Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Οι Ενεργοί Πολίτες και οι Πνευματικοί Ηγέτες


 

Διαβάζοντας κάποτε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο εδώ, με τίτλο “Χρειαζόμαστε ενεργούς πολίτες, όχι πνευματικούς ηγέτες!”, εντυπωσιάστηκα από την καθαρότητα του λόγου του αρθρογράφου. Οι προτάσεις του και οι θέσεις του, αδιαστίκτως σαφείς, πλην άκρως αυθαίρετες, και με το βεληνεκές που μπορεί να έχει η άποψη ενός νέου ατόμου, και όχι ενός νέου προσώπου.

Εξηγούμαι: Το άτομο ίσταται, παρίσταται και προσβλέπει στον εαυτό του, το πρόσωπο υπάρχει αφεαυτού, μέσω, χάριν και δια τους άλλους, σε σχέση, δηλαδή, με άλλους και κυρίως σε σχέση με το μέλλον και την προοπτική όλων.

Είναι εύλογο ασφαλώς ο νέος να βλέπει τον εαυτό του ως άτομο, αλλά η προοπτική του είναι να γίνει, να μετουσιωθεί σε, πρόσωπο.

Ο τίτλος του άρθρου με έκανε να σκεφτώ μια ισοδύναμη δήλωση: “Χρειαζόμαστε ηλεκτρική ενέργεια αλλά δεν χρειαζόμαστε τους μηχανισμούς παραγωγής της”.

Με αφορμή τον προβληματισμό του αρθρογράφου, αναλογίστηκα τότε, και βελτιώνω τώρα:

Ο ορισμός του διανοούμενου, δεν εξικνείται ασφαλώς σε εκείνον του πτυχιούχου κάποιας επιστήμης ή δοξασίας ή τέχνης. Ο φιλολογικός ορισμός του όρου ανήκει στους ειδικούς περί αυτό. Ο ουσιαστικός, όμως, προσδιορισμός της έννοιας του διανοούμενου εναπόκειται στην καλλιέργεια και την προσωπικότητα αυτού που τον χρησιμοποιεί και των κοινωνούντων προς αυτόν συνομιλητών περί του θέματος..

Εν προκειμένω, διανοούμενος, θα έλεγα, δεν είναι εκείνος που στοχάζεται γενικά και αορίστως (πώς θα διαφύγει, πώς θα οικονομήσει, γιατί δεν γίνονται τα πράγματα όπως θέλει, κλπ. παρόμοια), αλλά εκείνος που στοχάζεται την ουσία των πραγμάτων, προτείνει τρόπους, μοντέλα συμπεριφοράς, στόχους μη προφανείς, λύσεις σε προβλήματα μεθόδου και πρακτικής, στιγματίζει τα κακώς κείμενα και δεν βγάζει την ουρά του απέξω για να κρατήσει ισορροπίες και να αποκομίσει προσωπικά και λοιπά οφέλη, αλλά τοποθετείται και «εκτίθεται» με το ήθος, το λόγο και το έργο του. Αυτός είναι Δάσκαλος της κοινωνίας. Είναι ένας λαπάς, που δεν κάνει τίποτε, που έλεγε και ο Κούβελας (κάποτε υπουργός πολιτισμού). Ο διανοούμενος Σημαίνει. Σ' εμάς εναπόκειται να αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμα. Αν έχουμε τα προαπαιτούμενα. Την αίσθηση, τη διαίσθηση, τη διάκριση, το τάλαντο, τον ενδιάθετο πόθο εξόδου από το τέλμα και την αδιέξοδη πορεία.

