Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Μπαλκόνι στον καιρό



Η βεράντα μας. Σαν προβάλλεις στην πόρτα του σπιτιού για να βγείς στην βεράντα, έχεις απέναντί σου ένα βουνό. Το όρος Καλόν. [Ο δικός μας Καλονόρος (του καλονόρου κλπ)]. Κατ’ ευφημισμόν, ασφαλώς, γιατί έτσι γυμνός όπως είναι μέχρι την κορυφή,  χαρακωμένος από φαράγγια μικρά και μεγάλα από πάνω μέχρι κάτω, σε εμβάλλει σε μέγα φόβο, πως αν βρεθείς στην αγκαλιά του κατακαλόκαιρο θα σε κάψει ο κεφαλονίτικος ήλιος, ή πως αν τύχεις σε χειμωνιάτικο καιρό, το αγιάζι θα σε ξεπαγιάσει. Αν σου τύχει, κακορίζικε, να βρέχει –πράγμα που αρχίζει και σταματημό δεν έχει στην Κεφαλονιά- η ανελέητη η βροχή θα σε κουτρουβαλήσει, μαζί με πέτρες, μέσα από  τα φαράγγια και θα σε κατεβάσει -άγνωστο αν, ζώντα ή νεκρό- στα πεδινά, στον Κυάνη, τον «μεγάλο κάμπο».

Ο Καλονόρος, το καλοκαίρι, από τη βεράντα, είναι όμορφος, χαρακωμένος σαν περιοχή ελληνικής πόλης με τους δρόμους της και τα πλατώματά της, με τα λίγα τα πράσινα και τα πολλά τα γκρίζα. Με τα χωριά του, που παίρνουν άλλη όψη τη νύχτα, καθώς χρυσή ζώνη ο φωτισμός τους περιδένει το βουνό από τη μια άκρη ως της άλλη της ορατής πλευράς του. Ήρεμος, τεράστιος, σκιερός ή ηλιόλουστος, ανάλογα την ώρα, συντροφιά ατίμητη, παντοτεινή, ό,τι ώρα και ν' αγναντεύεις απέναντι.

Σε τούτο το βουνό ξαπλώνουν και περιδιαβαίνουν, αφήνοντας μια μικρή, κινούμενη, τρεμάμενη σκιά -καθώς στοχάζονται τί δρόμο να τραβήξουν- άσπρα προβατάκια, τα σύννεφα που σηκώνονται από το Μύρτο, την όμορφη παραλία μας, περίφημη σειρήνα που καλεί τους ξένους στην Κεφαλονιά τα καλοκαίρια, για να τους κρατήσει στην αγκαλιά της, μέχρι τη ροδόχρυση δύση του ήλιου στα βαθυγάλαζα νερά του απέραντου κι ακύμαντου Ιονίου πελάγους.

Ο Καλονόρος, τις συννεφιασμένες νυχτιές, αδιάφορο αν πρόκειται για χειμώνα η καλοκαίρι, σαν οι βροντές κι οι αστραπές που μαίνονται πίσω του αναδεικνύουν την κορυφή και τον τεράστιο ασάλευτο όγκο του, φαντάζει σκοτεινός κι ατρόμητος γίγαντας. Μαβιές, πορτοκαλιές και κόκκινες φωτιές περιλούζουν τον ορίζοντα πίσω από το βουνό, κι ο κατάμαυρος Καλονόρος δεν φοβάται ούτε μια τους σπίθα! Σαν να τους βγάζει τη γλώσσα! Έρχονται και φεύγουν τα σύννεφα με τις φωτιές και τις βροχές τους, κι αυτός μένει εκεί, αγέρωχος, να καλωσορίζει, να δέχεται, να ανέχεται και να αντέχει όλες τις δράσεις και τις δυνάμεις της φύσης.

Τις συννεφιασμένες μέρες (ανεξάρτητα από την εποχή, γιατί συμβαίνει και μέσα στο κατακαλόκαιρο) τούτο το βουνό τυλίγεται μέσα στα βαρειά γκρίζα σύννεφα, που άλλοτε κατεβαίνουν μέχρι πολύ χαμηλά κρύβοντας ολότελα τα μικρά χωριά, άλλοτε στέκονται μονάχα καπέλλο στην κορυφή του. Μα σαν ανοίξουν οι ασκοί τ’ ουρανού, η βροχή είναι ένα πανηγύρι αισθήσεων. Κάποτε είδαμε μπροστά στα μάτια μας τέτοιο ανεμόβροχο, που δεν βλέπαμε πάνω από δέκα μέτρα μακριά. Κι ήταν 8 του Σεπτέμβρη, στο γενέθλιο της Παναγίας.

Το δέντρο της βεράντας, που μας χάριζε τη δροσιά του, χρόνια τώρα φυτεμένο από τον παππού, γέρικο πιά, εκείνη τη βραδιά, δεν άντεξε την ορμή του ανέμου, κι έγειρε γλυκά στο πλάι, αποκαμωμένο, από την υπηρεσία και το χρόνο, κι έπεσε. Δεν ακούμπησε κανέναν! Ένα αυτοκίνητο που είχε σταθεί στο δρόμο, μόλις λίγα λεπτά πιο πρίν είχε φύγει, και το δικό μας ήταν μακριά. Έφυγε όπως μας υπηρέτησε. Με αγάπη και διακριτικότητα. Αδιαμαρτύρητα. Σιωπηλά και χωρίς να τραυματίσει κανέναν. Ναι, δεν μας τραυμάτισε στο σώμα, μας πλήγωσε όμως τούτος ο χαμός. Δεν είχαμε φανταστεί, τόσο νέοι, τις απώλειες της ζωής. Ετούτη η απώλεια, σωρεύτηκε μαζί με την άλλη. Ο παππούς είχε ήδη φύγει, τώρα μας έφευγε και η φροντίδα του. Τώρα θα έπρεπε να φροντίσουμε εμείς για ένα νέο δέντρο. Αλλά, τι ωραία! σποράκια πεσμένα στο χώμα είχανε κιόλας δώσει ζωή σε νέα φυτά, κι εμείς έπρεπε να τα μεγαλώσουμε, να τα στηρίξουμε, να τα βοηθήσουμε. Να γενούν σαν εκείνο που έφυγε. Θα γενούν; Ποιος το ξέρει! Τώρα το ξέρουμε. Γενήκανε. Πάνε είκοσι χρόνια.. Μά ξέροντας όλα τούτα, πρέπει να φροντίζουμε για το επόμενο. Γιατί ένας κακός χαμός, θα μας αφήσει χωρίς σκιά. Κι ο καλοκαιριάτικος ήλιος της Κεφαλονιάς δεν αστειεύεται.

