Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Σκέψεις: επί της επιστροφής του Ασώτου...


 

Ετούτη η Κυριακή, του ασώτου, είναι μήνυμα για όλους μας. Γιατί όλοι από κάπου φύγαμε, και κάπου αλλού στραφήκαμε, και μείναμε εκεί ή επιστρέψαμε, εις τα ίδια.

Κι αν ελεύθερα, ανεμπόδιστα φύγαμε, ας κάνουμε τον απολογισμό μας: Πώς ήταν/είναι η νέα μας πνευματική/κοινωνική πατρίδα; Σε τί είναι διαφορετικοί οι νέοι μας στόχοι; και τί αυτοί «ευαγγελίζονται»;

Πού βρισκόμαστε σήμερα και τί αναζητάμε από το παρελθόν; Πώς μεγαλώσαμε σαν παιδιά, και πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας;

Κρατάμε το παιδί στην αγκαλιά μας, και με την στοργή μας, του δείχνουμε το δρόμο της αγάπης, της ζωής, της δημιουργίας. Της συνέχειας, μέσα από την παράδοση και την ιστορία. Της συνέχειας που ζωοδοτεί το μέλλον και ριζώνει το παρόν. Της τιμής να αξιώνεται ο νέος, την συμβολή του σε έργα ενάρετων και ηρώων.

Και το παιδί μας, σιγά-σιγά ανοίγει τα φτερά του στη ζωή, σπουδάζει, προβληματίζεται, αλλάζει. Ανιχνεύει σε καινούργιους ορίζοντες την πορεία της ζωής, και τα όνειρά του ξεπερνούν τις αντοχές, τις δυνάμεις, τη γνώση και την υπομονή μας. Καμμιά φορά, θέλουμε να το κρατήσουμε προσδεδεμένο στο σίγουρο λιμάνι της αγκαλιάς και της βεβαιότητάς μας, της ηρεμίας και της ακινησίας. Από αγάπη; ή από αδυναμία;

Ο άνθρωπος για να ζήσει χρειάζεται την ελευθερία του. Η γονική αγάπη, ετούτο πιο πολύ πρέπει να θρέψει. Την αγάπη προς την ελευθερία, και την αγάπη προς τον Ελεύθερο Άνθρωπο. Γιατί αυτός ελεύθερα επιλέγει και ελεύθερα καταργεί, κυρίως, το λάθος του.

Ο άσωτος της παραβολής, ζήτησε και πήρε από την πατρική εστία ό,τι προωριζόταν γι' αυτόν, κι έφυγε. Πήρε μαζί του και την αγάπη του γονιού του, δηλ. την αποδοχή της ελεύθερης απόφασης να φύγει. Κι έφυγε. Και ανάλωσε, σπάταλα, όλο το βιός που πήρε μαζί του. Και δυστύχησε. Κι εννόησε το λάθος του. Κι αποφάσισε να επιστρέψει, γιατί ήξερε πια, πως η ελευθερία και η αγάπη που απολάμβανε στην πατρική εστία ήταν πολύ προτιμότερη από την κατάσταση που είχε τώρα βρεθεί. Αποφάσισε να επιστρέψει.. Απερίφραστα ομολόγησε στον εαυτό του ότι η επιλογή του να φύγει ήταν λάθος, κι αυτό θα τό 'λεγε και στον πατέρα του, σαν έφτανε κοντά του. Θα του έλεγε πως δεν αξίζει την αγάπη του, αλλά τουλάχιστον ας τον κρατήσει για δούλο του...«πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».

Ο άσωτος υιός ξαναγύρισε, γνωρίζοντας την απόλυτη κι άνευ όρων δύναμη της γονικής αγάπης. Δεν ένιωσε ντροπή να ομολογήσει το λάθος του, ένιωσε την ανάγκη να βρίσκεται κάτω από τις φτερούγες μιας τέτοιας δυνατής αγάπης. Ένιωσε πως έπρεπε να το εκφράσει: γι'αυτόν τούτη η αγάπη ήταν καταφύγιο κι εστία ζωής.

Ετούτη η ιστορία, έχει στο κέντρο της την αγάπη του Θεού για τα πλάσματά Του. Γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί ν' αγαπήσει τόσο βαθειά κι απόλυτα. Λυτρωτικά, και συγχωρητικά.

Καμμιά κουβέντα δεν είναι άξια να περιβάλει την αγαπητική σχέση. Όλα γίνονται σε μυσταγωγική σιωπή... Στοργικά ο πατέρας αγκαλιάζει το γιό του και η φωτιά της αγάπης τους καταργεί τις λέξεις. Μονάχα οι δούλοι, να ετοιμάσουνε μεγάλη γιορτή και χαρά, γιατί νεκρός ήταν ο άσωτος υιός και ανέζησε!

Και μέσα στη μεγάλη χαρά, δεν του δίνεται η ευκαιρία ούτε να διατυπώσει το ταπεινό του αίτημα, να μείνει σαν δούλος κοντά στον πατέρα! Γιατί ο πατέρας, με την άμετρη αγάπη του, κατακαίει την ταπεινότητα, πυρπολεί με το φώς της χαράς τον μετανοημένο και τον κάνει πολίτη και άρχοντα της χαράς και της λύτρωσης!

Ο άσωτος εξουθενώνει τον εαυτό του με την μετάνοια, και από τον Θεό δοξάζεται. Δεν ζητάει τίποτε και του χαρίζονται όλα! Με την αληθινή μετάνοια, μπήκε στον Παράδεισο. Και πια, κανείς δεν μπορεί να του πάρει τούτη τη χαρά, γιατί πηγάζει από μέσα του. Είναι ο Χριστός που ζεί μέσα του, δεν ζεί αυτός!

Στον αντίποδα της στάσης του ασώτου υιού, στέκει ο μεγάλος αδελφός, που ποτέ δεν έφυγε από τον Πατέρα. Αυτός πληγώνεται σαν μαθαίνει πως γίνεται γιορτή για τον άσωτο που επέστρεψε. Καμμιά υπάρχει εγγύτης και παραμονή στην εστία που είναι -στην ουσία- μακρινή περιπλάνηση, κι επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνση...

Κι ο Πατέρας, έχει από την μια πλευρά την γιορτή της επιστροφής του ασώτου, κι από την άλλη έχει την δυστροπία του μεγάλου του γιού. Πάντα, σε μια καλή μέρα και μεγάλη γιορτή, ο πειρασμός θα δημιουργεί προβλήματα και θα προκαλεί αφορμές θλίψεως. Για να μολύνει τη χαρά και να θολώνει την καθαρότητα της γιορτής. Να μην αφήσει καρδιά απλήγωτη. Αλλά η αγάπη του Κυρίου, είναι ωκεανός και η ανοχή του πέλαγος, για να τα χωρέσει όλα.

Ο υιός από οργή και μίσος αρνείται την αγάπη του Πατέρα και τη χαρά της επιστροφής του ασώτου αδελφού, και κατηγορεί τον Πατέρα, παρόλο που πάντα του ήταν κοντά στον Πατέρα.

Εδώ αναδεικνύονται οι χαρακτήρες των αδελφών. Ο άσωτος έφυγε, τα έχασε όλα, μετανόησε, επέστρεψε και τα έλαβε όλα, κατά το Αποκαλυπτικό «Όφελον, ψυχρός ής, ή ζεστός»(Αποκ. 3, 15). Η φιλαυτία μας είναι ξένη προς την αγάπη του Κυρίου. Αντίθετα, η εκστατική αγάπη και προσφορά, ακόμη και μακριά να είμαστε, θα μας φέρει στον παράδεισο. Χωρίς αυτήν, και μπροστά στην πόρτα του παραδείσου να είμαστε,  δεν θα μπορέσουμε να μπούμε μέσα, γιατί η έλλειψή της θα μας πετάει μακριά!

Ο μεγάλος αδελφός νοσεί, από εγωϊσμό και φιλαυτία. Έχει την κόλαση μέσα του. Η αγαθή κλήση του Πατέρα να 'ρθεί κι αυτός στον παράδεισο της αγάπης, τον βασανίζει. Σκληραίνει η καρδία του και ζητά και ελέγχει και αρνείται. Αυτοδικαιώνεται, κατηγορεί και καταδικάζει.

Δεν βρίσκεται τέλος σε συζητήσεις με ανθρώπους που βρίσκονται σε σύγχυση. Που μιλάνε για να πληγώσουν. Ακόμη κι ο Πατέρας εξηγεί, καλεί, προσφέρεται, φέρεται θετικά.

Πώς μπορεί κανείς ν' αγαπά ανθρώπους που δεν αγαπούν; Μεγάλος Σταυρός! Με την άρνησή τους βασανίζονται και βρίσκονται στην κόλασι. Αλλά, πάλι πώς μπορείς να βοηθήσεις αν δεν αγαπάς; Αυτοί πάλι, δεν ζητάνε σωτηρία, αλλά την εξόντωση όλων και την καταδίκη. Ούτε μια στιγμή ο μεγαλύτερος αδελφός δεν συνειδητοποιεί την κατάστασή του. Ψεύδεται, περιαυτολογεί και αλλοφρονεί. Θέλει να γίνει το δικό του και δεν υπακούει στον Πατέρα, που τον καλεί στη γιορτή της επιστροφής του ασώτου αδελφού του. Αυτοδικαιώνεται και αποξενώνεται. Αποδεικνύεται κενός οιηματίας και ξένος προς το ήθος του ουράνιου Πατέρα.

Ετούτη η παραβολή έχει ένα λόγο για τον καθένα μας:
  • Για εκείνον που έφυγε και γύρισε ταπεινός και εν επιγνώσει της αμαρτίας του,
  • για τον σκληρόκαρδο που παραμένει κοντά στον Πατέρα αλλά δεν διακατέχεται από φρόνημα και καρδία αγάπης για τον άλλο.
  • Έχει και για το παράδειγμα του Υπέροχου Πατέρα που με άφατη αγάπη μαζεύει κοντά του τα παιδιά του, που γνωρίζει σε βάθος την σκέψη και τα αισθήματά τους, και που δεν αγανακτεί ούτε στη φυγή τους, ούτε στην άρνησή τους.
Kι εμείς διαβάζοντας τα αναγνώσματα της ημέρας βλέπουμε ότι: τά πάντα είναι στη διάθεσή μας, αλλά δεν είναι όλα για το καλό μας. Τα πάντα είναι στη διάθεσή μας, αλλά πρέπει να διαλέξουμε εκείνα που θα χαρακτηρίζουν τη ζωή μας, κι όχι εκείνα που θα μας εξουσιάζουν...


Η σκέψη κι η καρδιά μας ας είναι προσκολλημένη στην αγάπη και στο καλό, γιατί τότε τέτοια θα είναι και τα έργα μας.

Ο αυτοέλεγχος και η αυτογνωσία μπορούν να μας σώσουν από τρομερά λάθη. Η δυστροπία και η άρνηση, ο εγωϊσμός και ο θυμός εναντίον των άλλων, όλα αυτά μας απομακρύνουν από τους άλλους. Και μπορεί να συμβεί, να είμαστε μόνοι γιατί με το χαρακτήρα μας και τις επιλογές μας αποδιώχνουμε ακόμη κι εκείνους που θα ήθελαν να είναι μαζί μας, σύντροφοι και συνοδοιπόροι.

Επιστολή Παύλου, Προς κορινθίους (κεφ. στ, εδ. 12-20)

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
Κατά Λουκάν (κεφ. ιε, εδ. 11-32)

11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.
21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.
22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Σημείωση: Τούτη την παραβολή, δεν θα μπορούσα να τη δώ όπως παραπάνω, αν δεν κρατούσα στα χέρια μου, ένα
μικρό βιβλιαράκι, γραμμένο για τούτη την παραβολή, του Ασώτου,  με τη σοφία του Καθηγουμένου της Μονής Ιβήρων, Αγίου Όρους, Αρχιμ. Βασιλείου. Δώρο που μια αγαπημένη ψυχή, κάποτε μου έκανε, και μού 'μεινε. Αλησμόνητο το δώρο κι ανεκτίμητη η δωρεά, να το μελετώ ξανά και ξανά. Σπύρο, σ' ευχαριστώ!

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Ενα καινούργιο πλάνο για τη ζωή μας: Μπορούμε να το φέρουμε σε πέρας;



Ακούγοντας τον νέο Πρωθυπουργό να διατυπώνει τις Προγραμματικές Δηλώσεις της Κυβέρνησής του, αισθάνθηκα κι εγώ, όπως πολλοί Έλληνες, μια βαθειά ανακούφιση.

Το γκρίζο που μας είχε επιβληθεί, και το γκρίζο που καθημερινά διαφημιζόταν και προπαγανδιζόταν από τα μμε, φάνηκε να ξασπρίζει...

Ετούτη η εξέλιξη, δεν είναι όμως η πανάκεια των προβλημάτων που μαστίζουν τον τόπο. Γιατί η πολιτική βούληση και η πολιτική απόφαση, θέλει κι έναν κόσμο που να θέλει και να μπορεί το προχώρημα και τη δράση τη δημιουργική. Πολιτικός δεν είμαι, για να καταρτίσω προτάσεις, προγράμματα και στόχους απώτερους, αλλά σαν πολίτης, μελετώ ό,τι βλέπω γύρω μου και προβληματίζομαι.

Κι ο προβληματισμός μου ξεκινάει από τη φαινομένη συναίσθηση του καθενός μας, από το νόημα που ο καθένας μας δίνει στις καθημερινές του δράσεις και τη συμπεριφορά. Γιατί όλη τούτη η ατμόσφαιρα, μαρτυράει ένα είδος παιδείας. Ένα είδος ζωής, και ασφαλώς, το αποτέλεσμα -που από αυτήν προσδοκάται- θα είναι ανάλογο. Και ξεκινώ από τα μηνύματα που παίρνουν τα παιδιά μας από εμάς, τους γονείς τους. Γιατί αυτοί θα είναι οι αυριανοί πολίτες της δράσης, της δημιουργίας και της παραγωγής, της ευθύνης και της απόφασης.

Απ' τα μικρά χτίζονται τα μεγάλα. Γι' αυτό, θεμέλια πρέπει να 'χουνε γερά, για να κρατούνε τα βάρη και ν' αντέχουν στις δυσκολίες... 

Απέναντι από το σπίτι μου, χωμένο στη φυλλωσιά του λόφου, το σχολειό, μελίσσι πραγματικό, βουΐζει στο διάλειμμα. Χαρούμενες φωνούλες δονούν την ατμόσφαιρα, και κάπου-κάπου το κουδούνι σηματοδοτεί την εναλλαγή των δράσεων: Μάθημα, ανάπαυση/ψυχαγωγία. Μάθημα...

Κάθε πρωΐ περνούν μπροστά από την πόρτα μου μανούλες που συνοδεύουν τα μικρά τους μέχρι το σχολειό. Οι πιο πολλές, είναι φορτωμένες με τη σχολική τσάντα του παιδιού, ή και των δυο παιδιών καμμιά φορά, και τα βλασταράκια τους περπατάνε ξέγνοιαστα, παρέες-παρέες, παίζοντας, πειραζόμενα και γελώντας. Έτσι φτάνουν στο σχολειό! Οι μάνες, παραδίδουν τις τσάντες, χαιρετούν τα παιδιά τους και γυρίζουν πίσω. Σαν τελειώσει το σχολειό, οι μανούλες πηγαίνουν ξανά στο σχολειό, για να παραλάβουν τα παιδιά τους. Παραλαμβάνουν μαζί και τις τσάντες, και φορτωμένες γυρίζουν στο σπίτι. Καμμιά φορά, τις βλέπω που -κατ' απαίτηση του παιδιού- του αγοράζουν και διάφορα φαγώσιμα, άχρηστα από τη σκοπιά της διατροφής και της διαπαιδαγώγησης, λίγο πριν φτάσει το παιδί στο σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό.

Ετούτο λοιπόν το πράγμα, να φορτώνονται οι μάνες την σχολική τσάντα του παιδιού τους, με παραξενεύει και πιστεύω πως είναι λάθος. Είναι λάθος, γιατί εκπέμπει λάθος μηνύματα στον εκκολαπτόμενο πολίτη. Το μήνυμα πως δεν είναι άξιος και ικανός να αυτοεξυπηρετηθεί ακόμη και στα στοιχειώδη. Ή το μήνυμα πως είναι τόοοοσο σπουδαίος και κάνει κάτι τόοοοοσο σπουδαίο, που η μεγαλωσύνη του χρειάζεται και υπηρέτες, χρειάζεται βαστάζους!

Είτε πρόκειται για μήνυμα ηττοπάθειας και ανικανότητας, είτε πρόκειται για μήνυμα «μεγαλοπρέπειας» του νεαρού βλαστού μας, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ταυτόχρονα εκπέμπουμε κι ένα μήνυμα ότι προσφερόμαστε να μας υποτιμούν και να μας εκμεταλλεύονται, να μας περιφρονούν και να αδιαφορούν για εμάς. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το υπερβολικό ενδιαφέρον, είναι διττά αρνητικό, για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού μας.

Οι υπερβολικές μητρικές εξυπηρετήσεις δημιουργούν στο παιδί την εικόνα ότι είναι ο μόνος δικαιούχος τιμών και υπηρεσιών. Και το παιδί, στη συνέχεια, τέτοιες εξυπηρετήσεις τις περιμένει και τις ζητάει σαν να τις δικαιούται, και σαν να είναι οι άλλοι υπόχρεοι για να τις προσφέρουν.

Εκτός από όλα τούτα, αυτές οι υπερβολικές μητρικές εξυπηρετήσεις, δίνουν ένα «άλλοθι» στην ανεπαρκή μητέρα, πως κάνει ό,τι μπορεί για το παιδί της, γιατί του προσφέρει ό,τι θέλει, κι ό,τι -αυτή νομίζει πως εκείνο- χρειάζεται. Και είναι σίγουρο, πως το παιδί δεν χρειάζεται να νιώθει ανίκανο, ούτε χρειάζεται να χαλάμε την υγεία και το χαρακτήρα του, δημιουργώντας του -από επιπόλαιη και άσκεφτη συνήθεια- την πεποίθηση ότι είναι σωστό, πριν από το φαγητό στο σπίτι, να σπαταλάει χάριν γούστου χρηματικά ποσά για ανθυγιεινα τερψιλαρύγγια.

Ύστερα από όλα τα παραπάνω, πρέπει να λάβουμε θέση για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Τη θέση μας στο ζήτημα αυτό θα την πάρουμε de facto, είτε τη σκεφτούμε συνειδητά, είτε δράσουμε τυχαία. Το ζήτημα έγκειται στο «ότι έχουμε χρέος να ετοιμάσουμε το παιδί μας για τη ζωή του». Κι αυτό πρέπει να το κάνουμε σε συγκεκριμένο χρόνο, γιατί μετά δεν μπορεί -τουλάχιστον εύκολα- να γίνει. Και πρέπει, γιατί το παιδάκι μας, θα ζήσει πολύ καιρό χωρίς εμάς, και θα αντιμετωπίσει πολλούς και πολύ κακόπιστους ή αδιάφορους απέναντί του, που θα το βρίσκουν ανέτοιμο και ανίκανο να επωφεληθεί από τις ευκαιρίες που θα του προσφέρει η ζωή του, ή αδύναμο να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που θα παρουσιαστούν στη ζωή του, στη δουλειά, τις σχέσεις του και τις ευθύνες του.

Επίσης, είναι απαραίτητο να γνωρίζει το παιδί μας ότι η συμπόρευση με άλλους προϋποθέτει σεβασμό και αλληλεγγύη. Και πρέπει, ακόμη, να του δώσουμε την ευκαιρία να γνωρίζει, ότι δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος στη ζωή μας που θα σηκώσει τα δικά μας τα βάρη και τις ευθύνες, χωρίς τη δική μας απόδοση προς αυτόν -τουλάχιστον- της δέουσας τιμής και ευχαριστίας γι' αυτή του την βοήθεια και την συμπαράσταση.

Η αγάπη μας προς το παιδί μας, μας επιβάλλει να του δείξουμε το δρόμο, να αναδείξουμε τις προκλήσεις της ζωής, να τονίσουμε τις ευθύνες όλων, τις ανάγκες όλων, τις υποχρεώσεις όλων. Σκόπιμα δεν μιλώ για δικαιώματα. Γιατί το δικαίωμα είναι κάτι τόσο δα μικρό κι ασήμαντο, που αν πρέπει να διεκδικείς από τους άλλους την ζωή σου, πρέπει να αλλάξεις τους όρους της ύπαρξής σου.

Ο ελεύθερος άνθρωπος είναι τόσο υπεύθυνος, είναι τόσο ικανός και δραστήριος, που η ύπαρξή του γεμίζει και εκπληρούται στον αγώνα του. Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν ζητάει κάτι από την ελευθερία του άλλου. Η δική του η ελευθερία ακτινοβολεί και πλουτίζει τον ίδιο και τους άλλους. Παράγει, δημιουργεί, διευκολύνει, αναπληρώνει ελλείψεις και καλύπτει ανάγκες. Ακτινοβολεί. Η ελευθερία του είναι η ζωή του, και μέσα σ' αυτήν δημιουργεί, εργάζεται, σχετίζεται. Βιώνει.

Ο δικαιούχος μερίσματος ελευθερίας και δικαιώματος, ως δικαιούχος μιας θεσμοποιημένης αξιοπρέπειας, ικετευτικά, σαν επαίτης, διαρκώς θα έχει ένα αίτημα: επιείκειας, άφεσης, αναγνώρισης, συμμετοχής, απόλαυσης. Ο δικαιούχος, θα περιμένει πάντα την παραχώρηση από τους άλλους, και από την κοινωνία. Γι' αυτό ο δικαιούχος είναι ανεύθυνος. Και γραφειοκράτης. Γιατί θεωρεί ότι το δικαίωμά του είναι «υψηλή αξία», και ότι η παραχώρηση σ' αυτόν μιας τέτοιας δικαιωματικής τιμής, είναι επιβεβαίωση. Ικανοποιημένος από την αναγνώριση που του γίνεται, περνάει τη ζωή του -και καμμιά φορά συμβαίνει- να μην έχει βιώσει τίποτε.

Στη χώρα μας, σήμερα που η αξιωσύνη μετρήθηκε με τις αέναες κοινοβουλευτικές θητείες, και μάλιστα ανθρώπων που δεν έμαθαν άλλη δουλειά, δεν δούλεψαν και δεν αγωνίστηκαν ποτέ τους να δοκιμάσουν τις δυνάμεις και τις αντοχές τους στο επιχειρείν ή σε ό,τι άλλο, ανθρώπων με κομματικές και συνδικαλιστικές ταυτότητες, που ο διορισμός ή η πρόσληψη είναι η μόνη μέθοδος ανέλιξης ή ανάληψης εργασίας, παρατηρώ τις όμορφες ώρες στα γεμάτα συνοικιακά καφέ, τους νέους να ροματζάρουν το δείλι (ή να παίρνουν το πρωϊνό τους στις 11), αδιόριστοι και άνεργοι, ξέγνοιαστοι και γελαστοί, χαλαροί να κάνουν πλάκα και να αναταλλάσσουν μηνύματα με τα ακριβά κινητά τους. Είναι άραγε ώριμοι, ικανοί κι έτοιμοι να οραματιστούν και να πραγματώσουν το μέλλον τους, που σήμερα είναι αβέβαιο, ή απλά περιμένουν το διορισμό τους;

Θα ήθελα, κ. Πρωθυπουργέ, να είχαμε πολύ κόσμο για να συμπράξει και να κάνουμε πράξη, εκείνη την εθνική υπηρεφάνεια και την αξιοπρέπεια του ελεύθερου Έλληνα, που μπορεί να αντιμετωπίσει όλα τα δεινά και να βγεί νικητής της μιζέριας και δημιουργός του μέλλοντος.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Λαϊκισμός: Με αφορμή αντιπολιτευτικές αντιδράσεις στα μέτρα της νέας κυβέρνησης


 

Στους καιρούς που ζούμε, όπου πολλά πράγματα (σκοποί, εξαγγελίες, δράσεις, μέτρα, μέθοδοι, διαδικασίες) έχουν χάσει το νόημά τους, ας γνωρίζουμε τουλάχιστον το περιεχόμενο που έχουν κάποιες στοιχειώδεις λέξεις, άσχετα από αυτούς που τις εκστομίζουν και τις χρησιμοποιούν.  (Για την εξυπηρέτηση ή για την παραπλάνησή μας)

Γιατί το περιεχόμενό τους νοηματοδοτεί τη ζωή μας και τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Ίσως και τον τρόπο, που θα μπορούσαμε αν όχι να αλλάξουμε τον κόσμο, τουλάχιστον να τον καταλάβουμε και να βελτιωθούμε, ώστε, να βελτιωθεί κι ο κόσμος μας.

Ας ξεκινήσουμε από τη βασική λέξη – τη λέξη Λαός- για να ανιχνεύσουμε τις έννοιες των παραγώγων από αυτήν.

Λαός: Με τη λέξη αυτή, που είναι θεμελιώδης στο Συνταγματικό Δίκαιο (γιατί είναι συστατικό στοιχείο του ορισμού του Κράτους), νοούμε το σύνολο των πολιτών ενός Κράτους, ανεξαρτήτως της εθνικής αυτών προελεύσεως. Με άλλα λόγια, ως λαό, εννοούμε το έμψυχο στοιχείο ενός Κράτους.

Στα χρόνια των σπουδών μου, μαθαίναμε -στο Συνταγματικό Δίκαιο- ότι λαός, δεν είναι μονάχα όσοι ζουν στα εδαφικά όρια του Κράτους σε δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά κι οι γενιές που ζήσανε παλιά, κι όσες ακόμα μέλλει νά 'ρθούνε μετά από εμάς.

Τό 'λεγε και ο Αριστοτέλης (στα Πολιτικά, βιβλ. Γ', κεφ. 1): “Την αυτήν είναι φατέον πόλιν, καίπερ αεί των μεν φθειρομένων των δε γινομένων, ώσπερ και ποταμούς ειώθαμεν λέγειν τους αυτούς, και κρήνας τας αυτάς, καίπερ αεί του μεν επιγιγνομένου νάματος του δ' υπεξιόντος”.  Όλο τούτο θα ειπεί πως "μιλάμε για την ίδια πόλη (=πόλη-κράτος), παρόλο που πάντοτε άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι γεννιώνται, όπως ακριβώς συνηθίζουμε να μιλάμε για τα ίδια ποτάμια και τις ίδιες κρήνες (βρύσες), παρόλο που διαρκώς άλλο νερό έρχεται κι άλλο φεύγει από αυτά".

Έτσι λοιπόν, ο λαός αποτελεί την ιστορική ενότητα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και στο μέλλον, η οποία (ενότητα) σε δεδομένο χρονικό σημείο εμφανίζεται μ'όσους ζούνε στο συγκεκριμένο αυτό χρόνο.

Λαϊκός: Το επίθετο αυτό, έχει την έννοια πως το προσδιοριζόμενο (ουσιαστικό) όνομα ανάγεται, ανήκει, αναφέρεται ή αφορά τον λαό.

Λαϊκισμός: Η λέξη αυτή (από τον τρόπο παραγωγής της, δηλ. ουσιαστικό με κατάληξη -σμος,) έχει την έννοια μιας ενέργειας, ή πράξης  που προέρχεται ή κατευθύνεται προς τον λαό.

Λαϊκίζω: Θα ειπεί πως ενεργώ, ή δρώ προς χάριν, εξυπηρέτηση, ή υπεράσπιση των στόχων, των αναγκών, των οραμάτων, των θελημάτων κλπ. του λαού.

Ασφαλώς, η προσχηματική και αναποτελεσματική εξαγγελία και μάλιστα χωρίς καμμιά υπέρ του λαού δράση, οδηγεί  στην αναίρεση της ουσίας -του αληθούς σκοπού- του λαϊκίζειν, δηλ. της εξυπηρέτησης του λαού.

Το κακό είναι, πως η μακρά πολιτική πρακτική, με τις ψεύτικες υποσχέσεις και τις προσχηματικές εξαγγελίες, είχε σαν αποτέλεσμα ο όρος λαϊκίζω, να είναι αρνητικά φορτισμένος και να μη σημαίνει: πρόσκειμαι, υπηρετώ  κλπ. τον λαό, αλλά ακριβώς το αντίθετο: Προσποιούμαι, υποκρίνομαι κλπ ότι υπηρετώ το λαό! Η επανειλημμένη αυτή πολιτική συμπεριφορά και πρακτική, κατέφθειρε τους όρους Λαϊκός-λαϊκισμός και λαϊκίζω, σε σημείο που  η ακριβής έννοια αυτών, είναι ανάγκη να δηλώνεται σαφώς κάθε φορά.

Όλα αυτά τα γράφω σήμερα πάλι, γιατί έχουμε στον τόπο μας μια νέα κυβέρνηση, που εκλέχτηκε μ' ένα πρόγραμμα ανακούφισης του λαού και δικαιοσύνης. Τα γράφω γιατί οι αντίπαλοί της είδαν με κακό μάτι τις πρώτες δράσεις της που ήταν σύμφωνες με τις προεκλογικές της εξαγγελίες, κι έσπευσαν σε αρνητικούς σχολιασμούς, μήπως και χαλάσει η μακρά ακολουθία των πολιτικών αθετήσεων!


Γιατί, είπαμε, μέχρι σήμερα Λαϊκισμός, είχε καταντήσει να σημαίνει ότι υποκρίνεσαι πως θα υπηρετήσεις τον λαό, μέχρι που να υφαρπάξεις την εντολή του για εξουσία. Το επόμενο  είναι -στην καλύτερη περίπτωση- ενδοτισμός στους επικυρίαρχους (πράγμα που ακολούθησε τις προηγούμενες εκλογές, κι όλοι το νιώσαμε  καλά στο πετσί μας).

Λαϊκισμός είναι και η δήθεν στοργική προειδοποίηση ότι θα πάμε χαμένοι, με τις πολιτικές, τις ενέργειες και τα μέτρα της νέας κυβέρνησης, που προτίθεται να τηρήσει τις προεκλογικές της εξαγγελίες. Κι αυτό το λένε πριν καν αυτή ορκιστεί!

Ας ξαναποκτήσουν οι όροι της γλώσσας την παλιά τους σημασία: Όταν, χάριν του λαού,  η νέα κυβέρνηση τηρεί τις δεσμεύσεις της, αυτό θα είναι συνέπεια και αξιοπιστία. Και δεν είναι λαϊκισμός.

Θα ήταν μεγαλοθυμία των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης η συστράτευση στο όραμα αποτίναξης της ελεγκτικής τυραννίας των ξένων και της φτωχοποίησης του λαού, ώστε να αναστήσουμε όλοι μαζί την ελπίδα για το αύριο. Και αυτό θα ήταν ουσιαστικός και αληθής Λαϊκισμός, κι όχι φθαρμένος.