Ο διανοούμενος είναι ρομαντικός, ασφαλώς. Με την έννοια ότι πιστεύει βαθειά μέσα στο είναι του, ότι αυτά που λέγει είναι αλήθεια και σωστά, κι όχι γιατί έχει μια πνευματική θολούρα. Δεν είναι αιθεροβάμων, γιατί αυτός έτσι ζεί, αυτά ποθεί η ψυχή του, αυτά ονειρεύεται και αυτά ευαγγελίζεται, δεν είναι φαντασιόπληκτος που δε γεύτηκε την ουσία των ονείρων του και των στοχασμών του (Καβάφης, Ελύτης, Γιανναράς, Κοντογεώργης, Καραμπελιάς, για να καταριθμήσω μερικούς, ακόμη και κάποιους συγχρόνους μας). Διανοούμενος δεν είναι όποιος αρθρογραφεί οπουδήποτε. Αυτός είναι πολίτης με ελευθερία διατύπωσης γνώμης.

Ο οργισμένος δεν μπορεί να είναι ο τύπος του διανοούμενου, γιατί η ταραχή των φρενών δεν επιτρέπει την διανόηση. Είναι ίσως κίνητρο η οργή, αλλά το κράτος της οργής δεν επιτρέπει άλλο “κράτος”. Οργισμένος μπορεί να είναι με τη δική του και της φάρας του την ολιγωρία, προ του κοινωνικού τους χρέους, αλλ' όχι προς άλλους. Ο διανοούμενος είναι νουνεχής και νηφάλια ενεργεί. Εξοργισμένος ίσως, αλλ' όχι οργισμένος.

Η απαισιοδοξία, ως στάση ζωής, νομίζω, ότι δεν μπορεί να είναι ίδιον του διανοούμενου, γιατί τα κακώς κείμενα είναι γι' αυτόν ελιξήρια πνευματικής ζωής και παραγωγής. Απαισιόδοξος είναι εκείνος που του φταίνε οι άλλοι, οι οποίοι τον αποδυναμώνουν, αδικούν τις απόψεις του και τον παραγκωνίζουν. Που τα βλέπει όλα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και πως δεν υπάρχει αύριο. Αλλά αυτός, ο τόσο απελπισμένος δεν δύναται να “διανοηθεί” παρά -κυρίως- το άτομό του, και συνεπώς, ένας τέτοιος περιπαθής και εγωκεντρικός νάρκισσος διανοητής, δεν μπορεί να βρίσκεται στον κύκλο της διανόησης, όπως αυτή νοείται σε σχέση με τον κοινωνικό της ρόλο.

Δεν μπορούμε να συζητήσουμε για διανόηση αναφερόμενοι σε τύπους που τα ξέρουν όλα, που λένε ό,τι μπορεί να κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά τους. Στην περίπτωση αυτή μιλάμε για κοσμικότητες.

Η ποίηση και κάθε τέχνη λέγεται ότι “στοχάζεται σε έναν φαντασιακό τέλειο κόσμο τον οποίο περιγράφει με αοριστολογίες”. Αυτός ο τρόπος που μπορεί να γίνουν αντιληπτά τα σημεία της διανόησης, δεν είναι παρά μόνο το επίπεδο του ακροατή που λαμβάνει το μήνυμα του ποιητή/διανοητή. Για παράδειγμα ο Ρίτσος, στο “Τραγούδι της αδελφής μου” λέει κάπου “... των στίχων τους κίονες να υψώσω...” και παρακάτω “...κι εγώ που δε δυνήθηκα να σε σώσω απ' τη ζωή θα σε σώσω απ' το θάνατο...”. Πιθανόν, κάποιος καλύτερος υπουργός πολιτισμού να μην έλεγε το Ρίτσο λαπά, και απλώς να αναρωτιότανε: Μα έχουν κολώνες οι στίχοι; ή πώς θα  γλυτώσει την πεθαμένη από το θάνατο; Ένας άλλος ακροατής του ποιητικού στίχου θα έλεγε: τόσο μεγάλη αγάπη είχε ο ποιητής στην αδελφή του, ώστε θέλει -με το ποίημά του- να την ανεβάσει ίσαμε τ' αστέρια! Ή ο ποιητής αγαπούσε και πόνεσε τόσο για την αδελφή του ώστε θέλησε να απαθανατίσει στο χρόνο και στον κόσμο αυτήν και την αγάπη του γι' αυτήν (και επί πλέον το πέτυχε!)

