφραζόμενοι. Αλλά, για τους (δυνάμει) παραλήπτες της απάντησης, είναι το ίδιο! Είτε ανταπέδωσαν, είτε σιώπησαν. Γιατί η απάντησή τους έχει ήδη καταχωρηθεί στην καρδιά μας, από κάποιες άλλες στιγμές, χρόνια ή και καιρούς, που η αγάπη τους, θρονιάστηκε στην καρδιά μας και μας έδωσε φτερά ζωής, ή γιατρειά, ή το κουράγιο να συνεχίσουμε, ή τον λόγο και το εφόδιο για να πορευτούμε, για να δημιουργήσουμε, για να χαρούμε, για να γίνουμε ικανοί στο να εκτιμούμε το κάθε λεπτό της παρηγορητικής ή της ζωηφόρας και δημιουργικής πνοής που φυσάει δίπλα μας!

Κάθε που έρχονται Χριστούγεννα, αναζωπυρώνεται η μνήμη του χαρμόσυνου μηνύματος στον κόσμο: πως δεν είμαστε μόνοι μας στην δυσκολία και την δυσχέρεια, γιατί ακόμη κι ο Θεός ήρθε κοντά κι ανάμεσά μας, συμμετέχοντας στα πάθη μας και στις δυσκολίες που αυτά δημιουργούν. Ήρθε, και με την πανάγαθη ζωή του, μας έδειξε πως δεν είναι αδύνατο να είσαι καλός και να αγαπάς. Και πως αν φωλιάσει στην καρδιά μας, μι' αγάπη όπως η δική του, αυτή είναι που θα δώσει την ειρήνη στον κόσμο ολόκληρο και σ' εμάς. Γιατί είναι μια αγάπη που τους χωράει όλους, που δεν κρίνει, δεν εκτιμά, δεν αποφαίνεται, δεν κατηγορεί, δεν αναζητεί ευθύνες! Αλλά, μι' αγάπη που συγχωρεί, σκεπάζει, δέχεται, παρηγορεί κι αποζημιώνει με την θέρμη της αγκαλιάς της και την δύναμη της λάμψης της.

Κι όσο η αγάπη Του που είναι πηγή ζωής, είναι η εκπλήρωση της Θεϊκής ουσίας, η αγάπη η δική μας, των ανθρώπων, προϋποθέτει μεγάλο κόστος για να φανερωθεί: το αντίτιμο -για να αγαπήσουμε- είναι η άδολη αυτο-προσφορά μας. Έτσι μονάχα, αγαπάει αληθινά ο άνθρωπος. Γιατί πρέπει να καταστείλει τον «παντοδύναμο» εγωϊσμό του, με τις προσχηματικές ανάγκες κι απαιτήσεις, προκειμένου να δεχτεί τις προ(σ)κλήσεις για να αγαπήσει τον άλλο. Δεν υπάρχει ανθρώπινη αγάπη, χωρίς «κόστος» του αγαπώντος. Και δεν υπάρχει αγάπη χωρίς ειλικρίνεια. Η ανθρώπινη -συνήθως ανταποδοτική- αγάπη στη ζωή μας, είναι σκέτη λογιστική, και καταλήγει να κάνει ισολογισμό και ταμείο.

Όποιος έχει νοιώσει -άπαξ τουλάχιστον, έστω και στιγμιαία, στην ζωή του- μι' αγάπη όπως είναι η αγάπη του ενανθρωπήσαντος Θεού, μι' αγάπη μεγαλύτερη απ' της μάνας, που συγχωρεί και αγκαλιάζει το παιδί της, ό,τι αυτό και νά 'ναι, αυτός μπορεί να στείλει και να δεχτεί μια προσωπική, μέσ' από την καρδιά του, ευχετήρια κάρτα. Δεν θα στείλει ένα επισκεπτήριο, σαν κι εκείνα που σαν μαζευτούν πολλά, τα πετάμε, για ν' αλαφρώσουμε από την χαρτούρα που γεμίζει το συρτάρι μας.

Ακόμη κι ο ολιγομίλητος, ο δωρικός, ο βαρύς, ο σύννους, που γεύτηκε το έλεος και το μεγαλείο της θεϊκής αγάπης, όσο λίγα και να ειπεί με την ευχή του, έχουνε πάντα το βάρος της ευεργεσίας της και την λάμψη της αποκαλύψεώς της. Δυο λέξεις, μπορεί και να είναι αρκετές. Γιατί η αγάπη εκπέμπεται, κι ο καλός αποδέκτης αυτής, είναι που εκπέμπει αγάπη κι αυτός. Η αγάπη είναι φορτίο που σε πιέζει να το βγάλεις από πάνω σου, είναι ιατήριο φάρμακο που το δίνεις και 'γιαίνει μια πάσχουσα καρδιά. Το δέχεται κάποιος και νοιώθει πόσο ευλογημένος είναι για να τύχει μιας τέτοιας ευεργεσίας. Αν η μουσική εξημερώνει τα ήθη, η αγάπη εξαγνίζει τις ψυχές.

Οι ευχετήριες κάρτες μας, ζεστές, κομμάτι από την πάλλουσα καρδιά μας, κομίζουνε για πάντα την εκφρασμένη αγάπη μας, ακόμη κι όταν ο χρόνος μαράνει ή εξαλείψει την όψη μας, ακόμη κι αν το χαρτί τελειώσει ή απαγορευτεί ή ξεραθεί το μελάνι. Όπου και να τις γράψουμε. Αρκεί το ότι έχουνε βιωθεί. Είναι η ανάμνηση αυτής της μνήμης!

Κι εκείνο το ευχετήριο εγκάρδιο e-mail που σήμερα βρήκαμε inbox, στης εποχής μας το ταχυδρομείο, εκεί που -χουζουρεύοντας- ονειροπολούσαμε όμορφες στιγμές, με αγαπημένους, κάποτε, καθώς μοιραζόμασταν όνειρα, επιθυμίες, ευχές. Ή που-ακόμα χουζουρεύοντας- εμείς πήγαμε να βρούμε, για τους ίδιους λόγους, ακριβούς κι αγαπημένους, που μακριά μας ονειρεύονται παρόμοιες στιγμές. Κι αυτό το μήνυμα αγάπης θα υπάρχει, και μετά. Ακόμη κι αν χαθούνε αποστολείς και παραλήπτες. Θα υπάρχει γιατί σάρκωσε μια σχέση.

Η αγάπη είναι εκείνη που «στέλνει » αξέχαστες -ή υπενθυμιστικές της ουσίας της- κάρτες. Και τις στέλνει με κάθε τρόπο, πραγματικό ή φανταστικό, ισχύοντα ή μελλοντικόν να ισχύσει.

Οι κάρτες, που «κρατάνε» την τυπικότητα στις σχέσεις και την πολιτική ορθότητα, έχουνε σημασία μόνο για το γεγονός ότι απεστάλησαν και ότι παρελήφθησαν. Χωρίς καμμιά άλλη σημασία. Άλλες, παρόμοιες κάρτες, χωρίς το υπόβαθρο της προσωπικής σχέσης, είναι οι κάρτες «υπολογισμού». (Ο υπολογισμός είναι εργασία λογιστική). Αλλά οι κάρτες αυτές, δεν αφήνουνε σημάδι. Μόλις τελειώσει η δοσοληψία, τελειώνουνε κι αυτές, και λιώνουνε, σαν να βραχήκανε από την βροχή.

Οι κατά περίσταση ευχές, σε εικονογραφημένες κάρτες με έτοιμο τον λόγο της ευχής: Να σας ζήσει, Ευτυχές το Νέον Έτος, Βίον ανθόσπαρτον, κλπ., αποτελούν εμπορευματοποίηση της ανάγκης μας για έκφραση και δημιουργούν -σε κάποιους, οικονομικό- τζίρο από τις περιστασιακές μας ανάγκες και συγκυρίες, κατά τρόπο που εξαφανίζει την προσωπική μας επαφή και έκφραση.

Τελικά το e-mail δεν είναι και τόσο κακό, γιατί δεν αλλάζει την ίδια την ευχή μας. Ενώ η έντυπη ευχετήρια κάρτα, μας υποκαθιστά ολοκληρωτικά. Υποκαθιστά τον λόγο μας και τα αισθήματά μας.

Τούτες τις μέρες λοιπόν, θυμάμαι ξανά και ξανά, την πολύ όμορφη ευχή, προσευχή και ανταπόδοση, που ο Υμνωδός της Εκκλησίας μας έγραψε για λογαριασμό όλων ημών, προς τον Χριστό, που τόσο ταπεινά ήρθε στον κόσμο, να ζήσει ανάμεσά μας και να μας αγκαλιάσει όλους, με την αγάπη Του.

Να η Προσευχή:

«Τί σοι προσενέγκωμεν, Χριστέ,
ότι ώφθης επί της γης ως άνθρωπος δι’ημάς;
Έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων,
την ευχαριστίαν σοι προσάγει:
οι Αγγελοι τον ύμνον,
οι Ουρανοί τον αστέρα,
οι Μάγοι τα δώρα,
οι Ποιμένες το θαύμα,
η γή το σπήλαιον,
η έρημος την φάτνην,
ημείς δε Μητέρα Παρθένον.
Ο προ αιώνων Θεός, ελέησον ημάς.»

Aυτήν την προσευχή, κάπως έτσι την ένιωσα:

«Τί να προσφέρουμε, Χριστέ, σε Σένα,
Που φανερώθηκες στη γή, σαν άνθρωπος για μάς;
Καθένα από τα κτίσματά Σου
Τη δική του Ευχαριστία προσκομίζει στη χάρη Σου:
οι Αγγελοι τον ύμνο,
ο Ουρανός τ’ολόλαμπρο αστέρι,
οι Μάγοι τα πολύτιμα δώρα τους,
οι Ποιμένες το θαύμα της ταπείνωσής Σου,
η γή τη φτωχική σπηλιά,
η έρημος τη φάτνη,
Κι εμείς την Πάναγνη Μητέρα
Εσύ, ο άναρχος Θεός, σπλαχνίσου μας!»

Η ιδέα του Υμνωδού, προσφέρεται (αναλόγως) για να σαρκώσει μ' ένα μοναδικό τρόπο και την μεταξύ μας ευχή, πρόσκληση, κι ευχαριστία όταν αυτές εκφράζονται γνησίως, δηλαδή από την αγάπη μας.

Σημείωση: Η εικόνα της Γέννησης είναι βυζαντινή (1428) αγιογραφία, από την «Παντάνασσα» του Μυστρά.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Ο Χρυσόστομος Σταμούλης: «Στα Άκρα», με την Βίκυ Φλέσσα


Image result for εικόνες στα άκρα βίκυ φλέσσα


Αύριο είναι Κυριακή. Αλλά σήμερα, Σάββατο, έχουμε να μιλήσουμε για κείνο που μας αποκαλύφθηκε χθες βράδυ, ΣΤΑ ΑΚΡΑ.

Η κρατική τηλεόραση, μέρες προπαγάνδιζε τούτη την εκπομπή. Προπαγάνδιζε, μ' ένα απόσπασμα, που παραποιούσε και παραμόρφωνε τον λόγο του Καθηγητή κ. Χ. Σταμούλη, και παραπλανούσε τους υποψήφιους ακροατές.

Γιατί με «δυο γραμμές απόσπασμα» από τον λόγο του κ. Σταμούλη, η κρατική τηλεόραση χρησιμοποίησε τις εκκλησιαστικές και δογματικές θέσεις που διατύπωσε ο Καθηγητής, ως επιχείρημα, υποστηρικτικό για τις έωλες -κι εθνικά ερασιτεχνικές- πολιτικές της κυβέρνησης.

Η εξαμβλωματική αυτή διαφήμιση, «σκόνη έγινε» φυσικά, μέσα από την όλη παρουσία και τον λόγο του κ. Σταμούλη, ο οποίος ήταν χείμαρρος.

Με ένα λόγο πυκνό, με συνέπεια και με πλήρη ενότητα, παρέθεσε τις θέσεις του, τις απόψεις του, τις διδαχές των πατέρων (και την σημασία της προσφυγής στα έργα αυτών). Μίλησε για τις συνεργασίες του και την δημιουργική δράση του (Μουσική και συγγραφή) και πρότεινε παιδαγωγικές μεθόδους που οδηγούν στην ψυχική και πνευματική ανάπτυξη των νέων, και στην δημιουργία κοινωνικής συνοχής μέσα από την συνεργασία και την δημιουργική σύμπραξη. Με λίγα λόγια, είχε έναν λόγο θαυμαστό και εξαίσιο.

Τέτοιον λόγο, όπως του Καθηγητή κ. Σταμούλη, λίγες φορές αξιωνόμαστε να ακούσουμε στην κρατική τηλεόραση, από πνευματικούς ανθρώπους. Εξόν από κάτι φορές που μας μιλάνε σπουδαίοι, για να μας πούνε πόσο ρηξικέλευθα περιφρονούνε όλους τους άλλους, και πόσο σπουδαίοι είναι μονάχα οι ίδιοι. Που μας μιλάνε για να μας πούνε πόσο δεν αντέχουνε τις αντιδράσεις στις προτιμήσεις τους και πόσο βλάκες και φασίστες είναι όσοι δεν τους έχουνε πρότυπα, αυτούς και τους φίλους τους.

Ξέρω, η κρατική τηλεόραση, με την διαφήμισή της, τον αδίκησε τον κ. Σταμούλη. Γιατί μας προιδέασε αρνητικά. Αλλά, ευτυχώς, η εκπομπή παίχτηκε, κι όσοι δεν ξέραμε τον κ. Σταμούλη και καθήσαμε για να ακούσουμε τα ... παράξενα (που μέρες πριν διαφημίζονταν), ακούσαμε λόγο ζωής!

Είναι γεγονός πως ανάμεσα στα καθήκοντα του χριστιανού είναι και ο κάθε (και ο πρόσφυγας) συνάνθρωπός του, αλλά η άθεη εξουσία πρέπει να γνωρίζει ότι καθήκον δικό της είναι πρωτίστως η χώρα που διαφεντεύει και οι πολίτες της.

Εξάλλου, η εξουσία αυτή, ως άθεη, δεν έχει νόημα να «φροντίζει» για τα δικά μας συνειδησιακά καθήκοντα εκ πίστεως, την οποία (πίστη μας), η ίδια λοιδορεί, όταν δεν την βολεύει. Τα θρησκευτικά μας καθήκοντα, η γνώση και η εκπλήρωσή τους, είναι προσωπικό ζήτημα εκάστου πιστού και της Εκκλησίας του, και πάντως, όχι θέμα πολιτικής. Η πολιτική εξουσία (και μαζί οι μηχανισμοί της) δεν έχουν καμμιά αρμοδιότητα να μας κάνουν, άμεσα ή έμμεσα, συστάσεις για το περιεχόμενο και τις εκδηλώσεις της πίστης μας. Μήπως, διαρκώς δεν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την αποχή της Εκκλησίας από την πολιτική; Πώς λοιπόν, μπαίνουν στα χωράφια της θρσκευτικότητας του πολίτη και της Εκκλησίας; Δεν είναι προφανές πως αυτή η στάση και η δράση τους είναι αντιφατική και ιδιοτελής;

Θέμα πολιτικής, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πίστη ή έλλειψη πίστης, είναι -ανάμεσα σε πολλά άλλα- να εκπληρώνει η πολιτική εξουσία τα καθήκοντά της και τις ευθύνες της απέναντι στην χώρα και τους πολίτες. Γιατί αυτό υποσχέθηκε ότι θα κάνει.

Έξω από το να φροντίσει για τη χώρα και τους πολίτες, η εκάστοτε πολιτική εξουσία οφείλει να μεριμνήσει και για την διαχείριση και την αντιμετώπιση όλων των άλλων διεθνών ζητημάτων που αναστατώνουν και διαταράσσουν την κοινωνική πραγματικότητα στο εσωτερικό της χώρας. Και μάλιστα, να φροντίσει για τα θέματα αυτά από κοινού με την διεθνή κοινότητα, κι όχι ξοδεύοντας για τα εξωγενή προβλήματα όσα θα έπρεπε να διαθέτει για τον λαό και την χώρα. Η κάθε κυβέρνηση πρέπει  να μην τα φορτώσει στους πολίτες, τους οποίους, πρωτίστως, οφείλει να φροντίσει και να προστατέψει.

Σημείωση: Δείτε τον εξαιρετικό κ. Σταμούλη ΣΤΑ ΑΚΡΑ της 25-11-2016, με την κ. Φλέσσα, εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=cQSjaNUJmks

Αρετή Μιχελάκου. Καλλιτέχνις και Λακεδαιμονία


Η τέχνη αποκτά νέο πρόσωπο στη Λακωνία. Η Αρετή Μιχελάκου προτιμά το νομό μας για να εκφράσει τη δημιουργικότητά της και επενδύει το όραμά της στο ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες στον Άγιο Γεώργιο Σκάλας.
Πώς προέκυψε η σχέση αγάπης που σας συνδέει με την τέχνη και πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να κυνηγήσετε το όνειρό σας;
Όπως συμβαίνει συνήθως ξεκίνησε σε τρυφερή ηλικία. Θυμάμαι ότι φτιάχναμε με τα παιδιά της γειτονιάς φανταστικά οχήματα από χαρτόνια και τελάρα που βρίσκαμε πρόχειρα στις αυλές μας. Αργότερα μου άρεσε να παρατηρώ τον πατέρα μου να μαστορεύει και σταδιακά αναπτύχθηκε μέσα μου το ένστικτο της δημιουργίας. Στην ηλικία των έντεκα ετών πήρα τα πρώτα μου λάδια και ξεκίνησα να ζωγραφίζω σε καμβά.
Στα δεκαοχτώ ήξερα πια τι ήθελα να κάνω αλλά η οικογένεια μου είχε αντιρρήσεις. Έτσι ακολούθησα ένα εφαρμοσμένο καλλιτεχνικό επάγγελμα, αυτό της σχεδιάστριας έτοιμου ενδύματος. Ο τρόπος όμως που γίνεται αυτό στην Ελλάδα μου άφηνε ανεκπλήρωτο το συναίσθημα του δημιουργού. Μετά από οχτώ χρόνια καριέρας σε αυτόν τον τομέα αποφάσισα να ακολουθήσω το όνειρο μου και έδωσα εξετάσεις στην σχολή καλών τεχνών όπου πέρασα με υποτροφία. Αυτό μου έδωσε μεγάλη ικανοποίηση και ανακούφιση. Ένιωσα αμέσως ότι ήμουνα στον σωστό δρόμο.
 
Πώς αποφασίσατε να επιστρέψετε στη Λακωνία και να προβείτε στο δύσκολο σε πρώτη ανάγνωση εγχείρημα της επαγγελματικής ενασχόλησης με την τέχνη στην επαρχία;
Ο βιοπορισμός ως ζωγράφος είναι σκληρός και δύσκολος. Εάν δεν πάρεις τις σωστές αποφάσεις είναι πολύ εύκολο να απομακρυνθείς από την δημιουργία προκειμένου να ζήσεις. Επιπλέον στην δουλειά μας επικρατεί ο μύθος ότι εάν θέλεις να «κάνεις κάτι» πρέπει να είσαι μέσα στα κυκλώματα να ζεις και να εργάζεσαι στην Αθήνα. Εγώ αυτό που ήξερα ήταν ότι δεν αγάπησα ποτέ αυτή την πόλη και ότι ήθελα να έχω χρόνο για να εξελίξω τη δουλειά μου. Έτσι επέστρεψα στην γενέτειρά μου. Ετοιμάζω την πρώτη μου ατομική έκθεση ενώ παράλληλα δημιούργησα ένα ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες.
Μέσα από ποιο πρίσμα προσλαμβάνετε την τέχνη και ποιες είναι βασικές επιρροές στο έργο σας;
Η ζωγραφική μου είναι ανθρωποκεντρική. Με ενδιαφέρει κυρίως ο άνθρωπος. Η φιγούρα πρωταγωνιστεί στο έργο μου σε φυσικές κυρίως διαστάσεις που ξεπερνούν συνήθως το ενάμιση μέτρο. Είμαι επηρεασμένη από τα όνειρα, τις προσωπικές αναμνήσεις, και βιώματα, αλλά και από την τέχνη των Φαγιούμ και βέβαια από μερικούς μεγάλους δασκάλους, όπως ο Γιάννης Μόραλης, o Roustin και άλλοι.
“…Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις…”
Έχετε ανοίξει στον Άγιο Γεώργιο του Δήμου Σκάλας το ζωγραφικό εργαστήριο για παιδιά και ενήλικες. Ποιες γνώσεις και τεχνικές μπορεί να προσφέρει στους Λάκωνες αυτή η προσπάθεια;
Αυτό που προσπαθώ να κάνω με τα παιδιά είναι να τα εισάγω σε δημιουργικές δραστηριότητες, όπως ο πηλός, οι κατασκευές, τα στένσιλ, η ζωγραφική, και άλλα, για να καταλήξουν σε αυτά που τα ευχαριστούν περισσότερο. Είναι πολύ σημαντικό να εξάπτεις την φαντασία των παιδιών με τα σωστά ερεθίσματα, να ακονίζεις την παρατηρητικότητά τους και να τα κατευθύνεις διακριτικά. Μέσα από την δημιουργία τα παιδιά ωριμάζουν, αισθάνονται σίγουρα για τον εαυτό τους, μια και στο μάθημα των εικαστικών αυτό που κάνεις από την αρχή μέχρι το τέλος είναι να επινοείς τρόπους και να δίνεις λύσεις. Στους ενήλικες διδάσκω σχέδιο και χρώμα ξεκινώντας από το σχέδιο πάντα. Ο σχεδιασμός του μαθήματος είναι λίγο πιο φιλόδοξος, από την απλή ενασχόληση στον ελεύθερο χρόνο τους με την ζωγραφική, αλλά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην πιέζεται κανείς.
Αυτόν τον καιρό έχετε αναλάβει κάποιο συγκεκριμένο έργο και ποια η ευρύτερη σημασία του για την περιοχή μας;
Εδώ και δύο μήνες έχω αφήσει στην άκρη ό,τι έκανα και ασχολούμαι με την αποκατάσταση του ιερού ναού της Παναγίας Έλους. Μετά την υπερχείλιση του ποταμού Ευρώτα η εκκλησία υπέστη σοβαρές ζημιές και όλα τα διακοσμητικά σχέδια που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του ναού διαβρώθηκαν από την υγρασία και την συνέχεια ασπρίστηκαν. Αυτό που κάνω είναι νέα σχέδια σε μουσαμά που τοποθετούνται στα γείσα των παραθύρων, το τέμπλο, και αλλού. Αυτό που θέλω είναι να ξαναδώσω ζωή στην εκκλησία μας αλλά και έναν πιο όμορφο ναό, γιατί ό,τι χαλάει ξαναφτιάχνεται.
[Αναδημοσίευση, ανάρτησης του 2014 εδώ. Σε επόμενο σημείωμα για την καλλιτέχνιδα, θα αναφερθούμε στα νεώτερα έργα και τις δημιουργίες της].

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Μούσες και Μουσεία. Θεότητες και Ιερά-θεματοφύλακες γνώσης και σοφίας



 




Picture

Μια Οδύσσεια, χωρίς τον Οδυσσέα, και χωρίς πόντο!

Ήτανε την προηγούμενη Κυριακή που (ξανα-)ξεκίνησε τούτο το ταξίδι μου, για τον οίνωπα πόντο. Σαλπάρησα, χωρίς καμμιά αξίωση να επιστρέψω γρήγορα πίσω. Την πρώτη φορά, ήτανε με αφορμή το βιβλίο της Εριέττας Μέρτζ (The Wine Dark Sea) που, απνευστί, το διέτρεξα, σαγηνευμένη. [Για το βιβλίο της Ε. Μέρτζ, σε μετάφραση Ν. Ζαΐρη, έχω ξαναγράψει εδώ.]

Όμως, αυτή την φορά, δεν ξεκίνησα καλά-καλά το ταξίδι μου, όταν, μια φράση στον πρόλογο της μετάφρασης του βιβλίου, με ξεστράτισε. Δεν ταράχτηκα. Έτσι κι αλλιώς, βγήκα στα πέλαγα για την συγκεκριμένη περιπέτεια.

Ο μεταφραστής, λοιπόν, ο κ. Ζαΐρης, στον πολύ «ποιητικό» πρόλογό του σε ταξιδεύει από τόσα και τέτοια μονοπάτια, που θαρρείς, πως έκανες κιόλας, ένα ωραίο ταξίδι. Με την δική του δυναμική, την δική του ομορφιά και τα δικά του μηνύματα. Δηλαδή, ο Ν. Ζαΐρης, δεν μετέφρασε, μόνο, αυτό το έξοχο βιβλίο της Εριέττας Μέρτζ, αλλά -με τούτον τον πρόλογο και τις σημειώσεις του- το καταστόλισε, το ανύψωσε στα μάτια μας, τα μάτια των απογόνων του Οδυσσέα, κι ανέδειξε τα πολύτιμα στοιχεία που έκρυβε εκείνο το ταξίδι της επιστροφής. Στόχο, προσήλωση σ' αυτόν, δύναμη χαρακτήρα, πίστη, εργασία, ακεραιότητα, ικανότητα, περιέργεια κι εξερεύνηση, αγάπη, και τόσα άλλα, που όποιος το διαβάσει, μάλλον θα τ' ανακαλύψει ανάλογα με την καλλιέργεια, την περιέργεια, τα όνειρα και την προδιάθεσή του, αλλά και ανάλογα με την μελέτη του επί των στοιχείων.

Με μια του παρατήρηση, ο Ν. Ζαϊρης, μ' έκανε να λοξοδρομήσω. Εκεί που λέει πως «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος, ως και πάντες οι σοφοί, (...) παρέλαβον τας γνώσεις των από τα ιερά (...) της απωτάτης αρχαιότητος, τους θεματοφύλακας των θησαυρών της αρχαίας λησμονημένης γνώσεως, τα Μουσεία. (...)». Εκεί ακριβώς, τελειώνοντας την φράση, στάθηκα, και αποφάσισα να μελετήσω, πρόχειρα, και εκ των ενόντων, τα σχετικά με τον όρο Μουσεία, γιατί με μάγεψε εκείνο το: «ιερά της απωτάτης αρχαιότητος, ... θεματοφύλακες της αρχαίας λησμονημένης γνώσεως».

Κι αναδίφησα στα σκονισμένα θησαυροφυλάκια με τα κιτρινισμένα ετοιμοθάνατα φύλλα ( στο λεξικό των H.G. Liddell & R.Scott). Εκεί μέσα, κείτονταν οι Μούσες! Θεότητες, κόρες της Μνημοσύνης. (Και οι Νύμφες Πιερίδες, τιμώμενες στα Πιέρια). Και τί δεν βρήκα. Τα μάζεψα και τα γράφω εδώ, κρίκους από μια μακρά πολύτιμη, μυστήρια και ξεχασμένη αλυσίδα, σαν ένα σπονδυλωτό παραμύθι, κι όμορφες εντυπώσεις από ένα ταξίδι, που καθώς αλλάζει ο χρόνος του ταξιδιού, αλλάζει κι η εικόνα που συναντάμε, αλλά ο δρόμος είναι ένας!

Εκεί λοιπόν στο βιβλιογραφικό θησαυροφυλάκιό μου, συνάντησα τον όρο: Μούσα! Κι αυτός ο όρος, ως κύριο όνομα, με έκανε να λοξοδρομήσω (δεύτερη φορά!)  στης Γραμματικής τα μονοπάτια, με τα Ονόματα (τα κύρια και τα προσηγορικά ουσιαστικά κλπ. Βλ σημείωση (1) κατωτέρω*)

Η Μούσα, λοιπόν, ως κύριο όνομα, είναι μια (μυθολογική) θεότητα ή νύμφη. Μούσες είναι οι επί μέρους θεότητες (οι 9, κόρες του Διός, των οποίων τα ονόματα μας δίνει ο Ησίοδος και τις οποίες ο Όμηρος αποκαλεί Ολυμπιάδες Μούσες : Ερατώ, Ευτέρπη, Θάλεια, Καλλιόπη, Κλειώ, Μελπομένη, Ουρανία, Τερψιχόρη, Πολύμνια). Μητέρα τους ήταν Μνημοσύνη (καθόλου τυχαίο για όνομα της μητέρας των Μουσών!).

[Ο Μίμνερμος τις παρουσίαζει ως καταγόμενες από τον Ουρανό. Ο Παυσανίας μνημονεύει τρεις Μούσες, την Μελέτη, την Μνήμη και την Αοιδή. Ο Κικέρων ισχυρίζεται ότι οι τέσσερις πρώτες Μούσες ήσαν η Thelxione, η Aode, η Arch και η Melete. Οι Πιερίδες πάλι, ήσαν Μούσες, που ετιμώντο στα Πιέρια].

Με τον όρα μούσα, (ως προσηγορικό ουσιαστικό) αποδίδεται
  • 1) η μουσική και το άσμα (βλ. φράσεις όπως στυγερά μούσα, άλυρος μούσα, εύφημος μούσα, κλπ), 
  • 2) η ευγλωττία και η πειθώ.
  • 3) μούσα, χαρακτηρίζεται από τον Πλάτωνα η «καθόλου αρμοδιότης», το προσήκον, το πρέπον, η ευπρέπεια. [Εικάζω, από το γεγονός ότι όλες αυτές οι δεοντολογικές καταστάσεις προσδιορίζονται, ή σαν να λέμε επιτρέπονται, ορίζονται και υποδεικνύονται από το Θείον, αφού υποδηλώνουν όρια και δεοντολογία στην ανθρώπινη συμπεριφορά και δράση].
Στη συνέχεια, η έρευνα έδειξε ότι ως Μουσείο, χαρακτηρίζεται 
  • 1) ο ναός των Μουσών, η έδρα αυτών, το ενδιαίτημά τους 
  • 2) το σχολείο τεχνης, ποιήσεως κλπ. (Η αρχαία Αθήνα ονομαζόταν έτσι, γιατί σ' αυτήν άκμαζαν οι τέχνες και τα γράμματα) 
  • 3) Ιερά μουσεία ονομάζονταν οι εορτές των Μουσών 
  • 4) Μουσείο καλείται (και) η Σχολή και η βιβλιοθήκη φιλοσοφίας.
Περαιτέρω, γνωστό είναι και το Μουσαίον, ο Λόφος των Μουσών.

Ως Μουσείο νοείτο και η επιγραφή βιβλίου (εικάζω με τον κατάλληλο προσδιορισμό), αλλά και το μωσαϊκό ψηφοθέτημα, αυτό που σήμερα είναι το γνωστό μας «μωσαϊκό» (δάπεδο)!

Παράγωγες από την λέξη Μούσα, είναι και οι λέξεις
  • Μούσειος = ο ανήκων στις Μούσες
  • Μουσηγέτης και Μούσαρχος = ο ηγούμενος και ο άρχων των Μουσών (ο Απόλλωνας, ο Δίας κλπ)
  • Μουσίζω = άδω, παίζω μουσική
  • Μουσική (τέχνη) = κάθε τέχνη που έχει προστάτιδες αυτής τις Μούσες, και γενικά η τέχνη, τα γράμματα, η παιδεία. (Η Αθηναϊκή παίδευση είχε τρεις κλάδους: μουσική, γράμματα και γυμναστική. Δηλαδή, το παιδεύειν το πνεύμα και το σώμα εγένετο με μουσική και γυμναστική).
  • Μουσικός (επίθ.)= 1) ο αρμόζων στην μουσική 2) ο έμπειρος στην μουσική και γενικά στις τέχνες, ο λάτρης αυτών, αλλά και ο άνθρωπος ο εγγράμματος και πεπαιδευμένος και 3) και με την έννοια: έξοχο, ευχάριστο, ωραίο, η λέξη  «μουσικός» λέγεται για διάφορα πράγματα.
  • Μουσικώς (επιρ.) = κατά τους κανόνες της μουσικής, εντέχνως, επιτηδείως, αρμοδίως, κομψώς, χαριέντως, φιλοκάλως.
  • Μουσολήπτης = ο εμπνεόμενος από τις Μούσες
Σημειώσεις: 
 
1) Ορισμός για το μέρος του λόγου, το καλούμενο «όνομα ουσιαστικό»: Όνομα ουσιαστικό είναι κάθε λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώον ή πράγμα, και ιδιότητα, πράξη ή κατάσταση αυτών. Τα ουσιαστικά μπορεί να είναι
  • ι) Συγκεκριμένα όταν φανερώνουν πράγματα απτά, ορατά, και γενικώς αισθητά, και αυτά διακρίνονται
    • ι.α) Σε κύρια όταν φανερώνουν ένα ορισμένο και συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, και τέτοια είναι τα ονόματα των ανθρώπων, των ζώων, των πόλεων των ποταμών, λιμνών, θαλασσών, ωκεανών, κλπ. Αυτά γράφονται πάντα με κεφαλαίο το αρχικό τους γράμμα: Ανδρέας, Ατλαντικός, Λέων της Χαιρώνειας κλπ). Και
    • ι.β) σε προσηγορικά, όταν φανερώνουν μια τάξη ομοειδών πραγμάτων (ζώον, δένδρο, άνθρωπος, κλπ.)
  • ιι) Αφηρημένα όταν φανερώνουν ιδιότητα, κατάσταση ή πράξη που αναφέρεται/αφορά τα συγκεκριμένα ουσιαστικά (αλήθεια, ισότητα, διευκόλυνση, κλπ).
2). Μήπως η νεοελληνική λεξη «μουσίτσα», είναι ένα κοροϊδευτικό υποκοριστικό με καταγωγή από την λέξη Μούσα, για να δείξει την αστεία (έως και ευτελιστική) πλευρά κάποιας, που ενώ είναι ασήμαντη επί της ουσίας, καμώνεται την εμπνεύστρια,  επειδή παρακινεί ή υπαγορεύει σε κάποιον να κάνει καταγέλαστα (ή κι εξευτελιστικά) πράγματα; 

3) Σ' ετούτο το ταξίδι, ξωκείλαμε ... στο γιαλό! Κάποια μέρα θ' ανοίξουμε και πάλι τα πανιά, (ελπίζοντας να βγούμε από τον... πρόλογο!). 

4) Θα μου πείτε «ακούγοντας τα δελτία ειδήσεων, εσύ αυτά έχεις να πείς;», κι εγώ θα σας απαντήσω πως επειδή ακούγοντας τις ειδήσεις δεν διαφαίνεται προοπτική ή σωτηρία, προτίμησα να ασχοληθώ με την αρχέγονη γνώση και τους θεματοφύλακές της, μήπως και βρούμε την σωτηρία από την αυτογνωσία και την αρχέγονη σοφία, που τόσο περιφρονήσαμε τελευταίως!

Γ. Σεφέρη: Πάνω σ' έναν ξένο στίχο.


Ενα ποίημα για τη σημασία και τη δύναμη    του έρωτα, τη σημασία της στοργικής αγκαλιάς, την αξία της επίγνωσης  της μοναχικότητας και της ατομικότητας της ευθύνης, καθώς  και το ρόλο όλων των παραπάνω παιδαγωγικών δωρεών που λαβαίνει ο άνθρωπος, στην κατάλληλη στιγμή της ζωής του, κι από τις οποίες αντλεί, σαν από πηγή, δύναμη, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που συναντάει.


Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα,
ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης,
απλωμένη μέσα στο κορμί του,
Σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό,
ακατανίκητης σαν τη Μουσική
και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε
και σαν πεθαίνουμε,
αν πεθαίνει,
δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.


Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πώ,
σε μια στιγμή Μεγάλης ευδαιμονίας,
ποιά είναι αυτή η αγάπη.
Κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά,
κι ακούω το μακρινό βούισμά της,
σαν τον αχό της θάλασσας
που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

ι.


Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι,
το φάντασμα του Οδυσσέα,
με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
Κι από το μεστωμένο πόθο
να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του
και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.





Στέκεται μεγάλος,
ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια,
λόγια της γλώσσας μας,
όπως τη μιλούσαν πριν τρείς χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη
ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι,
με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.


Θά ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα
που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς,
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας.
Τόσα περίπλοκα τέρατα,
που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε
πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο,
με την ψυχή και με το σώμα.


Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας.
Εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο
και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται
να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω
Κι εγώ ένα ξύλινο άλογο
για να κερδίσω τη δική μου Τροία.


Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια,
λές με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς,
που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους,
την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,


μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια,
το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με δάκρυα στα μάτια.
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου
ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής
να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.


Μου λέει το δύσκολο πόνο
να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου
φουσκωμένα από τη θύμηση
και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και νά’σαι μόνος,
σκοτεινός μέσα στη νύχτα
και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.



Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου
καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία,
σκορπισμένους: έναν-έναν .
Και πόσο παράξενα αντριεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους,
όταν δε φτάνουν οι ζωντανοί που σου απομέναν.




Μιλά...
βλέπω ακόμη στα χέρια του
που ξέραν να δοκιμάσουν
αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα
μέσα στην καρδιά του χειμώνα....

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Συλλογική αποχαύνωση


Διαβάζω πως Μετά από εφτά χρόνια κρίσης, ούτε ένας Έλληνας δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως έχει άγνοια όλων όσων συμβαίνουν στην πατρίδα του – γνωρίζοντας απόλυτα πως οι ευθύνες δεν είναι πια της κυβέρνησης του, αλλά αποκλειστικά και μόνο δικές του.

«Στο «Ακόμη και η βροχή», ένας σκηνοθέτης πηγαίνει στην Βολιβία για να γυρίσει μια ταινία για τον Χριστόφορο Κολόμβο – ο οποίος δεν ήθελε απλά να εκχριστιανίσει τους ινδιάνους, αλλά είχε εμμονή με τον χρυσό μετατρέποντας σε σκλάβους τους ιθαγενείς που του αντιστάθηκαν. Όμως, στην πόλη όπου πραγματοποιούνται τα γυρίσματα, τα αποθέματα νερού πωλούνται σε μια πολυεθνική και οι ιθαγενείς καλούνται 500 χρόνια μετά από την έλευση του Κολόμβου να αγωνιστούν – όχι για το χρυσάφι αυτή τη φορά, αλλά για το πιο απλό αλλά πολύτιμο αγαθό, για το νερό.

Η ταινία επικεντρώνεται σε δύο μοναχούς που αντιτάχθηκαν τότε στην εκμετάλλευση του πληθυσμού. Ο παραγωγός της ταινίας επέλεξε τη Βολιβία, επειδή το κόστος ήταν πολύ χαμηλό, οπότε οι ιθαγενείς κομπάρσοι θα πληρωνόντουσαν μόλις δυο δολάρια την ημέρα. Καθώς όμως ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του βρίσκονται στα γυρίσματα, ξεσπούν ταραχές στην πόλη. Πρόκειται για τον «πόλεμο του νερού», όπως τους εξηγούν οι ιθαγενείς κομπάρσοι – οι οποίοι εγκαταλείπουν τα γυρίσματα της ταινίας, πηγαίνοντας στα οδοφράγματα.

Ο σκηνοθέτης και το συνεργείο αντιδρούν, επειδή η ταινία κινδυνεύει να μην τελειώσει, λέγοντας πως οι κομπάρσοι δεν μπορούν να παρατήσουν τα γυρίσματα και να τρέχουν στις πορείες. Ο ιθαγενής πρωταγωνιστής της ταινίας πρωτοστατεί στην επανάσταση. Η αδικία και η καταπίεση της εποχής του Κολόμβου, στην οποία αναφέρεται το σενάριο του κινηματογραφικού συνεργείου, είναι διάχυτη γύρω του, αλλά οι συντελεστές του αργούν να τη διακρίνουν.

Στην πραγματική ιστορία, η βολιβιανή κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε το 2000 την παροχή νερού, δημόσιου αγαθού ως τότε, με προτροπή της Παγκόσμιας Τράπεζας. Οι πολυεθνικές εταιρίες που προσέλαβε να το διαχειρίζονται τριπλασίασαν την τιμή του, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην μπορεί να πληρώσει. Τα νότια προάστια της Κοτσαμπάμπα δεν είχαν καν εγκαταστάσεις ύδρευσης, οπότε οι κάτοικοι δημιούργησαν μόνοι τους δεξαμενές που μάζευαν το νερό της βροχής και το φίλτραραν.

Το βολιβιανό κράτος απαγόρευσε όμως την «αυθαίρετη» συλλογή της βροχής, δημιουργώντας μια αστυνομία νερού, η οποία έλεγχε τα σπίτια και γκρέμιζε τις δεξαμενές – έως ότου οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και κατέστρεψαν τα γραφεία της πολυεθνικής, καθώς επίσης της νομαρχίας, ακυρώνοντας την ιδιωτικοποίηση του νερού«.

Άποψη

Όποιος θέλει να αποκτήσει μία πραγματική εικόνα της ιδιωτικοποίησης του νερού, η οποία δρομολογείται από την κυβέρνηση κατ’ εντολή των δανειστών (όπως έχει αναφερθεί πολλές φορές, μετά το 2010 η Ελλάδα κυβερνάται απολυταρχικά από την Τρόικα – κάτι που δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε στο μέλλον, ανεξάρτητα από το ποιό κόμμα θα βρίσκεται κάθε φορά στην εξουσία), δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε αυτά που συνέβησαν στη Βολιβία – αφού αρκεί να ενημερωθεί για τις εμπειρίες της Μ. Βρετανίας, η οποία ιδιωτικοποίησε το νερό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αμέσως μετά την επικράτηση του άκρατου νεοφιλελευθερισμού.

Ως αποτέλεσμα αυτής της ιδιωτικοποίησης, οι τιμές του νερού στη Βρετανία αυξήθηκαν καθαρά (αφαιρουμένου του πληθωρισμού) κατά περίπου 46%, εντός των επομένων δέκα ετών – ενώ τα κέρδη των εταιρειών που εξαγόρασαν το σύστημα ύδρευσης εκτοξεύθηκαν την ίδια χρονική περίοδο κατά 142%. Ορισμένες δε από αυτές τις επιχειρήσεις πλήρωναν μερίσματα στους μετόχους τους, τα οποία έφταναν στο 25% των ετησίων εσόδων – μία επενδυτική απόδοση που πολύ σπάνια συναντάται στον πλανήτη.

Τα μερίσματα βέβαια αυτά δεν πληρωνόντουσαν μόνο επειδή τα κέρδη είχαν αυξηθεί, εξ αιτίας της ανόδου της τιμής του νερού – αλλά, κυρίως, λόγω του ότι οι επιχειρήσεις επένδυαν ελάχιστα στο δίκτυο ύδρευσης, εξοικονομώντας τεράστια ποσά. Έτσι όμως το δίκτυο σε πολλές περιοχές της Βρετανίας θύμιζε αντίστοιχα των χωρών του τρίτου κόσμου – ενώ στο Λονδίνο είχε φτάσει σε τέτοια εξαθλίωση, ώστε να υπάρχουν απώλειες νερού που υπερέβαιναν το 40%. Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εξασφαλισθεί η απαραίτητη πίεση – με αποτέλεσμα πολλές περιοχές του Λονδίνου να μένουν χωρίς νερό.

Στη συνέχεια, μετά από τις μαζικές διαμαρτυρίες των Βρετανών, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να ψηφίσει νέους νόμους, οι οποίοι επέβαλλαν τις επενδύσεις στο δίκτυο – οπότε οι ιδιώτες εγκατέλειψαν σε μεγάλο βαθμό το «παιχνίδι», με αποτέλεσμα να εθνικοποιηθεί ξανά η ύδρευση και να διενεργηθούν επενδύσεις πολλών δις, εις βάρος βέβαια των φορολογουμένων. Κάτι σχετικά ανάλογο συνέβη με το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, ενώ είναι σε όλους μας γνωστό το σκάνδαλο της Enron στην Καλιφόρνια, μετά την ιδιωτικοποίηση της παροχής ηλεκτρισμού.

Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω ότι, η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών εταιρειών του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης της Παιδείας, της Υγείας κοκ., δεν αφορά μόνο την Ελλάδα – ενώ η μυστική συμφωνία TiSA είναι αυτή που τις προωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη (ανάλυση). Επίσης πως δεν είμαι καθόλου εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων – αρκεί να μην πρόκειται για επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, μονοπωλιακές κερδοφόρες και στρατηγικές (ανάλυση).

Περαιτέρω τα παραδείγματα της Βολιβίας και της Βρετανίας τεκμηριώνουν ότι, η λεηλασία μίας χώρας δεν εμποδίζεται ποτέ από τις εκάστοτε κυβερνήσεις της – πόσο μάλλον όταν είναι εντελώς αδύναμες και εξαρτώνται απόλυτα από τους δανειστές, όπως στην περίπτωση της υπερχρεωμένης Ελλάδας.

Εμποδίζεται μόνο από τους Πολίτες της, εφόσον βέβαια δεν είναι δειλοί, αλλά θαρραλέοι και ώριμοι – μη αρνούμενοι να πληρώσουν για τα λάθη τους χρεοκοπώντας, καθώς επίσης μη διστάζοντας να αγωνισθούν ή/και να υποφέρουν για την πατρίδα τους, για το μέλλον τους, ιδίως δε για το μέλλον των παιδιών τους.

Στα πλαίσια αυτά το να θεωρεί κανείς ότι, κάνει το καθήκον του ως Πολίτης απλά και μόνο κατακρίνοντας τις υφιστάμενες κυβερνήσεις ή εκλέγοντας συνεχώς νέες, όταν γνωρίζει πολύ καλά πως δεν είναι αυτές που κυβερνούν, είναι το λιγότερο υποκριτικό – πόσο μάλλον όταν με την ανοχή που επιδεικνύει, παραμένοντας σιωπηλός όπως τα πρόβατα, δίνει την εντύπωση στους δανειστές πως αντέχει πολλές ακόμη επιβαρύνσεις, ενώ δεν έχει αντίρρηση να μετατραπεί σε εξαθλιωμένο δουλοπάροικο.

Αυτό το συνειδητοποίησαν ακόμη και οι κάτοικοι της Βολιβίας, οι οποίοι πολέμησαν για τα δικαιώματα τους – οπότε είναι αδύνατον να μην το καταλαβαίνουμε εμείς οι Έλληνες, με μία ιστορία που υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιετίες. Επομένως, κάτι άλλο συμβαίνει, το οποίο δεν μπορώ να υποθέσω – αρνούμενος να αποδεχτώ πως έχουμε σε τέτοιο βαθμό «εκφυλισθεί» ή/και αποχαυνωθεί, ώστε να μην κατανοούμε ούτε καν το συλλογικό και ατομικό μας συμφέρον.

Κλείνοντας, υπενθυμίζω και εγώ με τη σειρά μου ότι, «κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει έναν αποφασισμένο λαό, αλλά όλοι μπορούν να ποδοπατήσουν έναν τρομοκρατημένο λαό» (άρθρο) – ενώ μετά από εφτά χρόνια κρίσης, ούτε ένας Έλληνας δεν μπορεί να ισχυρισθεί πως έχει άγνοια όλων όσων συμβαίνουν στην πατρίδα του, γνωρίζοντας απόλυτα πως οι ευθύνες δεν είναι πια της κυβέρνησης του, αλλά αποκλειστικά και μόνο δικές του.

Σημείωση: Ετούτο το άρθρο του κ. Ιάκωβου Ιωάννου, που αυτούσιο αναρτάται σήμερα, δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα  εδώ: http://www.analyst.gr/2016/10/06/sillogiki-apoxavnosi/, είναι πολύ χρήσιμο, γιατί είναι πολύ καλογραμμένο και ασχολείται με ένα παγκόσμιας σημασία θέμα, της εποχής. Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε, ανάγλυφα, τις δυνατότητες της μη συλλογικής αποχαύνωσης των λαών. Με την παραβολή του γυρίσματος μιας ταινίας και την αντιστοίχιση του θέματος με την επικαιρότητα, μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε κι εμείς όχι μόνο την γενικότερη αντίστοιχιση, αλλά και την ειδικότερη, στα δικά μας προβλήματα και τις ανάγκες. Στα δικά μας πολιτικά τεκταινόμενα και στα διεθνώς μεθοδευόμενα, ασχέτως των αναγκών του κόσμου και των πιέσεων που ασκούνται σε βάρος του. Αλλά και στην δική μας ανεκτικότητα. Μέχρι πότε θα ανεχόμαστε την σημερινή κατάντια, σαν που άδηλο φαίνεται να είναι το τέρμα της;