Από τούτη τη βεράντα μπορείς να βλέπεις τον χρυσοπόρφυρο ήλιο να ξεμυτίζει από τον Νήριτο, το βουνό της Ιθάκης. Οι αχτίνες του βελονίζουν το πέπλο της νυχτιάς και χρυσίζουν τον κόλπο της Αγίας Ευφημίας. Είναι και μι’ αμυγδαλιά που μου κόβει την απρόσκοπτη θέα προς τον κόλπο, [που έτσι μού ‘ρχεται να την κόψω! Μα τί θα ‘ταν ο τόπος προσαρμοσμένος στα ατομικά στιγμιαία μας γούστα!] Όμως ο κόλπος δε χάνει τίποτα από την ομορφιά του, γιατί διατηρεί -με τη μαγεία της φαντασίας- την ομορφιά που ευφραίνει. Κι όλο τούτο μοιάζει μ’ένα αξεδιάλυτο μυστήριο.

Απ΄το ίδιο σημείο βλέπεις -τον Αύγουστο- να προβάλλει και τ’ ολόγιομο φεγγάρι, που δίσκος χρυσός διασχίζει τον ουράνιο θόλο, χρυσίζοντας τα νερά του κόλπου, κι επισκιάζοντας κάθε άλλο αστέρι.

Κάθε πρωϊ καθώς το αεράκι θροϊζει τα φύλλα του δέντρου της βεράντας μας, ξέρουμε «τον καιρό». «Βλέπουμε» τον αέρα και διαλέγουμε παραλία για μπάνιο.

Σε τούτη την βεράντα, καθόμαστε το πρωί για να ξυπνήσουμε καλά, εδώ καθόμαστε να φάμε κι όταν αποκαμωμένοι γυρνάμε από το μπάνιο, εδώ καθόμαστε και σε δείπνο με φίλους κι αγαπημένους. Συζητήσεις, μουσική, ταινίες, διάβασμα, όλα εδώ. Προσφέρεται. Η ηρεμία και το τοπίο. Ακόμη και για να χαλαρώσουμε λίγο πριν από το βραδυνό μας ύπνο, εδώ καθόμαστε.

Σε τούτη την πλαγια της Αγια-Δυνατής, όλες οι βεράντες έχουνε τέτοια ή παραπλήσια θέα. Οι απέναντι, εκείνοι που ζουνε στις πλαγιές του Καλονόρου, δεν ξέρω πώ τάχα να βλέπουνε τις πλαγιές της Αγια-Δυνατής από τις βεράντες τους.

Ετούτη η βεράντα μ’ αιχμαλώτισε σαν πρώτη φορά, ήρθα εδώ καλοκαίρι. Καθόμουν ρεμβάζοντας όλη νύχτα, αντικρύζοντας φεγγαράδες, γαλαξίες, χαράματα κι ηλιοβασιλέματα, θάλασσα και βουνό, χωριά φωτισμένα και σκοτεινά, θαμπά μέσα στη συννεφιά και ολόφωτα απλωμένα στο χάδι του ήλιου, τον Κυάνη τον κάμπο να δένει σε κοιλάδα την Αγια- Δυνατή και τον Καλονόρο, και γύρισα στην πόλη κατάκοπη, από την αγρύπνια, κουρασμένη σαν από σκάψιμο. Αγρύπνια, μπάς και χορτάσω ομορφιά, που -σαν γεννημένη και μεγαλωμένη καταμεσής στον κάμπο του Ευρώτα, εκεί στης Σπάρτης τις πορτοκαλιές που λέει κι ο ποιητής- δεν είχα στη ζωή μου την ευκαιρία να βλέπω καθημερινά τον κόσμο από μακριά κι από πιο ψηλά. [Βλέπετε, μέσα στα χωριά του κάμπου, η θέα του τοπίου είναι αδύνατη. Βλέπεις τον διπλανό σου μόνο, κι αυτόν από το ίδιο επίπεδο].

Σαν γύρισα στην πόλη, στο γραφείο, θωρούσα τον τοίχο του δωματίου σαν φράχτη στο φώς. Τα μάτια μου πονούσαν που πιέζονταν για να βλέπω τόσο κοντά, και μόνο γκρίζους τοίχους.

Κάθε που βρίσκομαι εδώ, βλέπω και παίρνω μαζί μου ομορφιά, και ασκήσεις και σκέψεις, ώστε μαζί με τα παραδεδομένα να συνεχίζεται κι η ζωή του σπιτιού και των ανθρώπων του. Χαίρομαι σαν ξανανιώνουν οι αισθήσεις, και διατηρούνται οι αναμνήσεις. Χαίρομαι σαν γεννιούνται καινούργιες μνήμες από τη συντροφιές μας, κάθε φορά που είμαστε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου