Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Μια τέτοια νύχτα σαν άλλοτε...Μια τέτοια νύχτα σήμερα...


Image result for εικόνες αγιος βασίλειος 

Πόσοι από εμάς τους μεγάλους δεν θυμόμαστε τις πρωτοχρονιάτικες προσδοκίες μας, πόσοι διαψευσθήκαμε και πόσες φορές χαρήκαμε αληθινά την ημέρα της πρωτοχρονιάς!

Τα παιδικά μας χρόνια αλησμόνητα μένουν, για τις προσδοκίες και για τις χαρές που είχαμε, αλλά και για τις λύπες, που σημαδέψανε την ζωή μας, και ωριμάσανε την σκέψη μας.

Μικρά, στο παραγώνι, ακούγαμε τις ιστορίες του μπαμπά, κι εκστασιαζόμασταν, αλλά έτσι ανακατεμένα που είμασταν, μικρά και μεγάλα μαζί, οι ιστορίες δεν μπορούσανε να είναι πάντα φανταστικές, με υποθέσεις ανύπαρκτες. Γιατί οι μεγαλύτεροι δεν άφηναν τα ψεύτικα τερτίπια να στεριώσουν. Οι μεγάλοι ρωτούσανε, κι οι μικροί μαθαίνανε πριν την ώρα τους. Κι έτσι, όλοι, μικροί μεγάλοι, μάθαμε την αλήθεια για τα πράγματα. Και μάθαμε πως Αγιοβασίλης για τον καθένανε είναι εκείνος που τον φροντίζει και τον αγαπά. Εκείνος που προφταίνει τον πόνο κι ανακουφίζει την μοναξιά και την φτώχεια. Εκείνος που αγαπάει όλους τους ανθρώπους που «ποιμαίνει», κι υπακούει μονάχα στη φωνή Θείου, του δικαίου και της ελεημοσύνης. Κι ότι «Αγιοβασίλης», μπορεί να γίνει ο καθένας -στα μέτρα του- άμα το θέλει η ψυχή του.

Εκεί μάθαμε πως ο Αγιοβασίλης ήτανε νέος και επίσκοπος σε μια μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας, την εποχή που βασίλευε ο Ιουλιανός. Αυτός, που ήθελε να ξαναστήσει στα πόδια της τη δωδεκάθεη αρχαία θρησκεία. Κάνοντας πόλεμο ζήτησε από τους κατά τόπους επισκόπους να του δώσουν τα χρυσάφια των Εκκλησιών για να αγοράσει όπλα. Ο Αγιοβασίλης, νέος επίσκοπος τότε, με την θέρμη της πίστης του, αρνήθηκε να συμμετέχει στην χρηματοδότηση του πολέμου, κι απάντησε πως δεν έχει να δώσει τέτοια βοήθεια. Μα ο βασιλιάς εθύμωσε πολύ, κι αντιμήνησε πως σαν επιστρέψει θα εξολοθρέψει τον θρασύ επίσκοπο και τον ανυπόταχτο λαό του.

Ο Αγιοβασίλης τότε, συλλογίστηκε πως μπορεί και να έκανε λάθος, και φοβούμενος μην πάρει στο λαιμό του τις ψυχές του κόσμου, τους είπε το πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει. Και τους παρακάλεσε να δώσουν ο καθένας τους το κατι τί του, για να τα δώσει όλα μαζί στον βασιλιά, μπάς κι αποφύγουν το κακό που σχεδίαζε σε βάρος τους. Μα ο βασιλιάς, σε 'κείνη την μάχη σκοτώθηκε και δεν γύρισε για να πάρει το χρυσάφι. Κι ο Αγιοβασίλης, ο επίσκοπος-τότε-Βασίλειος, για να επιστρέψει τα χρυσάφια του κόσμου, διέταξε να φτιάξουν ψωμάκια και μέσα σ' αυτά να κρύψουν τα κοσμήματα που είχαν προσφέρει οι πιστοί, και τους τα μοίρασε. Έτσι, πήρε ο καθένας από κάτι, γιατί δεν ήταν πια μπορετό να βρεθεί ποιός είχε δώσει και τί. Γι' αυτό κι εμείς σήμερα, σε ανάμνηση της δίκαιης χαράς για την επιστροφή των θησαυρών, βάζουμε «φλουρί» στην αγιοβασιλιάτικη πίτα, για να κερδίσουμε πίσω, εκείνο που ήδη είχαμε δώσει.

Κι εκεί μάθαμε, πως ο Αγιοβασίλης ήτανε ο προνοητικός επίσκοπος, ο σοφός πατέρας που ήθελε να προστατέψει τα τέκνα του, κι ο δίκαιος οδηγητής ψυχών.

Ο Άγιος αυτός δεν ήτανε γέροντας με ρόδινα μάγουλα, πλούσιος και καταναλωτής. Νέος μοναχός, έγινε επίσκοπος, και νέος απεβίωσε. Ήτανε το πρότυπο της αρετής και της εγκράτειας, το παράδειγμα της φιλομάθειας και της μελέτης, της αγνείας, της αφοσίωσης και της πίστης στον λόγο του Ευαγγελίου. Η δράση του πολυσχιδής και η ευαισθησία του τεράστια. Είναι εκείνος που ίδρυσε τα πρώτα νοσοκομεία, τα γηροκομεία και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, σε μια εποχή που- ακόμη και- η ιδέα αυτή, ήταν ανύπαρκτη. Ο πρώτος που καλλιέργησε την μαθητεία σε πρακτικές τέχνες κι εργασίες, κι εκείνος που εκήρυξε την μεγάλη σημασία της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας.

Απεβίωσε στα 50 του χρόνια, εξαντλημένος από την προσφορά στον ενδεή, και από την σωματική και πνευματική άσκηση, σύμφωνα με τις επιταγές της μοναστικής του πολιτείας.

Το όνομά του και το έργο του αποτελούν φάρο για όσους προτίθενται να διδάξουν, να επισκοπήσουν, να διοικήσουν, να προσφέρουν, να μονάσουν, να υποστηρίξουν ή να ασκηθούν και να παραδειγματίσουν με την ζωή τους.

Μπορεί ο μπαμπάς μου, να μην τά'ξερε όλα τούτα, τότε που ήμουνα μικρό παιδάκι. Μα η λειψή αφήγησή του με οδήγησε να βρώ τα απολειπόμενα, και με την σειρά μου να συμπληρώσω την ιστορία. Και, τελικά, να αξιολογήσω θετικά, το αληθινό του παραμύθι.

Μετά από χρόνια, ήρθε η ώρα να πλέξω το παραμύθι με την ιστορία και να διηγηθώ κι εγώ στα δικά μου τα παιδιά, την αληθινή ιστορία του Αγιοβασίλη, που φροντίζει κι αγαπάει, που προστατεύει και δεν αδικεί τον κόσμο που είχε να καθοδηγεί. Του Αγιοβασίλη, που η μέριμνα και η αγωνία του για τον άνθρωπο, και κυρίως για τα παιδιά, αποτυπώθηκε από πολύ παλιά, στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα.

Σε τούτο το έργο μου, Μάνα πιά, βοήθησε κι η αείμνηστη Δασκάλα τους, η Σμαράγδα, που πάντα της αληθινή και παιδαγωγός, ήρθε αρωγός και συμπλήρωσε την νουθεσία των παιδιών στο μυστήριο της αλήθειας, της αγάπης και της ευθύνης. Μαζί και η γιαγιά τους, η Κασσιανή, η άλλη Δασκάλα.

Αξέχαστη μου έμεινε σαν παιδί, η απομυθοποίηση της χαρούμενης κινηματογραφικής μορφής που γελάει και παίζει χωρίς να λογαριάζει τους πολέμους που γίνονται δίπλα της, και που ενώ ο κόσμος χάνεται, αυτή η φιγούρα προσφέρει καραμέλλες και παιχνίδια αντί για οικογένεια, αγκαλιά και φροντίδα[, ή (σήμερα) κινητά τηλέφωνα και βιντεοπαιχνίδια!]. Κι έτσι έμαθα πως το ψέμμα είναι πολύ όμορφο, αλλά δεν έχει περιεχόμενο.

Αλλά γιατί τόσο ψέμμα; Μόνο για την διαφήμιση και τις πωλήσεις; Μπορεί να δεχθούμε να εξαφανίζονται οι ψυχές των ανθρώπων για χάρη των αγορών;

Αναρωτήθηκε κανείς, πώς θα ζήσουν αυτές οι ψυχές χωρίς το ψέμμα που φέρνει ευχαρίστηση, μονάχα προς στιγμήν; Πώς θα ζήσουν, όταν αυτό το ψέμμα αποκαλυφθεί, κι όταν πέσει η αυλαία της απελπισίας και της εγκατάλειψης, σαν η απάτη σβήσει τα φώτα της γιορτής;

Δεν είναι καλό να αφαιρούμε το μυστήριο από τον κόσμο των παιδιών, αλλά είναι πολύ κακό να τους κρύβουμε την αλήθεια και να τους γεμίζουμε το μυαλό με χρυσόσκονη και πλάνες.

Το μεγαλύτερο Μυστήριο είναι η αγάπη και η αφοσίωση. Αν μπορέσουμε να κάνουμε τα παιδιά μας να αγαπούν, τότε ίσως να αγαπήσουν και τον εαυτό τους, και να μην τον καταστρέφουν με συμπεριφορές αλλοπρόσαλλες, αλλόκοτες, ανεύθυνες κι ακατανόητες. Τότε ίσως να προσπαθούν φιλότιμα και να αποκαλύπτουν τις δυνάμεις που κρύβουνε μέσα τους όλες οι αγνές, οι σπουδαίες κι αφοσιωμένες σε αξίες και αγάπη, ψυχές.

Ένα σημείωμα αλλιώτικο από τ' άλλα

Image result for εικονες άνοιξη

Ένα Ευχαριστώ
σε όσους μοιράζονται μαζί μου τις σκέψεις
που στεγάζει η «Φιλαρέτη»,
    και τις έγραψα, 
  • σαν κόρη, 
  • σαν μάνα, με τα παιδιά μου στην ξενητειά, 
  • σαν αδελφή, μακριά από τ' αδέλφια μου, 
  • σαν θεία, με πολλά αγαπημένα ανήψια, μακριά μου
  • σαν γιαγιά αγαπημένων και φιλομαθών νεαρών βλαστών, προσδοκώντας και τους επόμενους, δικούς μου και άλλους...να 'ρθούν στην παρέα μας... για να μαθαίνουμε, και να δενόμαστε, λέγοντας τις ιστορίες και τα παραμύθια μας.
  • σε ώρες αναλογισμού ευθυνών και υποχρεώσεων
  • σε ώρες μνήμης ευεργεσιών και αγάπης
  • σε ρομαντικές ώρες
  • σε ώρες θλίψης
  • σε ώρες αποχαιρετισμού αγαπημένων
  • σαν καλή και καρδιακή φίλη, 
  • για πολλούς κι αγαπημένους ζωής παραστάτες... και, τέλος
  • σαν χαμόγελο
  • και σαν καλωσόρισμα, σε όσους καλοπροαίρετα επισκέπτονται το στέκι αυτό
  • μαζί με μια ευχή για την ημέρα: Καλή κι Ευλογημένη Χρονιά το 2017!

Αύριο όλα θα τελειώσουν!


Image result for εικόνες ο παίκτης ντοστογιέφσκι 

Παίχτης; όχι, δεν ήτανε! Ποτέ του δεν έπαιξε, σαν κάποιους που κάθονται στο τραπέζι της τσόχας και ξημεροβραδιάζονται κερδίζοντας και χάνοντας το βιός τους. Ή μετρώντας την αντοχή τους στης τύχης τα καμώματα. Χάνοντας την λατρεμένη του γυναίκα, είχε ιδεί την τύχη του, αλλά δεν είχε ακόμη μετρήσει τις δημιουργικές του δυνάμεις. Είχε και δυο παιδιά.

Ήτανε οικογενειάρχης άνθρωπος! Ήτανε επιχειρηματίας! Ήτανε πια Πατέρας μιας μεγάλης οικογένειας που κρεμότανε ολόκληρη απ' το μυαλό και τις αποφάσεις του. Κι επιχειρηματίας με ανοιχτούς λογαριασμούς στην δημιουργία και στην παραγωγή. Δεν μπορούσε να παίξει στην τύχη ό,τι με περισσή φροντίδα και σκέψη έχτιζε. Στο στόμα του καθημερινή η προσευχή και η δοξολογία.

Τα χειμωνιάτικα βράδια στο παραγώνι, μας αφηγήθηκε τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εκείνη η Γωνιά, ήτανε το Σχολείο μας! Ήτανε «το παιχνίδι του». Το κτίσιμο της ψυχής μας. Έτσι ένα βράδυ συναντήσαμε και τον Παίκτη!

Τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, που έπεφτε από τον παράδεισο της νίκης, στην κόλαση της απελπισίας της ήττας. Κόκκινο-μαύρο. Σε μια στιγμή όλα χάνονταν ή όλα κερδίζονταν. Σε μια στιγμή. Σάλτο μορτάλε η κάθε ριξιά. Μαζί και τα ερωτήματα της ζωής, οι άνθρωποι και η άβυσσος της ψυχής τους.

Κι ο γλυκός μου ο μπαμπάς, που σε μια στιγμή είδε τη ζωή του να γκρεμίζεται καθώς έχανε την μάνα των παιδιών του, δεν ήθελε ποτέ του πια τέτοιες στιγμές. Ανθρώπινος ο θάνατος, μα δεν είναι στο χέρι μας τέτοια απώλεια. Ας μην την προκαλούμε. Και σαν βρέθηκε νοικοκύρης ξανά, με την μάνα μου στο πλευρό του, συχωρεμένοι κι οι δυό πια, φτιάξανε μια γλυκειά οικογένεια, και μάλιστα με «ιεραρχία»! Πότε μπήκε αυτή η ιεραρχία, δεν το κατάλαβα. Μόνο το έζησα. Όλα τα πράγματα είχανε τάξη, σειρά, πρόγραμμα, εργασία και προ πάντων χαρά. Γιατί τα μικρά παιδάκια πάντα είναι χαρούμενα και πάντα θέλουνε να παίζουνε και να κάνουνε σκανταλιές! Τα μεγάλα μου αδέρφια όμως ήταν εκεί! Κένταυροι στην διαπαιδαγώγηση και την παρακολούθησή μας. Τί όμορφα! Τώρα που μεγάλωσα ξέρω, και συμπεραίνω από αυτά που ξέρω, πως βρήκανε μια μάνα που τ' αγάπησε, κι εγώ, κι όλοι εμείς οι μικρότεροι, βρήκαμε στα πρόσωπά τους, διπλούς γονείς! Ακούραστους γονείς! Στα μέτρα μας και στις αντοχές μας!

[Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι οι γονείς δεν έχουνε πάντα τις αντοχές που απαιτεί η ανατροφή κι η διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους. Κι ακόμη κατάλαβα πως τα μεγαλύτερα παιδιά βρίσκουνε μεγάλο πράγμα να μεγαλώνουνε τους μικρότερους, γιατί αποκτάνε μεγαλύτερη δύναμη και υπευθυνότητα. Θυμάμαι πόσο απογοητεύτηκαν τα παιδιά μου σαν κάποτε ατύχησε μια πιθανή εγκυμοσύνη μου. Είχανε βάλει πρόγραμμα σε όλα, κάνανε διανομή ρόλων και καθηκόντων, γίνανε προσεκτικοί απέναντί μου, και τόσα άλλα! Χαθήκανε μεμιάς τα όνειρα που κάνανε για την νέα δομή της οικογένειας και για την διαπαιδαγώγηση του αναμενόμενου μέλους, σαν μάθανε πως δεν θα ρχόταν τελικά το μωρό που περιμέναμε!]

Μια παραμονή πρωτοχρονιάς, λοιπόν, που σ''όλα τα καφενεία του χωριού είχε στηθεί η τσόχα για το γούρι της πρωτοχρονιάς, πιέστηκε ο μπαμπάς από τους φίλους του ν' αλλάξει την συνήθεια και να παίξει. Ήταν απόβραδο, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν ξενυχτούσαμε. Ο μπαμπάς δεν καθότανε άνετα μπροστά στο τραπέζι του παιγνίου, και το διαβολεμένο το παίγνιο τού'φερε νωρίς-νωρίς ένα πενηντάρικο κέρδος. Ένα πενηντάρικο, από εκείνα με όλες τις αποχρώσεις του μπλέ. Το πιο μικρό μας χαρτονόμισμα, τότε. Το κράτησε από την γωνία, σαν κάτι βρώμικο. Σε λίγο, προφασίστηκε -για να διακόψει- πως ήταν η ώρα δείπνου (με περιμένει η Αρετή και τα παιδιά) κι έφυγε. Σαν είδε το εμπορικό να είναι ακόμη ανοικτό, μπήκε μέσα και πήρε δυο ζευγάρια κάλτσες μπλέ, με το «βρώμικο» για να μην κρατάει πάνω του «τέτοια αποκτήματα». Κι ήρθε στο σπίτι κρατώντας το πακετάκι έξω και μακριά από τις τσέπες και τα ρούχα του! Τις ήθελε μπλέ για να ξεχωρίζουν από τις μαύρες που φορούσε συνήθως. Αυτές, τις μπλέ, δεν τις φόρεσε ποτέ!

Από τα μισόλογα, η μάνα μας κατάλαβε πως έπαιξε, μετάνοιωσε και λυπήθηκε πολύ επειδή κέρδισε στην τύχη τον κόπο κάποιου που είχε δουλέψει στα ξένα για μια ολόκληρη μέρα! Λυπήθηκε και δεν εύρισκε χαρά στην νίκη του, γιατί δεν έκανε τίποτε γι αυτήν.

Εκείνος, αποφάσισε, εκείνη, την μόνη φορά που έπαιξε, πως όχι αύριο, αλλά σήμερα όλα θα τελειώσουν. Και τέλειωσε τις δοσοληψίες με το παίγνιο, μια και καλή.

Δεν θεωρούσε την πρόκληση του παιγνίου δελεαστική και δεν της προσέδινε αφηρημένες ιδιότητες, εν όψει των ειδικών και συγκεκριμένων συνεπειών που είχε και τις οποίες ως αξίες και ως μεθοδολογία απέρριπτε.

Μετά από αυτά, εκείνο που μας εμφύσησε είναι να μην αφήνουμε στην τύχη την επιτυχία και την πρόοδό μας, αλλά να εργαζόμαστε γι' αυτήν με πίστη, με επιμονή και με συνέπεια στις αρχές και στις αξίες μας.

Κι αν για έναν τέτοιο λόγο θα είχαμε χάσει την ευκαιρία να ξέρουμε τον Παίκτη του Ντοστογιέφσκι, αυτό μπορεί να ήταν κακό για την λογοτεχνία, και για την εγκληματολογία (που ψάχνει να βρεί τα ελατήρια των ρίσκων και της επικινδυνότητας των ανθρωπίνων δράσεων), αλλά μπορεί να είχαμε λιγώτερες εγκληματικές πράξεις και να μην χρειαζόταν τόση ανθρώπινη πνευματική δύναμη και δράση για την έρευνά τους και την καταδίκη τους. Ποιός ξέρει;

Πόσο αλήθεια είναι πως «τίποτε δεν είναι ιερό κι όλοι έχουν το δικαίωμα να λένε ό,τι γουστάρουν»

Image result for εικόνες πάολα στον παπαδόπουλο

Ακούστηκε πως «τίποτε δεν είναι ιερό και πως όλοι έχουν το δικαίωμα να λένε ό,τι γουστάρουν». Η δήλωση αυτή μοιάζει με απόσπασμα από ιδιωτική συζήτηση, αλλά δεν είναι. Είναι μια δημοσιογραφική δήλωση, που κατατείνει σύμφωνα με την μόδα της εποχής, στην αποχαλάρωση της σκέψης και στην διανοητική παραλυσία.

Γιατί φαίνεται πως ο εμπνευστής αυτής της δήλωσης  δεν έλαβε υπ' όψιν του κανέναν άλλο εκτός από την δική του αίσθηση για τα πράγματα. Δεν είδε -ή αδιαφόρησε για- όλους εκείνους που δίνουνε την ζωή τους κάθε μέρα σήμερα, αλλά και από πάντα, ιστορικά, για κάτι που τους υπερβαίνει. Αν το είχε δεί, θα είχε ασφαλώς διαπιστώσει, ότι υπάρχουν «ιερά πράγματα». Τέτοια, που ο καθένας μας θα πρέπει να σκέφτεται αρκετά, πριν τα βεβηλώσει, πριν τα παρακάμψει, πριν τα καταργήσει δια του λόγου του. Ασφαλώς και δεν μπορεί ο καθένας να λέει «ό,τι του γουστάρει», ειδικά μάλιστα, όταν αυτό αφορά άλλους! 

Το ίδιο, κι όταν κάποιος μιλάει, εικάζοντας την βούληση άλλων. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να γνωρίζει καλώς, ή τουλάχιστον να προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο, την αληθή βούληση του εικαζομένου ομιλητή.

Μπορεί ο καθένας να έχει την γνώμη του για τα καλλιτεχνικά κλπ. τεκταινόμενα, μπορεί να κάνει νόμιμη κριτική, μπορεί να έχει επιχειρήματα, αλλά καλό είναι να αποφεύγει το «κουτσομπολιό», την κατασυκοφάντηση, την διαλάληση της υποκειμενικής του αποδοκιμασίας στο πρόσωπο ή το επιτήδευμα κάποιου προσώπου, για να μην βλάψει -συγκεκριμένα- το πρόσωπο αυτό, που άλλοι μπορεί να το παραδέχονται για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Γιατί τους αρέσει όπως είναι! Και αν μάλιστα, κάποιος,  επιθυμεί να έχει παιδευτική συμβολή στην κοινωνία λόγω θέσεως, ας δίνει το στίγμα του μέσω των δημιουργικών του προτάσεων κι όχι μέσω των ξεκατινιασματικών φληναφλημάτων του, γιατί η παιδευτική του ώθηση είναι δυσδιάκριτος... 

Ο καθένας μας θα πρέπει, όταν μιλάει -για άλλους, κυρίως- να λέει την αλήθεια γι' αυτούς, να μην τους συκοφαντεί και να μην τους προσβάλλει. Αυτό επιβάλλει ο πολιτισμός μας. Δεν μπορεί, επίσης, να δίνει οδηγίες στους άλλους που δεν θα έδινε ούτε στον εαυτό του, γιατί τους υποκινεί σε ασυδοσίες και ανοησίες. [Και καλά ο Σόϊμπλε και οι άλλοι. Αυτοί εξυπηρετούν το οικονομικό τους συμφέρον! Αυτοί μας βάζουν, μας υποκινούν, να κάνουμε του κόσμου τις εθνικο-πολιτικο-οικονομικές ανοησίες για να επωφελούνται οι ίδιοι. Εμείς, μεταξύ μας,] έχουμε καποιον λόγο να εξωθούμε αλλήλους σε ανοησίες;

Είναι γεγονός πως οι πραγματικά σπουδαίοι και μεγάλοι άνθρωποι δεν βάζουν «ταμπού και πρέπει» στους άλλους. Τα βάζουν όμως, στον εαυτό τους. Όχι ακριβώς με την έννοια της έξωθεν απαγόρευσης, αλλά της έσωθεν υπαγόρευσης περί του πρακτέου. Γιατί το έργο ενός πραγματικά μεγάλου ανθρώπου, επιδρά στις ζωές, και απηχεί τις ζωές, πολλών ανθρώπων που αγωνίζονται (ή θα έπρεπε να αγωνίζονται) για να “παιδευθούν” από την ζωή και από τα σημαντικά παραδείγματα ζωής, κι όχι το αντίθετο.

Ασφαλώς, οι πραγματικά μεγάλοι και σπουδαίοι δημιουργοί δεν στραβομουτσουνιάζουν με τις αδεξιότητες κάποιου, αλλά σέβονται την προσπάθεια του οποιουδήποτε. Εξάλλου, το ταλέντο διαφέρει από την προσπάθεια. Γιατί μια μεγάλη προσπάθεια ενδέχεται να έχει ένα καλό αποτέλεσμα, ενώ ένα μεγάλο ταλέντο χωρίς καμμία προσπάθεια, μπορεί απλώς, να χαθεί, ευτελιζόμενο από την ακηδία του.

Οι πραγματικά μεγάλοι και σπουδαίοι δημιουργοί διαρκώς αναζητούν και διαρκώς προσπαθούν να φτάσουν τα όριά τους. Και ασχολούνται με τους άλλους, μόνο όταν πρόκειται να συμπράξουν ή να προσφέρουν.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016

Σκοτάδι στην πόλη, κι είναι Χριστούγεννα


Image result for εικόνες η ρόδα στο Σύνταγμα 


 

Εδώ και αρκετές μέρες (ή μήπως μπήκαμε στο δεύτερο μήνα;) το φώς του δρόμου μπροστά στο σπίτι μου είναι σβηστό, κι ο δήμος της Αθήνας, δέν έχει μάτια ούτε ευαισθησία γι' αυτό. Μια νύχτα μόνο τρεμόπαιξε, αλλά ξανάσβησε. Κι από τότε το βαθύ σκοτάδι, μέσα στο καταχείμωνο, δεν επιτρέπει την κυκλοφορία (με δεδομένες και τις άλλες συνθήκες της ζωής στην πόλη...) αργά το απόγευμα. Κι ο δρόμος νεκρώνεται. Ψυχή δεν αναπνέει στον δρόμο. Σαν να είναι πολεμικό κι αδιάγνωστο το νυχτερινό τοπίο. Φαντάζομαι πως το ίδιο θα συμβαίνει και σε άλλες γειτονιές της πόλης.

Όμως, ο δήμαρχος οργάνωσε, χριστουγεννιάτικα, ένα πανηγύρι στο Σύνταγμα. Μια ρόδα, που σκιάζει σε μέγεθος, ακόμη και το εθνικό μας Κοινοβούλιο. Ένα τσίρκο, ένα fun park, για ξεφάντωμα. Μια επιχείρηση, που λογάριασε τα Χριστούγεννα ως εξαιρετική περίοδο άγρας πελατών, πρωτίστως λόγω της εύκολης και πυκνότερης προσέλευσης του κόσμου στην περιοχή, με την ευκαιρία των Χριστουγεννιάτικων εορτών και... αγορών(;). Όλοι μας θα την βλέπαμε αυτήν την ρόδα. Όλα τα παιδιά θα θέλανε να ξεφαντώσουνε για λίγο, πάνω σε τούτο το προκλητικό και φανταχτερό πράγμα.

Το έργο, στήθηκε όπως-όπως, και φιγουράριζε μπροστά στα μάτια των υποψήφιων γι' αφαίμαξη θυμάτων, ή των υποψήφιων αληθών θυμάτων της αληθώς έωλης κατασκευής.

Τόση είναι η φαντασμαγορία της ρόδας, που επεσκίασε την έλλειψη της Χριστουγεννιάτικης διακόσμησης στην κεντρικώτερη πλατεία της πόλης,  και την αποσιώπηση του Χριστουγεννιάτικου μηνύματος, που συνήθως -μέχρι σήμερα- εκπέμπεται με τον Χριστουγεννιάτικο στολισμό της. Ο δήμαρχος, μας υπέβαλε στο υπερθέαμα, για να σκεπάσει, να αποσιωπήσει και να παρακάμψει παραπλανητικά την Χριστουγεννιάτικη εθιμική μας παράδοση.

Όμως αυτό θα μπορούσε να είναι ένα φρούτο εισαγωγής! Ήδη σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από ένα δήθεν -κακώς εννούμενο- σεβασμό στους αλλόθρησκους πληθυσμούς, εξαλείφουν τις δημόσιες εκφράσεις περί χριστιανικών εορτών, περί χριστουγεννιάτικων εθίμων, περί χριστουγεννιάτικων εδεσμάτων και γλυκισμάτων (τα είπανε χειμωνιάτικες λιχουδιές!), περί θρησκευτικών τελετών και τα τοιαύτα, εγκαταλείπουν τις πολιτισμικές μας καταβολές, την ιστορία και την ευρωπαϊκή μας θρησκευτικότητα, «για να μην κακοκαρδίσουμε τους αλλόθρησκους πληθυσμούς» που εισέβαλαν στην Ευρώπη, ή που οι οικονομικοί άρχοντες της Ευρώπης προσκάλεσαν για την εξυπηρέτηση των βιομηχανικών τους αναγκών, με την συνέργεια των ευρωπαίων πολιτικών ηγετών, που είναι και οι εντολοδόχοι τους. Κι έτσι δεν βάλαμε μια φάτνη για να ζεστάνουμε τον Χριστό που ξαναγεννήθηκε μες στην παγωνιά και την ερημία. Μια φάτνη στην καρδιά μας, στην ζωή μας.

Φρούτο εισαγωγής; όχι ακριβώς! Είναι, κυρίως, ο καρπός της αγωγής στην οποία υποβληθήκαμε βαθμιαία και παθητικά, σαν ναρκωμένοι, σαν απελπισμένοι για κάτι αλλιώτικο, κάτι λογικό, προφανές, επιθυμητό και καλώς γνωστό ή επιθυμητό αλλά άγνωστο, μετρητό ή μετρημένο, άμεσης ικανοποίησης, γιατί η ευωχία από την πολλή κατανάλωση μας έκανε άπληστους στην αλλαγή. Έτσι, όπως και η πολλή ελευθερία από κάθε δέσμευση και υποχρέωση, αποδέσμευσε και την λογική μας και την συνέπειά μας, και την αυτοκριτική μας και την παραγωγικότητά μας, και την πολιτική μας υπευθυνότητα. Και διαλέξαμε τον πολιτικό πλειοδότη στο ψέμμα και την ανεδαφικότητα των προφανώς απραγματοποίητων υποσχέσεων.

Κι η διαφορετικότητα (στην οποία μας καλούσανε αυτοί που ξέρανε τί θέλανε για τον εαυτό τους), μας έγινε τρόπος σκέψης και ζωής. Και δεν θέλουμε πια, την ιστορία και την παράδοσή μας. Τώρα θέλουμε ό,τι θέλανε οι άλλοι.

Σήμερα όμως το ξέρουμε καλά τί θέλανε οι άλλοι. Για εμάς: Αυτό που θέλανε ήτανε να ζούμε κατά πώς μας επιβάλλουν αυτοί. Δηλαδή: Να ζούμε έξω από τα νερά μας, χωρίς ελπίδα, φτωχοί, διαρκώς δανειζόμενοι -και σ' αυτούς χρεωμένοι-, άθρησκοι, εκβιαζόμενοι, αδύναμοι και καταληστευόμενοι, χωρίς αύριο και χωρίς προσωπική και εθνική προοπτική. Και με υποταγμένη την εξουσία που μας εκπροσωπεί. Κι έτσι, μόνοι, έωλοι, ευάλωτοι και χειραγωγήσιμοι, δεν έχουμε πια άλλον τρόπο από την υποταγή και την οπαδοποίησή μας σε ξένα προστάγματα και είδωλα. Τέτοια κατάντια.

Κι έτσι, εμείς εδώ, στήνουμε ρόδες που δεν κυλάνε.... για να σκοτώσουμε την ακινησία του μυαλού και των αισθημάτων μας. Ίσως, από μι' αταίριαστη -λόγω ανέχειας- γαλαντομία, ή από εθισμό στην ατασθαλία, για να βάλουνε στην τσέπη τους κάτι, κάποιοι  επιτήδειοι φίλοι μας...

Κι έτσι λυπημένη, θυμάμαι που διάβασα μια απελπισμένη ευχή, και την κάνω για τον εαυτό μου και για όσους  την χρειάζονται:

«Κάνε λοιπόν, Κύριε, νά 'χει κανείς ένα φίλο,
δώσ' του ένα σκυλί
ή ένα φανάρι του δρόμου,
γιατί χειμώνιασε, Κύριε, κι όσο πάει και σκοτεινιάζει...» *



* Σημείωση:  Από το «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα» του Τ. Λειβαδίτη

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Ο Παπαδιαμάντης για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς


Image result for εικόνες τα  κάλαντα  στην τέχνη 

Τα κάλαντα, που σήμερα γυρνάνε από σπίτι σε σπίτι τα παιδιά και τραγουδούνε, είναι πια, αρκετά ξεκομμένα από 'κείνα που ψάλλονταν παλαιότερα.

Οι απόψεις του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη γι' αυτά, τόσο από ιστορική σκοπιά, όσο και από λογοτεχνική και λαογραφική, είναι ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας. Λέει λοιπόν ο Παπαδιαμάντης:

«... θέλων ἐνταῦθα νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην ἐπὶ τῇ ἐκθρονίσει τῶν γνησίων ᾀσμάτων τοῦ λαοῦ, ἣν κατώρθωσαν τὰ κακόφωνα ταῦτα ῥαψωδήματα, πολὺ ἀπέχω ἄλλως τοῦ νὰ θαυμάσω τὰ ἐν Ἀθήναις ἀκουόμενα δημώδη ᾄσματα:» (που συμπλέκουν άσχετες έννοιες και αντιφατικές δηλώσεις)

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά,
ψηλή μου δεντρολιβανιά, (;)
κι ἀρχι καλός σας χρόνος (;)
ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος (!!)
Ἅης Βασίλης ἔρχεται
καὶ δὲν μᾶς καταδέχεται (;!!)


«... ὑπάρχουσιν, ἰδίως εἰς τὰς νήσους, ἄλλα κάλλιστα ᾄσματα τοῦ λαοῦ καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον. Τινὰ τούτων ἔχουσιν ὑπόθεσιν ἀποκλειστικῶς τὴν ἑορτὴν τῆς ἡμέρας, ἄλλα, χωρὶς νὰ παρακολουθώσι τὰ ἱερὰ κείμενα, διεξέρχονται τὸ θέμα μὲ ποιητικὰ χρώματα, καὶ βοηθείᾳ τῆς δημώδους legende.

Ἐννοεῖται ὅτι τὰ κατωτέρω παρατιθέμενα εἶναι ἁπλὰ ἀποσπάσματα, διότι τὰ τοιαῦτα ἄλλως ἀλλαχοῦ ἄδονται καὶ πολλαχῶς ἀλλοιοῦται ἀπὸ στόματος εἰς στόμα ἡ ἔννοια καὶ ἡ λέξις (...)

... εἰς τὴν ἑορτὴν του Ἁγίου Βασιλείου (...), παραθέτομεν τὸ κύριον τῆς ἡμέρας ᾄσμα:


Ἅης Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.
«Βασίλη μ᾿ ποῦθε ἔρχεσαι; καὶ ποῦθε κατεβαίνεις;»
Ἀπὸ τὴ μάννα μ᾿ ἔρχουμαι καὶ στὸ σκολειὸ πηγαίνω,
πάω νὰ μάθω γράμματα, νὰ πῶ τὴν ἀλφαβήτα».
Καὶ στὸ ραβδί, ποὺ ἦταν ξερό, χλωρὰ βλαστάρια πέτα
κι ἀπάνου στὰ ξεβλάσταρα περδίκια κελαϊδοῦσαν,
ὄχι περδίκια μοναχά, μόνε καὶ περιστέρια.

Τὸ ᾄσμα τοῦτο μᾶς φαίνεται θαυμάσιον ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ. Ἡ ἔμφυτος φιλομάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἐν μέσῳ τοσούτων διωγμῶν καὶ θλίψεων ἐπιζήσασα, μετεχειρίσθη τὴν ἐπὶ παιδεία φήμην τοῦ ἑλληνικωτάτου Ἁγίου ὡς προτροπὴν πρὸς τοὺς νέους πρὸς τὴν σπουδὴν καὶ μάθησιν, οὕτω δὲ καὶ μετὰ πολλοὺς αἰῶνας ὁ μέγας της Καισαρείας φωστὴρ παρίσταται οἰονεὶ συγγράφων δευτέραν «Πρὸς τοὺς νέους Παραίνεσιν».

Τὰ ἄλλα ᾄσματα τῆς ἡμέρας, ἀποτελοῦντα ὁρμαθὸν εὐχῶν καὶ ἐγκωμίων διὰ τὰ μέλη ἑκάστης οἰκογενείας, εἶναι οἰονεῖ συνέχεια τοῦ πρώτου, ἐξαρτωμένη ἐκ τοῦ ἐν τῷ προτελευταίῳ στίχῳ, ὅτι τὰ «περδίκια κελαϊδοῦσαν» καὶ ἰδοὺ τί κελαϊδοῦσαν:


Γιὰ βάλε τὸ χεράκι σου
[τοῦτο ἀποτείνεται πρὸς τὸν οἰκογενειάρχην:]
στὴν ἀργυρή σου τσέπη
κι ἂν εὕρεις γρόσα δός μας τα, φλουριὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι,
κι ἂν εὕρεις καὶ μισὸ φλουρί, κέρνα τὰ παλληκάρια,
κέρνα τ᾿ ἀφέντη μ᾿ κέρνα τα, νὰ πιοῦνε στὴν ὑγειά σου,
καὶ στὴν ὑγειά σου, ἀφέντη μου, καὶ στὴν καλὴ χρονιά σου.
Νὰ ζήσεις χρόνια ἑκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι ἀπ᾿ τὰ διακόσα κι ὕστερα ν᾿ ἀσπρίσεις νὰ γεράσεις,
ν᾿ἀσπρίσεις σὰν τὸν Ὄλυμπο, σὰν τ᾿ ἄσπρο περιστέρι,
σὰν τ᾿ ἀηδονάκι ποὺ λαλεῖ, τὸ Μάη, τὸ καλοκαίρι.

[Καὶ τί λαλεῖ τὸ ἀηδονάκι τοῦτο; Ἰδοὺ ἀκούσατε:
Λαλεῖ εὐχὰς διὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογενείας:]

Κυρά μου, τὸν γιόκα σου, κυρά μ᾿, τὸν ἀκριβό σου,
τὸν ἔλουζες, τὸν χτένιζες, στὸ δάσκαλο τὸν πάϊνες,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδερνε μὲ δυὸ κλωνάρια μόσκο,
μὲ τέσσαρα βασιλικό, μὲ πέντε μαντζουράνα, κτλ.

[Τοσαῦτα περὶ τοῦ υἱοῦ. Ἰδοὺ τώρα καὶ περὶ τῆς θυγατρός:]


Κυρά μ᾿, τὴ θυγατέρα σου, κυρά μ᾿, τὴν ἀκριβή σου,
γραμματικὸς τὴν ἀγαπᾶ, πραμματευτὴς τὴ θέλει,
κι ὁ δάσκαλος ἀπ᾿ τὸ σκολειὸ γυρεύοντας τὴν στέλνει.

Δημοσιευμένα στον ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΝ
(«Ἐφημερίς», 1 Ἰανουαρίου 1888, σελ. 6 β-γ.)


Σημειώσεις:
Για τον τελευταίο στίχο, ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει να μιλήσει, και γι' αυτό -υπεκφεύγοντας- λέει: «Δὲν ἐνθυμοῦμαι δυστυχῶς τὴν συνέχειαν τοῦ ᾄσματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἤρχισε νὰ γίνεται περίεργον, χάρις εἰς τὰ τολμηρὰ διαβήματα τοῦ δασκάλου, ἀλλ᾿ εἰς τὸ μέλλον ἴσως δυνηθῶ νὰ συλλέξω πλείονα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος εὔχομαι εἰς τὸν ἀναγνώστην ἐν ὑγείᾳ καὶ εὐτυχίᾳ τὸ Νέον Ἔτος.

Στὸ «Σημαδιακό» («Οἱ Μάγισσες», ἔκδ. Φέξη, σελ. 151), ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴν ἰδιαίτερη ἐξύμνηση κάθε προσώπου τοῦ σπιτιοῦ, μᾶς δίνει ὁ Παπαδιαμάντης κι᾿ ἕνα ὡραῖο σκιαθίτικο δημοτικὸ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ποὺ περιλαμβάνει ὅλα τὰ παιδιά, τ᾿ ἀγόρια τὰ ξενιτεμένα στὸ πέλαγος καὶ στὴ βιοπάλη:

Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν.
Κι ὁ κὺρ Βορηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορηά,τὰ κύματα, νὰ μὤρθει τὸ παιδί μου,
Τ᾿ ἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενιτιᾶς λουλούδι...»



ΠΗΓΗ

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Ο φόβος του θανάτου και της παρακμής ή ο φόβος για την "απώλεια εξουσίας";


Image result for εικόνες χριστουγεννιάτικες καμπάνες


Ο θάνατος σαν μια αναπότρεπτη κατάληξη της ανθρώπινης ζωής, πάντα θα αντιμετωπίζεται με δέος, κι αδύναμος ο άνθρωπος θα στέκεται μπροστά του. Μονάχα η απελπισία και η παραίτηση από την ζωή καθιστά προτιμητέο τον θάνατο, ενώ η απόθεση της ζωής στα χέρια Άλλου, καθιστά αδιάφορον ή αυτονόητον τον -ούτως ή άλλως αναπότρεπτο- θάνατο. Από αυτό και μόνο, αποκτά ανυπέρβλητη αξία η ζωή.

Συχνά υπονοείται πως η φυσική παρακμή και η ασθένεια συνιστούν αναξιοπρέπεια. Η τοποθέτηση αυτή, παραβλέπει πως η αξιοπρέπεια είναι συνειδητή επιλογή συμπεριφοράς και δράσης, στάσης και πράξης του προσώπου, στα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει, στις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει και στις απαιτήσεις που καλείται να ικανοποιήσει.

Σε κατάσταση αδυναμίας και έλλειψης αυτοελέγχου, που συχνά συμβαίνουν σε ανθρώπους φυσικώς εξασθενημένους, σε υπερηλίκους και σε ανθρώπους βαρέως νοσούντες, δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε πως συντρέχει αναξιοπρέπεια των προσώπων αυτών. Συντρέχει απλώς αδυναμία.

Αξιοπρέπεια και Αξιοκρατία. Ανατρέχοντας στην σημασία των όρων, διαπιστώνουμε -από την παραγωγή των λέξεων- ότι οι όροι αποτυπώνουν το δέον και το κράτος (=ανάγκη ή δέον και δύναμη, κυριαρχία, αντιστοίχως) της αξίας. Και την αξία στα πράγματα την δίνουμε εμείς, γιατί «τα πράγματα» (τα απλά πράγματα, τα πρόσωπα, οι συμβολισμοί αυτών και οι ειδικές περιστάσεις κλπ.), «δεν έχουν αφ’ εαυτών αξία» αν δεν παρατεθούν σε συσχετισμό με κάτι άλλο. Έχουν απλώς την θέση τους στον σύμπαν. Την αξία την δίνουμε όλοι εμείς. Με την προσπάθεια και την συμπεριφορά μας. Με την σημασία που αυτά έχουν για εμάς. Με τον κόπο που κάνουμε για να τα αποκτήσουμε, να τα διατηρήσουμε, να τα διαφυλάξουμε, να τα διασώσουμε από την φθορά, την καταστροφή, τον όλεθρο, την αφάνεια ή την λήθη.

Η ανάγκη, ή ο πόνος, δεν συνιστούν αναξιοπρέπεια. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα η ηθελημένη περιαγωγή (ή η ηθελημένη παραμονή του προσώπου σε άγνοια και η εντεύθεν περιαγωγή του) σε κατάσταση αδυναμίας, ένδειας ή πόνου. Κι αυτό, πολύ καλά το γνωρίζουμε σήμερα, που η καταναλωτική κοινωνία μας παρέχει ανέσεις και απολαύσεις που η στέρησή τους -βλέπουμε γύρω μας να- δημιουργεί παρόμοιες ψυχικές, πνευματικές και πρακτικές καταστάσεις.

Αναξιοπρέπεια συνιστά το ψέμμα, το έγκλημα, η αντικοινωνικότητα, η ανηθικότητα και η νωθρότητα συνειδήσεως. Όμοια, και η επιτηδευμένη προκλητικότητα, η αναλγησία, η ανικανότητα από ολιγωρία, η επιτηδευμένη οκνηρότητα, η νοσηρή περιέργεια, αλλά και η συναφής παρεμβατικότητα στην ζωή των άλλων, και τόσα άλλα παρόμοια. Το ίδιο κι ο φόβος, που δημιουργεί πανικό και οδηγεί σε δειλία και αποφυγή των αναγκαίων κόπων ή της επιβαλλόμενης και υγιούς τόλμης και της προσφοράς για την προστασία υπέρτερων αγαθών.

Δεν είναι αναξιοπρέπεια η εγγενής ένδεια, η ασθένεια, το γήρας, η αναπηρία, ο πόνος. Αυτά συνιστούν «φυσικές», συνήθεις, εν πολλοίς, καταστάσεις και περιστασιακές συγκυρίες στην ζωή του ανθρώπου. Αυτά υπάρχουν και θα υπάρχουν στην ζωή μας, και αυτά θα μας δώσουν το μέτρο του πολιτισμού ή την ατομική μας -για τον καθένα- δυνατότητα, για να δείξουμε την αξιοπρέπεια του μη-πάσχοντος- ανθρώπου.

Ο τρόπος, κι ο τρόμος του θανάτου και της παρακμής μας, είναι ανάλογος με τον τρόπο που έχουμε ζήσει κι έχουμε αξιο-λογήσει την ζωή μας, δηλαδή τον προσωπικό μας αγώνα. Το προσωπικό μας χρέος. Γιατί, αν η αξιο-λόγησή μας ήταν «έπεα πτερόεντα», τέτοια θα είναι και η στάση μας μπροστά στις δύσκολες περιστάσεις, στις οποίες αναγκαστικά θα περιέλθουμε κάποια στιγμή στην ζωή μας. Ας μην ξεχνάμε την προσωπική ευθύνη εκάστου, κι ας μην θεωρούμε πως εδώ βρεθήκαμε "για να λέμε εξυπνάδες, δωρεάν". Βρεθήκαμε για να ζήσουμε όπως ο καθένας «μπορεί», κι αυτό είναι το ρίσκο μας. Δεν βρεθήκαμε για να είμαστε εξ ορισμού σπουδαίοι, αλλά για να γίνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Επομένως, το ερώτημα, που είναι αμείλικτο, αφορά τον τρόπο της αποχώρησης του καθενός μας. Που είναι -και αυτός- αυστηρά προσωπικός, αφού αφορά το πρόσωπό μας, αλλά δεν αποτελεί, συνήθως, και προσωπική επιλογή του καθενός μας. Και σ’ ετούτο δεν χωρεί δεοντολογία, ούτε αξιολόγηση. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να πούμε «έτσι πρέπει να εγκαταλείπει την ζωή του ο άνθρωπος», ενώ μπορούμε να πούμε "έτσι αξίζει να ζεί ο άνθρωπος"!

Η τάξη στην ζωή μας, αν δεν μοιάζει με θάνατο (η απαίτηση απόλυτης τάξης είναι θάνατος), είναι διαπαιδαγώγηση στην δημιουργική έκφραση και στην πειθαρχία, αφού τίποτε δεν δημιουργείται χωρίς πειθαρχία, εργασία και πίστη. Ο θάνατος είναι, κι αυτός, μέσα στην φυσική τάξη όλων των πραγμάτων. Αλλά είναι έξω από τη φυσική τάξη της ζωής.

Δεν μπορούμε να προτείνουμε ή να υπαγορεύουμε τρόπους ή λόγους αποχώρησης και παραίτησης από την ζωή. Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη και στην περίοδο της παρακμής των δυνάμεων και της νεότητάς του, έχει ενδεχομένως να μεριμνήσει και για άλλα, πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που δεν τά ‘χε προσέξει τον καιρό της ακμής και της δύναμής του. Κι αυτά μπορεί να έχουν -αστόχως, μέχρι την συγκεκριμένη στιγμή-παραμεληθεί. Ίσως μάλιστα, να διαγνωσθεί από τον ενδιαφερόμενο, ακόμη και σε τούτη την ώρα της αδυναμίας και της παρακμής, πως αυτά είναι πολυτιμώτερα από άλλα.

Όμως, ο προκαταβολικός φόβος μας για τον θάνατο και την παρακμή, μοιάζει με φόβο για την ζωή. [Ή, από άλλη σκοπιά, μοιάζει με φόβο γι' απώλεια εξουσίας! Αλήθεια, ποιάς εξουσίας;]

Ο φόβος του εγνωσμένως επερχόμενου θανάτου, μοιάζει με λύπη για τον αποχωρισμό μας από όλα τα αγαπημένα μας πράγματα και πρόσωπα. Πόσα και πόσα πρόσωπα, ίσαμε σήμερα, δεν είδα, μ’ εκείνη την θλίψη του αποχωρισμού στο μελαγχολικό χαμόγελο και τα υγρά μάτια, που προσπαθούσαν να χορτάσουν τον ήλιο και την αγάπη. Τις όψεις των αγαπημένων. Και πόσοι από αυτούς δεν περίμεναν να συναντήσουν -για ν’ αποχαιρετήσουν- τον ερχόμενο αγαπημένο, κι ύστερα, με μια μικρή πνοή, μας άφησαν κατάπληκτους, σαν είδαμε πως «δεν έφευγαν» πριν από αυτή την συνάντηση. Πως δεν αφήνονταν στην αποχώρηση, μέχρι που να γίνει η συνάντηση, που τόσο πολύ ήθελαν. Κι άλλοι, που έφυγαν, αιφνιδίως, σαν να ήξεραν πως η αποχώρησή τους δεν θα ήταν υποφερτή, για κανέναν.

Οι άνθρωποι, μας άφησαν παρακαταθήκες όχι μόνο με την ζωή τους, αλλά και με τον θάνατό τους. Ο Σωκράτης έφυγε από την ζωή, συμμορφούμενος προς (τιμώντας δηλ. και σεβόμενος) τους νόμους της Πολιτείας. Επέλεξε δηλαδή, να υπακούσει στους νόμους της πατρίδας του, αντί να αποδράσει από την φυλακή, καθ’ υπαγόρευση της (έξωθεν υποβαλλόμενης) παρόρμησης για μια ζωή, λάθρα.

Η ζωή μας, τιμάται από τα έργα μας, ενώ η στιγμή του θανάτου μας είναι σημάδι για εκείνα που επιλέξαμε και υπερασπιστήκαμε με συνέπεια.

Όμως, μέρες που είναι, παραμονές της Μεγάλης Γιορτής της Θείας Γέννησης, ας μην μελαγχολούμε με τα πεπερασμένα μας όρια, κι ας χαρούμε το δώρο της ζωής που ελάβαμε. Ας γεμίσουμε τις καρδιές μας ελπίδα, κι ας φωτιστούμε από το Χριστουγεννιάτικο αστέρι που λάμπει σε όλον εκείνον τον κόσμο, που θέλει κι αποζητάει το μήνυμα της αγάπης.