Ο διανούμενος δεν είναι δογματικός, ούτε ιδεοληπτικός. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι καταστροφές και το αιματοκύλισμα λαών δεν έγινε από διανοούμενους, αλλά από παρανοϊκούς πολιτικούς και στρατιωτικούς σε αγαστή συνεργασία με άρπαγες αλλότριων οικονομικών πόρων και εδαφών. Δηλαδή για λόγους συμφερόντων και ευκαιριών συμφερόντων. Συνέβη πράγματι διανοούμενοι να στηρίξουν τέτοια έργα, εξωνούμενοι, ή εξαναγκαζόμενοι, ή εκβιαζόμενοι. Δεν έλειψαν και οι εκούσιες προσχωρήσεις στη διαρπαγή και τη λαφυραγωγία. Ανθρώπινο το λαθείν και υποκύπτειν.

Ενας διανοούμενος, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι εν τοις πράγμασιν και πολιτικός ηγέτης, γιατί ο τελευταίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα όχι απλώς προς το διανοείσθαι, αλλά κυρίως προς το αντιλαμβάνεσθαι τους πολίτες, την πραγματικότητα και την πορεία που πρέπει να λάβουν τα πράγματα και την πραγμάτωση των στόχων αυτών. Ο διανοούμενος θα μπορούσε να δώσει στον ηγέτη σημείο, στίγμα, στόχο, όραμα. Μέθοδο, συμβουλή. Δεν χρειαζόμαστε ποιμένες του κοπαδιού, χρειαζόμαστε πολιτικούς με πίστη σε αυτό που ευαγγελίζονται σαν πρόγραμμα (όχι πολιτικό πρόγραμμα που καταρτίζεται μετά από σφυγμομέτρηση των προτιμήσεων των πολιτών, αυτό είναι έρευνα αγοράς), χρειαζόμαστε πολιτικούς ικανούς, ακέραιους και δημιουργικούς.

Σήμερα δικαίως οι πολίτες δυσπιστούν στον κάθε παλαιόν -“πολιτικών” ημερών- δοκησίσοφο που εμφανίζεται ως σωτήρας. Γιατί άραγε δεν μας έσωσε μέχρι σήμερα; Γιατί φτάσαμε ως εδώ, αφού αυτός ήξερε πώς να μας σώσει;

Ασφαλώς και δεν είναι διανοούμενοι οι διαξιφιζόμενες τηλεπερσόνες που δεν επιτρέπουν στον ειδικό να ολοκληρώσει τη σκέψη του, και που οι ανταλλασσόμενες απόψεις εξαντλούνται στο ποιός θα κατηγορήσει περισσότερο τον άλλο. Ενώπιόν μας όλοι οι πολιτικοί είναι υπόλογοι για την κατάσταση της Χώρας. Όχι πως οι πολίτες δεν φταίνε. Φταίνε στο βαθμό που γνώριζαν ή ηδύναντο να γνωρίζουν. Αλλά, σίγουρα, εκείνος που έβαζε την υπογραφή γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, και κακώς δεν γνωρίζει..

Μια κοινωνία χωρίς ιεραρχία δεν είναι κοινωνία, είναι ζούγκλα. Αν ξεφύγουμε από την επιρροή των πνευματικών ανθρώπων και διδασκάλων θα υφιστάμεθα τις επιρροές των επιτηδείων και ιδιοτελών. Γιατί πάντα θα υπάρχουν επηρεαζόμενοι και πάντα θα υπάρχουν ατομικά-ιδιοτελή και, συνεπώς, αντικοινωνικά και αθέμιτα συμφέροντα. Και, δυστυχώς, πάντα θα υπάρχουν αχυράνθρωποι και επίορκοι στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

Αν οι επιλογές μας δεν υπαγορεύονται από κίνητρα που υπερβαίνουν το σήμερα και το εγώ, ποτέ ο τόπος και οι άνθρωποι δεν θα ευτυχήσουν. Γιατί η εξυπηρέτηση πολλών και ανεξάρτητων ατομικών συμφερόντων εξαντλεί το γενικό απόθεμα που θά 'πρεπε να διατεθεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Και τότε πάσχει ο κόσμος, που περιφρονείται και αδικείται, πάσχει και ο τόπος που φυλλορροεί και ιδιοτελώς καταληστεύεται εκ των ένδον.

Ο διορισμός σε θέση Προέδρου Συμβουλίου ή Επιτροπής, δεν αποτελεί και απόκτηση της ιδιότητας του πνευματικού ηγέτη, απλώς συνιστά επιλογή του κατάλληλου προσώπου στη διεκπεραίωση του έργου ή του κατάλληλου προσώπου στο κουκούλωμα του ερευνωμένου ζητήματος. Η πανεπιστημιακή καθηγεσία δεν συνιστά αυτοδικαίως διανόηση αλλά κυρίως καλή ειδική γνώση. Η δικονομο-λαγνεία δεν συνιστά απάντηση, αλλά φαλκίδευση της αναζήτησης της αλήθειας. Η ατιμωρησία δεν συνιστά απονομή δικαιοσύνης. Το προνόμιο του ανέλέγκτου δεν συνιστά ισονομία, και ο γκαιμπελισμός κατέληξε να συνιστά θεμιτή (για τον πολιτικό πολιτισμό μας) εξουδετέρωση του πολιτικού μας αντιπάλου.

Χρειαζόμαστε τους διανοούμενους για να μας θυμίζουν τις συνέπειες των επιλογών μας, που αυτοί μπορούν καλύτερα να τις βλέπουν και να τις προβλέπουν. Τους χρειαζόμαστε ακόμη και για να μας προτείνουν καλύτερα οράματα, από όσα η καθημερινότητα και η επιτακτικά αποπροσανατολιστική δράση, μας επιτρέπει να βλέπουμε.

Είναι ύβρις να απαξιώνουμε τον ικανό που οραματίζεται, επειδή έχουμε κι εμείς μάτια. Κάποιος ορά/βλέπει γιατί έχει μάτια, και κάποιος οραματίζεται γιατί βλέπει πέραν των ορωμένων δια των οφθαλμών. Η πανεπιστημιακή μόρφωση πολλών πολιτών δεν σημαίνει ότι αυτοί δεν έχουν τίποτε άλλο να μάθουν. Αν στο πανεπιστήμιο δεν μάθαμε ότι μπορούμε πάντα να μαθαίνουμε, και να μάθουμε και πολλά άλλα ακόμη, πέραν των όσων γνωρίζουμε ήδη, δεν μάθαμε στην ουσία το πιο βασικό πράγμα: Ότι η γνώση είναι ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ. Και η ατομική αυτογνωσία ένας στόχος που μπορεί να μην κατακτηθεί ποτέ. Και περαιτέρω, ότι η Εθνική αυτογνωσία είναι ένας στόχος που μπορεί να εμποδισθεί ή να ναυαγήσει, αν όλοι μαζί δεν συναινέσουμε να επαναπροσδιορίσουμε και να αποσαφηνίσουμε την εθνική μας ταυτότητα, αποκαθαίροντάς την από πιθηκισμούς, μαϊμουδισμούς, υποτέλειες, ραγιαδισμούς, μεγαλοσχήμονα αλαζονεία, εφιαλτικές συμπεριφορές, και δοσιλογισμούς.

Δεν είμαστε “φορείς μιας εύρωστης δημοκρατικής αρετής, για την οποία η συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα έχει εγγενή αξία”. Το αντίθετο μάλιστα: Μεθοδικά και σιωπηλά, μας έχουν καταστήσει οχήματα, και λόγω του εκμαυλισμού μας, οι επιτήδειοι πραγματώνουν τα ιδιοτελή σχέδια προς πλουτισμό τους. Είμαστε τα υποζύγια που πληρώνουν το κόστος του πλουτισμού των, και επί πλέον, αυτοί παραμένουν ατιμώρητοι για την επαίσχυντη αυτή στάση και συμπεριφορά τους.

Είναι αναγκαίο πράγματι να είναι ο πολίτης ενάρετος. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να είναι ενάρετος και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο του. Αυτός ο πολίτης θα επιλέξει και ενάρετους πολιτικούς. Γιατί αυτοί θα υλοποιήσουν το κοινωνικό πρόταγμα. Αν το πρόταγμά μας είναι η αρετή και η αλήθεια, το κοινωνικό πρόταγμα (οι εκλογές) προς τούτο θα κατατείνει. Αν ο ισχυρισμός μας είναι ψευδής, το κοινωνικό πρόταγμα θα κατατείνει αναλόγως.

(Παρακολοθώντας το σχετικό άρθρο στο επόμενο θέμα, που θίγει, σημειώνω:)

Η ελευθερία του λόγου σήμερα είναι κίνδυνος. Δίωξης, λοιδωρισμού, συκοφαντίας. Σήμερα η ελευθερία του λόγου τελεί σε ακήρυκτη καταστολή.

Η μεγιστοποίηση της ατομικής μας ελευθερίας, δεν είναι στόχος επιτεύξιμος. Γιατί είναι επιθετική, αντικοινωνική, εγωπαθής και ατομοκεντρική.

Αντίθετα, η ελευθερία είναι τρόπος ύπαρξης (κι όχι απλά δικαίωμα, σύμφυτο με τον άνθρωπο), εντός του κοινωνικού χώρου που λαβαίνει χώρα η γέννηση και η ζωή του προσώπου. Δεν εναποτίθεται ούτε στους ηγεμόνες, ούτε στις επιτροπές. Ο άνθρωπος γεννιέται στον κόσμο ως πρόσωπο, και γι' αυτό προστατεύεται ηθικά έναντι των άλλων, η ζωή, η υγεία, ο λόγος του και έκφρασή του, και τόσες άλλες εκφάνσεις της ύπαρξής του.

Η προσωπική ελευθερία που παρέχουν οι σύγχρονες πολιτείες, δεν ανάγεται σε πεμπτουσία του πολιτικού μας πολιτισμού για να μας δώσει τα όπλα να επιτεθούμε, προκειμένου να υπερισχύσουμε των άλλων, ακόμη κι αν οι εξουσίες τη χρησιμοποιούν για αυτοπραγμάτωσή τους και ιδιοποίηση των εξ αυτής ωφελημάτων.

Η σημασία της προσωπικής ελευθερίας που καταγράφεται στον καταστατικό χάρτη των χωρών, είναι μια τυπική έκφραση για να οριοθετηθεί ο νόμος και η εξουσία του επ' αυτής, και για να μας επιτρέψει να αναπτυχθούμε πνευματικά, επαγγελματικά και ηθικά ως προσωπικότητες. Απέχει όμως πολύ από το να είναι η πάνδημη συμμετοχή στη δημιουργία, τη χαρά, την παραγωγή, και τη συμμετοχή στα αγαθά και τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη κάθε ψυχή.


Γι' αυτό οι πνευματικοί ηγέτες χρειάζονται. Για να φτιάξουν, να σφυρηλατήσουν, ψυχές και ήθος. Ελεύθερους και ενεργούς επ' αγαθώ πολίτες. Γιατί από τους άλλους έχουμε πολλούς. Περίσσευμα και για εξαγωγή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου